Αποτελέσματα live αναζήτησης

Η αφετηρία του χρόνου παραγραφής των φορολογικών ποινικών αδικημάτων και της λαθρεμπορίας μετά το ν. 4745/2020

1 Απρίλιου 2022 Σχόλια
Η αφετηρία του χρόνου παραγραφής των φορολογικών ποινικών αδικημάτων και της λαθρεμπορίας μετά το ν. 4745/2020
  • Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προβληματισμούς προκαλεί η υπ’ αριθμ. 594/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος), αναφορικά με το χρόνο έναρξης της παραγραφής των ποινικών αδικήματων της λαθρεμπορίας και της φοροδιαφυγής, κατόπιν των τροποποίησεων που επέφερε ο Ν.4745/2020.

Σύμφωνα με τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 55Α§3 και 68§2 του Ν.4174/2013, όπως αυτά προστέθηκαν με τα άρθρα 3§5 και 8 του Ν. 4337/2015, η παραγραφή των φορολογικών αδικημάτων ξεκινούσε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής.

Ο Ν.4745/2020 με το άρθρο 92 κατήργησε ρητά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 55Α§3 και 68§2 του Ν.4174/2013  περί παραγραφής. Συνεπεία της κατάργησης αυτής και ελλείψει άλλης ειδικότερης ρύθμισης, προέκυψε εύλογα ότι τυγχάνουν πλέον εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, που έχουν ως συνέπεια ο χρόνος έναρξης της παραγραφής των φορολογικών αδικημάτων να εκκινεί από την τέλεση της σχετικής πράξης του υπαιτίου, αίροντας έτσι την προϋφιστάμενη, κατά τα ανωτέρω, διάσταση του χρόνου τέλεσης της πράξης και του χρόνου έναρξης της παραγραφής. Με το καθεστώς των διατάξεων του Ν.4745/2020, οι δύο αυτοί χρόνοι (φαίνεται να) ταυτίζονται.

Δημιουργήθηκε, όμως, ερμηνευτικό πρόβλημα με τις μεταβατικές διατάξεις του ως άνω νόμου και συγκεκριμένα με το κατά πόσον οι πράξεις φοροδιαφυγής που έχουν τελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του Ν.4745/2020 (ΦΕΚ Α’ 214/06-11-2020) καταλαμβάνονται από το νέο καθεστώς που αυτός εισήγαγε ως προς το χρόνο έναρξης παραγραφής.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 32 του Ν.4745/2020 εισήχθησαν νέες δικονομικές διατάξεις  στις υποθέσεις λαθρεμπορίας και φοροδιαφυγής, τροποποιουμένων μεταξύ άλλων των άρθρων 55Α (με τίτλο ‘’παραγραφή εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη’’) και 68§3 (με τίτλο ‘’έναρξη παραγραφής, υλική αρμοδιότητα, πολιτική αγωγή κλπ’’) του Ν.4174/2013.

Ενώ λοιπόν, η παράγραφος 3 του άρθρου 55Α, περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής, καταργήθηκε με το αρ. 92 του Ν.4745/2020 (όπως και η αντίστοιχη ειδική διάταξη της παρ. 2 του αρ. 68§2 του Ν.4174/2013), η τροποποιημένη νέα διάταξη του άρθρου 55Α (ως σύνολο, με μία πλέον παράγραφο) εισήχθη με το άρθρο 32 του ίδιου νόμου.

Όμως, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 του Ν.4745/2020 έγινε μνεία ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του νόμου (ήτοι μετά τις 6/11/2020), δίχως όμως να υπάρξει αντίστοιχη μνεία και για το άρθρο 92 του ίδιου νόμου, με το οποίο καταργήθηκαν οι διατάξεις του αρ. 55Α§3 και 68§2 του Ν.4174/2013, περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των φορολογικών αδικημάτων.

Αφού, λοιπόν, ο νομοθέτης δεν θέσπισε τη μη αναδρομικότητα του ως άνω άρθρου 92 του Ν.4745/2020, προκύπτει ότι η κατάργηση αυτή καταλαμβάνει και τα φορολογικά αδικήματα που έχουν τελεστεί πριν τη δημοσίευση του Ν. 4745/2020, εφαρμοζομένης της θεμελιώδους αρχής της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου, όπως αυτή θεσπίζεται στο αρ. 2 Π.Κ.. Κατά συνέπεια, ο χρόνος έναρξης της παραγραφής (φαίνεται να) ταυτίζεται με το χρόνο τέλεσής και των φορολογικών αδικημάτων που έχουν τελεστεί KAI πριν τις 6/11/2020 ερμηνεία που ακολούθησαν τα ποινικά δικαστήρια στη χώρα.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δημιουργεί προβληματισμούς και ερωτηματικά η ως άνω υπ’ αριθμ. 594/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα), που κατά την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης των νομίμων εκπροσώπων γνωστού αθλητικού σωματείου της Θεσσαλονίκης, ως κατηγορούμενων για φοροδιαφυγή, έκρινε ότι ο χρόνος έναρξης της παραγραφής των φορολογικών αδικημάτων που τελέστηκαν πριν τη δημοσίευση του Ν.4745/2020 δεν ταυτίζεται με το χρόνο τέλεσης της πράξης, υιοθετώντας το σκεπτικό ότι και το ζήτημα του χρόνου έναρξης της παραγραφής καταλαμβάνεται από τη μεταβατική διάταξη του αρ. 96 του Ν. 4745/2020 και άρα αφορά ομοίως μόνο τα τελούμενα μετά τη δημοσίευση του Ν.4745/2020 φορολογικά αδικήματα.

Το σκεπτικό της ως άνω αεροπαγιτικής απόφασης φαίνεται να βασίζεται στις ακόλουθες τρείς σκέψεις, ήτοι: α) από τη στιγμή που η νέα διάταξη του αρ. 55Α του Ν. 4174/2013 ισχύει ρητά (βάσει του αρ.96 του Ν.4745/2020) για τα μετά από τις 6/11/2020 φορολογικά αδικήματα, προκύπτει ότι για τα αντίστοιχα αδικήματα που τελέστηκαν προ της δημοσίευσης του νόμου, ισχύει αμιγώς η προγενέστερη διάταξη του αρ. 55Α του Ν.4174/2013, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου έναρξης της παραγραφής, υπολαμβάνοντας προφανώς ότι εξακολουθεί να ισχύει γι’ αυτά και η ήδη καταργημένη (με το αρ. 92 του Ν.4174/2013) διάταξη της παραγράφου 3 του αρ. 55Α του Ν. 4174/2013 περί παραγραφής, αν και ουδεμία περαιτέρω αιτιολογία εισφέρεται επ’ αυτού, β) η διαχρονική βούληση του νομοθέτη είναι η τοποθέτηση του χρόνου έναρξης της παραγραφής των φορολογικών αδικημάτων μεταγενέστερα του χρόνου τέλεσης αυτών και γ) λαμβανομένης υπόψη της τροποποίησης και των διατάξεων περί αναστολής της παραγραφής με το Ν. 4745/2020, προκύπτει ότι οι διατάξεις περί  παραγραφής και περί αναστολής αυτής αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα και συνιστούν ‘’μία διάταξη’’ , κατά την έννοια του αρ. 2 Π.Κ., με συνέπεια να μην δύναται να εφαρμόζεται για τις μεν διατάξεις ο μεταγένεστερος νόμος και για τις δε ο προγενέστερος.

Έκαστη των ανωτέρω σκέψεων δημιουργούν προβληματισμούς, καθώς: α) δεν εισφέρεται ορισμένη και πλήρης αιτιολογία για την εφαρμογή στα τελεσθέντα προ της 6ης Νοεμβρίου 2020 φορολογικά αδικήματα της προγενέστερης διάταξης του αρ. 55Α του Ν. 4174/2013, όταν μάλιστα η επίμαχη 3η παράγραφος αυτού περί παραγραφής καταργήθηκε ρητά άνευ μνείας περί μη αναδρομικότητας, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και ενώ η ειδική διάταξη του αρ. 68§2 του Ν. 4174/2013 καταργήθηκε ομοίως άνευ μνείας περί μη αναδρομικότητας, β) παράγει εκ των προτέρων αβέβαια αποτελέσματα η προσπάθεια κάμψης της θεμελιώδους δικονομικής αρχής περί (αναδρομικής) εφαρμογής του ηπιότερου πάντοτε νόμου (αρ. 2 Π.Κ.), που στηρίζεται  στην ερμηνεία της βούλησης του νομοθέτη, γ) η ταύτιση των διατάξεων περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής και των αντίστοιχων περί αναστολής αυτής και η αντιμετώπισή τους ως ‘’μία διάταξη’’ επί τω τέλει του μη διαχωρισμού της εφαρμογής τους, εν μέρει με τον προγενέστερο και εν μέρει με τον μεταγένεστερο νόμο, μοιάζει ασύμβατη με το αρ. 2 Π.Κ., δεδομένου ότι το (νέο) άρθρο 2 Π.Κ., όπως διαμορφώθηκε κατόπιν της τροποποίησης του Ποινικού Κώδικα με το Ν. 4619/2019, προβλέπει πλέον τη δυνατότητα αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης (επιμέρους) διάταξης νόμου και όχι απαραίτητα του ηπιότερου νόμου (ως σύνολο).

Συνεπώς, η νέα διάταξη του αρ. 2 Π.Κ. θεσπίζει ρητά τη δυνατότητα διαχωρισμού των επιμέρους διατάξεων ενός νόμου, με σκοπό ακριβώς την εφαρμογή σε κάθε περίπτωση της διάταξης εκείνης που είναι ηπιότερη και ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται επαρκής και ορθή η αιτιολόγηση της εφαρμογής των προγενέστερων διατάξεων του Ν.4174/2013 και επί του ζητήματος του χρόνου έναρξης της παραγραφής των τελούμενων πριν τις 6/11/2020 φορολογικών αδικημάτων.

Εν αναμονή της τελικής διαμόρφωσης της σχετικής νομολογίας και από τα ποινικά δικαστήρια ουσίας όλων των βαθμίδων και σε όλη τη χώρα και πιθανόν και σύντομα και από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, καθόσον το πιθανότερο είναι να ανακύψει σύντομα και αντίθετη απόφαση που θα λυθεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΚΟΥΜΗΣ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΕΛΕΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ




Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης