Δημοσιεύθηκε στις : [ 23-11-1995 ]

ΠΟΛ.1307/23.11.1995 Υποχρέωση γνωστοποίησης του περιεχομένου έγγραφης καταγγελίας για φορολογικές παραβάσεις στον καταγγελλόμενο και χορήγησης σ αυτόν αντιγράφου της σχετικής καταγγελίας

(Υποχρέωση γνωστοποίησης του περιεχομένου έγγραφης καταγγελίας για φορολογικές παραβάσεις στον καταγγελλόμενο και χορήγησης σ αυτόν αντιγράφου της σχετικής καταγγελίας)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 23 Νοεμβρίου 1995
Αρ. Πρωτ. 1078022/5611/0009Α

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΕΠΙΘ/ΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ
Δ/ΝΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ - ΤΜΗΜΑ Α'

ΠΟΛ 1307

ΘΕΜΑ: Υποχρέωση γνωστοποίησης του περιεχομένου έγγραφης καταγγελίας για φορολογικές παραβάσεις στον καταγγελόμενο και χορήγησης σ' αυτόν αντιγράφου της σχετικής καταγγελίας.

1078022/5611/0009Α'/

Σχετικά με το παραπάνω θέμα σας πληροφορούμε ότι η Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με την 482/23.6.95 γνωμοδότησή της έκανε δεκτό, κατά πλειοψηφία, ότι η Διοίκηση υποχρεούται να γνωστοποιεί το περιεχόμενο έγγραφης καταγγελίας στον καταγγελλόμενο και να του χορηγεί αντίγραφο αυτής, εκτός εάν:

α) η γνωστοποίηση μπορεί να δυσχεράνει την έρευνα διοικητικών ή δικαστικών αρχών για τα καταγγελόμενα και

β) η καταγγελία δεν στηρίζει αφ' εαυτής διοικητική πράξη, ή άλλο επίσημοέγγραφο της αρμόδιας αρχής, όπως αναλυτικά εκτίθεται στη γνωμοδότηση και ο καταγγελλόμενος δεν θεμελιώνει συγκεκριμένο έννομο συμφέρον να λάβει γνώση της καταγγελίας.

Τη γνωμοδότηση αυτή, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών, σας κοινοποιούμε κατωτέρω για την εφαρμογή της στις σχετικές περιπτώσεις.
Κάθε άλλη θέση, πάνω στο ίδιο θέμα, παύει να ισχύει.

Αρ. Γνωμ. 482/23.6.1995


Περίληψη Ερωτήματος: Εάν οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών έχουν υποχρέωση να γνωστοποιούν το περιεχόμενο έγγραφης καταγγελίας για φορολογικές παραβάσεις στο καταγγελόμενο και να του χορηγούν αντίγραφο της σχετικής καταγγελίας.

Ι. Με το 1022459/1526/0009Α'/95 έγγραφό της, η Δ/νση Ελέγχων του Υπ. Οικονομικών εκθέτει τα ακόλουθα:

"Με την αριθμ. 759/78 γνωμοδότηση του Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έχει γίνει δεκτό ότι η διοίκηση υποχρεούται στη χορήγηση αντιγράφου καταγγελίας στον καταγγελλόμενο, δεδομένου ότι, πέραν των άλλων, η καταγγελία δεν εμπίπτει στην έννοια του φορολογικού απορρήτου.
Η γνωμοδότηση αυτή έχει γίνει αποδεκτή από τον τότε Υπουργό Οικονομικών, αλλά δεν κοινοποιήθηκε στις Δ.Ο.Υ.
Η ίδια άποψη εκφράζεται και στην αριθ. 835/11.9.84 γνωμοδότηση της Νομικής Δ/νσης Υπουργείου Οικονομικών, η οποία έχει γίνει επίσης αποδεκτή από τον τότε Υπουργό Οικονομικών.
Παρά ταύτα και επειδή οι παραπάνω γνωμοδοτήσεις έχουν εκδοθεί σε χρόνο που δεν είχε συσταθεί στο Υπουργείο Οικονομικών το γραφείο φοροδιαφυγής (συστάθηκε το 1986), η Υπηρεσία μας είχε ανέκαθεν επιφυλάξεις, ως προς τη σκοπιμότητα της χορήγησης αντιγράφων των καταγγελιών ή άλλων σχετικών στοιχείων. Για το λόγο αυτό, μέχρι σήμερα δεν χορηγούνται από την υπηρεσία μας, αντίγραφα καταγγελιών, ούτε καν πληροφορίες στους ενδιαφερόμενους, με το σκεπτικό ότι η τυχόν γνωστοποίηση τέτοιων στοιχείων θα αποτρέψει τους πολίτες από την υποβολή καταγγελιών και παροχή χρήσιμων πληροφοριών στις φορολογικές αρχές, πέραν των κοινωνικών τριβών και διενέξεων που θα προκαλέσει.
Για τις παραπάνω απόψεις και επιφυλάξεις της Υπηρεσίας μας είχε ενημερωθεί σχετικά και είχε συμφωνήσει η προηγούμενη πολιτική ηγεσία του Υπουργείου (Υφυπουργός κ. Γαλενιανός).
Σε αντίθεση όμως με την πρακτική που ακολουθείται από την Υπηρεσία μας, άλλες Υπηρεσίες του Υπουργείου (Δ/νσεις Εισοδήματος και Κεφαλαίου) εφαρμόζουν τις παραπάνω γνωμοδοτήσεις και αντιμετωπίζουν θετικά, αιτήματα ή ερωτήματα χορήγησης αντιγράφων καταγγελιών.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το όλο θέμα δεν αντιμετωπίζεται ενιαία και ομοιόμορφα από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία και ύπαρξη αμφισβητήσεων και ανακολουθιών.
Για τους λόγους αυτούς και επειδή θεωρούμε ότι το όλο θέμα πρέπει να εξετασθεί εξ αρχής στο σύνολό του, υποβάλλουμε το παραπάνω ερώτημα και παρακαλούμε να παραπεμφθεί στην ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για επανεξέταση και έκδοση νέας γνωμοδότησης".
Σημειώνεται ότι εκτός από τις γνωμοδοτήσεις του Ν.Σ.Κ. που μνημονεύονται στο παραπάνω έγγραφο της Δ/νσης Ελέγχων, έχει εκδοθεί και η 591/94 γνωμοδότηση του Δ' Τμήματος με την οποία έγινε δεκτό ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν.1599/1984 η έγγραφη καταγγελία ως στοιχείο του διοικητικού φακέλλου
μπορεί να αποκαλυφθεί και ο ενδιαφερόμενος να λάβει γνώση αυτής. Για το παραπάνω ερώτημα η Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. γνωμοδότησε ως εξής:

ΙΙ. Στο άρθρο 10 του Συντάγματος ορίζεται "1. Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο 2.......3. Η αρμόδια αρχή υποχρεούται ν' απαντά σε αίτηση πληροφοριών, εφόσον αυτό προβλέπεται από το νόμο".
Περαιτέρω στο άρθρο 16 του Ν.1599/1986 "Σχέσεις Κράτους-Πολίτη, καθιέρωση νέου τύπου δελτίου ταυτότητας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 75), με το οποίο ενεργοποιείται η παραπάνω διάταξη του Συντάγματος, ορίζεται: "1. Κάθε πολίτης με τις επιφυλάξεις των διατάξεων της παραγράφου 3, έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων. Ως διοικητικά έγγραφα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού θεωρούνται όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από όργανα του δημοσίου τομέα, ιδίως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιοι, οδηγίες, απαντήσεις της διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις.

2. Το δικαίωμα της παραγράφου 1 ασκείται: α) Με επιτόπια μελέτη, β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή του μπορεί να βλάψει το έγγραφο. Η σχετική δαπάνη αναπαραγωγής βαρύνει τον ενδιαφερόμενο, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στον νόμο.

3. Οι υπηρεσίες του δημοσίου τομέα μπορούν να αρνηθούν την
ικανοποίηση του δικαιώματος της παρ. 1 στις περιπτώσεις: α) που παραβλάπτεται το απόρρητο των συζητήσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και των άλλων Κυβερνητικών οργάνων, το απόρρητο της Εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, της δημόσιας πίστης και του νομίσματος, της ασφάλειας του Κράτους και της δημόσιας τάξης, το ιατρικό, εμπορικό, τραπεζικό ή βιομηχανικό απόρρητο και κάθε άλλο απόρρητο που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις ή β) που μπορεί να δυσχεράνει την έρευνα δικαστικών, αστυνομικών, στρατιωτικών ή διοικητικών αρχών σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης.

4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και του αρμοδίου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζονται και άλλες περιπτώσεις, στις οποίες οι Υπηρεσίες του δημόσιου τομέα μπορούν να αρνηθούν την ικανοποίηση του δικαιώματος της παραγράφου 1.......6. Η άρνηση της γνωστοποίησης διοικητικού εγγράφου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και γνωστοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης...".
Εξάλλου, στην υπ' αριθμ. 0400/30/8.6.1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, της Κυβερνήσεως και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 475) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω παρ. 4 του άρθρου 16 του Ν.1599/86, ορίζεται: "Εκτός από τις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν.1599/1986, οι Υπηρεσίες του
Υπουργείου Οικονομικών μπορούν να αρνούνται στους πολίτες την ικανοποίηση του δικαιώματος για λήψη και των παρακάτω διοικητικών εγγράφων.


Α. ΓΕΝΙΚΑ

α) Υπηρεσιακές Εισηγήσεις και Εκθέσεις Επιτροπών και Ομάδων Εργασίας που αποτελούν προπαρασκευαστικές ενέργειες για φορολογικά θέματα που πρόκειται να ρυθμιστούν νομοθετικά.

β) Εκθέσεις Επιθεωρητών που αναφέρονται στο Ελεγκτικό και βεβαιωτικό έργο των περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και της Υπηρεσίας Ελέγχου Διακίνησης Αγαθών (ΥΠΕΔΑ) και των Παραρτημάτων αυτής, καθώς και την υπηρεσιακή ικανότητα του προσωπικού.

γ) Προτάσεις και εισηγήσεις υπαλλήλων και Υπηρεσιών για τη διοικητική επίλυση παρουσιαζομένων προβλημάτων.

δ) Τα στοιχεία των φακέλλων που τηρούνται από τη Νομική Υπηρεσία για υποθέσεις της αρμοδιότητάς της. Β'


ΕΙΔΙΚΑ:

1. Δ/νση Δημοσίων Κτημάτων ... 2. Δ/νση Διαχείρισης Ανταλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων ... 3. Δ/νσεις Εκκαθάρισης και Εποπτείας Εθνικών Κληροδοτημάτων ....".
Τέλος στο άρθρο 902 του ΑΚ ορίζεται: "Οποιος έχει έννομο συμφέρον ναπληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη ή και αντίγραφο του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου".

ΙΙΙ. Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 16 Ν.1599/1986, καθιερώνεται νομοθετικά η αρχή της φανερής δράσης της Διοίκησης, αφού παρέχεται σε κάθε πολίτη (φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων) το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των "διοικητικών εγγράφων", είτε με επιτόπια μελέτη, είτε με λήψη αντιγράφων, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση και ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος (Γνμ.Συν.Νομ.Συμβ.Διοικ. 897/86, Γνμ.Ολ.Ν.Σ.Κ. 140/90, Α. Τάχου Διοικ. Δίκαιο Σελ. 396, 399, του ίδιου "Η πρόσβαση στα Διοικητικά στοιχεία κατά το Ν.1599/86" Ε.Δ.Δ.Δ. 1990 σελ. 169 επ.). Το πιο πάνω δικαίωμα πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα περιορίζεται (εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων) όταν τα έγγραφα αυτά, αφορούν μια από τις κατηγορίες απορρήτων που προβλέπει η
παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου και η κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 αυτού κοινή υπουργική απόφαση, καθώς και όταν η γνώση του εγγράφου μπορεί να δυσχεράνει την έρευνα δικαστικών, αστυνομικών, στρατιωτικών και διοικητικών αρχών, σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής είναι προσωρινή μέχρι την υποβολή στην
αρμόδια ρχή του πορίσματος της έρευνας. Τέλος, όπως γίνεται δεκτό, ένας πρόσθετος περιορισμός του δικαιώματος γνώσης των διοικητικών εγγράφων, όπως και κάθε άλλου εγγράφου που κατέχει η Διοίκηση, επιβάλλεται από τη γενική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων (Α. Τάχος "Η πρόσβαση στα διοικητικά στοιχεία" ο.π. σελ. 294, Π. Λαζαράτου "Το δικαίωμα προσβάσεως στα διοικητικά στοιχεία" Δ.25 σελ. 1013).
Η άρνηση της Διοίκησης να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο διοικητικό έγγραφο η οποία πρέπει να είναι αιτιολογημένη, αποτελεί, όπως δέχεται πλέον το Σ.τ.Ε. (μετά από διακυμάνσεις στη νομολογία του) εκτελεστή διοικητική πράξη, υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως για παράλειψη οφειλομένης ενέργειας (ΣτΕ 1400/92, 1397/93 Δ.Εφ.Θεσ. 1504/87 Αρμ.1988 σελ. 272, Π. Λαζαράτου ο.π., σελ. 445, Α. Τάχου "Η πρόσβαση στα Διοικητικά στοιχεία" ο.π. σελ. 292).

Ως διοικητικά έγγραφα θεωρούνται κατά το πιο πάνω άρθρο 16 του Ν.1599/1986 "όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από όργανα του δημόσιου τομέα" η παράθεση δε στην παρ. 1 ορισμένων απ' αυτά είναι ενδεικτική. Εξάλλου στην εισηγητική έκθεση του νόμου (αριθ. 13 σελ. 3) αναγράφεται σχετικά ότι "με τον όρο διοικητικό έγγραφο εννοείται όχι μόνο τα έγγραφα με τη στενή έννοια του όρου, αλλά ό,τι υπάρχει μέσα στα αρχεία της διοίκησης". Ως έγγραφα λοιπόν θα πρέπει να θεωρηθούν και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές παραστάσεις, οι φωνοληψίες, τα μηχανογραφημένα στοιχεία, άλλες μηχανικές απεικονίσεις και γενικά ό,τι εμπίπτει στην έννοια του
εγγράφου κατά το άρθρο 444 Κ.Πολ. Δ. και άρθρο 13γ Π.Κ. (ΝΣΚ 58/95, 591/94 Α. Τάχου, Ελληνικό Διοικ. Δίκαιο σελ. 401, Τ. Ρουμελιώτη, η πρόσβαση στα Διοικητικά στοιχεία ΝοΒ 34, σελ. 18).
Και ενώ ως προς την έννοια του εγγράφου δεν ανακύπτουν προβλήματα, δυσχέρειες παρουσιάζει η οριοθέτηση της έννοιας του διοικητικού εγγράφου. Το τυπικό και σταθερό κριτήριο που θέτει ο νόμος, δηλ. η σύνταξη του εγγράφου από όργανο του δημόσιου τομέα, δεν επαρκεί, ενόψει της σαφούς νομοθετικής βούλησης για ακώλυτη
πρόσβαση του πολίτη στα τηρούμενα από τη διοίκηση στοιχεία, όπως άλλωστε διατυπώνεται και στο πιο πάνω απόσπασμα της εισηγητικής έκθεσης ("ό,τι υπάρχει μέσα στα αρχεία της διοίκησης)". Θα πρέπει λοιπόν κατά την αληθή έννοια και στο σκοπό του νόμου να θεωρηθούν ως διοικητικά έγγραφα και τα έγγραφα εκείνα που δεν προέρχονται μεν από όργανα του δημόσιου τομέα, τα οποία όμως χρησιμοποιήθηκαν και ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης διοικητικού οργάνου (AD HOC Ολ.Ν.Σ.Κ. 436/92).

Σε περίπτωση που στα αρχεία της Διοίκησης, υπάρχουν έγγραφα τα οποία δεν έχουν το χαρακτήρα διοικητικών εγγράφων, το δικαίωμα πρόσβασης σ' αυτά δεν θεμελιώνεται στο άρθρο 16 του Ν.1599/86, (Ν.Σ.Κ. 58/95, 31/94), αλλά στα άρθρα 902 και 903 Α.Κ., 450 παρ. 2, 451 και 452 παρ. 3 Κ.Πολ. Δ. και τη γενική αρχή που στηρίζεται σ' αυτά (Ν.Σ.Κ. 1211/84, 969/54, Σ.τ.Ε. 794/86, 2506/82, 2217/63), κατά την οποία οι δημόσιες υπηρεσίες οφείλουν, ύστερα από αίτηση των δικαιουμένων, να χορηγούν σ' αυτούς τα στοιχεία που τους αφορούν και προκύπτουν
από τα αρχεία ή από άλλα έγγραφα που τηρεί η υπηρεσία, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για την επιδίωξη της ικανοποίησης συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος, είτε μέσω της διοικητικής είτε της δικαστικής οδού και δεν αποκλείεται από αντίθετη ρητή διάταξη ή από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ή κατά τη ΝΣΚ 1211/84,
από το συμφέρον της υπηρεσίας προς αποκλειστική εξυπηρέτηση του οποίου συνετάγη το έγγραφο.

IV. Ως προς την έγγραφη καταγγελία ιδιώτη, για φορολογικές παραβάσεις ή φορολογικά αδικήματα και το δικαίωμα γνώσης αυτής, κατά την άποψη της πλειοψηφίας που απαρτίσθηκε από όλους τους παριστάμενους πλην των Νομικών Συμβούλων Χριστόδουλου Φραγκούλη και Χαρίκλειας Παλαιολόγου, θα πρέπει να γίνει δεκτή η ακόλουθη διάκριση:

α) αν η καταγγελία καθ' εαυτή στήριζε διοικητική πράξη της υπηρεσίας (π.χ. περί επιβολής σε βάρος του καταγγελλόμενου των προβλεπόμενων από το νόμο για την καταγγελλόμενη παράβαση κυρώσεων), οπότε η καταγγελία αποτελεί στοιχείο της αιτιολογίας της πράξης αυτής, ή εάν γίνεται αναφορά ή επίκληση της καταγγελίας
σε οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο της υπηρεσίας (π.χ. μηνυτήρια αναφορά του εισαγγελέα), τότε και εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις (μη αρκούσης της απλής πρωτοκολήσεως του εγγράφου της καταγγελίας), θα πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνα και με το σκεπτικό της Ν.Σ.Κ. 436/92, ότι η καταγγελία αυτή καθίσταται διοικητικό έγγραφο κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 16 Ν.1599/1986. Στην περίπτωση αυτή και εν όψει του ότι το έγγραφο της καταγγελίας δεν καλύπτεται από το φορολογικό απόρρητο (ΝΣΚ 759/78) ή τα λοιπά απόρρητα της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν.1599/1986 ή της κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 αυτού κοινής υπουργικής απόφασης, η Διοίκηση οφείλει να επιτρέψει στον καταγγελλόμενο να λάβει γνώση της κατ' αυτού καταγγελίας ή να του χορηγήσει αντίγραφο αυτής, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 16 του Ν.1599/1986 και υπό τον όρο πάντοτε ότι τούτο δεν δυσχεραίνει την τυχόν έρευνα των αρμοδίων αρχών που
πρόκειται να διαταχθεί, ή ήδη διεξάγεται σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης.

β) Αντίθετα αν η καταγγελία αποτελεί απλό έναυσμα για πραγματοποίηση σχετικής έρευνας από τις αρμόδιες υπηρεσίες, η τυχόν δε διαπίστωση της τέλεσης φορολογικών παραβάσεων και η επιβολή των προβλεπομένων κυρώσεων στηρίζεται αποκλειστικά στις έρευνες και τους ελέγχους των αρμοδίων κρατικών οργάνων και
στα πραγματικά περιστατικά που αυτά διαπίστωσαν, τότε η συγκεκριμένη καταγγελία δεν μπορεί να θεωρηθεί διοικητικό έγγραφο και κατά συνέπεια το δικαίωμα πρόσβασης σ' αυτήν δεν ρυθμίζεται από το άρθρο 16 του Ν.1599/1986. Σημειωτέον ότι κατά τη νομολογία που έχει διαμορφωθεί στη Γαλλία σχετικά με το γαλλικό νόμο
του 1978 (Loi Νο 78.753/17.7.1978 λ.ο 18.7.1978, Ρ. 2851), τις ουσιαστικές διατάξεις του οποίου είχε ως πρότυπο ο Ν.1599/86, δεν θεωρούνται διοικητικά έγγραφα οι πληροφορίες που δεν έχουν καταχωρηθεί ή μνημονευθεί σε επίσημο έγγραφο (Α. Τάχου - Λ. Κουτούπα "Η πρόσβαση στα διοικητικά στοιχεία κατά τη Γαλλική νομολογία" Ε.Δ.Δ.Δ. 1990, σελ. 172-173).
Στην περίπτωση λοιπόν αυτού του είδους καταγγελιών επί των οποίων δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 16 του Ν.1599/1986, η Διοίκηση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, έχει υποχρέωση να χορηγεί στους διοικούμενους στοιχεία που προκύπτουν από τα αρχεία της, μόνον εφόσον οι αιτούντες έχουν συγκεκριμένο έννομο συμφέρον και δεν αποκλείεται τούτο από ρητή διάταξη ή από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Κατ' εφαρμογή τούτων και πριν την θέσπιση του Ν.1599/1986, με τις προαναφερθείσες 759/78 (του Α' Τμήματος) και 835/84 (ατομική) γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ, στις οποίες αναφέρεται η ερωτώσα Υπηρεσία, είχε γίνει δεκτό ότι επί εγγράφου καταγγελίας προς δημόσια αρχή, ο καταγγελόμενος νομιμοποιείται να λάβει γνώση αυτής και να ζητήσει αντίγραφό της, ανεξαρτήτως αν το σχετικό έγγραφο χαρακτηρίσθηκε από τον καταγγέλλοντα ως εμπιστευτικό ή απόρρητο.
Καταρχήν είναι αυτονόητο ότι το δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί οπωσδήποτε την προσωρινή άρνηση της Διοίκησης να γνωστοποιήσει την έγγραφη καταγγελία μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας για τα καταγγελλόμενα, αν θεωρεί ότι από την τυχόν γνωστοποίηση θα προκύψει κίνδυνος εξαφανίσεως ή συγκαλύψεως των στοιχείων που αποδεικνύουν τις καταγγελλόμενες πράξεις ή παραλείψεις, αν με άλλα λόγια η γνωστοποίηση είναι δυνατόν να δυσχεράνει, κατά τη διατύπωση του άρθρου 16 Ν.1599/1986, τη σχετική έρευνα των αρμοδίων αρχών επί των καταγγελλομένων.
Περαιτέρω η υποχρέωση της Διοίκησης να αποκαλύψει ή μη στον καταγγελλόμενο έγγραφη καταγγελία που βρίσκεται στα αρχεία της συναρτάται, όπως εκτέθηκε, με τη θεμελίωση εκ μέρους του συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος. Η συνδρομή όμως της προϋπόθεσης αυτής δεν μπορεί να κριθεί γενικά και αφηρημένα, αλλά εξαρτάται από τα εκάστοτε περιστατικά κάθε περίπτωσης που θα πρέπει να εκτιμήσει η Διοίκηση. Ετσι, η αρμόδια υπηρεσία μπορεί να μην επιτρέψει στον καταγγελλόμενο να λάβει γνώση της κατ' αυτού καταγγελίας, επικαλούμενη έλλειψη εννόμου συμφέροντoς, αν διαπιστώθηκαν οι καταγγελθείσες πράξεις ή παραλείψεις μετά από διεξαχθείσα έρευνα κρατικών οργάνων και οι ενέργειες των αρμοδίων αρχών που επακολούθησαν (επιβολή κυρώσεων, παραπομπή στον εισαγγελέα κ.λπ.) στηρίζονται αποκλειστικά στις διαπιστώσεις αυτές, διότι στην περίπτωση αυτή η οποιαδήποτε προσβολή των υλικών συμφερόντων και της ηθικής υποστάσεως του καταγγελλόμενου δεν απορρέει από την καταγγελία, αλλά από διοικητικές πράξεις και ενέργειες, κατά των οποίων μπορεί τούτους να προστατεύσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του με τα οικεία και ειδικώς προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα και βοηθήματα, χωρίς να χρειάζεται να στραφεί και κατά του καταγγέλλοντος. Εν πάση περιπτώσει κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες το αίτημα του καταγγελλόμενου να του γνωστοποιηθεί η σε βάρος του καταγγελία για φορολογικές παραβάσεις ή και φορολογικά ποινικά αδικήματα που διαπιστώθηκαν αρμοδίως και κατά τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, παρίσταται και ως καταχρηστικό, για το πρόσθετο δε αυτό λόγο η Διοίκηση νόμιμα μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίησή του σχετικού αιτήματος. Τούτο ισχύει και με την εκδοχή ότι και το είδος των καταγγελιών για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο αυτή αποτελούν διοικητικά έγγραφα επί των οποίων εφαρμόζεται το άρθρο 16 του Ν.1599/1986, αφού, όπως αναφέρθηκε η κατάχρηση δικαιώματος αποτελεί συνταγματικό όριο και του δικαιώματος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα που καθιερώθηκε με το εν λόγω άρθρο.
Κατά την άποψη της μειοψηφίας που απαρτίσθηκε από τους Νομικούς Συμβούλους Χριστόδουλο Φραγκούλη και Χαρίκλεια Παλαιολόγου, ναι μεν το έγγραφο της καταγγελίας που γίνεται από ένα ιδιώτη προς μία Δ.Ο.Υ. δεν έχει τον χαρακτήρα του διοικητικού εγγράφου που δίνει η παραγρ. 1 του άρθρ. 16 του Ν.1599/1986, πλην όμως από την στιγμή που αυτή η καταγγελία θα εισέλθει στο διοικητικό φάκελλο του φορολογούμενου-διοικούμενου και θα αποτελέσει αφορμή για διοικητική δράση εκ μέρους της διοικήσεως, η καταγγελία αυτή, ως αποτελούσα πλέον περιεχόμενο του διοικητικού φακέλλου, αποκτά τον χαρακτήρα του διοικητικού εγγράφου με την έννοια που προσδιορίζεται από την παραπάνω διάταξη και κατά συνέπεια κατά την άποψη αυτή σύμφωνα και με την συνταγματική αρχή της διαφάνειας στην δράση της δημόσιας διοίκησης που υλοποιείται και με το άρθρο 6 του Ν.1943/1991, η διοίκηση οφείλει με την υποβολή σχετικής προς τούτο αιτήσεως εκ μέρους του καθού η καταγγελία να χορηγήσει αντίγραφο αυτής (καταγγελίας), ανεξαρτήτως της υπ' αυτού επικλήσεως και αποδείξεως ειδικού εννόμου συμφέροντος κατά τα άρθρα 902 και 903 του Α.Κ. και τα άρθρα 450 και 451 Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε είναι κατά πλειοψηφία ότι η Διοίκηση υποχρεούται να γνωστοποιεί το περιεχόμενο έγγραφης καταγγελίας στον καταγγελλόμενο και να του χορηγεί αντίγραφο αυτής εκτός εάν:

α) η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να δυσχεράνει την έρευνα διοικητικών ή δικαστικών αρχών για τα καταγγελόμενα και

β) η καταγγελία δεν στηρίζει αφ' εαυτής διοικητική πράξη ή άλλο επίσημο έγγραφο της αρμοδίας αρχής, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω και ο καταγγελλόμενος δεν θεμελιώνει συγκεκριμένο έννομο συμφέρον να λάβει γνώση της καταγγελίας.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο