Αποτελέσματα live αναζήτησης

Στα χρόνια της Επανάστασης (1821-1830): 17 «Μικρές Ιστορίες» για την Οικονομία, το Εμπόριο, τη Λογιστική και την Φορολογία

Στα χρόνια της Επανάστασης (1821-1830): 17 «Μικρές Ιστορίες» για την Οικονομία, το Εμπόριο, τη Λογιστική και την Φορολογία
  • Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης 50 λεπτά

Κωνσταντίνος Ιωαν. Νιφορόπουλος
Ορκωτός ελεγκτής λογιστής
Επιστημονικός Συνεργάτης Taxheaven


Περιεχόμενα
1) Η Φορολογία και τέσσερις τάξεις (Κλήρος, Προεστοί, Αστοί (πραματευτάδες, βιοτέχνες, καραβοκύρηδες, τεχνίτες κ.ά.) και Αγρότες)
2) Το «Σύστημα των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων Μεγαλεμπόρων» και η «Εμπορική Εγκυκλοπαίδεια»
3) «Εμπορικά αρχεία» - Κατάστιχα («Πρόχειρα ή καθημερινά» και «Μαέστρο ή Καθολικό»)
4) Τα Λογιστικά (Εμπορικά) Εγχειρίδια της εποχής
5) Η διδασκαλία των Εμπορικών Σπουδών (Λογιστικής) - Ο Αθανάσιος Ψαλίδας και οι 9 «Λογαριασμοί»
6) Τα πρώτα επαναστατικά επεισόδια: Ο Νικόλαος Σολιώτης και οι «Γυφτοχαρατζήδες» - Ο Νικολής Ταμπακόπουλος και το επεισόδιο στη «Χελωνοσπηλιά» («Δάνεια» και «Ομολογίες»)
7) Η «Επιμελητεία» / Διαχείριση στις πολεμικές επιχειρήσεις του ΄21 - Τα Έσοδα και τα Έξοδα της Επανάστασης – Η «Ψωροκώσταινα».
8) Το «Υπουργείο Οικονομικών» (1822 – 1932) - Φορολογικοί Νόμοι, «εγκύκλιοι διαταγές» και «Κατάστιχα».
9) Ο «εμπορικός κώδικας» της Γαλλίας υιοθετείται από τους Έλληνες (1822).
10) «Η κάσα (=ταμείο) της Εταιρείας του Γένους» και ο έμπορος Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος
11) «Χρηματολογία» και «Λαφυραγωγία» - «Φορολογική Συμμόρφωση»
12) Οι «Υποθετικοί Λογαριασμοί» [«Προϋπολογισμός»]
13) Η πρώτη (;) «Έκθεση Διαχειριστικού Ελέγχου Επιχείρησης» στο Νεοελληνικό Κράτος το 1828» (Η αναγκαιότητα της Λογιστικής ως μέσο «Διαχειριστικού Ελέγχου»).
14) Η πρώτη διατίμηση νομισμάτων
15) Η φορολογία στην εποχή του Καποδίστρια 1828-1831.
16) Οι «πρώτοι αναγνωρισμένοι» Λογιστές στο Νεοελληνικό Κράτος – Έτος 1828 Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα - Οι «βαθμίδες» των Λογιστών της Εποχής: «Οδηγός της Διπλογραφίας», «Καταστιχάρης», «Ο των Βοηθητικών Βιβλίων», και ο «Συνθέτης».
17) «Κατά της φορολογίας - Εξεγέρσεις και αντιδράσεις»

Εισαγωγή

Η «Ιστορία», αφενός εστιάζει συνήθως, το «φακό» της στα πολεμικά γεγονότα και στους ήρωες των μαχών και αφετέρου πάντα η «ομίχλη» και τα «στερεότυπα» σε εμποδίζουν να την δεις ξεκάθαρα.
Όμως, όπως σε όλες τις «οργανωμένες» Κοινωνίες, έτσι και στα χρόνια εκείνα, η «Λογιστική» (καταγραφή των δοσοληψιών) και η «Φορολογία», αποτελούν ένα κύριο χαρακτηριστικό τους.

Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής 1821-1830

«H κλιμακούμενη ένταση που παρατηρείται από τις αρχές Iανουαρίου 1821 κορυφώθηκε στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου. Tις ημέρες εκείνες κηρύχτηκε η επανάσταση στη Γορτυνία, τα Kαλάβρυτα, την Πάτρα, τη Mάνη, την Kαλαμάτα, τη Γαστούνη, τη Bοστίτσα (Aίγιο) και από εκεί ο επαναστατικός αναβρασμός μεταλαμπαδεύτηκε σ' όλες σχεδόν τις γωνιές της χερσονήσου του Mοριά. …. Από τα γεγονότα των πρώτων ημερών να ξεχωρίσουμε την κατάληψη της Καλαμάτας από τους Mανιάτες και την προκήρυξη που εξέδωσε εκεί στις 23 Μαρτίου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης......
Από το 1822 και μετά φάνηκε ότι η Επανάσταση επικρατούσε στην Πελοπόννησο, τη Δυτική και την Ανατολική Στερεά καθώς και στα νησιά του Αιγαίου…. Πολύ γρήγορα το μεγαλύτερο μέρος της τέθηκε υπό τον έλεγχο των επαναστατών, ιδίως μετά τις σημαντικές επιτυχίες ενάντια στο Δράμαλη το καλοκαίρι του 1822. Ο έλεγχος αυτός διατηρήθηκε έως το 1825, οπότε η αποβίβαση των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιμπραήμ προκάλεσε σημαντικούς κινδύνους για την επιβίωση της επανάστασης στο Μοριά.» (Πηγή: http://www.fhw.gr/chronos/12/gr/1821_1833/enarxi/06.html)
Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου [8 Οκτωβρίου του 1827] σήμανε την ελευθερία της Ελλάδας, παρά τη συνεχιζόμενη σφοδρή άρνηση του Σουλτάνου.…μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 που δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώνα στην Πέτρα της Βοιωτίας, το ελληνικό κράτος είχε σχηματισθεί με βόρεια σύνορα τη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού… (Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/319)
Στις 18 Ιανουαρίου 1828, δέκα μήνες μετά την απόφαση της Γ' Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έφτασε στο Ναύπλιο. Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε το Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η οριστική ανεξαρτησία του νέου ελληνικού κράτους παγιώθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1830, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (γνωστό και ως Πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας του Ελληνικού κράτους). Ήταν η πρώτη επίσημη, διεθνής διπλωματική πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, το οποίο θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.
(Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πρωτόκολλο_της_ανεξαρτησίας_του_ελληνικού_κράτους)
............................
Σήμερα, μέσα από δέκαεπτά «μικρές Ιστορίες», θα προσπαθήσουμε να δώσουμε το κλίμα της Εποχής εκείνης, μέσα από «άγνωστα», στο ευρύ κοινό πρόσωπα και «αμφιλεγόμενες καταστάσεις».

1) Η Φορολογία και τέσσερις τάξεις (Κλήρος, Προεστοί, Αστοί (πραματευτάδες, βιοτέχνες, καραβοκύρηδες, τεχνίτες κ.ά.) και Αγρότες)



Έλληνας έμπορος ενημερώνει τα κατάστιχά του. Έγχρωμη λιθογραφία του ζωγράφου Otto Magnus von Stackelberg (1787-1837), που δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Costumes & Usages des Peuples de la Grèce Moderne dessinés sur les lieux…, [περ. 1828]. (Πηγή: http://eng.travelogues.gr/item.php?view=32819)
..........................
«Στα χέρια των υπόδουλων Ελλήνων βρέθηκε ξαφνικά πολύ χρήμα – είναι χαρακτηριστική π.χ. η περίπτωση του ζάπλουτου Πελοποννήσιου τραπεζίτη και τοκογλύφου Νικολή Ταμπακόπουλου [Δείτε κατωτέρω σημείο (6)] από τη Βυτίνα που μέσα σε πέντε χρόνια, παραμονές του '21, ήταν σε θέση να δανείσει περί τα 2 εκατ. γρόσια, ποσό ασύλληπτο ακόμα και για τα τωρινά δεδομένα, αφού αρκούσε για να ναυλώσει δεκατρία καράβια! Μπορούσε, μάλιστα, να συντηρεί μέχρι εκατό πολεμιστές, έναν μικρό στρατό δηλαδή…………..
Υπήρχαν, πράγματι, κάποιες προνομιούχες κοινότητες, η μόρφωση ήταν ελεύθερη, οι εμπορικές δραστηριότητες, η πίστη επίσης. Οι Οθωμανοί κατακτητές απαιτούσαν πολύ συγκεκριμένα πράγματα: να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία με χρήμα. Τα άλλα δεν τους ένοιαζαν. Αναμφίβολα, όμως, ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς για τους υπόδουλους. Δικαιώματα δεν είχαν, η φορολογία ήταν βαριά, οι αυθαιρεσίες και οι βαρβαρότητες της εξουσίας ήταν συχνές. Η ελληνική ήταν ουσιαστικά μια ευρωπαϊκή επανάσταση, άλλαξε το status quo στην Ανατολική Μεσόγειο, την ως τότε πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας και το δόγμα περί ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας...»
[Βασίλης Κρεμμυδάς, «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 – Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες», εκδόσεις Gutenberg]
...........................
«Πάντως, όπως έχει σημειώσει ο Τάσος Βουρνάς, ναι μεν η φορολογία των αγροτών ήταν ελαφρότερη απ’ αυτή της βυζαντινής περιόδου, αλλά η επιβάρυνση ήταν αναλογικά μεγαλύτερη για τους χριστιανούς παρά για τους Τούρκους. Πέραν του ότι απέδιδαν στον γαιοκτήμονα (Έλληνα ή Οθωμανό) το 1/10 ή το 1/7 του ακαθάριστου προϊόντος (δούλευαν τις γαίες με δικά τους έξοδα), επιβαρυνόταν επιπλέον με πλήθος κοινοτικών και εκκλησιαστικών εισφορών, καθώς και από το χαράτσι (κεφαλικός φόρος) που τις παραμονές της Επανάστασης είχε φθάσει 4 δράμια περίπου ασήμι τον χρόνο. Όμως, εκτός από τον έγγειο φόρο, που καταβαλλόταν σε είδος, η Οθωμανική διοίκηση εξανάγκαζε τους καλλιεργητές να την προμηθεύουν με μια προκαθορισμένη ποσότητα σίτου για τον εφοδιασμό της Κωνσταντινουπόλεως. Η ζημιά που παρουσιαζόταν από αυτό το δικαίωμα της προαγοράς (συνήθως «μπιτ παρά») έπεφτε βαριά πάνω στους χωρικούς.
Η προστασία της Οθωμανικής κυβερνήσεως βαθμιαία δημιούργησε μια ελληνική αριστοκρατία διοικητικών οργάνων και φοροεισπρακτόρων. Η αριστοκρατία αυτή αποτελούνταν από τους Φαναριώτες στην Κωνσταντινούπολη και τους κοτζαμπάσηδες ή προεστούς στην Ελλάδα. …. Ο βοεβόδας ή ο μπέης αγόραζε τους φόρους μιας περιφέρειας, σαν κεντρικός φεουδάρχης. Ακολούθως υπενοικίαζε τις διάφορες κατηγορίες των προσόδων στους Έλληνες προεστούς, οι οποίοι συνήθως υπενοικίαζαν το μερίδιό τους σε μικρότερα τμήματα στους τοπικούς άρχοντες των κοινοτήτων της περιφέρειας. Με τον τρόπο αυτό οι δημόσιες πρόσοδοι της Ελλάδας συντηρούσαν τρεις διάφορες τάξεις φοροεισπρακτόρων σε βάρος βέβαια του λαού».
Οι Έλληνες διαιρούνταν σε τέσσερις τάξεις, τον κλήρο, τους προεστούς, τον αστικό πληθυσμό ή τους αστούς (πραματευτάδες, βιοτέχνες, καραβοκυραίους, τεχνίτες κ.ά.) και τον αγροτικό πληθυσμό… Η προστασία της Οθωμανικής κυβερνήσεως βαθμιαία δημιούργησε μια ελληνική αριστοκρατία διοικητικών οργάνων και φοροεισπρακτόρων. Η αριστοκρατία αυτή αποτελούνταν από τους Φαναριώτες στην Κωνσταντινούπολη και τους κοτζαμπάσηδες ή προεστούς στην Ελλάδα….
Ας μη διαφύγει της προσοχής, στο σκεπτικό που αναπτύσσουμε, ότι η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τρεις εμπόρους, τους Εμμανουήλ Ξάνθο, Νικόλαο Σκουφά και Αθανάσιο Τσακάλωφ. ….
Και ας προστεθεί, στην εξαγωγή των συμπερασμάτων, μία πολύ σημαντική σκέψη – στοιχείο που παραθέτει στο βιβλίο του ο Βασίλης Κρεμμυδάς: «ο υπόδουλος και παροικιακός αστικός ελληνισμός, ο όλος ελληνισμός, δεν σχηματίστηκε επειδή συναντήθηκαν από στεριανούς δρόμους, από θαλασσινούς δρόμους συναντήθηκαν: Λισαβόνα – Μασσαλία – Λιβόρνο – Τεργέστη – Ύδρα και Σπέτσες – Οδησσός – Ταγκανρόκ και αντίστροφα, αυτό είναι το δίκτυο διαμόρφωσης του όλου ελληνισμού…..
Υπήρχαν Σχολεία, στην επικράτεια του υπόδουλου Ελληνισμού απ’ όπου αποφοιτούσαν οι λεγόμενοι γραμματικοί (λογιστές κατά κάποιον τρόπο της εποχής) και που στη συνέχεια προσλαμβάνονταν στις εμπορικές δραστηριότητες των Ελλήνων (Ελλήνων Κοινότητες)...»
(«1821: Θα μάθουμε την αλήθεια;» Γράφει ο Στέλιος Παρασκευόπουλος https://www.eboulevard.gr/2017/03/23/1821-tha-mathoyme-tin-alitheia)

2) Το «Σύστημα των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων Μεγαλεμπόρων» και η «Εμπορική Εγκυκλοπαίδεια»


..........................

Το Σύστημα των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων (Ελληνορρωμαίων / Γραικορρωμαίων / Γραικών) Μεγαλεμπόρων ήταν η συντεχνία των Ελλήνων μεγαλεμπόρων που ασχολούνταν με το εξωτερικό εμπόριο.
Οι Έλληνες στο τέλος του 18ου αιώνα εκμεταλλεύτηκαν την υποχώρηση του γαλλικού εμπορίου και την πραγματικότητα των θαλάσσιων αποκλεισμών και μετέφεραν ευρωπαϊκά προϊόντα μέσω Βιέννης, χρησιμοποιώντας τον τίτλο του διερμηνέα κάποιας ξένης δύναμης, ώστε να καρπώνονται τα προνόμια στις εμπορικές τους δραστηριότητες. Το Σύστημα συγκροτήθηκε περίπου το 1795. Το 1806, στα χρόνια του σουλτάνου Σελίμ Γ΄, η Υψηλή Πύλη παραχώρησε και στους Έλληνες τα προνόμια που είχαν οι ξένοι. Έτσι εδραιώθηκε το Σύστημα με επικεφαλής δύο εκλεγμένους επιτρόπους, τους βεκίληδες ή δεπουτάτους, που την εκλογή τους επικύρωνε η οθωμανική διοίκηση. Οι δεπουτάτοι εισηγούνταν και η οθωμανική εξουσία έδινε τα προνόμια με βεράτια ισόβιας διάρκειας. Με τα προνόμια αυτά, των οποίων εισηγητής ήταν ο Δημήτριος Μουρούζης, ενισχύονταν οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας έναντι των ξένων. Οι βερατλήδες έμποροι μπορούσαν να έχουν και ένα φερμανλή (παραγγελιοδόχο) στη Σμύρνη και τη Θεσσαλονίκη, ενώ πλήρωναν τα εμπορεύματα σύμφωνα με τη διατίμηση που προέβλεπαν οι συνθήκες της Υψηλής Πύλης με κάθε χώρα. Κρίνονταν μόνο στο ανώτατο δικαστήριο (Αρτζ Οδασί) όταν η διαφορά υπερέβαινε τα 4.000 άσπρα και πλήρωναν 2% εισφορά στις κρίσεις, όπως και οι ξένοι. Υπάγονταν αποκλειστικά στο Βεγκλικτζή εφέντη (δεύτερο καγκελάριο του οθωμανικού κράτους), που ήταν και υπεύθυνος για τη διευθέτηση των διαφορών τους. Σε αυτόν πλήρωναν το χαράτσι.
Το νομοθετικό κενό για το εμπόριο που υπήρχε στους οθωμανικούς κώδικες έδινε τη δυνατότητα στους διαδίκους να επιλέγουν αυτοί τον κριτή που θα διευθετούσε τη διαφορά τους. Οι ξένοι συμφώνησαν με την Υψηλή Πύλη να κρίνονται οι υπήκοοί τους από τους διπλωματικούς αντιπροσώπους της χώρας τους, οι οποίοι διόριζαν τους κριτές στις διαφορές μεταξύ ξένων. Όταν υπήρχε διαφορά μεταξύ Οθωμανού υπηκόου και ξένου, η εκλογή των κριτών γινόταν με συμφωνία των διαδίκων. Τις εφέσεις τις συζητούσαν στο Αρτζ Οδασί και η διαδικασία γινόταν ενώπιον του ενδιαφερόμενου ξένου διπλωμάτη. Στις διαφορές μεταξύ Ελλήνων και ξένων το Σύστημα αναλάμβανε πρωτοβουλίες αντίστοιχες με εκείνες των ξένων διπλωματών για την υποστήριξη των συμφερόντων των μελών του. Οι αιρετοκρισίες δικάζονταν σύμφωνα με τα θεσπίσματα του οργανισμού του Συστήματος και του ευρωπαϊκού δικαίου, γι’ αυτό και η χρήση του γαλλικού εμπορικού κώδικα έγινε αναγκαία και μεταφράστηκε το 1817 από το Νικόλαο Παπαδόπουλο (1769-1820), θεωρητικό του Συστήματος. Όταν ήταν διερμηνέας ο Ιάκωβος Αργυρόπουλος (1812-1817), τα προνόμια των βερατλήδων της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης (στην οποία λειτούργησε το Σύστημα τουλάχιστον από το 1806, οπότε δημοσιεύτηκε το καταστατικό του) επεκτάθηκαν και στους Έλληνες στη Θεσσαλονίκη και στο Χαλέπι.
Η Εμπορική Εγκυκλοπαίδεια
Τα ευεργετικά προνόμια σε συνδυασμό με την ευνοϊκή συγκυρία έφεραν αύξηση των εργασιών και των κερδών των μελών του Συστήματος. Έκφραση της ακμής του Συστήματος είναι η μέριμνα για την παιδεία των μελών του με απόφαση του 1813, που οδήγησε στην ίδρυση της «Φιλολογικής Εφορίας» το 1817, η οποία μοιάζει πρόγονος «μορφωτικών ιδρυμάτων» των πιστωτικών κυρίως οργανισμών της εποχής μας. Η συγγραφή και η έκδοση της Εμπορικής Εγκυκλοπαίδειας: Ο Ερμής ο Κερδώος από το Νικόλαο Παπαδόπουλο (εκδόθηκαν 4 τόμοι την περίοδο 1815-1817), πολύτιμου και πολυδύναμου εγχειριδίου για την παιδεία αλλά και την άσκηση του επαγγέλματος του εμπόρου, ήταν το πρώτο εγχείρημα, για να ακολουθήσουν και άλλα έως την έκρηξη της Επανάστασης του 1821. Η ίδρυση στο πλαίσιο του Συστήματος της ασφαλιστικής εταιρείας «Κινδυνασφάλεια» (1819-1820) με οργανωτή το Νικόλαο Παπαδόπουλο αποδεικνύει και την εκσυγχρονιστική βούληση των συναδέλφων του Συστήματος.
(Πηγή: http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=11001)
..........................



Έτος 1816 - «Οργανόγραμμα» Λογιστηρίου: Γραμματικοί / Γραφείς [υποδιαίρεση σε: Καταστιχάριους (Λογιστές/Καταστιχογράφοι), Επιστολογράφους, Αντιγραφείς], Συνάκται [δηλαδή Ταμίες], Αποθηκάριοι και Λοιποί Υπηρέτες.
(Πηγή: «Ερμής ο Κερδώος», Βενετία 1816)

3) «Εμπορικά αρχεία» - Κατάστιχα («Πρόχειρα ή καθημερινά» και «Μαέστρο ή Καθολικό»)

«Οι δύο σίγουρες κατηγορίες υλικού που βρίσκουμε σ' ένα εμπορικό αρχειακό σώμα είναι η αλληλογραφία και τα κατάστιχα. Αυτά που δεν υπάρχουν πάντοτε, ή δεν υπάρχουν όλα, είναι οι ομολογίες, δηλαδή τα χρεωστικά έγγραφα, τα ναυλοσύμφωνα, τα επίσημα τελωνειακά έγγραφα, τα δικαιοπρακτικά έγγραφα, φορτωτικές κ.ά. …..
Διακρίνονται όμως σε δύο ποιοτήτων βιβλία [Εμπορικά Κατάστιχα], στα πρόχειρα ή καθημερινά και στο επίσημο βιβλίο, το λεγόμενο τότε Μαέστρο και μεταγενέστερα Καθολικό.. Στα κατάστιχα του ο έμπορος κατέγραφε την ποσότητα των αγαθών και των χρημάτων που είχε να λάβει ή να δώσει ή που έπρεπε να λάβει ή να δώσει…
Εκεί κατέγραφε μέχρι και το παραμικρό ποσό και την παραμικρή ποσότητα που έδινε ή που έπαιρνε από όλων των μορφών τις συναλλαγές. Από την αγορά και την πώληση εμπορευμάτων, από τη ναύλωση πλοίων είτε αυτός ναύλωνε ξένα είτε ναύλωνε τα δικά του σε άλλους, από ενοικίαση φόρων ή αγοραπωλησία ακινήτων, από δανεισμό δικό του ή προς άλλους, μέχρι καλλιεργητικά έξοδα για αγροτικά εισοδήματα, ακόμη και έξοδα ένδυσης, υπόδυσης, σίτησης και αγοράς οικιακών σκευών. Όλα αυτά είναι καταγραμμένα, μιλάω για τα πρόχειρα, φίρδην-μίγδην και όχι ανά κεφάλαιο δραστηριοτήτων. Σπανιότερα βρίσκουμε και κάποια τέτοια καταγραφή, με κάποια τάξη.
Όλα αυτά τα περί καταγραφικής αταξίας αναφέρονται στα πρόχειρα και τα καθημερινά και ποτέ στο Μαέστρο. Σ'αυτό η καταγραφή γίνεται με άλλο πνεύμα, είναι στον τύπο του δούναι-λαβείν, επομένως αποκλείεται αυτού του τύπου η αταξία….
Η φορολόγηση τους δεν γινόταν με βάση τις εργασίες που ήταν εγγεγραμμένες στα κατάστιχα τους. Και κάτι άλλο, ο έμπορος δεν χρησιμοποιούσε τα κατάστιχα του για ισολογιστικούς λόγους. Δεν έκανε ισολογισμούς. Εκανε προσθέσεις αλλά όχι ισολογισμούς. Η μόνη περίπτωση που γινόταν ισολογισμός είναι η περίπτωση ενός εμπορικού δικτύου.»
[Πηγή: Βασίλης Κρεμμύδας, Τα βιβλία των εμπορικών επιχειρήσεων]
...................
Τα «Λογιστικά Βιβλία» λεγόταν «Κατάστιχα», το «Ημερολόγιο» λεγόταν «Καθημερινό», το «Γενικό Καθολικό» λεγόταν «Μεγάλο Βιβλίο», το «Βιβλίο Ταμείου» λεγόταν «Βιβλίο Κάσσας», το «Βιβλίο Αποθήκης» λεγόταν «Μαγαζινάριον», η Χρέωση λεγόταν «Να δώση», η Πίστωση λεγόταν «Να λάβη», ο «Ισολογισμός» δεν ήταν αυτός που είναι σήμερα, αλλά όπως πάντα η «Λογιστική Καταγραφή» έτσι και τότε ήταν απαραίτητη..


4) Τα Λογιστικά (Εμπορικά) Εγχειρίδια της εποχής



«Η απογραφή των εμπορικών εγχειριδίων, των βιβλίων που τυπώθηκαν για να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά από τους Έλληνες εμπόρους, δείχνει ότι όλα κυκλοφόρησαν από το τέλος του 18ου αιώνα και ύστερα....
Ο Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης κατατάσσει τα βιβλία που τυπώθηκαν για τους εμπόρους ή και για τους εμπόρους στις εξής κατηγορίες:
α) Αριθμητική, λογαριαστική, άμπακος, εμπορική αριθμητική, β) Πίνακες ισοτιμιών, γ) Εμπορική Επιστολογραφία, δ) Καταστιχογραφία, ε) Εμπορική Νομοθεσία, στ) Γεωγραφία και ιστορία.» .
Η καταστιχογραφία (Το πρώτο βιβλίο Λογιστικής(καταστιχογραφίας), στην Ελληνική Γλώσσα) εκδόθηκε στην Τεργέστη το 1793 έχει τίτλο: «Εμπορική οδηγία ήτοι ακριβής και σαφεστάτη διδασκαλία να κράτη τινάς τα κατάστιχα εις παρτίδαις διπλαίς. Κοινώς τήν σκριτούρα ντόπια. Και να κάμνη με εύκολίαν κάθε μπιλάντζιο, κατά τήν μέθοδον των Ολλανδέζων». Στο εξώφυλλο Έχουν τυπωθεί οι στίχοι: «Αμαθής έμπορος πλουτών ανόρθωτα ολισθαίνει, / Η πείρα δε, και η προκοπή άσυλος πλούτος μένει». ….. Το βιβλίο με τη δοκιμασμένη, από τη διδασκαλία των Γραμματικών, μέθοδο των ερωταποκρίσεων, δίνει τους ορισμούς των καταστίχων, που πρέπει να κρατά ένας έμπορος, με παραδείγματα και αξιοποιώντας το μεγάλο σχήμα του βιβλίου καταστρώνει τα παραδείγματα έτσι, που οι σελίδες του να θυμίζουν πραγματικό εμπορικό κατάστιχο…..
[«Ο συγγραφέας υπογράφει με τα αρχικά Ι.Τ. Υποθέτω ότι πρόκειται για τον μεγαλέμπορο Ιωάννη Ταμπίσκο, που ήταν διευθυντής και υπεύθυνος της αλληλογραφίας της εταιρείας «Ανδρουλάκης – Ταμπίσκος και Pontini», στην Τεργέστη αυτά τα χρόνια».]

5) Η διδασκαλία των Εμπορικών Σπουδών (Λογιστικής) - Ο Αθανάσιος Ψαλίδας και οι 9 «Λογαριασμοί»



Ο Αθανάσιος Ψαλίδας γεννήθηκε το 1767 στα Ιωάννινα και τελείωσε τη Μπαλάνιο Σχολή. Το 1785 μετέβη στη Νίσνα της Ρωσίας στον αδερφό του Μιχαήλ για να ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου. … Μετά το κλείσιμο της Μαρούτσειας Σχολής ο Ψαλίδας ίδρυσε το 1797 την Καπλάνειο Σχολή χάρη στην πλούσια χορηγία του ομογενή στη Ρωσία Ζώη ή Πικροζώη Καπλάνη. … Παρέμεινε στα Ιωάννινα μέχρι τον Ιούλιο του 1822, όταν κι εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα.
Ο Αθανάσιος Ψαλίδας το 1815 αναγράφει ανάμεσα στα διδασκόμενα εγκύκλια μαθήματα της Καπλανείου Σχολής στα Γιάννενα: «αρχή και πρόοδος του εμπορίου και άπαν το εμπορικόν σύστημα». Υπάρχουν χειρόγραφα τα απλά μαθήματα του Ψαλίδα με τίτλο «Θεωρίαι γενικαί του εμπορίου» διαρθρωμένα σε 39 παραγράφους και συμπληρωμένα με παραδείγματα εγγραφών στα βιβλία και συμπλήρωσης διαφόρων εγγράφων…..»
«Κατά τον Ψαλίδα, όλες οι εμπορικές πράξεις πρέπει να αναφέρονται μέσα από τις εξής μερίδες (πρωτοβάθμιοι λογαριασμοί) του γενικού καθολικού:
(1) Του κεφαλαίου /(2) Της χρηματοθήκης /(3) Των συναλλαγματικών /(4) Των ομολογιών /(5) Των κοινών εξόδων /(6) Των ΄΄ωνίων΄΄/ (7) Του τόκου / (8) Των κερδών και ζημιών και (9) Της ζυγοσταθμίας (μπιλάντζου).»
(Πηγή: «Ο εκσυγχρονισμός του έλληνα πραγματευτή σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Ένα μαθηματάριο εμπορίου του Αθανασίου Ψαλίδα», εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1990)

6) Τα πρώτα επαναστατικά επεισόδια: Ο Νικόλαος Σολιώτης και οι «Γυφτοχαρατζήδες» - Ο Νικολής Ταμπακόπουλος και το επεισόδιο στη «Χελωνοσπηλιά» («Δάνεια» και «Ομολογίες»)


(Νικόλαος Χριστοδούλου ή Σολιώτης)
............................
Ο Νικόλαος Σολιώτης δεν παρέβη την υπόσχεση που είχε δώσει στον Παπαφλέσσα (*) και -όπως αναφέρει κι ο ίδιος στα απομνημονεύματά του στις 14 Μαρτίου του 1821, στην θέση "Πόρτες", κοντά στο χωριό Αγρίδι των Καλαβρύτων, φόνευσε τρεις Τούρκους φοροεισπράκτορες, τους επονομαζόμενους «Τσιπογλαίους» [γνωστοί Οθωμανοί Τριπολιτσιώτες φοροεισπράκτορες] ή γυφτοχαρατσήδες [(εισπράκτορες του χαρατσιού)] , που έρχονταν από την Τριπολιτσά. Επίσης χτύπησε επίσης πριν τις 20 Μαρτίου του 1821 περισσότερους από 60 Τουρκαλβανούς κοντά στα χάνια της Βερσοβάς και εξακολούθησε να συναθροίζει και άλλους επαναστάτες, έχοντας και επαναστατική σημαία.
(Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82)
(*) [Τον είχε συναντήσει στα Καλάβρυτα ο απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της σύσκεψης της Βοστίτσας Παπαφλέσσας [Βασικό θέμα της συνέλευση ήταν ο καθορισμός του χρόνου της έναρξης της επανάστασης. Αρχικά προσδιορίστηκε, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν κι έπαιρναν ευνοϊκή απάντηση από τη Ρωσία, η 25η Μαρτίου, αλλιώς η 23 Απριλίου ή η 21 Μαΐου. Επίσης, σε περίπτωση που οι Οθωμανοί τους καλούσαν στην Τριπολιτσά θα κήρυσσαν την επανάσταση πρώτοι. Κατά τη συνεδρίαση υπήρξαν πολλές διαφωνίες για την έναρξη της εξέγερσης. Μεταξύ αυτών που ζητούσαν αναβολή ήταν και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.]
...............................


«Ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς ανακάλυψε ένα κατάστιχο κάποιου προύχοντα της Αρκαδίας ονόματι Νίκος Ταμπακόπουλος, στο οποίο καταγραφόταν αναλυτικά το δούναι και λαβείν από το 1816-1820. ..... Το βιογραφικό του Ν. Ταμπακόπουλο είναι ελλιπές. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε στη Βυτίνα και ανήκε στους πλούσιους της εποχής. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και είχε συμμετάσχει στις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων επικεφαλής ομάδας πολεμιστών. Σκοτώθηκε στη μάχη των Τρικόρφων εναντίον των στρατευμάτων του Ιμπραήμ, το 1825.....
Ο Βασίλης Κρεμμυδάς αναλύει το κατάστιχο και βρίσκει ότι στην πενταετία 1816-1820 διακινήθηκε ένα πολύ μεγάλο ποσό που έφτανε τα 1.877.708 γρόσια, ποσό που ισοδυναμεί με την κατασκευή 12 καραβιών ή το 50% της εξαγωγής σιταριού της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με το κατάστιχο ο Ταμπακόπουλος ήταν κανονικός τραπεζίτης αφού δάνειζε με τόκο και μάλιστα πολύ υψηλό που άγγιζε κάποιες φορές και το 30%. Παράλληλα ασχολείτο και με μετατροπές νομισμάτων, μικροπενδύσεις σε φορτία καραβιών ενώ δεν αποκλείεται να είχε στην κατοχή του και μεγάλα κτήματα. Η βασική του ασχολία παρέμεινε τραπεζίτης. Η περίπτωσή του, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, δείχνει ότι στη στεριανή Πελοπόννησο υπήρχε στα χέρια αρκετών υπόδουλων Ελλήνων μεγάλος εμπορικός και κτηματικός πλούτος. Τραπεζικός όμως πλούτος καταγράφεται μόνον στην επιχείρηση του Ταμπακόπουλου. Ο Βασίλης Κρεμμυδάς μελετώντας το κατάστιχο συμπεραίνει ότι η είσοδος στην Επανάσταση του 1821 έγινε σε καθεστώς οικονομικής και πιθανότητα κοινωνικής κρίσης. Μια πτυχή της Επανάστασης που ελάχιστα έχει μελετηθεί και φωτίζει αυτή η μικρή μελέτη του Β. Κρεμμυδά. «Εταιρεία Τοκογλυφίας Ν. Ταμπακόπουλος & ΣΙΑ 1816 – 1820», εκδ. Gutenberg, 2013»
(Πηγή: Γιάννης Ν. Μπασκόζος. https://www.oanagnostis.gr/%CE82/)
......................................
Σημειώνεται ότι αρκετές πηγές αναφέρουν ότι: Οι οικονομικές προσφορές του Ν. Ταμπακόπουλου είχαν αρχίσει τα τέσσερα τελευταία χρόνια πριν από την έναρξη της επανάστασης όπου διέθεσε 40.000 περίπου τάλιρα για εξαγορά Τούρκων και αγορά οπλισμού, καθώς και άλλα 50.000 τάλιρα για την ενίσχυση της Φιλικής Εταιρείας.
(Πηγή: https://www.hellenicaworld.com/Greece/Person/gr/NikolaosTampakopoulos.html)
............................
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός, ότι ένα από τα πρώτα επαναστατικά ντουφέκια, που έπεσαν στον Μοριά και συγκεκριμένα στις 17 Μαρτίου 1821, ήσαν αυτά που έδωσαν το εναρκτήριο λάκτισμα, στην στρατηγική θέση Χελωνοσπηλιά και αναντίρρητα ανήκουν στον πρωτοκλέφτη και ατρόμητο πολεμιστή Γιάννη Χονδρογιάννη, από το χωριό Μάζι Καλαβρύτων......
Ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος, επιφανής ανά τον Μοριά σαράφης (τραπεζίτης, τοκογλύφος) από την Βυτίνα, δάνειζε με υπέρογκα ποσά τους Τούρκους αξιωματούχους και τους προκρίτους της επαρχίας Καλαβρύτων, Ασημάκη Ζαΐμη και Ασημάκη Φωτήλα. Στα μέσα του Μάρτη του 1821, ο Ταμπακόπουλος, αφού είχαν υποπέσει στην αντίληψή του σοβαρές πληροφορίες περί της επικείμενης επανάστασης, αποφάσισε να μεταβεί έγκαιρα στην επαρχία των Καλαβρύτων, με σκοπό να μαζέψει όσα περισσότερα χρήματα και ομολογίες από τους δανειολήπτες του. Μαζί του πήγε και ο Λαλιώτης Τουρκαλβανός Σεϊδής Χαμουτσά, που είχε ενοικιάσει τον ποιμενικό φόρο, της επαρχίας Καλαβρύτων για εκείνη την χρονιά.
Οι δε Ζαΐμης και Φωτήλας, με τα χρήματα που δανείζονταν από τον Ταμπακόπουλο, εκμεταλλευόμενοι πάντοτε τους πτωχούς κατοίκους της επαρχίας των, πραγματοποιούσαν εις βάρος των αδυσώπητη τοκογλυφία, δηλαδή τους δάνειζαν με υπερδιπλάσιο τόκο, από ότι δανείζονταν από τον Ταμπακόπουλο. Οι κάτοικοι, μη έχοντας άλλη οικονομική διέξοδο, υπέγραφαν τις εκάστοτε ομολογίες, παρέχοντας πάντοτε σαν αντίκρισμα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία και τοιουτοτρόπως για μια ζωή ήσαν έρμαια στα χέρια των κοτζαμπάσηδων.
Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, στο βιβλίο του «Απομνημονεύματα των αρχών της επαναστάσεως μέχρι το έτος 1833», γράφει σχετικά με το επεισόδιο της Χελωνοσπηλιάς: «Ο μεν Ταμπακόπουλος μετά της συνοδείας του ανεχώρησεν εκ Καλαβρύτων την 16 Μαρτίου φέρων μεθ’ αυτού τα εισπραχθέντα χρήματα και τα ομόλογα, ο δε Ζαΐμης, είχεν ετοιμάσει, ως λέγεται, τον Ιωάννην Χονδρογιάννην, μεθ’ ικανών οπλοφόρων και τον απέστειλε να ενεδρεύση καθ’ οδόν και τω αφαιρέση τα ομόλογα, φονεύση δε και τους Τούρκους».
(Αθαν. Θ. Φωτόπουλος «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου»)
(Πηγή: https://www.antroni.gr/istoria/istorika-themata/684-2011-12-20-22-33-31)
......................
Η 25η Μαρτίου ορίστηκε ως ημέρα εθνικού πανηγυρισμού με το
διάταγμα που εξέδωσε ο βασιλιάς Όθων την 15/27η Μαρτίου 1838:
«Ἐπί τῇ προτάσει τῆς Ἡμετέρας ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Γραμματείας, θεωρήσαντες ὅτι ἡ ἡμέρα τῆς 25ης Μαρτίου λαμπρά καθ’ ἑαυτήν προς πάντα Ἕλληνα διά τήν ἐν ἑαυτῇ τελουμένην ἑορτήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, εἶναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά τήν κατ’ αὐτήν τήν ἡμέραν ἔναρξιν τοῦ ὑπέρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, καθιεροῦμεν την ἡμέραν ταύτην εἰς τό διηνεκές ὡς ἡμέραν ἐθνικῆς ἑορτῆς, καί διατάττομεν τήν διαληφθεῖσαν ἡμετέραν
Γραμματείαν νά δημοσιεύσῃ καί ἐνεργήσῃ τό παρόν διάταγμα.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαρτίου 1838».


7) Η «Επιμελητεία» / Διαχείριση στις πολεμικές επιχειρήσεις του ΄21 - Τα Έσοδα και τα Έξοδα της Επανάστασης – Η «Ψωροκώσταινα».

«Η οργάνωση και ο συντονισμός των πολεμικών επιχειρήσεων επέβαλαν από τις απαρχές της Επανάστασης την ανάγκη συγκρότησης επιμελητείας, ώστε να εξασφαλίζονται όπλα, πολεμοφόδια, τρόφιμα και μισθοί για τους ενόπλους. Αρχικά οι ανάγκες αυτές καλύπτονταν σε επαρχιακό επίπεδο, σύντομα όμως κινήθηκαν οι διαδικασίες για την οργάνωση των οικονομικών της κεντρικής Διοίκησης μέσα από τυπικές λειτουργίες (προϋπολογισμός εσόδων-εξόδων, λογιστικό σύστημα, μηχανισμοί εισπράξεων και διαχείρησης των πόρων κτλ.). Η αρχή έγινε στην Α' Εθνοσυνέλευση (1822), ωστόσο ο κεντρικός έλεγχος των οικονομικών πόρων και η διαχείρισή τους με ορθολογικό τρόπο δε φαίνεται να συμβαίνει παρά μόνο κατά την καποδιστριακή περίοδο (1828-31)».
(Πηγή: http://www.ime.gr/chronos/12/gr/1821_1833/politiki/14.html)
Έξοδα
«Η Επανάσταση ήταν πόλεμος , όπως κάθε επανάσταση. Και ο πόλεμος έχει κόστος, υψηλό κιόλας. Τίθεται επομένως ένα ερώτημα: Που βρέθηκαν τόσα χρήματα για να καλύψουν τις ανάγκες του Αγώνα των Ελλήνων; Ο Σπυρίδων Τρικούπης μας το είχε πει από τη δεκαετία του 1850: Ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας έγινε με ιδιωτικά κεφάλαια…..Ως προς τα κεφάλαια, είναι προφανές ότι η Επανάσταση λειτούργησε ως επιχείρηση στην οποία οι κεφαλαιούχοι τα επένδυσαν με το ρίσκο να τα χάσουν, όπως κάθε επένδυση είχε και αυτή ρίσκο.
Πρέπει όμως να ξέρουμε πως γινόταν, πως λειτούργησε η επιχείρηση Αγώνας για την Ανεξαρτησία: Οι αγωνιστές αμείβονταν για τον χρόνο που ήταν απασχολημένοι στη μάχη, αμείβονταν και για το άλογο τους, αμείβονταν από κάποιον κεφαλαιούχο, ο οποίος κατέθεσε την Κεντρική Διοίκηση της Επανάστασης κατάλογο με τα έξοδα που είχαν κάνει προκειμένου να αποζημιωθούν από το «αυριανό» κράτος …
Όσοι διέθεταν τα οικονομικά μέσα μπορούσαν να διατηρούν «στρατόπεδο», να διαθέτουν δηλαδή δέκα, είκοσι, πενήντα, εκατό ετοιμοπόλεμους ατάκτους που θα ακολουθούσαν στις μάχες εγκαταλείποντας οικογένεια και ασχολίες. Αυτοί, όσο καιρό ήταν απασχολημένοι στην πολιορκία ή στη μάχη, θα πληρώνονταν από τον οπλαρχηγό τους. Θα ελάμβαναν ημερομίσθιο (το «σιτηρέσιον») , αποζημίωση για τα πυρομαχικά τους και για το άλογο τους (ελάμβανε και το άλογο ημερομίσθιο). Οι τιμές των αμοιβών ήταν ορισμένες, δεν έδινε κάθε οπλαρχηγός όσα ήθελε….
Το μικρό ελληνικό κράτος που γεννήθηκε από την Επανάσταση ήταν σε θέση να αποπληρώσει όλα αυτά τα χρέη; Ασφαλώς, ναι . Ήταν σε θέση, επειδή έγινε ιδιοκτήτης ενός τεράστιου πλούτου που πριν ήταν οθωμανικός.»
Έσοδα
«α) Φορολογία: ο πρώτος φορολογικός νόμος που εκδόθηκε στις 26 Απριλίου 1822 διατηρεί το φόρο της δεκάτης (1/10 επί του παραγόμενου προϊόντος) και τα 3/10 για τους καλλιεργητές των τουρκικών κτημάτων που είχαν περιέλθει στην κατοχή της διοικήσεως των Ελλήνων. Παράλληλα έγινε προσπάθεια για τη συγκέντρωση των τελωνειακών φόρων. Τα έσοδα αυτά, τα οποία προέρχονταν από την Πελοπόννησο κατά πρώτο λόγο και δευτερευόντως από τα νησιά του Αιγαίου, αποτέλεσαν τη βασικότερη πηγή για τη χρηματοδότηση της επανάστασης, ιδίως μέχρι το 1824, ενώ η ισχνή οικονομική υποδομή της Στερεάς Ελλάδας δεν της επέτρεπε οικονομική ενίσχυση του αγώνα. Ο πόλεμος δεν ευνοούσε ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και του εμπορίου.
Ο πρώτος γενικός φορολογικός νόμος υπ’ αριθ. 10 του Κώδικος των Νόμων, της 26ης Απριλίου 1822, «περί επιβολής της δεκάτης (ή περί αποδεκατώσεως των καρπών)» της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος διέστειλε τα κτήματα σε ιδιόκτητα, εθνικά, ορυζώνες, εθνικούς ελαιώνες, με διαφοροποιήσεις στα ποσοστά της αποδεκατώσεώς τους [ποσοστών επί των παραγόμενων καρπών], κυμαινόμενων από το απλό «δέκατο των καρπών, γεννημάτων και όλων εν γένει των προϊόντων» για τα ιδιόκτητα μέχρι το τριτοδέκατο για τα εθνικά κτήματα, ενώ ο υπ’ αριθ. 39 νόμος του Κώδικος των Νόμων, της 28ης Φεβρουαρίου 1825, «περί φορολογίας επί των συκών και συκαμίνων», που εισήγαγε διαφορετικό καθεστώς αναφορικά με την ιδιοκτησία των δένδρων, ως μορφής χωριστής κυριότητάς τους, ασχέτως αν το έδαφος δεν ανήκε στον ιδιοκτήτη του δένδρου, διέκρινε τα εν λόγω δένδρα σε τρεις φορολογικές κατηγορίες: ως ιδιόκτητα φυτευμένα σε γη ιδιόκτητη, με υποχρέωση την καταβολή στο Εθνικό Ταμείο της δεκάτης, ιδιόκτητα φυτευμένα σε γη εθνική, με υποχρέωση δύο δέκατα, εθνικά φυτευμένα σε γη εθνική, με υποχρέωση πέντε δέκατα (:δηλαδή το μισό της παραγωγής), …………….
Ομοίως, για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω κωδικοποιημένων φορολογικών ρυθμίσεων και για την ενδεχόμενη άρση των οποιωνδήποτε διαφωνιών των μισθωτών αναφορικά με τα προϋπολογισθέντα «αποτιμήματα» των δημόσιων προσόδων με τους τοπικούς δημογέροντες, εξαιτίας του καθεστώτος της φορολογίας επί Τουρκοκρατίας που ήταν διαφορετικό σε σχέση με τους νέους φορολογικούς νόμους της Επαναστάσεως του 1821, οι οποίοι επέτασσαν μια κατά το δυνατό ισόρροπη φορολογική ισότητα, έναντι των προϊσχυσάντων ιδιόρρυθμων οθωμανικών δημοσιονομικών «προνομίων», τα οποία συνήθως λειτουργούσαν κατά την τότε αυθαίρετη βούληση των τοπικών τιμαριούχων, προβλέφτηκε επίσης, ρητά, από την πιο πάνω Διάταξη ότι «καταργούνται α) η αποκοπή (τουρκιστί μαχτού, κεσίμι), β) οι μιζράδες, καλέμια και σπαθιά», τα οποία συνέθεταν ένα ιδιαιτέρως βαρύτατο καθεστώς επαχθών φορολογικών υποχρεώσεων, ενδεικτικά αναφερόμενων, η είσπραξη των οποίων επέτρεπε τις συνήθεις άμεσες ή έμμεσες οθωμανικές καταχρήσεις….»
β) Η «Λαφυραγωγία»: «Η κύρια πηγή εσόδων κατά τους πρώτους μήνες της Επανάστασης ήταν τα λάφυρα των εκπορθούμενων φρουρίων, καθώς και λείες που προέκυπταν από μάχες και ναυτικές εμπλοκές με τους Τούρκους. Τα λάφυρα και οι λείες, είχε αποφασισθεί να διαμοιράζονται σύμφωνα με το εθιμικό αξίωμα, έτσι ώστε να ικανοποιούνται όλες οι πλευρές, το 1/3 στο Δημόσιο Ταμείο, το 1/3 στους μαχόμενους πολιορκητές και το 1/3 στα πλοία που βοηθούσαν στην πολιορκία . Τα λάφυρα και οι λείες όμως υπήρξαν υπολογίσιμη πηγή του Αγώνα μόνον κατά το πρώτο καιρό, αφού αργότερα άρχισαν να παρουσιάζονται φαινόμενα αρπαγής και κατάχρησης των λαφύρων, ιδιαίτερα με την έναρξη των εμφυλίων συγκρούσεων.»
γ) Εσωτερικά δάνεια: κατά τα πρώτα έτη του πολέμου οι κυβερνήσεις κατέφυγαν σε εσωτερικό δανεισμό, αλλά τέτοιες προσπάθειες ήταν δύσκολο να τελεσφορήσουν σε περίοδο πολέμου που η κατάσταση ήταν αβέβαιη και ρευστή. Το πρώτο ομολογιακό δάνειο ψηφίστηκε το 1822 πέντε εκατομμύρια γρόσια και εξόφληση σε τρία χρόνια με τόκο 8%. Το 1825 έγινε προσπάθεια για νέο εσωτερικό δάνειο 100.000 τάληρα, αλλά η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε. Με νόμο του 1822 αποφασίστηκε η εκποίηση ιερών σκευών των μοναστηρίων και των εκκλησιών, γιατί η απελευθέρωση του γένους εθεωρείτο ιερός σκοπός.
δ) Εισφορές και έρανοι από το εξωτερικό: Ο ελληνικός αγώνας συγκίνησε τους λαούς της Ευρώπης. Ενεργότερη συμπαράσταση προς τους επαναστατημένους Έλληνες εκδηλώθηκε ύστερα από τα θρυλικά πολεμικά κατορθώματα του δεύτερου έτους. Σε διάφορες πόλεις της Δ. Ευρώπης συγκροτήθηκαν Επιτροπές για τη συγκέντρωση χρημάτων και την αγορά εφοδίων για το μαχόμενο ελληνισμό.
ε) Σύναψη δανείων: Η οικονομική καχεξία του αγώνα, η δυσαναλογία εσόδων - εξόδων οδηγούσε στην ωρίμανση της ιδέας για αναζήτηση οικονομικής ενίσχυσης από τη δύση με τη μορφή σύναψης δανείου. Οι επιτυχίες της επανάστασης, η φιλελληνική κίνηση που είχε αναπτυχθεί στη δύση και η διαφαινόμενη μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής υπέρ των Ελλήνων δημιουργούσε θετικό κλίμα για την επίτευξη της προσπάθειας. Από το 1824 και μετά η σημαντικότερη εξέλιξη στα οικονομικά θέματα υπήρξε η σύναψη δύο εξωτερικών δανείων από χρηματοπιστωτικούς κύκλους της Αγγλίας. Οι όροι της αποπληρωμής τους ήταν εξαιρετικά αρνητικοί, ενώ παράλληλα υποθηκεύτηκαν τα Εθνικά Κτήματα, οι πρώην οθωμανικές ιδιοκτησίες που πέρασαν στα χέρια των επαναστατών ……
στ) Έρανοι στην Ελλάδα – Η «Ψωροκώσταινα»
«… Μετά την πτώση του Μεσολογγίου τον Ιούνιο του 1826 στο Ναύπλιο ο Γ. Γεννάδιος, δάσκαλος στο επάγγελμα, μίλησε με λόγια συγκινητικά για την ανάγκη του αγώνα και πρώτος προσέφερε τις μικρές του οικονομίες. Τότε προσήλθε και προσέφερε τον οβολό της επευφημούμενη από το πλήθος μια γνωστή ζητιάνα από τις Κυδωνίες, η παροιμιακή Ψωροκώσταινα. …».
Αγγελική Σταματούρου «ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 1821-1930», https://www.slideshare.net/angelastam/ss-35666220)
...............................
Σήμερα, το παρατσούκλι της χρησιμοποιείται απαξιωτικά, για να αποδώσει την κακομοιριά και την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας. Η ίδια όμως, υπήρξε μια ηρωική και αξιέπαινη Ελληνίδα.
Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας (Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13) είναι η εξής: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι», είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στην πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη την Κυριακή του 1826.
(Πηγή: https://www.iefimerida.gr/news/1 %CF%8C)
....................................



Η ζωγραφική απεικόνιση της Ψωροκώσταινας είναι έργο του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου (Πηγή: https://argolika.gr/2022/12/20/21849/)
..................
Επίσης δείτε αναλυτικά στοιχεία εσόδων ανά χωριό της Ελλάδας στην ιστοσελίδα:
Τα οικονομικά του Αγώνα – Φορολογία και Κράτος (https://www.finances1821.eu/)



8) Το «Υπουργείο Οικονομικών» (1822 – 1932) - Φορολογικοί Νόμοι, «εγκύκλιοι διαταγές» και «Κατάστιχα».

Το «Υπουργείο Οικονομικών» (1822 – 1932)



...............................................

..........................
«Φυσικά, δεν φτιάχνουν οι λογιστικές τεχνικές το κράτος. Είναι, όμως, σημαντικό ότι οι πρώτοι κρατικοί θεσμοί το Εικοσιένα αξιοποιούν πιο περίτεχνες τεχνικές διείσδυσης και ελέγχου των διαδικασιών άντλησης και ανακατανομής των πόρων, καθιστώντας τουλάχιστον ένα μέρος τους (εκείνο που κατορθώνουν να ελέγξουν) ροή/μέγεθος σε ένα δημόσιο οικονομικό κύκλωμα που κωδικοποιείται χάρη σε αυτές τις τεχνικές, όπως θα δούμε εκτενέστερα αλλού.
Γνωρίζουμε ότι τις παραμονές της Επανάστασης πάνω από το 60% των μελών της Φιλικής Εταιρείας ήταν έμποροι, διανοούμενοι, γραμματικοί, και ορισμένοι είχαν θητεύσει πλάι σε Φαναριώτες και προκρίτους. Θυμίζουμε επίσης τα διοικητικά υπουργήματα της Εθνικής Κάσσας της Φιλικής Εταιρείας: κασσιέροι και άλλοι «γραμματικοί των κατάστιχων, οι της αλληλογραφίας και οι πράκται». Αυτή η τάξη επαγγελματιών -οι «ειδήμονες των εμπορικών κατάστιχων», όπως τους ονόμαζαν οι ίδιοι οι άνθρωποι του εμπορίου προεπαναστατικά- τροφοδότησε τον διοικητικό μηχανισμό των Διοικήσεων το Εικοσιένα. ………..» (1- σελ. 124)
«…Ωστόσο, όσο αυξανόταν ο όγκος των εργασιών, ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων εξειδικευόταν και το έργο άρχιζε να τυποποιείται (βλ. Πίνακα 2-7). Φαίνεται, δηλαδή, ότι άρχισε να διαμορφώνεται ένα σύστημα με διατεταγμένα καθήκοντα, σαφώς επικεντρωμένο σε εργασίες πρακτικού περιεχομένου (πρωτόκολλα, υπηρεσιακή αλληλογραφία, σύνταξη κατάστιχων κ.ά.) και με ποικίλα επίπεδα μορφωτικών απαιτήσεων…..» (1- σελ. 126)
«.. Δεν ήταν τυχαίο έτσι ότι την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1824 το Εκτελεστικό συζητούσε «προς ευτάκτησιν των υπουργείων (...) να ευρεθώσιν υποκείμενα πεπαιδευμένα και τίμια διά την διατήρησιν αυτών». …..» (1- σελ. 126)
«.. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες χρειάστηκε να φτιάξουν κρατικούς μηχανισμούς και την ίδια στιγμή να λειτουργήσουν, να πολεμήσουν, να διοικήσουν, να διαχειριστούν πόρους, να νομοθετήσουν. Είναι, συνεπώς, εύλογο ότι οι υφιστάμενες κοινωνικές δικτυώσεις, όπως μεταβάλλονταν φυσικά, παρείχαν το πρώτο υλικό για να φτιαχτεί το κράτος. Το διάχυτο δυναμικό που, ως επί το πλείστον, υπηρέτησε μέσα από τη Φιλική Εταιρεία το πρόγραμμα της πολιτικής ανεξαρτησίας οργάνωσε σε σύστημα αυτό τον στόχο και στελέχωσε αυτό το σύστημα. Και αυτό το δυναμικό, άλλοι με ευρύτερες ανησυχίες και άλλοι με εμπειρίες από την εμπορική και κοινοτική διαχείριση, ξεπέρασε κατά πολύ τα όριά του μέσα στο ίδιο το εγχείρημα που προκάλεσε.
Σε κάθε περίπτωση απαιτείται να διανυθεί ερευνητικός δρόμος ακόμη, φαίνεται, όμως, ότι η προσαρμογή των επαναστατημένων στις απαιτήσεις που είχε μια κρατική οργάνωση ήταν γρήγορη, τόσο από πολιτική άποψη όσο και νομοθετική και διοικητική. …..» (1- σελ. 136)
(Πηγή: Σίμος Μποζίκης: Ελληνική Επανάσταση & Δημόσια Οικονομία. Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1821 – 1832»)
......................................
«Η ουσιαστική καθιέρωση της ετήσιας εκδόσεώς του εμφανίζεται αρχικά στις ειδικές δημοσιονομικές ρυθμίσεις του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος του 1822, το οποίο στο πεδίο του φορολογικού δικαίου καθιέρωσε τόσο την αρχή της νομιμότητας του φόρου, την επιβολή του δηλαδή μόνο με βάση νόμο, όσο και τη φορολογική ισότητα, ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογούμενων, καθώς και την αρχή της καθολικότητας του φόρου, που επιβάλλει την υποχρέωση συνεισφοράς όλων των φυσικών ή νομικών προσώπων για την κάλυψη των αναγκών του κράτους, για τις οποίες βλ. τις ειδικότερες αναφορές στα συνταγματικά κείμενα του Πολιτεύματος του 1822, αλλά και των επόμενων δύο Πολιτευμάτων του 1823 και 1827 .
Ο πρώτος γενικός φορολογικός νόμος υπ’ αριθ. 10 του Κώδικος των Νόμων, της 26ης Απριλίου 1822, «περί επιβολής της δεκάτης (ή περί αποδεκατώσεως των καρπών)» της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος διέστειλε τα κτήματα σε ιδιόκτητα, εθνικά, ορυζώνες, εθνικούς ελαιώνες, με διαφοροποιήσεις στα ποσοστά της αποδεκατώσεώς τους [ποσοστών επί των παραγόμενων καρπών], κυμαινόμενων από το απλό «δέκατο των καρπών, γεννημάτων και όλων εν γένει των προϊόντων» για τα ιδιόκτητα μέχρι το τριτοδέκατο για τα εθνικά κτήματα, ενώ ο υπ’ αριθ. 39 νόμος του Κώδικος των Νόμων, της 28ης Φεβρουαρίου 1825, «περί φορολογίας επί των συκών και συκαμίνων», που εισήγαγε διαφορετικό καθεστώς αναφορικά με την ιδιοκτησία των δένδρων, ως μορφής χωριστής κυριότητάς τους, ασχέτως αν το έδαφος δεν ανήκε στον ιδιοκτήτη του δένδρου, διέκρινε τα εν λόγω δένδρα σε τρεις φορολογικές κατηγορίες: ως ιδιόκτητα φυτευμένα σε γη ιδιόκτητη, με υποχρέωση την καταβολή στο Εθνικό Ταμείο της δεκάτης, ιδιόκτητα φυτευμένα σε γη εθνική, με υποχρέωση δύο δέκατα, εθνικά φυτευμένα σε γη εθνική, με υποχρέωση πέντε δέκατα (:δηλαδή το μισό της παραγωγής), …………….
Ομοίως, για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω κωδικοποιημένων φορολογικών ρυθμίσεων και για την ενδεχόμενη άρση των οποιωνδήποτε διαφωνιών των μισθωτών αναφορικά με τα προϋπολογισθέντα «αποτιμήματα» των δημόσιων προσόδων με τους τοπικούς δημογέροντες, εξαιτίας του καθεστώτος της φορολογίας επί Τουρκοκρατίας που ήταν διαφορετικό σε σχέση με τους νέους φορολογικούς νόμους της Επαναστάσεως του 1821, οι οποίοι επέτασσαν μια κατά το δυνατό ισόρροπη φορολογική ισότητα, έναντι των προϊσχυσάντων ιδιόρρυθμων οθωμανικών δημοσιονομικών «προνομίων», τα οποία συνήθως λειτουργούσαν κατά την τότε αυθαίρετη βούληση των τοπικών τιμαριούχων, προβλέφτηκε επίσης, ρητά, από την πιο πάνω Διάταξη ότι «καταργούνται α) η αποκοπή (τουρκιστί μαχτού, κεσίμι), β) οι μιζράδες, καλέμια και σπαθιά», τα οποία συνέθεταν ένα ιδιαιτέρως βαρύτατο καθεστώς επαχθών φορολογικών υποχρεώσεων, ενδεικτικά αναφερόμενων, η είσπραξη των οποίων επέτρεπε τις συνήθεις άμεσες ή έμμεσες οθωμανικές καταχρήσεις….» (Πηγή 5)
(Πηγή: ΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΝΟΜΟΙ, ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, Γεώργιος Π. Νάκος, Ομότιμος Καθηγητής Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ. https://www.academia.edu/18063845/Οι_μετά_την_ελληνική_Επανάσταση_του_1821_φορολογικοί_και_λοποί_συναφείς_νόμοι.)
...................
«Μόνο κατά τις δύο πρώτες κυβερνητικές περιόδους, από τον Ιανουάριο του ι822 έως τον Οκτώβριο του 1824, γνωρίζουμε ότι συντάχθηκε ένας σημαντικός αριθμός λογιστικών βιβλίων κι εγγράφων με αμιγώς οικονομικό περιεχόμενο, όπως απορρέει από σχετικό κατάλογο του υπουργείου της Οικονομίας (βλ. Πίνακα 4-1).



Για τη μεθοδική καταγραφή των δοσοληψιών χρησιμοποιούσαν τα γνωστά λογιστικά βιβλία της εποχής, όπως προκύπτει από κατάστιχα του υπουργείου της Οικονομίας και του Εθνικού Ταμείου που καλύπτουν το χρονικό διάστημα 1822-1826. Τα κατάστιχα των πρώτων επαναστατικών χρόνων ήταν χειρόγραφα στηλοθετημένα - την ίδια περίοδο στα Επτάνησα κάποια λογιστικά βιβλία ήταν χαραγμένα σε τυπογραφείο. Επί Καποδίστρια εντοπίζονται κατάστιχα διαρρυθμισμένα σε τυπογραφείο (κυρίως εκείνα που αφορούσαν τα τελωνεία κ.ά.), με ό,τι σήμαινε αυτό για τη βελτίωση του διοικητικού έργου και του ελέγχου.
Τα κυριότερα γενικά κατάστιχα (*) ήταν το πρόχειρο (προσωρινό) καθημερινό, το καθημερινό και το μαέστρο, τα οποία ήταν συνδεδεμένα με άλλα επιμέρους λογιστικά βιβλία: με τα κατάστιχα της Εθνικής Κάσσας, των χρεωστοδανειστών - ανταποκριτές κ.ά. με ρόλο ενδιάμεσου σε δοσοληψίες-, των ομολογιών κ.λπ. (1- σελ. 224)
(*) «Επρόκειτο φυσικά για βιβλία ευρύτερα γνωστά.
Το Πρόχειρο: ιταλ. Memoriale ή primanota ή strazza, γαλ main courante [Σημ.: Διατηρείται έως σήμερα στις Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις].
Το Καθημερινό (Ημερολόγιο): ιταλ. giornale, γαλ. Iivre journal.

To Μεγάλο Βιβλίο (Γενικό Καθολικό): ιταλ. Quaderno grande ή maestro, γαλ. grand-livre.
Το βιβλίο τον Ταμείου: ιταλ cassa, γαλ caisse.
….. Δηλαδή, κάποιοι τύποι βιβλίων, διαφοροποιημένοι βέβαια, συνέχισαν να υπάρχουν και υπάρχουν μέχρι τις μέρες μας.» (1- σελ. 224)
«Τέλος, σε επικοινωνία με τα παραπάνω ήταν τα πρωτόκολλα εισερχομένων και εξερχόμενων εγγράφων. Αυτό το τελευταίο είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον, γιατί η καταγραφή των δοσοληψιών άρχισε να συνδυάζεται με τις κυβερνητικές διαταγές και τα έγγραφα που τηρούνταν στα δημόσια πρωτόκολλα, με τέτοιο τρόπο που η λογιστική ήταν σε επικοινωνία με τη διακυβέρνηση. Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε βοηθητικά κατάστιχα, όπως τα βιβλία καταχώρησης διαταγών και αποδείξεων για τις πληρωμές, τα απλά ευρετήρια για την; αναζήτηση μιας υπόθεσης ή ενός προσώπου ορθότερα (ευρετήριο μαέστρου, ευρετήριο πρωτοκόλλου) και το πλήθος των μεμονωμένων εγγράφων που εκδίδονταν για διαχειριστικά ζητήματα (διαταγές, αποδεικτικά κ.ά.), δηλαδή τα παραστατικά βάσει των οποίων πραγματοποιούνταν οι λογιστικές εγγραφές.» (1- σελ. 226)


(Πηγή: Σίμος Μποζίκης: Ελληνική Επανάσταση & Δημόσια Οικονομία. Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1821 – 1832»)


9) Ο «εμπορικός κώδικας» της Γαλλίας υιοθετείται από τους Έλληνες (1822).



«Διακήρυξις της Εθνικής Συνελεύσεως», 15 Ιανουαρίου 1822, "έτος πρώτον της ανεξαρτησίας".
...............................
«Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, ο Γαλλικός Εμπορικός Κώδικας του 1807, υιοθετήθηκε στη γαλλική γλώσσα από όλες τις Εθνικές συνελεύσεις ως το ισχύον εμπορικό δίκαιο της Ελλάδος.
«Το σύστημα των εμπόρων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες δια της έμφρονος και συνετής διαγωγής των, κατώρθωσαν να επιτύχωσι την καθιέρωσιν σπουδαίων εμπορικών προνομίων, ………………, να χαίρωσιν ιδίαν διακαιοδοσίαν και να δικάζωσι διαιτητικώς τας μεταξύ αυτών αναρυομένας διενέξεις , αισθανθέντες την ανάγκην του να διευθετώνται αι νομικαί σχέσεις των επί τη βάσει θετικής τινος νομοθεσίας , παραδέχθησαν κατά προτίμησιν τον εμπορικόν Κώδηκα της Γαλλίας , δίς ούτω μεταφρασθέντα πρό του έτους 1821. Επήλθε τέλος η Ελληνική Εθνεγερσία , και εν μέσω της κλαγγής των όπλων δεν ελησμόνησαν οι Έλληνες την ανάγκην πολιτικών και εμπορικών θεσμών. Αμέσως είς την εν Επιδαύρω συνελθούσαν πρώτην Εθνικήν Συνέλευσιν εκηρύχθει ο εμπορικός κώδηξ της Γαλλίας , εμπορικός νόμος της αναγεννωμένης Ελλάδος.»
(Πηγή: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ / ΥΠΟ Γ.Α ΡΑΛΛΗ ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΝ ΤΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ Ο Θ Ω Ν Ο Σ / ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1848).

10) «Η κάσα (=ταμείο) της Εταιρείας του Γένους» και ο έμπορος Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος


Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (1764-1826)
.................................


(Η κάσα (=ταμείο) της Εταιρείας του Γένους (19 Iανουαρίου-18 Ιουλίου 1821))
.......................
Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (1764-1826), εύπορος και πολυταξιδεμένος Κορίνθιος έμπορος, δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην Πάτρα και ασχολήθηκε με το γενικό εμπόριο, και ειδικότερα με το εμπόριο σταφίδας. Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και, λόγω της απεριόριστης εκτίμησης που έτρεφε προς το πρόσωπό του ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, διορίστηκε μέλος της Εφορείας Πατρών και γενικός ταμίας των κοινών χρημάτων της Εταιρείας.
Ως ισχυρός οικονομικός παράγοντας της ΒΔ Πελοποννήσου, ο Παπαδιαμαντόπουλος ανέλαβε να καλύψει μέρος των δαπανών της προπαρασκευαζόμενης ελληνικής εξέγερσης, προσφέροντας 7.000 γρόσια στην «Κάσα της Εταιρείας του Γένους» την 1η Φεβρουαρίου 1821.
(Πηγή: https://www.antikrizontas-tin-eleftheria.gr/ekthemata/i-kasa-tis-etaireias-toy-genoys/)
Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 και από το φθινόπωρο του 1820 ορίστηκε μέλος της Εφορίας της στην Πελοπόννησο και ταμίας της Κάσσας (Ταμείου). .... Το 1823 έλαβε μέρος στην Β΄ Εθνοσυνέλευση και στη συνέχεια εξελέγη παραστάτης στο Β΄ Βουλευτικό. Κατά τη βουλευτική του θητεία μετείχε σε επιτροπές για την επεξεργασία σχεδίων νόμων, κυρίως σχετικών με οικονομικά ζητήματα (εθνικά εισοδήματα, σύναψη δανείου κ.ά.). Από τις 21 Ιανουαρίου 1825 έλαβε μέρος στις εργασίες του Γ΄ Βουλευτικού και στις 10 Μαρτίου του ίδιου έτους διορίστηκε από το Σώμα μέλος της προσωρινής τριμελούς Διευθυντικής Επιτροπής Δυτικής Ελλάδος και μετέβη στο Μεσολόγγι. Παρέμεινε στην πόλη καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας μέχρι τον θάνατό του κατά την Έξοδο στις 11 Απριλίου 1826.
(Πηγή: https://representatives1821.gr/%CF%80%CE% %B7%CF%82/)


11) «Χρηματολογία» και «Λαφυραγωγία» - «Φορολογική Συμμόρφωση»



Ομόλογο 1000 γροσίων του 1822, που χρησιμοποιήθηκε ως χαρτονόμισμα κατά την περίοδο της «Προσωρινής Διοικήσεως»
..............................................
«Κύριε Αντωνόπουλε,
Κατά την διαταγής των ανωτέρων μας σε προστάζομεν όπως έως αύριον πέμπτης λίαν πρωί συνεισφέρεις προς ημάς προς βοήθειαν του γένους και της κοινής κάσας γρόσια τρείς χιλιάδες πεντακόσια, Ν. 3500.
Απελθούσης δε της διορίας διπλασιάζονται έως διάστημα εξ ωρών και μετά ταύτα θάνατος ή παιδεία [Δηλ.: βασανισμός] εις τον απειθή και παρήκοον.
1822, τη 26 Ιουλίου, Καλαμάτα
Καπετάν Γιάννης Μαυρομιχάλης …..
Μαθαίνουμε, έτσι, ότι υπήρχαν και πλούσιοι που, έως τα μέσα Ιουλίου 1823, δεν είχαν συνεισφέρει υλικά στον Αγώνα και έτσι η επαναστατική κυβέρνηση αναγκάζονταν να ζητήσει συγκεκριμένα ποσά και να απαιτήσει να τα αποπληρώσουν επί ποινή βασανισμού ή ακόμη και θανάτου…»
(Πηγή: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 - ΤΕΚΜΗΡΙΑ, ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΕΙΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ, Συγγραφέας: ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εκδόσεις GUTENBERG)
..........................................
«Η «λαφυραγωγία» (η αρπαγή λαφύρων (αντικείμενα που λαμβάνονται από εχθρό μετά από μάχη)) που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, η «χρηματολογία» (αναγκαστικό δάνειο που επιβλήθηκε το 1822 από την Πελοποννησιακή Γερουσία για τη χρηματοδότηση τού απελευθερωτικού Αγώνα) που άνοιξε το δρόμο της ιστορίας των εθνικών δανείων, τα χαράτσια στους ευκατάστατους και η «εξόρμηση» (για την είσπραξή τους) της ομάδας με τη συμμετοχή του»Γέρου του Μοριά»….. Είχε προηγηθεί προσπάθεια να εξασφαλιστούν έσοδα από τη «λαφυραγωγία». Στις συνθήκες που διαμορφώνονταν τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης μπορούσαν να έχουν εξασφαλιστεί σπουδαία έσοδα από τη συστηματική λαφυραγωγία επί των Τούρκων. Έπρεπε ωστόσο μέρος των λαφύρων να πωληθεί προς όφελος του Δημοσίου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης προσπάθησε να θέσει ως κανόνα ότι μέρος των λαφύρων θα διατίθενταν υπέρ του κοινού ταμείου. Εισέπραξε όμως γέλια και χλευασμούς….Οπότε ως μόνη λύση εμφανιζόταν η αναγκαστική φορολογία. Αλλά πώς ήταν δυνατόν κάτω από τις συνθήκες όπου ζούσε η Ελλάδα το 1822, τον δεύτερο χρόνο της Επανάστασης, να εισπραχθούν οι εισφορές, έστω και αν γνώριζαν εκείνους από τους οποίους έπρεπε να εισπράξουν τα διάφορα ποσά; Λόγω του κρίσιμου των περιστάσεων κλήθηκε να συνυπογράψει τη σχετική απόφαση και ο «γενναιότατος στρατηγός κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», όπως αυτολεξεί αναφέρει το σχετικό θέσπισμα. Στη συνέχεια σχηματίστηκε μια πενταμελής επιτροπή, στην οποία, εκτός από τον Θ. Κολοκοτρώνη συμμετείχαν και οι γερουσιαστές Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Ηλίας Καράπαυλος, Χριστόδουλος Άχολος και Παναγιώτης Σοφιανόπουλος. Οι πέντε αφού εφοδιάστηκαν με ένα πληρεξούσιο και ικανή στρατιωτική δύναμη, άρχισαν να γυρνούν τις επαρχίες της Πελοποννήσου για να εισπράξουν τον αναγκαστικό φόρο. Έπρεπε δε, σύμφωνα με το πληρεξούσιο, «να βιάσουν τόσον τους καταγεγραμμένους εις τον κατάλογον, διά να λάβουν τας προσδιωρισμένας ποσότητας, όσον και όσους άλλους γνωρίσουν ευκαταστάτους εκτός του καταλόγου εις πάσαν επαρχίαν διά να λάβουν όσα χρήματα κρίνουν εύλογον αναλόγως των καταστάσεων». Και για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις, ώστε να μπορούν να αποσπάσουν τα χρήματα, οι πέντε εντεταλμένοι της νεοσύστατης ελληνικής διοίκησης μοίραζαν τα πρώτα ελληνικά ομόλογα, τα οποία τότε δεν είχαν βεβαίως αντίκρισμα…. Συγκεντρώθηκε δε το σημαντικότατο για εκείνη την εποχή ποσό του 1.066.000 γροσιών….. Λίγο αργότερα αποφασίσθηκε οι εισφορές να συγκεντρώνονται σε χρήμα και είδος για τις ανάγκες των στρατευμάτων του Καραϊσκάκη. Μόνο γι’ αυτή την περίσταση συλλέχθηκαν 16.000 σφαχτά και 60.000 γρόσια. Άλλοτε μάζευαν ζώα, άλλοτε κριθάρι και διάφορα άλλα είδη. Αλλά το ιδιόρρυθμο εκείνο δημοσιονομικό σύστημα δεν ήταν δυνατόν να χρηματοδοτήσει τις μακρόχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οπότε γινόταν καθημερινά και πιο επιτακτική η ανάγκη για τη σύναψη δανείων από το εξωτερικό. Εξάλλου, η εξασφάλισή τους φαινόταν όλο και πιο πιθανή, με την ευτυχή τροπή που έπαιρνε ο ελληνικός αγώνας, ανοίγοντας την όρεξη των Ευρωπαίων δανειστών αλλά και αυτεπάγγελτων μεσιτών, που κατέρχονταν αυτόκλητοι στη μικρή, ασχημάτιστη και αγωνιζόμενη ακόμη Ελλάδα. Έτσι, άνοιξε η ιστορία των εθνικών δανείων...»
(Άρθρο του κ. Ε. Σκιαδά «Και ο Κολοκοτρώνης (το 1822) σε…ρόλο φοροεισπράκτορα!» http://mikros-romios.gr/και-ο-θεόδωρος-κολοκοτρώνης-το-1822-σε-ρό/))


12) Οι «Υποθετικοί Λογαριασμοί» [«Προϋπολογισμός»]


.....................
«Το Βουλευτικό Σώμα ήταν αρμόδιο για την επεξεργασία και την έγκριση στη αρχή κάθε έτους του υποθετικού λογαριασμού των προσόδων και των εξόδων , και την υποβολή του για έγκριση από το Εκτελεστικό Σώμα. Στο τέλος, δε, κάθε έτους να επιθεωρεί τον καθολικό λογαριασμό των προσόδων και εξόδων. Ήταν υπεύθυνο για να προμηθεύει το Εκτελεστικό Σώμα με όσα χρήματα ήσαν απαραίτητα για την ορθολογική Διοίκηση αλλά και για έξοδα που δεν μπορούσε να προβλέψει το Εκτελεστικό Σώμα.
Από την αλληλογραφία του Βουλευτικού Σώματος αναδεικνύεται η σχεδόν πλήρης ασυνεννοησία και οι αντιθέσεις ανάμεσα στο Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, αναφορικά με τις συγκρούσεις κατά τις δημοπρασίες ενοικίασης των εθνικών κτημάτων, τις καταχρήσεις των εθνικών εισοδημάτων, τις διαρπαγές από τα στρατιωτικά τμήματα κ.α.»
(Πηγή ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 1821-1824, Συγγραφέας: ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ).
«Το 1822 στην Α΄ Εθνοσυνέλευση το σύνταγμα προνοεί: «η Κυβέρνηση στην αρχή του έτους συντάσσει υποθετικόν λογαριασμόν [Σημ. «Προϋπολογισμός»] και υποβάλλει για επίκρισιν . ……Παρόλα αυτά για το οικονομικό έτος 1822-1823 δεν κατόρθωσαν να συντάξουν προϋπολογισμό, και το επόμενο οικονομικό έτος συντάχθηκε προϋπολογισμός, αλλά δεν έγινε απολογισμός και τούτο, γιατί δεν υπήρχε ειδική υπηρεσία. Το Υπουργείο οικονομίας λειτουργούσε με έναν υπάλληλο. …… Γενικά τα στοιχεία για τα οικονομικά της περιόδου 1821-1824 δεν είναι ιδιαίτερα ακριβή λόγω έλλειψης οργανωμένης επιμελητείας των υπουργείων οικονομικών και πολέμου. Επίσης αμφισβητούμενο στοιχείο είναι και η διαχείριση των οικονομικών πόρων. Το σίγουρο είναι ότι τα έσοδα ήταν πολύ λιγότερα από τα έξοδα του αγώνα. …..
Ταυτόχρονα, η συγκέντρωση και η επίδοση των φόρων ανατέθηκε με εκμίσθωση σε ενοικιαστές οι οποίοι εκμεταλλεύονταν όχι μόνο τους αγρότες, αλλά και το δημόσιο ταμείο. Οι εισφορές των προϋχοντικών οικογενειών στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου ήταν σημαντικές.
Στην πλούσια και επαναστατημένη Πελοπόννησο οι κοτζαμπάσηδες που αποτελούσαν την άρχουσα τάξη σήκωσαν τις στρατιωτικές δαπάνες στην πρώτη φάση του αγώνα με απώτερο σκοπό να μη μεταβληθεί το κτητικό καθεστώς στην περιοχή μετά τη λήξη του αγώνα. Οι ίδιες οικογένειες που στην Οθωμανική περίοδο ήταν υπεύθυνες για τη συγκέντρωση των φόρων στις περιοχές τους και την επίδοσή τους στις οθωμανικές αρχές και επιπλέον εμπλέκονταν στους μηχανισμούς υπενοικίασης των φόρων αυτών συνέχισαν και στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της επανάστασης τη δραστηριότητά τους αυτή. Βασική οικονομική πηγή της επανάστασης υπήρξαν τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά που διέθεταν λόγω των οικονομικών δραστηριοτήτων τους στη θάλασσα μέγιστο ρευστό κεφάλαιο και αξιόμαχο στόλο στον οποίο οφείλεται σε βαθμό σημαντικό η μεγάλη σε σχέση με τις δυνατότητες των επαναστατημένων Ελλήνων διάρκεια της επανάστασης.…….
(Πηγή: Αγγελική Σταματούρου «ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 1821-1930» , https://www.slideshare.net/angelastam/ss-35666220)
«… η έναρξη των πλειστηριασμών [των φόρων] μαρτυρείται από τις αρχές του 1822. Στους σχετικούς πλειστηριασμούς έλαβαν μέρος δυο κατηγορίες Έλληνες, αυτοί –οπλαρχηγοί κυρίως-, στους οποίους η Επανάσταση χρωστούσε «εκδουλεύσεις»»- έτσι έλεγαν όσα ξόδευαν οι οπλαρχηγοί για την πληρωμή των στρατιωτών τους, τα πολεμοφόδια, τη διατροφή τους κ.λπ.- και αυτοί που διέθεταν χρήματα. Είναι αυτονόητο ότι οι όροι του πλειστηριασμού ήταν διαφορετικοί για τις δυο κατηγορίες..»…….
(Πηγή: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 - ΤΕΚΜΗΡΙΑ, ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΕΙΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ, Συγγραφέας: ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εκδόσεις GUTENBERG)


13) «Η πρώτη (;) «Έκθεση Διαχειριστικού Ελέγχου Επιχείρησης» στο Νεοελληνικό Κράτος το 1828» (Η αναγκαιότητα της Λογιστικής ως μέσο «Διαχειριστικού Ελέγχου»).


Κάρολος Φαβιέρος (Charles Nicolas Fabvier) (1783-1855)
...................................
Τα κυριότερα ελεγκτικά όργανα της περιόδου 1826-1829 ήταν:
α) Η Λογιστική Επιτροπή: Το 1826 η Γ’ Εθνική Συνέλευση ανέθεσε σε ειδική επιτροπή το έργο της διοίκησης «των πολιτικών και πολεμικών». Η επιτροπή αυτή συγκρότησε την Λογιστική Επιτροπή, την πρώτη μορφή ελεγκτικού οργάνου διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας.
β) Η Επιτροπή επί της Οικονομίας και Χρηματιστικής Τραπέζης: Τον Ιανουάριο του 1828 ο Ι. Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της Ελλάδος και συστάθηκε ως συμβουλευτικό σώμα το «Πανελλήνιον», στο πλαίσιο του οποίου είχε συσταθεί μία ειδική επιτροπή, «Επιτροπή επί της Οικονομίας και Χρηματιστικής Τραπέζης» και ένα τμήμα, το λεγόμενο «Γενικόν Φροντιστήριον», το οποίο είχε ως αποκλειστικό σκοπό τον έλεγχο της οικονομίας και τους λογαριασμούς των υπηρεσιών που είχαν σχέση με τα θέματα του πολέμου.
γ) Το Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον: Με απόφαση της Δ’ Εθνικής Συνέλευσης συστήθηκε υπηρεσία ελέγχου των δημοσίων χρημάτων, το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον». Με την επιστολή που έστειλε ο Ιωάννης Καποδίστριας προς τα μέλη του Συμβουλίου τόνιζε τα εξής: «Δεν αγνοείτε δε, ότι ο έλεγχος συνίσταται, όχι μόνον εκ της εξετάσεως των λογαριασμών των αυτοίς προσκειμένων εγγράφων, αλλά και βασανισμόν των πεπραγμένων…»
Το αντικείμενο της «Έκθεσης των οικονομικών ελεγκτών»
Η «Έκθεση ελέγχου» ή «Έκθεση των οικονομικών ελεγκτών» αναφέρεται στα διαχειριστικά θέματα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης για την απελευθέρωση της Χίου, το καλοκαίρι του 1827, από τον φιλέλληνα Κάρολο Φαβιέρο (Charles Favier, 1782-1855).
Ο Φαβιέρος, ήταν Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός και διοικητής του τακτικού στρατού της Ελλάδας κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού και συμμετείχε στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Σε ηλικία 30 ετών ήταν συνταγματάρχης, και είχε τιμηθεί με τον Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής και είχε πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Το 1809 στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1810 στην Περσία για να οργανώσει τον περσικό στρατό. Μετά την παλινόρθωση των Βουρβόνων, αποτάχθηκε, όπως και οι περισσότεροι αξιωματικοί του Ναπολέοντα και κατέφυγε στην Αγγλία. Το 1823 κατέβηκε στην Ελλάδα για να βοηθήσει την επανάσταση με το ψευδώνυμο De Borel. Επέστρεψε στην Αγγλία όπου συγκέντρωσε εθελοντές και το 1825 γύρισε στην Ελλάδα όπου ανέλαβε την διοίκηση του τέταρτου τακτικού στρατού στο Ναύπλιο. Στις αρχές Αυγούστου του 1826 έλαβε μέρος στην μάχη του Χαϊδαρίου όπου ηττήθηκε και στις 30 Νοεμβρίου 1826 διέσπασε με 530 άνδρες την πολιορκία της Ακρόπολης μεταφέροντας πολεμοφόδια, αλλά έμεινε πολιορκημένος εκεί μέχρι τις 24 Μαΐου 1827 οπότε και συνθηκολόγησε. Το καλοκαίρι του 1827 έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου που διακόπηκε μετά από την αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων. Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Μωριά, συνοδεύοντας τον τακτικό γαλλικό στρατό προσφέροντας με τη γνώση του για την περιοχή. Το 1828 μετά από διαφωνία του με τον Καποδίστρια έφυγε από την Ελλάδα για την Γαλλία όπου πήρε μέρος στην επανάσταση του Ιουλίου του 1830, οπότε διορίστηκε φρούραρχος του Παρισιού. Η Γ’ Ελληνική Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον ανακήρυξε επίτιμο Έλληνα πολίτη και του απονεμήθηκε από τον Όθωνα ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Σωτήρος. Με τον θάνατό του το1855 κηρύχθηκε τριήμερο πένθος στον Ελληνικό στρατό και η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε πένθιμα.
(Πηγή: http://photodentro.edu.gr/cultural/r/8526/6333)
.....................
Ανάλυση της έκθεσης των ελεγκτών
Έκπληξη προκαλείται στον αναγνώστη της «Έκθεσης» από το γεγονός της αναφοράς για καταγραφή (τήρηση) τόσων λογιστικοδιαχειριστικών δεδομένων (βιβλίων, μερίδων και λογαριασμών) σε μια στρατιωτική επιχείρηση του 1827 και, παρά τις σοβαρές επισημάνσεις των ελεγκτών, σχετικά με την ακρίβεια των δεδομένων αυτών, συνεχίζει να ξαφνιάζει, καθώς το γεγονός της απαίτησης για ορθή καταγραφή («λογιστικοποίηση», θα τολμούσαμε να πούμε) των διαχειριστικών πράξεων στη στρατιωτική αυτή επιχείρηση είναι κάτι που μάλλον δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε, για την εποχή εκείνη.
Άρθρον Αον. Πολεμοφόδια
Η Επιτροπή δεν ημπόρει να εξετάση την ποσότητα των πολεμοφοδίων, όσα το στράτευμα έλαβεν έως την ημέραν της εισβολής των Τούρκων, δηλαδή εις ταύτην την εκστρατείαν, ούτε εκ μέρους των στρατευθέντων, ούτε εξ εκείνου του αρχηγού υπήρχεν ημερολόγιον, διά να λάβη πληροφορίας, πόση πυρίτις εξωδεύθη τον Φευρουάριον [σ.σ.: δηλαδή έλλειψη τήρησης του κατάλληλου βιβλίου]. Αλλ’ η Επιτροπή έστησε την προσοχήν της, αν εις την ημέραν της των Τούρκων εισβολής ήτον εις την Χίον πυρίτις, διά να βαστάξη το στράτευμα τας θέσεις του. Από της Δημογεροντίας το βιβλίον ονομαζόμενον Κατάστιχον Φροντιστηρίου [σ.σ.: δηλαδή τα λογιστικά βιβλία της εποχής, στα οποία στηρίχθηκε ο έλεγχος] (μ’ όλον ότι το ρηθέν βιβλίον, 1ον δεν φέρει αποδείξεις, ουδέ βάσιν, [σ.σ.: δηλαδή έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων των λογιστικών εγγραφών] 2ον είναι όλον γεγραμμένον με τον ίδιον κάλαμον και το ίδιον μελάνι) φαίνεται, ότι περί τα τέλη του Φευρουαρίου ευρίσκοντο εις το Φροντιστήριον χίλια τριακόσια τριάντα πέντε δεκάρια φουσεκίων, πράγμα διόλου αναπόδεικτον, και μάλιστα ασύμφωνον με τους ορκισθέντας οπλαρχηγούς, οίτινες μαρτυρούν, ότι δεν εύρον τίποτε εις τας αποθήκας [σ.σ.: δηλαδή ασυμφωνία πραγματικού και λογιστικού υπολοίπου]. Περί δε της πυρίτιδος λέγουν, ότι ευρίσκοντο εις το Φροντιστήριον ένδεκα βαρέλλια, αλλά και περί τούτου ημπορεί τις να επαναλάβη τας ιδίας παρατηρήσεις. Παρατηρείται μία αντίφασις. Το κατάστιχον γράφει, ότι κατά την 2 Μαΐου η Δημογεροντία έλαβε παρά του Μιαούλη πέντε βαρέλλια πυρίτιδος. Παρομοίως φαίνεται ότι έλαβε και από Σύραν άλλα είκοσι, τα οποία ομού αποτελούν είκοσι πέντε βαρέλλια πυρίτιδος. Αλλ’ αν επέστρεψαν εις Σύραν είκοσι τρία βαρέλλια, πώς κατά την 2 Μαρτίου έλαβον εις Φροντιστήριον δύο βαρέλλια, όταν ουδ’ υπήρχεν εις την πρώτην Μαρτίου το Φροντιστήριον; Άρα εις τα τέλη Φευρουαρίου δεν ήτον ένδεκα βαρέλλια, αλλά μόνον εννέα, και ταύτα, αν χρεωστούμεν να πιστεύσωμεν τα κατάστιχα της Δημογεροντίας [σ.σ.: δηλαδή προβληματισμοί σχετικά με την ακρίβεια των βιβλίων]…
Άρθρον Βον. Τροφαί
Φαίνεται εις το κατάστιχον, ότι κατά τας 26 Φευρουαρίου ευρίσκετο αρκετή ποσότης τροφών, πλην ήτον, ως λέγουσι, διαμοιρασμένη εις τους φούρνους, μύλους και εις τας αποθήκας. Όλα ταύτα λέγονται. Η Δημογεροντία όμως δύναται ν’ αποδείξη την αγοράν, της αποστολής τα έγγραφα, και εκείνα της αποδοχής εις Χίον. Αλλά και αν είχεν η Δημογεροντία αποδείξεις, ότι έλαβεν από Σύραν ή από άλλας νήσους τους σίτους, γνωρίζομεν καλώς, ποίαν ισχύν δύνανται να έχουν χαρτιά γραμμένα από εμπόρους χωρίς τακτικήν γραφήν ή από ανοργανίστους αρχάς, θυγατέρας της παρελθούσης αναρχίας της Ελλάδος [σ.σ.: δηλαδή έλλειψη των απαιτούμενων στοιχείων μεταφοράς και γενικότερα των αποδεικτικών στοιχείων των αγορών]. Άξιον θαυμασμού είναι ότι κατά την 29 Φευρουαρίου η Δημογεροντία επέστρεψεν εις Σύραν οκάδας 39.822 σίτου. Πώς και διά τι κατά την 29 να κάμη ταύτην την αποστολήν; Είχεν άραγε συλλάβη το σχέδιον να παραιτήση την εκστρατείαν; Εις ταύτην την περίστασιν, αν κατά την 29 Φευρουαρίου στέλλει εν μέγα μέρος σίτου, πώς δεν έστειλε το υπόλοιπον έως την α’ Μαρτίου; Πώς δεν ασφάλιζε και τας ποσότητας, όσαι ευρίσκοντο εις τους φούρνους, μύλους και αποθήκας;
Άρθρον Γον. Παξιμάδι
Εις την 26 Φευρουαρίου δεν ευρίσκετο ούτε καν μία οκά παξιμάδι, και με θαυμασμόν παρατηρείται εις τα βιβλία σημειωμένον, ότι κατά τας 4 Μαρτίου τους εστάλησαν τρεις βάρκες με 2172 καντάρια, δηλαδή οκάδες 9548, χωρίς να αναφέρουν το μέρος όθεν το έλαβον, μολονότι ημπορούσαν αδιαφόρως να ονομάσουν ένα τόπον. Λέγουν, ότι την ιδίαν ημέραν εμοίρασαν εις τα Κόκκινα τούτο το παξιμάδι, εις τους στρατιώτας, εις τα αποκλειστικά πλοία, εις το δίκροτον του Μιαούλη, και εις τας φαμελίας. Φαίνεται, ότι όλοι ούτοι εφύλαττον μίαν αυστηράν δίαιταν! Αλλά πώς κατά την 5 Μαρτίου έλαβον παξιμάδι, ότε κατά την 29 Φευρουαρίου επέστρεψαν τον σίτον; Παρατηρητέον, ότι την ιδίαν 5 Μαρτίου, ενώ εμοίραζαν με τόσην φιλαργυρίαν το παξιμάδι, έστελλον οπίσω την πυρίτιδα [σ.σ.: δηλαδή ασυμφωνία λογιστικών στοιχείων και πραγματικών γεγονότων].
Άρθρον Δον. Χρήματα
Ουδέν ημπορεί τις να εννοήση από τα βιβλία της Δημογεροντίας, δηλαδή ό,τι έλαβον είναι χωρίς ημερομηνίαν, και αν αυτή ευρίσκεται, είναι εις μόνον μερικά χρέη [σ.σ.: δηλαδή ελλιπείς λογιστικές καταχωρήσεις]. Εξετάζων τα υπάρχοντα μέσα και παρατηρών την απ’ αρχής της εκστρατείας διαφωνίαν μεταξύ του συνταγματάρχου Φαβιέρου και της Δημογεροντίας, την γνωστήν έλλειψιν της των στρατιωτικών πειθαρχίας, την εις ταύτην την εκστρατείαν εναντιότητα των ξένων πολεμικών πλοίων, τα οποία εφαίνοντο συχνά εις τα παράλια της νήσου, από όλα ταύτα ημπορεί τις να κρίνη, αν ο Φαβιέρος ημπορούσεν, ή όχι, να αναλάβη τας θέσεις του.
Όσον περί του δευτέρου μέρους της εξετάσεως, περί της οποίας εξηγείται η Α.Ε. εις την υστερινήν της σημείωσιν, η Επιτροπή νομίζει εύλογον να καθυποβάλη ολίγας παρατηρήσεις γενικωτέρας [σ.σ.: περιγραφή των δυσλειτουργιών της Διοίκησης και οργάνωσης της «επιχείρησης»].
(Δείτε: Ελλάδα 1828: «Λογιστική / Καταστιχογραφία» και «Οικονομικός Έλεγχος».)

14) Η πρώτη διατίμηση νομισμάτων
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης επικρατούσε νομισματική αναρχία στον ελλαδικό χώρο. Οι συναλλαγές γίνονταν με οθωμανικά νομίσματα, όπως το γρόσι, αλλά και με διάφορα ξένα νομίσματα (ισπανικό δίστηλο, τάλιρο της Μαρίας Θηρεσίας, χρυσό τσεκίνι Βενετίας κ.ά.).
Όλα αυτά τα ευρωπαϊκά νομίσματα, καθώς και η τουρκική τους απομίμηση, ήταν γνωστά στους Έλληνες της προεπαναστατικής περιόδου και όταν παρέστη η ανάγκη δημιουργίας μιας νομισματικής μονάδος για τους σκοπούς της Επανάστασης, ήταν πρακτικό να χρησιμοποιηθεί μια από τις ήδη υπάρχουσες νομισματικές αξίες. Όμως όχι ένα συγκεκριμένο μεταλλικό νόμισμα, καθώς λόγω κιβδηλοποιίας, λιποβαρών νομισμάτων και νόθευσης, δεν υπήρχε νόημα να μιλάμε για μια σταθερή μεταλλική αξία.
Αυτό αποδεικνύεται και από την πρώτη διατίμηση νομισμάτων που δημοσίευσε η “Προσωρινή Διοίκησις” στις 16/3/1822. Η διαταγή υπογράφεται από τον Πανούτζο Νοταρά ως Μινίστρο της Οικονομίας και ορίζει την αντιστοιχία εφτά ευρωπαϊκών και 18 τούρκικων νομισμάτων σε γρόσια. …..
Σε υποτίμηση αντιστοιχούσε και η πρώτη διατίμηση του Καποδίστρια στις 8/2/1828, η τελευταία που θα γινόταν σε γρόσια και επίσης η τελευταία που θα διατιμούσε τουρκικά νομίσματα. Οι επόμενες ισοτιμίες θα δημοσιεύονταν σε φοίνικες (από τον Καποδίστρια), ή δραχμές (από τον Όθωνα), αλλά θα αφορούσαν μόνο σε ευρωπαϊκά νομίσματα…..
Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν θα πρέπει λοιπόν να παραγνωρίζεται ο ρόλος του επαναστατικού γροσιού στην ολοκλήρωση της επαναστατικής προσπάθειας, ως του πρώτου εθνικού νομίσματος, παρότι αυτό δεν απέκτησε ποτέ υλική μορφή.» («Το γρόσι στην ελληνική επανάσταση» του Αθανάσιου Μπούνταλη - https://slpress.gr/idees/to-grosi-stin-elliniki-epanastasi/)
.....................
Το γρόσι (Κουρούς - τουρκ. Kuruş) - Βασικό τουρκικό νόμισμα
[Η κατώτερη υποδιαίρεση του τουρκικού νομίσματος ήταν το «άσπρο». 3 «άσπρα» = 1 «παράς». 40 «παράδες» = 1 «γρόσι» και 100 γρόσια = 1 «λίρα»]



15) Η φορολογία στην εποχή του Καποδίστρια 1828-1831.

«Ο Καποδίστριας εύρε τον λαόν ηγανακτησμένον κατά των φόρων και των ενοικιαστών των, οίτινες δεν ήσαν άλλοι από τους προύχοντας και τους καπετανέους…
Οι αγρόται έχοντες διαρκώς υπέρ την κεφαλήν αυτών τον ενοικιαστήν, εκ της αδείας του οποίου εξηρτάτο η έναρξις του θερισμού, του τρυγητού, του αλωνίσματος, η μεταφορά παντός προϊόντος πληρώνοντες εις είδος πολύ πλείονα των 10%, εξαπατώμενοι κατά την μέτρησιν, ζύγισιν κ.λ.π. υπό ενοικιαστών, βοηθουμένων υπό δωροδοκουμένων υπαλλήλων και της ενόπλου δυνάμεως υποχρεούμενοι να μεταφέρουν τον εις είδος φόρον εις μακρυνάς αποστάσεις, εις τας αποθήκας του ενοικιαστού είχον πολλαχώς εξαντλήθη. …
Ο Καποδίστριας εισήγαγε δύο σπουδαίας τροποποιήσεις εις την φορολογίαν της δεκάτης:
1ον) μετέβαλε το σύστημα της κατ’ επαρχίας δημοπρασίας των φόρων εις κατά Δήμους και Κοινότητας δημοπρασίαν, ώστε ν’ αποφευχθή η υπό των ενοικιαστών υπενοικίασις και η υπ’ αυτών μεθυπενοικίασις των φόρων τούτων, εξ’ ου τελικώς ηύξανε το βάρος των φορολογουμένων ….. και
2ον) διέταξε την εις χρήμα επί ωρισμένη διατιμήσει και ουχί πλέον εις είδος πληρωμήν των εγγείων φόρων (Διάταγμα 8 Μαρτίου 1830) [Το θετικό σε αυτό ήταν πως το Κράτος δεν επιβαρυνόταν από έξοδα είσπραξης του φόρου, όμως οι καλλιεργητές θα γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους τοκογλύφους].
Επί πλέον περιώρισε τους δασμούς εις 10% (εισαγωγής) και 6% εξαγωγής (Διάταγμα 25 Μαρτίου 1830 άρθρον 3, 4) περιορισθέντος τέλος του 10% μόνον επί των ειδών πολυτελείας (Διάταγμα 3 Νοεμβρίου 1830) ....»
(Πηγή: Α. Δ. Σίδερι, «Η ιστορική εξέλιξις της γεωργικής μας φορολογίας», Αθήνα 1931).


16) Οι «πρώτοι αναγνωρισμένοι» Λογιστές στο Νεοελληνικό Κράτος – Έτος 1828 Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα - Οι «βαθμίδες» των Λογιστών της Εποχής: «Οδηγός της Διπλογραφίας», «Καταστιχάρης», «Ο των Βοηθητικών Βιβλίων», και ο «Συνθέτης».

Η πρώτη τράπεζα του νεοελληνικού κράτους, πρόδρομος της Εθνικής Τράπεζας. Ιδρύθηκε στην Αίγινα στις 2 Φεβρουαρίου 1828, με ψήφισμα του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.
Στα πρώτα του βήματα, το νέο κράτος είχε να αντιμετωπίσει μια χαοτική κατάσταση στον οικονομικό τομέα. Η χώρα ήταν ένας σωρός ερειπίων, τα ταμεία άδεια, οι δανειακές υποχρεώσεις έτρεχαν και η τραπεζική πίστη ήταν στα χέρια των σαράφηδων και των τοκογλύφων, που δάνειζαν με τόκο έως και 50%. Νόμισμα δεν υπήρχε και οι συναλλαγές γίνονταν με τα οθωμανικά γρόσια και τους παράδες.
Ένα μήνα κιόλας μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε έτοιμο το σχέδιό του για την ίδρυση τράπεζας, που θα αναλάμβανε την ανασυγκρότηση της χώρας. Με τη βοήθεια του Ελβετού φιλέλληνα Ιωάννη Εϋνάρδου, προχώρησε στη σύσταση της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας, σε μια προσπάθειά του να εκλογικεύσει την τραπεζική πίστη.
Το πρώτο πιστωτικό ίδρυμα του νεοελληνικού κράτους είχε την έδρα του στην Αίγινα και παράλληλα με τις τραπεζικές εργασίες ασκούσε και αρμοδιότητες του Υπουργείου Οικονομικών. Επικεφαλής της τράπεζας τέθηκε ο ηπειρώτης έμπορος Γεώργιος Σταύρου, μετέπειτα πρώτος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας…..
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/399#ixzz27vfxdXCy
............................
Οι «βαθμίδες» των Λογιστών της Εποχής: «Οδηγός της Διπλογραφίας», «Καταστιχάρης», «Ο των Βοηθητικών Βιβλίων», και ο «Συνθέτης».


..................

[Η Διαχρονική Εξέλιξη των ονομασιών του ίδιου Επαγγέλματος, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε Εποχής είναι: «Γραφείς», «Λογαριαστές», «Γραμματικοί», «Καταστιχάρηδες», «Συνθέτες», «Ταμειολογιστές», «Εμποροϋπάλληλοι» , «Καταστιχογράφοι», «Διπλογράφοι», «Λογιστές», «Φοροτεχνικοί», «Σύμβουλοι Επιχειρήσεων» και «Οικονομολόγοι»]


17) «Κατά της φορολογίας - Εξεγέρσεις και αντιδράσεις»



Η στάση στο Λιμένι της Μάνης (1830)
«Ουδέποτε πλήρωσε [φόρους] η Μάνη και δεν πρέπει να καθιερωθή τοιαύτη κακή συνήθεια».
«Την άνοιξη του έτους 1830 κυκλοφορούσαν στη Μάνη συνθήματα για την μη πληρωμή των φόρων με την παρακάτω δικαιολογία
«Ουδέποτε πλήρωσε η Μάνη και δεν πρέπει να καθιερωθή τοιαύτη κακή συνήθεια».
Τον Απρίλιο του 1830 ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης συγκρότησε επαναστατική κυβέρνηση στην Τσίμοβα-Αρεόπολη, έδιωξε τους κυβερνητικούς υπαλλήλους, άρπαξε τις προσόδους του τελωνείου και έστειλε μερικούς οπαδούς-φίλους του στη Μονεμβάσια και το Έλος Λακωνίας, όπου λεηλάτησαν τους κατοίκους… Η δυσαρέσκεια και η εχθρότητα των Μαυρομιχαλαίων στον Κυβερνήτη οφειλόταν στην κατάργηση των προνομίων που είχαν στους δασμούς και τη φορολογία κατά την Τουρκική περίοδο ως ηγεμόνων της Μάνης. Ο Καποδίστριας «αποφεύγων τον εμφύλιον πόλεμον» για να επικρατήσει ηρεμία δεν άφησε να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του Ιωάννη Μαυρομιχάλη. Τον Δεκέμβριο του 1830 ξέσπασαν στο Λιμένι ταραχές, διώχθηκε βίαια ο έκτακτος Επίτροπος Κορνήλιος και οι Μανιάτες ετοιμάζονταν να προχωρήσουν με στασιαστικές διαθέσεις στο Ναύπλιο…..»
(Πηγή: Γιάννης Λεκκάκος: Άρθρο, «Η στάση στο Λιμένι το έτος 1830 ενάντια στη φορολογία και τους υπάλληλους της Διοίκησης - έγγραφο του Επισκόπου Λαγίας»)
..................
Η ανταρσία των εμπόρων της Ερμούπολης Σύρου (1830).



Άποψη της Ερμούπολης και της Άνω Σύρου (1839), Πηγή: https://el.travelogues.gr/item.php?view=38798
..............
«Άπαξ συνετρίψαμεν τας αλύσους του Σουλτάνου, νέας αλύσους δεν δεχόμεθα. Ουδείς έλαβε εντολήν από το έθνος να μας υποβάλη εις ζυγόν».
Η Σύρος ήταν το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι της εποχής εκείνης με αναπτυγμένη οικονομία.
Ο Καποδίστριας έστειλε το 1830 τρία νομοσχέδια στον τότε επίτροπο της Σύρου, τα οποία αφορούσαν στην άρχουσα τάξη του νησιού.
Το πρώτο νομοσχέδιο διαχώριζε τους εμπόρους από τους μεσίτες, το δεύτερο επέβαλλε φορολογία σε όσους έκαναν εξωτερικό εμπόριο και το τρίτο χώριζε τους εμπόρους σε τάξεις και επέβαλλε υποχρεώσεις και κανόνες σε όσους ασκούσαν εσωτερικό εμπόριο. Το περιεχόμενό τους προκάλεσε την οργή των κατοίκων.
Ο Ιωάννης Περίδης έδωσε το σύνθημα της αντίδρασης φωνάζοντας
«Άπαξ συνετρίψαμεν τας αλύσους του Σουλτάνου, νέας αλύσους δεν δεχόμεθα. Ουδείς έλαβε εντολήν από το έθνος να μας υποβάλη εις ζυγόν».
Ο λαός της Σύρου πραγματοποίησε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στους δρόμους της πόλης. Οι πρωταίτιοι της στάσης συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν αλλά τελικά αθωώθηκαν.
(Πηγή: «Μηχανή του Χρόνου», http://www.mixanitouxronou.gr: «Το κίνημα της Σύρου κατά του Καποδίστρια. Η ανταρσία των εμπόρων της Ερμούπολης που αντέδρασαν στις μεταρρυθμίσεις και τη φορολογία του Κυβερνήτη»)



Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης