Αποτελέσματα live αναζήτησης

Για επισφαλή απαίτηση που δημιουργήθηκε από χορήγηση δανείου σε τρίτο, δεν παρέχεται η δυνατότητα σχηματισμού εκπιπτόμενης φορολογικά πρόβλεψης - ΣΟΛ ΑΕ

23 Ιανουάριου 2018 Σχόλια
Για επισφαλή απαίτηση που δημιουργήθηκε από χορήγηση δανείου σε τρίτο, δεν παρέχεται η δυνατότητα σχηματισμού εκπιπτόμενης φορολογικά πρόβλεψης - ΣΟΛ ΑΕ
© Taxheaven - H εικόνα προστατεύεται από τον νόμο περι πνευματικής ιδιοκτησίας - Δείτε περισσότερα στους όρους χρήσης

 

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΟΛ

Αναδημοσίευση από το ενημερωτικό δελτίο Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2017 της ΣΟΛ ΟΡΚΩΤΟΙ ΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.
www.solae.gr

Αθήνα, Δεκέμβριος 2017

Για επισφαλή απαίτηση που δημιουργήθηκε από χορήγηση δανείου σε τρίτο, δεν παρέχεται η δυνατότητα σχηματισμού εκπιπτόμενης φορολογικά πρόβλεψης.

ΕΡΩΤΗΜΑ

Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία A δάνεισε με σύμβαση δανείου στη χρήση 2012 (για την οποία πλήρωσε χαρτόσημο στη χρήση αυτή) ποσό 500.000,00 € σε Εταιρεία Β, η οποία εδρεύει σε χώρα της Ε.Ε.. Σημειώνεται ότι έναντι του δανείου αυτού δεν έλαβε καμία εξασφάλιση. Οι δύο εταιρείες είχαν συστήσει από κοινού κοινοπραξία στη χώρα αυτή. Η Β έχει τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης και η Α αναγγέλθηκε για την απαίτησή της στον κατάλογο των πιστωτών.

Το ποσό του δανείου δεν είχε εισπραχθεί μέχρι 31.12.2016, αλλά μετά από δικαστικές διεκδικήσεις εκδόθηκε απόφαση από δικαστήριο της έδρας της, η οποία αναγνωρίζει την οφειλή της εταιρείας Β και την κατέταξε στον πίνακα δανειστών.

Μπορεί η Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία A να διενεργήσει στη χρήση 2016 πρόβλεψη για επισφαλή απαίτηση φορολογικά αναγνωρίσιμη;

Όταν ολοκληρωθεί η εκκαθάριση της εταιρείας Β και δεν ικανοποιηθεί η απαίτησή μας, μπορεί να διαγράψουμε την απαίτηση οριστικά;

ΓΝΩΜΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Γνώμη της Φορολογικής Επιτροπής σχετικά με το παραπάνω ερώτημα είναι η εξής:

- Στις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.4172/2013 ορίζονται τα εξής:

«Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες:

α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,
β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση,
γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.

Στην ΠΟΛ.1113/2.6.2015 αναφέρονται τα εξής:
«…….
α) με τις διατάξεις του άρθρου 22 τίθεται ο γενικός κανόνας για την έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών με την έννοια ότι κατ' αρχήν εκπίπτουν όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης και επιπροσθέτως πληρούν τα λοιπά κριτήρια που τίθενται στο άρθρο αυτό. Το εν λόγω άρθρο πρέπει να εξετάζεται συστηματικά με το άρθρο 23 που αφορά τις μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες και την παράγραφο 4 του άρθρου 48 σχετικά με τις μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες που αφορούν τα ενδοομιλικά μερίσματα που απαλλάσσονται από το φόρο. Κατά συνέπεια, ο κανόνας που εισάγεται είναι ότι όποια δαπάνη πληροί τα κριτήρια του άρθρου 22 και συγχρόνως δεν εμπίπτει στον περιοριστικό κατάλογο των μη εκπιπτόμενων δαπανών του άρθρου 23 εκπίπτει,
…..
γ) με τις διατάξεις του άρθρου 23 ορίζονται περιοριστικά οι κατηγορίες δαπανών που δεν εκπίπτουν. Οι μη εκπιπτόμενες δαπάνες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, σε αυτές που λόγω του είδους τους δεν εκπίπτουν χωρίς να απαιτείται η συνδρομή άλλου όρου ή προϋπόθεσης και σε αυτές που δεν εκπίπτουν μόνον κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το τιθέμενο στο άρθρο αυτό αριθμητικό όριο.

Άρθρο 22
Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες


1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τίθεται ο γενικός κανόνας για την έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, οι οποίες πληρούν αθροιστικά τα ακόλουθα κριτήρια, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 και της παραγράφου 4 του άρθρου 48, αναφορικά με τις δαπάνες που κατά ρητή διατύπωση του νόμου δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.

2. Ειδικότερα, εκπίπτουν οι δαπάνες που:

α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της.
Συγκεκριμένα, στις δαπάνες της περίπτωσης αυτής εμπίπτει κάθε δαπάνη, που κρίνεται απαραίτητη από τον επιχειρηματία ή τη διοίκηση της επιχείρησης, ανεξάρτητα εάν αυτή πραγματοποιείται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, για την επίτευξη του επιχειρηματικού σκοπού, την ανάπτυξη των εργασιών, τη βελτίωση της θέσης της στην αγορά, εφόσον αυτή ενεργείται στα πλαίσια της οικονομικής αποστολής της ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της και μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία εισοδήματος ή άλλως αποβλέπει στη διεύρυνση των εργασιών της και στην αύξηση του εισοδήματος της (ΣτΕ 2033/2012) ή στην υλοποίηση δράσεων στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Δεν επιτρέπεται, δε, στη φορολογική αρχή να ελέγχει τη σκοπιμότητα και το προσήκον μέτρο των δαπανών αυτών (ΣτΕ 2963/2013, ΣτΕ 1729/2013, ΣτΕ 1604/2011, κ.ά.), εκτός αν τούτο ορίζεται ρητά και ειδικά στο νόμο (π.χ. ενδοομιλικές συναλλαγές)».

- Στις διατάξεις του άρθρου 26 του Ν.4172/2013 ορίζονται τα εξής:

«1. Τα ποσά των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων και οι διαγραφές αυτών, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 έως 7 του παρόντος άρθρου, εκπίπτουν για φορολογικούς σκοπούς, ως εξής:
α) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις μέχρι το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της εν λόγω απαίτησης, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης,
β) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις άνω του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Χρόνος υπερημερίας Προβλέψεις
(σε μήνες) (σε ποσοστό %)
> 12 50
> 18 75
> 24 100


2. Ανεξάρτητα από την παράγραφο 1, ο σχηματισμός προβλέψεων επισφαλών απαιτήσεων δεν επιτρέπεται στις περιπτώσεις επισφαλών απαιτήσεων κατά των μετόχων ή εταίρων της επιχείρησης με ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%) και των θυγατρικών εταιρειών της επιχείρησης με ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%), εκτός αν για την αξίωση που αφορά αυτές τις οφειλές υπάρχει εκκρεμοδικία ενώπιον δικαστηρίου ή διαιτητικού δικαστηρίου, ή εάν ο οφειλέτης έχει υποβάλει αίτημα κήρυξης σε πτώχευση ή υπαγωγής σε διαδικασία εξυγίανσης ή σε βάρος του έχει εκκινήσει η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Επίσης, δεν επιτρέπεται ο σχηματισμός προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που καλύπτονται από ασφάλιση ή οποιαδήποτε εγγυοδοσία ή άλλη ενοχική ή εμπράγματη ασφάλεια ή για οφειλές του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. ή για εκείνες που έχουν δοθεί με την εγγύηση αυτών των φορέων» .

3. Η πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ανακτάται άμεσα με τη μεταφορά αυτής της πρόβλεψης στα κέρδη της επιχείρησης, εφόσον η απαίτηση:
α) καταστεί εισπράξιμη ή
β) διαγραφεί.

4. Απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο,
β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και
γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.
…………………………………………………………………………………….»

Στην ΠΟΛ.1056/2.3.2015 αναφέρονται τα εξής:

«1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι τα ποσά των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων και οι διαγραφές αυτών, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 έως 7 του ίδιου άρθρου, εκπίπτουν για φορολογικούς σκοπούς, ως εξής:

α) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις μέχρι το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της εν λόγω απαίτησης, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης,

β) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις άνω του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Χρόνος  Προβλέψεις
υπερημερίας (σε ποσοστό %)
(σε μήνες)  
> 12 50
> 18 75
> 24 100


Τα ανωτέρω ισχύουν, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, για προβλέψεις που σχηματίζονται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά.

2. Με τις νέες διατάξεις, οι οποίες εφαρμόζονται για όλα τα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, ανεξάρτητα αν τηρούν διπλογραφικά ή απλογραφικά βιβλία, καθώς και για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις, καθόσον πλέον, δεν σχηματίζονται προβλέψεις ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν ή όχι επισφαλείς απαιτήσεις, όπως συνέβαινε με τις διατάξεις της περ. θ' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994 (παλαιός Κ.Φ.Ε.), αλλά αντίθετα, σε κάθε περίπτωση, ικανή και αναγκαία συνθήκη για το σχηματισμό πρόβλεψης ή τη διαγραφή επισφαλών απαιτήσεων είναι να έχουν αναληφθεί προ του σχηματισμού ή της διαγραφής οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης. Ο υπολογισμός των προβλέψεων γίνεται με βάση το χρόνο κατά τον οποίο παραμένουν ανείσπρακτες οι υπόψη απαιτήσεις και ανάλογα με το ποσό της ληξιπρόθεσμης απαίτησης (οφειλόμενο υπόλοιπο απαίτησης).
………..
Επιπλέον, τονίζεται ότι με τις νεότερες αυτές διατάξεις δεν περιορίζεται η απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων σε εκείνες που έχουν προέλθει μόνο από πελάτες αλλά καταλαμβάνει κάθε απαίτηση που δεν εισπράχθηκε ή δεν συμψηφίσθηκε. Για παράδειγμα, επιχείρηση, προκειμένου να κατασκευάσει αποθήκες, έχει συνάψει σύμβαση με κατασκευαστική εταιρεία, στην οποία κατέβαλε προκαταβολή 10.000 ευρώ. Η κατασκευαστική εταιρεία όμως περιήλθε σε παύση πληρωμών και δεν κατασκεύασε τις αποθήκες. Η επιχείρηση αυτή μπορεί να σχηματίσει πρόβλεψη για το ποσό της προκαταβολής.


Από τα ανωτέρω και με βάση την αιτιολογική έκθεση του ν.4172/2013 προκύπτει ότι η προϋπόθεση της ανάληψης κατάλληλων ενεργειών για τη διασφάλιση δικαιώματος είσπραξης θέτει ένα ελάχιστο όριο για τη διεκδίκηση είσπραξης της απαίτησης, χωρίς να προσδιορίζει το μέσο για τη διεκδίκηση και κατά τούτο μπορεί να αναληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια για την είσπραξη, αρκεί να είναι πρόσφορη για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης. Σε κάθε περίπτωση ο κατάλληλος ή μη χαρακτήρας, ως θέμα πραγματικό, κρίνεται ad hoc με βάση το ύψος της απαίτησης, το φερέγγυο ή μη του καθ' ου η απαίτηση, καθώς και από άλλους παράγοντες και εναπόκειται στην κρίση της ελεγκτικής αρχής. Ωστόσο οι όποιες ενέργειες, που εξαρτώνται από το ύψος της απαίτησης και την φερεγγυότητα του πελάτη, θα πρέπει να διασφαλίζουν το δικαίωμα της επιχείρησης να εισπράξει τις απαιτήσεις της. Πέραν της άσκησης ένδικου βοηθήματος και της αίτησης για λήψη ασφαλιστικών ή αναγκαστικών μέτρων, κατάλληλες ενέργειες είναι η σφράγιση μίας επιταγής από την εκδότρια τράπεζα, η κατάθεση όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κ.λπ.

5. Με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του ίδιου άρθρου και νόμου ορίζεται, ότι η πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, ανακτάται άμεσα με τη μεταφορά αυτής της πρόβλεψης στα κέρδη της επιχείρησης, εφόσον η απαίτηση: α) καταστεί εισπράξιμη ή β) διαγραφεί. Η απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που α-ντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο, β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.

Με τις ως άνω διατάξεις προβλέπονται οι περιπτώσεις ανάκτησης της πρόβλεψης με μεταφορά της στα κέρδη της επιχείρησης και ορίζονται σωρευτικά και περιοριστικά οι προϋποθέσεις για τη διαγραφή της απαίτησης.

Προκειμένου για τη διαγραφή απαιτήσεων απαιτείται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η σωρευτική πλήρωση των τριών (3) προϋποθέσεων που ορίζονται στις υπόψη διατάξεις. Ειδικότερα, όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση με την οποία απαιτείται να έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης, διευκρινίζεται ότι με αυτές πρέπει να αποδεικνύεται ότι η σχετική απαίτηση είναι ανεπίδεκτη είσπραξης, δηλαδή ότι ο οφειλέτης είναι πράγματι αφερέγγυος. Η αφερεγγυότητά του μπορεί να αποδεικνύεται ενδεικτικά από τα ακόλουθα:

α) τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου με την οποία να υποχρεώνεται ο οφειλέτης σε εξόφληση,

β) πιστοποιητικό υποθηκοφυλακείου από το οποίο να προκύπτει, κατά περίπτωση, η μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή τα υπάρχοντα τοιαύτα με τα τυχόν βάρη τους,

γ) σε περίπτωση διενέργειας πλειστηριασμού σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη, είτε κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης είτε συνεπεία μη επιτεύξεως πτωχευτικού συμβιβασμού, αντίγραφο του πίνακα κατάταξης ή διανομής από συμβολαιογράφο που ορίστηκε για τον πλειστηριασμό της περιουσίας του οφειλέτη, από τον οποίο να προκύπτει η μη ικανοποίηση του δανειστή από το εκπλειστηρίασμα,

δ) τη συμφωνία εξυγίανσης που επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σύμφωνα με το έκτο Κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007), με την οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, και η μείωση των απαιτήσεων των πιστωτών έναντι της επιχείρησης (προπτωχευτική διαδικασία),

ε) σε περίπτωση επιχείρησης που κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης και από τους επίσημους ισολογισμούς της προκύπτει ότι η επιχείρηση αυτή δεν έχει περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, πάγια, χρεόγραφα κλπ.) για να ικανοποιήσει τους οφειλέτες της. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της πτώχευσης. Επομένως, η κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης λόγω παύσης πληρωμών δεν επιφέρει από μόνη της απόσβεση της απαίτησης.

στ) σε περίπτωση διακοπής εργασιών κεφαλαιουχικών εταιρειών. Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά ούτως ώστε να μην αποκλεισθούν και άλλα τα οποία, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, είναι σε θέση να αποδείξουν ότι δεν είναι δυνατή η είσπραξη της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως η επιχείρηση, η οποία φέρει και το βάρος της απόδειξης για την απώλεια συγκεκριμένης απαίτησης, οφείλει όταν της ζητηθεί να προσκομίσει τα δικαιολογητικά εκείνα που διαθέτει στην αρμόδια για τον έλεγχό της φορολογική αρχή η οποία και θα κρίνει τελικά ως θέμα πραγματικό την επισφάλεια και το ανεπίδεκτο της είσπραξης.
…………………………………………………………………………………….»

Στην ΠΟΛ.1170/30.7.2015 αναφέρονται τα εξής:

«1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι τα ποσά των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων και οι διαγραφές αυτών, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 έως 7 του ίδιου άρθρου, εκπίπτουν για φορολογικούς σκοπούς, με τις προϋποθέσεις που τίθενται στην ίδια παράγραφο. Επιπλέον με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του ίδιου άρθρου και νόμου ορίζεται, ότι η πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων ανακτάται άμεσα με τη μεταφορά αυτής της πρόβλεψης στα κέρδη της επιχείρησης, εφόσον η απαίτηση·

α) καταστεί εισπράξιμη ή

β) διαγραφεί.

Η απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις·

α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο,

β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και

γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.

2. Από τα ανωτέρω και με βάση την ΠΟΛ.1056/2.3.2015 εγκύκλιό μας με την οποία δόθηκαν οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 του ν.4172/2013 συνάγεται ότι προκειμένου για τη διαγραφή της απαίτησης απαιτείται ο σχηματισμός της πρόβλεψης με βάση τις προϋποθέσεις της παρ.1 του άρθρου αυτού.

3. Από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της υπηρεσίας μας με το σχετικό έγγραφο του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, προκύπτει ότι το έτος 2014 πτώχευσε ο Ισπανικός διαδικτυακός tour operator «TRANSOTEL», καθώς και πολλά Ρωσικά τουριστικά πρακτορεία, κατάλογος των οποίων (ως συνημμένο) μας απεστάλη από το ως άνω Επιμελητήριο με τη μεσολάβηση του γραφείου του Ε.Ο.Τ. Ρωσίας. Με τους ως άνω τουριστικούς πράκτορες είχαν συνάψει συμβάσεις συνεργασίας και σε αρκετές περιπτώσεις κατ' αποκλειστικότητα πολλές ημεδαπές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η εξόφληση των τιμολογίων που έχουν εκδοθεί επί πιστώσει προς τα υπόψη πρακτορεία να καταστεί πρακτικά αδύνατη. Από το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος τονίσθηκε ιδιαίτερα, ότι προκειμένου για την απόδειξη της αφερεγγυότητας των ρώσων και ισπανών οφειλετών, η προσκόμιση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης σε βάρος των οφειλετών αυτών αποτελεί μία διαδικασία εξαιρετικά χρονοβόρα και κοστοβόρα και επιπλέον δεν δημιουργεί καμία προσδοκία είσπραξης των οφειλομένων.

4. Κατόπιν όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω και δεδομένου ότι αφενός μεν λόγω της ιδιαιτερότητας της κατάστασης δεν είναι δυνατόν να σχηματισθούν προβλέψεις για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων για το σύνολο των οφειλών των αλλοδαπών τουριστικών πρακτορείων εντός του 2014 και αφετέρου ότι οι ζημίες που υπέστησαν οι ημεδαπές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις από τη μη είσπραξη των απαιτήσεών τους οφείλονται σε οριστικό γεγονός (πτώχευση αλλοδαπών οφειλετών), το οποίο μάλιστα θέτει ζήτημα επιβίωσης των επιχειρήσεων αυτών λόγω του μεγάλου ύψους των υπόψη ζημιών, με την παρούσα γίνεται δεκτό ότι οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που παρουσιάζουν επισφαλείς απαιτήσεις λόγω πτώχευσης των ρωσικών πρακτορείων που περιλαμβάνονται στον επισυναπτόμενο κατάλογο καθώς και λόγω πτώχευσης του Ισπανικού διαδικτυακού tour operator «TRANSOTEL», μπορούν να διαγράψουν οριστικά τις απαιτήσεις αυτές μέσα στο φορολογικό έτος 2014 και να εκπέσουν τα σχετικά ποσά από τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού αυτού έτους, τηρουμένων των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του ν.4172/2013, αλλά και με την επιπλέον προϋπόθεση ότι η ξενοδοχειακή επιχείρηση που ζημιώθηκε δεν έχει αποζημιωθεί με κανέναν τρόπο για το ποσό των υπόψη οφειλών (ζήτημα πραγματικό).»

- Στην ΠΟΛ.1080/2017 αναφέρονται τα εξής:

«3. Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν.4172/2013 παρέχεται η δυνατότητα έκπτωσης, για φορολογικούς σκοπούς, των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων ανάλογα με το ποσό της απαίτησης και το χρόνο που παραμένει ανείσπρακτη, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης ............................... ...............................

4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 26 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: ................. .........................................................

α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο, β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης. ……………………………………………………………………… ……………………………………………………………
6………………………………………………………………………………………
(Β) Διαγραφή απαιτήσεων. Σε περίπτωση επικύρωσης από το πτωχευτικό δικαστήριο της συμφωνίας εξυγίανσης η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη μείωση των απαιτήσεων των πιστωτών έναντι της επιχείρησης και εφόσον, πριν από την επικύρωσή της, δεν είχε σχηματισθεί πρόβλεψη για το ποσό της επισφαλούς απαίτησης που μειώνεται βάσει της συμφωνίας (ή είχε σχηματισθεί μικρότερη πρόβλεψη), οι πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων καλύπτονται από τη συμφωνία, μπορούν να δια-γράψουν οριστικά το μέρος της απαίτησης που καλύπτεται από τη συμφωνία και να εκπέσουν το σχετικό ποσό από τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους εντός του οποίου επικυρώνεται η συμφωνία εξυγίανσης από το πτωχευτικό δικαστήριο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.4172/2013. Ως προς το ποσό της μείωσης που καλύπτεται από τις ήδη σχηματισμένες προβλέψεις εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 26 του Ν.4172/2013 . Ομοίως, δύναται να διαγραφεί οριστικά, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.4172/2013, το μέρος της απαίτησης κατά πτωχής εταιρείας που δεν ικανοποιήθηκε από την πτωχευτική περιουσία, σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν είχε σχηματίσει προηγουμένως πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων για το ποσό αυτό.»

- Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, με την διάταξη του άρθρου 22 τίθεται ως προϋπόθεση για την έκπτωση οποιασδήποτε δαπάνης, να έχει γίνει για το συμφέρον της επιχείρησης, δηλαδή να ενεργείται στα πλαίσια της οικονομικής αποστολής της ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της. Την άποψη αυτή, την επιβεβαιώνει η Φορολογική Διοίκηση και στην ΠΟΛ.1170/30.7.2015, στην οποία αναφέρει ότι προκειμένου να εκπέσει η διαγραφή απαίτησης θα πρέπει να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ν. 4172/2013.

Στο παράδειγμα που αναφέρεται στην ΠΟΛ.1056/2.3.2015 για τις απαιτήσεις που έχουν δημιουργηθεί από προκαταβολή που δόθηκε σε κατασκευαστική εταιρεία για κατασκευή αποθηκών, η κατασκευαστική εταιρεία περιήλθε σε παύση πληρωμών και δεν κατασκεύασε τις αποθήκες. Στην περίπτωση αυτή η εταιρεία έχει την δυνατότητα να σχηματίσει πρόβλεψη για το ποσό της προκαταβολής που δεν θα επιστραφεί, διότι η δοθείσα προκαταβολή αφορά τους σκοπούς της εταιρείας, δηλαδή την κατασκευή αποθηκών της.

Στο ερώτημα που μας τέθηκε, αναφέρεται ότι ένα μέλος της κοινοπραξίας, δάνεισε στο άλλο μέλος της κοινοπραξίας και αυτή η πράξη του δανεισμού είναι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας της απαίτησης. Από τα στοιχεία που τέθηκαν υπ’ όψιν μας, δεν προκύπτει ότι έγινε για το συμφέρον της επιχείρησης. Συνεπώς, παρότι έχουν γίνει οι κατάλληλες ενέργειες για την διασφάλιση της απαίτησης, δεν μπορεί να σχηματίσει πρόβλεψη για την απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων και κατ’ επέκταση ούτε και να διαγράψει την απαίτηση αυτή δεδομένου ότι, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22.

Εν κατακλείδι: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22, 23 και 26 του ΚΦΕ, προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών και των οριζομένων στο άρθρο 26 προβλέψεων, εφ’ όσον, μεταξύ άλλων, αφορούν σε ενέργειες που έχουν αναληφθεί προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της [πρβλ. ΠΟΛ.1080/2017:

«(Β) Διαγραφή απαιτήσεων. Σε περίπτωση επικύρωσης από το πτωχευτικό δικαστήριο της συμφωνίας εξυγίανσης η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη μείωση των απαιτήσεων των πιστωτών έναντι της επιχείρησης και εφόσον, πριν από την επικύρωσή της, δεν είχε σχηματισθεί πρόβλεψη για το ποσό της επισφαλούς απαίτησης που μειώνεται βάσει της συμφωνίας (ή είχε σχηματισθεί μικρότερη πρόβλεψη), οι πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων καλύπτονται από τη συμφωνία, μπορούν να δια-γράψουν οριστικά το μέρος της απαίτησης που καλύπτεται από τη συμφωνία και να εκπέσουν το σχετικό ποσό από τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους εντός του οποίου επικυρώνεται η συμφωνία εξυγίανσης από το πτωχευτικό δικαστήριο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.4172/2013. Ως προς το ποσό της μείωσης που καλύπτεται από τις ήδη σχηματισμένες προβλέψεις εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 26 του Ν.4172/2013. Ομοίως, δύναται να διαγραφεί οριστικά, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.4172/2013, το μέρος της απαίτησης κατά πτωχής εταιρείας που δεν ικανοποιήθηκε από την πτωχευτική περιουσία, σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν είχε σχηματίσει προηγουμένως πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων για το ποσό αυτό.»

Από τη αδιάστικτη διατύπωση της ΠΟΛ αυτής, προκύπτει ότι η διαγραφή απαίτησης γίνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22. Ειδικότερα: η διαπίστωση της επισφάλειας της απαίτησης καθ’ εαυτήν, εξομοιουμένης προς δαπάνη (ποιοτικό κριτήριο), κρίνεται υπό τους όρους του άρθρου 22, ενώ κατά το άρθρο 26 κρίνονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και η έκταση της διαγραφής της επισφαλούς απαίτησης (διαδικαστικό και ποσοτικό κριτήριο)].

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το ανεπίδεκτο είσπραξης δάνειο χορηγήθηκε προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της. Για τον λόγο τούτο και ανεξαρτήτως του εάν πληρούνται οι όροι του άρθρου 26 του ΚΦΕ, στο τεθέν ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.

Νομοθεσία-Νομολογία
Άρθρο 22 και 26 Ν.4172/2013
ΠΟΛ.1056/2.3.2015
ΠΟΛ.1080/2017



Δημιουργία νέας κατηγορίας

Κατηγορίες προσωπικής βιβλίοθήκης