Νόμοι 1846/1951 Αρθρο 5

Αρθρο 5. Ειδικά Ταμεία

1. Πάντα τα υφιστάμενα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, οιασδήποτε μορφής Ταμεία, τα συνεστημένα επί τη βάσει του Ν. 2868 ή ειδικών νόμων ή του διατάγματος της 15ης Μαίου 1920 "περί επαγγελματικών Σωματείων" και ασφαλίζοντα, είτε αποκλειστικώς είτε εν μέρει, πρόσωπα εκ των εν άρθρω 2 του παρόντος αναφερομένων, εξακολουθούν λειτουργούντα και διεπόμενα υπο των ισχυουσών δι' έκαστον τούτων διατάξεων. Πάντα τα εις τοιαύτα Ταμεία κυρίας ασφαλίσεως ασφαλιζόμενα πρόσωπα, απαλλάσσοντα καθ' ους κλάδους είναι ησφαλισμένα παρ' αυτοίς, της παρά τω Ι.Κ.Α. δια τον αντίστοιχον κλάδον ασφαλίσεως, αδιαφόρως αν το οικείον Ταμείον χορηγή απάσας ή μερος μόνον των υπό του αντιστοίχου κλάδου του Ι.Κ.Α. πραγματοποιουμένων κατηγοριών παροχών και του ύψους τούτων.
 Εάν πρόσωπον τι εκτός της εργασίας ην παρέχει και δι' ην ασφαλίζεται εις ειδικόν Ταμείον ασφαλίσεως, εξαιρούμενον, κατά τ' ανωτέρω, της παρά τω ΙΚΑ ασφαλίσεως, παρέχη και ετέραν εργασίαν παρ' ετέρω εργοδότη, πληρούσαν τας προϋποθέσεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, ως ετροποποιήθη, μη θεμελιούσαν υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρ' ετέρω Ταμείω κυρίας ασφαλίσεως, υπάγεται ως προς ταύτην εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ. 
 Τα κατά τα ανωτέρω διατηρούμενα και συνεχίζοντα την λειτουργίαν των ειδικά Ταμεία κυρίας ασφαλίσεως εάν υπάγωνται εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, υποχρεούνται πάντας, ανεξαρτήτως προς τα εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενα:
 Τα μεν ασκούντα ασφάλισιν ασθενείας, όπως χορηγούν απο 1ης Ιανουαρίου 1952 τας αυτάς τουλάχιστoν καθ' ύψος, κατηγορίας και έκτασιν παροχάς, προς εκείνας τας οποίας θα χορηγή εκάστοτε το Ι.Κ.Α. δια των κλάδων του ασθενείας και μητρότητος εις χρήμα και εις είδος.
 Τα δε ασκούντα ασφάλισιν συντάξεων όπως χορηγούν απο της αυτής ως άνω ημερομηνίας ως κατώτατα ποσά συντάξεων τα υπο του παρόντος προβλεπόμενα κατώτατα όρια συντάξεων δι' εκάστην κατηγορίαν δικαιουμένων (συνταξιούχοι λόγω γήρατος, ατυχήματος, αναπηρίας και θανάτου), υπολογιζόμενα βάσει του τεκμαρτού ημερομισθίου της 1ης ασφαλιστικής κλάσεως και του ελαχίστου ορίου ημερών εργασίας του απαιτουμένου δια την χορήγησιν της συντάξεως, προσαυξανόμενα δε κατά τας τυχόν προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών, τας καθοριζομένας υπό του παρόντος.
 Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου δεν εφαρμόζονται δια τους υπό των ειδικών ως άνω Ταμείων συνταξιοδοτουμένους αυτοτελώς εργαζομένους, ουδέ δια τους μισθωτούς τους συνταξιοδοτουμένους υπό τούτων εάν οι τελευταίοι ούτοι:
 α) Δεν είχον κατά τον χρόνον της απονομής των συντάξεως συμπληρώσει προκειμένου περί αρρένων το 60όν και προκειμένου περί θηλέων το 55όν έτος της ηλικίας των ή
 β) Δεν πληρούν τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. πρώτον ή
 γ) Δεν πληρούν προκειμένου περί συνταξιούχων λόγω θανάτου τας υπό του άρθρου 28 παρ. 6 οριζομένας προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των ως μελών οικογενείας δικαιουμένων συντάξεως και τας τοιαύτας της παρ. 6 του άρθρου 29.
 Από 1ης Ιανουαρίου 1952 πάντα τα κατά τα ανωτέρω πρόσωπα (ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι διατηρουμένων ειδικών Ταμείων, κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας) δικαιούνται όπως αξιούν παρά των Ειδικών Ταμείων των, εφ' όσον πληρούν τας ανωτέρω οριζομένας προϋποθέσεις, τας ως άνω παροχάς, αίτινες θεωρούνται ως το ελάχιστον όριον της εν τη χώρα εξασφαλιστέας προστασίας παρά των εκ του Υπουργείου Εργασίας εξαρτωμένων Οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως (συντάξεων και ασθενείας). Αι κατά τα ανωτέρω αξιώσεις θεμελιούνται επί των οικείων διατάξεων του παρόντος και των Κανονισμών του Ι.Κ.Α., θεωρουμένων αυτοδικαίως και ως διατάξεων της διεπούσης τα οικεία ειδικά Ταμεία νομοθεσίας.
 Άρνησις χορηγήσεως των ανωτέρω παροχών αποτελεί λόγον υποχρεωτικής παραπομπής του οικείου ειδικού Ταμείου εις την υπό της παρ. 6 του παρόντος προβλεπομένην Επιτροπήν. Απαγορεύεται η δημιουργία επαρκείας των Ειδικών Ταμείων δια την χορήγησιν των ως άνω παροχών δι' αναπροσαρμογής ή αυξήσεως των υπέρ αυτών νενομοθετημένων κοινωνικών πόρων ή αυξήσεως των εισφορών των ησφαλισμένων και εργοδοτών πέραν των υπό του παρόντος νόμου οριζομένων.
 Χρονικαί περίοδοι απασχολήσεως προσώπων υπαγομένων εις την ασφάλισιν ετέρου (πλην του Ι.Κ.Α.) φορέως κυρίας ασφαλίσεως, δι' ας κατεβλήθησαν εις το ΙΚΑ, αι υπό της διεπούσης τούτο γενικής νομοθεσίας προβλεπόμεναι εισφοραί λογίζονται ως χρόνος υποχρεωτικής ασφαλίσεως παρά τω ΙΚΑ, εάν παρήλθε διάστημα δύο τουλάχιστον ετών από του τέλους εκάστης χρονικής περιόδου χωρίς να έχουν επιστραφή αι αχρεωστήτως καταβληθείσαι εισφοραί.

2. Εκ των κατά την προηγουμένην παράγραφον διατηρουμένων Ταμείων κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας, συγχωνεύονται εις το Ι.Κ.Α. κατά την διαδικασίαν του παρόντος άρθρου, τα Ταμεία εκείνα τα οποία λαμβανομένων υπ' όψιν του ύψους των εισφορών των ησφαλισμένων και εργοδοτών, των εκ της περιουσίας προσόδων, του χρόνου λειτουργίας, των προϋποθέσεων απονομής παροχών, του ύψους και της εκτάσεως τούτων και των εξόδων διοικήσεως του υπό κρίσιν Ταμείου αφ' ενός και του Ι.Κ.Α. αφ' ετέρου, δεν δύνανται να παράσχουν κατά την κρίσιν της περί ης η παρ. 6 του παρόντος Επιτροπής, ισοδύναμον τουλάχιστον προς την υπό του Ι.Κ.Α. παρεχομένην ασφαλιστικήν προστασίαν.

3. Το Ταμείον Ανεργίας το συσταθέν δια του Α.Ν. 118/45 διαλύεται, συγχωνευόμενον δυνάμει του παρόντος εις το Ι.Κ.Α., όπερ υπεισέρχεται δια του κλάδου ανεργίας εις το σύνολον των ενεργητικών και παθητικών του περιουσιακών στοιχείων και απαιτήσεων και των πάσης φύσεως υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του, ως καθολικός αυτού διάδοχος.
 Η ασφάλισις των παρ' αυτώ ησφαλισμένων προσώπων δια τον κίνδυνον της ανεργίας συνεχίζεται υπό του Ι.Κ.Α. συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου.
 Η κινητή και ακίνητος περιουσία του ταμείου Ανεργίας περιέρχεται άπασα, δυνάμει του παρόντος, εις τον κλάδον Ανεργίας του Ι.Κ.Α., αι δε υπάρχουσαι υπέρ τούτου μισθώσεις διατηρούνται υπό του Ι.Κ.Α.

4. Η οργάνωσις αντιφυματικής ασφαλίσεως (Ο.Α.Φ.Α.) η συσταθείσα δια του Α.Ν. 19-11-35 διαλύεται, συγχωνευομένη δυνάμει του παρόντος εις το Ι.Κ.Α., όπερ υπεισέρχεται δια του κλάδου παροχών ασθενείας και μητρότητος εις είδος, εις το σύνολον των ενεργητικών και παθητικών της περιουσιακών στοιχείων και απαιτήσεων και των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ως καθολικός αυτής διάδοχος.
 Η ασφάλισις του κινδύνου της φυματιώσεως αναλαμβάνεται υπό του Ι.Κ.Α. συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος.
 Άπασα η κινητή και ακίνητος περιουσία της Ο.Α.Φ.Α. περιέρχεται δυνάμει του παρόντος εις τον κλάδον παροχών ασθενείας και μητρότητος εις είδος, αι δε υπάρχουσαι μισθώσεις διατηρούνται υπέρ του Ι.Κ.Α.

5. Από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου απαγορεύεται η σύστασις νέων Ταμείων κυρίας ασφαλίσεως εκτός μόνον τοιούτων προερχομένων εκ συγχωνεύσεως δύο ή πλειόνων ομοειδών λειτουργίας ήδη Ταμείων. Επιτρέπεται όμως η ίδρυσις Επικουρικών Ταμείων δια την πραγματοποίησιν επί πλέον των υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένων παροχών, εφ' όσον ο αριθμός των ησφαλισμένων των υπερβαίνει τους χιλίους και δεν θίγονται αι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των παρ' αυτοίς ασφαλιζομένων προσώπων έναντι του Ι.Κ.Α. Ως επί πλέον παροχαί θεωρούνται αι είτε κατ' είδος είτε κατά ποσόν ή κατ' αμφότερα επί πλέον των υπό του Ι.Κ.Α. παρεχόμεναι τοιαύται.
 Δια Β. Διατάγματος, εφ' άπαξ εκδοθησομένου, προτάσει του Υπουργού Εργασίας, ορισθήσεται η διαδικασία της κατά τα ανωτέρω συγχωνεύσεως δύο ή πλειόνων ομοειδών Ταμείων Ασφαλίσεως εις ενιαίον ασφαλιστικόν φορέα. Η κατά την υπό του ειρημένου Β. Δ/τος ορισθησομένην διαδικασίαν πραγμάτωσις της συγχωνεύσεως, ενεργείται δι' ειδικών Β.Δ. εκδιδομένων, κατά πάσαν περίπτωσιν συγχωνεύσεως, προτάσει του Υπουργού Εργασίας, εκτός αν μεταξύ των υπό συγχώνευσιν Ταμείων συγκαταλέγονται και Ταμεία υπαγόμενα υπό την εποπτείαν ετέρων υπουργείων, οπότε το ειδικόν Διάταγμα εκδίδεται τη προτάσει και του αρμοδίου Υπουργού.
 Δια των ανωτέρω ειδικών Β. Δ/των καθορίζονται και οι πόροι του ενιαίου Οργανισμού, η τύχη των μη περιερχομένων τυχόν εις τούτον πόρων των συγχωνευομένων Ταμείων, αι προϋποθέσεις απονομής των παροχών, η έκτασις ως και το ύψος τούτων, τα της διοικήσεως αυτού, συνθέσεως των υπηρεσιών του, τα του προσωπικού του εν γένει ως και πάσα ετέρα συναφής λεπτομέρεια.

6. Περί της εν παραγράφω 2 συγχωνεύσεως Ταμείου τινός κυρίας ασφαλίσεως εις το Ι.Κ.Α. αποφασίζει Επιτροπή διοριζομένη υπό του Υπουργού Εργασίας και αποτελουμένη εξ ενός Συμβούλου της Επικρατείας, οριζομένου μεθ' ενός αναπηρωτού του υπό του Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας, ως Προέδρου της Επιτροπής, εκ του καθηγητού της Μαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών μέλους του παρά τω Υπουργείω Εργασίας Συμβουλίου Κοινωνικων Ασφαλίσεων, αναπληρουμένου υπο του εν τω Συμβουλίω τούτω αναπληρωτού του, εκ του Γενικού Διευθυντού του Υπουργείου Εργασίας αναπληρουμένου υπό του νομίμου αναπληρωτού του, εκ του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναπληρουμένου υπό μέλους του Δ.Σ. εκ της τάξεως των ειδικών, εκ του Γενικού Διευθυντού του Ι.Κ.Α. αναπληρουμένου υφ' ενός Διευθυντού του Ι.Κ.Α. και εκ δύο αντιπροσώπων των ησφαλισμένων του υπό συγχώνευσιν Ταμείου, εξ ων ο εις μεν ορίζεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του εν λόγω Ταμείου, ο δε έτερος υπό της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος μετά των αναπληρωτών των. Χρέη Εισηγητού παρά τη Επιτροπή εκτελεί εν εκ των μελών της Επιτροπής οριζόμενον υπό του Προέδρου αυτής. Τον γραμματέα της Επιτροπής ορίζει ο Υπουργός Εργασίας εξ υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή Ασφαλιστικού Οργανισμού. Τα καταβλητέα εις τα μετέχοντα της Επιτροπής πρόσωπα πραγματικά έξοδα κινήσεως, δυνάμενα να ορίζωνται και κατ' αποκοπήν ορίζονται κατά τας διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 48. Εν περιπτώσει αδικαιολογήτου μη προσελεύσεως μέλους τινός της Επιτροπής εις δύο συνεδριάσεις δια μεν τα εξ υπαλλήλων μέλη της Επιτροπής η μη προσέλευσις θεωρείται ως πειθαρχικόν παράπτωμα, δια δε τα λοιπά αποτελεί λόγον αντικαταστάσεων των.
 Εν περιπτώσει μη ορισμού των εν τη Επιτροπή αντιπροσώπων των ησφαλισμένων παρά του Δ.Σ. του οικείου ταμείου και παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. εντος 15θημέρου αφ' ης ζητηθή τούτο διορίζει τούτους ο Υπουργός Εργασίας κατ' οικείαν κρίσιν.
 Η Επιτροπή αποφαίνεται επι συγκεκριμένων ερωτημάτων περί συγχωνεύσεως ωρισμένου Ταμείου κυρίας ασφαλίσεως εις το Ι.Κ.Α., απευθυνομένων εις τον Πρόεδρον αυτής παρά του Υπουργού Εργασίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε τη αιτήσει του Δ.Σ. ωρισμένου Ταμείου ή της Γ.Σ.Ε.Ε. ή της οικείας επαγγελματικής οργανώσεως. Η Επιτροπή προσκαλείται εις συνεδρίασιν παρά του Υπουργού Εργασίας ή του Προέδρου αυτής, ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων 4 τουλάχιστον μελών και εκδίδει ητιολογημένας αποφάσεις δια πλειοψηφίας τεσσάρων τουλάχιστον ψήφων.
 Η Επιτροπή υποχρεούται όπως υποβάλη την επί εκάστου ερωτήματος απόφασιν της εις τον Υπουργόν Εργασίας εντός τριών το πολύ μηνών από της λήψεως του σχετικού ερωτήματος. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής δύναται να ζητή την υποβολην αυτώ παντός στοιχείου όπερ ήθελε κρίνει αναγκαίον δια την μόρφωσιν γνώμης, τόσον παρά των υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας όσον και παρά των υπηρεσιών του υπό κρίσιν Ταμείου και του Ι.Κ.Α., ως και την εκτέλεσιν πάσης σχετιζομένης με το έργον της Επιτροπής μελέτης ή ετέρας εργασίας.
 Εν περιπτώσει καθ' ην η Επιτροπή ήθελεν αποφανθή υπέρ της συγχωνεύσεως του οικείου ταμείου εις το Ι.Κ.Α., εκδίδεται βάσει της αποφάσεως αυτής, εισηγήσει του Υπουργού Εργασίας υποβαλλομένη εις το Υπουργικόν Συμβούλιον εντός μηνός από της ανακοινώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, Β. Διάταγμα, προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, περί συγχωνεύσεως του οικείου Ταμείου εις το Ι.Κ.Α.
 Από της δημοσιεύσεως του Διατάγματος τούτου το υπό κρίσιν Ταμείον διαλύεται συγχωνευόμενον εις το Ι.Κ.Α., όπερ υπεισέρχεται δια του οικείου ή των οικείων του κλάδων εις το σύνολον των ενεργητικών και παθητικών του περιουσιακών στοιχείων και απαιτήσεων, ως και των πάσης φύσεως δικαιωμάτων του και υποχρεώσεων. Τα παρ' αυτώ ησφαλισμένα πρόσωπα συνεχίζουσι την ασφάλισιν παρά τω Ι.Κ.Α., εφαρμοζομένων εφεξής των διατάξεων της διεπούσης το Ι.Κ.Α. νομοθεσίας, υπό τους εν τω παρόντι νόμω ορίζομένους ειδικούς όρους.
 Αι εν τη ασφαλίσει του συγχωνευομένου Ταμείου πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας λογίζονται πάντως ως πραγματοποιηθείσαι εις την ασφάλισιν του Ι.Κ.Α. δια την αποκτησιν των υπό τούτου προβλεπομένων δικαιωμάτων προς παροχάς και εις κλάσεις ορισθησομένας δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α.
 Ο χρόνος της πλασματικής παρά τω συγχωνευομένω Ταμείω συνταξίμου υπηρεσίας των ησφαλισμένων του εφ' όσον ανεγνωρίσθη και εξηγοράσθη κατά τας διατάξεις της διεπούσης αυτό νομοθεσίας, υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως και παρά τω Ι.Κ.Α., υπό τον όρον πάντως ότι δεν ελήφθη υπ' όψιν δια την απονομήν ετέρας συντάξεως παρ' οργανισμού τινός κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου. Δι' ειδικού Κανονισμού καθορισθήσονται τα της εξαγοράς αναγνωρισθείσης αλλά μήπω εξαγορασθείσης εν όλων ή εν μέρει παρά τω συγχωνευομένω Ταμείω συνταξίμου υπηρεσίας.

7. Καθ' απάσας τας περιπτώσεις συγχωνεύσεως ασφαλιστικού τινός Οργανισμού εις το Ι.Κ.Α. κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δύναται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. και κατά τα δια ταύτης ειδικώτερον εκάστοτε οριζόμενα, να διατηρούνται εν λειτουργία εν όλω ή εν μέρει αι υπηρεσίαι του συγχωνευθέντος Ταμείου ή Οργανισμού υπαγόμεναι πάντως υπό την Διοίκησιν του Ι.Κ.Α. Διαρκούσης της μεταβατικής ταύτης περιόδου, ήτις δεν δύναται να υπερβή το εξάμηνον, το προσωπικόν του συγχωνευθέντος Ταμείου ή Οργανισμού εξακολουθεί λαμβάνον παρά του Ι.Κ.Α. τας ας ελάμβανε κατά τον χρόνον της συγχωνεύσεως αποδοχάς μέχρις εκκαθαρίσεως της θέσεως του κατά τα εν άρθρω 55 οριζόμενα.

8. Προκειμένου περί ασφαλιστικών Οργανισμών περιλαμβανόντων και κλάδον προνοίας (εφ' άπαξ παροχαί), η κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου συγχώνευσις αυτών εις το Ι.Κ.Α. δύναται να περιορίζεται εις τους λοιπούς, πλην τούτου, κλάδους ασφαλίσεως. Επί μερικής κατά τ' ανωτέρω συγχωνεύσεως το περί ταύτης Β. Δ/μα καθορίζει, εφ' οσον δεν τηρούνται χωριστοί λ/σμοί, την περιερχομένην εις το Ι.Κ.Α. περιουσίαν και τον αριθμόν και την κατά βαθμούς σύνθεσιν των διατηρουμένων θέσεων. Το Δ.Σ. του ούτω μερικώς συγχωνευομένου Οργανισμού εντάσσει εις τας διατηρουμένας οργανικάς θέσεις ανάλογον εκ του συνολικού προσωπικού του αριθμόν Υπαλλήλων και υπηρετών εντός διμήνου προθεσμίας από της εκδόσεως του περί συγχωνεύσεως Β. Δ/τος, του υπολοίπου προσωπικού του διεπομένου υπό των διατάξεων του παρόντος Νόμου των αφορωσών τα του προσωπικού των συγχωνευομένων εις το Ι.Κ.Α. Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως.

9. Οσάκις εις το συγχωνευόμενον κατά τα ανωτέρω εις το Ι.Κ.Α. Ταμείον ασφαλίζονται εν μέρει και πρόσωπα μη υπαγόμενα εις τας διατάξεις του παρόντος, ταύτα συνεχίζουν την ασφάλισιν των εις τινα ή πλείονας εκ των εν τη χώρα λειτουρούντων Ασφαλιστικών Οργανισμών οριζομένων δια του περί συγχωνεύσεως Διατάγματος, μεταξύ των οργανισμών των καλυπτόντων αναλόγους ή τας μάλλον ομοειδείς κατηγορίας εργαζομένων. Εις τας περιπτώσεις ταύτας δια του Διατάγματος ορίζεται και η κατανομή της περιουσίας του συγχωνευομένου Ταμείου εις το Ι.Κ.Α. και τους ανωτέρω Οργανισμούς, ως και αι αναλογίαι του Προσωπικού του συγχωνευομένου Ταμείου, το οποίον θα δύναται να ενταχθή εις τούτους ή να μεταταχθή εις το Ι.Κ.Α. κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 55 του παρόντος. Τα κατά τ' ανωτέρω πρόσωπα δύνανται αντί της υπαγωγής των εις έτερον Ταμείν να συνεχίσωσιν προαιρετικώς την ασφάλισιν των παρά τω Ι.Κ.Α. κατά τας διατάξεις ειδικού Κανονισμού.

10. Διατάξεις της διεπούσης τα συγχωνευόμενα εις το Ι.Κ.Α. Ταμεία νομοθεσίας, άσχετοι προς την υπό τούτων ασκουμένην ασφάλισιν (επαγγελματικήν κατοχύρωσιν κλπ.), εξακολουθούν ισχύουσαι και μετά την δημοσίευσιν του ειδικού περί συγχωνεύσεως διατάγματος, του Ι.Κ.Α. υπεισερχομένου εις τας αρμοδιότητας του συγχωνευομένου Ταμείου, εκτός αν άλλως ορίζεται εν τω παρόντι νόμω.

11. ....................

Προβολή νόμου στο σύνολό του

Σχετικές αποφάσεις άρθρου

Ειδικά Ταμεία
Up
Close
Close
Κλείσιμο