Αποτελέσματα live αναζήτησης

ΔΕΕ - Εσφαλμένη αναγραφή φόρων σε τιμολόγιο, Καλή πίστη του εκδότη του τιμολογίου - Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν δυνατότητα διακανονισμού του φόρου που έχει εσφαλμένως αναγραφεί σε τιμολόγιο φόρου

ΔΕΕ -  Εσφαλμένη αναγραφή φόρων σε τιμολόγιο,  Καλή πίστη του εκδότη του τιμολογίου - Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν δυνατότητα διακανονισμού του φόρου που έχει εσφαλμένως αναγραφεί σε τιμολόγιο φόρου


Το Δικαστήριο της ΕΕ με μια πρόσφατη δίκη του έκρινε ότι η άρνηση παροχής της δυνατότητας έκπτωσης του ΦΠΑ των τιμολογίων καυσίμων προς εταιρίες μεταφορών, στα οποία εσφαλμένως αναγράφηκε ο ΦΠΑ είναι αντίθετη με την αρχή της ουδετερότητας του ΦΠΑ.

Ιστορικό

Η P. είναι εταιρία με έδρα στη Λιθουανία, η οποία έθετε στη διάθεση λιθουανικών μεταφορικών εταιριών κάρτες καυσίμων που παρείχαν στις εν λόγω μεταφορικές εταιρίες τη δυνατότητα να ανεφοδιάζονται με καύσιμα από ορισμένα πρατήρια καυσίμων στην Πολωνία.

Η P., θεωρώντας ότι η εμπορική δραστηριότητά της συνίστατο στην αγορά καυσίμων από πολωνικά πρατήρια καυσίμων με σκοπό τη μεταπώλησή τους σε λιθουανικές μεταφορικές εταιρίες, μέσω καρτών καυσίμων, εξέδωσε τιμολόγια παράδοσης καυσίμων στις εν λόγω μεταφορικές εταιρίες, αναγράφοντας σε αυτά συγκεκριμένο ποσό ΦΠΑ.

Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2014, ο προϊστάμενος της φορολογικής υπηρεσίας του Białystok, Πολωνία, διαπίστωσε την ύπαρξη οφειλής της P. από ΦΠΑ για την περίοδο από τον Μάρτιο έως τον Δεκέμβριο του 2011, την είσπραξη υπερβάλλοντος φόρου για τις περιόδους από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2011, καθώς και την ύπαρξη ποσού ΦΠΑ προς καταβολή δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 1, του νόμου περί ΦΠΑ. Επιπλέον, ο ως άνω προϊστάμενος έκρινε ότι δεν μπορούσε να αναγνωριστεί στην P. δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ επί των εισροών βάσει των τιμολογίων που εκδόθηκαν από τα πρατήρια καυσίμων για την αγορά των καυσίμων.

H P. άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της απόφασης αυτής.

Με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, ο διευθυντής της φορολογικής διοίκησης του B. ακύρωσε την από 27 Ιουνίου 2014 απόφαση του προϊσταμένου της φορολογικής υπηρεσίας του Białystok, με το αιτιολογικό ότι ο εν λόγω προϊστάμενος καθόρισε τον τόπο φορολόγησης των δραστηριοτήτων της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου περί ΦΠΑ. Ο διευθυντής αποφάνθηκε, περαιτέρω, επί της ουσίας της υποθέσεως, καθορίζοντας τις φορολογικές υποχρεώσεις της P. όσον αφορά τον ΦΠΑ.

Με την από 2 Οκτωβρίου 2014 απόφασή του, ο διευθυντής της φορολογικής διοίκησης του B. επιβεβαίωσε, όπως και ο προϊστάμενος της φορολογικής αρχής του Białystok, ότι η P. ούτε είχε αγοράσει ούτε είχε παραδώσει καύσιμα εντός της Πολωνίας. Κατ’ αυτόν, τα καύσιμα πωλούνταν απευθείας από τα πολωνικά πρατήρια στις λιθουανικές εταιρίες μεταφορών, οι οποίες, μέσω των καρτών καυσίμων που αγόραζαν από την P, ανεφοδιάζονταν στα πρατήρια αυτά έχοντας πλήρη ελευθερία επιλογής, ιδίως όσον αφορά την ποσότητα και το είδος των καυσίμων. Η πραγματική δραστηριότητα της P. συνίστατο, επομένως, στη χρηματοδότηση, μέσω καρτών καυσίμων, της αγοράς καυσίμων στα εν λόγω πρατήρια από τις λιθουανικές μεταφορικές εταιρίες. Η δραστηριότητα αυτή αποτελεί χρηματοοικονομική υπηρεσία απαλλασσόμενη από τον ΦΠΑ στην Πολωνία δυνάμει του νόμου περί ΦΠΑ.

Εξάλλου, στο μέτρο που τα τιμολόγια που εξέδωσε η P. δεν αντιστοιχούσαν στον πραγματικό τρόπο λειτουργίας των δραστηριοτήτων της, ο διευθυντής του φορολογικού τμήματος του B. επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν μπορούσε να αναγνωριστεί στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ επί των εισροών βάσει των τιμολογίων που εξέδωσαν τα πρατήρια καυσίμων. Έκρινε, περαιτέρω, ότι τα τιμολόγια πώλησης που εξέδωσε η P. δημιουργούσαν, δυνάμει του νόμου περί ΦΠΑ, υποχρέωση καταβολής του αναγραφόμενου σε αυτά ποσού ΦΠΑ.

Η υπόθεση κατέληξε στο ανώτατο δικαστήριο το οποίο προέβη στα εξής προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ :

«Έχουν το άρθρο 203 της [οδηγίας 2006/112] καθώς και η αρχή της αναλογικότητας την έννοια ότι αντιτίθενται στην εφαρμογή, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, εθνικής διάταξης όπως το άρθρο 108, παράγραφος 1, του [νόμου περί ΦΠΑ] σε τιμολόγια με εσφαλμένως αναγραφόμενο ΦΠΑ, που εκδόθηκαν καλή τη πίστει από τον υποκείμενο στον φόρο, εφόσον:

–        η ενέργεια του υποκείμενου στον φόρο δεν συνδέεται με φοροδιαφυγή, αλλά οφείλεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των κανόνων δικαίου από τα μέρη της συναλλαγής, στηριζόμενη στην ερμηνεία που δίδουν στις σχετικές διατάξεις οι φορολογικές αρχές κατά τη συνήθη πρακτική στον εν λόγω τομέα κατά τον χρόνο διενέργειας της συναλλαγής, και βάσει της οποίας γίνεται εσφαλμένως δεκτό ότι ο εκδότης του τιμολογίου πραγματοποιεί παράδοση αγαθών, ενώ στην πραγματικότητα παρέχει υπηρεσία χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης απαλλασσόμενη από τον ΦΠΑ, και

–        ο παραλήπτης του τιμολογίου με τον εσφαλμένως αναγραφόμενο ΦΠΑ θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή του φόρου αυτού σε περίπτωση ορθής τιμολόγησης της πράξης από τον υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος στην πραγματικότητα παραδίδει αγαθά προς αυτόν;»


Το ΔΕΕ με τα ακόλουθα σκεπτικά αποφάσισε :

Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 203 της οδηγίας 2006/112 και οι αρχές της αναλογικότητας και της ουδετερότητας του ΦΠΑ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν επιτρέπει σε καλόπιστο υποκείμενο στον φόρο να προβεί, μετά την κίνηση διαδικασίας φορολογικού ελέγχου, σε τακτοποίηση τιμολογίων στα οποία εσφαλμένως αναγράφηκε ο ΦΠΑ, ακόμη και αν ο παραλήπτης των τιμολογίων αυτών θα είχε δικαίωμα επιστροφής του φόρου αν οι πράξεις που αποτελούν το αντικείμενο των τιμολογίων αυτών είχαν δηλωθεί ορθώς.

Όσον αφορά την αρχή της ουδετερότητας του ΦΠΑ, η αρχή αυτή αποσκοπεί στην πλήρη απαλλαγή του υποκειμένου στον φόρο από το βάρος του ΦΠΑ στο πλαίσιο των οικονομικών δραστηριοτήτων του. Συνεπώς, το σύστημα αυτό εξασφαλίζει την πλήρη ουδετερότητα ως προς τη φορολογική επιβάρυνση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων, ανεξαρτήτως του σκοπού ή των αποτελεσμάτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δραστηριότητες υπόκεινται κατ’ αρχήν στον ΦΠΑ.

Όσον αφορά ειδικότερα την επιστροφή του εκ παραδρομής χρεωθέντος στο τιμολόγιο ΦΠΑ, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 2006/112 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να προβλέπει τον διακανονισμό, εκ μέρους του εκδότη του τιμολογίου, του ΦΠΑ που έχει αναγραφεί εσφαλμένως στο τιμολόγιο και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, στα κράτη μέλη εναπόκειται κατ’ αρχήν να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατός ο διακανονισμός του εσφαλμένως αναγραφέντος σε τιμολόγιο ΦΠΑ .

Προς διασφάλιση της ουδετερότητας του ΦΠΑ, στα κράτη μέλη εναπόκειται να προβλέπουν, στην εσωτερική έννομη τάξη τους, τη δυνατότητα διακανονισμού του φόρου που έχει αναγραφεί εσφαλμένως στο τιμολόγιο, εφόσον ο εκδότης του τιμολογίου αποδεικνύει την καλή πίστη του .

Η λύση αυτή έχει ιδίως εφαρμογή σε περίπτωση κατά την οποία ο υποκείμενος στον φόρο ενήργησε καλόπιστα κατά την έκδοση των τιμολογίων στα οποία εσφαλμένως αναγράφηκε ο ΦΠΑ, καθόσον θεώρησε ότι η διάθεση καρτών καυσίμων προς επιχειρηματίες, προκειμένου αυτοί να ανεφοδιάζονται με καύσιμα από πρατήρια καυσίμων, δεν συνιστά χρηματοοικονομική υπηρεσία απαλλασσόμενη από τον ΦΠΑ στην Πολωνία, αλλά παράδοση αγαθών υποκείμενη στον φόρο στο εν λόγω κράτος μέλος, βάσει πάγιας πρακτικής των πολωνικών φορολογικών αρχών.

Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται ότι η άρνηση παροχής της δυνατότητας διακανονισμού των τιμολογίων καυσίμων προς εταιρίες μεταφορών, στα οποία εσφαλμένως αναγράφηκε ο ΦΠΑ, ενώ οι παραδόσεις καυσίμων από τα πρατήρια καυσίμων προς τις εν λόγω μεταφορικές εταιρίες υπόκεινται επίσης σε ΦΠΑ, ισοδυναμεί με επιβολή στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης φορολογικής επιβάρυνσης κατά παραβίαση της αρχής της ουδετερότητας του ΦΠΑ.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 203 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, και οι αρχές της αναλογικότητας και της ουδετερότητας του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν επιτρέπει σε καλόπιστο υποκείμενο στον φόρο να προβεί, μετά την κίνηση διαδικασίας φορολογικού ελέγχου, σε διακανονισμό τιμολογίων στα οποία εσφαλμένως αναγράφηκε ο ΦΠΑ, ακόμη και αν ο παραλήπτης των εν λόγω τιμολογίων θα είχε δικαίωμα επιστροφής του φόρου, αν οι πράξεις που αποτελούν το αντικείμενο των τιμολογίων αυτών είχαν δηλωθεί ορθώς.


Δείτε την απόφαση στο φορολογικό αρχείο του κόμβου


Want to see comments? Unfortunately this feature requires cookies currently not allowed by your settings. You may click here to change them if you wish to use this feature.

Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης