Αποτελέσματα live αναζήτησης

Η επαναφορά του εξωλογιστικού προσδιορισμού εισοδήματος με την μέθοδο των έμμεσων τεχνικών ελέγχου

10 Δεκέμβριου 2022 Σχόλια
Η επαναφορά του εξωλογιστικού προσδιορισμού εισοδήματος με την μέθοδο των έμμεσων τεχνικών ελέγχου


Καλομοίρα Κωτσαλά


Νομικός σύμβουλος, εξειδικευμένη στο Φορολογικό Δίκαιο


Με το άρθρο 27 του ν. 4174/2013 προβλέπεται ο υπολογισμός της φορολογητέας ύλης μεταξύ άλλων μεθόδων με τις μεθόδους α) της αρχής των αναλογιών και β) της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών. Οι ανωτέρω μέθοδοι προσδιορισμού καθαρών κερδών εφαρμόζονται κατά  κύριο λόγο σε ελεγχόμενους που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα είτε με την μορφή ατομικών επιχειρήσεων είτε με την μορφή προσωπικών εταιρειών. Ουσιαστικά πρόκειται για μεθόδους ελέγχου όπου η φορολογητέα ύλη προσδιορίζεται με τρόπο που παρεκκλίνει του συνηθισμένου, λαμβάνοντας υπόψιν ενδεικτικά στοιχεία τρίτων επιχειρήσεων, περιθώρια κέρδους του κλάδου στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, στοιχεία κοστολόγησης της επιχείρησης κτλ. Ουσιαστικά πρόκειται για εξαιρετική μέθοδο ελέγχου, με την οποία δύναται να προκύψει διπλάσια, τριπλάσια ή και παραπάνω φορολογητέα ύλη από την δηλωθείσα. Ομοιάζει δε με τον ήδη καταργηθέντα εξωλογιστικό προσδιορισμό φορολογητέου εισοδήματος ο οποίος, ωστόσο, εφαρμοζόταν ιδιαιτέρως  περιορισμένα, υπό πολύ αυστηρές και οριοθετημένες προϋποθέσεις (τήρηση βιβλίων κατώτερης κατηγορίας της προβλεπόμενης, εντοπισμός παραλείψεις και παρατυπίες που αναλόγως του τζίρου της επιχείρησης υπερέβαιναν το 2% ή 3% αυτών ή ήταν τέτοιας έκτασης που καθιστούσαν ανέφικτο όχι απλά δυσχερή τον λογιστικό έλεγχο) ενώ κατά τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών των επιχειρήσεων υφίσταντο προκαθορισμένοι και συγκεκριμένοι συντελεστές κέρδους ανά επάγγελμα, οι οποίοι δίδονταν από το Υπουργείο Οικονομικών.

Εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης για τη επιλογή των ανωτέρω μεθόδων προσδιορισμού των καθαρών κερδών μέσω του φορολογικού ελέγχου και που δικαιολογούν την μη διενέργεια ελέγχου με τις γενικές διατάξεις αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 28 του ν. 4172/2013 και έχουν να κάνουν κυρίως με τον τρόπο τήρησης των λογιστικών αρχείων και την σύνταξη των φορολογικών στοιχείων.
Ειδικότερα, ως αιτίες διενέργειας φορολογικού ελέγχου με τις ανωτέρω έμμεσες τεχνικές είναι οι ακόλουθες α) όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή β) όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ή γ) όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από σχετική πρόσκληση.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η αναφορά των ανωτέρω προϋποθέσεων στον νόμο είναι γενική ενώ δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα ούτε ποιες οι παραβάσεις και σε ποια έκταση παραβάσεων οδηγεί στην επιλογή των εμμέσων τεχνικών ελέγχου. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν εξειδικεύεται ο όρος «ορθή τήρηση λογιστικών αρχείων και οικονομικών καταστάσεων». Άλλωστε, δεν διευκρινίζεται ποια είναι τα λογιστικά αρχεία η μη προσκόμιση των οποίων είναι τόσο σοβαρή που οδηγεί στην επιλογή των εμμέσων τεχνικών ως μέθοδο διενέργειας ελέγχου, την στιγμή μάλιστα που πλέον ο μεγαλύτερος όγκος των λογιστικών αρχείων των επιχειρήσεων καθίστανται γνωστά στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, μέσω των συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών προμηθευτών και των ηλεκτρονικών τιμολογίων. Εντούτοις, παρόλο που όπως αναφέρθηκε οι αιτίες διενέργειας ελέγχου με τις ανωτέρω μεθόδους είναι περιοριστικά αριθμημένες στο νόμο οι ελεγκτικές αρχές οδηγούνται στην εφαρμογή αυτών επικαλούμενες ευθέως ή εμμέσως και άλλες αιτίες όπως ενδεικτικά τη ύπαρξη ζημιάς.

Αποτέλεσμα, ωστόσο, της γενικής ως άνω διατύπωσης είναι οι ελεγκτικές αρχές να προβαίνουν σε διασταλτική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης και να επιλέγουν την εξαιρετική ελεγκτική μέθοδο αφειδώς ακόμα και σε περίπτωση που υφίστανται μικρής βαρύτητας που δεν επηρεάζουν επί της ουσίας και καθοριστικά το φορολογικό αποτέλεσμα, όπως ενδεικτικά μη έκδοση απόδειξης αξίας κάτω των 10€, μη προσκόμιση ισοζυγίου πελατών προμηθευτών (καίτοι οι συναλλαγές με πελάτες/ προμηθευτές απεικονίζονται στις συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών/ προμηθευτών).

Σε περίπτωση επιλογής μιας εκ των ανωτέρω μεθόδων, ο έλεγχος διενεργείται με στοιχεία της επιχείρησης τα οποία κατά κύριο λόγο προκύπτουν από την απογραφή της και τα κοστολογικά δεδομένα της. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι σε επιχειρήσεις αρτοποιίας λαμβάνεται υπόψιν η ποσότητα του αλατιού που χρησιμοποιήθηκε για να προσδιοριστεί το ύψος της παραγωγής και να συγκριθεί με το ύψος των πωλήσεων ενώ σε ελέγχους ζαχαροπλαστείων η φορολογική αρχή για να προσδιορίσει την ποσότητα και το είδος των γλυκών που πουλήθηκαν αναζήτησε όχι μόνο την ποσότητα αλλά και το μέγεθος των κουτιών που φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν από το απόθεμα της επιχείρησης αλλά και βάσεις των γλυκών που φέρονταν να χρησιμοποιήθηκαν. Επιπλέον, κατά την διενέργεια ελέγχου λαμβάνονται στοιχεία από τρίτες επιχειρήσεις, τα οποία αντλούνται από ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, τιμοκαταλόγους άλλων επιχειρήσεων, αναρτήσεις περιθωρίων κέρδους του κλάδου.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η επιλογή των εμμέσων τεχνικών ως μέθοδο ελέγχου απαιτεί επαρκή και σαφή αιτιολογία από την φορολογική αρχή, όπως άλλωστε πρέπει να αιτιολογούνται σαφώς και τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή τους. Άλλωστε, η επαρκής αιτιολογία είναι ουσιώδης στοιχείο του κύρους της καταλογιστικής πράξης ενώ η ανεπαρκής ή ανύπαρκτη αιτιολογία οδηγεί σε ακύρωση αυτής. Σημείο δε που χρήζει ιδιαίτερης σημασίας είναι ο προσδιορισμός του σημείου στο οποίο εντοπίστηκε και υφίσταται η προσαύξηση περιουσίας. Ειδικότερα, ενώ για παράδειγμα στην μέθοδο της ρευστότητας η προσαύξηση περιουσίας εντοπίζεται στους τραπεζικούς λογαριασμούς και στην μέθοδο της καθαρής θέσης στην αποπληρωμή των δαπανών με ποσά που δεν δικαιολογούνται από τα διαθέσιμα εισοδήματα και δεν έχουν κατατεθεί στους τραπεζικούς λογαριασμούς, με την μέθοδο των αναλογιών και του περιθωρίου κέρδους δεν προσδιορίζεται που βρίσκεται το προϊόν της προσαύξησης περιουσίας, αφού αυτή με την μέθοδο που εφαρμόζεται δεν προκύπτει ούτε από το ταμείο της επιχείρησης ούτε από τους λογαριασμούς των εταίρων αλλά προσδιορίζεται με καθαρά θεωρητικές λογιστικές μεθόδους.
Σε πολλές περιπτώσεις με την εφαρμογή ων εμμέσων τεχνικών τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων προσδιορίζονται σε ύψος που δεν δικαιολογείται από την συναλλακτική εμπειρία. Ενδεικτικά, σε ζαχαροπλαστείο προσδιορίστηκε καθαρό κέρδος σε ποσοστό 50% του τζίρου του, σε σούπερ μάρκετ σε ποσοστό 30% του τζίρου του, ενώ η συναλλακτική εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου είδους επιχειρήσεις έχουν συντελεστή καθαρού κέρδους από 4% έως 10%.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η φορολογική αρχή χρησιμοποιεί τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου ουσιαστικά χωρίς βάσιμους λόγους και εφαρμόζει στοιχεία και μεθόδους οι οποίες καταλήγουν σε μη τεκμηριωμένα συμπεράσματα που οδηγούν σε δυσανάλογους φόρους σε σχέση με την βαρύτητα των παραβάσεων που τυχόν εντοπίζονται και με του φόρους που θα επιβάλλονταν επ΄αυτών αν διενεργούνταν έλεγχος με τις γενικές διατάξεις.



Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης