Ειδήσεις Οικονομικές Ειδήσεις

Οι αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών καταβάλλονται χωρίς προσκόμιση φορολογικών δηλώσεων

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την υπ’ αριθμ. 60/2006 απόφασή της έκρινε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν μπορούν να ζητάνε αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων και των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της εφορίας, προκειμένου να αποζημιώνουν ...

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την υπ αριθμ. 60/2006 απόφασή της έκρινε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν μπορούν να ζητάνε αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων και των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της εφορίας, προκειμένου να αποζημιώνουν πελάτες τους που έχουν ασφαλιστεί για απώλεια εισοδήματος, λόγω ανικανότητας για εργασία από ατύχημα ή ασθένεια.

Ειδικότερα, τον Νοέμβριο του 2004 ασφαλισμένος έπαθε ατύχημα την ώρα της εργασίας του και η ασφαλιστική εταιρεία τον αποζημίωσε από 26.11.2004 έως 15.3.2006 με 1.584 ευρώ το μήνα. Στις 16 Μαρτίου 2006 η ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε από τον ασφαλισμένο να προσκομίσει αντίγραφο των φορολογικών δηλώσεων των δύο τελευταίων ετών μαζί με τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα. Ο ασφαλισμένος αρνήθηκε και η ασφαλιστική εταιρεία σταμάτησε να καταβάλλει την μηνιαία αποζημίωση.

Με την απόφασή της η Αρχή έκρινε ότι οι φορολογικές δηλώσεις και τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας αποτελούν «οικονομικά προσωπικά δεδομένα» και παράνομα ζητήθηκαν από τον ασφαλισμένο τα στοιχεία αυτά, τα οποία δεν είναι αναγκαία για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης.
Πηγή Κέρδος.

Η απόφαση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η   60/2006

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 27-07-2006 στο κατάστημά της αποτελούμενη από τους ....

 

Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 20-07-2006, είχε δε κληθεί, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ........ με την … κλήση που επιδόθηκε νόμιμα στο νόμιμο εκπρόσωπό της.

Η εταιρεία εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από την Β. Σ., υπάλληλο της εταιρείας, και από την πληρεξουσία δικηγόρο Α.-Σ. Β..

Υπόμνημα μετά σχετικών εγγράφων υποβλήθηκε εμπροθέσμως στην Αρχή την 24-07-2006.

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω καθώς και τα πρακτικά της 20-07-2006:

Με την υπ αρ. πρωτ. …προσφυγή του ο Β. Π. αναφέρει ότι είχε συνάψει με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ασφάλισης με το υπ αρ. πρωτ. … ασφαλιστήριο ζωής.  Ότι βάσει του προσαρτήματος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τίτλο “Ειδικοί όροι ασφάλειας απώλειας εισοδήματος (κωδικός παροχής: Α.Ε.)” είχε δικαίωμα σε αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος σε περίπτωση προσωρινής ολικής ανικανότητάς του για εργασία που προκλήθηκε από ατύχημα ή ασθένεια. Ότι κατόπιν ατυχήματός του εν ώρα εργασίας την 24/11/2004 επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και γι αυτό αποζημιωνόταν κανονικά από την ασφαλιστική εταιρεία για απώλεια εισοδήματος από εργασία με το ποσό των 1584,60 ΕΥΡΩ το μήνα για το χρονικό διάστημα από την 26/11/2004 μέχρι την 15/03/2006.  Μετά την τελευταία ημερομηνία καταβολής,  και συγκεκριμένα  την 16/03/2006, ο ασφαλιστής μέσω του οποίου είχε καταρτιστεί η σύμβαση τού απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο  τον πληροφορούσε ότι η ασφαλιστική εταιρεία τον καλούσε να  προσκομίσει τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος των ετών 2004 και 2005 μαζί με τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα. Η ασφαλιστική εταιρεία ζητούσε τα συγκεκριμένα στοιχεία προκειμένου να εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις γενόμενες μέχρι τότε παροχές λόγω απώλειας εισοδήματος αλλά και για τη συνέχιση της καταβολής της αποζημίωσης εξ αυτού του λόγου (απώλεια εισοδήματος). Αρνήθηκε να προσκομίσει τα αιτούμενα στοιχεία και γι αυτό η ασφαλιστική εταιρεία από 17-04-2006 σταμάτησε να του καταβάλει την βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μηνιαία παροχή λόγω προσωρινής ολικής ανικανότητάς του προς εργασία.

Την 12-05-2006 και αφού η ασφαλιστική εταιρεία είχε διακόψει την καταβολή της μηνιαίας παροχής ο καταγγέλλων υπέβαλε στην ασφαλιστική εταιρεία αίτηση αύξησης του ποσού του μηνιαίου επιδόματος, την οποία και στη συνέχεια απέσυρε.

Με έγγραφό του την 01-06-2006 ο καταγγέλλων ζήτησε πλέον εγγράφως από την ασφαλιστική του εταιρεία να του γνωστοποιήσει το λόγο για τον οποίο είναι αναγκαίες οι δηλώσεις φόρου εισοδήματος και τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2004 και 2005 προκειμένου να συνεχιστεί η καταβολή της μηνιαίας ασφαλιστικής παροχής.

Η ασφαλιστική εταιρεία υπέβαλε στην Αρχή το υπ αρ. πρωτ. … έγγραφο ως απάντηση στην καταγγελία του ασφαλισμένου και την 27-06-2006 με επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα απέρριψε την αίτησή του για αύξηση της μηνιαίας παροχής.

Οι εξηγήσεις της ως προς την καταγγελία δεν κρίθηκαν επαρκείς, η υπόθεση εισήχθη στο Συμβούλιο όπου κλήθηκε και παρέστη και η καταγγελλομένη εταιρεία όπως αναφέρεται παραπάνω.
 Η καταγγελλόμενη εταιρεία συνομολογεί ότι ο αντισυμβαλλόμενός της ασφαλιζόμενος εκπλήρωσε τις υπόλοιπες απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση υποχρεώσεις του, όπως ιδίως να δηλώσει έγκαιρα την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, να συνεχίσει κανονικά ως όφειλε βάσει του ασφαλιστικού του συμβολαίου την καταβολή των ασφαλίστρων, να εξεταστεί από γιατρούς της εταιρείας προκειμένου να διαπιστωθεί η ανικανότητά του προς εργασία, να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις προκειμένου να αποκατασταθεί η ικανότητά του να εργάζεται, να προσκομίζει κάθε μήνα ιατρικές βεβαιώσεις ότι εξακολουθεί να είναι ανίκανος να εργαστεί.

Μετά από εξέταση όλων των παραπάνω στοιχείων και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 Το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2472/97 ορίζει τα εξής:
« 1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:
α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών.
β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας.
...».
 Το άρθρο 5 του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής:
« 1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.
 Κατ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν:
 α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο.
 β)...»
 Το άρθρο 19 παρ. 1 περ. ιγ του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής:
 « ...ιγ) (Η Αρχή) εξετάζει παράπονα σχετικά με την εφαρμογή του νόμου και την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων όταν αυτά θίγονται από την επεξεργασία δεδομένων που τους αφορούν και αιτήσεις με τις οποίες ζητείται ο έλεγχος και η εξακρίβωση της νομιμότητας των επεξεργασιών αυτών και ενημερώνει τους αιτούντες για τις σχετικές ενέργειές της...».
 Το άρθρο 7 του ν. 2496/1997 “Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις” ορίζει τα εξής:
 «1. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός οκτώ (8) ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δίνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα που σχετίζονται με τις περιστάσεις και τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου που του ζητάει ο ασφαλιστής...».

 Τα αιτούμενα οικονομικά στοιχεία, δηλαδή οι δηλώσεις φόρου εισοδήματος και τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας συνιστούν οικονομικά προσωπικά δεδομένα απλής μορφής που προβλέπονται από το 2 περ. α του ν. 2472/1997. Υποκείμενο των αιτούμενων δεδομένων είναι ο καταγγέλλων ασφαλιζόμενος Β. Π..
 Η συλλογή καθώς και η οποιαδήποτε περαιτέρω επεξεργασία των αιτουμένων προσωπικών δεδομένων μπορεί να γίνει είτε με τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων είτε εφόσον ισχύουν μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 5 όπως είναι η αναγκαιότητα της επιδιωκόμενης επεξεργασίας για την εκτέλεση σύμβασης (5 παρ. 2 περ. α πρώτο μέρος του ν. 2472/1997).
 Βάσει του άρθρου 19 περ. ιγ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 περ. α του ν. 2472/1997 η Αρχή κρίνει αν και κατά πόσο η αιτούμενη από την ασφαλιστική εταιρεία συλλογή των συγκεκριμένων οικονομικών προσωπικών δεδομένων είναι αναγκαία για την εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης που έχει συνάψει με τον καταγγέλλοντα.
 Σύμφωνα με το προσάρτημα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τίτλο “Ειδικοί όροι ασφάλειας απώλειας εισοδήματος-κωδικός παροχής: α.ε.” ο ασφαλιστής (εταιρεία) καλύπτει τον κίνδυνο απώλειας εισοδήματος του ασφαλισμένου λόγω προσωρινής ολικής ανικανότητάς του για εργασία που προκλήθηκε από ατύχημα.
 Στο άρθρο 1 (Ορισμοί) του προσαρτήματος ως ανικανότητα  του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ορίζεται  “η πλήρης αδυναμία του ασφαλισμένου να ασκήσει με κέρδος ή αμοιβή το επάγγελμα που έχει δηλώσει στον ασφαλιστή”. Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει η πλήρης προσωρινή ανικανότητα του καταγγέλλοντος Β. Π. να ασκήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα που έχει δηλώσει στον ασφαλιστή του, δηλαδή εκείνο του ελεύθερου επαγγελματία-ηλεκτρονικού (συστήματα συναγερμού), και για το οποίο έχει ασφαλιστεί από τον κίνδυνο απώλειας εισοδήματος.
 Επίσης, στο άρθρο 2 του ιδίου προσαρτήματος ορίζεται (αντικείμενο ασφάλισης), “όταν ο ασφαλισμένος εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος που καλύπτεται από το παρόν αναγκασθεί να παραμείνει κλινήρης χωρίς να προηγηθεί νοσηλεία, ο ασφαλιστής καταβάλλει μηνιαίο επίδομα, το ύψος του οποίου αναγράφεται στον πίνακα παροχών του ασφαλιστηρίου και για ανώτατο χρονικό διάστημα μέχρι είκοσι τέσσερις μήνες (24) κατά περίπτωση.” Επιπλέον στο άρθρο 3 ιδίου προσαρτήματος  ορίζεται ότι “ο ασφαλισμένος υποχρεούται να δίνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα που σχετίζονται με τις περιστάσεις και τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου που ζητάει ο ασφαλιστής. Υπαίτια και αδικαιολόγητη παράβαση από τον ασφαλισμένο των παραπάνω υποχρεώσεών του, παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να αρνηθεί την αποζημίωση”.
 Συμπερασματικά, ούτε από τους προαναφερόμενους όρους ούτε από άλλο όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αλλά ούτε και από την ειδική ασφαλιστική νομοθεσία του άρθρου  7 του ν. 2496/1997 προκύπτει ότι η προσκόμιση των ετήσιων φορολογικών δηλώσεων και των εκκαθαριστικών είναι αντικειμενικά ουσιώδες στοιχείο για την καταβολή της  προβλεπομένης από το συμβόλαιο ασφαλιστικής  αποζημίωσης. Από τη στιγμή που όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα αποδεικνύουν την προσωρινή ολική ανικανότητα του ασφαλισμένου να ασκήσει το επάγγελμα που έχει δηλώσει στον ασφαλιστή εταιρεία και με βάση το οποίο (επάγγελμα) καλύπτεται ο κίνδυνος απώλειας εισοδήματος του ασφαλισμένου, η συλλογή των αιτούμενων οικονομικών στοιχείων κρίνεται ως μη αναγκαία για την εκτέλεση της σύμβασης.
 Αντίθετα η συλλογή και η περαιτέρω επεξεργασία των αιτουμένων οικονομικών προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος θα ήταν παράνομη κατά το ν. 2472/1997 γιατί θα παρέβαινε τόσο την αρχή της νομιμότητας της συλλογής και την αρχή του σκοπού (άρθρο 4 παρ. 1 περ. α του ν. 2472/1997) όσο και την αρχή της  αναγκαιότητας της επεξεργασίας (άρθρο 4 παρ. 1 περ. β του ν. 2472/1997)  η οποία συνίσταται στην τήρηση της αναλογικότητας ως προς την επεξεργασία και την έκτασή της. Η αρχή της αναγκαιότητας έχει ως συνισταμένες τις τρεις συγγενικές αρχές της συνάφειας, της προσφορότητας και της εν στενή εννοία αναλογικότητας.   Η αρχή της αναγκαιότητας επιβάλλει τα δεδομένα που θα συλλεγούν και θα τύχουν επεξεργασίας να είναι αναγκαία για την  εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτούνται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας που στην προκειμένη υπόθεση που εξετάζει η Αρχή ταυτίζονται με τους σκοπούς της σύμβασης.
  Συμπληρωματικά, βάσει του προαναφερόμενου άρθρου 2 του παραρτήματος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου το ύψος  του μηνιαίου επιδόματος προκύπτει από τους ασφαλιστικούς πίνακες παροχών και συνδέεται με το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών. Σε κανέναν όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν καθορίζεται σύνδεση της ασφαλιστικής παροχής λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου από το δηλωθέν ή το πραγματικό εισόδημα του ασφαλισμένου που δεν προέρχεται από το καλυπτόμενο από τη σύμβαση επάγγελμα αλλά από άλλη πηγή.
 Μία σύνδεση  της καταβολής ή μη καθώς και της μείωσης ή μη της συμφωνηθείσας ασφαλιστικής παροχής με το εισόδημα του ασφαλισμένου θα  αντιστρατευόταν εξάλλου προς τη θεμελιώδη λογική της ιδιωτικής ασφάλισης όπου η ασφαλιστική παροχή είναι ανάλογη των ασφαλιστικών εισφορών και όχι ανάλογη των τεκμαιρόμενων αναγκών όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις κοινωνικής ασφαλίσεως.
 Επιπρόσθετα, όπως έχει ήδη αναφερθεί αναλυτικά στην τελευταία παράγραφο του ιστορικού, ο ασφαλιζόμενος έχει ήδη ως καλόπιστος αντισυμβαλλόμενος εκπληρώσει τις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση υποχρεώσεις του έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας. Επομένως δεν προκύπτει ζήτημα κακής πίστης του, πρόθεσης παραβίασης του συμβολαίου ή εξαπάτησης της ασφαλιστικής εταιρείας ή εν γένει αντισυναλλακτικής του συμπεριφοράς, θέματα που δεν είναι σε κάθε περίπτωση αρμόδια να κρίνει η Αρχή αλλά τα πολιτικά δικαστήρια.
 Παρέλκει η εξέταση του ερωτήματος αν και κατά πόσο είναι αναγκαία η συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων 2004 και 2005 και των αντίστοιχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων για την αύξηση του της μηνιαίας παροχής λόγω απώλειας εισοδήματος από ........σε .........ΕΥΡΩ  επειδή ο καταγγέλλων απέσυρε τη σχετική αίτηση πριν να εισαχθεί η υπόθεση για εξέταση στην Αρχή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 Η Αρχή κρίνει ότι κατά το νόμο 2472/1997 παρανόμως ζητήθηκαν
από τον ασφαλισμένο Β. Π. οι δηλώσεις φόρου εισοδήματος 2004 και 2005 μαζί με τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα και ότι η συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία τους δεν είναι αναγκαία για την εκτέλεση της ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης.




Τα σχόλια και οι απόψεις που δημοσιεύονται δεν υιοθετούνται από τον κόμβο και εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή.
Θα παρακαλούσαμε πολύ να διατηρήσετε τα σχόλια σας ευγενικά, πολιτισμένα και ουσιώδη. Αποφύγετε χαρακτηρισμούς απέναντι σε άλλους σχολιαστές και προσπαθήστε οι συζητήσεις να γίνονται σε ευπρεπή πλαίσια.

Σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο διαγράφονται αυτόματα χωρίς προειδοποίηση.




ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη από τους νόμους 2121/1993, 2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ. Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ : Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.
ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ: H αναδημοσίευση μόνο των ελεύθερων ειδήσεων του κόμβου και όχι αυτών που η πρόσβαση επιτρέπεται αποκλειστικά στους συνδρομητές του (ένδειξη: αρθρο μόνο για συνδρομητές) με ΡΗΤΗ αναφορά στην πηγή και στον σχετικό σύνδεσμο του άρθρου/είδησης (url).
Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο