Αποτελέσματα live αναζήτησης

Ε.Ε. - Ψήφιση και έγκριση οδηγίας για τον μετριασμό των επιπτώσεων από την εισαγωγή του ΔΠΧΑ 9 στα ίδια κεφάλαια

Ε.Ε. - Ψήφιση και έγκριση οδηγίας για τον μετριασμό των επιπτώσεων από την εισαγωγή του ΔΠΧΑ 9 στα ίδια κεφάλαια
© Taxheaven - H εικόνα προστατεύεται από τον νόμο περι πνευματικής ιδιοκτησίας - Δείτε περισσότερα στους όρους χρήσης


Στις 11 Ιουλίου θα συζητηθεί και θα εγκριθεί  από την  Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής  η πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τη μεταβατική περίοδο για τον μετριασμό των επιπτώσεων από την εισαγωγή του ΔΠΧΑ 9 στα ίδια κεφάλαια και των επιπτώσεων της αντιμετώπισης μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων ορισμένων ανοιγμάτων του δημοσίου τομέα εκπεφρασμένων σε ξένο νόμισμα κρατών μελών.

Την ημέρα αυτή θα γίνει η εξέταση των τροπολογιών ή έγκριση του σχεδίου έκθεσης, και η ψηφοφορία επί της αποφάσεως για την έναρξη διοργανικών διαπραγματεύσεων.

 

Η πρόταση του Συμβουλίου για οτ ΔΠΧΑ 9:

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SWD(2016) 377 final}
{SWD(2016) 378 final}


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Η προτεινόμενη τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ΟΚΑ) αποτελεί μέρος μιας νομοθετικής δέσμης που περιλαμβάνει, επίσης, τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (κανονισμός περί κεφαλαιακών απαιτήσεων ή ΚΚΑ), της οδηγίας 2014/59/ΕΕ (οδηγία για την ανάκαμψη και εξυγίανση των τραπεζών ή ΟΑΕΤ), και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (κανονισμός για τον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης ή ΚΕΜΕ).Η προτεινόμενη τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ΟΚΑ) αποτελεί μέρος μιας νομοθετικής δέσμης που περιλαμβάνει, επίσης, τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (κανονισμός περί κεφαλαιακών απαιτήσεων ή ΚΚΑ), της οδηγίας 2014/59/ΕΕ (οδηγία για την ανάκαμψη και εξυγίανση των τραπεζών ή ΟΑΕΤ), και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (κανονισμός για τον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης ή ΚΕΜΕ).Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Κατά τα τελευταία έτη, η ΕΕ εφάρμοσε μια σημαντική μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ιδρυμάτων (δηλαδή των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων επενδύσεων) στην ΕΕ, κυρίως με βάση τα παγκόσμια πρότυπα που έχουν συμφωνηθεί με τους διεθνείς εταίρους της ΕΕ. Ειδικότερα, στη δέσμη μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνονται ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 1 (κανονισμός για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ΚΚΑ) και η οδηγία 2013/36/ΕΕ 2 (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ΟΚΑ), σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και εποπτείας των ιδρυμάτων, η οδηγία 2014/59/ΕΕ 3 (οδηγία για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών ή BRRD), για την ανάκαμψη και την εξυγίανση ιδρυμάτων και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 4 για τον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης (ΕΜΕ).

Τα μέτρα αυτά ελήφθησαν ως απάντηση στη χρηματοπιστωτική κρίση που εκδηλώθηκε κατά την περίοδο 2007-2008 και αντικατοπτρίζουν τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα. Μολονότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν καταστήσει το οικονομικό σύστημα πιο σταθερό και ανθεκτικό έναντι πολλών τύπων πιθανών μελλοντικών κλυδωνισμών και κρίσεων, δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει πλήρως όλα τα εντοπισθέντα προβλήματα. Ως εκ τούτου, οι παρούσες προτάσεις αποσκοπούν στην ολοκλήρωση του προγράμματος μεταρρυθμίσεων με την αντιμετώπιση των υπόλοιπων αδυναμιών και την εφαρμογή ορισμένων σημαντικών στοιχείων της μεταρρύθμισης που είναι απαραίτητα, για να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα των ιδρυμάτων, αλλά που έχουν μόλις πρόσφατα οριστικοποιηθεί από τους φορείς καθορισμού διεθνών προτύπων (δηλαδή, από την Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS) και από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB):

- ένας δεσμευτικός δείκτης μόχλευσης που θα αποτρέπει τα ιδρύματα από την υπερβολική αύξηση της μόχλευσης, π.χ. για να αντισταθμίσει τη χαμηλή αποδοτικότητα·

- ένας δεσμευτικός δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) που θα βασίζεται στη βελτίωση των προφίλ χρηματοδότησης των ιδρυμάτων και θα καθορίζει ένα εναρμονισμένο πρότυπο για τον βαθμό στον οποίο ένα ίδρυμα χρειάζεται σταθερή, μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση, για να αντεπεξέλθει σε περιόδους όπου ασκείται πίεση στην αγορά και στις χρηματοδοτήσεις·

- πιο ευαίσθητες στους κινδύνους απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων (δηλαδή, κεφάλαιο) για τα ιδρύματα που συναλλάσσονται σε σημαντικό βαθμό σε κινητές αξίες και παράγωγα που θα αποτρέψουν την υπερβολικά μεγάλη απόκλιση στις εν λόγω απαιτήσεις που δεν βασίζεται στα χαρακτηριστικά κινδύνου των ιδρυμάτων·

- τέλος, τα νέα πρότυπα για τη συνολική ικανότητα απορρόφησης ζημιών (TLAC) των παγκόσμιων συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII) που θα απαιτούν από τα ιδρύματα να έχουν μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, την αντιμετώπιση των διασυνδέσεων στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές και περαιτέρω ενίσχυση της ικανότητας της ΕΕ να εξυγιαίνει τα αφερέγγυα G-SII με παράλληλη ελαχιστοποίηση των κινδύνων για τους φορολογούμενους.

Η Επιτροπή αναγνώρισε την ανάγκη για περαιτέρω μείωση των κινδύνων στην ανακοίνωσή της 24ης Νοεμβρίου 2015 5 , και δεσμεύτηκε να υποβάλει νομοθετική πρόταση που να βασίζεται στις διεθνείς συμφωνίες που αναφέρονται ανωτέρω. Μέτρα περιορισμού των κινδύνων αυτών όχι μόνο θα ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και την εμπιστοσύνη των αγορών, αλλά και θα παράσχουν τη βάση για περαιτέρω πρόοδο στην ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Η ανάγκη για περαιτέρω συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τη μείωση κινδύνων στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχει αναγνωριστεί επίσης από το Συμβούλιο ECOFIN στα συμπεράσματά του της 17ης Ιουνίου 2016 6 . Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαρτίου 2016 σχετικά με την τραπεζική ένωση – Ετήσια έκθεση για το 2015 επισημαίνει, επίσης, ορισμένους τομείς στο τρέχον ρυθμιστικό πλαίσιο που θα μπορούσαν να εξεταστούν περαιτέρω.

Παράλληλα, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο και τις νέες εξελίξεις στον τομέα των κανονιστικών ρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο και να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που επηρεάζουν την οικονομία της ΕΕ, ιδίως την ανάγκη να προωθηθεί η ανάπτυξη και η απασχόληση σε περιόδους με αβέβαιες οικονομικές προοπτικές. Διάφορες σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη (ΕΤΣΕ) και η Ένωση Κεφαλαιαγορών έχουν δρομολογηθεί για να ενισχυθεί η οικονομία της Ένωσης. Η ικανότητα των ιδρυμάτων να συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της οικονομίας πρέπει να ενισχυθεί χωρίς να θίγεται η σταθερότητα του κανονιστικού πλαισίου. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα αλληλεπιδρούν ομαλά μεταξύ τους και με νέες πρωτοβουλίες πολιτικής αλλά και με ευρύτερες πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Επιτροπή, με βάση μια πρόσκληση υποβολής στοιχείων, διεξήγαγε εμπεριστατωμένη συνολική αξιολόγηση του υφιστάμενου πλαισίου χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων των ΚΚΑ, ΟΚΑ, ΟΑΕΤ και ΚΕΜΕ). Η επικείμενη επανεξέταση των παγκόσμιων προτύπων αξιολογήθηκε, επίσης, από μια ευρύτερη οπτική οικονομικών επιπτώσεων.

Οι τροποποιήσεις με βάση τις διεθνείς εξελίξεις αποτελούν πιστή εφαρμογή των διεθνών προτύπων στο δίκαιο της Ένωσης, και υπόκεινται σε στοχευμένες προσαρμογές προκειμένου να αντικατοπτρίζουν τις ιδιαιτερότητες της ΕΕ και ευρύτερες εκτιμήσεις πολιτικής. Για παράδειγμα, η σε μεγάλο βαθμό εξάρτηση από την τραπεζική χρηματοδότηση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) της ΕΕ ή των έργων υποδομής οδηγεί σε ειδικές κανονιστικές ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα παραμένουν σε θέση να τα χρηματοδοτήσουν, καθώς αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της ενιαίας αγοράς. Η ομαλή αλληλεπίδραση με τις υφιστάμενες απαιτήσεις, όπως για την κεντρική εκκαθάριση και την εξασφάλιση των ανοιγμάτων σε παράγωγα ή η σταδιακή μετάβαση σε ορισμένες από τις νέες απαιτήσεις είναι αναγκαίες. Οι προσαρμογές αυτές, περιορίζονται ως προς το πεδίο εφαρμογής ή χρονικά, επομένως δεν θίγουν τη συνολική αξιοπιστία των προτάσεων, που ευθυγραμμίζονται με το βασικό επίπεδο φιλοδοξιών των διεθνών προτύπων.

Επιπλέον, με βάση την πρόσκληση υποβολής στοιχείων, οι προτάσεις αποσκοπούν στη βελτίωση των υφιστάμενων κανόνων. Η ανάλυση της Επιτροπής κατέδειξε ότι το παρόν πλαίσιο μπορεί να εφαρμοστεί με πιο αναλογικό τρόπο, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της κατάστασης των μικρότερων και λιγότερο σύνθετων ιδρυμάτων, όπου ορισμένες από τις ισχύουσες απαιτήσεις για δημοσιοποίηση και υποβολή αναφορών καθώς και από τις πολύπλοκες απαιτήσεις σχετικές με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δεν δικαιολογούνται από λόγους προληπτικής εποπτείας. Επιπλέον, η Επιτροπή εξέτασε τον κίνδυνο που συνδέεται με τα δάνεια προς τις ΜΜΕ και για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής, και διαπίστωσε ότι για ορισμένα από τα εν λόγω δάνεια, θα ήταν δικαιολογημένο να ισχύουν χαμηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων από εκείνες που ισχύουν επί του παρόντος. Ως εκ τούτου, οι παρούσες προτάσεις θα επιφέρουν διορθώσεις στις εν λόγω απαιτήσεις και θα ενισχύσουν την αναλογικότητα του πλαισίου προληπτικής εποπτείας για τα ιδρύματα. Συνεπώς, η δυνατότητα των ιδρυμάτων να χρηματοδοτούν την οικονομία θα ενισχυθεί χωρίς να θίγεται η σταθερότητα του κανονιστικού πλαισίου.

Τέλος, η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με την ομάδα εμπειρογνωμόνων για θέματα τραπεζών, πληρωμών και ασφαλίσεων αξιολόγησε την εφαρμογή των εναλλακτικών επιλογών και διακριτικών ευχερειών που προβλέπονται στην ΟΚΑ και στον ΚΚΑ. Βάσει αυτής της ανάλυσης, η παρούσα πρόταση προτίθεται να εξαλείψει ορισμένες εναλλακτικές επιλογές και διακριτικές ευχέρειες όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τα ίδια κεφάλαια. Προτείνεται η κατάργηση της δυνατότητας δημιουργίας νέων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων με κρατική εγγύηση που δεν βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία που θα έπρεπε να εξαιρεθούν από την αφαίρεση από το υποχρεωτικό κεφάλαιο.

Συνοχή με ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Διάφορα στοιχεία των προτάσεων της ΟΚΑ και του ΚΚΑ ακολουθούν εγγενείς αναθεωρήσεις, ενώ άλλες προσαρμογές του δημοσιονομικού κανονιστικού πλαισίου κατέστησαν απαραίτητες βάσει μεταγενέστερων εξελίξεων, όπως η έγκριση της ΟΑΕΤ, η θέσπιση του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού και οι εργασίες που έχουν αναληφθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και σε διεθνές επίπεδο.

Η πρόταση εισάγει τροποποιήσεις στην ισχύουσα νομοθεσία και την καθιστά πλήρως σύμφωνη με τις διατάξεις της ισχύουσας πολιτικής στον τομέα των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για τα ιδρύματα, την εποπτεία τους και για το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσής τους.

Συνοχή με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Τέσσερα έτη μετά από τη συμφωνία των αρχηγών των ευρωπαϊκών κρατών και κυβερνήσεων για τη δημιουργία μιας τραπεζικής ένωσης, δύο πυλώνες της τραπεζικής ένωσης —η ενιαία εποπτεία και η εξυγίανση— εφαρμόζονται, στηριζόμενοι στα ισχυρά θεμέλια ενός ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για όλα τα ιδρύματα της ΕΕ. Μολονότι έχει συντελεστεί σημαντική πρόοδος, απαιτούνται περαιτέρω βήματα για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας ενός ενιαίου συστήματος εγγύησης των καταθέσεων.

Η επανεξέταση του ΚΚΑ και της ΟΚΑ αποτελεί μέρος των μέτρων μείωσης του κινδύνου που είναι απαραίτητα για την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα και που βαίνουν παράλληλα προς τη σταδιακή εισαγωγή του ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων (ΕΣΑΚ). Παράλληλα, η αναθεώρηση έχει ως στόχο να διασφαλίσει ένα συνεχιζόμενο ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για όλα τα ιδρύματα της ΕΕ, είτε εντός είτε εκτός της τραπεζικής ένωσης. Οι γενικοί στόχοι της παρούσας πρωτοβουλίας, όπως περιγράφονται ανωτέρω, είναι απολύτως συνεπείς και συνεκτικοί με τους θεμελιώδεις στόχους της ΕΕ για προώθηση της οικονομικής σταθερότητας, μείωση της πιθανότητας και του βαθμού στήριξης εκ μέρους των φορολογουμένων σε περίπτωση εξυγίανσης ενός ιδρύματος, καθώς και για τη συμβολή στην αρμονική και βιώσιμη χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία συμβάλλει σε ένα υψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας και προστασίας των καταναλωτών.

Οι εν λόγω γενικοί στόχοι συνάδουν, επίσης, με τους στόχους που θέτουν οι άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως περιγράφονται ανωτέρω.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις βασίζονται στην ίδια νομική βάση με τις νομοθετικές πράξεις που τροποποιούνται, δηλαδή, στο άρθρο 114 της ΣΛΕΕ για την πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του ΚΚΑ και στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ για την πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της ΟΚΑ IV.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Οι στόχοι που επιδιώκονται με τα προτεινόμενα μέτρα αποσκοπούν στη συμπλήρωση της υφιστάμενης ενωσιακής νομοθεσίας και μπορούν, συνεπώς, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της ΕΕ, παρά μέσω των διάφορων εθνικών πρωτοβουλιών. Τα εθνικά μέτρα που αποσκοπούν, για παράδειγμα, στη μείωση της μόχλευσης των ιδρυμάτων, ενισχύοντας τη σταθερή χρηματοδότηση και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματικά για την εξασφάλιση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας όσο οι κανόνες της ΕΕ, δεδομένης της ελευθερίας των ιδρυμάτων να εγκαθίστανται και να παρέχουν υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη και του επακόλουθου βαθμού διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, ροών κεφαλαίων και ολοκλήρωσης της αγοράς. Αντιθέτως, τα εθνικά μέτρα θα μπορούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις ροές κεφαλαίων. Επιπλέον, η θέσπιση εθνικών μέτρων θα έθετε νομικές προκλήσεις, δεδομένου ότι ο ΚΚΑ ρυθμίζει ήδη τα τραπεζικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων μόχλευσης (υποβολή εκθέσεων), της ρευστότητας (συγκεκριμένα του δείκτη κάλυψης ρευστότητας ή LCR) και των απαιτήσεων για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

Συνεπώς, η τροποποίηση του ΚΚΑ και της ΟΚΑ θεωρείται ότι είναι η βέλτιστη επιλογή. Επιτυγχάνει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της εναρμόνισης των κανόνων και της διατήρησης εθνικής ευελιξίας, όπου αυτό είναι απαραίτητο, χωρίς να παρεμποδίζεται το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων. Οι τροποποιήσεις θα προωθήσουν περαιτέρω την ενιαία εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών και τη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ενιαία αγορά για τις τραπεζικές υπηρεσίες. Οι εν λόγω στόχοι δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τη μεμονωμένη δράση των κρατών μελών. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στον τραπεζικό τομέα όπου πολλά πιστωτικά ιδρύματα δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την ενιαία αγορά της ΕΕ. Η πλήρης εμπιστοσύνη και η συνεργασία στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ), καθώς και στο πλαίσιο των σωμάτων εποπτών και των αρμόδιων αρχών εκτός του ΕΕΜ έχει θεμελιώδη σημασία για την αποτελεσματική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση. Οι εθνικοί κανόνες δεν θα επιτύγχαναν τους εν λόγω στόχους.

Αναλογικότητα

Η αναλογικότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση. Όχι μόνο έγινε εκτίμηση όλων των προτεινόμενων επιλογών σε διαφορετικά ρυθμιστικά πεδία σε σχέση με τον στόχο της αναλογικότητας, αλλά και παρουσιάστηκε η έλλειψη αναλογικότητας των υφιστάμενων κανόνων ως διακριτό πρόβλημα και αναλύθηκαν ειδικές επιλογές με σκοπό τη μείωση του διοικητικών δαπανών και του κόστους συμμόρφωσης για τα μικρότερα ιδρύματα (βλέπε τμήματα 2.9 και 4.9 της εκτίμησης επιπτώσεων).

Επιλογή του νομικού μέσου

Τα μέτρα προτείνεται να υλοποιηθούν μέσω της τροποποίησης του ΚΚΑ και της ΟΚΑ με κανονισμό και οδηγία, αντίστοιχα. Τα προτεινόμενα μέτρα πράγματι αφορούν ή αναπτύσσουν περαιτέρω τις ήδη υφιστάμενες διατάξεις που είναι εγγενείς στις εν λόγω νομικές πράξεις (ρευστότητα, μόχλευση, αποδοχές, αναλογικότητα).

Όσον αφορά το νέο συμφωνημένο από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) πρότυπο TLAC, προτείνεται η ενσωμάτωση του μεγαλύτερου μέρους του προτύπου στον ΚΚΑ, δεδομένου ότι μόνον ένας κανονισμός μπορεί να επιτύχει την απαραίτητη ομοιόμορφη εφαρμογή, κατά τον ίδιο τρόπο όπως και για τις υφιστάμενες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που βασίζονται στον κίνδυνο. Η διαμόρφωση απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας με τη μορφή τροποποίησης του ΚΚΑ θα διασφαλίσει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις θα είναι άμεσα εφαρμόσιμες σε παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII). Αυτό θα εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν αποκλίνουσες εθνικές απαιτήσεις σε έναν τομέα όπου η πλήρης εναρμόνιση είναι επιθυμητή προκειμένου να προληφθεί η δημιουργία άνισων συνθηκών ανταγωνισμού. H εξομάλυνση των υφιστάμενων νομοθετικών διατάξεων, στο πλαίσιο της οδηγίας BRRD, θα είναι, ωστόσο, απαραίτητη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η απαίτηση TLAC και η ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) είναι πλήρως συνεκτικές και συνεπείς μεταξύ τους.

Ορισμένες από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΚΑ που επηρεάζουν την αναλογικότητα, αναμένεται να αφήσουν στα κράτη μέλη ορισμένο βαθμό ευελιξίας, ώστε να διατηρούν διαφορετικούς κανόνες κατά το στάδιο της μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Η ευελιξία αυτή προσφέρει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιβάλλουν αυστηρότερους κανόνες σχετικά με ορισμένα ζητήματα.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Η Επιτροπή υλοποίησε διάφορες πρωτοβουλίες, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας και οι προσεχείς αναθεωρήσεις των παγκόσμιων προτύπων αποτελούν τα πλέον κατάλληλα μέσα για τη διασφάλιση των στόχων προληπτικής εποπτείας για τα ιδρύματα της ΕΕ και, επίσης, κατά πόσον θα εξακολουθήσουν να παρέχουν την απαραίτητη χρηματοδότηση για την οικονομία της ΕΕ.

Τον Ιούλιο του 2015, η Επιτροπή δρομολόγησε δημόσια διαβούλευση σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις του ΚΚΑ και της ΟΚΑ στην τραπεζική χρηματοδότηση της οικονομίας της ΕΕ, με ιδιαίτερη εστίαση στη χρηματοδότηση των ΜΜΕ και των υποδομών και τον Σεπτέμβριο του 2015 δρομολόγησε την πρόσκληση υποβολής στοιχείων (CfE) 7 για τη νομοθεσία της ΕΕ στον χρηματοπιστωτικό τομέα στο σύνολό του. Με τις δύο πρωτοβουλίες επιδιώχθηκε να συγκεντρωθούν εμπειρικά στοιχεία και συγκεκριμένη ανατροφοδότηση όσον αφορά i) τους κανόνες που επηρεάζουν την ικανότητα της οικονομίας να αυτοχρηματοδοτείται και να αναπτύσσεται, ii) τις περιττές κανονιστικές επιβαρύνσεις, iii), τις αλληλεπιδράσεις, τις ασυνέπειες και τα κενά στους ισχύοντες κανόνες και iv) τους κανόνες που συνεπάγονται ακούσιες συνέπειες. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή συγκέντρωσε τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών στο πλαίσιο των ειδικών αναλύσεων που διενεργήθηκαν σχετικά με τις διατάξεις που διέπουν τις αποδοχές 8 και όσον αφορά την αναλογικότητα των κανόνων που περιέχονται στον ΚΚΑ και την ΟΚΑ. Τέλος, δρομολογήθηκε δημόσια διαβούλευση στο πλαίσιο της μελέτης που ανατέθηκε από την Επιτροπή, για να αξιολογήσει τις επιπτώσεις του ΚΚΑ στην τραπεζική χρηματοδότηση της οικονομίας 9 .

Όλες οι πρωτοβουλίες που αναφέρονται ανωτέρω παρείχαν σαφή αποδεικτικά στοιχεία για την ανάγκη να επικαιροποιηθούν και να συμπληρωθούν οι ισχύουσες διατάξεις για i) να μειωθούν περαιτέρω οι κίνδυνοι στον τραπεζικό τομέα και, ως εκ τούτου, να μειωθεί η εξάρτηση από τις κρατικές ενισχύσεις και τα χρήματα των φορολογουμένων σε περίπτωση κρίσης, και ii) να ενισχυθεί η ικανότητα των ιδρυμάτων να παράσχουν επαρκή χρηματοδότηση στην οικονομία.

Τα παραρτήματα 1 και 2 της εκτίμησης επιπτώσεων παρέχουν μια σύνοψη των διαβουλεύσεων, αξιολογήσεων και εκθέσεων.

Εκτίμηση των επιπτώσεων

Η εκτίμηση επιπτώσεων 10 συζητήθηκε με την επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου και απορρίφθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2016. Μετά την απόρριψη, η εκτίμηση επιπτώσεων ενισχύθηκε με την προσθήκη i) καλύτερης επεξήγησης σχετικά με το πλαίσιο πολιτικής της πρότασης (δηλαδή όσον αφορά τόσο τις διεθνείς όσο και τις ενωσιακές εξελίξεις της πολιτικής), ii) περισσότερων λεπτομερειών όσον αφορά τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών και iii) περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων για τις επιπτώσεις (όσον αφορά τόσο τα οφέλη όσο και το κόστος) των διαφόρων επιλογών πολιτικής που διερευνώνται στην εκτίμηση επιπτώσεων. Η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εξέδωσε θετική γνώμη 11 στις 27 Σεπτεμβρίου 2016 σχετικά με την εκ νέου υποβληθείσα εκτίμηση επιπτώσεων. Η πρόταση συνοδεύεται από την εκτίμηση επιπτώσεων. Η πρόταση παραμένει σύμφωνη με την εκτίμηση επιπτώσεων.

Όπως καταδεικνύεται από την ανάλυση προσομοίωσης και τα μακροοικονομικά μοντέλα που αναπτύχθηκαν στην εκτίμηση επιπτώσεων, υπάρχουν περιορισμένες δαπάνες που αναμένονται από τη θέσπιση των νέων απαιτήσεων, ιδιαίτερα τα νέα πρότυπα της Βασιλείας, όπως ο δείκτης μόχλευσης και το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Η εκτιμώμενη μακροπρόθεσμη επίπτωση στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κυμαίνεται μεταξύ – 0,03 % και – 0,06 %, ενώ η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης για τον τραπεζικό τομέα εκτιμάται ότι είναι κάτω από 3 μονάδες βάσης στην πιο ακραία εκδοχή. Όσον αφορά τα οφέλη, η άσκηση προσομοίωσης κατέδειξε ότι οι δημόσιοι πόροι που απαιτούνται για τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος σε περίπτωση χρηματοπιστωτικής κρίσης παρόμοιου μεγέθους με εκείνη της περιόδου 2007-2008 θα μειωθούν κατά 32 % –από 51 δισ. EUR σε 34 δισ. EUR.

Καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου και απλούστευση

Η διατήρηση απλουστευμένων προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων αναμένεται να διασφαλίσει τη συνέχιση της αναλογικότητας των κανόνων για τα μικρότερα ιδρύματα. Επιπλέον, τα πρόσθετα μέτρα για την αύξηση της αναλογικότητας ορισμένων απαιτήσεων (που αφορούν την υποβολή εκθέσεων, τη γνωστοποίηση και τις αποδοχές) αναμένεται να μειώσουν τον διοικητικό φόρτο και τον φόρτο συμμόρφωσης των εν λόγω οργάνων.

Όσον αφορά τις ΜΜΕ, η προτεινόμενη αναπροσαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα των ιδρυμάτων προς ΜΜΕ αναμένεται να έχει θετικό αντίκτυπο στη χρηματοδότηση των ΜΜΕ. Αυτό θα πλήξει κυρίως τις ΜΜΕ οι οποίες, επί του παρόντος, διαθέτουν ανοίγματα πέραν του 1,5 εκατ. EUR δεδομένου ότι τα εν λόγω ανοίγματα δεν επωφελούνται από τον συντελεστή υποστήριξης των ΜΜΕ σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.

Άλλα στοιχεία της πρότασης, ιδίως εκείνα που αποσκοπούν στη βελτίωση της ανθεκτικότητας των ιδρυμάτων σε μελλοντικές κρίσεις, αναμένεται να αυξήσουν τη βιωσιμότητα των δανείων προς τις ΜΜΕ.

Τέλος, τα μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση του κόστους συμμόρφωσης για τα ιδρύματα, ιδίως ως προς τα μικρότερα και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα, αναμένονται να μειώσουν τις δαπάνες δανεισμού για τις ΜΜΕ.

Όσον αφορά τη διάσταση της τρίτης χώρας, η πρόταση θα ενισχύσει τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ, μειώνοντας, έτσι την πιθανότητα και το κόστος πιθανών αρνητικών επιπτώσεων στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Επιπλέον, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα εναρμονίσου περαιτέρω το κανονιστικό πλαίσιο σε ολόκληρη την Ένωση, μειώνοντας δραστικά τις διοικητικές δαπάνες για τα ιδρύματα τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ.

Με βάση την υπό εξέλιξη επανεξέταση των επιχειρήσεων επενδύσεων βάσει του ΚΚΑ και υπό το πρίσμα της αρχικής έκθεσης που υπέβαλε η ΕΑΤ 12 , θεωρείται εύλογο οι νεοεισαχθείσες απαιτήσεις να ισχύσουν μόνο για τις συστημικής σημασίας επιχειρήσεις επενδύσεων, ενώ άλλες επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται στο προϋφιστάμενο καθεστώς έως την ολοκλήρωση της επανεξέτασης.

Η πρόταση είναι σύμφωνη με την προτεραιότητα της Επιτροπής για την ψηφιακή ενιαία αγορά.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Η ΕΕ είναι προσηλωμένη να τηρεί υψηλά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και έχει υπογράψει μια ευρεία σειρά συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση δεν ενδέχεται να έχει άμεσο αντίκτυπο στα εν λόγω δικαιώματα, όπως αναφέρονται στις κύριες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του ανθρώπου, τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των συνθηκών της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

4. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

5. ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων

Αναμένεται ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα αρχίσουν να τίθενται σε ισχύ το νωρίτερο το 2019. Οι τροποποιήσεις συνδέονται άρρηκτα με άλλες διατάξεις του ΚΚΑ και της ΟΚΑ που ισχύουν ήδη και παρακολουθούνται από το 2014.

Η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS) και η ΕΑΤ θα συνεχίσουν να συλλέγουν τα αναγκαία δεδομένα για την παρακολούθηση του δείκτη μόχλευσης και των νέων μέτρων ρευστότητας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική εκτίμηση επιπτώσεων των νέων μέσων πολιτικής. Η τακτική διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (SREPs) και οι ασκήσεις δοκιμής ακραίων καταστάσεων, θα συμβάλουν, επίσης, στην παρακολούθηση των επιπτώσεων που έχουν τα νέα προτεινόμενα μέτρα στα ιδρύματα που επηρεάζονται και στην αξιολόγηση της επάρκειας της ευελιξίας και της αναλογικότητας που προβλέπεται, ώστε να υπάρχει μέριμνα για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μικρότερων ιδρυμάτων. Επιπρόσθετα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα συνεχίσουν να συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας της BSBS και στην κοινή ομάδα εργασίας που συγκροτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την ΕΑΤ, που παρακολουθούν τη δυναμική των ιδίων κεφαλαίων και την ταμειακή κατάσταση των ιδρυμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο και στην ΕΕ, αντίστοιχα.

Η δέσμη δεικτών για την παρακολούθηση της προόδου των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των προκρινόμενων επιλογών συνίσταται στα εξής:

Για τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR):

Δείκτης

Δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) για τα ιδρύματα της ΕΕ

Στόχος

Από την ημερομηνία εφαρμογής, το 99 % των ιδρυμάτων που συμμετέχουν στην άσκηση παρακολούθησης ΕΑΤ Βασιλεία ΙΙΙ πληροί τον δείκτη NSFR στο 100 % (το 65 % των πιστωτικών ιδρυμάτων της ομάδας 1 και το 89 % της ομάδας 2 πληρούν τον δείκτη NSFR από το τέλος Δεκεμβρίου 2015)

Πηγή στοιχείων

Εξαμηνιαίες εκθέσεις παρακολούθησης της ΕΑΤ Βασιλεία ΙΙΙ

Σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης:

Δείκτης

Δείκτης μόχλευσης για τα ιδρύματα της ΕΕ

Στόχος

Από την ημερομηνία εφαρμογής, το 99 % των πιστωτικών ιδρυμάτων των ομάδων 1 και 2 διαθέτουν δείκτη μόχλευσης τουλάχιστον 3 % (το 93,4 % των ιδρυμάτων της ομάδας 1 έχουν επιτύχει τον στόχο από τον Ιούνιο του 2015)

Πηγή στοιχείων

Εξαμηνιαίες εκθέσεις παρακολούθησης της ΕΑΤ Βασιλεία ΙΙΙ

Για τις ΜΜΕ

Δείκτης

Κενό χρηματοδότησης προς τις ΜΜΕ στην ΕΕ, δηλαδή, η διαφορά μεταξύ της ανάγκης για εξωτερικά κεφάλαια και της διαθεσιμότητας των κεφαλαίων

Στόχος

Από δύο έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής, < 13 % (τελευταία γνωστή εικόνα – 13 % στο τέλος του 2014)

Πηγή στοιχείων

Έρευνα «SAFE» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής/της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (η κάλυψη των δεδομένων περιορίζεται στη ζώνη του ευρώ)

Για την απαίτηση TLAC:

Δείκτης

Η απαίτηση TLAC σε παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII)

Στόχος

Όλες οι παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες (G-SIB) της ΕΕ πληρούν τον στόχο (> 16 % των σταθμισμένων βάσει κινδύνου στοιχείων του ενεργητικού (RWA)/6 % του μέτρου του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης (LREM) από το 2019, > 18 % των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού (RWA)/6,75 % LREM από το 2022)

Πηγή στοιχείων

Εξαμηνιαίες εκθέσεις παρακολούθησης της ΕΑΤ Βασιλεία ΙΙΙ

Σχετικά με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών:

Δείκτης

RWA για κινδύνους αγοράς για τα ιδρύματα της ΕΕ

Παρατηρήθηκαν διακυμάνσεις των συνολικών σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού των χαρτοφυλακίων που εφαρμόζουν την προσέγγιση των εσωτερικών υποδειγμάτων.

Στόχος

— Από το 2023, όλα τα ιδρύματα της ΕΕ θα πληρούν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς στο πλαίσιο της τελικής βαθμονόμησης που εγκρίθηκε στην ΕΕ.

— Από το 2021, η αδικαιολόγητη μεταβλητότητα (δηλαδή, η ποικιλομορφία που δεν προκαλείται από διαφορές στους υποκείμενους κινδύνους) των αποτελεσμάτων των εσωτερικών υποδειγμάτων σε όλα τα ιδρύματα της ΕΕ είναι χαμηλότερη από την τρέχουσα μεταβλητότητα* των εσωτερικών υποδειγμάτων σε όλα τα ιδρύματα της ΕΕ.

_______________

* Τιμές αναφοράς για την «τρέχουσα μεταβλητότητα» της δυνητικής ζημίας (Value-at-risk — VaR) και τις προϋποθέσεις για αυξημένο κίνδυνο αθέτησης (IRC) θα πρέπει να είναι αυτές που εκτιμήθηκαν από την τελευταία «Έκθεση για τη μεταβλητότητα των σταθμισμένων βάσει κινδύνου στοιχείων του ενεργητικού για τα χαρτοφυλάκια κινδύνου αγοράς» της ΕΑΤ, οι οποίες υπολογίζονται για τα αθροιστικά χαρτοφυλάκια, που θα δημοσιεύονται πριν από την έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς.

Πηγή στοιχείων

Εξαμηνιαίες εκθέσεις παρακολούθησης της ΕΑΤ Βασιλεία ΙΙΙ

Έκθεση της ΕΑΤ για τη μεταβλητότητα των σταθμισμένων βάσει κινδύνου στοιχείων του ενεργητικού για τα χαρτοφυλάκια κινδύνου αγοράς. Οι νέες τιμές θα πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με την ίδια μεθοδολογία.

Σχετικά με τις αποδοχές:

Δείκτης

Χρήση της αναβολής και της πληρωμής σε μέσα από τα ιδρύματα

Στόχος

Το 99 % των ιδρυμάτων που δεν είναι μικρά και μη πολύπλοκα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ΟΚΑ, μεταθέτουν τουλάχιστον το 40 % των μεταβλητών αποδοχών σε περίοδο άνω των 3 έως 5 ετών και καταβάλλουν τουλάχιστον το 50 % των μεταβλητών αποδοχών σε μέσα σε ό, τι αφορά τα συγκεκριμένα μέλη του προσωπικού με σημαντικά επίπεδα μεταβλητών αποδοχών.

Πηγή στοιχείων

Εκθέσεις συγκριτικής ανάλυσης της ΕΑΤ όσον αφορά τις αποδοχές

Σχετικά με την αναλογικότητα:

Δείκτης

Μείωση του φόρτου από υποβολή εποπτικών αναφορών και δημοσιοποίηση

Στόχος

Το 80 % των μικρότερων και λιγότερο πολύπλοκων ιδρυμάτων αναφέρουν μείωση του φόρτου

Πηγή στοιχείων

Έρευνα που πρέπει να σχεδιαστεί και να διενεργηθεί από την ΕΑΤ μέχρι τα έτη 2022-2023

Η εκτίμηση του αντίκτυπου της παρούσας πρότασης θα γίνει πέντε έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής των προτεινόμενων μέτρων με βάση τη μεθοδολογία που θα συμφωνηθεί με την ΕΑΤ αμέσως μετά την έκδοση. Η ΕΑΤ θα λάβει την εντολή να καθορίσει και να συγκεντρώσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την παρακολούθηση των προαναφερόμενων δεικτών, καθώς και άλλων δεικτών που είναι απαραίτητοι για την αξιολόγηση του τροποποιημένου ΚΚΑ και της ΟΚΑ. Η μεθοδολογία θα μπορούσε να αναπτυχθεί για επιμέρους δικαιώματα προαίρεσης ή για ένα σύνολο αλληλένδετων δικαιωμάτων προαίρεσης ανάλογα με τις περιστάσεις που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της αξιολόγησης και ανάλογα με τα αποτελέσματα των δεικτών παρακολούθησης.

Η συμμόρφωση και η επιβολή θα διασφαλίζονται σε συνεχή βάση, μέσω της κίνησης διαδικασιών παράβασης από την Επιτροπή για μη μεταφορά ή για πλημμελή μεταφορά ή εφαρμογή των νομοθετικών μέτρων. Οι καταγγελίες παραβάσεων του δικαίου της ΕΕ μπορεί να διοχετεύονται μέσω του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), το οποίο περιλαμβάνει τις εθνικές αρμόδιες αρχές και την ΕΑΤ, καθώς και μέσω του ΕΚΤ. Η ΕΑΤ θα συνεχίσει, επίσης, να δημοσιεύει τις τακτικές εκθέσεις της ως προς τη διαδικασία παρακολούθησης «Βασιλεία ΙΙΙ» όσον αφορά το τραπεζικό σύστημα της ΕΕ. Η διαδικασία αυτή παρακολουθεί τις επιπτώσεις των απαιτήσεων της Βασιλείας ΙΙΙ (όπως εφαρμόζονται μέσω του ΚΚΑ και της ΟΚΑ) για τα ιδρύματα της ΕΕ ιδίως όσον αφορά τους κεφαλαιακούς δείκτες των ιδρυμάτων (βάσει κινδύνου και μη βάσει κινδύνου) και τους δείκτες ρευστότητας (LCR, NSFR). Διενεργείται παράλληλα με την έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία.

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Απαλλαγές από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις ρευστότητας (ΚΚΑ)

Η απαίτηση να συμμορφώνονται οι θυγατρικές με απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και ρευστότητας σε μεμονωμένη βάση μπορεί να εμποδίζει τα ιδρύματα να διαχειρίζονται τα εν λόγω κεφάλαια αποτελεσματικά στο επίπεδο του ομίλου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα συγκυρία, όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις διευκολύνουν όλο και περισσότερο τη συγκέντρωση κεφαλαίων και τη διαχείριση της ρευστότητας στο πλαίσιο ενός ομίλου.

Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, οι αρμόδιες αρχές έχουν αποκτήσει τη δυνατότητα εξαίρεσης από την εφαρμογή των απαιτήσεων σε ατομικό επίπεδο για τις θυγατρικές ή τις μητρικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους ή τμήματος μιας υποομάδας ρευστότητας που βρίσκεται σε διάφορα κράτη μέλη, με την επιφύλαξη διασφαλίσεων ότι το κεφάλαιο και η ρευστότητα θα κατανέμονται επαρκώς μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και των θυγατρικών. Με τη θέσπιση του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ), η εποπτεία του ομίλου ενισχύθηκε σημαντικά, ιδίως όταν οι οντότητες του ομίλου βρίσκονται στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον ΕΕΜ, και ο ΕΕΜ διαθέτει καλύτερη γνώση και άμεσες εξουσίες επί των οντοτήτων του ομίλου που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη. Ωστόσο, εν αναμονή της ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης, στα κράτη μέλη στα οποία εδρεύουν οι θυγατρικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες ότι η ανεπάρκεια ρευστότητας ή κεφαλαίων των θυγατρικών που αντιμετωπίζουν προβλήματα ενδέχεται να έχει δημοσιονομικές συνέπειες για αυτά τα κράτη μέλη («υποδοχής»). Οι ανησυχίες αυτές έχουν ληφθεί υπόψη στην παρούσα πρόταση μέσω των ακόλουθων διασφαλίσεων: οι προϋποθέσεις που υπάρχουν ήδη στον ΚΚΑ συμπληρώνονται από μια σαφώς οριοθετημένη υποχρέωση της μητρικής επιχείρησης να υποστηρίζει τις θυγατρικές. Η δέσμευση της μητρικής εταιρείας πρέπει να είναι εγγυημένη για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης που απαλλάσσεται και η εγγύηση πρέπει να εξασφαλίζει τουλάχιστον το ήμισυ του ποσού για το οποίο παρέχεται εγγύηση. Η Επιτροπή θα παρακολουθεί προσεκτικά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.

Θεωρείται ότι, σε αυτό το στάδιο της τραπεζικής ένωσης, θα πρέπει να είναι δυνατόν η αρμόδια αρχή που εποπτεύει τις μητρικές και θυγατρικές εταιρίες που είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη εντός της τραπεζικής ένωσης, να απαλλάσσει από την εφαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και ρευστότητας τις θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη από τη μητρική εταιρεία, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η δέσμευση της μητρικής εταιρείας για την υποστήριξη των εν λόγω θυγατρικών είναι εγγυημένη για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης που απαλλάσσεται και ότι η εγγύηση καλύπτεται από εξασφάλιση τουλάχιστον ως προς το ήμισυ του ποσού για το οποίο παρέχεται εγγύηση. Τα άρθρα 7 και 8 του ΚΚΑ τροποποιούνται αναλόγως. Οι ίδιες απαλλαγές, διατίθενται, προαιρετικά, για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που δεν συμμετέχουν στην τραπεζική ένωση, με την επιφύλαξη της ρητής συγκατάθεσής τους.

Εφαρμογή των προτύπων του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ) για την συνολική ικανότητα απορρόφησης ζημιών (ΚΚΑ, ΟΑΕΤ, ΕΜΕ)

Στις 9 Νοεμβρίου 2015 το ΣΧΣ δημοσίευσε το έγγραφο με τους όρους λειτουργίας για τη συνολική ικανότητα απορρόφησης ζημιών («το πρότυπο TLAC»), το οποίο εγκρίθηκε μία εβδομάδα αργότερα στη σύνοδο κορυφής της G20 στην Τουρκία 13 . Το πρότυπο TLAC απαιτεί να διαθέτουν οι παγκόσμιες συστημικά σημαντικές τράπεζες («G-SIB»), που αναφέρονται ως παγκόσμια συστημικά σημαντικά ιδρύματα («G-SII») στη νομοθεσία της Ένωσης, επαρκή ποσότητα υποχρεώσεων με υψηλή ικανότητα απορρόφησης ζημιών (δυνάμενων να διασωθούν με ίδια μέσα), προκειμένου να διασφαλίζουν την ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση στην εξυγίανση. Η αλληλεπίδραση του προτύπου TLAC με τη την υφιστάμενη νομοθεσία της Ένωσης που έχει τους ίδιους κανονιστικούς στόχους περιγράφεται με περισσότερες λεπτομέρειες στο επεξηγηματικό υπόμνημα που συνοδεύει τις προτάσεις για τροποποιήσεις της BRRD και του ΚΕΜΕ.

Συνοχή με την BRRD

Το πρότυπο TLAC εφαρμόζεται στην Ένωση μέσω τροπολογιών στον κανονισμό ΚΚΑ, με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο της οδηγίας BRRD. Με σκοπό την ολοκλήρωση των δύο πλαισίων που επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς πολιτικής, πρέπει να εισαχθούν νέοι ορισμοί, όπως οι οντότητες εξυγίανσης, ο όμιλος εξυγίανσης κλπ. (άρθρο 4 του ΚΚΑ), και πρέπει να δικαιολογείται η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών εξυγίανσης (άρθρο 2 του ΚΚΑ).

Με βάση την αναθεώρηση που προβλέπεται στο άρθρο 518 του ΚΚΑ, και σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 59 της εν λόγω οδηγίας, τα κριτήρια για τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 (άρθρο 52 του ΚΚΑ) και τα μέσα της κατηγορίας 2 (άρθρο 63 του ΚΚΑ) τροποποιούνται ούτως ώστε τα εν λόγω μέσα να απομειώνονται ή να μετατρέπονται σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κατά τη χρονική στιγμή της μη βιωσιμότητας. Αυτό δεν θα αλλάξει το καθεστώς των κεφαλαιακών μέσων που εκδίδονται από τα ιδρύματα της ΕΕ, ενώ θα διασφαλίζεται ταυτόχρονα ότι μόνο μέσα που εκδίδονται από θυγατρικές ιδρυμάτων της ΕΕ σε τρίτες χώρες και πληρούν αυτή την πρόσθετη απαίτηση μπορεί να θεωρηθούν ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 από τις μητρικές τους επιχειρήσεις στην ΕΕ κατά τον υπολογισμό των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων.

Η απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

Το πρότυπο TLAC εφαρμόζεται στην ΕΕ με τη θέσπιση της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αποτελείται από ένα δείκτη με βάση τον κίνδυνο και από έναν δείκτη χωρίς τον κίνδυνο (νέο άρθρο 92α του ΚΚΑ). Η απαίτηση αυτή ισχύει μόνο στην περίπτωση των G-SII, που μπορεί να είναι ένας όμιλος ιδρυμάτων ή μεμονωμένα ιδρύματα (άρθρο 131 παράγραφος 1 της ΟΚΑ). Το άρθρο 6 του ΚΚΑ τροποποιείται προκειμένου να ορίζεται ρητά ότι τα αυτοτελή G-SII που αποτελούν οντότητες εξυγίανσης υποχρεούνται να συμμορφωθούν με την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε ατομική βάση, ενώ το άρθρο 11 τροποποιείται προκειμένου να ορίζεται ρητά ότι οι οντότητες εξυγίανσης, που συνιστούν μέλη ομίλων που χαρακτηρίζονται ως παγκόσμια συστημικά σημαντικά ιδρύματα πρέπει να συμμορφωθούν με την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε ενοποιημένη βάση.

Το πρότυπο TLAC περιλαμβάνει επίσης την απαίτηση για εσωτερική TLAC (ήτοι την υποχρέωση για εκ των προτέρων ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης στο επίπεδο των θυγατρικών στο πλαίσιο της εξυγίανσης ενός ομίλου), που μεταφέρεται στην ΕΕ με τη θέσπιση της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (νέο άρθρο 92β του ΚΚΑ) που ισχύει για τα G-SII εκτός ΕΕ (η BRRD περιέχει ήδη ανάλογη διάταξη για τα G-SII). Η απαίτηση αυτή αντιπροσωπεύει το 90 % των απαιτήσεων που εφαρμόζονται στα παγκόσμια συστημικά σημαντικά ιδρύματα σύμφωνα με το νέο άρθρο 92α. Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στα G-SII εκτός της ΕΕ ισχύει για τις σημαντικές θυγατρικές των G-SII εκτός ΕΕ σε ατομική βάση, εφόσον δεν είναι ούτε οντότητες εξυγίανσης ούτε μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ, και σε ενοποιημένη βάση εφόσον είναι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ, αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης.

Επιλέξιμες υποχρεώσεις

Ένα νέο κεφάλαιο 5α (νέα άρθρα 72α έως 72ιβ) για τις επιλέξιμες υποχρεώσεις εισάγεται στον ΚΚΑ μετά τα κεφάλαια που αφορούν τα ίδια κεφάλαια. Το νέο άρθρο 72α απαριθμεί τις εξαιρεθείσες υποχρεώσεις που δεν μπορούν να υπολογίζονται για την εκπλήρωση της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Το άρθρο 72β περιλαμβάνει τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα μέσα των επιλέξιμων υποχρεώσεων, η παράγραφος 2 αποτυπώνει τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης, ενώ οι παράγραφοι 3 και 4 αποτυπώνουν τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις υποχρεώσεις που έχουν την ίδια προτεραιότητα με τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις. Το άρθρο 72γ ορίζει ότι τα μέσα μπορούν να συνυπολογιστούν στις επιλέξιμες υποχρεώσεις, μόνο εφόσον έχουν εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας αποκλείουν υποχρεώσεις που εκδίδονται από οντότητες ειδικού σκοπού σύμφωνα με το έγγραφο με τους όρους λειτουργίας της TLAC.

Το τμήμα 2 του νέου κεφαλαίου 5Α (άρθρα 72ε έως 72ζ) προβλέπει τους κανόνες αφαίρεσης που εφαρμόζονται για να προσδιοριστεί το καθαρό ποσό των υποχρεώσεων που μπορεί να συνυπολογίζεται για την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Τα ιδρύματα υποχρεούνται να αφαιρούν τις συμμετοχές των μέσων ιδίων επιλέξιμων υποχρεώσεων (άρθρο 72στ), και τις συμμετοχές των επιλέξιμων υποχρεώσεων άλλων G-SII (άρθρα 72η και 72θ). Το άρθρο 72ε παράγραφος 3 ορίζει μια αναλογική μείωση κατά το ποσό των συμμετοχών σε υποχρεώσεις που έχουν την ίδια προτεραιότητα με τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις και μπορούν να υπολογιστούν μόνο μέχρι ενός περιορισμένου ποσού ως επιλέξιμες υποχρεώσεις. Γίνονται αφαιρέσεις από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις, και από τα ίδια κεφάλαια — βάσει αντίστοιχης μεθόδου αφαίρεσης (άρθρο 66 στοιχείο ε) του ΚΚΑ). Το άρθρο 72ι περιλαμβάνει την εξαίρεση από κρατήσεις για στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Στο τμήμα 3 του νέου κεφαλαίου 5α ορίζονται οι έννοιες των επιλέξιμων υποχρεώσεων (άρθρο 72ια) και των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (άρθρο 72ιβ).

Η Επιτροπή θα ζητήσει από την ΕΑΤ την παροχή συμβουλών σχετικά με εναλλακτικές επιλογές για την αντιμετώπιση των συμμετοχών σε μέσα της TLAC που εκδίδονται από τα G-SII και σχετικά με τον αντίκτυπο αυτών των επιλογών. Μία από τις επιλογές για την οποία η Επιτροπή θα ζητήσει συμβουλές θα είναι η εφαρμογή της πρόσφατα δημοσιευμένης από την BCBS προσέγγισης όσον αφορά την αντιμετώπιση των συμμετοχών στο πλαίσιο της TLAC. Βάσει των συμβουλών, η Επιτροπή θα εξετάσει κατά πόσον οι αλλαγές στη λύση που προτείνεται με την παρούσα πρόταση είναι δικαιολογημένες.

Προσαρμογές των γενικών απαιτήσεων στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις

Το μέρος II τίτλος I κεφάλαιο 6 του ΚΚΑ (άρθρα 73 έως 80) προσαρμόζεται ώστε να αντικατοπτρίζει τη θέσπιση της κατηγορίας επιλέξιμων υποχρεώσεων. Τα άρθρα 77 και 78 επεκτείνονται ώστε να καλύπτουν προηγούμενη εποπτική άδεια για την πρόωρη εξόφληση κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Στο άρθρο 78 θεσπίζεται η δυνατότητα παραχώρησης μιας γενικής εκ των προτέρων έγκρισης σε ιδρύματα να εφαρμόζουν πρόωρες εξοφλήσεις, με την επιφύλαξη των κριτηρίων που διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εν λόγω εποπτικής άδειας. Σύμφωνα με το άρθρο 80, η ΕΑΤ είναι επιφορτισμένη με την παρακολούθηση της έκδοσης τίτλων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Με στόχο την ευθυγράμμιση των κριτηρίων επιλεξιμότητας των ιδίων κεφαλαίων με τα κριτήρια των επιλέξιμων υποχρεώσεων, τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από οντότητα ειδικού σκοπού θα μπορούν να υπολογιστούν για τους σκοπούς ιδίων κεφαλαίων μόνο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2021.

Επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου σε κεφάλαια (ΚΚΑ)

Τον Δεκέμβριο του 2013, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία εξέδωσε νέο πρότυπο σχετικά με την αντιμετώπιση των επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου σε κεφάλαια. Το νέο πρότυπο είχε ως στόχο να αποσαφηνιστεί η υπάρχουσα αντιμετώπιση και να καταστεί διεθνώς συμβατή και ευαίσθητη σε θέματα αντιμετώπισης κινδύνων ανάλογων ανοιγμάτων (δηλ. να αντανακλά τόσο τον κίνδυνο υποκείμενων επενδύσεων των κεφαλαίων όσο και τη μόχλευση). Προκειμένου να εφαρμοστεί το νέο πρότυπο στο δίκαιο της Ένωσης, έγιναν διάφορες αλλαγές στον ΚΚΑ.

Το άρθρο 128 τροποποιείται, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι ο καθορισμός των στοιχείων που σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους δεν λαμβάνει υπόψη τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ.

Το άρθρο 132 τροποποιείται, προκειμένου να αντικατοπτρίζει τις νέες γενικές αρχές και απαιτήσεις που διέπουν τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ για τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Προστίθεται νέο άρθρο 132α για τους υπολογισμούς που αφορούν δύο από τις προσεγγίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 132, δηλαδή την προσέγγιση εξέτασης και την προσέγγιση που βασίζεται στην εντολή.

Το άρθρο 152 τροποποιείται προκειμένου να αντικατοπτρίζει τις αναθεωρημένες απαιτήσεις και προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ για τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Τυποποιημένη προσέγγιση για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου (SA-CCR) (ΚΚΑ)

Τον Μάρτιο του 2014, η BCBS δημοσίευσε πρότυπο για μια νέα τυποποιημένη μέθοδο για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των παραγώγων, την αποκαλούμενη τυποποιημένη προσέγγιση για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου (SA-CCR), προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις των υφιστάμενων τυποποιημένων μεθόδων. Προκειμένου να θεσπιστεί η νέα μέθοδος στο ενωσιακό δίκαιο, με την παράλληλη εξασφάλιση ότι οι νέοι κανόνες παραμένουν αναλογικοί, επήλθαν αρκετές αλλαγές στον ΚΚΑ.

Στο άρθρο 273 ορισμένοι ορισμοί τροποποιήθηκαν και προστέθηκαν ορισμένοι νέοι ορισμοί ώστε να αντικατοπτρίζουν τις νέες μεθόδους που θεσπίζονται. Η μέθοδος βάσει τρεχουσών τιμών αγοράς αντικαταστάθηκε από τη SA-CCR (άρθρα 274 έως 280στ). Οι κανόνες που σχετίζονται με την τυποποιημένη μέθοδο αφαιρέθηκαν. Θεσπίστηκαν νέοι κανόνες για μια απλουστευμένη SA-CCR (άρθρο 281). Οι ισχύοντες κανόνες για τη μέθοδο αρχικού ανοίγματος τροποποιήθηκαν (άρθρο 282). Τροποποιήθηκαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τη χρήση της μεθόδου αρχικού ανοίγματος και θεσπίστηκαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τη χρήση της απλουστευμένης SA-CCR (άρθρο 273α και 273β). Τα άρθρα 298 και 299 τροποποιήθηκαν, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η θέσπιση της SA-CCR.

Ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων (ΚΚΑ και κανονισμός EMIR)

Τον Απρίλιο του 2014, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία εξέδωσε το τελικό πρότυπο σχετικά με την αντιμετώπιση των ανοιγμάτων προς βασικούς αντισυμβαλλομένους (CCPs). Το τελικό πρότυπο αντιμετωπίζει τις ελλείψεις του ενδιάμεσου προτύπου που είχε δημοσιευθεί πριν από δύο έτη. Για την εφαρμογή του τελικού προτύπου στη νομοθεσία της Ένωσης, έγιναν διάφορες αλλαγές στον ΚΚΑ, και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (κανονισμός για τις υποδομές των ευρωπαϊκών αγορών ή EMIR).

Τροποποιήσεις των άρθρων 300 έως 310 και 497 του ΚΚΑ

Αρκετοί νέοι ορισμοί προστέθηκαν στο άρθρο 300 που καλύπτουν τους όρους που χρησιμοποιούνται στους τροποποιημένους κανόνες όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Το άρθρο 301 τροποποιήθηκε προκειμένου να θεσπιστεί ειδική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου που οφείλονται σε συναλλαγές μετρητών, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω την αντιμετώπιση του αρχικού περιθωρίου και προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι θα εφαρμοστεί ενιαία μέθοδος για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι κεντρικών αναγνωρισμένων αντισυμβαλλομένων. Το άρθρο 304 τροποποιήθηκε, προκειμένου να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στις μεθόδους για τον υπολογισμό της αξίας ανοιγμάτων των παραγώγων και να διευκρινιστεί η αντιμετώπιση των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων (ΣΧΤ) και η εξασφάλιση που παρέχεται από τους πελάτες στα εκκαθαριστικά μέλη. Το άρθρο 305 τροποποιήθηκε, προκειμένου να διευκρινιστεί η αντιμετώπιση των ΣΧΤ και να προσαρμοστούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας για την προνομιακή αντιμετώπιση των ανοιγμάτων πελατών. Η αποσαφήνιση της αντιμετώπισης των εγγυήσεων των εκκαθαριστικών μελών στους πελάτες τους καθώς και της μεταχείρισης των ΣΧΤ προστέθηκαν στο άρθρο 306. Μια νέα μέθοδος για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τις προκαταβεβλημένες συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου θεσπίστηκε στο άρθρο 308. Ο μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι μη επιλέξιμου κεντρικού αντισυμβαλλομένου στο άρθρο 309 τροποποιήθηκε. Στο άρθρο 310 η εναλλακτική μέθοδος για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από νέα αντιμετώπιση για μη προκαταβεβλημένες συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης. Τέλος, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 497 τροποποιήθηκαν.

Τροπολογίες στα άρθρα 50α έως 50δ και 89 του κανονισμού EMIR

Τα άρθρα 50α έως 50δ τροποποιήθηκαν ώστε να συμπεριλάβουν μια νέα μέθοδο για τον υπολογισμό του υποθετικού κεφαλαίου κεντρικού αντισυμβαλλομένου που απαιτείται από τα ιδρύματα προκειμένου να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης του συγκεκριμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Το άρθρο 89 παράγραφος 5α τροποποιήθηκε προκειμένου να επικαιροποιηθούν οι μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τον εν λόγω υπολογισμό.

Χαρτοφυλάκιο συναλλαγών/Κίνδυνος αγοράς (ΚΚΑ)

Τον Ιανουάριο του 2016 η BCBS ολοκλήρωσε τις εργασίες της για τη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και δημοσίευσε νέο πρότυπο για την αντιμετώπιση του κινδύνου της αγοράς. Το πρότυπο αντιμετωπίζει σχεδιαστικές αδυναμίες στο υφιστάμενο πλαίσιο κινδύνου της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της ανεπαρκούς αποτύπωσης του πλήρους εύρους των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα ιδρύματα και της αβεβαιότητας σχετικά με το όριο μεταξύ του χαρτοφυλακίου των εμπορικών και μη εμπορικών συναλλαγών (δηλ. τραπεζικών), που δημιούργησε ευκαιρίες για καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου εποπτικού πλαισίου. Το νέο πρότυπο περιέχει αναθεωρημένους κανόνες για τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων ως προς τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, καθώς και μια νέα τυποποιημένη προσέγγιση, η οποία αντικαθιστά την υφιστάμενη. Προκειμένου να εφαρμοστεί η νέα μέθοδος στο ενωσιακό δίκαιο, με παράλληλη διασφάλιση ότι οι νέοι κανόνες παραμένουν αναλογικοί, αρκετές αλλαγές πραγματοποιήθηκαν όσον αφορά τον ΚΚΑ.

Στον τίτλο I — Γενικές απαιτήσεις, αποτίμηση και υποβολή αναφορών

Στο άρθρο 94 καθορίζονται οι αναθεωρημένοι όροι σύμφωνα με τους οποίους μπορούν να επωφεληθούν από την παρέκκλιση τα ιδρύματα με μικρές δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, σύμφωνα με την οποία οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου των θέσεων τραπεζικού χαρτοφυλακίου μπορούν να αντικαταστήσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Τα άρθρα 102 και 103 διευκρινίζουν τις γενικές απαιτήσεις για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Τα άρθρα 104 και 104α διευκρινίζουν τα κριτήρια για την κατανομή των θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και τις προϋποθέσεις για την ανακατάταξη της θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε θέση του τραπεζικού χαρτοφυλακίου και αντίστροφα. Το άρθρο 104β ορίζει τη νέα έννοια της μονάδας διαπραγμάτευσης. Το άρθρο 105 καθορίζει τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται ως προς τη συνετή αποτίμηση των θέσεων χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Το άρθρο 106 περιγράφει την αναγνώριση και μεταχείριση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που θεωρούνται ως εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου των θέσεων στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια.

Στον τίτλο IV Κεφάλαιο 1 — Γενικές διατάξεις

Το άρθρο 325 περιγράφει τις διάφορες προσεγγίσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τα ιδρύματα προκειμένου να υπολογίσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, καθώς και τους όρους χρήσης τους και τον τρόπο με τον οποίο η χρήση τους μπορεί να συνδυάζεται. Το άρθρο 325α ορίζει λεπτομερέστερα τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τη χρήση της απλουστευμένης τυποποιημένης προσέγγισης για τα ιδρύματα με μεσαίες δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Το άρθρο 325β ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να συμψηφίζονται ανοίγματα κινδύνου αγοράς μεταξύ των διαφόρων νομικών οντοτήτων του ομίλου για τον υπολογισμό των ενοποιημένων ποσών των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Το άρθρο 325γ ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι θέσεις που συνομολογούνται από το ίδρυμα με στόχο την αντιστάθμιση έναντι των δυσμενών συνεπειών των μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών επί των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος μπορούν να εξαιρεθούν από τις απαιτήσεις κινδύνου αγοράς.

Κεφάλαιο 1α — Η τυποποιημένη μέθοδος

Το τμήμα 1 (άρθρο 325δ) περιγράφει τις διάφορες συνιστώσες της τυποποιημένης μεθόδου. Το τμήμα 2 (άρθρα 325ε έως 325ι) περιγράφει τη λειτουργία της πρώτης συνιστώσας, της μεθόδου που βασίζεται στην ευαισθησία. Θεσπίζει γενικές αρχές για τον υπολογισμό και τη συγκέντρωση και την καμπυλότητα των κινδύνων δέλτα και βέγκα. Η ενότητα 1 του τμήματος 3 (άρθρα 325μ έως 325ρ) καθορίζει τους παράγοντες κινδύνου που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ευαισθησίας των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε διαφορετικές κατηγορίες κινδύνου. Η ενότητα 2 του τμήματος 3 (άρθρα 325ιθ έως 325κα) εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να υπολογίζονται οι εν λόγω ευαισθησίες. Το τμήμα 4 (άρθρο 325κβ) περιγράφει τη λειτουργία της δεύτερης συνιστώσας της τυποποιημένης προσέγγισης, τον πρόσθετο υπολειπόμενο κίνδυνο. Το τμήμα 5 περιγράφει τη λειτουργία της τρίτης συνιστώσας της τυποποιημένης προσέγγισης, της επιβάρυνσης κινδύνου αθέτησης. Το άρθρο 325κγ παρέχει τους βασικούς ορισμούς. Η ενότητα 1 (άρθρα 325κδ έως 325κστ) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η επιβάρυνση πρέπει να υπολογίζεται για τον κίνδυνο αθέτησης για μη τιτλοποιημένες θέσεις, ενώ οι ενότητες 2 (άρθρα 325αα και 325αβ) και 3 (Άρθρα 325αγ 325αε) περιγράφουν τον ίδιο υπολογισμό για τις τιτλοποιήσεις. Το τμήμα 6 (άρθρα 325αστ να 325ακστ) ορίζει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τις συσχετίσεις που πρέπει να χρησιμοποιούνται για κάθε κατηγορία κινδύνου σε συνδυασμό με τις ευαισθησίες, προκειμένου να προσδιορίσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης. Τα ανοίγματα έναντι κρατών της ΕΕ περιλαμβάνονται στο πρώτο κλιμάκιο κινδύνου, στην οποία αποδίδεται ο χαμηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου (άρθρα 325αθ και 325αιβ). Αυτή η αντιμετώπιση είναι σύμφωνη με την αντιμετώπιση που προβλέπεται επί του παρόντος για τις εν λόγω κατηγορίες ανοιγμάτων που δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Οι συντελεστές στάθμισης που εφαρμόζονται στα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από ιδρύματα της ΕΕ μειώθηκαν (άρθρα 325αθ και 325αιβ). Η αντιμετώπιση αυτή θα εμπόδιζε μια δυνητική σημαντική αύξηση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα σε καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από τα ιδρύματα της ΕΕ, με αποτέλεσμα να διατηρηθεί χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης για ενυπόθηκα δάνεια που προορίζονται για κατοικία και ακίνητα που δεν προορίζονται για κατοικία.

Κεφάλαιο 1β — Η προσέγγιση των εσωτερικών υποδειγμάτων

Το τμήμα 1 (άρθρα 325βα και 325ββ) ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα ιδρύματα επιτρέπεται να κάνουν χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς πρέπει να υπολογίζονται για τις μονάδες διαπραγμάτευσης που επωφελούνται από τη σχετική άδεια. Το τμήμα 2 (άρθρα 325βγ έως 325βιβ) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χρησιμοποιούνται οι αναμενόμενες δυνητικές ζημίες και οι ορίζοντες ρευστότητας στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, τις απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται τα εσωτερικά μοντέλα από την άποψη των αποτελεσμάτων, τον καταλογισμό κερδών και ζημιών (P&L), την εσωτερική επικύρωση, καθώς και τις γενικότερες ποιοτικές απαιτήσεις μέτρησης κινδύνου και το σενάριο ακραίων καταστάσεων μέτρησης κινδύνου που πρέπει να υπολογίζεται για τους παράγοντες κινδύνου για τους οποίους δεν υφίστανται υποδείγματα. Όπως και για την τυποποιημένη προσέγγιση, θεσπίστηκε προνομιακή μεταχείριση βάσει της προσέγγισης εσωτερικών υποδειγμάτων μέσω μικρότερων οριζόντων ρευστότητας για ανοίγματα έναντι κρατών της ΕΕ και καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από ιδρύματα της ΕΕ (άρθρο 325βγ). Το τμήμα 3 (άρθρα 325βιγ και 325βιζ) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογίζεται ο κίνδυνος αθέτησης για τις μονάδες διαπραγμάτευσης που υπόκεινται σε κίνδυνο αθέτησης με χρήση της προσέγγισης εσωτερικού υποδείγματος.

Κεφάλαια 2, 3 και 4 — Η απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση

Στα κεφάλαια 2, 3 και 4, αντιστοίχως, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο θέσης, τον κίνδυνο συναλλάγματος και τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος - αντικατοπτρίζουν την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση βάσει του αναθεωρημένου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς. Οι εν λόγω κανόνες υπήρχαν ήδη στο υφιστάμενο πλαίσιο για τον κίνδυνο αγοράς και παραμένουν αμετάβλητοι. Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την προσέγγιση αυτή έως την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]. Μετά την ημερομηνία αυτή, μόνο τα ιδρύματα που πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 325α θα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση.

Κεφάλαιο 5 — Η απλουστευμένη εσωτερική προσέγγιση

Το κεφάλαιο 5 περιλαμβάνει την απλουστευμένη προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων στο πλαίσιο του αναθεωρημένου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς. Οι εν λόγω κανόνες υπάρχουν ήδη στο ισχύον πλαίσιο για τον κίνδυνο αγοράς και παραμένουν αμετάβλητοι. Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την προσέγγιση αυτή έως την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]. Μετά από αυτήν την ημερομηνία, τα ιδρύματα δεν θα μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν την απλουστευμένη προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς. Ωστόσο, το κεφάλαιο 5 παραμένει σε ισχύ για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA) σύμφωνα με την προηγμένη μέθοδο, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 383.

Τμήμα 10 — Μεταβατικές διατάξεις, εκθέσεις, επανεξετάσεις και τροποποιήσεις

Το άρθρο 501β περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, σύμφωνα με τα κεφάλαια 1α και 1β, που θα εφαρμοστούν σταδιακά.
Το άρθρο 519α καθορίζει σειρά τεχνικών στοιχείων του αναθεωρημένου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς που ενδέχεται να δημιουργήσουν προβλήματα μετά την εφαρμογή τους. Η ΕΑΤ έχει εντολή να επανεξετάσει τα εν λόγω τεχνικά στοιχεία το αργότερο 3 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, και η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προτάσεις για την τροποποίηση των σχετικών κανόνων υπό το φως των συμπερασμάτων της ΕΑΤ.

Μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα (ΚΚΑ)

Η τρέχουσα κεφαλαιακή βάση («το επιλέξιμο κεφάλαιο ») καλύπτει μόνο μικρό τμήμα των συνολικών μεγάλων ανοιγμάτων που έχουν τα ιδρύματα και, κατά συνέπεια, δεν προφυλάσσει αρκετά ώστε να αποφευχθεί η μέγιστη πιθανή ζημία του ιδρύματος σε περίπτωση αιφνίδιας χρεοκοπίας ενός μόνου αντισυμβαλλόμενου ή ομάδας αντισυμβαλλομένων, η οποία θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του ιδρύματος ως διαρκής ανησυχία. Επιπλέον, το τρέχον όριο δεν λαμβάνει υπόψη τους υψηλότερους κινδύνους που ενέχουν τα ανοίγματα που έχουν τα ιδρύματα αυτά σε μεμονωμένους αντισυμβαλλομένους ή σε ομάδες συνδεδεμένων πελατών και, ιδίως, όσον αφορά τα ανοίγματα σε άλλα G-SII. Η χρηματοπιστωτική κρίση κατέδειξε πράγματι ότι σημαντικές ζημίες σε ένα G-SII ενδέχεται να προκαλούν ανησυχίες σχετικά με τη φερεγγυότητα άλλων G-SII με δυνητικά σοβαρές συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Τέλος, το τρέχον πλαίσιο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων βασίζεται σε λιγότερο ακριβείς μεθόδους από τη νέα μεθοδολογία (δηλαδή της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, SA-CCR) που έχει αναπτύξει η BCBS ως προς την μέτρηση των ανοιγμάτων σε παράγωγα των τραπεζών (δηλαδή τα εξωχρηµατιστηριακά παράγωγα). Το πλαίσιο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τροποποιείται για να αντιμετωπιστούν τα κενά που εντοπίστηκαν. Ειδικότερα, το κεφάλαιο που μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του ορίου των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων περιορίζεται στο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 (όχι πλέον κεφάλαιο της κατηγορίας 2)· Το άρθρο 395 παράγραφος 1 τροποποιείται, προκειμένου να θεσπιστεί το κατώτατο όριο του 15 % των G-SIB για τα ανοίγματα σε άλλες G-SIB και το τροποποιημένο άρθρο 390 επιβάλλει τη χρήση SA-CCR μεθόδων για τον προσδιορισμό των ανοιγμάτων σε συναλλαγές σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, ακόμα και για τις τράπεζες που έχουν λάβει άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων. Οι τροποποιήσεις που επέρχονται στο ισχύον πλαίσιο θα αυξήσουν συνολικά το καθεστώς της ευαισθησίας κινδύνου των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και θα ευθυγραμμίσουν καλύτερα το ευρωπαϊκό σύστημα στο πρότυπο της BCBS για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα που εκδόθηκε το 2014.

Το άρθρο 507 του ΚΚΑ προβλέπει την υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάζει και να υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 400 παράγραφος 1 στοιχείο ι) και του άρθρου 400 παράγραφος 2. Δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν επαρκή ποσοτικά δεδομένα για την αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων αν αφαιρεθούν ή καταστούν υποχρεωτικές οι εξαιρέσεις που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη, το άρθρο 507 προβλέπει νέα εντολή προς την ΕΑΤ να υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη χρήση των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 400 παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 390 παράγραφος 6.

Δείκτης μόχλευσης (ΚΚΑ)

Θεσπίζονται νέες διατάξεις και γίνονται προσαρμογές σε διάφορα άρθρα στον ΚΚΑ, προκειμένου να θεσπιστεί η απαίτηση δεσμευτικού δείκτη μόχλευσης για όλα τα ιδρύματα που υπόκεινται στην ΟΚΑ. Η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης συμπληρώνει τις τρέχουσες απαιτήσεις εποπτικής παρακολούθησης του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης των απαιτήσεων της ΟΚΑ και του ΚΚΑ για τον υπολογισμό του δείκτη μόχλευσης, την υποβολή σχετικής αναφοράς στις εποπτικές αρχές και, από τον Ιανουάριο 2015, τη δημοσιοποίησή του.

Η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης

Προστίθεται απαίτηση δείκτη μόχλευσης ύψους 3 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 —όπως συμφωνήθηκε σε διεθνές επίπεδο— στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του άρθρου 92 του ΚΚΑ τις οποίες τα ιδρύματα πρέπει να πληρούν επιπλέον των απαιτήσεων τους βάσει κινδύνου. Με αυτόν τον τρόπο θεσπίζεται εναρμονισμένη δεσμευτική απαίτηση στο σύνολο της Ένωσης, η οποία αποτελεί δικλείδα ασφάλειας για τα ιδρύματα. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές εξακολουθούν να είναι υπεύθυνες για τις πολιτικές και τις διαδικασίες παρακολούθησης της μόχλευσης των επιμέρους ιδρυμάτων και μπορούν να επιβάλλουν πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση των κινδύνων της υπερβολικής μόχλευσης, εφόσον συντρέχει λόγος.

Προσαρμογές του μέτρου του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης

Οι προσαρμογές του μέτρου του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης που είχαν ήδη συμπεριληφθεί στον ισχύοντα ΚΚΑ μεταφέρθηκαν. Δεδομένου ότι ο δείκτης μόχλευσης 3 % θα περιόριζε ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα και κατηγορίες δραστηριοτήτων περισσότερο από άλλες, απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές. Τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν το μέτρο ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης για τον δημόσιο δανεισμό από δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες (άρθρο 429α παράγραφος 1 στοιχείο δ)), δάνεια άμεσης επανεκχώρησης (άρθρο 429 παράγραφος 1 στοιχείο ε)) και εγγυημένες εξαγωγικές πιστώσεις (άρθρο 429α παράγραφος 1 στοιχείο στ)). Προκειμένου να μην καταργηθούν τα κίνητρα για την εκκαθάριση πελατών από τα ιδρύματα, τα ιδρύματα μπορούν να μειώνουν το μέτρο της έκθεσης κατά το αρχικό περιθώριο που εισπράττουν από τους πελάτες για τα παράγωγα, τα οποία εκκαθαρίζονται μέσω αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων (άρθρο 429γ παράγραφος 4).

Ο δείκτης μόχλευσης του αποθέματος ασφαλείας για G-SIB

Οι διεθνείς συζητήσεις συνεχίζονται σχετικά με ενδεχόμενο απόθεμα ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης για τις G-SIB. Μόλις επιτευχθεί τελική διεθνής συμφωνία σχετικά με το απόθεμα ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να συμπεριληφθεί στον ΚΚΑ.

Υποβολή κανονιστικών αναφορών (ΚΚΑ)

Διάφορες διατάξεις έχουν προστεθεί ή τροποποιηθεί στον ΚΚΑ και την ΟΚΑ, προκειμένου να ενισχυθεί η αναλογικότητα και η μείωση του κόστους για τα ιδρύματα στο ευρύτερο κανονιστικό πλαίσιο υποβολής εκθέσεων.

Το άρθρο 99 παράγραφος 5 τροποποιείται προκειμένου να συμπεριληφθεί εντολή στην ΕΑΤ να υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με το κόστος των κανονιστικών αναφορών έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019. Η εντολή προβλέπει ιδιαίτερα ακριβή μεθοδολογία για την ποσοτικοποίηση του κόστους υποβολής αναφορών στα ιδρύματα και προβλέπει την υποχρέωση να γίνονται συστάσεις όσον αφορά τους τρόπους απλούστευσης της υποβολής αναφορών για τα μικρά ιδρύματα με τροποποιήσεις στα ισχύοντα υποδείγματα αναφορών της ΕΑΤ.

Τα μικρά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 430α θα υποχρεούνται να υποβάλουν μόνο τις κανονιστικές αναφορές σε ετήσια βάση σε αντίθεση με την υποβολή ανά εξάμηνο, ή συχνότερα για όλα τα άλλα ιδρύματα (άρθρα 99(4), 100, 101, 394 και 430).

Η υποβολή αναφορών σχετικά με μεγάλα ανοίγματα θα απλοποιηθεί με τη διαγραφή ενός στοιχείου και τη διασαφήνιση ενός άλλου τα οποία πρέπει να αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 394.

Δημοσιοποίηση (ΚΚΑ)

Ενίσχυση της αναλογικότητας των απαιτήσεων δημοσιοποίησης

Νέες διατάξεις προστίθενται στο όγδοο μέρος οι οποίες παρέχουν ένα πιο αναλογικό καθεστώς δημοσιοποίησης που λαμβάνει υπόψη το σχετικό μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων. Αυτά ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες ως σημαντικά (άρθρο 433α), μικρά (άρθρο 433β) και άλλα (άρθρο 433γ), με περαιτέρω διάκριση μεταξύ εισηγμένων και μη εισηγμένων ιδρυμάτων. Οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης θα ισχύουν για κάθε κατηγορία ιδρυμάτων, με βάση αναλογική κλίμακα, που διαφοροποιείται ως προς την ουσία και τη συχνότητα των δημοσιοποιήσεων.

Στο άνω άκρο της κλίμακας, τα μεγάλα ιδρύματα με εισηγμένους τίτλους θα πρέπει να δημοσιοποιούν ετησίως όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το όγδοο μέρος, συν επιλεγμένες πληροφορίες σε εξαμηνιαία ή τριμηνιαία βάση συμπεριλαμβανομένου στην τελευταία περίπτωση ενός βασικού πίνακα προληπτικών δεικτών μέτρησης (άρθρο 447). Στο κατώτερο όριο, τα μικρά μη εισηγμένα στο χρηματιστήριο ιδρύματα θα υποχρεούνται μόνο να δημοσιοποιούν επιλεγμένες πληροφορίες σχετικά με τη διακυβέρνηση, τις αποδοχές και τις πληροφορίες διαχείρισης κινδύνων, καθώς και τον πίνακα βασικών δεικτών μέτρησης σε ετήσια βάση.

Στοχευμένες τροποποιήσεις για λόγους συνέπειας με τα διεθνή πρότυπα και νέες ή τροποποιημένες απαιτήσεις του 1ου πυλώνα.

Επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις στους τίτλους ΙΙ και ΙΙΙ του όγδοου μέρους (άρθρα 435 έως 455), ώστε να ευθυγραμμιστούν καλύτερα οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης με τα διεθνή πρότυπα για τις δημοσιοποιήσεις. Ειδικότερα, προστέθηκε νέα απαίτηση να δημοσιοποιούνται πληροφορίες όσον αφορά τις σημαντικές επενδύσεις σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες η αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει άδεια να μην αφαιρούνται από τις συμπληρωματικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων (άρθρο 438 στοιχείο ε) και στοιχείο στ)).

Άλλες τροποποιήσεις στους τίτλους αυτούς έχουν ως σκοπό να αποτυπώσουν νέες ή τροποποιημένες απαιτήσεις του πρώτου πυλώνα που θα θεσπιστούν στο πλαίσιο της παρούσας νομοθετικής πρότασης. Αυτές συμπεριλαμβάνουν δημοσιοποιήσεις που αφορούν την απαίτηση TLAC (άρθρο 437α), τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου (άρθρο 439), τον κίνδυνο αγοράς (άρθρο 445) και τις απαιτήσεις ρευστότητας (άρθρο 451α). Τέλος, γίνονται ορισμένες διευκρινίσεις για τις δημοσιοποιήσεις των αποδοχών και εισάγεται απαίτηση διαφάνειας όσον αφορά τη χρήση των παρεκκλίσεων από τους κανόνες περί αποδοχών της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (άρθρο 450).

Εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΤ και στην Επιτροπή

Η πρόταση περιλαμβάνει την ανάθεση εξουσιών στην ΕΑΤ να διαμορφώσει ενιαίους μορφότυπους δημοσιοποίησης, οι οποίοι θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο με τους διεθνείς μορφότυπους δημοσιοποίησης προκειμένου να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα (άρθρο 434α).

Για τον ίδιο σκοπό, η πρόταση προβλέπει την ανάθεση εξουσιών στην Επιτροπή για την τροποποίηση των απαιτήσεων δημοσιοποίησης στο όγδοο μέρος, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις ή τροποποιήσεις των διεθνών προτύπων σχετικά με τη δημοσιοποίηση (άρθρο 456 στοιχείο ια)).

ΔΕΙΚΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ (NSFR) (ΚΚΑ)

Προστέθηκε νέος τίτλος στο έκτο μέρος, και επήλθαν προσαρμογές υφιστάμενων διατάξεων για τη θέσπιση δεσμευτικού δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων.

Γενικές διατάξεις

Έχουν γίνει προσαρμογές στις γενικές διατάξεις του πρώτου μέρους. Έχουν γίνει τροποποιήσεις στο άρθρο 8 για την αναπροσαρμογή των όρων υπό τους οποίους τα ιδρύματα μπορούν να επωφελούνται από απαλλαγές από τις απαιτήσεις ρευστότητας σε ατομικό επίπεδο, και στα άρθρα 11 και 18 όσον αφορά τους κανόνες ενοποίησης.

Ισχύουσες διατάξεις περί ρευστότητας

Θεσπίζονται τροποποιήσεις στους τίτλους Ι και ΙΙ του έκτου μέρους για την προσαρμογή των ορισμών και απαιτήσεων υποβολής αναφορών. Οι ορισμοί προσαρμόζονται στο άρθρο 411, ενώ οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών διευκρινίζονται περαιτέρω στα άρθρα 412, 413, 415, 416 και 422 έως 425. Το άρθρο 414 τροποποιείται, προκειμένου να συμπεριλάβει τη νέα απαίτηση NSFR και προσδιορίζει τις εφαρμοστέες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασής της.

Ο νέος τίτλος IV του έκτου μέρους: Ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης

Κεφάλαιο 1 Ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (άρθρα 428α και 428β)

Το άρθρο 428α ορίζει κανόνες για τις θυγατρικές σε τρίτες χώρες για τον υπολογισμό του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSRF) σε ενοποιημένη βάση.

Το άρθρο 428β ορίζει τον γενικό σχεδιασμό του NSRF που υπολογίζεται ως ο λόγος του ποσού της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης (ASF) ενός ιδρύματος προς το ποσό της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης (RSF).

Κεφάλαιο 2 Γενικοί κανόνες υπολογισμού του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (άρθρα 428γ έως 428η)

Το άρθρο 428γ διευκρινίζει τους γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό του NSRF.

Το άρθρο 428δ καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι συμβάσεις παραγώγων λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του NSRF, ενώ το άρθρο 428ε ορίζει τον συμψηφισμό συναλλαγών πιστοδοτήσεων που καλύπτονται με εξασφάλιση και συναλλαγών με όρους κεφαλαιαγοράς.

Το άρθρο 428στ ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού και υποχρεώσεις μπορούν να θεωρηθούν ως αλληλοεξαρτώμενα και καταρτίζει κατάλογο των προϊόντων των οποίων τα στοιχεία του ενεργητικού και οι υποχρεώσεις θεωρούνται ως: κεντρικές ρυθμιζόμενες καταθέσεις ταμιευτηρίου, προνομιακά δάνεια, έκδοση καλυμμένων ομολόγων χωρίς κινδύνους χρηματοδότησης για χρονικό ορίζοντα ενός έτους και παράγωγα από δραστηριότητες εκκαθάρισης πελάτη. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για την αναθεώρηση αυτού του καταλόγου (νέα παράγραφος 3 του άρθρο 460).

Το άρθρο 428ζ ορίζει την αντιμετώπιση των καταθέσεων σε δίκτυα συνεργασίας και θεσμικά συστήματα προστασίας και το άρθρο 428η θεσπίζει διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών να χορηγούν προνομιακή μεταχείριση στις συναλλαγές εντός ομίλου υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Κεφάλαιο 3 Διαθέσιμη σταθερή χρηματοδότηση (άρθρα 428θ έως 428o)

Το τμήμα 1 (άρθρα 428 θ και 428ι) του παρόντος κεφαλαίου καθορίζει τους γενικούς κανόνες που ισχύουν για τον υπολογισμό του ποσού της ASF που αποτελεί τον αριθμητή του NSFR.

Tο τμήμα 2 (άρθρα 428ια έως 428ιδ) ορίζει τους παράγοντες της ASF που ισχύουν για το ρυθμιστικό κεφάλαιο και τις διαφορετικές υποχρεώσεις ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους, ιδίως τη ληκτότητά τους και τη φύση των αντισυμβαλλομένων.

Κεφάλαιο 4 Απαιτούμενη σταθερή χρηματοδότηση (άρθρα 428ιστ έως 428αζ)

Το τμήμα 1 (άρθρα 428 ΙΣΤ και 428 ΙΖ) του παρόντος κεφαλαίου καθορίζει τους γενικούς κανόνες που ισχύουν για τον υπολογισμό του ποσού της RSF που αποτελεί τον παρονομαστή του NRSF.

Το τμήμα 2 (άρθρα 428ιη έως 428ιε) ορίζει τους παράγοντες της RSF που εφαρμόζονται στα διαφορετικά στοιχεία του ενεργητικού και ανοίγματα εκτός ισολογισμού ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους, ιδίως τη ληκτότητα, τη ρευστότητα και τη φύση των αντισυμβαλλομένων.

Οι ορισμοί των παραγόντων της RSF που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό του δείκτη NSFR ανταποκρίνονται στους ορισμούς και τις περικοπές που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό της LCR της ΕΕ. Ειδικότερα, τα στοιχεία του ενεργητικού που είναι επιλέξιμα ως υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού (HQLA) επιπέδου 1, εξαιρουμένων των εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων, υπόκεινται σε συντελεστή RSF 0 % , ώστε να αποφευχθούν δυσμενείς επιπτώσεις όσον αφορά τη ρευστότητα των αγορών των κρατικών ομολόγων.

Τα στοιχεία του ενεργητικού που προκύπτουν από συναλλαγές με χρηματοπιστωτικούς πελάτες και με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη των έξι μηνών και οι οποίες εξασφαλίζονται από τα υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία του ενεργητικού επιπέδου 1, εξαιρουμένων των εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων, υπόκεινται σε συντελεστή RSF 5 % (άρθρο 428ιθ). Εάν είναι μη εξασφαλισμένες ή εξασφαλισμένες με άλλα στοιχεία του ενεργητικού, οι εν λόγω συναλλαγές υπόκεινται σε συντελεστή 10 % RSF (άρθρο 428κα). Οι προσαρμογές αυτές στους παράγοντες της RSF της Βασιλείας (που είναι 10 % και 15 % αντίστοιχα) έχουν σκοπό να μετριάσουν τις άμεσες επιπτώσεις στη ρευστότητα των διατραπεζικών αγορών χρηματοδότησης, στη ρευστότητα των τίτλων και στις δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για την επανεξέταση αυτής της αντιμετώπισης και της αντιμετώπισης των εξασφαλισμένων συναλλαγών γενικότερα, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα της έκθεσης που θα συντάξει η ΕΑΤ. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός 3 ετών μετά την ημερομηνία εφαρμογής του NSRF, οι εν λόγω παράγοντες RSF θα αυξηθούν στο 10 % και 15 % αντίστοιχα (νέα παράγραφος 7 του άρθρου 510 στο δέκατο μέρος).

Για τις συμβάσεις παραγώγων, αν τα παράγωγα ως στοιχεία ενεργητικού (που αντισταθμίζονται με τα περιθώρια διαφορών αποτίμησης που παρέχονται με τη μορφή μετρητών και τα υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία του ενεργητικού επιπέδου 1, εξαιρουμένων των εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων) είναι μεγαλύτερα από τις υποχρεώσεις από παράγωγα (αντιστάθμιση μέσω όλων των περιθωρίων διαφορών αποτίμησης που παρέχονται), η διαφορά υπόκειται σε συντελεστή RSF 100 % (άρθρο 428αζ). Επιπλέον, τα στοιχεία ενεργητικού που παρέχονται ως αρχικό περιθώριο είτε ως συνεισφορά στο κεφάλαιο αθέτησης κεντρικού αντισυμβαλλομένου υπόκεινται σε συντελεστή RSF 85 % (άρθρο 428 λγ). Επιπλέον, θεσπίζεται ευαίσθητη στους κινδύνους προσέγγιση προσαρμοσμένη σε σύγκριση με τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) της Βασιλείας για να αποτυπωθεί ο μελλοντικός κίνδυνος χρηματοδότησης παραγώγων. Για συμβάσεις μη καλυμμένων από περιθώριο παραγώγων, ένας συντελεστής RSF 10 % ισχύει για τις ακαθάριστες υποχρεώσεις από παράγωγα (άρθρο 428κα) και για τις συμβάσεις παραγώγων που καλύπτονται από περιθώριο ασφαλείας θεσπίζεται η δυνατότητα είτε να εφαρμοστεί συντελεστής 20 % στις ακαθάριστες υποχρεώσεις από παράγωγα ή να χρησιμοποιηθεί το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα (PFE), όπως υπολογίζεται βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου - SA-CCR (άρθρο 428κδ). Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την επανεξέταση αυτής της μεταχείρισης, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα της έκθεσης που θα συντάξει η ΕΑΤ. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός 3 ετών μετά την ημερομηνία εφαρμογής του NSFR, εφαρμόζεται συντελεστής RSF 20 % επί των ακαθάριστων υποχρεώσεων παραγώγων για όλες τις συμβάσεις παραγώγων και όλα τα ιδρύματα (νέα παράγραφος 5 του άρθρο 510).

ΔΠΧΑ 9 (ΚΚΑ)

Προστίθεται το άρθρο 473α για να προσαρμοστούν σταδιακά οι επιπρόσθετες απαιτήσεις πρόβλεψης πιστωτικών κινδύνων σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ για την περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2019 και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2023, με σκοπό τη μείωση του χρηματοοικονομικού αντικτύπου στα ιδρύματα.

Συντελεστής υποστήριξης των ΜΜΕ (ΚΚΑ)

Η πρόταση περιλαμβάνει αλλαγές στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα σε ΜΜΕ (άρθρο 501). Εξακολουθεί να ισχύει η τρέχουσα κεφαλαιακή μείωση 23,81 % για ανοίγματα έναντι μιας ΜΜΕ, εφόσον δεν υπερβαίνει τα 1,5 εκατ. EUR. Όσον αφορά ένα άνοιγμα άνω του 1,5 εκατ. EUR σε μια ΜΜΕ, προτείνεται μείωση κεφαλαίου κατά 23,81 % για τα πρώτα 1,5 εκατ. EUR συμμετοχής στην έκθεση και μείωση 15 % για το υπόλοιπο τμήμα του ανοίγματος που υπερβαίνει το όριο των 1,5 εκατ. EUR. Τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τη μείωση μέσω της προσαρμογής του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για μια συγκεκριμένη ΜΜΕ.

Αντιμετώπιση των ανοιγμάτων υποδομής (ΚΚΑ)

Η προώθηση βιώσιμων έργων υποδομής σε τομείς όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, η καινοτομία, η εκπαίδευση και η έρευνα είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη της Ένωσης. Σε συνδυασμό με άλλες πρωτοβουλίες της Επιτροπής, όπως την Ένωση Κεφαλαιαγορών και το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη, η πρόταση αποσκοπεί στην κινητοποίηση ιδιωτικής χρηματοδότησης για έργα υποδομών υψηλής ποιότητας. Με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις στο κανονιστικό πλαίσιο για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και για τις εν εξελίξει εργασίες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της επερχόμενης μεταρρύθμισης της τυποποιημένης προσέγγισης της BCBS, προτείνεται να χορηγηθεί, στο πλαίσιο τόσο της τυποποιημένης προσέγγισης όσο και της εσωτερικής προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο, μια προτιμησιακή μεταχείριση στα ανοίγματα ειδικής δανειοδότησης με στόχο τη χρηματοδότηση ασφαλών και υγιών έργων υποδομής. Αυτά ορίζονται μέσω δέσμης κριτηρίων που είναι σε θέση να μειώσουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου του ανοίγματος και να ενισχύσουν την ικανότητα των ιδρυμάτων για τη διαχείριση του εν λόγω κινδύνου. Τα κριτήρια είναι συνεπή με εκείνα που προσδιορίζουν τα επιλέξιμα έργα υποδομής που χαίρουν προνομιακής μεταχείρισης στο πλαίσιο της οδηγίας «Φερεγγυότητα ΙΙ». Η προτεινόμενη μεταχείριση υπόκειται σε ρήτρα επανεξέτασης, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί ενδεχομένως η διάταξη, λόγω του αντικτύπου των επενδύσεων σε υποδομές στην ΕΕ και να συνεκτιμηθεί οποιαδήποτε συναφής εξέλιξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα καταστήσει επίσης δυνατή, κατά περίπτωση, την τροποποίηση της διάταξης με στόχο τη μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά την διάρθρωση της χρηματοδότησης των έργων υποδομής, δηλαδή για να επεκταθεί η μεταχείριση στις επιχειρήσεις υποδομών. Η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΤ, θα υποβάλει έκθεση σχετικά με τις τάσεις της αγοράς για επενδύσεις σε υποδομές και το αποτελεσματικό προφίλ κινδύνου αυτών των επενδύσεων και θα υποβάλει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μαζί με τυχόν ενδεικνυόμενες προτάσεις.

Επανεξέταση των επιχειρήσεων επενδύσεων (ΚΚΑ)

Η επανεξέταση βάσει του άρθρου 508 παράγραφος 3 για τις επιχειρήσεις επενδύσεων βρίσκεται πλέον στη δεύτερη φάση της. Σε μια πρώτη έκθεση που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2015, η ΕΑΤ διαπίστωσε ότι οι οιονεί τραπεζικοί κανόνες βάσει του ΚΚΑ δεν ήταν οι κατάλληλοι για την πλειονότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων με εξαίρεση εκείνες που ήταν πιο συστημικές και δημιουργούν κινδύνους παρόμοιους με αυτούς που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η ΕΑΤ διενεργεί πρόσθετο αναλυτικό έργο και μια διαδικασία συλλογής δεδομένων, προκειμένου να διαμορφώσει μια πιο κατάλληλη και αναλογική αντιμετώπιση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που θα καλύπτει όλες τις παραμέτρους ενδεχόμενου νέου καθεστώτος. Η ΕΑΤ αναμένεται να παραδώσει την τελική της συμβολή στην Επιτροπή τον Ιούνιο του 2017. Η Επιτροπή σκοπεύει να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις για τη δημιουργία ειδικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας για τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων έως το τέλος του 2017.

Εν αναμονή της έγκρισης των εν λόγω προτάσεων, κρίνεται σκόπιμο να επιτραπεί στις επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν είναι συστημικές να εφαρμόζουν τον ΚΚΑ, όπως ίσχυε προτού τεθούν σε ισχύ οι τροποποιήσεις. Οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, από πλευράς τους, θα υπόκεινται στην τροποποιημένη έκδοση του ΚΚΑ. Με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιστεί ότι οι συστημικές επιχειρήσεις τυγχάνουν της δέουσας μεταχείρισης, ενώ παράλληλα μετριάζεται η κανονιστική επιβάρυνση για τις μη συστημικές επιχειρήσεις οι οποίες, σε διαφορετική περίπτωση, θα έπρεπε να εφαρμόζουν προσωρινά ένα νέο σύνολο κανόνων για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από την τελική έγκριση του ειδικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας των επενδυτικών επιχειρήσεων, που θα προταθεί το 2017.

Θέσπιση τροποποιημένου πλαισίου για τον κίνδυνο επιτοκίου (ΚΚΑ και ΟΚΑ)

Σε συνέχεια των εξελίξεων στο επίπεδο της BCBS για τη μέτρηση των κινδύνων επιτοκίου, τα άρθρα 84 και 98 της ΟΚΑ και του άρθρο 448 του ΚΚΑ τροποποιούνται, προκειμένου να θεσπιστεί ένα αναθεωρημένο πλαίσιο για την αποτύπωση των κινδύνων των επιτοκίων για τις θέσεις χαρτοφυλακίου τραπεζικών συναλλαγών. Οι τροποποιήσεις περιλαμβάνουν τη θέσπιση κοινής τυποποιημένης προσέγγισης, την οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα ιδρύματα για την αποτύπωση των κινδύνων αυτών ή την οποία οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτήσουν από το ίδρυμα να χρησιμοποιεί όταν τα συστήματα που αναπτύσσονται από το ίδρυμα για την αποτύπωση των κινδύνων αυτών δεν είναι ικανοποιητικά, καθώς και τη θέσπιση βελτιωμένων δοκιμών ακραίων καταστάσεων και απαιτήσεων δημοσιοποίησης. Επιπλέον, δίδεται στην ΕΑΤ η εντολή, στο άρθρο 84 της ΟΚΑ, να καταρτίσει τις λεπτομέρειες της τυποποιημένης μεθοδολογίας, τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούν τα ιδρύματα για τον προσδιορισμό, την εκτίμηση, τη διαχείριση και τον μετριασμό των κινδύνων επιτοκίου και, στο άρθρο 98 της ΟΚΑ, η εντολή να καθορίσει τα έξι εποπτικά σενάρια κλυδωνισμών που εφαρμόζονται στα επιτόκια και την κοινή παραδοχή που τα ιδρύματα πρέπει να εφαρμόζουν για την δοκιμή ακραίων καταστάσεων.

2016/0360 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 14 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 15 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που εκτυλίχθηκε το 2007-2008 η Ένωση υλοποίησε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η μεταρρύθμιση αυτή βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα. Μεταξύ των πολλών μέτρων, η δέσμη μεταρρύθμισης περιλάμβανε την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 16 και την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 17 , που ενισχύουν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων.

(2)Μολονότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν καταστήσει το οικονομικό σύστημα πιο σταθερό και ανθεκτικό έναντι πολλών τύπων πιθανών μελλοντικών κρίσεων, δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει πλήρως όλα τα διαπιστωμένα προβλήματα. Ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι οι διεθνείς φορείς καθορισμού προτύπων, όπως η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (Basel Committee) και το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει τις εργασίες τους σχετικά με τις διεθνώς συμφωνηθείσες λύσεις για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων. Τώρα που οι εν λόγω εργασίες για τις περαιτέρω σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν ολοκληρωθεί, τα εκκρεμή προβλήματα θα αντιμετωπιστούν.

(3)Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της, της 24ης Νοεμβρίου 2015, αναγνώρισε την ανάγκη για περαιτέρω μείωση των κινδύνων και δεσμεύθηκε να υποβάλει μια νομοθετική πρόταση που θα βασίζεται στα διεθνώς συμπεφωνημένα πρότυπα. Η ανάγκη να ληφθούν περαιτέρω συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα για τη μείωση των κινδύνων στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχει, επίσης, αναγνωριστεί από το Συμβούλιο στα συμπεράσματά του, της 17ης Ιουνίου 2016, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του, της 10ης Μαρτίου 2016 18 .

(4)Τέτοια μέτρα περιορισμού των κινδύνων θα πρέπει όχι μόνο να ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και την εμπιστοσύνη των αγορών, αλλά και να αποτελέσουν τη βάση για περαιτέρω πρόοδο στην ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει, επίσης, να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ευρύτερων προκλήσεων που επηρεάζουν την οικονομία της Ένωσης, ιδίως της ανάγκης προώθησης της ανάπτυξης και της απασχόλησης σε περιόδους με αβέβαιες οικονομικές προοπτικές. Στο εν λόγω πλαίσιο, έχουν δρομολογηθεί διάφορες σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη και η Ένωση Κεφαλαιαγορών, με σκοπό να ενισχυθεί η οικονομία της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό όλα τα μέτρα μείωσης του κινδύνου να αλληλεπιδρούν ομαλά με τις εν λόγω πρωτοβουλίες πολιτικής, καθώς και με τις ευρύτερες πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

(5)Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι ισοδύναμες προς τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα και να διασφαλίζουν τη διαρκή ισοδυναμία της οδηγίας 2013/36/ΕΚ και του παρόντος κανονισμού με το πλαίσιο Βασιλεία ΙΙΙ. Οι στοχευμένες προσαρμογές, με στόχο να αποτυπώνονται οι ιδιαιτερότητες της Ένωσης και τα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα, θα πρέπει να περιορίζονται ως προς το πεδίο εφαρμογής ή προς τον χρόνο, ώστε να μην επηρεάζεται η συνολική ευρωστία του πλαισίου προληπτικής εποπτείας.

(6)Τα υφιστάμενα μέτρα περιορισμού των κινδύνων θα πρέπει, επίσης, να βελτιωθούν, ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να εφαρμόζονται με πιο αναλογικό τρόπο και ότι δεν δημιουργούν υπερβολικό φόρτο συμμόρφωσης, ιδίως για τα μικρότερα και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα.

(7)Οι δείκτες μόχλευσης συμβάλλουν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, λειτουργώντας ως ασπίδα προστασίας έναντι των κεφαλαιακών απαιτήσεων με βάση τον κίνδυνο και περιορίζοντας τη συσσώρευση υπερβολικής μόχλευσης κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ανάκαμψης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστεί απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης, ώστε να συμπληρώνει το ισχύον σύστημα υποβολής αναφορών και τη δημοσιοποίηση του δείκτη μόχλευσης.

(8)Προκειμένου να μην περιοριστεί χωρίς λόγο ο δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από τα ιδρύματα και να αποτραπούν οι αδικαιολόγητες αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς, η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει να καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να λειτουργεί ως αξιόπιστο τείχος προστασίας για τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης, χωρίς να παρεμποδίζεται η οικονομική ανάπτυξη.

(9)Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), στην έκθεσή της προς την Επιτροπή 19 , κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δείκτης μόχλευσης ως προς το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 που βαθμονομείται σε 3 % για κάθε τύπο πιστωτικού ιδρύματος θα αποτελέσει αξιόπιστη λειτουργία προστασίας. Η απαίτηση δείκτη μόχλευσης ύψους 3 % συμφωνήθηκε, επίσης, σε διεθνές επίπεδο από την Επιτροπή της Βασιλείας. Η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει, ως εκ τούτου, να βαθμονομηθεί στο 3 %.

(10)Η απαίτηση δείκτη μόχλευσης 3 % αναμένεται να περιορίσει, ωστόσο, ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα και ορισμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες περισσότερο από άλλες. Συγκεκριμένα, ο δημόσιος δανεισμός από δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες και οι εγγυημένες εξαγωγικές πιστώσεις θα επηρεαστούν δυσανάλογα. Ο δείκτης μόχλευσης, θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί για τα εν λόγω είδη ανοιγμάτων.

(11)Ο δείκτης μόχλευσης δεν πρέπει, επίσης, να υπονομεύει την παροχή υπηρεσιών κεντρικής εκκαθάρισης από τα ιδρύματα σε πελάτες. Ως εκ τούτου, τα αρχικά περιθώρια για κεντρικά εκκαθαριζόμενες συναλλαγές σε παράγωγα που λαμβάνονται από τα ιδρύματα σε χρήμα από τους πελάτες τους και που διαβιβάζονται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP), θα πρέπει να εξαιρεθούν από το μέτρο του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης.

(12)Η Επιτροπή της Βασιλείας έχει αναθεωρήσει το διεθνές πρότυπο σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω ορισμένες πτυχές του σχεδιασμού του εν λόγω δείκτη. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με το αναθεωρημένο πρότυπο, ώστε να ενισχυθούν οι διεθνείς ίσοι όροι ανταγωνισμού για τα ιδρύματα που λειτουργούν εκτός της Ένωσης, και να διασφαλιστεί ότι ο δείκτης μόχλευσης εξακολουθεί να συνιστά αποτελεσματικό συμπλήρωμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που βασίζονται στον κίνδυνο.

(13)Η Επιτροπή της Βασιλείας εξετάζει επί του παρόντος το ενδεχόμενο να θεσπιστεί μια προσαύξηση του δείκτη μόχλευσης για τις παγκοσμίως συστημικά σημαντικές τράπεζες (G-SIB). Το τελικό αποτέλεσμα των εργασιών βαθμονόμησης της Επιτροπής της Βασιλείας θα έχει ως αποτέλεσμα να διεξαχθεί συζήτηση όσον αφορά την κατάλληλη διαμόρφωση του δείκτη μόχλευσης για τα συστημικώς σημαντικά ιδρύματα της ΕΕ.

(14)Στις 9 Νοεμβρίου 2015, το ΣΧΣ δημοσίευσε το έγγραφο με τους όρους λειτουργίας (Term Sheet) της συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (TLAC ) («το πρότυπο TLAC»), που εγκρίθηκαν από την ομάδα G20 στη σύνοδο κορυφής η οποία διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2015 στην Τουρκία. Το πρότυπο TLAC απαιτεί οι παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες («G-SIB»), που αναφέρονται ως παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα («G-SII») στη νομοθεσία της Ένωσης, να διαθέτουν επαρκή αριθμό (διασώσιμων) υποχρεώσεων που διακρίνονται από υψηλό βαθμό απορρόφησης ζημιών, προκειμένου να διασφαλίζουν την ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση στην εξυγίανση. Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της, της 24ης Νοεμβρίου 2015, δεσμεύτηκε να υποβάλει νομοθετική πρόταση ως το τέλος του 2016, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή του προτύπου TLAC μέχρι τη διεθνώς συμφωνηθείσα προθεσμία του 2019.

(15)Η εφαρμογή του προτύπου TLAC στην Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ισχύουσες ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL), που καθορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 20 . Δεδομένου ότι οι απαιτήσεις MREL και TLAC επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα της Ένωσης διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών, οι δύο απαιτήσεις αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία ενός κοινού πλαισίου. Από λειτουργική άποψη, το εναρμονισμένο ελάχιστο πρότυπο TLAC των G-SII («ελάχιστη απαίτηση TLAC») πρέπει να θεσπιστεί στη νομοθεσία της Ένωσης με τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ενώ η ειδική για κάθε ίδρυμα προσαύξηση για τα G-SII και η ειδική για κάθε ίδρυμα ελάχιστη απαίτηση για τα ιδρύματα που δεν είναι G-SII, θα πρέπει να θεσπιστεί με στοχευμένες τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 21 . Οι σχετικές διατάξεις που θεσπίζουν το πρότυπο TLAC στον παρόντα κανονισμό (ΕΕ) πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με τις αλλαγές στην ανωτέρω νομοθεσία και με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(16)Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC που καλύπτει μόνο τις τράπεζες G-SIB, η ελάχιστη απαίτηση για επαρκές ποσό ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων υψηλής απορρόφησης ζημιών που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των G-SII. Ωστόσο, οι κανόνες όσον αφορά τις επιλέξιμες υποχρεώσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ισχύουν για όλα τα ιδρύματα, σύμφωνα με τις συμπληρωματικές προσαρμογές και τις απαιτήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

(17)Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται στις οντότητες εξυγίανσης που είτε αποτελούν οι ίδιες G-SII ή αποτελούν μέρος ομίλου που προσδιορίζεται ως G-SII. Η απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις θα πρέπει να ισχύει σε ατομική ή ενοποιημένη βάση, ανάλογα αν οι εν λόγω οντότητες εξυγίανσης συνιστούν ανεξάρτητα ιδρύματα χωρίς θυγατρικές ή μητρικές επιχειρήσεις.

(18)Η οδηγία 2014/59/ΕΕ επιτρέπει να χρησιμοποιηθούν εργαλεία εξυγίανσης όχι μόνο για τα ιδρύματα, αλλά και για τις χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών. Οι μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών θα πρέπει επομένως να διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης ζημιών όπως και τα μητρικά ιδρύματα.

(19)Με σκοπό να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, είναι σημαντικό τα μέσα που κατέχονται για την τήρηση της απαίτησης αυτής να διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Οι υποχρεώσεις που εξαιρούνται από το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα που αναφέρεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ δεν έχουν αυτή την ικανότητα, ούτε οι άλλες απαιτήσεις που, αν και καταρχήν είναι διασώσιμες με ίδια μέσα, ενδέχεται να δημιουργούν δυσκολίες στην πράξη για να διασωθούν με ίδια μέσα. Οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα πρέπει επομένως να θεωρούνται επιλέξιμες για την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Από την άλλη πλευρά, τα κεφαλαιακά μέσα, καθώς και οι υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης, διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Επίσης, η δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών από υποχρεώσεις που έχουν την ίδια προτεραιότητα με ορισμένες εξαιρούμενες υποχρεώσεις θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως έναν ορισμένο βαθμό, σύμφωνα με το πρότυπο TLAC.

(20)Με σκοπό την αποφυγή της διπλής καταμέτρησης των υποχρεώσεων για τους σκοπούς της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για την αφαίρεση των συμμετοχών επιλέξιμων υποχρεώσεων που αντικατοπτρίζουν την αντίστοιχη προσέγγιση αφαίρεσης που αναπτύχθηκε ήδη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα κεφαλαιακά μέσα. Σύμφωνα με την εν λόγω προσέγγιση, οι συμμετοχές σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει προηγουμένως να αφαιρούνται από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις και, στον βαθμό που δεν υπάρχουν επαρκείς υποχρεώσεις, θα πρέπει να αφαιρούνται από τα κεφαλαιακά μέσα της κατηγορίας 2.

(21)Το πρότυπο TLAC περιέχει ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις υποχρεώσεις που είναι αυστηρότερα από τα ισχύοντα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα. Με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν ως προς τη μη επιλεξιμότητα των μέσων που εκδίδονται από τις οντότητες ειδικού σκοπού από την 1η Ιανουαρίου 2022.

(22)Από την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το διεθνές πρότυπο για την προληπτική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους τροποποιήθηκε, ώστε να βελτιωθεί η μεταχείριση των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων προς τους αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Στις σημαντικές αναθεωρήσεις του εν λόγω προτύπου περιλαμβάνονταν η χρήση ενιαίας μεθόδου για τον καθορισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα που οφείλονται σε εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, ρητό ανώτατο όριο για το σύνολο των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι επιλέξιμων κεντρικών αντισυμβαλλόμενων και πιο ευαίσθητη στους κινδύνους προσέγγιση για τον προσδιορισμό της αξίας των παραγώγων στον υπολογισμό των υποθετικών πόρων ενός αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση των ανοιγμάτων έναντι μη αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων παρέμεινε αμετάβλητη. Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μια μεταχείριση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(23)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα θα διαχειριστούν καταλλήλως τα ανοίγματά τους υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ), οι κανόνες που προσδιορίζουν την αντιμετώπιση των εν λόγω ανοιγμάτων θα πρέπει να είναι ευαίσθητοι στον κίνδυνο και θα πρέπει να προωθούν τη διαφάνεια όσον αφορά τα υποκείμενα ανοίγματα σε ΟΣΕ. Η Επιτροπή της Βασιλείας εξέδωσε, ως εκ τούτου, αναθεωρημένο πρότυπο που καθορίζει σαφή ιεράρχηση των προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για τα εν λόγω ανοίγματα. H εν λόγω ιεράρχηση αντικατοπτρίζει τον βαθμό της διαφάνειας ως προς τα υποκείμενα ανοίγματα. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με τους εν λόγω διεθνώς συμφωνηθέντες κανόνες.

(24)Για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα βάσει του πλαισίου του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 παρέχει επί του παρόντος στα ιδρύματα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών διαφορετικών τυποποιημένων προσεγγίσεων: της τυποποιημένης μεθόδου («SM»), της μεθόδου βάσει τρεχουσών τιμών αγοράς («MtMM») και της μεθόδου του αρχικού ανοίγματος («OEM»).

(25)Οι εν λόγω τυποποιημένες προσεγγίσεις, όμως, δεν αναγνωρίζουν επαρκώς τη φύση της εξασφάλισης που μειώνει τον κίνδυνο στα ανοίγματα. Οι βαθμονομήσεις τους είναι παρωχημένες και δεν αντικατοπτρίζουν το υψηλό επίπεδο μεταβλητότητας που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Επιπλέον, δεν αναγνωρίζουν δεόντως τα οφέλη από συμψηφισμούς. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών η Επιτροπή της Βασιλείας αποφάσισε να αντικαταστήσει την SM και την MtMM με μια νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των ανοιγμάτων σε παράγωγα, την αποκαλούμενη τυποποιημένη προσέγγιση για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου («SA-CCR»). Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μια μεταχείριση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(26)Η SA-CCR είναι πιο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την ενιαία αγορά και την MtMM και θα οδηγήσει, ως εκ τούτου, σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αντικατοπτρίζουν καλύτερα τους κινδύνους που σχετίζονται με τις συναλλαγές των ιδρυμάτων σε παράγωγα. Ταυτόχρονα, η SA-CCR είναι πιο πολύπλοκη ως προς την εφαρμογή της από τα ιδρύματα. Για ορισμένα από τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν επί του παρόντος την MtMM, η μέθοδος SA-CCR μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά περίπλοκη και επαχθής ως προς την εφαρμογή. Για τα εν λόγω ιδρύματα, πρέπει να θεσπιστεί μια απλουστευμένη μορφή της SA-CCR. Δεδομένου ότι η απλοποιημένη έκδοση θα είναι λιγότερο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την SA-CCR, θα πρέπει να βαθμονομηθεί κατάλληλα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υποεκτιμά την αξία ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα.

(27)Για τα ιδρύματα που έχουν πολύ περιορισμένα ανοίγματα σε παράγωγα και τα οποία χρησιμοποιούν επί του παρόντος την OEM, τόσο η SA-CCR όσο και η απλοποιημένη SA-CCR ενδέχεται να είναι πολύ πολύπλοκες, ώστε να εφαρμοστούν. Η OEM θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά από τα εν λόγω ιδρύματα, αλλά θα πρέπει να αναθεωρηθεί, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις.

(28)Με σκοπό την καθοδήγηση του ιδρύματος κατά την επιλογή των επιτρεπόμενων προσεγγίσεων θα πρέπει να θεσπιστούν σαφή κριτήρια. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να βασίζονται στο μέγεθος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα ενός ιδρύματος, που καταδεικνύει τον βαθμό πολυπλοκότητας, τον οποίο θα πρέπει ένα ίδρυμα να είναι σε θέση να τηρεί για να υπολογιστεί η αξία ανοίγματος.

(29)Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι απώλειες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για ορισμένα εγκατεστημένα στην Ένωση ιδρύματα ήταν σημαντική. Για ορισμένα από αυτά, το επίπεδο του απαιτούμενου για την κάλυψη των απωλειών κεφαλαίου αποδείχθηκε ανεπαρκές, με αποτέλεσμα τα εν λόγω ιδρύματα να ζητήσουν έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Οι εν λόγω παρατηρήσεις οδήγησαν την Επιτροπή της Βασιλείας στην εξάλειψη ορισμένων αδυναμιών στην προληπτική εποπτεία των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, που συνίστανται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

(30)Το 2009 ολοκληρώθηκε μια πρώτη σειρά μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο και μεταφέρθηκε στο ενωσιακό δίκαιο με την οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 22 .

(31)Η μεταρρύθμιση του 2009 δεν αντιμετώπισε, ωστόσο, τις διαρθρωτικές αδυναμίες των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα πρότυπα κινδύνου αγοράς. Η έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά την οριοθέτηση μεταξύ των βιβλίων εμπορικών και τραπεζικών συναλλαγών παρείχε τις δυνατότητες για την καταχρηστική επιλογή ευνοϊκότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ενώ η έλλειψη ευαισθησίας κινδύνου των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων ως προς τον κίνδυνο αγοράς δεν επέτρεπε την κάλυψη του πλήρους φάσματος των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα ιδρύματα.

(32)Ως εκ τούτου, η Επιτροπή της Βασιλείας δρομολόγησε τη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (FRTB) για την αντιμετώπιση των εν λόγω αδυναμιών. Το έργο αυτό ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2016. Τα πρότυπα του FRTB ενισχύουν την ευαισθησία κινδύνου του πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς, και καθορίζουν το ποσό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που είναι περισσότερο αναλογικό προς τους κινδύνους των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αποσαφηνίζουν τον ορισμό της οριοθέτησης μεταξύ των βιβλίων εμπορικών και τραπεζικών συναλλαγών.

(33)Η εφαρμογή των προτύπων FRTB στην Ένωση πρέπει να διατηρήσει την καλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης. Πρόσφατες μελέτες αντίκτυπου σχετικά με τα πρότυπα FRTB δείχνουν ότι η εφαρμογή των προτύπων FRTB αναμένεται να οδηγήσει σε απότομη αύξηση των συνολικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Με σκοπό την αποφυγή της απότομης συρρίκνωσης των εμπορικών επιχειρήσεων εντός της Ένωσης, μια περίοδος σταδιακής εφαρμογής θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εισαχθεί, ώστε τα όργανα να μπορούν να αναγνωρίσουν το συνολικό επίπεδο των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που προκύπτει από την μεταφορά των προτύπων FRTB στην Ένωση. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει, επίσης, να δοθεί στις ευρωπαϊκές εμπορικές ιδιαιτερότητες και τις προσαρμογές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τα δημόσια και καλυμμένα ομόλογα, και τις απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις.

(34)Μια ανάλογη μεταχείριση για τους κινδύνους της αγοράς θα πρέπει να εφαρμόζεται, επίσης, στα ιδρύματα με περιορισμένες δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών και να επιτρέπει την εφαρμογή του πλαισίου πιστωτικού κινδύνου για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου σε περισσότερα ιδρύματα με μικρές εμπορικές δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο αναθεωρημένο κείμενο της παρέκκλισης για τις επιχειρήσεις με μικρές εμπορικές δραστηριότητες. Επιπλέον, τα ιδρύματα μεσαίου μεγέθους χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν μια απλοποιημένη τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την προσέγγιση που χρησιμοποιείται επί του παρόντος δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(35)Το πλαίσιο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων πρέπει να ενισχυθεί, προκειμένου να βελτιωθεί η ικανότητα των ιδρυμάτων να απορροφούν ζημίες και να συμμορφώνονται περισσότερο με τα διεθνή πρότυπα. Προς το σκοπό αυτό, η βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως κεφαλαιακή βάση για τον υπολογισμό του ορίου για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τα ανοίγματα προς τα πιστωτικά παράγωγα θα πρέπει να υπολογίζονται με την SA-CCR. Επιπλέον, το όριο για τα ανοίγματα που οι τράπεζες G-SIB μπορεί να διαθέτουν προς άλλες G-SIB πρέπει να ελαττωθεί για τη μείωση των συστημικών κινδύνων που συνδέονται με τις διασυνδέσεις μεταξύ των μεγάλων ιδρυμάτων και για τη μείωση της πιθανότητας της αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους αντισυμβαλλομένης G-SIB που μπορεί να επηρεάσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(36)Ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) εξασφαλίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να δέχονται σοβαρές πιέσεις σε βραχυπρόθεσμη βάση, δεν διασφαλίζει ότι τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα διαθέτουν μια σταθερή χρηματοδοτική δομή σε ένα πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Κατέστη, συνεπώς, σαφές ότι η λεπτομερής δεσμευτική απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης πρέπει να αναπτυχθεί σε επίπεδο ΕΕ, η οποία θα πρέπει πάντα να τηρείται με σκοπό να αποφευχθούν οι υπερβολικές αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και η εξάρτηση από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση χονδρικής.

(37)Σύμφωνα με τα πρότυπα σταθερής χρηματοδότησης της Επιτροπής της Βασιλείας, πρέπει επομένως να εγκριθούν κανόνες που να καθορίζουν την απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης ως ποσοστό του ποσού της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης, που διαθέτει ένα ίδρυμα, για το ύψος της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Αυτό αποτελεί τον δεσμευτικό δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης» («NSFR»). Το ποσό της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης θα πρέπει να υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των υποχρεώσεων του ιδρύματος και του υποχρεωτικού κεφαλαίου από τους συναφείς παράγοντες που αντικατοπτρίζουν τον βαθμό αξιοπιστίας του NSFR σε ορίζοντα ενός έτους. Το ποσό της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των στοιχείων του ενεργητικού του ιδρύματος και των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων από τους συναφείς παράγοντες που αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά ρευστότητας και τις εναπομένουσες ληκτότητες στον ορίζοντα ενός έτους του NSFR.

(38)Ο NSFR θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό και να οριστεί τουλάχιστον στο επίπεδο του 100 %, γεγονός που καταδεικνύει ότι το ίδρυμα διατηρεί αρκετά σταθερή χρηματοδότηση για την εκπλήρωση των χρηματοδοτικών του αναγκών κατά τη διάρκεια ενός έτους τόσο σε κανονικές όσο και σε ακραίες συνθήκες. Εάν ο δείκτης NSFR είναι κάτω από το επίπεδο του 100 %, το ίδρυμα θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 414 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για την έγκαιρη επαναφορά του NSFR στο ελάχιστο επίπεδο. Τα εποπτικά μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης δεν θα πρέπει να είναι αυτόματα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει αντιθέτως να εκτιμούν τους λόγους για τη μη συμμόρφωση με τον NSFR πριν από τον καθορισμό πιθανών μέτρων εποπτείας.

(39)Σύμφωνα με τις συστάσεις που έγιναν από την ΕΑΤ στην έκθεσή της, της 15ης Δεκεμβρίου 2015, η οποία εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 510 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι κανόνες για τον υπολογισμό του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) θα πρέπει να είναι στενά ευθυγραμμισμένοι με τα πρότυπα της Επιτροπής της Βασιλείας, συμπεριλαμβανομένων των εξελίξεων στα εν λόγω πρότυπα σε ό, τι αφορά τη μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα. Η αναγκαιότητα να ληφθούν υπόψη ορισμένες ευρωπαϊκές ιδιαιτερότητες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι ο NSFR δεν εμποδίζει τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής πραγματικής οικονομίας, δικαιολογεί, ωστόσο, την έγκριση ορισμένων προσαρμογών του NSFR της Βασιλείας για τον ορισμό του ευρωπαϊκού δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης. Οι προσαρμογές αυτές που οφείλονται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συνιστώνται στην έκθεση για τον NSFR που έχει συνταχθεί από την ΕΑΤ και αφορούν κυρίως ειδικές επεξεργασίες για i) μοντέλα άμεσης επανεκχώρησης γενικά και έκδοση καλυμμένων ομολόγων ειδικότερα· ii) χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες στον τομέα του διεθνούς εμπορίου· iii) κεντρικές καταθέσεις ταμιευτηρίου· iv) εγγυημένα δάνεια κατοικίας· και v) πιστωτικές ενώσεις. Οι εν λόγω προτεινόμενες ειδικές μεταχειρίσεις αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ευνοϊκή μεταχείριση που χορηγείται στις εν λόγω δραστηριότητες ως προς την αναλογία κάλυψης ρευστότητας (LCR) σε σύγκριση με την LCR της Βασιλείας. Επειδή ο NSFR συμπληρώνει την αναλογία LCR, οι δύο αυτοί δείκτες θα πρέπει πράγματι να είναι συνεπείς ως προς τον ορισμό και τη βαθμονόμησή τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των απαιτούμενων παραγόντων σταθερής χρηματοδότησης που χρησιμοποιούνται στα υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού της LCR για τον υπολογισμό του NSFR που αντικατοπτρίζει τους ορισμούς και τις περικοπές της Ευρωπαϊκής LCR, ανεξάρτητα από τη συμμόρφωση με τις γενικές και λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζονται για τον υπολογισμό της LCR που δεν ενδείκνυνται για τον ετήσιο υπολογισμό του NSFR σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους.

(40)Πέραν των ευρωπαϊκών ιδιαιτεροτήτων, η αυστηρότερη μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα στον NSFR της Βασιλείας θα μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις δραστηριότητες σε παράγωγα των ιδρυμάτων και, κατά συνέπεια, στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές και στην πρόσβαση σε ορισμένες πράξεις για τους τελικούς χρήστες. Οι συναλλαγές σε παράγωγα και ορισμένες αλληλένδετες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των εκκαθαριστικών δραστηριοτήτων, θα μπορούν να επηρεάζονται αδικαιολόγητα και δυσανάλογα από την εισαγωγή του NSFR της Βασιλείας χωρίς να έχουν υποβληθεί σε εκτεταμένες μελέτες ποσοτικών επιπτώσεων και σε δημόσια διαβούλευση. Η πρόσθετη απαίτηση να κατέχουν το 20 % της σταθερής χρηματοδότησης έναντι του ακαθάριστου ποσού υποχρεώσεων σε παράγωγα ευρύτατα θεωρείται ως κατά προσέγγιση μέτρο, το οποίο υπερεκτιμά την πρόσθετη χρηματοδότηση κινδύνων που συνδέεται με την ενδεχόμενη αύξηση των υποχρεώσεων σε παράγωγα για χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Ως εκ τούτου, φαίνεται λογικό να υιοθετηθεί εναλλακτικό μέτρο με μεγαλύτερη ευαισθησία στον κίνδυνο, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ορθή λειτουργία των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών και η παροχή μέσων αντιστάθμισης κινδύνων σε ιδρύματα και τους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, ώστε να διασφαλίζεται η χρηματοδότησή τους ως στόχος της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

Για μη καλυμμένες από περιθώριο ασφάλειας συναλλαγές σε παράγωγα, των οποίων οι κίνδυνοι μελλοντικής χρηματοδότησης των κινδύνων ενέχουν κάποια απρόβλεπτα γεγονότα, όπως ενεργοποιήσεις της αξιολόγησης που απαιτούν τη σύσταση εμπράγματων ασφαλειών, και τα οποία προσεγγίζονται με τον καλύτερο τρόπο από την αγοραία αξία τους, η οποία θα αποτελέσει το ποσό χρηματοδότησης που απαιτείται σε περίπτωση που συμβεί ένα ανάλογο γεγονός, ένα 10 % του συντελεστή απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης («RSF») θα πρέπει να ισχύει για τις ακαθάριστες υποχρεώσεις από παράγωγα. Το 20 % του συντελεστή RSF φαίνεται πράγματι να είναι πολύ συντηρητικό. Για συναλλαγές σε παράγωγα που καλύπτονται από περιθώριο ασφαλείας, θεσπίζεται μια επιλογή για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την SA-CCR είτε να εφαρμόσουν τον συντελεστή RSF20 % όπως αναφέρεται στο πρότυπο της Βασιλείας ή να χρησιμοποιήσουν το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα (PFE) όπως υπολογίζεται δυνάμει της SA-CCR. Τα ιδρύματα που δεν χρησιμοποιούν την SA-CCR διαθέτουν πολύ μικρό χαρτοφυλάκια παραγώγων και θα πρέπει να εξαιρούνται από την απαίτηση αυτή. Η προσέγγιση αυτή είναι πιο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων και, δεδομένου ότι πρόκειται για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και για τον υπολογισμό του δείκτη μόχλευσης, δεν θα πρέπει να αποτελέσει πρόσθετη επιβάρυνση που θα υπολογίζουν τα ιδρύματα.

(41)Η συμφωνία της Βασιλείας ως προς την ασύμμετρη μεταχείριση μεταξύ βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, όπως οι συμφωνίες επαναγοράς (η σταθερή χρηματοδότηση δεν αναγνωρίζεται) και βραχυπρόθεσμων δανείων, όπως οι αντιστρεπτέες συμφωνίες επαναγοράς (κάποια σταθερή χρηματοδότηση απαιτείται - 10 % αν εξασφαλίζονται με ρευστά στοιχεία ενεργητικού υψηλής ποιότητας επιπέδου 1 - υψηλής ποιότητας ρευστά διαθέσιμα (HQLA) - όπως ορίζεται στην αναλογία κάλυψης ρευστότητας (LCR) και 15 % για τις άλλες συναλλαγές με χρηματοπιστωτικούς πελάτες) αποσκοπεί στην αποθάρρυνση των δεσμών της εκτεταμένης βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης μεταξύ χρηματοπιστωτικών πελατών που αποτελούν πηγή διασύνδεσης και καθιστούν δυσκολότερη την εξυγίανση ενός συγκεκριμένου ιδρύματος, χωρίς μετάδοση των επιπτώσεων του κινδύνου στο υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε περίπτωση πτώχευσης. Ωστόσο, η βαθμονόμηση της ασυμμετρίας είναι υπερβολικά συντηρητική, και ενδέχεται να επηρεάσει τη ρευστότητα των τίτλων που συνήθως χρησιμοποιούνται ως ασφάλεια στις βραχυπρόθεσμες συναλλαγές, ιδίως τα κρατικά ομόλογα, καθώς τα ιδρύματα κατά πάσα πιθανότητα θα μειώσουν τον όγκο των δραστηριοτήτων τους στις αγορές συμφωνιών επαναγοράς. Θα μπορούσε επίσης, να υπονομεύσει τις δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης, καθώς οι αγορές συμφωνιών επαναγοράς διευκολύνουν τη διαχείριση της αναγκαίας απογραφής, και συνεπώς θα ερχόταν σε αντίθεση προς τους στόχους της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Επιπλέον, αυτό θα καθιστούσε δυσκολότερη τη μετατροπή των εν λόγω αξιών σε μετρητά γρήγορα και σε καλές τιμές, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της ΑΚΡ, της οποίας η λογική είναι να διαθέτει απόθεμα ασφαλείας των ρευστών στοιχείων του ενεργητικού που μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε χρήμα σε περίπτωση κρίσης ρευστότητας. Τελικά, η βαθμονόμηση της εν λόγω ασυμμετρίας ενδέχεται να επηρεάσει τη ρευστότητα των διατραπεζικών αγορών χρηματοδότησης, ιδίως για σκοπούς διαχείρισης της ρευστότητας, καθόσον θα καταστεί πιο δαπανηρή για τις τράπεζες η χορήγηση δάνειων μεταξύ τους σε βραχυπρόθεσμη βάση. Η ασύμμετρη μεταχείριση θα πρέπει να διατηρηθεί, αλλά θα πρέπει να μειωθούν οι συντελεστές RSF στο 5 % και 10 % αντίστοιχα (έναντι 10 % και 15 %).

(42)Εκτός από την εκ νέου βαθμονόμηση του συντελεστή RSF της Βασιλείας που ισχύει για βραχυπρόθεσμες συμφωνίες επαναγοράς με χρηματοπιστωτικούς πελάτες που εξασφαλίζονται με κρατικά ομόλογα (με συντελεστή RSF5 % αντί του 10 %), ορισμένες άλλες προσαρμογές έχουν αποδειχθεί αναγκαίες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η εισαγωγή του NSFR δεν εμποδίζει τη ρευστότητα των αγορών κρατικών ομολόγων. Το 5 % του συντελεστή RSF της Βασιλείας που ισχύει για τα υψηλής ποιότητας ρευστά διαθέσιμα επιπέδου 1, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ομολόγων, σημαίνει ότι τα ιδρύματα θα πρέπει να κατέχουν άμεσα διαθέσιμη μακροπρόθεσμη μη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση στο εν λόγω ποσοστό ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναμένουν να κατέχουν κρατικά ομόλογα. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να παράσχει περαιτέρω κίνητρα στα ιδρύματα, προκειμένου να καταθέτουν μετρητά σε κεντρικές τράπεζες παρά να ενεργούν ως βασικοί διαπραγματευτές και να παρέχουν ρευστότητα στις αγορές κρατικών ομολόγων. Επιπλέον, δεν συνάδει με την LCR που αναγνωρίζει την πλήρη ρευστότητα των εν λόγω στοιχείων του ενεργητικού, ακόμη και σε καιρούς οξείας κρίσης ρευστότητας (ποσοστό περικοπής 0 %). Ο συντελεστής RSF των ρευστών διαθέσιμων υψηλής ποιότητας επιπέδου 1 της LCR, όπως ορίζεται στην ΕΕ, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων εξαιρετικά υψηλής ποιότητας, θα πρέπει, επομένως, να μειωθεί από 5 % σε 0 %.

(43)Επιπλέον, όλα τα ρευστά διαθέσιμα υψηλής ποιότητας επιπέδου 1 της LCR όπως ορίζεται στην ΕΕ, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων εξαιρετικά υψηλής ποιότητας, που ελήφθησαν ως περιθώρια μεταβλητότητας σε συμβάσεις παραγώγων θα πρέπει να αντισταθμίζουν τα στοιχεία ενεργητικού παραγώγων, ενώ το πρότυπο της Βασιλείας δέχεται μόνο μετρητά που πληρούν τους όρους του πλαισίου για την αντιστάθμιση μόχλευσης των παραγώγων του ενεργητικού. Αυτή η ευρύτερη αναγνώριση των στοιχείων του ενεργητικού που λαμβάνονται ως περιθώρια μεταβλητότητας θα συμβάλει στη ρευστότητα των αγορών κρατικών ομολόγων και στην αποφυγή της πρόκλησης ζημιών στους τελικούς χρήστες που κατέχουν μεγάλα ποσά κρατικών ομολόγων, αλλά λίγα μετρητά (όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία), καθώς και στην αποφυγή επιπρόσθετων πιέσεων στην ζήτηση για μετρητά σε αγορές συμφωνιών επαναγοράς.

(44)Ο NSFR πρέπει να εφαρμόζεται στα ιδρύματα τόσο σε μεμονωμένη όσο και σε ενοποιημένη βάση, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές παράσχουν απαλλαγή από την εφαρμογή του NSFR σε μεμονωμένη βάση. Αυτό επικαλύπτεται με το πεδίο εφαρμογής του LCR που o NSFR συμπληρώνει. Σε περίπτωση που η εφαρμογή του NSFR σε ατομικό επίπεδο δεν έχει αρθεί, οι συναλλαγές μεταξύ δύο ιδρυμάτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας θα πρέπει καταρχήν να λαμβάνει συμμετρικά διαθέσιμους και απαιτούμενους συντελεστές σταθερής με σκοπό την αποφυγή απωλειών κεφαλαίων μέσα στην εσωτερική αγορά και με σκοπό να μην παρεμποδίζεται η αποτελεσματική διαχείριση της ρευστότητας στους ευρωπαϊκούς ομίλους, όπου υπάρχει κεντρική διαχείριση της ρευστότητας. Οι εν λόγω προνομιακές συμμετρικές μέθοδοι θα πρέπει να χορηγούνται μόνο για τις συναλλαγές εντός του ομίλου, όπου ισχύουν όλες οι απαραίτητες διασφαλίσεις, βάσει συμπληρωματικών κριτηρίων για τις διασυνοριακές συναλλαγές, και μόνο με την προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων αρχών που συμμετέχουν, δεδομένου ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι τα ιδρύματα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων πληρωμής τους θα λαμβάνουν πάντα στήριξη χρηματοδότησης από άλλες επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας.

(45)Η ενοποίηση των θυγατρικών σε τρίτες χώρες θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις σταθερής χρηματοδότησης που ισχύουν στις χώρες αυτές. Κατά συνέπεια, οι κανόνες ενοποίησης στην Ένωση δεν θα πρέπει να θεσπίζουν μια πιο ευνοϊκή μεταχείριση για τη διαθέσιμη και απαιτούμενη σταθερή χρηματοδότηση σε θυγατρικές εταιρείες τρίτων χωρών από εκείνη που προβλέπεται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας των εν λόγω τρίτων χωρών.

(46)Σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με το κατάλληλο σύστημα προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων και να υποβάλει, όπου απαιτείται, μια νομοθετική πρόταση. Μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να εξακολουθούν να υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών όσον αφορά την απαίτηση καθαρής σταθερής χρηματοδότησης. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να υπόκεινται στον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάση, όταν αυτές αποτελούν τμήμα τραπεζικών ομίλων, προκειμένου να καθίσταται δυνατός ο κατάλληλος υπολογισμός του NSFR σε ενοποιημένο επίπεδο.

(47)Τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τους, στο νόμισμα αναφοράς, τους δεσμευτικούς λεπτομερείς δείκτες καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) για όλα τα στοιχεία μαζί και χωριστά για τα στοιχεία που είναι εκφρασμένα σε κάθε σημαντικό νόμισμα, προκείμενου να εξασφαλιστεί η κατάλληλη παρακολούθηση των ενδεχόμενων αναντιστοιχιών στα νομίσματα. Ο NSFR δεν θα πρέπει να υπόκειται σε απαιτήσεις διπλής υποβολής αναφορών ή σε απαιτήσεις υποβολής αναφορών που δεν συνάδουν με τους ισχύοντες κανόνες και τα ιδρύματα θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο προετοιμασίας για τη θέση σε ισχύ των νέων απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων.

(48)Δεδομένου ότι η παροχή χρήσιμων και συγκρίσιμων πληροφοριών στην αγορά όσον αφορά τους κοινές βασικούς δείκτες μέτρησης κινδύνου των ιδρυμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή για την ύπαρξη ενός υγιούς τραπεζικού συστήματος, είναι απαραίτητο να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η ασύμμετρη πληροφόρηση και να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα των χαρακτηριστικών κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων εντός και μεταξύ των δικαιοδοσιών, η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS) δημοσίευσε τα αναθεωρημένα πρότυπα δημοσιοποίησης του πυλώνα 3, τον Ιανουάριο του 2015, για την ενίσχυση της συγκρισιμότητας, της ποιότητας και της συνεκτικότητας των ρυθμιστικών δημοσιοποιήσεων των ιδρυμάτων στην αγορά. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να τροποποιηθούν οι ισχύουσες απαιτήσεις δημοσιοποίησης για την εφαρμογή αυτών των νέων διεθνών προτύπων.

(49)Οι ερωτηθέντες στην πρόσκληση της Επιτροπής για υποβολή στοιχείων σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θεώρησαν τις τρέχουσες απαιτήσεις δημοσιοποίησης δυσανάλογες και επαχθείς για τα μικρότερα ιδρύματα. Με την επιφύλαξη της στενότερης εναρμόνισης των δημοσιοποιήσεων με τα διεθνή πρότυπα, τα μικρότερα και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεώνονται να παρέχουν λιγότερο συχνές και λεπτομερείς πληροφορίες σε σχέση με τους μεγαλύτερους ομόλογούς τους, και να μειώνουν συνεπώς τον διοικητικό φόρτο στον οποίο υπόκεινται.

(50)Ορισμένες διευκρινίσεις θα πρέπει να δοθούν ως προς τις δημοσιοποιήσεις που αφορούν τις αποδοχές. Επιπλέον, τα ιδρύματα που επωφελούνται από την παρέκκλιση από ορισμένους κανόνες που αφορούν τις αποδοχές θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με την εν λόγω παρέκκλιση.

(51)Η εφαρμογή της πρόβλεψης για τις αναμενόμενες απώλειες που θεσπίστηκε με τα αναθεωρημένα διεθνή λογιστικά πρότυπα για τα χρηματοδοτικά μέσα «ΔΠΧΑ 9», μπορεί να οδηγήσει σε ξαφνική αύξηση των κεφαλαιακών δεικτών των ιδρυμάτων. Ενώ διεξάγονται συνεχείς συζητήσεις όσον αφορά την ενδεικνυόμενη προληπτική αντιμετώπιση του αντίκτυπου της αύξησης των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών και προκειμένου να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη αρνητική επίπτωση επί του δανεισμού από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, η προσαυξημένη πρόβλεψη για πιστωτικό κίνδυνο του ΔΠΧA 9 θα πρέπει να είναι σταδιακή.

(52)Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) αποτελούν έναν από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής ενωσιακής οικονομίας, καθώς διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη και την παροχή απασχόλησης. Δεδομένου ότι οι ΜΜΕ παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο από ό, τι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα σε ΜΜΕ θα πρέπει να είναι χαμηλότερες από εκείνες των μεγάλων επιχειρήσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη τραπεζική χρηματοδότηση των ΜΜΕ. Επί του παρόντος, ανοίγματα ως προς τις ΜΜΕ ύψους 1,5 εκατ. EUR υπόκεινται σε μείωση κατά 23,81 % του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος. Δεδομένου ότι το ανώτατο όριο του 1,5 εκατ. EUR για το άνοιγμα σε μια ΜΜΕ δεν είναι ενδεικτικό της αλλαγής της επικινδυνότητας των ΜΜΕ, η μείωση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα σε ΜΜΕ θα πρέπει να επεκταθεί πέρα από το όριο του 1,5 εκατ. EUR και για το υπερβάλλον μέρος πρέπει να ανέρχεται σε μείωση κατά 15 % του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος.

(53)Οι επενδύσεις στον τομέα των υποδομών είναι θεμελιώδους σημασίας για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και την τόνωση της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Η ανάκαμψη και η μελλοντική ανάπτυξη της ενωσιακής οικονομίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα κεφαλαίου για τις στρατηγικές επενδύσεις ευρωπαϊκής σημασίας σε υποδομές, ιδίως στα ευρυζωνικά και ενεργειακά δίκτυα, καθώς και στις υποδομές των μεταφορών, ιδιαίτερα σε βιομηχανικά κέντρα· στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία· στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση. Το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη έχει ως στόχο την προώθηση της πρόσθετης χρηματοδότησης σε βιώσιμα έργα υποδομών μέσω, μεταξύ άλλων, στην κινητοποίηση συμπληρωματικών ιδιωτικών πηγών χρηματοδότησης. Για ορισμένους πιθανούς επενδυτές το κύριο μέλημα είναι η παρατηρούμενη έλλειψη βιώσιμων έργων και η περιορισμένη ικανότητα ως προς τη δέουσα εκτίμηση των κινδύνων εξαιτίας της εγγενούς τους πολυπλοκότητας.

(54)Προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε έργα υποδομής είναι, ως εκ τούτου, σημαντικό να οριστεί ένα κανονιστικό περιβάλλον, το οποίο θα είναι σε θέση να προωθήσει υψηλής ποιότητας έργα υποδομής και να μειώσει τους κινδύνους για τους επενδυτές. Ιδίως οι κεφαλαιακές επιβαρύνσεις για ανοίγματα σε έργα υποδομής θα πρέπει να μειωθούν υπό τον όρο ότι πληρούν ένα σύνολο κριτηρίων που είναι σε θέση να μειώσει τα χαρακτηριστικά κινδύνου τους και την αύξηση της προβλεψιμότητας των ταμιακών ροών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει την παροχή έως [τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος], για να εκτιμήσει α) τον αντίκτυπό της στον όγκο των επενδύσεων σε υποδομές από τα ιδρύματα και την ποιότητα των επενδύσεων, έχοντας υπόψη τους στόχους της ΕΕ για τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή και την κυκλική οικονομία· και β) την επάρκεια από άποψη προληπτικής εποπτείας. Η Επιτροπή θα πρέπει, επίσης, να εξετάσει κατά πόσον το πεδίο εφαρμογής πρέπει να επεκταθεί σε επενδύσεις σε υποδομές από εταιρείες.

(55)Το άρθρο 508 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου2, απαιτεί από την Επιτροπή να υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με ένα κατάλληλο σύστημα προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επιχειρήσεων που αναφέρονται στα σημεία 2) στοιχεία β) και γ) του άρθρου 4 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, η οποία θα συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση. Η νομοθετική πρόταση μπορεί να εισάγει νέες απαιτήσεις για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Για λόγους διασφάλισης της αναλογικότητας και με σκοπό να αποφευχθούν οι περιττές και επαναλαμβανόμενες κανονιστικές αλλαγές, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν είναι συστημικές θα πρέπει, συνεπώς, να αποκλείονται από τη συμμόρφωση με τις νέες διατάξεις για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που θέτουν τον ίδιο συστημικό κίνδυνο με τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει ωστόσο να υπόκεινται στους ίδιους όρους με αυτούς που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα.

(56)Με βάση την ενισχυμένη εποπτεία ομίλου που προκύπτει από την ενίσχυση του ρυθμιστικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας και τη δημιουργία της τραπεζικής ένωσης, είναι επιθυμητό να επωφελούνται τα ιδρύματα σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό από τα οφέλη της ενιαίας αγοράς, συμπεριλαμβανόμενης και της εξασφάλισης της αποτελεσματικής διαχείρισης των κεφαλαίων και ρευστότητας σε ολόκληρο τον όμιλο. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα εξαίρεσης από την εφαρμογή των απαιτήσεων σε ατομικό επίπεδο για τις θυγατρικές ή τις μητρικές επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι διαθέσιμη σε διασυνοριακούς ομίλους, εφόσον υπάρχουν επαρκείς διασφαλίσεις για να εξασφαλιστεί ότι επαρκή κεφάλαια και ρευστότητα θα είναι στη διάθεση των οντοτήτων που υπόκεινται στην απαλλαγή. Όταν πληρούνται όλες οι εγγυήσεις, εναπόκειται στην αρμόδια αρχή να αποφασίσει ως προς τη χορήγηση παρεκκλίσεων. Οι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες.

(57)Προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 36/2013/ΕΕ, καθώς και με τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα, η εφαρμογή των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών και προτύπων που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή των κανόνων αυτών, η ΕΑΤ θα πρέπει να αναπτύξει ένα εργαλείο πληροφορική