Αποτελέσματα live αναζήτησης

Γ. Χριστόπουλος στην ertnews: Το επίμαχο θέμα τροποποίησης των ποινών στο άρθρο 66 του ΚΦΔ

3 Νοέμβριου 2022 Σχόλια
Γ. Χριστόπουλος στην ertnews: Το επίμαχο θέμα τροποποίησης των ποινών στο άρθρο 66 του ΚΦΔ


Ι. Η στιχομυθία από τη φιλοξενία μου στην ΕΡΤ news:

Στο video που ακολουθεί παραθέτω τη στιχομυθία από τη φιλοξενία μου στην ΕΡΤnews στις ερωτήσεις των έγκριτων δημοσιογράφων Κώστα Λασκαράτου και Θάνου Σιαφάκα, σχετικά με την εναρμόνιση των ποινών στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Σημαντική η ενημερωτική παρέμβαση και από τον φιλοξενούμενο και γνωστό δικηγόρο, Διδάκτορα του φορολογικού δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κο Πέτρο Πανταζόπουλο, που υπογράμμισε «ότι αυτό που έκανε ο νομοθέτης, εν προκειμένω ο φορολογικός νομοθέτης, ήταν όντως να εναρμονίσει τον ΚΦΔ που είναι ένας ειδικός ποινικός νόμος με τον ποινικό κώδικα», συμπληρώνοντας ότι «δεν είναι κάποια τροποποίηση κάποια ειδική αλλαγή ώστε να πέφτουν στα μαλακά οι φοροφυγάδες». Εξήγησε ακόμη ότι «σε κάθε περίπτωση για το κομμάτι το οικονομικό που αναφέρατε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν είναι το ποινικό σκέλος που θα εισπράξει μεγάλο ποσό το δημόσιο. Πριν από το ποινικό κομμάτι, προϋπόθεση για την ποινική δίωξη είναι να υπάρχει χρηματικός καταλογισμός. Αν δεν υπάρξει αυτός δεν μπορεί να υπάρξει ποινική δίωξη».

Από την πλευρά μου με πρακτικά παραδείγματα φοροδιαφυγής (π.χ. εικονικά στοιχεία) εξήγησα «τα πως και τα γιατί». Ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα, ενώ με έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής θα καταλογιστεί σε κάθε περίπτωση (ανεξάρτητα της ποινικής δίωξης) και η φορολογητέα αφενός ύλη, με τον όποιο φόρο, τέλος, ή εισφορά καρπώθηκε ο εκδότης ή λήπτης, αλλά και το διοικητικό διαδικαστικό πρόστιμο.
Πολλοί νομίζουν ότι μόνο ποινικά διώκεται ο φοροφυγάς και ότι τώρα «πέφτει στα μαλακά»! Δυστυχώς λησμονούν ότι τότε ο νομοθέτης που τροποποίησε το άρθρο 463 στο νέο Π.Κ ως απόρροια δικαιοπολιτικής ανάγκης, γενίκευσε την ευνοϊκότερη διάταξη ως εξής: «Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως 10 έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περίπτωση δ». Δηλαδή: «δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως 10 έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως 6 έτη». Αυτή ακριβώς η εναρμόνιση έγινε στο άρθρο 66 «Εγκλήματα φοροδιαφυγής» του ΚΦΔ-Ν. 4174/2013.

Δυστυχώς όμως στη νέα κωδικοποίηση δεν είδαμε καμία βελτίωση των διαδικαστικών προστίμων:

Ούτε και στις περιπτώσεις που η ΔΕΔ άνοιξε το δρόμο με τις πρόσφατες αποφάσεις της (σημ. θυμίζω πρόσφατο άρθρο μας) που ακύρωσε και άλλα πρόστιμα 250 και 500 ευρώ για εκπρόθεσμες δηλώσεις απόδοσης παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων (φόρος διαμονής στα ξενοδοχεία) - τελών (τέλος πλαστικής σακούλας), με ποσά ακόμη και για αμελητέα λίγα λεπτά του ευρώ, 0,20, 0,48, 0,60!!! Για ακόμη μια φορά δυστυχώς αγνοήθηκε το αίτημα αυτό ως αναγκαιότητα νομοθετικής ρύθμισης που επαναλαμβάνεται σε αρκετά υπομνήματα της ΠΟΦΕΕ με αποφάσεις των Ολομελειών των Ενώσεών της, μαζί με τα υπόλοιπα θέματα του κλάδου.

ΙΙ. Εισαγωγή:


Ο κόμβος παρακολούθησε (ενημερώνοντας τους συναδέλφους) από την πρώτη στιγμή της δημοσιοποίησης του σχεδίου νόμου για την επικαιροποίηση και επανακωδικοποίηση των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Ήδη χθες 2 Νοεμβρίου, ανεβάσαμε το νομοσχέδιο «Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» μετά την ψήφιση των άρθρων στη Βουλή. Στην ουσία με τον νέο ΚΦΔ, ενοποιούνται οι υφιστάμενες διατάξεις που ισχύουν και απαλείφονται διατάξεις, οι οποίες έχουν καταστεί ανενεργές.

Αν θυμηθούμε το άρθρο μας στις 28 Σεπτεμβρίου με τίτλο «Έρχεται το νομοσχέδιο του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» πήραμε μια πρώτη γεύση περί τίνος πρόκειται.  
Σύμφωνα με την παρουσίαση τότε στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον Υπουργό Οικονομικών, Χρήστο Σταϊκούρα και τον Υφυπουργό Οικονομικών, Απόστολο Βεσυρόπουλο, των νομοθετικών πρωτοβουλιών για το θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και το νέο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ο νέος Κώδικας αποσκοπεί:
• Στην απόδοση των κωδικοποιούμενων διατάξεων με πιο εύληπτο και συστηματικό τρόπο, ώστε να είναι σαφές το νόημα των κανόνων που εισάγει.
• Στην άρση νοηματικών και ορολογικών ασυνεπειών.
• Στην αποκάθαρση του περιεχομένου μέσω της απαλοιφής των ανενεργών ρυθμίσεων.
• Στην εναρμόνιση με τη λοιπή φορολογική νομοθεσία και με τη νομοθεσία που διέπει τη σύσταση και λειτουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

ΙΙΙ. Μείωση των ποινών σε υποθέσεις φοροδιαφυγής;


Παρακολουθήσαμε δημοσιεύματα του Τύπου που έκαναν λόγo για μείωση των ποινών σε υποθέσεις φοροδιαφυγής μέσω του νέου, κυρωθέντος ήδη, Κ.Φ.Δ, για τα οποία το Υπουργείο Οικονομικών με ανακοίνωση τα θεωρεί αβάσιμα και με το κύριο επιχείρημα ότι οι προβλέψεις του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (σημ. πιο κάτω θα δούμε το κρίσιμο άρθρο 66 «Εγκλήματα φοροδιαφυγής»), έρχονται ως αναγκαίες προσαρμογές και «εναρμόνιση στα οριζόμενα των άρθρων 463 παρ. 3 και 83 περ. δ του νέου Ποινικού Κώδικα, που ορίζει τη φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή την κάθειρξη έως έξι (6) έτη». «Συνεπώς (λέει το Υπ. Οικ.) ότι ο νέος Κ.Φ.Δ., που κυρώθηκε σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 76 του Συντάγματος, δεν επηρεάζει με κανέναν τρόπο τις ποινές που επιβάλλονται για τα εγκλήματα φοροδιαφυγής και προβλέπονται από τον νέο Ποινικό Κώδικα, το νόμο 4619/2019 που νομοθέτησε η προηγούμενη Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, και ο οποίος λαμβάνεται υπόψη υποχρεωτικά κατά τη διαδικασία της νομοθετικής κωδικοποίησης». Και η ανακοίνωση καταλήγει ότι «ο νέος Κώδικας, σε καμία περίπτωση, δεν περιλαμβάνει ούτε αλλαγές σε ποινές που επιβάλλονται για τα εγκλήματα φοροδιαφυγής, ούτε καμία άλλη τροποποίηση υφιστάμενου νόμου».

IV. Ας δούμε όμως τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 66 «Εγκλήματα φοροδιαφυγής» με τις αλλαγές από τον νέο ΚΦΔ όπως ψηφίστηκε στη Βουλή:


(όπως θα παρατηρήσουμε με το πράσινο χρώμα στη στήλη των νέων διατάξεων η βασική προσαρμογή με τον Ποινικό Κώδικα είναι στην παρ. 5β και επίσης «όπου απειλείται ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή»)

ΣΥΓΚΡΙΣΗ των διατάξεων του άρθρου 66 «Εγκλήματα φοροδιαφυγής» με τις αλλαγές από τον νέο Κ ΦΔ που ψηφίστηκε στη Βουλή

Οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 66

Η ΝΕΑ διατύπωση με τον Νόμο….«Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας»

Άρθρο 66. Εγκλήματα φοροδιαφυγής

Άρθρο 66 Εγκλήματα φοροδιαφυγής

1.Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:  
α) προκειμένου να αποφύγει
την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη,  
β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές,  
γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων
δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν.
2. Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου.  
3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών:
α) αν ο φόρος που αναλογεί
στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή
β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:
αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή
ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.
4. Επιβάλλεται κάθειρξη
αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.
5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:
α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και
β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη
των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.
Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο
που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο
που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
Δεν είναι εικονικό
για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο.  
Δεν είναι εικονικό
το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο, έχει καταχωρηθεί στα βιβλία τόσο του λαμβάνοντα όσο και του εκδώσαντα το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις ΦΠΑ και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό.
6. Για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης.
Η μεταχείριση από τον δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση.

1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:
α) προκειμένου
να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή ειδικού φόρου ακινήτων (Ε.Φ.Α.), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη,
β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φ.Π.Α., του Φ.Κ.Ε., του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές,
γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν.
2. Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου.
3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ.:
α) αν ο φόρος που αναλογεί
στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή
β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους
ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:
αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ
, εφόσον αφορά Φ.Π.Α. ή
ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.
4. Επιβάλλεται κάθειρξη
, αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της παρ. 3 υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α., ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.
5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:
α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και
β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη,
εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη
των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Θεωρείται ως πλαστό
και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.
Θεωρείται επίσης
ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο
που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο
που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του Κώδικα ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
Δεν είναι εικονικό
για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο.
Δεν είναι εικονικό το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο έχει καταχωρισθεί στα βιβλία τόσο του λαμβάνοντα όσο και του εκδώσαντα το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις Φ.Π.Α. και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό.
6. Για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης.
Η μεταχείριση από τον δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση.


V. ΣΧΟΛΙΑ
: Από Ανάλυση συνεπειών ρύθμισης - Σχέδιο νόμου Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας-Αιτιολογική Έκθεση


Με το άρθρο 66 κωδικοποιείται το άρθρο 66 του ν. 4174/2013, το οποίο προστέθηκε ως νέο άρθρο 66 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 και το προϋφιστάμενο άρθρο 66 αναριθμήθηκε σε άρθρο 72, με τις εξής επισημάνσεις.
Στην περ. β της παρ. 5 η αναγραφόμενη σχετικά ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη που επιβάλλεται λόγω έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, αντικαθίσταται από την ποινή της φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους ή της κάθειρξης έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Τούτο, διότι στην παρ. 3 του άρθρου 463 του νέου Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.), ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 4619/2019 και ισχύει από 1ης.7.2019, έχει προβλεφθεί ότι «Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως 10 έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περίπτωση δ.
(σημ. η περίπτωση δ' έχει ως εξής: «δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη»)

Προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή:


Να σημειώσουμε ακόμη ότι ως απόρροια δικαιοπολιτικής ανάγκης αποτέλεσε η διάταξη του άρθρου 463 νέου ΠΚ που προβλέπει ότι «όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή».

Συνεπώς, η ανωτέρω αναγραφόμενη στην ως άνω ειδική ποινική μεταχείριση του άρθρου 66 έχει ήδη, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 463 και την περ. δ του άρθρου 83 του νέου Π.Κ., αντικατασταθεί από τη φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή την κάθειρξη έως έξι (6) έτη, και, επομένως, συντρέχει λόγος προσαρμογής του άρθρου 66 στο νεότερο πλαίσιο που έχει προσδιορίσει ο νέος Π.Κ., με την επισήμανση ότι η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της.

Τα ανωτέρω ήδη εφαρμόζονται και από τη νομολογία του Αρείου Πάγου και, μάλιστα, και για τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί σε χρόνο προ της ενάρξεως ισχύος του νέου Π.Κ. και, κατ' αρχήν, υπάγονταν στο πλαίσιο ποινής του άρθρου 66 του ν. 4174/2013.
Συγκεκριμένα γίνεται δεκτό ότι «κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019, νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019, αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου».


*Ο Γιώργος Χριστόπουλος είναι φοροτεχνικός - οικονομολόγος, με συγγραφική και διδακτική εμπειρία, φοροτεχνικός σύμβουλος της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδος, επιστημονικός συνεργάτης του Taxheaven, μέλος της «mental Group Γ. Χριστόπουλος και Συνεργάτες», τ. καθηγητής ΤΕΙ. ([email protected]


Δείτε το video:






Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης