Αποτελέσματα live αναζήτησης

Η αναβάθμιση από την S&P φέρνει πιο κοντά την ελληνική οικονομία σε επενδυτική βαθμίδα

26 Απρίλιου 2022 Σχόλια
Η αναβάθμιση από την S&P φέρνει πιο κοντά την ελληνική οικονομία σε επενδυτική βαθμίδα
  • Τελευταία ενημέρωση: Ο ΟΔΔΗΧ έδωσε εντολή στις BNP Paribas, BofA Securities, Citi, Deutsche Bank, Goldman Sachs Bank Europe SE και J.P. Morgan να προχωρήσουν τη διαδικασία επανέκδοσης του 7ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου που είχε εκδοθεί τον Απρίλιο του 2020, με το βιβλίο προσφορών να αναμένεται να ανοίξει αύριο εκτός απροόπτου

Του Νίκου Σακελλαρίου, συνεργάτη του Taxheaven

Η αναβάθμιση το βράδυ της Μεγ. Παρασκευής της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τη βαθμίδα ΒΒ σε ΒΒ+, με σταθερό outlook στην οποία προχώρησε ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης Standard&Poor's, φέρνει ένα σκαλί κάτω από την επενδυτική βαθμίδα.

Οι επόμενες αξιολογήσεις για τη χώρα μας είναι της Fitch στις 8 Ιουλίου, η διπλή ετυμηγορία από Moody’s και DBRS στις 16 Σεπτεμβρίου, η τρίτη αξιολόγηση της Fitch στις 7 Οκτωβρίου και η τελευταία για το έτος της S&P, όπως προαναφέρθηκε, στις 21 Οκτωβρίου.

Ο αμερικανικός οίκος εκτιμά ότι η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί στο 3,4% το 2022, από 8,3% πέρυσι. Ο πληθωρισμός έφτασε σε υψηλό 27 ετών, στο 8% τον Μάρτιο, ωστόσο, όπως εκτιμά η S&P, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία για ανοδική πίεση στους μισθούς, πράγμα που σημαίνει ότι ο πληθωρισμός σε ετήσια βάση φαίνεται πιθανό να επιβραδυνθεί έως τον Σεπτέμβριο, όταν τα πολύ υψηλά μηνιαία μεγέθη από το τρίτο τρίμηνο του 2021 θα αρχίσουν να εξομαλύνουν τον δείκτη.

Εν αναμονή νέας έκδοσης ομολόγου

Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, ουσιαστικά ανοίγει τον δρόμο για την έκδοση κάποιου νέου ομολόγου μέσα στο β' τρίμηνο του 2022. Μία εξέλιξη που μάλλον είχε καθυστερήσει λόγω των πληθωριστικών πιέσεων και της εκτίναξης των επιτοκίων. Με την αναβάθμιση της αξιολόγησης ανοίγει ο δρόμος και στους άλλους οίκους που είχαν καθυστερήσει την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας να κάνουν μία θετική αξιολόγηση.

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μέχρι το 2026 για αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης

Παρά το πιο ταραγμένο εξωτερικό περιβάλλον, η κυβέρνηση, δεσμευμένη για την περίοδο 2022-2026 στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, θα πρέπει να σημειώσει περαιτέρω πρόοδο στην εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής εξυγίανσης, εδραιώνοντας την καθοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, σημειώνει ο οίκος.

Ελληνικές τράπεζες: Έχουν προχωρήσει σε σημαντικές μειώσεις των NPL’s

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν υποχωρήσει κάτω από το 13% του συνολικού αποθέματος δανείων το 2021, καθώς οι τράπεζες έχουν τιτλοποιήσει και πουλήσει τα συγκεκριμένα ανοίγματα. Παράλληλα, η δανειοδοτική ικανότητα των τραπεζών βελτιώνεται, δίνοντας δυναμική στην επιδραστικότητα της νομισματικής πολιτικής.

Πως αιτιολόγησε την αναβάθμιση η S&P

Η αναβάθμιση  αντανακλά τις προσδοκίες της S&P για συνεχή βελτίωση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών της Ελλάδας, ενώ οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία φαίνονται διαχειρίσιμες δεδομένων των σημαντικών αποθεματικών ασφαλείας, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα.

Οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας και η επιτάχυνση του πληθωρισμού θα συμβάλουν σε μια επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ φέτος στο 3,4% έναντι του 8,3% που είχε καταγραφεί το 2021, ενώ το ΑΕΠ αναμένεται να αυξάνεται μεσοσταθμικά άνω του 3% την περίοδο 2023-2025, χάρη στο Ταμείο Ανάκαμψης και άλλες μεταβιβάσεις, καθώς και στην αναμενόμενη ισχυρή περαιτέρω ανάκαμψη των εσόδων από τον τουρισμό.

Μετά το 2020, η αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης της Ελλάδας και οι προσπάθειες για οικονομική ανθεκτικότητα έχουν λάβει ώθηση από τις νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Η υποστηρικτική νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) διευκόλυνε την πρόσβαση της Ελλάδας στην αγορά για κρατικό δανεισμό με σχετικά χαμηλό κόστος, με τη συμπερίληψη των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο έκτακτο πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων λόγω πανδημίας της ΕΚΤ (PEPP) και ως εγγυήσεις στις πράξεις επαναγοράς της ΕΚΤ.  Πρόσφατα, ενόψει του τερματισμού του PEPP τον Μάρτιο του 2022, η ΕΚΤ διευκρίνισε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά κρατικά ομόλογα, εάν παρατηρήσει δυσχέρειες στη επιδραστικότητα της νομισματικής πολιτικής στην Ελλάδα ενόσω η οικονομία της συνεχίζει να ανακάμπτει από την πανδημία.

Δημοσιονομικά ‘μαξιλάρια’ ρευστότητας

Η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συνεχίζει να επωφελείται από τα σημαντικά δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας της κυβέρνησης, χάρη στη διατήρηση των σημαντικών αποθεμάτων ρευστότητας στον ισολογισμό της κυβέρνησης και την ευνοϊκή διάρθρωση του δημόσιου χρέους. Εκτιμάται ότι τα τρέχοντα ταμειακά αποθέματα ισοδυναμούν με σχεδόν τριπλάσια κάλυψη του καθαρού δημόσιου δανεισμού τα επόμενα δύο χρόνια. Αυτό, μαζί με τις χαμηλές απαιτήσεις αναχρηματοδότησης, θα βοηθήσει προσφέροντας "ανοσία" στα δημόσια οικονομικά έναντι της αύξησης των επιτοκίων παγκοσμίως, αν και η αύξηση των πραγματικών επιτοκίων ενδέχεται να ασκήσει πίεση στα δημόσια οικονομικά, επιβαρύνοντας την επέκταση του ΑΕΠ.

Σε όρους ωρίμανσης και μέσου κόστους τόκων, η Ελλάδα έχει ένα από τα πλέον ευνοϊκά προφίλ χρέους από όλα τα κράτη που αξιολογεί η Standard&Poor's. Ο οίκος αναμένει ότι το εμπορικό τμήμα του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης της Ελλάδας θα αντιπροσωπεύει περίπου το 25% του συνολικού χρέους ή λίγο περισσότερο από το 50% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022. Η πρόβλεψη της S&P είναι ότι οι δείκτες ακαθάριστου και καθαρού χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ της γενικής κυβέρνησης θα συνεχίσουν να έχουν πτωτική τάση κατά την περίοδο 2022-2025, υποβοηθούμενοι από την ανάκαμψη της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ και τη δημοσιονομική εξυγίανση.

Ενίσχυση ανάπτυξης από τον τουρισμό


Ο τουρισμός αντιπροσωπεύει περίπου το 10% της συνολικής απασχόλησης και λίγο λιγότερο από το 7% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Το 2019, οι καθαρές τουριστικές εξαγωγές της Ελλάδας έφθασαν στο ιστορικό υψηλό των 15,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, που αντιστοιχεί στο 8,4% του ΑΕΠ. Ο οίκος δεν προβλέπει επιστροφή των καθαρών κερδών από τον τουρισμό σε αυτά τα προ πανδημίας υψηλά επίπεδα μέχρι το 2023-2024. Ωστόσο, τα κέρδη στον κλάδο βελτιώθηκαν σημαντικά το 2021. Για παράδειγμα, οι αφίξεις τουριστών πρακτικά διπλασιάστηκαν σε σύγκριση με το 2020, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις υπερδιπλασιάστηκαν στα 10,7 δισ. ευρώ από 4,3 δισ. ευρώ, φτάνοντας στο 47% και στο 59% αντίστοιχα των επιπέδων του 2019. Αυτό υποδηλώνει ότι η συνεχιζόμενη ανάκαμψη του τουρισμού θα στηρίξει σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια και θα συμβάλει στη σταδιακή μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αυτή η προσδοκία υποστηρίζεται επίσης από ενδείξεις για σημαντικές αυξήσεις της χωρητικότητας πτήσεων προς την Ελλάδα (με εξαίρεση τη Ρωσία, από και προς την οποία απαγορεύονται οι πτήσεις).
 
Κατασκευές και μεταποίηση επηρεάζονται από το ενεργειακό κόστος

Οι δείκτες επιχειρηματικής και καταναλωτικής εμπιστοσύνης, καθώς και οι τάσεις στη βιομηχανική παραγωγή, επηρεάστηκαν από αβεβαιότητες που σχετίζονται με τη δυναμική του πληθωρισμού, ιδίως σε σχέση με τις υψηλές τιμές ενέργειας και ηλεκτρισμού. Η απότομη αύξηση του πληθωρισμού πιθανότατα θα επιβαρύνει την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Ως αποτέλεσμα της απότομης αύξησης του πληθωρισμού, η Standard&Poor’s αναμένει ότι η ιδιωτική κατανάλωση και η επενδυτική δραστηριότητα θα επιβραδυνθούν φέτος, αν και αναμένει επίσης ότι οι καθαρές άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

Οι βοήθειες του Ταμείου Ανάκαμψης

Ο οίκος πιστεύει ότι η ελληνική οικονομία θα επωφεληθεί ουσιαστικά από τις διαθέσιμες διευκολύνσεις στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Ελλάδα πρόκειται να λάβει επιχορηγήσεις 17,8 δισ. ευρώ έως το 2026 και δάνεια 12,7 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα δάνεια που έλαβε μέσω του προγράμματος Υποστήριξης για τον Μετριασμό των Κινδύνων Ανεργίας σε Έκτακτη Ανάγκη (SURE) για τη στήριξη της απασχόλησης. Το 2021, έλαβε σχεδόν 4 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ (RRF), ενώ άλλα 5,2 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν προγραμματιστεί προς εκταμίευση το 2022.
 
Ο οίκος πιστεύει ότι, εάν χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά, αυτά τα κεφάλαια θα μπορούσαν να επιταχύνουν τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στην οικονομία και θα συμβάλουν σε ισχυρότερη ανάπτυξη σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ειδικά στο πλαίσιο της αυξημένης αβεβαιότητας σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία.

Η συνέχιση της επαναγοράς ομολόγων από την  ΕΚΤ


Το PEPP της ΕΚΤ, που ξεκίνησε με την έναρξη της πανδημίας για τη σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, συνέβαλε στην απορρόφηση των οικονομικών κραδασμών που προέρχονταν από την πανδημία της COVID-19, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην Ελλάδα. Εκτός από την παραίτηση από τις απαιτήσεις καταλληλότητας για τίτλους που εκδόθηκαν από το ελληνικό δημόσιο, η ΕΚΤ δέχθηκε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα ως εξασφαλίσεις στις πράξεις επαναγοράς της, ενισχύοντας περαιτέρω τη στήριξη ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα.

Οι προοπτικές του χρέους

Λαμβάνοντας υπ' όψη την αναμενόμενη οικονομική ανάκαμψη και τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, η S&P αναμένει ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί σε περίπου 184% του ΑΕΠ το 2022, από περίπου 193% το 2021, πριν υποχωρήσει περαιτέρω την περίοδο 2023-2025. Χωρίς να υπολογίζονται τα αποθέματα μετρητών, ο οίκος προβλέπει μείωση του καθαρού χρέους της γενικής κυβέρνησης σε περίπου 170% του ΑΕΠ το 2022 - το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών που αξιολογεί η S&P - από περίπου 176% του ΑΕΠ το 2021.

Παρά τη σημαντική επιδείνωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου το 2020 και το 2021 σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο, η Ελλάδα εισήλθε στην πανδημία με σημαντικά δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας.

Αυτό αποδεικνύεται από την υποκείμενη διαρθρωτική δημοσιονομική της θέση πριν από την πανδημία (εκτιμάται σε πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 2% του ΑΕΠ το 2019), καθώς και από την πρόσβασή της σε σημαντικά αποθέματα ρευστότητας (που εκτιμάται σε περίπου 17% του ΑΕΠ στο τέλος του 2021, εξαιρουμένης της χορήγησης από το ΔΝΤ ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων, που υπολογίζονται σε 3 δισ. ευρώ), τα οποία μειώνουν αισθητά τις δανειακές ανάγκες της. Η πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ να συνεχίσει να αγοράζει ομόλογα του ελληνικού δημοσίου πέραν του rollover, είναι κατά την άποψή του οίκου "κλειδί" για την πρόσβαση της Ελλάδας σε χρηματοδότηση σε προσιτές τιμές.



Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης