Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΔΕΕ - Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Altice Europe κατά της απόφασης της Επιτροπής με την οποία της επιβλήθηκαν δύο πρόστιμα συνολικού ποσού 124,5 εκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο της εξαγοράς της PT Portugal

22 Σεπτέμβριος 2021
ΔΕΕ - Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Altice Europe κατά της απόφασης της Επιτροπής με την οποία της επιβλήθηκαν δύο πρόστιμα συνολικού ποσού 124,5 εκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο της εξαγοράς της PT Portugal
© Taxheaven - H εικόνα προστατεύεται από τον νόμο περι πνευματικής ιδιοκτησίας - Δείτε περισσότερα στους όρους χρήσης


Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 160/21


Λουξεμβούργο, 22 Σεπτεμβρίου 2021
    
Απόφαση στην υπόθεση T-425/18 Altice Europe κατά Επιτροπής


Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Altice Europe κατά της απόφασης της Επιτροπής με την οποία της επιβλήθηκαν δύο πρόστιμα συνολικού ποσού 124,5 εκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο της εξαγοράς της PT Portugal

Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο διατάσσει να μειωθεί κατά 6,22 εκατομμύρια ευρώ το ποσό του προστίμου που αφορά την αθέτηση της υποχρέωσης κοινοποίησης της συγκέντρωσης στην Επιτροπ
ή

Η Altice Europe NV (στο εξής: Altice) είναι πολυεθνική εταιρεία τηλεπικοινωνιών και καλωδιακής τηλεόρασης. Η PT Portugal SGPS SA (στο εξής: PT Portugal) είναι φορέας παροχής τηλεπικοινωνιών και πολυμέσων, οι δε δραστηριότητές του καλύπτουν ολόκληρο τον τομέα των τηλεπικοινωνιών στην Πορτογαλία.

Στις 9 Δεκεμβρίου 2014, η Altice συνήψε σύμβαση εξαγοράς μετοχών (Share Purchase Agreement, στο εξής: SPA) με σκοπό να αναλάβει τον αποκλειστικό έλεγχο της PT Portugal μέσω της θυγατρικής της Altice Portugal SA. Δεδομένου ότι η εν λόγω εξαγορά έπρεπε να εγκριθεί από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του κανονισμού περί συγκεντρώσεων1, η SPA προέβλεπε σειρά κανόνων σχετικά με τη διαχείριση των δραστηριοτήτων της PT Portugal μεταξύ της υπογραφής της συμφωνίας αυτής και της ολοκλήρωσης της πράξης κατόπιν έγκρισης εκ μέρους της Επιτροπής (στο εξής: προπαρασκευαστικές ρήτρες).

Με απόφαση της 20ής Απριλίου 2015, η Επιτροπή κήρυξε την εξαγορά συμβατή με την εσωτερική αγορά, υπό την προϋπόθεση τήρησης ορισμένων δεσμεύσεων.

Τον Μάρτιο του 2016, μετά από πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, η Επιτροπή κίνησε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει αν η Altice είχε παραβεί τις διατάξεις του κανονισμού περί συγκεντρώσεων οι οποίες, αφενός, προβλέπουν υποχρέωση κοινοποίησης της συγκέντρωσης στην Επιτροπή πριν από την πραγματοποίησή της2 και, αφετέρου, απαγορεύουν την πραγματοποίησή της προτού αυτή κοινοποιηθεί και κηρυχθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά3.

Στηριζόμενη στα αποτελέσματα της έρευνάς της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Altice είχε τη δυνατότητα να ασκήσει αποφασιστική επιρροή στην PT Portugal ή είχε ασκήσει έλεγχο στον φορέα αυτόν προτού εκδοθεί η απόφαση έγκρισης της Επιτροπής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και πριν από την κοινοποίηση της συγκέντρωσης. Συναφώς, η Επιτροπή διαπίστωσε, πρώτον, ότι ορισμένες προπαρασκευαστικές ρήτρες παρείχαν στην Altice δικαίωμα αρνησικυρίας σε σχέση με τον διορισμό των ανώτερων διευθυντικών στελεχών της PT Portugal, με την τιμολογιακή της πολιτική, με τους εμπορικούς όρους που συμφωνούνται με τους πελάτες της, καθώς και με τη δυνατότητά της να συνάπτει, να καταγγέλλει ή να τροποποιεί ένα ευρύ φάσμα συμβάσεων. Δεύτερον, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι εν λόγω ρήτρες είχαν εφαρμοσθεί επανειλημμένως, όπερ συνεπαγόταν παρέμβαση της Altice στην καθημερινή λειτουργία της PT Portugal. Τρίτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, αφ’ ης στιγμής υπεγράφη η SPA, αντηλλάγησαν εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούσαν την PT Portugal.

Ως εκ τούτου, με απόφαση της 24ης Απριλίου 2018, η Επιτροπή επέβαλε στην Altice πρόστιμο ύψους 62 250 000 ευρώ λόγω παράβασης της υποχρέωσης κοινοποίησης της συγκέντρωσης καθώς και πρόστιμο ύψους 62 250 000 ευρώ λόγω μη συμμόρφωσης με την απαγόρευση πραγματοποίησης της συγκέντρωσης πριν από την κοινοποίησή της στην Επιτροπή και πριν από την έγκρισή της από την τελευταία4.

Η Altice άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης, την οποία το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει εν μέρει. Στην απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει την ερμηνεία και την εφαρμογή των υποχρεώσεων κοινοποίησης και αναστολής των συγκεντρώσεων με ευρωπαϊκή διάσταση οι οποίες προβλέπονται στον κανονισμό περί συγκεντρώσεων.

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει καταρχάς την ένσταση έλλειψης νομιμότητας που προέβαλε η Altice, κατά την οποία η υποχρέωση κοινοποίησης της συγκέντρωσης (που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων) και το πρόστιμο που επιβάλλεται σε περίπτωση αθέτησής της (που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού) επικαλύπτονται με την υποχρέωση περί μη πραγματοποίησης της συγκέντρωσης προτού αυτή κοινοποιηθεί και εγκριθεί (που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού) και με το πρόστιμο που επιβάλλεται σε περίπτωση αθέτησης της εν λόγω υποχρέωσης (που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού). Στο πλαίσιο αυτό, η Altice προέβαλε, επιπλέον, παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της απαγόρευσης επιβολής διπλών κυρώσεων, καθόσον οι προαναφερθείσες διατάξεις επέτρεπαν στην Επιτροπή να επιβάλει δεύτερο πρόστιμο στο ίδιο πρόσωπο για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί, πρώτον, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων επιδιώκουν αυτοτελείς σκοπούς. Σκοπός του πρώτου είναι να υποχρεούνται οι επιχειρήσεις να κοινοποιούν τη συγκέντρωση πριν αυτή πραγματοποιηθεί, ενώ σκοπός του δευτέρου είναι να εμποδίζεται η εκ μέρους των επιχειρήσεων πραγματοποίηση της συγκέντρωσης προτού η Επιτροπή την κηρύξει συμβατή με την εσωτερική αγορά. Επιπλέον, το άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπει υποχρέωση πράξης, ενώ το άρθρο 7, παράγραφος 1, προβλέπει υποχρέωση αποχής από πράξη. Επιπροσθέτως, ενώ η παράβαση της πρώτης διάταξης συνιστά στιγμιαία παράβαση, η παράβαση της δεύτερης συνιστά διαρκή παράβαση.

Βάσει των ως άνω εκτιμήσεων, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων δεν επικαλύπτονται με το άρθρο 7, παράγραφος 1 και με το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας ούτε την απαγόρευση επιβολής διπλών κυρώσεων. Επιπροσθέτως, το να κηρυχθούν παράνομες οι διατάξεις αυτές όχι μόνο θα αντέβαινε στον σκοπό του κανονισμού που έγκειται στη διασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου των συγκεντρώσεων, αλλά θα στερούσε επίσης από την Επιτροπή τη δυνατότητα να διακρίνει, μέσω των προστίμων που επιβάλλει, μεταξύ της περίπτωσης στην οποία η επιχείρηση τηρεί την υποχρέωση κοινοποίησης, αλλά αθετεί την υποχρέωση αναστολής, και εκείνης στην οποία η επιχείρηση αθετεί αμφότερες τις υποχρεώσεις.

Όσον αφορά, περαιτέρω, το επιχείρημα της Altice κατά το οποίο οι προπαρασκευαστικές ρήτρες της SPA δεν της παρείχαν την εξουσία να εμποδίζει τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων και δεν ήταν δυνατόν, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν ως δικαιώματα αρνησικυρίας μέσω των οποίων η ίδια ήλεγχε την PT Portugal, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει καταρχάς την προπαρασκευαστική ρήτρα που παρέχει στην Altice τη δυνατότητα να διορίζει και να απολύει τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη της PT Portugal ή να τροποποιεί τις συμβάσεις τους. Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί, συναφώς, ότι ο έχων τη δυνατότητα συμμετοχής σε αποφάσεις που αφορούν τη στελέχωση διευθυντικών θέσεων δύναται εν γένει να ασκεί αποφασιστική επιρροή στην εμπορική πολιτική μιας επιχείρησης.

Επιπλέον, συνεπεία της προπαρασκευαστικής ρήτρας, δυνάμει της οποίας η Altice μπορούσε να παρεμβαίνει στην τιμολογιακή πολιτική της PT Portugal, η τελευταία υποχρεούτο να λαμβάνει τη γραπτή συγκατάθεση της Altice για οιαδήποτε αλλαγή των τιμών και για κάθε τροποποίηση των γενικών όρων της.

Στο μέτρο που οι προπαρασκευαστικές ρήτρες επέτρεπαν, επιπλέον, στην Altice να συνάπτει, να καταγγέλλει ή να τροποποιεί ένα ευρύ φάσμα συμβάσεων της PT Portugal, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι εν λόγω ρήτρες, οι οποίες συνοδεύονταν από δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση παράβασης, υποχρέωναν την PT Portugal να ζητεί την προηγούμενη έγκριση της Altice για όλες τις σημαντικές συμβάσεις, είτε αυτές σχετίζονταν με τη συνήθη επιχειρηματική δραστηριότητα είτε όχι και ανεξαρτήτως της οικονομικής αξίας τους.

Επ’ αυτού, η Altice δεν είχε άλλωστε αποδείξει ότι οι σχετικές προπαρασκευαστικές ρήτρες ήταν απαραίτητες προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση της αξίας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης ή προκειμένου να μη θιγεί η εμπορική ακεραιότητά της.

Με γνώμονα τα ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, δυνάμει των προπαρασκευαστικών ρητρών, η Altice μπορούσε να ασκεί έλεγχο επί της PT Portugal, καθόσον της παρεχόταν η δυνατότητα να ασκεί αποφασιστική επιρροή στη δραστηριότητα της τελευταίας. Κατά την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, από διάφορα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, επιπλέον, ότι η Altice είχε επανειλημμένως πράγματι παρέμβει στην καθημερινή λειτουργία της PT Portugal και ότι είχαν ανταλλαγεί εμπιστευτικές πληροφορίες μεταξύ της Altice και της PT Portugal.

Τέλος, δεδομένου ότι η έναρξη ισχύος των προπαρασκευαστικών ρητρών της SPA, ορισμένες παρεμβάσεις και ορισμένες ανταλλαγές εμπιστευτικών πληροφοριών χρονολογούνταν πριν από την κοινοποίηση της πράξης, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι η Altice είχε ασκήσει αποφασιστική επιρροή στην PT Portugal, αθετώντας τόσο την υποχρέωση κοινοποίησης που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, όσο και την υποχρέωση αναστολής που υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.

Ωστόσο, στο πλαίσιο της άσκησης της πλήρους δικαιοδοσίας του, το Γενικό Δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει να μειωθεί κατά 10% το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε λόγω παράβασης της υποχρέωσης κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, ούτως ώστε να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι, πριν από την υπογραφή της SPA, η Altice είχε ενημερώσει την Επιτροπή για την πράξη που επρόκειτο να πραγματοποιήσει και ότι, αμέσως μετά την υπογραφή, είχε απευθύνει στην Επιτροπή αίτημα για τον ορισμό ομάδας η οποία θα αναλάμβανε την εξέταση του φακέλου της.


1Κανονισμός (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ 2004, L 24, σ. 1, στο εξής: κανονισμός περί συγκεντρώσεων).
2Άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων.
3Άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων.
4Απόφαση C(2018) 2418 τελικό για την επιβολή προστίμων λόγω πραγματοποίησης συγκέντρωσης κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων (υπόθεση M.7993 – Altice/PT Portugal).



Θέλετε να δείτε τα σχόλια; Η προβολή των σχολίων απαιτεί την ενεργοποίηση των cookies, επιλογή η οποία έχει απενεργοποιηθεί απο εσάς.
Μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies πατώντας εδώ και να επιτρέψετε την προβολή των σχολίων σε κάθε άρθρο.

Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης