Δημοσιεύθηκε στις : [ 07-08-2009 ]

Οδηγία 2006/48/EKτου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 Σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση)

(Σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση))

Κατηγορία: Λοιπά

Οδηγία 2006/48/EKτου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006

σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)


ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη πρόταση,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [1],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [2],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης [3]

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2000 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων [4] έχει τροποποιηθεί σε σημαντική έκταση. Με την ευκαιρία των νέων τροποποιήσεων της εν λόγω οδηγίας, ενδείκνυται για λόγους σαφήνειας η αναδιατύπωσή της.

(2) Είναι αναγκαίο, προς διευκόλυνση της αναλήψεως της δραστηριότητος πιστωτικού ιδρύματος και της ασκήσεώς της, να απαλειφθούν οι πιο ενοχλητικές διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών που δημιουργούν τα περισσότερα εμπόδια ως προς το καθεστώς, στο οποίο υπόκεινται οι δραστηριότητες αυτές.

(3) Η παρούσα οδηγία αποτελεί το κύριο μέσο για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, τόσο όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(4) Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Μαΐου 1999 με τίτλο "Εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: Πρόγραμμα δράσης" [5] ορίζεται αριθμός στόχων που πρέπει να επιτευχθούν για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας στις 23 και 24 Μαρτίου 2000 έθεσε τον στόχο της εφαρμογής του σχεδίου δράσης έως το 2005. Η αναδιατύπωση των διατάξεων περί ιδίων πόρων αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του σχεδίου δράσης.

(5) Τα μέτρα συντονισμού στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει, τόσο για την προστασία της αποταμιεύσεως όσο και για τη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των ιδρυμάτων, να εφαρμοσθούν στο σύνολό τους. Θα πρέπει πάντως να ληφθούν δεόντως υπόψη οι αντικειμενικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των καταστατικών τους και της ιδιαίτερης αποστολής τους όπως προβλέπονται στις εθνικές νομοθεσίες.

(6) Είναι, συνεπώς, απαραίτητο, το πεδίο εφαρμογής των ενεργειών συντονισμού να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο και να περιλαμβάνει όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, των οποίων η δραστηριότης συνίσταται στη συγκέντρωση από το κοινό επιστρεπτέων κεφαλαίων, τόσο υπό μορφή καταθέσεων, όσο και υπό άλλες μορφές, όπως είναι η διαρκής έκδοση ομολόγων και άλλων παρόμοιων τίτλων, καθώς και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό. Θα πρέπει να προβλέπονται εξαιρέσεις για ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία δεν δύναται να εφαρμοσθεί η παρούσα οδηγία. Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να θίγει την εφαρμογή εθνικών νομοθεσιών, όταν αυτές προβλέπουν ειδικές συμπληρωματικές άδειες με τις οποίες επιτρέπεται στα πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν ειδικές δραστηριότητες ή να εκτελούν ορισμένης μορφής εργασίες.

(7) Είναι σκόπιμο να επέλθει μόνον η επί της ουσίας εναρμόνιση που είναι αναγκαία και ικανή για την εξασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου ώστε να καταστεί δυνατή η εφ' άπαξ χορήγηση άδειας λειτουργίας που να ισχύει σε όλη την Κοινότητα και η εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής. Επομένως η απαίτηση ύπαρξης προγράμματος δραστηριότητος δύναται, από την άποψη αυτή, να θεωρηθεί μόνο ως στοιχείο που οδηγεί τις αρμόδιες αρχές να αποφαίνονται βάσει ακριβέστερης ενημερώσεως, με αντικειμενικά κριτήρια. Θα πρέπει πάντως να υπάρχει σχετική ευελιξία ως προς τις απαιτήσεις που αφορούν τη νομική μορφή των πιστωτικών ιδρυμάτων σε σχέση με την προστασία των επωνυμιών.

(8) Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η θέσπιση κανόνων σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και η προληπτική τους εποπτεία, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της προτεινόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(9) Είναι αναγκαίο να είναι ισότιμες οι οικονομικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα για την εξασφάλιση όμοιων εγγυήσεων στους αποταμιευτές καθώς και ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων της αυτής κατηγορίας. Μέχρις επιτεύξεως καλυτέρου συντονισμού, θα πρέπει να καθορίζονται κατάλληλοι διορθωτικοί συντελεστές, που καθιστούν δυνατή, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών, την παρατήρηση, με κοινές μεθόδους, της καταστάσεως συγκρίσιμων κατηγοριών πιστωτικών ιδρυμάτων. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να διευκολύνει την προοδευτική προσέγγιση των συστημάτων συντελεστών που καθορίζονται και εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη. Είναι, πάντως, αναγκαίο να διακρίνονται οι συντελεστές που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της υγιούς διαχειρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων από εκείνους που αποβλέπουν σε σκοπούς οικονομικής και νομισματικής πολιτικής.

(10) Οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και του ελέγχου τον οποίο ασκεί το κράτος μέλος καταγωγής απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να μη χορηγούν ή να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας, εάν στοιχεία, όπως το περιεχόμενο του προγράμματος δραστηριοτήτων, ο τόπος άσκησης των δραστηριοτήτων ή οι πράγματι ασκούμενες δραστηριότητες δείχνουν σαφώς ότι το πιστωτικό ίδρυμα προτίμησε να υπαχθεί στο νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους για να αποφύγει την υπαγωγή της σε αυστηρότερους κανόνες ισχύοντες σε άλλο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου προτίθεται να ασκήσει το μεγαλύτερο τμήμα των δραστηριοτήτων του. Εφόσον δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις περί τούτου και η πλειοψηφία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, του οποίου οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες για να ασκούν την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στο πλαίσιο των άρθρων 125 και 126, η αρμοδιότητα για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση θα πρέπει να τροποποιηθεί, μόνο με τη συναίνεση των προαναφερθεισών αρμόδιων αρχών. Ένα πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα. Ένα πιστωτικό ίδρυμα το οποίο δεν είναι νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έχει κεντρική διοίκηση στο κράτος μέλος στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας. Εξ άλλου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα να έχει την κεντρική του διοίκηση οπωσδήποτε στο κράτος μέλος καταγωγής του και όντως να ασκεί εκεί δραστηριότητα.

(11) Οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να χορηγούν ούτε να διατηρούν σε ισχύ άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, εάν οι στενοί δεσμοί που το συνδέουν με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα είναι ικανοί να παρεμποδίσουν την σωστή άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων. Τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια λειτουργίας οφείλουν επίσης να παρέχουν σχετική εξασφάλιση στις αρμόδιες αρχές.

(12) Στην ορθή εκπλήρωση της αποστολής των ελεγκτικών αρχών στον τομέα της εποπτείας περιλαμβάνεται η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση που θα πρέπει να ασκείται επί πιστωτικού ιδρύματος όταν αυτό το είδος εποπτείας προβλέπεται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Σε αυτή την περίπτωση, οι αρχές από τις οποίες ζητείται η άδεια λειτουργίας θα πρέπει να μπορούν να εξακριβώνουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του πιστωτικού αυτού ιδρύματος.

(13) Η παρούσα οδηγία επιτρέπει στα κράτη και/ή τις αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις σε ατομική και ενοποιημένη βάση και να μην τις εφαρμόζουν σε ατομική βάση όταν το θεωρούν σκόπιμο. Η ατομική εποπτεία, η ενοποιημένη εποπτεία και η διασυνοριακή ενοποιημένη εποπτεία αποτελούν χρήσιμα μέσα επιτήρησης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η οδηγία επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να υποστηρίζουν τα διασυνοριακά ιδρύματα διευκολύνοντας τη μεταξύ τους συνεργασία. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνεχίσουν να κάνουν χρήση των άρθρων 42, 131 και 141 για τον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους και τις αιτήσεις ενημέρωσης.

(14) Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να μπορούν να ασκούν, σε όλη την Κοινότητα, το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος I, μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος ή μέσω παροχής υπηρεσιών.

(15) Για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές τους, τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να ορίσουν κανόνες αυστηρότερους από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 9, παράγραφος 2, και στα άρθρα 12, 19 έως 21, 44 έως 52, 75 και 120 έως 122. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να ζητήσουν να τηρηθεί το άρθρο 123 σε εξατομικευμένη ή άλλη βάση, η δε περιγραφόμενη στο άρθρο 73, παράγραφος 2, υποενοποίηση να εφαρμοσθεί σε άλλα επίπεδα εντός ενός ομίλου.

(16) Θεωρείται σκόπιμο να επεκταθεί το ευεργέτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης στις δραστηριότητες που περιέχονται στον εν λόγω κατάλογο, εφόσον ασκούνται από χρηματοδοτικό ίδρυμα που είναι θυγατρική ενός πιστωτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η θυγατρική συμπεριλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται και η μητρική της επιχείρηση και πληροί αυστηρές προϋποθέσεις.

(17) Το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα, για την άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να επιβάλλει την τήρηση των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από τις εθνικές, νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις του, στα ιδρύματα τα οποία δεν έχουν λάβει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος μέλος καταγωγής ή στις δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό, εφόσον, αφενός, οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, εφόσον αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα ή αυτές οι δραστηριότητες δεν υπόκεινται σε ισοδύναμους κανόνες σύμφωνα με τις νομοθετικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις του κράτους μέλους καταγωγής.

(18) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να μην προσκρούουν σε κανένα εμπόδιο οι δραστηριότητες που υπάγονται στο καθεστώς της αμοιβαίας αναγνώρισης και να μπορούν να ασκούνται με τον ίδιο τρόπο στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον δεν αντίκεινται στις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις γενικού συμφέροντος του κράτους μέλους υποδοχής.

(19) Tο καθεστώς που εφαρμόζεται στα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας θα πρέπει να είναι ανάλογο σ' όλα τα κράτη μέλη. Είναι σημαντικό να προβλεφθεί ότι το καθεστώς αυτό δεν δύναται να είναι ευνοϊκότερο από το καθεστώς των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων των άλλων κρατών μελών. Η Κοινότητα θα πρέπει να μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τρίτες χώρες περί εφαρμογής διατάξεων που παρέχουν στα υποκαταστήματα αυτά την αυτή μεταχείριση εφ' όλης της επικρατείας της. Τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας δεν θα πρέπει να υπάγονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών του άρθρου 49, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ούτε στην ελευθερία εγκαταστάσεως σε κράτη μέλη εκτός εκείνου στο οποίο είναι εγκατεστημένα.

(20) Θα πρέπει να συναφθούν συμφωνίες, σε βάση αμοιβαιότητας, μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών προκειμένου να επιτευχθεί η πραγματική άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση σε ένα όσο το δυνατό ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο.

(21) Η ευθύνη για την εποπτεία της οικονομικής ευρωστίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, και ιδίως της φερεγγυότητάς του, θα πρέπει να εναπόκειται στο κράτος μέλος καταγωγής αυτού του ιδρύματος. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της ρευστότητας των υποκαταστημάτων και των νομισματικών πολιτικών. Η εποπτεία του κινδύνου της αγοράς θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο στενής συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής.

(22) Για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής τραπεζικής αγοράς, απαιτείται, πέρα από τους νομικούς κανόνες, στενή και τακτική συνεργασία καθώς και σημαντικά ενισχυμένη σύγκλιση όσον αφορά τις κανονιστικές και εποπτικές πρακτικές, μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών. Προς τούτο, συγκεκριμένα, η εξέταση των προβλημάτων που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα και η αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών θα πρέπει να πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Τραπεζικών Εποπτικών φορέων που συστάθηκε με την απόφαση 2004/5/EΚ [6] της Επιτροπής. Παρ' όλα αυτά, η διαδικασία αυτή αμοιβαίας ενημέρωσης δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, να αντικαθιστά τη διμερή συνεργασία. Με την επιφύλαξη των δικών της αρμοδιοτήτων ελέγχου, η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει, είτε, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, με δική της πρωτοβουλία, είτε με πρωτοβουλία της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, αν η δραστηριότητα ενός πιστωτικού ιδρύματος στο έδαφός της είναι σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία, τις αρχές της καλής διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και του επαρκούς εσωτερικού ελέγχου.

(23) Θα πρέπει να επιτραπεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και των αρχών ή οργανισμών που, ως εκ των καθηκόντων τους, συμβάλλουν στην ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για να διαφυλαχθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών που διαβιβάζονται, ο κατάλογος των αποδεκτών τους θα πρέπει να παραμένει αυστηρά περιοριστικός.

(24) Ορισμένες πράξεις, όπως απάτες και αδικήματα των προσώπων που είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών, ακόμα και όταν αφορούν επιχειρήσεις άλλες από πιστωτικά ιδρύματα, είναι ικανές να επηρεάσουν τη σταθερότητα και το αδιάβλητο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών σε τέτοιες περιπτώσεις.

(25) Οσάκις προβλέπεται ότι οι πληροφορίες δεν διαβιβάζονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών, οι αρχές αυτές θα πρέπει να μπορούν, αν συντρέχει λόγος, να εξαρτήσουν τη συγκατάθεσή τους από την τήρηση αυστηρών όρων.

(26) Θα πρέπει επίσης να επιτραπεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ, αφενός, των αρμοδίων αρχών και, αφετέρου, των κεντρικών τραπεζών και άλλων οργανισμών με ανάλογη αποστολή, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής, κατά περίπτωση δε, και άλλων δημοσίων αρχών επιφορτισμένων με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών.

(27) Για την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και για την προστασία των πελατών των πιστωτικών ιδρυμάτων, οι ελεγκτές θα πρέπει να ενημερώνουν ταχέως τις αρμόδιες αρχές όταν λάβουν γνώση, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, ορισμένων γεγονότων, τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοπιστωτική κατάσταση ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωση του πιστωτικού ιδρύματος. Για τον ίδιο λόγο, τα κράτη μέλη θα πρέπει, επίσης, να προβλέψουν ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση οσάκις τα γεγονότα αυτά διαπιστώνονται από έναν ελεγκτή κατά την εκπλήρωση της αποστολής του σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με πιστωτικό ίδρυμα. Το καθήκον των ελεγκτών να ανακοινώνουν, κατά περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές, ορισμένα δεδομένα ή αποφάσεις σχετικά με ένα πιστωτικό ίδρυμα, που διαπίστωσαν κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους σε μη πιστωτικό ίδρυμα δεν θα πρέπει να μεταβάλλει αφεαυτής το χαρακτήρα της αποστολής τους στο εν λόγω ίδρυμα, ούτε τον τρόπο με τον οποίο οφείλουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους έναντι του ιδρύματος αυτού.

(28) Η παρούσα οδηγία διευκρινίζει ότι για ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα κριτήρια στα οποία πρέπει να ανταποκρίνονται θα πρέπει να προσδιορίζονται χωρίς να θίγεται η δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόσουν αυστηρότερες διατάξεις.

(29) Ανάλογα με τη φύση των στοιχείων που συνιστούν ίδια κεφάλαια, η παρούσα οδηγία διακρίνει, μεταξύ στοιχείων που συνιστούν βασικά ίδια κεφάλαια, αφενός, και στοιχείων που συνιστούν συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια, αφετέρου.

(30) Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα στοιχεία που συνιστούν συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια δεν είναι της ίδιας φύσεως με τα στοιχεία που συνιστούν βασικά ίδια κεφάλαια, το ύψος των συμπληρωματικών κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 100 % των βασικών ιδίων κεφαλαίων. Επιπλέον, το ύψος των συμπληρωματικών κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 50 % των βασικών ιδίων κεφαλαίων.

(31) Για να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, τα δημόσια πιστωτικά ιδρύματα δεν θα πρέπει να συνυπολογίζουν στα ίδια κεφάλαιά τους τις εγγυήσεις που τους χορηγούν τα κράτη μέλη ή οι τοπικές αρχές.

(32) Οσάκις, στα πλαίσια της εποπτείας, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί η έκταση των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων ομίλου πιστωτικών ιδρυμάτων, ο υπολογισμός αυτός θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(33) Η ακριβής λογιστική μέθοδος που είναι εφαρμοστέα για τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων, την επάρκειά τους σε σχέση με τον κίνδυνο τον οποίο αναλαμβάνει ένα πιστωτικό ίδρυμα και για την αξιολόγηση της συγκέντρωσης των ανοιγμάτων θα πρέπει να λάβει υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και των λοιπών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων [7], στην οποία έχουν ενσωματωθεί ορισμένες προσαρμογές των διατάξεων της έβδομης οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983 για τους ενοποιημένους λογαριασμούς [8] ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων [9], αναλόγως του ποιο από τα δύο διέπει τη λογιστική των πιστωτικών ιδρυμάτων βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

(34) Η θέσπιση ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και στην αμοιβαία αναγνώριση των εποπτικών τεχνικών. Από την άποψη αυτή, οι διατάξεις όσον αφορά τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με άλλα ειδικά μέσα τα οποία επίσης εναρμονίζουν τις θεμελιώδεις τεχνικές εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(35) Προκειμένου να προληφθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να ενισχυθεί το τραπεζικό σύστημα στην εσωτερική αγορά, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κοινές ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

(36) Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής φερεγγυότητα είναι σημαντικό να θεσπιστούν ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που σταθμίζουν στοιχεία του ενεργητικού και στοιχεία εκτός ισολογισμού ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου.

(37) Η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία εξέδωσε εν προκειμένω στις 26 Ιουνίου 2004 συμφωνία-πλαίσιο για τη διεθνή σύγκλιση των διατάξεων περί επάρκειας κεφαλαίου και κεφαλαιακών απαιτήσεων. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι διατάξεις σχετικά με το ελάχιστο ύψος των ιδίων κεφαλαίων της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων [10] αποτελούν ισοδύναμο πλαίσιο με τις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου της Βασιλείας.

(38) Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Κοινότητα παρέχοντας εναλλακτικές λύσεις ως προς τον υπολογισμό των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για πιστωτικό κίνδυνο ενσωματώνοντας διάφορα επίπεδα ευαισθησίας κινδύνου και απαιτώντας διαφορετικά επίπεδα πολυπλοκότητας. Η χρήση εξωτερικών πιστοληπτικών διαβαθμίσεων και εκτιμήσεων των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά τις παραμέτρους πιστωτικού κινδύνου αντιπροσωπεύει σημαντική βελτίωση όσον αφορά την ευαισθησία κινδύνου και την ορθότητα, από άποψη προληπτικής εποπτείας, των κανόνων περί πιστωτικού κινδύνου. Θα πρέπει να παρέχονται τα κατάλληλα κίνητρα στα πιστωτικά ιδρύματα, ούτως ώστε να υιοθετούν μεθόδους μεγαλύτερης ευαισθησίας κινδύνου. Κατά την παραγωγή των εκτιμήσεων που χρειάζονται για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στην παρούσα οδηγία προσεγγίσεων του πιστωτικού κινδύνου, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να προσαρμόζουν τις ανάγκες επεξεργασίας δεδομένων που έχουν στα νόμιμα συμφέροντα προστασίας δεδομένων των πελατών τους, όπως διέπονται από την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων, ενισχύοντας ταυτόχρονα τις διαδικασίες μέτρησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε να καταστήσουν διαθέσιμες μεθόδους προσδιορισμού των εκ του νόμου κεφαλαιακών απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων που να απηχούν την κατάσταση προόδου των διαδικασιών των επί μέρους πιστωτικών ιδρυμάτων. Η επεξεργασία δεδομένων θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες περί μεταβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [11]. Εν προκειμένω, η επεξεργασία δεδομένων σε σχέση με τη δημιουργία και τη διαχείριση ανοιγμάτων έναντι πελατών θα πρέπει να θεωρείται ως συμπεριλαμβάνουσα την ανάπτυξη και προσεπικύρωση των συστημάτων μέτρησης και διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου. Τούτο εξυπηρετεί τόσο την υλοποίηση του νόμιμου συμφέροντος των πιστωτικών ιδρυμάτων όσο και την επίτευξη του στόχου της οδηγίας για εφαρμογή βελτιωμένων μεθόδων μέτρησης και διαχείρισης του κινδύνου, οι οποίες θα αξιοποιούνται μεταξύ άλλων και για τους σκοπούς των εκ του νόμου κεφαλαιακών απαιτήσεων.

(39) Κατά τη χρησιμοποίηση διαβαθμίσεων από εξωτερικές πηγές ή εκτιμήσεων του ίδιου του ιδρύματος, καθώς και εσωτερικών διαβαθμίσεων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι, επί του παρόντος, μόνον οι τελευταίες καταρτίζονται από οντότητα -το χρηματοδοτικό ίδρυμα καθεαυτό- που υπόκειται σε κοινοτική διαδικασία αδειοδότησης. Στην περίπτωση των εξωτερικών διαβαθμίσεων γίνεται χρήση των προϊόντων των θεωρούμενων ως αναγνωρισμένων οργανισμών διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας, οι οποίοι προς το παρόν δεν υπόκεινται στην Κοινότητα σε διαδικασία αδειοδότησης. Λόγω της σημασίας των εξωτερικών διαβαθμίσεων για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, απαιτείται η επανεξέταση της προσήκουσας μελλοντικής διαδικασίας αδειοδότησης και εποπτείας των οργανισμών διαβάθμισης.

(40) Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να είναι αναλογικές προς τους κινδύνους τους οποίους προορίζονται να αντιμετωπίσουν. Συγκεκριμένα, η μείωση των επιπέδων κινδύνου που απορρέει από την ανάληψη ενός μεγάλου αριθμού σχετικά μικρών ανοιγμάτων θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στις απαιτήσεις.

(41) Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την ποικιλομορφία των πιστωτικών ιδρυμάτων από άποψη μεγέθους, κλίμακας εργασιών και εύρους δραστηριοτήτων. Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας σημαίνει επίσης ότι για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής αναγνωρίζονται, ακόμη και στη μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων ("μέθοδος IRB"), οι όσο το δυνατό απλούστερες δυνατές διαδικασίες πιστοληπτικής αξιολόγησης.

(42) Η "εξελικτική φύση" της παρούσας οδηγίας παρέχει στα πιστωτικά ιδρύματα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών προσεγγίσεων διαφορετικής πολυπλοκότητας. Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα, ιδίως στα μικρά πιστωτικά ιδρύματα, να επιλέξουν την πιο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων προσέγγιση IRB, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εφαρμόζουν, κατά περίπτωση, τις διατάξεις του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β). Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε οι κλάσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 86, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), να περιλαμβάνουν όλα τα ανοίγματα και — είτε εμμέσως είτε αμέσως — να αντιμετωπίζονται ισότιμα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Γενικώς, οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να μεροληπτούν υπέρ οιασδήποτε εκ των τριών προσεγγίσεων όσον αφορά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης, δηλαδή τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με βάση τις διατάξεις της τυποποιημένης προσέγγισης δεν θα πρέπει να διέπονται από αυστηρότερη βάση.

(43) Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη αναγνώριση στις τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων σχεδιασμένο να εξασφαλίσει ότι η φερεγγυότητα δεν θα υπονομεύεται από περιττή αναγνώρισή τους. Στο μέτρο του δυνατού θα πρέπει να αναγνωρίζονται στην τυποποιημένη μέθοδο, αλλά και στις άλλες μεθόδους, οι συνήθεις τραπεζικές εξασφαλίσεις για τη μείωση των πιστωτικών κινδύνων.

(44) Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι κίνδυνοι και οι μειώσεις των κινδύνων που απορρέουν από δραστηριότητες τιτλοποίησης και από επενδύσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων αντικατοπτρίζονται κατάλληλα στις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις για πιστωτικά ιδρύματα, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθούν κανόνες που προβλέπουν την βάσει ευαισθησίας κινδύνου και ορθή από άποψη προληπτικής εποπτείας μεταχείριση των εν λόγω δραστηριοτήτων και επενδύσεων.

(45) Ο λειτουργικός κίνδυνος αποτελεί σημαντικό κίνδυνο τον οποίο αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, για τον οποίο απαιτείται κάλυψη με ίδια κεφάλαια. Είναι ουσιώδες να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Κοινότητα παρέχοντας εναλλακτικές λύσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε σχέση με λειτουργικούς κινδύνους που ενσωματώνουν διάφορα επίπεδα ευαισθησίας κινδύνου και απαιτούν διαφορετικούς βαθμούς πολυπλοκότητας. Θα πρέπει να παρέχονται τα κατάλληλα κίνητρα στα πιστωτικά ιδρύματα, ούτως ώστε να υιοθετούν μεθόδους μεγαλύτερης ευαισθησίας κινδύνου. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο κλάδος μέτρησης και διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, οι κανόνες θα πρέπει εξετάζονται και να καθίστανται επίκαιροι καταλλήλως, μεταξύ άλλων, και σε σχέση με τις απαιτήσεις για διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες και την αναγνώριση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου. Ως προς το θέμα αυτό θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο να λαμβάνεται υπόψη, στις απλές μεθόδους υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων ως προς τον λειτουργικό κίνδυνο, η ύπαρξη ασφαλίσεων.

(46) Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής φερεγγυότητα για πιστωτικά ιδρύματα που ανήκουν σε ομίλους επιχειρήσεων, είναι σημαντικό, οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις να διαμορφώνονται με βάση την ενοποιημένη οικονομική κατάσταση του ομίλου. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα κεφάλαια έχουν κατανεμηθεί καταλλήλως εντός του ομίλου και ότι είναι διαθέσιμα για την προστασία των καταθέσεων εφόσον χρειαστεί, οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να ισχύουν για καθένα από τα πιστωτικά ιδρύματα ενός ομίλου, εκτός εάν ο στόχος αυτός δύναται να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλον τρόπο.

(47) Οι ουσιώδεις κανόνες εποπτείας των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να εναρμονισθούν. Είναι σημαντικό να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να θεσπίσουν αυστηρότερες διατάξεις από τις διατάξεις που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

(48) Η επιτήρηση και ο έλεγχος των ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της εποπτείας τους. Συνεπώς, η υπερβολική συγκέντρωση ανοιγμάτων σε ένα μόνο πελάτη ή σε μία μόνο ομάδα συνδεδεμένων πελατών μπορεί να οδηγήσει σε απαράδεκτη πιθανότητα ζημιών. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί επιζήμια για τη φερεγγυότητα ενός πιστωτικού ιδρύματος.

(49) Δεδομένου ότι τα πιστωτικά ιδρύματα ευρίσκονται, εντός της εσωτερικής αγοράς, σε άμεσο ανταγωνισμό, θα πρέπει να υπάρχει αντιστοιχία των υποχρεώσεων σχετικά με την επιτήρηση που ισχύουν στο σύνολο της Κοινότητας.

(50) Καίτοι, για τους σκοπούς του περιορισμού των μεγάλων ανοιγμάτων, είναι σκόπιμο να βασιστεί ο ορισμός των ανοιγμάτων σε εκείνον που ισχύει για τους σκοπούς των ελάχιστων απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια σε σχέση με τον πιστωτικό κίνδυνο, δεν είναι, εντούτοις, σκόπιμο να γίνει αναφορά κατ' αρχήν στις σταθμίσεις ούτε στους βαθμούς κινδύνου που θεσπίζονται από τις εν λόγω διατάξεις. Πράγματι, οι εν λόγω σταθμίσεις και βαθμοί κινδύνου σχεδιάστηκαν προκειμένου να διασφαλιστεί γενικά η φερεγγυότητα για την κάλυψη των πιστωτικών κινδύνων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Προκειμένου να περιοριστεί ο μέγιστος κίνδυνος ζημιών ενός πιστωτικού ιδρύματος από έναν πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για τον προσδιορισμό των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που θα λαμβάνουν υπόψη την ονομαστική αξία του ανοίγματος χωρίς την εφαρμογή σταθμίσεων ή βαθμών κινδύνου.

(51) Μολονότι είναι επιθυμητό, εν αναμονή της περαιτέρω αναθεώρησης των διατάξεων για τα μεγάλα ανοίγματα, να επιτραπεί η αναγνώριση των επιπτώσεων της μείωσης του πιστωτικού κινδύνου κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν που επιτρέπεται για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις προκειμένου να περιοριστούν οι απαιτήσεις υπολογισμού, οι κανόνες σχετικά με τη μείωση του πιστωτικού κινδύνου σχεδιάστηκαν μέσα στο πλαίσιο του γενικότερου διαφοροποιημένου πιστωτικού κινδύνου που προέρχεται από ανοίγματα έναντι ενός μεγάλου αριθμού αντισυμβαλλομένων. Ως εκ τούτου, η αναγνώριση των επιπτώσεων των τεχνικών αυτών στο πλαίσιο της επιβολής ορίων στα μεγάλα ανοίγματα ούτως ώστε να περιοριστεί η μέγιστη ζημία που δύναται να υποστεί ένα πιστωτικό ίδρυμα από έναν μεμονωμένο πελάτη ή μια μεμονωμένη ομάδα συνδεδεμένων πελατών, θα πρέπει να εξαρτάται από την εκπλήρωση κριτηρίων προληπτικής εποπτείας.

(52) Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα αναλαμβάνει χρηματοδοτικό άνοιγμα έναντι της μητρικής του επιχείρησης ή έναντι των άλλων θυγατρικών αυτής της μητρικής επιχείρησης, πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη σύνεση. Η διαχείριση χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που αναλαμβάνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να γίνεται εντελώς αυτόνομα, στο πλαίσιο της τήρησης των αρχών της υγιούς τραπεζικής διαχείρισης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κανένας άλλος παράγοντας. Σε περίπτωση που η επιρροή που ασκείται από τα πρόσωπα τα οποία κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Στον τομέα των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, ενδείκνυται επίσης να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες, περιλαμβανομένων και αυστηρότερων περιορισμών, για τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναλαμβάνονται από ένα πιστωτικό ίδρυμα έναντι επιχειρήσεων του ιδίου ομίλου. Τέτοιοι κανόνες δεν πρέπει, πάντως, να εφαρμόζονται όταν η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή πιστωτικό ίδρυμα, ή όταν οι άλλες θυγατρικές είναι πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα, ή επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, εφόσον όλες αυτές οι επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος σε ενοποιημένη βάση.

(53) Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν εσωτερικά κεφάλαια τα οποία επαρκούν από πλευράς ποσότητας, ποιότητας και κατανομής για τους κινδύνους τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδεχομένως να αναλάβουν. Συνεπώς, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να εφαρμόζουν στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση της επάρκειας των εσωτερικών τους κεφαλαίων.

(54) Οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο της καλής οργάνωσης και της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδεχομένως να αναλάβουν τα πιστωτικά ιδρύματα.

(55) Προς τον σκοπό της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής τραπεζικής αγοράς η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας θα πρέπει να συμβάλλει στην συνεπή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε ολόκληρη την Κοινότητα και να υποβάλλει σε ετήσια βάση έκθεση στα κοινοτικά όργανα σχετικά με την επιτευχθείσα πρόοδο.

(56) Για τον ίδιο λόγο και προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα Κοινοτικά πιστωτικά ιδρύματα που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε περισσότερα κράτη μέλη δεν φέρουν δυσανάλογα βάρη λόγω του ότι οι αρμόδιες αρχές των μεμονωμένων κρατών μελών συνεχίζουν να είναι υπεύθυνες για την άδεια λειτουργίας και την εποπτεία, είναι σημαντικό να δοθεί ώθηση στη συνεργασία μεταξύ αρμοδίων αρχών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του εποπτικού φορέα που είναι αρμόδιος για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση. Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας θα πρέπει να υποστηρίξει και να ενισχύσει τη συνεργασία αυτή.

(57) Η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση στοχεύει στην προστασία των συμφερόντων των καταθετών των πιστωτικών ιδρυμάτων και στην εξασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος.

(58) Η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, προκειμένου να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει συνεπώς να εφαρμόζεται σε όλους τους τραπεζικούς ομίλους, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μητρική επιχείρηση δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα νομικά μέσα για την άσκηση της εν λόγω εποπτείας.

(59) Όσον αφορά τους ομίλους με ποικίλες δραστηριότητες, η μητρική επιχείρηση των οποίων ελέγχει τουλάχιστον μία θυγατρική που είναι πιστωτικό ίδρυμα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμούν τη χρηματοοικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος στο πλαίσιο αυτών των ομίλων. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει τουλάχιστον να διαθέτουν τα μέσα για να λαμβάνουν από όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου τις αναγκαίες προς εκτέλεση της αποστολής τους πληροφορίες. Οι αρμόδιες εποπτικές αρχές των διαφόρων χρηματοπιστωτικών τομέων θα πρέπει να συνεργάζονται όταν πρόκειται για επιχειρηματικούς ομίλους που ασκούν ποικίλες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες. Μέχρις ότου επιτευχθεί συντονισμός, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να καθορίζουν τις κατάλληλες μεθόδους ενοποίησης για να επιτευχθεί ο στόχος της παρούσας οδηγίας.

(60) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αρνηθούν ή να αποσύρουν την άδεια λειτουργίας τραπεζών από ορισμένες μορφές ομίλων επιχειρήσεων τις οποίες θεωρούν ακατάλληλες για την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων, ιδίως επειδή δεν είναι δυνατόν να ασκείται κατά τρόπο ικανοποιητικό η εποπτεία των εν λόγω δραστηριοτήτων. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες προκειμένου να διασφαλιστεί η υγιής και συνετή διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(61) Προκειμένου να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα η εσωτερική τραπεζική αγορά και να υπάρχει επαρκής διαφάνεια για τους πολίτες της Κοινότητας, είναι αναγκαίο οι αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν, και μάλιστα κατά τρόπο που να επιτρέπει αξιόπιστες συγκρίσεις, τον τρόπο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

(62) Προκειμένου να ενισχυθεί η πειθαρχία στην αγορά και να δοθούν στα πιστωτικά ιδρύματα κίνητρα ώστε να βελτιώσουν την στρατηγική τους στην αγορά, τον έλεγχο των κινδύνων και την εσωτερική διαχειριστική τους οργάνωση, θα πρέπει να προβλέπεται η δημοσιοποίηση των κατάλληλων στοιχείων από μέρους τους.

(63) Η εξέταση των προβλημάτων που τίθενται στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία καθώς και από άλλες οδηγίες που αφορούν τις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδιαίτερα με την προοπτική ευρύτερου συντονισμού, απαιτεί την συνεργασία των αρμοδίων αρχών και της Επιτροπής.

(64) Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [12].

(65) Με το από 5ης Φεβρουαρίου 2002 ψήφισμά του σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών [13], το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να διαδραματίζει ισότιμο ρόλο με το Συμβούλιο κατά την εποπτεία του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή ασκεί τις εκτελεστικές της αρμοδιότητες, ώστε να αντανακλώνται οι νομοθετικές εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 251 της Συνθήκης. Με την επίσημη δήλωση στην οποία προέβη την ίδια ημέρα ο Πρόεδρός της ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή υποστήριξε το αίτημα αυτό. Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή πρότεινε τροποποιήσεις στην απόφαση 1999/468/ΕΚ και στη συνέχεια υπέβαλε τροποποιημένη πρόταση στις 22 Απριλίου 2004. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι η εν λόγω πρόταση δεν διασφαλίζει τη διατήρηση των νομοθετικών προνομιών του. Κατά την άποψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αξιολογούν τη μεταβίβαση εκτελεστικών εξουσιών στην Επιτροπή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να περιορισθεί το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα.

(66) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαθέτει τρεις μήνες από την πρώτη διαβίβαση του σχεδίου τροποποιήσεων και των εκτελεστικών μέτρων, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τις εξετάσει και να παράσχει τη γνώμη του. Ωστόσο, σε επείγουσες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, θα πρέπει να είναι δυνατή η συντόμευση της προθεσμίας αυτής. Εάν, εντός της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει ψήφισμα, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τα σχέδια τροποποιήσεων ή μέτρων.

(67) Προκειμένου να αποφευχθεί η αναστάτωση των αγορών και να εξασφαλιστεί συνέχεια ως προς το συνολικό ύψος των ιδίων κεφαλαίων είναι σκόπιμο να προβλεφθούν ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις.

(68) Λαμβάνοντας υπόψη την ευαισθησία κινδύνου των κανόνων σχετικά με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι επιθυμητό να εξετάζεται αν οι εν λόγω κανόνες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον οικονομικό κύκλο. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θα πρέπει να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με τα θέματα αυτά, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(69) Τα μέσα που απαιτούνται για τον έλεγχο των κινδύνων ρευστότητας θα πρέπει να εναρμονιστούν επίσης.

(70) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.

(71) Η υποχρέωση ενσωμάτωσης της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που αντιπροσωπεύουν ουσιώδη μεταβολή σε σχέση με τις προγενέστερες οδηγίες. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που παραμένουν αμετάβλητες απορρέει από τις προγενέστερες οδηγίες.

(72) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο Παράρτημα XIII, Μέρος Β,


ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΤΙΤΛΟΣ Ι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

TITΛΟΣ II ΟΡΟΙ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

TITΛΟΣ III ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Τμήμα 1 Πιστωτικά ιδρύματα

Τμήμα 2 Χρηματοδοτικά ιδρύματα

Τμήμα 3 Άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης

Τμήμα 4 Άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών

Τμήμα 5 Εξουσίες των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής

ΤΙΤΛΟΣ IV ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Τμήμα 1 Γνωστοποίηση σε σχέση με τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών και τους όρους πρόσβασης στις αγορές των χωρών αυτών

Τμήμα 2 Συνεργασία στον τομέα της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση με τις αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών

ΤΙΤΛΟΣ V ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ

Τμήμα 1 Αρμοδιότητες του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής

Τμήμα 2 Ανταλλαγή πληροφοριών και επαγγελματικό απόρρητο

Τμήμα 3 Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών

Τμήμα 4 Επιβολή κυρώσεων και δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ

Τμήμα 1 Ίδια κεφάλαια

Τμήμα 2 Πρόβλεψη για κινδύνους

Υποτμήμα 1 Επίπεδο εφαρμογής

Υποτμήμα 2 Υπολογισμός των απαιτήσεων

Υποτμήμα 3 Ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων

Τμήμα 3 Ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο

Υποτμήμα 1 Τυποποιημένη μέθοδος

Υποτμήμα 2 Μέθοδος των εσωτερικών διαβαθμίσεων

Υποτμήμα 3 Μείωση του πιστωτικού κινδύνου

Υποτμήμα 4 Τιτλοποίηση

Τμήμα 4 Ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο

Τμήμα 5 Μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα

Τμήμα 6 Ειδική συμμετοχή εκτός του πιστωτικού τομέα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Τμήμα 1 Εποπτεία

Τμήμα 2 Δημοσιοποίηση πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ

ΤΙΤΛΟΣ VΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ

ΤΙΤΛΟΣ VIΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IΙ ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΕΚΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΜΕΣΩΝ, ΠΡΑΞΕΩΝ ΕΠΑΝΑΓΟΡΑΣ, ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΔΟΣΙΑΣ Ή ΔΑΝΕΙΟΛΗΨΙΑΣ ΤΙΤΛΩΝ Ή ΒΑΣΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΡΑΞΕΩΝ ΜΕ ΜΑΚΡΑ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ, ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΣΕ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Μέρος 1 Ορισμοί

Μέρος 2 Επιλογή της μεθόδου

Μέρος 3 Μέθοδος βάσει προσφυγής στην αγορά

Μέρος 4 Μέθοδος αρχικού ανοίγματος

Μέρος 5 Τυποποιημένη μέθοδος

Μέρος 6 Μέθοδος του εσωτερικού μοντέλου

Μέρος 7 Συμβατικός συμψηφισμός

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV ΕΙΔΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V ΤΕΧΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

Μέρος 1 Συντελεστές στάθμισης κινδύνου

Μέρος 2 Αναγνώριση των ECAI και κατάταξη των πιστοληπτικών τους αξιολογήσεων

Μέρος 3 Χρησιμοποίηση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των ECAI για τον προσδιορισμό των συντελεστών στάθμισης

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΕΩΝ

Μέρος 1 Σταθμισμένα ποσά και ποσά αναμενόμενης ζημίας

Μέρος 2 Πιθανότητα αθέτησης, ποσοστιαία ζημία σε περίπτωση αθέτησης και ληκτότητα

Μέρος 3 Αξία ανοίγματος

Μέρος 4 Ελάχιστες απαιτήσεις για την εφαρμογή της μεθόδου των εσωτερικών διαβαθμίσεων

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Μέρος 1 Επιλεξιμότητα

Μέρος 2 Ελάχιστες απαιτήσεις

Μέρος 3 Υπολογισμός των αποτελεσμάτων της μείωσης κινδύνου

Μέρος 4 Αναντιστοιχία ληκτότητας

Μέρος 5 Συνδυασμός τεχνικών μείωσης του πιστωτικού κινδύνου στην τυποποιημένη μέθοδο

Μέρος 6 Τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου συνόλου ανοιγμάτων

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ

Μέρος 1 Ορισμοί για τους σκοπούς του Παραρτήματος ΙX

Μέρος 2 Ελάχιστες απαιτήσεις για την αναγνώριση σημαντικής μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου και υπολογισμός των σταθμισμένων ποσών και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για τιτλοποιημένα ανοίγματα

Μέρος 3 Εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας

Μέρος 4 Υπολογισμός

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Μέρος 1 Μέθοδος του βασικού δείκτη

Μέρος 2 Τυποποιημένη μέθοδος

Μέρος 3 Εξελιγμένες μέθοδοι μέτρησης

Μέρος 4 Συνδυασμένη χρήση διαφόρων μεθοδολογιών

Μέρος 5 Ταξινόμηση των ζημιών

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XΙ ΤΕΧΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIΙ ΤΕΧΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Μέρος 1 Γενικά κριτήρια

Μέρος 2 Γενικές υποχρεώσεις

Μέρος 3 Απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χρήση συγκεκριμένων μέσων ή μεθόδων

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII Μέρος A ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ (περί των οποίων το άρθρο 158)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII Μέρος B ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ (περί των οποίων το άρθρο 158)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIV ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ


ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά με την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και με την προληπτική τους εποπτεία.

2. Το άρθρο 39 και ο Τίτλος V, Κεφάλαιο 4, Τμήμα 1,εφαρμόζονται στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και στις μεικτές εταιρείες συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην Κοινότητα.

3. Τα ιδρύματα που εξαιρούνται μόνιμα σύμφωνα με το άρθρο 2, εκτός ωστόσο των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών, αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή του άρθρου 39 και του Τίτλου V, Κεφάλαιο 4, Τμήμα 1.

Άρθρο 2

Η παρούσα οδηγία δεν έχει εφαρμογή ως προς:

- τις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών,

- τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών,

- στο Βέλγιο, το "Institut de Réescompte et de Garantie/Herdiscontering — en Waarborginstituut",

- στη Δανία, το "Dansk Eksportfinansieringsfond", το "Danmarks Skibskreditfond", το "Dansk Landbrugs Realkreditfonds" και το "KommuneKredit",

- στη Γερμανία, την "Kreditanstalt für Wiederaufbau", τους οργανισμούς, οι οποίοι αναγνωρίζονται, στο πλαίσιο του "Wohnungsgemeinnützigkeitsgesetz",ως όργανα της εθνικής πολιτικής στον στεγαστικό τομέα και οι τραπεζικές εργασίες των οποίων δεν συνιστούν την κύρια δραστηριότητα, καθώς και τους οργανισμούς, οι οποίοι, δυνάμει του νόμου αυτού, αναγνωρίζονται ως κοινωφελείς στεγαστικοί οργανισμοί,

- στην Ελλάδα, το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων",

- στην Ισπανία, το "Instituto de Crédito Oficial",

- στη Γαλλία, την "Caisse des dépôts et consignations",

- στην Ιρλανδία, τις "Credit Unions" και τις "Friendly Societies",

- στην Ιταλία, την "Cassa Depositi e Prestiti",

- στη Λετονία, τους "krājaizdevu sabiedrības", επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται βάσει του "krājaizdevu sabiedrību likums" ως συνεταιριστικές επιχειρήσεις που παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μόνον στα μέλη τους,

- στη Λιθουανία, τους "kredito unijos" πέραν της "Centrinė kredito unija",

- στην Ουγγαρία, τη "Magyar Fejlesztési Bank Rt." και τη "Magyar Export-Import Bank Rt.",

- στις Κάτω Χώρες, τη "Nederlandse Investeringsbank voor Ontwikkelingslanden NV", τη "NV Noordelijke Ontwikkelingsmaatschappij", τη "NV Industriebank Limburgs Instituut voor ontwikkeling en financiering", και την "Overijsselse Ontwikkelingsmaatschappij NV",

- στην Αυστρία, τις επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως κοινωφελείς οικοδομικοί συνεταιρισμοί και την "Österreichische Kontrollbank AG",

- στην Πολωνία, τη "Spółdzielcze Kasy Oszczędnościowo — Kreditowe" και την "Bank Gospodarstwa Krajowego",

- στην Πορτογαλία, τις "Caixas Económicas" που υφίστανται από την 1η Ιανουαρίου 1986, με εξαίρεση τις επιχειρήσεις που έχουν τη μορφή ανωνύμων εταιρειών καθώς και την "Caixa Económica Montepio Geral",

- στη Φινλανδία, την "Teollisen yhteistyön rahasto Oy/Fonden för industriellt samarbete AB", και την "Finnvera Oyj/Finnvera Abp",

- στη Σουηδία, τη "Svenska Skeppshypotekskassan",

- στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη "National Savings Bank", την "Commonwealth Development Finance Company Ltd", την "Agricultural Mortgage Corporation Ltd", τη "Scottish Agricultural Securities Corporation Ltd", τους "Crown Agents for overseas governments and administrations", τις "Credit Unions" και τις "Municipal Banks",

Άρθρο 3

1. Ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα που υφίσταντο στο αυτό κράτος μέλος την 15η Δεκεμβρίου 1977 και τα οποία συνδέονταν κατά την ημερομηνία αυτή κατά τρόπο μόνιμο με κεντρικό οργανισμό, ο οποίος τα εποπτεύει και είναι εγκατεστημένος στο αυτό κράτος μέλος, δύνανται να εξαιρεθούν από τις προϋποθέσεις των άρθρων 7 και 11, παράγραφος 1, αν, το αργότερο την 15η Δεκεμβρίου 1979, στο εθνικό δίκαιο προβλεπόταν ότι:

α) οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των ιδρυμάτων που συνδέονται μ' αυτόν αποτελούν αλληλέγγυες υποχρεώσεις ή ότι οι υποχρεώσεις των ιδρυμάτων που συνδέονται μ' αυτό τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού αυτού,

β) η φερεγγυότητα και η ρευστότητα του κεντρικού οργανισμού και όλων των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν υπόκεινται στο σύνολό τους σε εποπτεία βάσει ενοποιημένων λογαριασμών, και

γ) η διοίκηση του κεντρικού οργανισμού έχει τη δυνατότητα να παρέχει οδηγίες στα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν.

Τα πιστωτικά ιδρύματα με τοπική δραστηριότητα πού συνδέθηκαν μόνιμα, μετά τις 15 Δεκεμβρίου 1977, με κεντρικό οργανισμό κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου δύνανται να επωφελούνται από τους όρους του καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο, εάν αποτελούν κανονική επέκταση του δικτύου που εξαρτάται από τον κεντρικό οργανισμό.

Ως προς τα πιστωτικά ιδρύματα εκτός από τα συσταθέντα σε περιοχές που προήλθαν τελευταία από προσχώσεις ή εκείνα που προέρχονται από απόσχιση ή συγχώνευση υφισταμένων ιδρυμάτων που εξαρτώνται από ή υπάγονται σε κεντρικό φορέα, η Επιτροπή δύναται, με τη διαδικασία του άρθρου 151, παράγραφος 2, να καθορίζει συμπληρωματικούς κανόνες για την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, εάν κρίνει ότι η σύνδεση νέων ιδρυμάτων που επωφελούνται από το καθεστώς που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον ανταγωνισμό.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα της παραγράφου 1, πρώτο εδάφιο, μπορούν ομοίως να εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 όπως επίσης και του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήματα 2, 3, 4, 5 και 6, και Κεφάλαιο 3, εφόσον, και με την επιφύλαξη της εφαρμογής των εν λόγω απαιτήσεων στον κεντρικό οργανισμό, το σύνολο που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν υπόκειται στις εν λόγω απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση.

Σε περίπτωση εξαίρεσης, τα άρθρα 16, 23, 24, 25, 26, παράγραφοι 1 έως 3, και τα άρθρα 28 έως 37 εφαρμόζονται στο σύνολο που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν.

Άρθρο 4

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:

(1) "Πιστωτικό ίδρυμα":

α) επιχείρηση η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό, ή

β) ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια της οδηγίας 2000/46/ΕΚ [14].

(2) "Άδεια λειτουργίας": πράξη οποιασδήποτε μορφής, των αρχών, από την οποίαν απορρέει η δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητος του πιστωτικού ιδρύματος.

(3) "Υποκατάστημα": έδρα εκμετάλλευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος, η οποία δεν έχει ίδια νομική προσωπικότητα και η οποία διενεργεί απ' ευθείας, εν όλω ή εν μέρει, πράξεις που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος.

(4) "Αρμόδιες αρχές": οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες, βάσει νόμου ή κανονιστικών διατάξεων, να ελέγχουν τα πιστωτικά ιδρύματα.

(5) "Χρηματοδοτικό ίδρυμα": επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 του καταλόγου του Παραρτήματος I.

(6) "Ιδρύματα": για τους σκοπούς των Τμημάτων 2 και 3 του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, ιδρύματα σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ) της οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

(7) "Κράτος μέλος καταγωγής": το κράτος μέλος όπου έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 9 και 11 έως 14.

(8) "Κράτος μέλος υποδοχής": το κράτος μέλος όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες.

(9) "Έλεγχος": η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης.

(10) "Συμμετοχή": για τους σκοπούς των στοιχείων ιε) και ιστ) του άρθρου 57, των άρθρων 71 έως 73 και του Τίτλου V, Κεφάλαιο 4, η συμμετοχή κατά την έννοια της πρώτης πρότασης του άρθρου 17 της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών [15], ή η άμεση ή έμμεση, κατοχή τουλάχιστον του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης.

(11) "Ειδική συμμετοχή": η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή η άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής.

(12) "Μητρική επιχείρηση":

α) μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή

β) για τους σκοπούς των άρθρων 71 και 73 και του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 5 και Κεφάλαιο 4, θεωρείται μητρική επιχείρηση η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία, κατά τη κρίση των αρμοδίων αρχών, ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης.

(13) "Θυγατρική":

α) θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή

β) για τους σκοπούς των άρθρων 71 και 73 και του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 5 και Κεφάλαιο 4, θεωρείται θυγατρική επιχείρηση η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και κάθε επιχείρηση επί της οποίας η μητρική επιχείρηση ασκεί, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, δεσπόζουσα πράγματι επιρροή.

Κάθε θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.

(14) "Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος": πιστωτικό ίδρυμα το οποίο διαθέτει θυγατρικό πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε τέτοιο ίδρυμα και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα στο ίδιο κράτος μέλος.

(15) "Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος": χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα στο ίδιο κράτος μέλος.

(16) "Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ": μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική άλλου πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.

(17) "Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ": μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος η οποία δεν αποτελεί θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.

(18) "Δημόσιοι φορείς": διοικητικοί μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί υπεύθυνοι έναντι κεντρικών ή περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών ή αρχών που, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, ασκούν τα ίδια καθήκοντα με τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές, ή μη εμπορικές επιχειρήσεις που ανήκουν στις κεντρικές κυβερνήσεις και έχουν ειδικές ρυθμίσεις (εγγυήσεις), ή ανεξάρτητοι φορείς, η λειτουργία των οποίων διέπεται από νόμο και οι οποίοι βρίσκονται υπό δημόσια εποπτεία.

(19) "Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών": χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι θυγατρικές επιχειρήσεις του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα, και το οποίο δεν είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 15, της οδηγίας 2002/87/ΕΚ [16].

(20) "Μεικτή εταιρεία συμμετοχών": μητρική εταιρεία, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 15, της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον πιστωτικό ίδρυμα.

(21) "Επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών": επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, στην διαχείριση υπηρεσιών πληροφορικής, ή σε κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων.

(22) "Λειτουργικός κίνδυνος": ο κίνδυνος ζημιών οφειλόμενων στην ανεπάρκεια ή στην αποτυχία εσωτερικών διαδικασιών, ατόμων και συστημάτων ή σε εξωτερικά γεγονότα και περιλαμβάνει τον νομικό κίνδυνο.

(23) "Κεντρικές τράπεζες": περιλαμβάνουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτός αν ορίζεται άλλως.

(24) "Κίνδυνος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων": ο κίνδυνος ότι ένα εισπρακτέο ποσό θα μειωθεί με πίστωση μετρητών ή άλλου είδους προς τον οφειλέτη.

(25) "Πιθανότητα αθέτησης": η πιθανότητα αθέτησης ενός αντισυμβαλλομένου σε περίοδο ενός έτους.

(26) "Ζημία" για τους σκοπούς του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3: οικονομική ζημία, περιλαμβανομένων σημαντικών μειωτικών επιδράσεων και σημαντικών άμεσων και έμμεσων δαπανών συνδεόμενων με την είσπραξη ποσών στο πλαίσιο ενός μέσου.

(27) "Ζημία σε περίπτωση αθέτησης": ο λόγος της ζημίας από άνοιγμα εξαιτίας της αθέτησης υποχρεώσεων από μέρους ενός αντισυμβαλλομένου προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης.

(28) "Συντελεστής μετατροπής": ο λόγος του μη αναληφθέντος μέρους μιας πιστοδότησης, το οποίο θα έχει αναληφθεί και θα είναι ανεξόφλητο σε περίπτωση αθέτησης, προς το μη αναληφθέν μέρος της πιστοδότησης αυτής γενικότερα, όπου η έκταση της πιστοδότησης καθορίζεται από το εγκεκριμένο όριο, εκτός αν το άνευ εγκρίσεως όριο είναι μεγαλύτερο.

(29) "Αναμενόμενη ζημία" για τους σκοπούς του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3: ο λόγος της αναμενόμενης ζημίας από άνοιγμα εξαιτίας της δυνητικής αθέτησης υποχρεώσεων από μέρους ενός αντισυμβαλλομένου ή της απομείωσης της αξίας εισπρακτέων σε περίοδο ενός έτους προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης.

(30) "Μείωση πιστωτικού κινδύνου": μέθοδος χρησιμοποιούμενη από πιστωτικό ίδρυμα προκειμένου να μειωθεί ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα που εξακολουθεί να διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα.

(31) "Χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία": μέθοδος μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όταν η ελάττωση του πιστωτικού κινδύνου από το άνοιγμα ενός πιστωτικού ιδρύματος απορρέει από το δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος -σε περίπτωση αθέτησης του αντισυμβαλλομένου ή επέλευσης άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών γεγονότων που έχουν σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο- να προβεί στη ρευστοποίηση ή να επιτύχει την μεταβίβαση ή την κατάσχεση ή την παρακράτηση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού ή ποσών, ή στη μείωση του ποσού του ανοίγματος ή στην αντικατάστασή του με το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ύψους του χρηματοδοτικού ανοίγματος και του ύψους μιας απαίτησης κατά του πιστωτικού ιδρύματος.

(32) "Μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία": μέθοδος ελάττωσης του πιστωτικού κινδύνου όταν η μείωση του πιστωτικού κινδύνου από το χρηματοδοτικό άνοιγμα ενός πιστωτικού ιδρύματος απορρέει από τη δέσμευση που αναλαμβάνει τρίτος να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του δανειζομένου ή την επέλευση άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών γεγονότων.

(33) "Πράξη επαναγοράς": πράξη που διέπεται από συμφωνία υπαγόμενη στον ορισμό της συμφωνίας "πώλησης και επαναγοράς" ή "αγοράς και επαναπώλησης" σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ιγ), της οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

(34) "Δανειοδοσία ή δανειοληψία τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων": πράξη υπαγόμενη στον ορισμό της "δανειοδοσίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων και δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων" σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ιδ), της οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

(35) "Μέσο εξομοιούμενο με μετρητά": πιστοποιητικό καταθέσεων ή άλλο παρόμοιο μέσο εκδιδόμενο από το δανειοδοτικό πιστωτικό ίδρυμα.

(36) "Τιτλοποίηση": πράξη ή πρόγραμμα τμηματοποίησης του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με ένα άνοιγμα ή μια δέσμη ανοιγμάτων με τα εξής χαρακτηριστικά:

α) οι πληρωμές στο πλαίσιο της πράξης ή του προγράμματος εξαρτώνται από την απόδοση του ανοίγματος ή της δέσμης ανοιγμάτων, και

β) ο χαρακτηρισμός των τμημάτων τιτλοποίησης ως μειωμένης εξασφάλισης προσδιορίζει την κατανομή των ζημιών κατά τη διάρκεια ζωής της πράξης ή του προγράμματος.

(37) "Παραδοσιακή τιτλοποίηση": τιτλοποίηση που περιλαμβάνει την οικονομική μεταφορά των τιτλοποιούμενων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων σε μια οντότητα ειδικού σκοπού που εκδίδει τους τίτλους. Αυτό επιτυγχάνεται με την μεταβίβαση της κυριότητας των τιτλοποιούμενων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων από το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα ή μέσω μερικής εκχώρησης των απαιτήσεων. Οι εκδιδόμενοι τίτλοι δεν αντιπροσωπεύουν υποχρεώσεις πληρωμών του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος.

(38) "Σύνθετη τιτλοποίηση": τιτλοποίηση κατά την οποία η τμηματοποίηση επιτυγχάνεται με τη χρήση πιστωτικών παράγωγων μέσων ή εγγυήσεων χωρίς τη διαγραφή της δέσμης χρηματοδοτικών ανοιγμάτων από τον ισολογισμό του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος.

(39) "Τμήμα τιτλοποίησης": συμβατικά προσδιοριζόμενο μέρος του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με ένα ή περισσότερα χρηματοδοτικά ανοίγματα, η κατοχή θέσης στο οποίο συνεπάγεται κίνδυνο πιστωτικής ζημίας μεγαλύτερο ή μικρότερο από ισόποση θέση σε άλλο ανάλογο μέρος πιστωτικού κινδύνου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πιστωτική προστασία που παρέχεται άμεσα από τρίτους σε όσους κατέχουν θέσεις στο εν λόγω ή σε άλλα μέρη πιστωτικού κινδύνου.

(40) "Θέση τιτλοποίησης": χρηματοδοτικό άνοιγμα σε τιτλοποίηση.

(41) "Μεταβιβάζουσα οντότητα":

α) οντότητα που, είτε η ίδια είτε μέσω συγγενικών οντοτήτων, άμεσα ή έμμεσα, συμμετείχε στην αρχική συμφωνία με την οποία δημιουργήθηκαν οι υποχρεώσεις ή οι δυνητικές υποχρεώσεις του χρεώστη ή του δυνητικού χρεώστη οι οποίες οδηγούν στο υπό τιτλοποίηση άνοιγμα· ή

β) οντότητα που αγοράζει τα ανοίγματα ενός τρίτου, τα εισαγάγει στον ισολογισμό της και, κατόπιν, τα τιτλοποιεί.

(42) "Ανάδοχος": πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο καταρτίζει και διαχειρίζεται ένα πρόγραμμα εμπορεύσιμων τίτλων εξασφαλισμένων με περιουσιακά στοιχεία ή κάποιο άλλο πρόγραμμα τιτλοποίησης που αγοράζει ανοίγματα από τρίτες οντότητες.

(43) "Πιστωτική ενίσχυση": συμβατική ρύθμιση με την οποία η πιστωτική ποιότητα της θέσης σε μια τιτλοποίηση βελτιώνεται σε σχέση με ό, τι θα ήταν χωρίς την ενίσχυση, περιλαμβανομένης και της ενίσχυσης που παρέχουν ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας τμήματα τιτλοποίησης και άλλα είδη πιστωτικής προστασίας.

(44) "Οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ)": οντότητα, πλην πιστωτικού ιδρύματος, που έχει συσταθεί προκειμένου να αναλάβει μια ή περισσότερες τιτλοποιήσεις, οι δραστηριότητες της οποίας περιορίζονται σε εκείνες που είναι κατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η δομή της οποίας αποσκοπεί στην απομόνωση των υποχρεώσεων της ΟΕΣΤ από εκείνες του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος, και οι κάτοχοι συμφερόντων στην οποία δικαιούνται να ενεχυριάζουν ή να ανταλλάσσουν τα συμφέροντα αυτά χωρίς κανένα περιορισμό.

(45) "Ομάδα συνδεδεμένων πελατών":

α) δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία, πλην αντιθέτου αποδείξεως, αντιπροσωπεύουν έναν ενιαίο κίνδυνο διότι το ένα κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, εξουσία ελέγχου επί του άλλου ή των άλλων, ή

β) δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει δεσμός ελέγχου κατά την έννοια του στοιχείου α), αλλά τα οποία θεωρούνται ως αποτελούντα έναν ενιαίο κίνδυνο διότι συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ώστε να είναι πιθανό ότι, εάν ένα από αυτά αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικά προβλήματα, το άλλο ή όλα τα άλλα θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες εξόφλησης.

(46) "Στενοί δεσμοί": η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με έναν από τους κάτωθι τρόπους:

α) συμμετοχή υπό μορφή κατοχής, άμεσης ή δι' ενός δεσμού ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

β) δεσμό ελέγχου, ή

γ) μια κατάσταση κατά την οποία αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται σταθερά με το αυτό τρίτο πρόσωπο δια δεσμού ελέγχου.

(47) "Αναγνωρισμένα χρηματιστήρια": χρηματιστήρια τα οποία αναγνωρίζονται από τις αρμόδιες αρχές, και τα οποία ανταποκρίνονται στα κάτωθι κριτήρια:

α) λειτουργούν κανονικά,

β) διέπονται από κανόνες που θεσπίζονται ή εγκρίνονται από τις ενδεδειγμένες αρχές της χώρας του χρηματιστηρίου, οι οποίοι ορίζουν τις προϋποθέσεις λειτουργίας του χρηματιστηρίου, τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο χρηματιστήριο, καθώς και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια σύμβαση προτού γίνει αντικείμενο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο, και

γ) έχουν μηχανισμό εκκαθάρισης βάσει του οποίου οι συμβάσεις που απαριθμούνται στο Παράρτημα IV υπόκεινται σε υποχρεωτικά καθημερινά όρια κάλυψης που κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών παρέχουν επαρκή εξασφάλιση.

Άρθρο 5

Τα κράτη μέλη απαγορεύουν σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν, κατ' επάγγελμα, τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό.

Η πρώτη παράγραφος δεν ισχύει για την αποδοχή καταθέσεων ή άλλων κεφαλαίων επιστρεπτέων από ένα κράτος μέλος, από τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές ενός κράτους μέλους ή από δημόσιους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, καθώς και για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά από τις εθνικές ή κοινοτικές νομοθεσίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται σε κανόνες και ελέγχους που αφορούν την προστασία των καταθετών και των επενδυτών και εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΟΡΟΙ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 6

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να έχουν λάβει άδεια λειτουργίας προ της ενάρξεως των δραστηριοτήτων τους. Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 έως 12, καθορίζουν τους όρους χορήγησης της άδειας και τους γνωστοποιούν στην Επιτροπή.

Άρθρο 7

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αίτηση αδείας λειτουργίας πρέπει να συνοδεύεται από πρόγραμμα δραστηριότητος το οποίο θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το είδος των σχεδιαζόμενων πράξεων και την οργανωτική διάρθρωση του πιστωτικού ιδρύματος.

Άρθρο 8

Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προβλέπουν ότι η αίτηση αδείας λειτουργίας εξετάζεται βάσει των οικονομικών αναγκών της αγοράς.

Άρθρο 9

1. Χωρίς να θίγονται οι άλλες γενικές διατάξεις που απαιτούνται από τις εθνικές νομοθεσίες, οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει χωριστά ίδια κεφάλαια ή όταν το αρχικό κεφάλαιο είναι μικρότερο από 5 εκατομμύρια ευρώ.

Το "αρχικό κεφάλαιο" περιλαμβάνει το κεφάλαιο και τα αποθεματικά κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχεία α) και β).

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν τη συνέχιση λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία δεν πληρούν τον όρο για τα χωριστά ίδια κεφάλαια και υφίσταντο την 15η Δεκεμβρίου 1979. Δύναται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις αυτές της τηρήσεως του όρου που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο.

2. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις, να χορηγούν άδεια λειτουργίας σε ειδικές κατηγορίες πιστωτικών ιδρυμάτων, το αρχικό κεφάλαιο των οποίων είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1:

α) το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι μικρότερο από 1 εκατομμύριο ευρώ,

β) τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τους λόγους για τους οποίους κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής, και

γ) στον κατάλογο του άρθρου 14, η επωνυμία του πιστωτικού ιδρύματος ακολουθείται από σημείωση που αναφέρει ότι το εν λόγω ίδρυμα δεν διαθέτει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 10

1. Τα ίδια κεφάλαια ενός πιστωτικού ιδρύματος δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερα από το ποσό του αρχικού κεφαλαίου που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 9 κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που υφίστανται την 1η Ιανουαρίου 1993 και των οποίων τα ίδια κεφάλαια δεν ανέρχονται στα επίπεδα που καθορίζονται για το αρχικό κεφάλαιο από το άρθρο 9 μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Στην περίπτωση αυτή, τα ίδια κεφάλαια δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερα από το ανώτατο ποσό στο οποίο είχαν ανέλθει από την ημερομηνία της 22ας Δεκεμβρίου 1989.

3. Εάν ο έλεγχος ενός πιστωτικού ιδρύματος που υπάγεται στην κατηγορία της παραγράφου 2 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από εκείνο που ήλεγχε προηγουμένως το ίδρυμα, τα ίδια κεφάλαια αυτού του πιστωτικού ιδρύματος πρέπει να ισούνται τουλάχιστον με το αρχικό κεφάλαιο που προβλέπεται στο άρθρο 9.

4. Σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις και εφόσον συναινούν οι αρμόδιες αρχές, εάν συγχωνευθούν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 2 τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερα από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης, εφόσον τα ίδια κεφάλαια δεν έχουν ανέλθει στα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 επίπεδα.

5. Εάν στις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 4 τα ίδια κεφάλαια μειωθούν, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, όταν δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να τάσσουν σύντομη προθεσμία, προκειμένου το πιστωτικό ίδρυμα να επαναφέρει τα κεφάλαιά του στο απαιτούμενο ελάχιστο όριο ή να παύσει τις δραστηριότητές του.

Άρθρο 11

1. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα μόνο με την προϋπόθεση ότι δύο τουλάχιστον πρόσωπα καθορίζουν αποτελεσματικά τον προσανατολισμό της δραστηριότητος του πιστωτικού ιδρύματος.

Δεν παρέχουν την άδεια λειτουργίας, όταν τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους ή επαρκή πείρα για την άσκηση των καθηκόντων αυτών.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν:

α) από τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι νομικά πρόσωπα και έχουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, καταστατική έδρα, να βρίσκεται η κεντρική τους διοίκηση στο ίδιο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική τους έδρα, και

β) από τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα, να βρίσκεται η κεντρική τους διοίκηση στο κράτος μέλος το οποίο χορήγησε την άδεια λειτουργίας τους και στο οποίο ασκούν πράγματι δραστηριότητα.

Άρθρο 12

1. Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας που επιτρέπει την ανάληψη δραστηριότητας, σε πιστωτικό ίδρυμα εκτός εάν τους έχει προηγουμένως γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι κατέχουν άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή καθώς και το ποσοστό αυτής της συμμετοχής.

Για τον προσδιορισμό της ειδικής συμμετοχής στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου του άρθρου 92 της οδηγίας 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών και τις πληροφορίες επί των αξιών αυτών που πρέπει να δημοσιεύονται [17].

2. Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, ενόψει της ανάγκης να εξασφαλισθεί η υγιής και συνετή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων.

3. Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

Περαιτέρω, οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν την άδεια εάν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς, ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των υπόψη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, παρεμποδίζουν την σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα να τους παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν, ώστε να μπορούν οι αρχές να βεβαιώνονται ότι τηρούνται πάντοτε οι όροι που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο.

Άρθρο 13

Κάθε άρνηση χορηγήσεως αδείας λειτουργίας αιτιολογείται και κοινοποιείται στον αιτούντα εντός εξαμήνου από της λήψεως της αιτήσεως ή εάν αυτή δεν είναι πλήρης, εντός εξαμήνου από της διαβιβάσεως υπό του αιτούντος των απαραιτήτων πληροφοριών για την απόφαση. Απόφαση πάντως εκδίδεται εντός 12 μηνών από της λήψεως της αιτήσεως.

Άρθρο 14

Κάθε άδεια λειτουργίας γνωστοποιείται στην Επιτροπή.

Η επωνυμία κάθε πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας εγγράφεται σε κατάλογο. Η Επιτροπή δημοσιεύει τον κατάλογο αυτόν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον τηρεί ενημερωμένο.

Άρθρο 15

1. Η αρμόδια αρχή, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, συμβουλεύεται τις αρμόδιες αρχές του άλλου ενεχόμενου κράτους μέλους, στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν το υπόψη πιστωτικό ίδρυμα αποτελεί θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος,

β) όταν το υπόψη πιστωτικό ίδρυμα αποτελεί θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή

γ) όταν το υπόψη πιστωτικό ίδρυμα ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

2. Η αρμόδια αρχή, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή του ενεχομένου κράτους μέλους η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων επενδύσεων στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν το υπόψη πιστωτικό ίδρυμα είναι θυγατρική ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα,

β) όταν το υπόψη πιστωτικό ίδρυμα είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα, ή

γ) όταν το υπόψη πιστωτικό ίδρυμα ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα.

3. Οι σχετικές αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν αξιολογούν την ποιότητα των μετόχων καθώς και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την ποιότητα των μετόχων και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που είναι σχετική για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας καθώς και για τον έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας.

Άρθρο 16

Τα κράτη μέλη υποδοχής δεν μπορούν να απαιτούν άδεια λειτουργίας και προικώο κεφάλαιο για υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη μέλη. Η εγκατάσταση και η εποπτεία των υποκαταστημάτων αυτών διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 22, 25, 26, παράγραφοι 1 έως 3, και των άρθρων 29 έως 37 και 40.

Άρθρο 17

1. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνον όταν το ίδρυμα:

α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έτους, παραιτείται ρητώς απ' αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών, εκτός εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές, η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει,

β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,

γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,

δ) δεν έχει πλέον επαρκή ίδια κεφάλαια ή δεν παρέχει την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και ιδίως δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί, ή

ε) υπάγεται σε μια από τις λοιπές περιπτώσεις ανακλήσεως που προβλέπονται από τις εθνικές διατάξεις.

2. Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους. Η ανάκληση γνωστοποιείται στην Επιτροπή.

Άρθρο 18

Για τους σκοπούς της άσκησης των δραστηριοτήτων τους, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιούν σε ολόκληρη την επικράτεια της Κοινότητας την ίδια επωνυμία που χρησιμοποιούν στο κράτος μέλος της έδρας τους, ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους μέλους υποδοχής που αφορούν τη χρήση των λέξεων "τράπεζα", "ταμιευτήριο" ή άλλων παρομοίων τραπεζικών επωνυμιών. Σε περίπτωση κινδύνου συγχύσεως, τα κράτη μέλη υποδοχής δύνανται να απαιτούν, για διευκρινιστικούς λόγους, την προσθήκη επεξηγήσεως στην επωνυμία.

Άρθρο 19

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο σκοπεύει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές και να τους κοινοποιεί το ποσό της συμμετοχής αυτής. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως, να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές εάν σκοπεύει να αυξήσει την ειδική συμμετοχή του ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων του κεφαλαίου που κατέχει να φθάσει ή να υπερβεί το 20 %, το 33 % ή το 50 %, ή το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική του.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέγιστη προθεσμία τριών μηνών, από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο, προκειμένου να αντιταχθούν στο εν λόγω σχέδιο εάν, με γνώμονα την ανάγκη να εξασφαλισθεί συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχουν πειστεί για την καταλληλότητα του υπόψη προσώπου. Οι αρμόδιες αρχές, εφόσον δεν αντιταχθούν, μπορούν να ορίσουν μέγιστη προθεσμία για την υλοποίηση του σχεδίου.

2. Εάν το πρόσωπο που σκοπεύει να αγοράσει τις συμμετοχές της παραγράφου 1 είναι πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή μητρική πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο ο αγοραστής σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή καθίσταται θυγατρική του εν λόγω αγοραστή ή περιέρχεται υπό τον έλεγχό του, η αξιολόγηση της εξαγοράς υπόκειται στη διαδικασία της προηγούμενης διαβούλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 15.

Άρθρο 20

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο σκοπεύει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ένα πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές και να τους γνωστοποιεί το ύψος της προτεινόμενης συμμετοχής του.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενημερώνει, ομοίως, τις αρμόδιες αρχές, εφόσον σκοπεύει να μειώσει την ειδική του συμμετοχή έτσι ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 20 %, το 33 % ή το 50 % ή έτσι ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική του.

Άρθρο 21

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα, μόλις πληροφορηθούν, αγορές ή εκχωρήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από ένα από τα κατώτατα όρια του άρθρου 19, παράγραφος 1, και στο άρθρο 20, ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές.

Ομοίως, ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που έχουν ειδικές συμμετοχές καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως, από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων ή από τις πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εταιρείες οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο.

2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, σε περίπτωση που η επιρροή των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 19, παράγραφος 1, είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή ή κατάσταση. Στα εν λόγω μέτρα είναι δυνατό να περιλαμβάνονται διαταγές, κυρώσεις κατά των διευθυνόντων ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδα που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή εταίροι.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που παραβαίνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν προηγουμένως τις αρχές όπως ορίζεται στο άρθρο 19, παράγραφος 1.

Σε περίπτωση που αποκτηθεί συμμετοχή παρά την αντίθεση των αρμοδίων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις που μπορούν να θεσπίσουν, ορίζουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου, είτε την ακυρότητα ή δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.

3. Για τον προσδιορισμό της ειδικής συμμετοχής και των άλλων ποσοστών συμμετοχής που μνημονεύονται στο παρόν άρθρο, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου του άρθρου 92 της οδηγίας 2001/34/ΕΚ.

Άρθρο 22

1. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής απαιτούν από κάθε πιστωτικό ίδρυμα να διαθέτει ένα άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών.

2. Το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί της παραγράφου 1 είναι εκτενή και αναλογικά προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος. Λαμβάνονται υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που θεσπίζονται στο Παράρτημα V.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Τμήμα 1

Πιστωτικά ιδρύματα

Άρθρο 23

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος I μπορούν να ασκούνται στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25, 26, παράγραφοι 1 έως 3, 28, παράγραφοι 1 και 2, και 29 έως 37, τόσο με την εγκατάσταση υποκαταστήματος όσο και με την παροχή υπηρεσιών, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές ενός άλλου κράτους μέλους, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας.

Τμήμα 2

Χρηματοδοτικά ιδρύματα

Άρθρο 24

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος I μπορούν να ασκούνται στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25, 26, παράγραφοι 1 έως 3, 28, παράγραφοι 1 και 2, και 29 έως 37, με την εγκατάσταση υποκαταστήματος ή με την παροχή υπηρεσιών, από κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή θυγατρική ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων του οποίου το καταστατικό επιτρέπει την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων και το οποίο συγκεντρώνει τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α) η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος μέλος στο δίκαιο του οποίου υπάγεται το χρηματοδοτικό ίδρυμα,

β) οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται πράγματι στο ίδιο κράτος μέλος,

γ) η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν το 90 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μεριδίων ή μετοχών του χρηματοδοτικού ιδρύματος,

δ) η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι η διαχείριση του χρηματοδοτικού ιδρύματος ασκείται με σύνεση και, εφόσον συγκατατίθενται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, δηλώνουν ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα, και

ε) το χρηματοδοτικό ίδρυμα περιλαμβάνεται πράγματι, ιδίως ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες, στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται η μητρική του επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές του επιχειρήσεις, σύμφωνα με τον Τίτλο V, Κεφάλαιο 4, Τμήμα 1, ιδίως σε σχέση με τις απαιτήσεις ελάχιστων ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 75 για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και για τον περιορισμό των συμμετοχών που προβλέπεται στα άρθρα 120 έως 122.

Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων αυτών επαληθεύεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, οι οποίες χορηγούν στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 25 και 28.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ασκούν εποπτεία επί του χρηματοδοτικού ιδρύματος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, παράγραφος 1, 19 έως 22, 40, 42 έως 52 και 54.

2. Εάν το χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως περιγράφεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, παύσει να πληροί μια από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, το κράτος μέλος καταγωγής ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, και η δραστηριότητα που ασκεί το χρηματοδοτικό ίδρυμα στο κράτος μέλος υποδοχής υπόκειται πλέον στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις θυγατρικές ενός χρηματοδοτικού ιδρύματος, όπως περιγράφεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1.

Τμήμα 3

ασκηση του δικαιώματος εγκατάστασης

Άρθρο 25

1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα εντός του εδάφους άλλου κράτους μέλους, προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο επιθυμεί την εγκατάσταση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος, να συνοδεύει τη γνωστοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1 με τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα,

β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το είδος των εργασιών τις οποίες σχεδιάζει να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική του δομή,

γ) τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία μπορεί να του ζητούνται τα έγγραφα, και

δ) τα ονόματα των μελλοντικών υπευθύνων για τη διεύθυνση του υποκαταστήματος.

3. Πλην της περιπτώσεως κατά την οποία η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνοντας υπόψη της το εν λόγω σχέδιο δραστηριοτήτων, έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος, η εν λόγω αρχή μέσα σε τρεις μήνες αφότου περιέλθουν εις γνώσιν της οι πληροφορίες της παραγράφου 2, τις ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά το οικείο πιστωτικό ίδρυμα.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ανακοινώνει, επίσης, το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει του άρθρου 75.

Κατά παρέκκλιση του δευτέρου εδαφίου, στην περίπτωση που ορίζεται στο άρθρο 24, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ανακοινώνει επίσης το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και το σύνολο των δυνάμει του άρθρου 75 ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων και ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος που είναι η μητρική του επιχείρηση.

4. Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αρνείται να κοινοποιήσει τις πληροφορίες της παραγράφου 2 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.

Η άρνηση αυτή ή η παράλειψη απάντησης αποτελεί λόγο προσφυγής στη δικαιοσύνη του κράτους μέλους καταγωγής.

Άρθρο 26

1. Πριν το υποκατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή της ανακοίνωσης του άρθρου 25 προκειμένου να οργανώσει την εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το Τμήμα 5 και να γνωστοποιήσει, αν χρειάζεται, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να ασκούνται μέσα στο κράτος υποδοχής.

2. Το υποκατάστημα, μόλις λάβει ανακοίνωση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής ή, σε περίπτωση σιωπής εκ μέρους της, μόλις λήξει η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, μπορεί να εγκατασταθεί και μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του.

3. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με τα στοιχεία β), γ) και δ) του άρθρου 25, παράγραφος 2, το πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιεί, γραπτώς, αυτή τη μεταβολή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής, τουλάχιστον ένα μήνα πριν γίνει η μεταβολή αυτή, ώστε η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να μπορέσει να αποφασίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής να αποφασίσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

4. Τα υποκαταστήματα που έχουν αρχίσει τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, θεωρείται ότι έχουν υπαχθεί στη διαδικασία του άρθρου 25 και στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Από την 1η Ιανουαρίου 1993, τα υποκαταστήματα αυτά διέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και των άρθρων 23 και 43 καθώς και των Τμημάτων 2 και 5.

Άρθρο 27

Περισσότερες της μιας έδρες εκμετάλλευσης που έχει εγκαταστήσει στο ίδιο κράτος μέλος ένα πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ένα μόνο υποκατάστημα.

Τμήμα 4

ασκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών

Άρθρο 28

1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο επιθυμεί να ασκήσει, για πρώτη φορά, τις δραστηριότητές του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκείνες από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος Ι, τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει.

2. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την παραλαβή της.

3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τα δικαιώματα τα οποία έχουν κτηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στα πλαίσια της παροχής υπηρεσιών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.

Τμήμα 5

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής

Άρθρο 29

Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί, για στατιστικούς σκοπούς, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει υποκατάστημα στο έδαφός του, να αποστέλλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής περιοδική έκθεση για τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν στο έδαφός του.

Για την άσκηση των καθηκόντων που του ανατίθεται βάσει του άρθρου 41, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που κατάγονται από άλλα κράτη μέλη, τις ίδιες πληροφορίες με εκείνες που απαιτεί γι' αυτό το σκοπό από τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα.

Άρθρο 30

1. Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαπιστώσουν ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο διαθέτει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός του, δεν τηρεί τις διατάξεις που έχει θεσπίσει το εν λόγω κράτος μέλος κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που απονέμουν αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, οι εν λόγω αρχές απαιτούν από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική αυτή κατάσταση.

2. Εάν το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα δεν πράξει τα απαραίτητα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής λαμβάνουν, το συντομότερο, όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική αυτή κατάσταση. Η φύση αυτών των μέτρων ανακοινώνεται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

3. Εάν, παρά τη λήψη των μέτρων από το κράτος μέλος καταγωγής ή λόγω της ακαταλληλότητάς τους ή επειδή δεν ελήφθησαν μέτρα στο κράτος αυτό, το πιστωτικό ίδρυμα συνεχίζει να παραβιάζει τις διατάξεις της παραγράφου 1, οι οποίες ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής, το εν λόγω κράτος δικαιούται, αφού ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προκειμένου να προληφθούν ή να κατασταλούν νέες παρατυπίες και, εφόσον είναι απαραίτητο, μπορεί να εμποδίσει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε νέες πράξεις στο έδαφός του. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για τη λήψη παρόμοιων μέτρων να μπορούν να κοινοποιηθούν, μέσα στο έδαφός τους, στα πιστωτικά ιδρύματα.

Άρθρο 31

Τα άρθρα 29 και 30 δεν θίγουν την εξουσία του κράτους μέλους υποδοχής να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή των πράξεων που διενεργούνται στο έδαφός του κατά παράβαση των διατάξεων που έχουν θεσπίσει για λόγους γενικότερου συμφέροντος. Αυτό συνεπάγεται τη δυνατότητα να εμποδίζει τα παρατυπούντα πιστωτικά ιδρύματα να προβαίνουν σε νέες πράξεις στο έδαφός του.

Άρθρο 32

Κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 30, παράγραφοι 2 και 3, ή του άρθρου 31 και επιβάλλει κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση παροχής υπηρεσιών, είναι δεόντως αιτιολογημένο και ανακοινώνεται στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα. Καθένα από τα μέτρα αυτά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στη δικαιοσύνη του κράτους μέλους το οποίο έλαβε τα εν λόγω μέτρα.

Άρθρο 33

Προτού ακολουθήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, να λαμβάνουν τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των καταθετών, των επενδυτών ή των άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων άλλων κρατών μελών ενημερώνονται το συντομότερο για τα μέτρα αυτά.

Σ' αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί, αφού ζητήσει τη γνώμη των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, να αποφασίσει ότι το υπόψη κράτος μέλος πρέπει να τροποποιήσει ή να καταργήσει τα μέτρα αυτά.

Άρθρο 34

Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την καταστολή ή την πρόληψη των παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός του, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Αυτό συνεπάγεται τη δυνατότητα να εμποδίζει τα παρατυπούν τα πιστωτικά ιδρύματα να προβαίνουν σε νέες πράξεις στο έδαφός του.

Άρθρο 35

Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνονται και λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εμποδίσουν το παρατυπούν πιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε νέες πράξεις στο έδαφός τους και να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των καταθετών.

Άρθρο 36

Το κράτος μέλος ανακοινώνει στην Επιτροπή τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις σύμφωνα με τα άρθρα 25 και 26, παράγραφοι 1 έως 3, ή των περιπτώσεων στις οποίες ελήφθησαν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 3.

Άρθρο 37

Το παρόν Τμήμα δεν εμποδίζει τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος να διαφημίζουν τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν με όλα τα μέσα επικοινωνίας που υπάρχουν στο κράτος υποδοχής, τηρουμένων των κανόνων που ενδεχομένως διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης και έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Τμήμα Ι

Γνωστοποίηση σε σχέση με τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών και τους όρους πρόσβασης στις αγορές των χωρών αυτών

Άρθρο 38

1. Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν επί των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας, όταν αυτά αναλαμβάνουν και ασκούν τη δραστηριότητά τους, διατάξεις που οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο στο οποίο υπόκεινται τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εντός της Κοινότητας.

2. Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών όλες τις άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων που χορηγούνται στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας.

3. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η Κοινότητα δύναται να συνάπτει συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες και να συμφωνεί την εφαρμογή διατάξεων με τις οποίες παρέχεται, στα υποκαταστήματα ενός πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του εκτός της Κοινότητος, το ίδιο καθεστώς στο σύνολο του εδάφους της Κοινότητας.

Τμήμα 2

Συνεργασία στον τομέα της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση με τις αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών

Άρθρο 39

1. Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο, είτε κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους, είτε με δική της πρωτοβουλία, για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μια ή περισσότερες τρίτες χώρες, με σκοπό τον καθορισμό των τρόπων εφαρμογής της αρχής της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ως προς:

α) τα πιστωτικά ιδρύματα η μητρική επιχείρηση των οποίων εδρεύει σε τρίτη χώρα, ή

β) τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα και η μητρική επιχείρηση των οποίων είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που εδρεύει στην Κοινότητα.

2. Οι συμφωνίες της παραγράφου 1 αποσκοπούν ιδίως στην εξασφάλιση των κάτωθι:

α) αφενός μεν, για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, να μπορούν να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία, σε ενοποιημένη βάση, πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, εγκατεστημένων στην Κοινότητα, που έχει ως θυγατρική πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που βρίσκεται εκτός Κοινότητας, ή κατέχει συμμετοχή σε τέτοια ιδρύματα, και

β) αφετέρου δε, για τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, να μπορούν να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία μητρικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στο έδαφός τους και έχουν ως θυγατρική πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, ή κατέχουν συμμετοχή σε τέτοια ιδρύματα.

3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 300, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης, η Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, εξετάζει τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 και την κατάσταση που προκύπτει από αυτές.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αρχεσ Τησ Προληπτικησ Εποπτειασ

Τμήμα 1

Αρμοδιότητες του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής

Άρθρο 40

1. Την προληπτική εποπτεία επί των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία καλύπτει και τις βάσει των άρθρων 23 και 24 δραστηριότητές τους, ασκούν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που απονέμουν αρμοδιότητα στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 41

Μέχρις ότου υπάρξει μεταγενέστερος συντονισμός, το κράτος μέλος υποδοχής, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εξακολουθεί να έχει την ευθύνη της εποπτείας της ρευστότητας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Με την επιφύλαξη των μέτρων που απαιτούνται για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, το κράτος μέλος υποδοχής διατηρεί όλη την ευθύνη των μέτρων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής του.

Τα μέτρα αυτά δεν επιτρέπεται να προβλέπουν άνιση ή περιοριστική μεταχείριση, λόγω του γεγονότος ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 42

Για την εποπτεία της δραστηριότητος των πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν, ιδίως μέσω υποκαταστήματος, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, εκτός του Κράτους στο οποίο έχουν την έδρα τους, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών συνεργάζονται στενά. Ανακοινώνουν ή μία στην άλλη όλες τις πληροφορίες, που σχετίζονται με τη διεύθυνση, τη διαχείριση και την ιδιοκτησία των πιστωτικών αυτών ιδρυμάτων, που δύνανται να διευκολύνουν την εποπτεία τους και την εξέταση των όρων εγκρίσεώς τους, καθώς και όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν τον έλεγχο αυτών των ιδρυμάτων, ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση των καταθέσεων, τον περιορισμό των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.

Άρθρο 43

1. Τα κράτη μέλη υποδοχής προβλέπουν ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά του μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν, οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένου προς τούτο προσώπου, στην επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 42.

2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, μπορούν επίσης να προσφεύγουν, για τον έλεγχο των υποκαταστημάτων, σε μια από τις άλλες διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 141.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν θίγουν το δικαίωμα των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής να προβαίνουν στον επιτόπιο έλεγχο των εγκατεστημένων στο έδαφός τους υποκαταστημάτων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων, οι οποίες τους απονέμονται βάσει της παρούσας οδηγίας.

Τμήμα 2

Ανταλλαγή πληροφοριών και επαγγελματικό απόρρητο

Άρθρο 44

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμοδίων αρχών καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου.

Καμία από τις εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώση τους κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων δεν επιτρέπεται να γνωστοποιείται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Εντούτοις, οσάκις πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή του οποίου διατάχθηκε αναγκαστική εκκαθάριση με δικαστική απόφαση, όσες εμπιστευτικές πληροφορίες δεν αφορούν τους τρίτους που αναμείχθηκαν στις προσπάθειες διάσωσής του, επιτρέπεται να ανακοινωθούν στα πλαίσια διαδικασιών του αστικού ή του εμπορικού δικαίου.

2. Η παράγραφος 1 δεν κωλύει τις αρμόδιες αρχές διαφόρων κρατών μελών να ανταλλάσσουν πληροφορίες κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, όπως και στις άλλες οδηγίες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτές οι πληροφορίες εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο της παραγράφου 1.

Άρθρο 45

Η αρμόδια αρχή η οποία δέχεται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 44, μπορεί να τις χρησιμοποιεί μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων της και μόνον για τους κάτωθι σκοπούς:

α) για την εξέταση των όρων πρόσβασης στη δραστηριότητα πιστωτικού ιδρύματος και για τη διευκόλυνση του ελέγχου, σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, ιδίως όσον αφορά την εποπτεία της ρευστότητας, της φερεγγυότητας, των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων καθώς και τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου,

β) για την επιβολή κυρώσεων,

γ) στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής εναντίον απόφασης της αρμόδιας αρχής,

δ) στο πλαίσιο δικαστικών προσφυγών που έχουν κινηθεί δυνάμει του άρθρου 55 ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία καθώς και από άλλες οδηγίες που θεσπίζονται στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 46

Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας, που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών όπως ορίζονται στα άρθρα 47 και 48, παράγραφος 1, μόνο αν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 44, παράγραφος 1. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.

Εάν συγκεκριμένη πληροφορία προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, μπορεί να κοινοποιηθεί μόνο μετά από ρητή έγκριση των αρμοδίων αρχών που τη διαβίβασαν και, όπου αυτό ισχύει, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους δόθηκε η έγκριση αυτή.

Άρθρο 47

Τα άρθρα 44, παράγραφος 1, και 45 δεν εμποδίζουν τη μεταξύ αρμοδίων αρχών ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ιδίου κράτους μέλους, εφόσον υπάρχουν περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές, ή μεταξύ διαφορετικών κρατών μελών, μεταξύ αρμοδίων αρχών και των κάτωθι:

α) των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών εταιρειών καθώς και των αρχών που έχουν την ευθύνη της εποπτείας των χρηματοδοτικών αγορών,

β) των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση των πιστωτικών ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες, και

γ) των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον εκ του νόμου έλεγχο των λογαριασμών του πιστωτικού ιδρύματος και των άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων,

για την εκπλήρωση της εποπτικής τους αποστολής.

Τα άρθρα 44, παράγραφος 1, και 45 δεν εμποδίζουν τη διαβίβαση, σε οργανισμούς αρμόδιους για τη διαχείριση συστημάτων εγγύησης καταθέσεων, πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι λαμβανόμενες από αυτές τις αρχές, οργανισμούς και πρόσωπα πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απόρρητου του άρθρου 44, παράγραφος 1.

Άρθρο 48

1. Παρά τις διατάξεις των άρθρων 44 και 46, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και των κάτωθι:

α) των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των οργάνων τα οποία συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση των πιστωτικών ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες, και

β) των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη απαιτούν να πληρούνται τουλάχιστον οι εξής προϋποθέσεις:

α) οι πληροφορίες πρέπει να προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής του πρώτου εδαφίου,

β) οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο όπως ορίζει το άρθρο 44, παράγραφος 1, και

γ) όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν διαβιβάζονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών από τις οποίες προέρχονται οι εν λόγω πληροφορίες, και, στην περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών που μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

2. Παρά τις διατάξεις των άρθρων 44 έως 46, τα κράτη μέλη, προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και των αρχών ή των οργάνων που είναι εκ του νόμου αρμόδια για τον εντοπισμό των παραβάσεων του δικαίου των εταιρειών και για την διερεύνηση των παραβάσεων αυτών.

Στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη απαιτούν να πληρούνται τουλάχιστον οι εξής προϋποθέσεις:

α) οι πληροφορίες προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο,

β) οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο όπως ορίζει το άρθρο 44, παράγραφος 1, και

γ) όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν διαβιβάζονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών από τις οποίες προέρχονται οι εν λόγω πληροφορίες, και, στην περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Εάν, σε ένα κράτος μέλος, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προβαίνουν στον εντοπισμό ή την διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, η βάσει του πρώτου εδαφίου δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο.

Για την εφαρμογή του τρίτου εδαφίου, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ανακοινώνουν στις δημόσιες αρχές, από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες, την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία θα διαβιβασθούν οι εν λόγω πληροφορίες.

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 49

Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους, πληροφορίες προς τους εξής φορείς:

α) στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής, και

β) ενδεχομένως, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής.

Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει τις εν λόγω αρχές ή οργανισμούς να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 45.

Οι πληροφορίες που λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που ορίζει το άρθρο 44, παράγραφος 1.

Άρθρο 50

Παρά τις διατάξεις των άρθρων 44, παράγραφος 1, και 45, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν, νομοθετικώς, τη γνωστοποίηση ορισμένων πληροφοριών σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, των υπηρεσιών επενδύσεων και των ασφαλιστικών εταιρειών καθώς και στους επιθεωρητές τους εντεταλμένους από τις εν λόγω υπηρεσίες.

Αυτές οι γνωστοποιήσεις πληροφοριών επιτρέπονται όμως μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο για λόγους προληπτικού ελέγχου.

Άρθρο 51

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει των άρθρων 44, παράγραφος 2, και 47, καθώς και οι πληροφορίες που αποκτώνται κατά τους επιτόπιους ελέγχους του άρθρου 43, παράγραφοι 1 και 2, δεν επιτρέπεται να αποτελούν αντικείμενο των γνωστοποιήσεων που προβλέπει το άρθρο 50, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που ανακοίνωσε τις πληροφορίες ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος.

Άρθρο 52

Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να ανακοινώνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 44 έως 46, σε οίκο διακανονισμού και εκκαθάρισης ή άλλο παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σε αγορά του κράτους μέλους, εάν θεωρούν την ανακοίνωση αυτή αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των οργανισμών αυτών σε σχέση με αθετήσεις, έστω και δυνητικές, παρεμβαινόντων στην αγορά αυτή. Οι πληροφορίες οι λαμβανόμενες στο πλαίσιο αυτό καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο όπως ορίζει το άρθρο 44, παράγραφος 1.

Εντούτοις, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι βάσει του άρθρου 44, παράγραφος 2, λαμβανόμενες πληροφορίες να μην ανακοινώνονται, στην περίπτωση που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, χωρίς την ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών από τις οποίες προήλθαν οι πληροφορίες.

Τμήμα 3

Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών

Άρθρο 53

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ [18] το οποίο ασκεί σε πιστωτικό ίδρυμα την αποστολή που περιγράφεται στο άρθρο 51 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ, στο άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή στο άρθρο 31 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ [19] ή κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στις αρμόδιες αρχές κάθε απόφαση ή γεγονός που αφορά το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, των οποίων έλαβε γνώση κατά την άσκηση της αποστολής αυτής, και η οποία ή το οποίο είναι δυνατόν:

α) να αποτελέσει ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων οι οποίες θεσπίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν, ειδικά, την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων,

β) να θίξει τη συνέχεια της εκμετάλλευσης του πιστωτικού ιδρύματος, ή

γ) να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή σε διατύπωση των επιφυλάξεων·

Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι η ίδια υποχρέωση ισχύει για το αυτό πρόσωπο όσον αφορά τα γεγονότα ή τις αποφάσεις των οποίων έλαβε γνώση στο πλαίσιο αποστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η οποία εκπληρούται σε μια επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από δεσμό ελέγχου με το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο το πρόσωπο αυτό εκπληρώνει την εν λόγω αποστολή.

2. Η καλή τη πίστη κοινολόγηση στις αρμόδιες αρχές, γεγονότων ή αποφάσεων της παραγράφου 1, από πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού κοινολόγησης πληροφοριών που επιβάλλεται συμβατικώς ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη και δεν συνεπάγεται κανενός είδους ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά.

Τμήμα 4

Επιβολή κυρώσεων και δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη

Άρθρο 54

Με την επιφύλαξη των διαδικασιών ανάκλησης των αδειών λειτουργίας και των διατάξεων του ποινικού δικαίου, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις ή να λαμβάνουν μέτρα κατά πιστωτικών ιδρυμάτων ή εκείνων που στην πραγματικότητα ελέγχουν τις δραστηριότητες πιστωτικών ιδρυμάτων, σε περίπτωση παράβασης νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικών με την εποπτεία ή την άσκηση της δραστηριότητας με σκοπό να παύσουν οι παραβάσεις που διαπιστώνονται ή να εκλείψουν τα αίτια που τις προκάλεσαν.

Άρθρο 55

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κατά των αποφάσεων των λαμβανομένων για τα πιστωτικά ιδρύματα κατ' εφαρμογή νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, δύναται να ασκηθεί δικαστική προσφυγή. Το αυτό ισχύει σε περίπτωση, που δεν θα λαμβάνουν απόφαση εντός εξαμήνου από της καταθέσεως αιτήσεως εγκρίσεως, η οποία περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις ισχύουσες διατάξεις στοιχεία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Τεχνικα Μεσα Προληπτικησ Εποπτειασ

Τμήμα 1

Ιδια κεφάλαια

Άρθρο 56

Όταν ένα κράτος μέλος θεσπίζει με νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική πράξη κατ' εφαρμογήν της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει την προληπτική εποπτεία (prudential supervision) που πρέπει να ασκείται επί των ενεργών πιστωτικών ιδρυμάτων, μια διάταξη που χρησιμοποιεί τον όρο ίδια κεφάλαια ή αναφέρεται στην έννοια αυτή, μεριμνά ώστε ο εν λόγω όρος ή η έννοια να ανταποκρίνεται στον ορισμό που δίνεται στα άρθρα 57 έως 61 και στα άρθρα 63 έως 66.

Άρθρο 57

Υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 66, τα μη ενοποιημένα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελούνται από τα στοιχεία που παρατίθενται κατωτέρω:

α) Το κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, εφόσον έχει καταβληθεί, στο οποίο προστίθεται η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιον, εξαιρουμένων όμως των σωρευτικών προνομιούχων μετοχών.

β) Τα αποθεματικά κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ και τα αποτελέσματα του προηγούμενου έτους που μεταφέρονται μέσω της διάθεσης του τελικού αποτελέσματος.

γ) Τα κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους κατά την έννοια του άρθρου 38 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.

δ) Τα αποθεματικά αναπροσαρμογής κατά την έννοια του άρθρου 33 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ.

ε) Τις διαφορές προσαρμογής αξίας κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.

στ) Τα άλλα στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 63.

ζ) Τις αναλήψεις υποχρεώσεων των μελών των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί υπό μορφή συνεταιριστικής εταιρείας και τις αλληλέγγυες υποχρεώσεις των πιστούχων από ορισμένα ιδρύματα οργανωμένα υπό μορφή ταμείων, τα οποία αναφέρει το άρθρο 64, παράγραφος 1· και

η) Τις σωρευτικές προνομιούχες μετοχές καθορισμένης διάρκειας καθώς και τα ληφθέντα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, τα οποία αναφέρει το άρθρο 64, παράγραφος 3.

Αφαιρούνται τα κατωτέρω στοιχεία, όπως ορίζεται στο άρθρο 66:

θ) Η λογιστική αξία των ιδίων μετοχών τις οποίες κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα.

ι) Άυλα στοιχεία του ενεργητικού, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 9, "ενεργητικό", της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.

ια) Τα σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα της τρέχουσας χρήσης.

ιβ) Οι συμμετοχές σε άλλα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν το 10 % του κεφαλαίου αυτών των ιδρυμάτων.

ιγ) Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα μέσα του άρθρου 63 και του άρθρου 64, παράγραφος 3, τα οποία κατέχει πιστωτικό ίδρυμα επί πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εφόσον η συμμετοχή του υπερβαίνει το 10 % του κεφαλαίου σε κάθε περίπτωση.

ιδ) Οι συμμετοχές σε άλλα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα μέχρι ποσοστού 10 % του κεφαλαίου τους, καθώς και οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα μέσα του άρθρου 63 και του άρθρου 64, παράγραφος 3, τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα επί πιστωτικών και χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, εκτός εκείνων που αναφέρονται στα στοιχεία ιβ) και ιγ), για το ποσό του συνόλου αυτών των συμμετοχών, απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης και μέσων το οποίο υπερβαίνει το 10 % των ιδίων κεφαλαίων του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, υπολογιζόμενων πριν από την αφαίρεση των στοιχείων των στοιχείων ιβ) έως ιστ).

ιε) Οι συμμετοχές κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 10, τις οποίες κατέχει ένα πιστωτικό ίδρυμα σε:

i) ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ [20], του άρθρου 4 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ [21] ή του άρθρου 1, στοιχείο β) της οδηγίας 98/78/ΕΚ [22],

ii) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ) της οδηγίας 98/78/ΕΚ, ή

iii) ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/ΕΚ.

ιστ) Κάθε ένα από τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα σε σχέση με τις οντότητες που αναφέρονται στο στοιχείο ιε) στις οποίες κατέχει συμμετοχή:

i) τα μέσα του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 73/239/EΟΚ, και

ii) τα μέσα του άρθρου 27, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/83/EΚ.

ιζ) Για πιστωτικά ιδρύματα που υπολογίζουν σταθμισμένα χρηματοδοτικά ανοίγματα βάσει του Τμήματος 3, Υποτμήμα 2, τα αρνητικά ποσά που υπολογίζονται βάσει του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφος 36 και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας που υπολογίζονται βάσει του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφοι 32 και 33· και

ιη) Το ποσό του ανοίγματος σε θέσεις τιτλοποίησης που σταθμίζονται με συντελεστή στάθμισης 1250 % βάσει του Παραρτήματος ΙΧ, Μέρος 4 και υπολογίζονται βάσει της μεθόδου που αναπτύσσεται σε αυτό.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν το συνυπολογισμό των προσωρινών κερδών, προτού ληφθεί επίσημα η σχετική απόφαση, μόνο εάν τα κέρδη αυτά έχουν ελεγχθεί από πρόσωπα αρμόδια για τον έλεγχο των λογαριασμών και εάν οι αρμόδιες αρχές λάβουν ικανοποιητικές αποδείξεις ότι το ύψος τους έχει εκτιμηθεί σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 86/635/ΕΟΚ και είναι καθαρό από κάθε προβλέψιμη επιβάρυνση και πρόβλεψη για μερίσματα.

Στην περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί την μεταβιβάζουσα οντότητα μιας τιτλοποίησης, τα καθαρά κέρδη από την κεφαλαιοποίηση μελλοντικών εσόδων από τα τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού, τα οποία ενισχύουν πιστωτικά θέσεις στην τιτλοποίηση αποκλείονται από το στοιχείο που ορίζεται στο στοιχείο β).

Άρθρο 58

Όταν κατέχεται προσωρινά συμμετοχή σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, με σκοπό τη χρηματοδοτική συνδρομή για ανασυγκρότηση και διάσωση της εν λόγω οντότητας, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εγκρίνουν παρεκκλίσεις από τις προβλεπόμενες στα στοιχεία ιβ) έως ιστ) του άρθρου 57 διατάξεις για την αφαίρεση ποσών.

Άρθρο 59

Ως εναλλακτική λύση στην αφαίρεση των μνημονευομένων στα στοιχεία ιε) και ιστ) του άρθρου 57 στοιχείων, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματά τους να εφαρμόζουν, τηρουμένων των αναλογιών, τις μεθόδους 1, 2 ή 3 του Παραρτήματος I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ. Η μέθοδος 1 ("λογιστική ενοποίηση") μπορεί να εφαρμόζεται μόνον εφόσον η αρμόδια αρχή είναι πεπεισμένη για το ενιαίο της διαχείρισης και του εσωτερικού ελέγχου όσον αφορά τις οντότητες που θα συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης. Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται με τρόπο διαχρονικά σταθερό.

Άρθρο 60

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση, τα πιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, Τμήμα 1 ή σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ, δεν είναι απαραίτητο να αφαιρούν τις μνημονευόμενες στα στοιχεία ιβ) έως ιστ) του άρθρου 57 συμμετοχές τους σε πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποιημένης ή της συμπληρωματικής εποπτείας.

Η διάταξη αυτή ισχύει για το σύνολο των κανόνων προληπτικής εποπτείας που έχουν εναρμονισθεί με κοινοτικές πράξεις.

Άρθρο 61

Η έννοια των ιδίων κεφαλαίων, όπως ορίζεται στα στοιχεία α) έως η) του άρθρου 57, περιλαμβάνει έναν μέγιστο αριθμό στοιχείων και ποσών. Η χρησιμοποίηση αυτών των στοιχείων και ο καθορισμός κατώτερων ορίων, καθώς και η αφαίρεση άλλων στοιχείων εκτός από εκείνα που απαριθμούνται στα στοιχεία θ) έως ιγ) του άρθρου 57, επαφίενται στην εκτίμηση των κρατών μελών.

Τα στοιχεία που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, στοιχεία α) έως ε) του άρθρου 57, είναι πλήρως και παραχρήμα διαθέσιμα από το πιστωτικό ίδρυμα προς κάλυψη των κινδύνων ή των ζημιών, κατά τη στιγμή της επέλευσής τους. Το ποσόν τους είναι απαλλαγμένο από κάθε φορολογική επιβάρυνση που είναι δυνατόν να προβλεφθεί κατά το χρόνο του υπολογισμού του, ή να προσαρμόζεται καταλλήλως στο μέτρο που η επιβάρυνση αυτή μειώνει το ποσό μέχρι το οποίο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών.

Άρθρο 62

Τα κράτη μέλη δύνανται να υποβάλλουν εκθέσεις στην Επιτροπή για την πρόοδο που επιτεύχθηκε όσον αφορά τη σύγκλιση απόψεων ως προς έναν κοινό ορισμό των ιδίων κεφαλαίων. Βάσει των εκθέσεων αυτών η Επιτροπή, εφόσον κριθεί σκόπιμο, θα υποβάλει το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2009, πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την τροποποίηση του παρόντος Τμήματος.

Άρθρο 63

1. Η έννοια των ιδίων κεφαλαίων την οποία χρησιμοποιεί ένα κράτος μέλος μπορεί να περιέχει άλλα στοιχεία εφόσον, ανεξάρτητα από τη νομική ή λογιστική ονομασία τους, έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) βρίσκονται στην ελεύθερη διάθεση του πιστωτικού ιδρύματος για την κάλυψη των συνήθων τραπεζικών κινδύνων, όταν η έκταση των ζημιών ή των μειώσεων αξίας δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί,

β) η ύπαρξή τους εμφαίνεται στις εσωτερικές λογιστικές εγγραφές, και

γ) το ποσό τους καθορίζεται από τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος, επαληθεύεται από ανεξάρτητους ελεγκτές, γνωστοποιείται στις αρμόδιες αρχές και τελεί υπό την εποπτεία των αρχών αυτών.

2. Οι τίτλοι μη καθορισμένης διάρκειας και άλλα μέσα μπορούν επίσης να θεωρηθούν άλλα στοιχεία, εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) δεν μπορούν να εξοφληθούν με πρωτοβουλία του κομιστή ή χωρίς προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής,

β) η σύμβαση έκδοσης προβλέπει ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει τη δυνατότητα να αναβάλει την πληρωμή των τόκων του δανείου,

γ) οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι του πιστωτικού ιδρύματος κατατάσσονται στο σύνολό τους μετά τις απαιτήσεις πλήρους εξασφάλισης όλων των άλλων πιστωτών,

δ) τα έγγραφα στα οποία βασίζεται η έκδοση των τίτλων προβλέπουν ότι το χρέος και οι μη καταβληθέντες τόκοι δύνανται να διατεθούν για την απόσβεση ζημιών, ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τη δραστηριότητά του, και

ε) λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί.

Στους ανωτέρω τίτλους και άλλα μέσα μπορούν να προστεθούν οι σωρευτικές προνομιούχες μετοχές, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 57, στοιχείο η).

3. Για τα πιστωτικά ιδρύματα που υπολογίζουν σταθμισμένα ανοίγματα βάσει του Τμήματος 3, Υποτμήμα 2, τα θετικά ποσά που προκύπτουν βάσει του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφος 36, μπορούν μέχρι το 0,6 % των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που υπολογίζονται βάσει του Υποτμήματος 2, να γίνονται δεκτά ως άλλα στοιχεία. Για τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα, οι προσαρμογές αξίας και οι προβλέψεις που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό που αναφέρεται στο Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφος 36, καθώς και οι προσαρμογές αξίας και οι προβλέψεις για ανοίγματα που αναφέρονται στο στοιχείο ε) του άρθρου 57 δεν περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια παρά μόνον σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Προς τούτο, τα σταθμισμένα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν τα ποσά που υπολογίζονται για θέσεις τιτλοποίησης που λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 1250 %.

Άρθρο 64

1. Οι αναλήψεις υποχρεώσεων των μελών των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία έχουν συσταθεί υπό μορφή συνεταιριστικών εταιρειών, που αναφέρει το άρθρο 57, στοιχείο ζ), αποτελούνται από το κεφάλαιο που δεν έχουν κληθεί να καταβάλουν τα μέλη αυτών των εταιρειών καθώς και από τις νομίμως ανειλημμένες υποχρεώσεις των μελών των εν λόγω εταιρειών να πραγματοποιούν, σε περίπτωση που αυτό το πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί ζημία, συμπληρωματικές καταβολές που δεν πρόκειται να τους αποδοθούν. Στην περίπτωση αυτή, η καταβολή των εν λόγω ποσών θα πρέπει να είναι αμέσως απαιτητή.

Με τα ανωτέρω στοιχεία εξομοιούνται οι αλληλέγγυες υποχρεώσεις των δανειζομένων από πιστωτικά ιδρύματα οργανωμένα υπό μορφή ταμείων.

Όλα αυτά τα στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια εφόσον, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συνυπολογίζονται ως ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων της κατηγορίας αυτής.

2. Τα κράτη μέλη δεν περιλαμβάνουν στα ίδια κεφάλαια των δημόσιων πιστωτικών ιδρυμάτων τις εγγυήσεις που τα ίδια ή οι αρχές τους χορηγούν στα εν λόγω ιδρύματα.

3. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές μπορούν να περιλάβουν στα ίδια κεφάλαια τις σωρευτικές προνομιούχες μετοχές καθορισμένης διάρκειας που αναφέρονται στο άρθρο 57, στοιχείο η), καθώς και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στην αυτή διάταξη, μόνον εάν πράγματι υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων, σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος, τα δάνεια αυτά κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών.

Τα εν λόγω δάνεια μειωμένης εξασφάλισης ανταποκρίνονται και στα ακόλουθα κριτήρια:

α) λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί,

β) η αρχική ληκτότητά τους είναι τουλάχιστον πενταετής, μετά την πάροδο της οποίας θα είναι δυνατή η εξόφλησή τους,

γ) το ποσό μέχρι το οποίο επιτρέπεται να περιληφθούν στα ίδια κεφάλαια θα μειώνεται σταδιακά κατά την τελευταία πενταετία, πριν από την ημερομηνία λήξεως, και

δ) στη σύμβαση δανείου δεν επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται ρήτρες που να ορίζουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός από την εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του δευτέρου εδαφίου, εάν δεν έχει καθοριστεί ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται ληξιπρόθεσμη η οφειλή, τα εν λόγω δάνεια αποδίδονται μόνον ύστερα από πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν έχουν παύσει να λογίζονται ως ίδια κεφάλαια ή εάν απαιτείται τυπικά προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των αρμοδίων αρχών για την προ της λήξεως εξόφλησή τους. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν την προ της λήξεως εξόφλησή αυτών των δανείων υπό τον όρο ότι η σχετική αίτηση υποβλήθηκε με πρωτοβουλία του εκδότη και ότι δεν θίγεται η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος.

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν περιλαμβάνουν στα ίδια κεφάλαιά τους ούτε τα αποθεματικά εύλογης αξίας που σχετίζονται με κέρδη ή ζημίες από αντισταθμίσεις ταμειακών ροών από χρηματοπιστωτικά μέσα, που μετρώνται βάσει του αποσβέσιμου κόστους, ούτε κέρδη ή ζημίες από τις υποχρεώσεις τους, αποτιμημένες στην εύλογη αξία τους, που οφείλονται σε μεταβολές της πιστωτικής διαβάθμισης των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 65

1. Όταν ο υπολογισμός πρέπει να γίνει σε ενοποιημένη βάση, τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 57 χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο Κεφάλαιο 4, Τμήμα 1. Επιπλέον, μπορούν να εξομοιώνονται προς τα ενοποιημένα αποθεματικά, για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων, τα ακόλουθα στοιχεία όταν είναι πιστωτικά ("αρνητικά"):

α) τα δικαιώματα της μειοψηφίας κατά την έννοια του άρθρου 21 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, σε περίπτωση χρησιμοποίησης της μεθόδου της πλήρους ενοποίησης,

β) η διαφορά πρώτης ενοποίησης κατά την έννοια των άρθρων 19, 30 και 31 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

γ) οι διαφορές εκ μετατροπής που περιλαμβάνονται στα ενοποιημένα αποθεματικά, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 6 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, και

δ) η διαφορά που προκύπτει από την καταχώριση ορισμένων συμμετοχών, σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο άρθρο 33 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

2. Όταν τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) της πρώτης παραγράφου είναι χρεωστικά ("θετικά"), αφαιρούνται κατά τον υπολογισμό των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων.

Άρθρο 66

1. Τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 57, στοιχεία δ) έως η), υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:

α) το σύνολο των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία δ) έως η) δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 100 %, κατ' ανώτατο όριο, των στοιχείων των στοιχείων α) συν β) και γ) μείον θ) έως ια), και

β) το σύνολο των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία ζ) έως η) δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 50 %, κατ' ανώτατο όριο, των στοιχείων των στοιχείων α) συν β) και γ) μείον θ) έως ια),

2. Το σύνολο των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία ιβ) έως ιη) του άρθρου 57 αφαιρούνται κατά το ήμισυ από το σύνολο των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως γ), μείον τα στοιχεία που απαριθμούνται στα στοιχεία θ) έως ια) και κατά το ήμισυ από τα στοιχεία που απαριθμούνται στα στοιχεία δ) έως η) του άρθρου 57, τηρουμένων των περιορισμών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Εάν το ήμισυ του αθροίσματος των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία ιβ) έως ιη) είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία δ) έως η) του άρθρου 57, η διαφορά αφαιρείται από το άθροισμα των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως γ), μείον τα στοιχεία που απαριθμούνται στα στοιχεία θ) έως ια) του άρθρου 57. Εάν τα στοιχεία που απαριθμούνται στο στοιχείο ιη) του άρθρου 57 έχουν ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 75 σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο Παράρτημα ΙΧ, Μέρος 4, τότε δεν αφαιρούνται.

3. Για τους σκοπούς των Τμημάτων 5 και 6, οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος νοούνται χωρίς τα στοιχεία που απαριθμούνται στα στοιχεία ιζ) και ιη) του άρθρου 57 και στην παράγραφο 3 του άρθρου 63.

4. Προσωρινά και σε έκτακτες περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να υπερβαίνουν τα όρια που θεσπίζονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 67

Η τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν Τμήμα αποδεικνύεται στις αρμόδιες αρχές, κατά την κρίση τους.

Τμήμα 2

Πρόβλεψη για κινδύνους

Υποτμήμα 1

Επίπεδο εφαρμογής

Άρθρο 68

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 22 και 75 και στο Τμήμα 5, σε μεμονωμένη βάση.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δεν αποτελούν θυγατρικές στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και στο οποίο υπόκεινται σε εποπτεία, ούτε μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν περιλαμβάνονται στην ενοποίηση δυνάμει του άρθρου 73, συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 120 και 123, σε μεμονωμένη βάση.

3. Τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν αποτελούν μητρικές ούτε θυγατρικές επιχειρήσεις καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 73 συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο Κεφάλαιο 5, σε μεμονωμένη βάση.

Άρθρο 69

1. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 68, παράγραφος 1, σε θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος εφόσον τόσο η θυγατρική όσο και το πιστωτικό ίδρυμα έχουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από το ίδιο κράτος μέλος και η θυγατρική περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, και εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών:

α) Δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση.

β) Είτε η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην αρμόδια αρχή όσον αφορά την συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική ή ότι οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι.

γ) Οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική· και

δ) Η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής και/ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διαχειριστικού οργάνου της θυγατρικής που περιγράφεται στο άρθρο 11.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφόσον η μητρική επιχείρηση αποτελεί χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών συσταθείσα στο ίδιο κράτος μέλος με το πιστωτικό ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι υπόκειται στην ίδια εποπτεία με τα πιστωτικά ιδρύματα και ιδίως στα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1.

3. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 68, παράγραφος 1, σε θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος εφόσον τόσο η θυγατρική όσο και το πιστωτικό ίδρυμα έχουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από το ίδιο κράτος μέλος και η θυγατρική περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, και εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών:

α) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση· και

β) η αξιολόγηση του κινδύνου, διαδικασίες μέτρησης και ελέγχου που αφορούν την ενοποιημένη εποπτεία καλύπτουν το μητρικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα σε κράτος μέλος.

Η αρμόδια αρχή που προσφεύγει στην παρούσα παράγραφο ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών.

4. Με την επιφύλαξη των γενικών διατάξεων του άρθρου 144, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οι οποίες κάνουν χρήση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 δημοσιεύουν τις ακόλουθες πληροφορίες, με τον τρόπο που περιγράφεται στο άρθρο 144:

α) τα κριτήρια, με βάση τα οποία προσδιορίζεται ότι δεν υπάρχει ούτε προβλέπεται να υπάρξει ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την κάλυψη υποχρεώσεων·

β) τον αριθμό των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 3, καθώς και εκείνων που διαθέτουν θυγατρικές σε τρίτη χώρα·

γ) συνολικά για το κράτος μέλος:

i) το συνολικό ποσό των ιδίων κεφαλαίων των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 3, τα οποία διατηρούνται στις θυγατρικές σε τρίτες χώρες·

ii) το ποσοστό των συνολικών ιδίων κεφαλαίων που διατηρούνται στις θυγατρικές σε τρίτες χώρες, επί των συνολικών ιδίων κεφαλαίων των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 3, που αντιπροσωπεύουν ίδιους πόρους που διαθέτουν θυγατρικές σε τρίτη χώρα· και

iii) το ποσοστό ιδίων κεφαλαίων που διατηρούνται στις θυγατρικές σε τρίτες χώρες, επί των συνολικών ελάχιστων απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων, βάσει του άρθρου 75, των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 70

1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 έως 4 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν, κατά περίπτωση, σε μητρικά πιστωτικά ιδρύματα να συμπεριλάβουν στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους δυνάμει του άρθρου 68, παράγραφος 1, τις θυγατρικές τους εκείνες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια των στοιχείων γ) και δ) του άρθρου 69, παράγραφος 1, και των οποίων τα ουσιώδη χρηματοδοτικά ανοίγματα ή οι ουσιώδεις υποχρεώσεις είναι έναντι των εν λόγω μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Η δυνατότητα της παραγράφου 1 επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα αποδεικνύει πλήρως στις αρμόδιες αρχές τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των νομικών ρυθμίσεων, εξ αιτίας των οποίων δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων που οφείλονται από τη θυγατρική προς τη μητρική επιχείρηση.

3. Εάν μια αρμόδια αρχή κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, πρέπει να ενημερώνει τακτικά και τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου 1 και τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις της παραγράφου 2. Εάν η θυγατρική βρίσκεται σε τρίτη χώρα, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν επίσης με τον ίδιο τρόπο τις αρμόδιες αρχές της χώρας αυτής.

4. Με την επιφύλαξη των γενικών διατάξεων του άρθρου 144, οι αρμόδιες αρχές που κάνουν χρήση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δημοσιεύουν τις ακόλουθες πληροφορίες, με τον τρόπο που προσδιορίζεται στο άρθρο 144:

α) τα κριτήρια, με βάση τα οποία προσδιορίζεται ότι δεν υπάρχει ούτε προβλέπεται να υπάρξει ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων πόρων ή την κάλυψη υποχρεώσεων·

β) τον αριθμό των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, καθώς και εκείνων που διαθέτουν θυγατρικές σε τρίτη χώρα· και

γ) συνολικά για το κράτος μέλος:

i) το συνολικό ποσό των ιδίων κεφαλαίων των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα οποία διατηρούνται στις θυγατρικές σε τρίτες χώρες·

ii) το ποσοστό των συνολικών ιδίων κεφαλαίων που διατηρούνται στις θυγατρικές σε τρίτες χώρες, επί των συνολικών ιδίων κεφαλαίων των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1·

iii) το ποσοστό ιδίων κεφαλαίων που διατηρούνται στις θυγατρικές σε τρίτες χώρες, επί των συνολικών ελάχιστων απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων, βάσει του άρθρου 75, των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που ωφελούνται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 71

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 68 έως 70, τα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος μητρικά πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 133, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζουν τα άρθρα 75, 120, 123 και το Τμήμα 5 βάσει της ενοποιημένης οικονομικής τους κατάστασης.

2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 68 έως 70, τα πιστωτικά ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 133, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζουν τα άρθρα 75, 120, 123 και το Τμήμα 5 βάσει της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών.

Όταν μια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ελέγχει πάνω από ένα πιστωτικό ίδρυμα, το πρώτο εδάφιο ισχύει μόνον για το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο ασκείται εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει των άρθρων 125 και 126.

Άρθρο 72

1. Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το Κεφάλαιο 5 βάσει της ενοποιημένης οικονομικής τους κατάστασης.

Οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην ΕΕ κοινοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζει το Παράρτημα ΧΙΙ, Μέρος 1, παράγραφος 5, σε μεμονωμένη ή υποενοποιημένη βάση.

2. Πιστωτικά ιδρύματα ελεγχόμενα από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζει το Κεφάλαιο 5 βάσει της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης της εν λόγω χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών.

Οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην ΕΕ κοινοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζει το Παράρτημα ΧΙΙ, Μέρος 1, παράγραφος 5, σε μεμονωμένη ή υποενοποιημένη βάση.

3. Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει των άρθρων 125 και 126 δύνανται να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν εν μέρει ή εν όλω τις παραγράφους 1 και 2 σε σχέση με πιστωτικά ιδρύματα τα οποία περιλαμβάνονται σε συγκρίσιμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα.

Άρθρο 73

1. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία βάσει των άρθρων 125 και 126 μπορούν στις ακόλουθες περιπτώσεις να μην υπαγάγουν στην ενοποίηση ένα πιστωτικό ίδρυμα, ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές ή στα οποία κατέχεται μια μερίδα συμμετοχής:

α) όταν η υπόψη επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στην διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών,

β) όταν η υπόψη επιχείρηση είναι, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, αμελητέα μόνον σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και εν πάση περιπτώσει όταν ο συνολικός ισολογισμός της υπόψη επιχείρησης δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο των ακόλουθων δύο ποσών:

i) 10 εκατομμύρια ευρώ, ή

ii) το 1 % του συνολικού ισολογισμού της μητρικής ή της κατέχουσας την συμμετοχή επιχείρησης,

γ) όταν, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία, η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της υπόψη επιχείρησης θα αντενδείκνυτο ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθη όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αν, στις περιπτώσεις του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, πλείονες επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται σε αυτό, υπάγονται παρά ταύτα στην ενοποίηση όταν ως σύνολο παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον σε σχέση με τον καθορισθέντα στόχο.

2. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα να τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζουν τα άρθρα 75, 120 και 123 και το Τμήμα 5 σε υποενοποιημένη βάση όταν τα υπόψη πιστωτικά ιδρύματα ή η μητρική επιχείρηση εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, διαθέτουν σε τρίτη χώρα, εν είδει θυγατρικής, πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 5, της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, ή διαθέτουν συμμετοχή σε μια τέτοια επιχείρηση.

3. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από μητρικές και θυγατρικές επιχειρήσεις υπαγόμενες στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας να τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το άρθρο 22 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν χαρακτηρίζονται από συνέπεια, ότι είναι ολοκληρωμένοι και ότι μπορούν να προσκομίσουν όλα τα απαιτούμενα για την εποπτεία στοιχεία και πληροφορίες.

Υποτμήμα 2

Υπολογισμός των απαιτήσεων

Άρθρο 74

1. Πλην των περιπτώσεων όπου προβλέπεται κάτι άλλο, η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού πραγματοποιείται βάσει του λογιστικού πλαισίου στο οποίο υπάγεται το πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 και της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.

2. Κατ' εξαίρεση των απαιτήσεων που θεσπίζονται στα άρθρα 68 έως 72, οι υπολογισμοί για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το άρθρο 75 πραγματοποιούνται το λιγότερο δύο φορές κατ' έτος.

Τα πιστωτικά ιδρύματα διαβιβάζουν τα αποτελέσματα και τα απαιτούμενα επί μέρους σχετικά στοιχεία στις αρμόδιες αρχές.

Υποτμήμα 3

Ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων

Άρθρο 75

Με την επιφύλαξη του άρθρου 136, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα να διαθέτουν ίδια κεφάλαια τα οποία, ανά πάσα στιγμή, πρέπει να υπερβαίνουν ή να ισούνται με το άθροισμα των ακόλουθων κεφαλαιακών απαιτήσεων:

α) όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων για το σύνολο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων με εξαίρεση τις δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού εφόσον αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ) της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, του 8 % επί του συνολικού ποσού των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τους, υπολογισμένων σύμφωνα με το Τμήμα 3,

β) όσον αφορά τις δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, για τον κίνδυνο θέσης, τον κίνδυνο διακανονισμού και αντισυμβαλλομένου και, στο μέτρο που επιτρέπεται η υπέρβαση των ορίων που θεσπίζονται στα άρθρα 111 έως 117, για μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα που υπερβαίνουν τα εν λόγω όρια, των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται βάσει του άρθρου 18 και Κεφάλαιο V, Τμήμα 4 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ,

γ) όσον αφορά το σύνολο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, για τον κίνδυνο συναλλάγματος και τον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων, των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται βάσει του άρθρου 18 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, και

δ) όσον αφορά το σύνολο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, για τον λειτουργικό κίνδυνο, των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται βάσει του Τμήματος 4.

Τμήμα 3

Ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο

Άρθρο 76

Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν είτε την τυποποιημένη μέθοδο που προβλέπεται στα άρθρα 78 έως 83 είτε, εφόσον το επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές βάσει του άρθρου 84, την μέθοδο IRM που προβλέπεται στα άρθρα 84 έως 89 όσον αφορά τον υπολογισμό του ύψους των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 75, στοιχείο α).

Άρθρο 77

Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος "χρηματοδοτικό άνοιγμα" είναι ένα στοιχείο ενεργητικού ή ένα στοιχείο εκτός ισολογισμού.

Υποτμήμα 1

Τυποποιημένη μέθοδος

Άρθρο 78

1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου του ενεργητικού ισούται με την αξία με την οποία εμφανίζεται στον ισολογισμό ενώ η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου εκτός ισολογισμού που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ, ισούται με ποσοστό της αξίας του, ως εξής: 100 % για στοιχείο υψηλού κινδύνου, 50 % για στοιχείο μεσαίου κινδύνου, 20 % για στοιχείο μέτριου κινδύνου και 0 % για στοιχείο χαμηλού κινδύνου. Τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου κατατάσσονται σε κατηγορίες κινδύνου βάσει του Παραρτήματος ΙΙ. Στην περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος που χρησιμοποιεί την αναλυτική μέθοδο χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων βάσει του Παραρτήματος VIII, Μέρος 3, όταν ένα άνοιγμα λαμβάνει τη μορφή πώλησης, παροχής ως εξασφάλιση ή παροχής ως δάνειο τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων στο πλαίσιο μιας πράξης επαναγοράς ή μιας πράξης δανειοδοσίας/δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, και πράξεων δανεισμού περιθωρίου, η αξία ανοίγματος προσαυξάνεται κατά το ποσό της προσαρμογής μεταβλητότητας που αναλογεί σε τέτοιου είδους τίτλους ή βασικά εμπορεύματα, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το Παράρτημα VIII, Μέρος 3, παράγραφοι 34 έως 59.

2. Η αξία ανοίγματος ενός παράγωγου μέσου που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV, προσδιορίζεται βάσει μιας εκ των δύο μεθόδων που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα συμβάσεων ανανέωσης και άλλων συμψηφιστικών συμφωνιών για τους σκοπούς των εν λόγω μεθόδων σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ. Η αξία ανοίγματος των συναλλαγών επαναγοράς, των συναλλαγών δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων, των συναλλαγών με μακρά προθεσμία διακανονισμού και των πράξεων δανεισμού περιθωρίου μπορεί να προσδιορίζεται είτε σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ είτε σύμφωνα με το Παράρτημα VIII..

3. Όταν ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα έχει χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, η αξία ανοίγματος που αποδίδεται στο υπόψη στοιχείο δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το Υποτμήμα 3.

4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, η αξία ανοίγματος των εκκρεμών ανοιγμάτων σε πιστωτικό κίνδυνο, όπως καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές, με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο προσδιορίζεται σύμφωνα με το Παράρτημα III, Τμήμα 2, παράγραφος 6, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανοίγματα σε πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου που αναλαμβάνονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο έναντι όλων των συμμετεχόντων στις συμφωνίες είναι πλήρως καλυμμένα με εξασφαλίσεις σε καθημερινή βάση.

Άρθρο 79

1. Κάθε χρηματοδοτικό άνοιγμα υπάγεται σε μια από τις ακόλουθες κλάσεις:

α) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις κατά κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών,

β) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις κατά περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών,

γ) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις κατά διοικητικών φορέων και μη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων,

δ) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις κατά πολυμερών αναπτυξιακών τραπεζών,

ε) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις κατά διεθνών οργανισμών,

στ) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις κατά ιδρυμάτων,

ζ) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις κατά εταιρειών,

η) λιανικές απαιτήσεις ή ενδεχόμενες λιανικές απαιτήσεις,

θ) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις εξασφαλισμένες με ακίνητη περιουσία,

ι) στοιχεία σε καθυστέρηση,

ια) στοιχεία που ανήκουν σε κανονιστικές κατηγορίες υψηλού κινδύνου,

ιβ) απαιτήσεις υπό μορφή καλυμμένων ομολόγων,

ιγ) θέσεις τιτλοποίησης,

ιδ) βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις κατά ιδρυμάτων και εταιρειών,

ιε) απαιτήσεις υπό μορφή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ), ή

ιστ) άλλα στοιχεία.

2. Για να είναι αποδεκτά προς υπαγωγή στην κλάση των λιανικών ανοιγμάτων που αναφέρεται στο στοιχείο η) της παραγράφου 1, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα πρέπει να πληρούν τις κάτωθι προϋποθέσεις:

α) να αφορούν μεμονωμένο άτομο ή άτομα ή μια οντότητα μικρού ή μεσαίου μεγέθους,

β) να εντάσσονται σε έναν μεγάλο αριθμό ανοιγμάτων με παρόμοια χαρακτηριστικά ούτως ώστε να είναι πολύ μειωμένοι οι κίνδυνοι που απορρέουν από τέτοιου είδους δανειοδοσία, και

γ) το συνολικό ποσό που οφείλει ο οφειλέτης πελάτης ή η οφειλέτρια ομάδα συνδεδεμένων πελατών στο πιστωτικό ίδρυμα καθώς και σε οιαδήποτε μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, περιλαμβανομένων των κάθε είδους ανοιγμάτων σε καθυστέρηση, εξαιρουμένων των απαιτήσεων ή των υπό αίρεση απαιτήσεων που διασφαλίζονται με εγγυήσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, δεν πρέπει, εν γνώσει του πιστωτικού ιδρύματος, να υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο ευρώ. Το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να προβεί σε εύλογες ενέργειες προκειμένου να αποκτήσει γνώση των σχετικών πληροφοριών.

Τίτλοι δεν μπορούν να υπαχθούν στην κλάση των λιανικών ανοιγμάτων.

3. Η παρούσα αξία των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών λιανικής χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι επιλέξιμη για την κλάση λιανικού ανοίγματος.

Άρθρο 80

1. Για τον υπολογισμό σταθμισμένων ανοιγμάτων, εφαρμόζονται συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε όλα τα ανοίγματα εκτός εάν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια, σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος VI, Μέρος 1. Η εφαρμογή των συντελεστών στάθμισης πραγματοποιείται βάσει της κλάσης στην οποία υπάγεται το άνοιγμα και της πιστωτικής ποιότητάς του, στο μέτρο που ορίζει το Παράρτημα VI, Μέρος 1. Η πιστωτική ποιότητα δύναται να προσδιορίζεται βάσει των πιστοληπτικών αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται από εξωτερικούς οργανισμούς πιστοληπτικής αξιολόγησης (External Credit Assessment Institutions-ECAI) βάσει των διατάξεων των άρθρων 81 έως 83, ή τη διαβάθμιση από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων (Export Credit Agencies — ECA), σύμφωνα με τα όσα περιγράφονται στο Παράρτημα VI, Μέρος 1.

2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής ενός συντελεστή στάθμισης κινδύνου, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην παράγραφο 1, η αξία ανοίγματος πολλαπλασιάζεται με τον εκάστοτε συντελεστή στάθμισης που καθορίζεται ή προσδιορίζεται σύμφωνα με το παρόν Υποτμήμα.

3. Για τους σκοπούς του υπολογισμού του σταθμισμένου ύψους των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων, τα κράτη μέλη αποφασίζουν αν θα υιοθετηθεί η μέθοδος υπολογισμού βάσει της πιστωτικής ποιότητας της κεντρικής διοίκησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγεται το ίδρυμα ή η μέθοδος υπολογισμού βάσει της πιστωτικής ποιότητας του αντισυμβαλλομένου ιδρύματος σύμφωνα με το Παράρτημα VI.

4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, όταν ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα υπόκειται σε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, ο συντελεστής στάθμισης που αναλογεί στο υπόψη στοιχείο δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το Υποτμήμα 3.

5. Τα σταθμισμένα ποσά για τιτλοποιημένα ανοίγματα υπολογίζονται σύμφωνα με το Υποτμήμα 4.

6. Στα ανοίγματα ως προς τα οποία το παρόν Υποτμήμα δεν προβλέπει κάτι άλλο όσον αφορά τον υπολογισμό των σταθμισμένων ποσών ανοίγματος, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 100 %.

7. Με εξαίρεση τα ανοίγματα που οδηγούν σε υποχρεώσεις υπό μορφή στοιχείων αναφερόμενων στα στοιχεία α) έως η) του άρθρου 57, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάξουν από τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τα ανοίγματα ενός πιστωτικού ιδρύματος σε αντισυμβαλλόμενο που αποτελεί την μητρική του επιχείρηση, δική του θυγατρική ή θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης ή επιχείρηση που συνδέεται με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/349/EΟΚ, εφόσον πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) Ο αντισυμβαλλόμενος είναι ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, χρηματοδοτικό ίδρυμα, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που υπόκειται σε κατάλληλες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας.

β) Ο αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνεται πλήρως στην ίδια ενοποίηση με το πιστωτικό ίδρυμα.

γ) Ο αντισυμβαλλόμενος υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου κινδύνων με το πιστωτικό ίδρυμα.

δ) Ο αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στο ίδιο κράτος μέλος με το πιστωτικό ίδρυμα· και

ε) Δεν υφίσταται κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τον αντισυμβαλλόμενο προς το πιστωτικό ίδρυμα.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται μηδενικός (0 %) συντελεστής στάθμισης.

8. Με εξαίρεση τα ανοίγματα που οδηγούν σε υποχρεώσεις υπό μορφή στοιχείων αναφερόμενων στα στοιχεία α) έως η) του άρθρου 57, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάξουν από τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τα ανοίγματα ενός πιστωτικού ιδρύματος σε αντισυμβαλλόμενο που αποτελεί την μητρική του επιχείρηση, δική του θυγατρική ή θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης εφόσον πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) Οι απαιτήσεις που εκτίθενται στα στοιχεία α), δ) και ε) της παραγράφου 7.

β) Το πιστωτικό ίδρυμα και οι αντισυμβαλλόμενοι συμμετέχουν σε συμβασιακή ή θεσμική ρύθμιση ευθύνης που προστατεύει τα εν λόγω ιδρύματα και εξασφαλίζει ιδιαίτερα τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά τους, προκειμένου να αποφεύγεται η χρεοκοπία στις περιπτώσεις όπου τούτο καθίσταται αναγκαίο (αναφέρεται κατωτέρω ως θεσμικό σύστημα προστασίας).

γ) Οι ρυθμίσεις εξασφαλίζουν ότι το θεσμικό σύστημα προστασίας θα είναι σε θέση να παρέχει την αναγκαία υποστήριξη βάσει των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει με πόρους που θα του διατίθενται έγκαιρα.

δ) Το θεσμικό σύστημα προστασίας διαθέτει τα κατάλληλα και ομοιόμορφα διατυπωμένα συστήματα για τον έλεγχο και την κατάταξη του κινδύνου (που παρέχουν πλήρη εικόνα των καταστάσεων κινδύνου όλων των μεμονωμένων μελών και του θεσμικού συστήματος προστασίας στο σύνολό του) με αντίστοιχες δυνατότητες επηρεασμού· τα συστήματα αυτά ελέγχουν κατά τον δέοντα τρόπο τα παράτυπα ανοίγματα σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Τμήμα 4, παράγραφος 44.

ε) Το θεσμικό σύστημα προστασίας συντάσσει τη δική του έκθεση κατάστασης κινδύνου που κοινοποιείται στα μεμονωμένα μέλη.

στ) Το θεσμικό σύστημα προστασίας συντάσσει και δημοσιεύει άπαξ ετησίως είτε ενοποιημένη έκθεση περιλαμβάνουσα τον ισολογισμό, τους λογαριασμούς εσόδων-εξόδων, την έκθεση της κατάστασης και την έκθεση της κατάστασης κινδύνου σχετικά με το θεσμικό σύστημα προστασίας στο σύνολό του, είτε έκθεση περιλαμβάνουσα το συνολικό ισολογισμό, τους συνολικούς λογαριασμούς εσόδων-εξόδων, την έκθεση της κατάστασης και την έκθεση της κατάστασης κινδύνου σχετικά με το θεσμικό σύστημα προστασίας στο σύνολό του.

ζ) Οι συμμετέχοντες στο θεσμικό σύστημα προστασίας υποχρεούνται να δώσουν προειδοποίηση τουλάχιστον 24 μηνών εάν επιθυμούν να αποχωρήσουν από το σύστημα.

η) Εξαλείφεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων (πολλαπλός υπολογισμός) καθώς και οποιαδήποτε αθέμιτη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων μεταξύ μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας.

θ) Το θεσμικό σύστημα προστασίας βασίζεται στην ευρεία συμμετοχή πιστωτικών ιδρυμάτων με ως επί το πλείστον ομοιογενή επιχειρησιακή μορφή· και

ι) Η επάρκεια των συστημάτων που μνημονεύονται στο στοιχείο δ) πρέπει να εγκρίνεται και να παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τις αρμόδιες αρχές.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται μηδενικός (0 %) συντελεστής στάθμισης.

Άρθρο 81

1. Η εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό του συντελεστή στάθμισης ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 80 μόνον εφόσον ο εξωτερικός οργανισμός (ΕCAI) ο οποίος την πραγματοποιεί έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές ως επιλέξιμος για τους σκοπούς αυτούς (εφεξής: "επιλέξιμος ΕCAI" για τους σκοπούς του παρόντος Υποτμήματος).

2. Οι αρμόδιες αρχές αναγνωρίζουν έναν ΕCAI ως επιλέξιμο για τους σκοπούς του άρθρου 80 μόνον εφόσον έχουν πεισθεί ότι η μεθοδολογία αξιολόγησης ανταποκρίνεται στα κριτήρια της αντικειμενικότητας, της ανεξαρτησίας, της συνεχούς αναθεώρησης και της διαφάνειας και ότι οι απορρέουσες πιστοληπτικές αξιολογήσεις ανταποκρίνονται στα κριτήρια της αξιοπιστίας και της διαφάνειας. Για τους σκοπούς αυτούς οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που αναφέρονται στο Παράρτημα VI, Μέρος 2.

3. Ένας ΕCAI που έχει αναγνωριστεί ως επιλέξιμος από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους, μπορεί να αναγνωριστεί και από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών ως επιλέξιμος χωρίς να προβούν αυτές σε δική τους αξιολόγηση.

4. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επεξήγηση της διαδικασίας αναγνώρισης, καθώς και κατάλογο των επιλέξιμων ΕCAI.

Άρθρο 82

1. Οι αρμόδιες αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά κριτήρια του Παραρτήματος VI, Μέρος 2, προσδιορίζουν σε ποια από τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που αναφέρονται στο Μέρος 1 του ιδίου Παραρτήματος, πρέπει να αντιστοιχιστεί κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση που πραγματοποιείται από επιλέξιμο ΕCAI. Αυτό γίνεται με αντικειμενικό και συνεπή τρόπο.

2. Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους έχουν προβεί σε αντιστοίχιση δυνάμει της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών δύνανται να την αναγνωρίσουν χωρίς να προβούν οι ίδιες σε αντιστοίχιση.

Άρθρο 83

1. Η χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί από ΕCAI για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων ενός πιστωτικού ιδρύματος πρέπει να γίνεται με συνέπεια και σύμφωνα με το Παράρτημα VI, Μέρος 3. Δεν επιτρέπεται η επιλεκτική χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα χρησιμοποιούν πιστοληπτικές αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν παραγγελίας. Ωστόσο, με την άδεια της αρμόδιας αρχής μπορούν να χρησιμοποιήσουν διαβαθμίσεις οι οποίες δεν έγιναν κατά παραγγελία.

Υποτμήμα 2

Μέθοδος των εσωτερικών διαβαθμίσεων

Άρθρο 84

1. Σύμφωνα με το παρόν Υποτμήμα, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν σε πιστωτικά ιδρύματα να υπολογίζουν το ύψος των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τους με την μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων ("μέθοδος IRB"). Για κάθε πιστωτικό ίδρυμα απαιτείται ρητή άδεια.

2. Άδεια χορηγείται μόνον εφόσον η αρμόδια αρχή πειστεί ότι τα συστήματα του πιστωτικού ιδρύματος για τη διαχείριση και τη διαβάθμιση των αναλαμβανόμενων πιστωτικών κινδύνων είναι αξιόπιστα, ότι εφαρμόζονται στο ακέραιο και, ιδίως, ότι ανταποκρίνονται στα κάτωθι κριτήρια σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Μέρος 4:

α) Τα συστήματα αξιολόγησης του πιστωτικού ιδρύματος επιτρέπουν την έγκυρη αξιολόγηση των χαρακτηριστικών οφειλέτη και πράξης, την έγκυρη διαφοροποίηση του κινδύνου, καθώς και επακριβείς και συνεπείς ποσοτικές εκτιμήσεις του κινδύνου.

β) Οι εσωτερικές αξιολογήσεις και οι εκτιμήσεις αθέτησης και ζημιών που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και στα συναφή συστήματα και διαδικασίες, διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο τόσο στη διαχείριση κινδύνου και τη λήψη αποφάσεων, όσο και στην έγκριση πιστώσεων, στην κατανομή των εσωτερικών κεφαλαίων και στην εταιρική διακυβέρνηση του πιστωτικού ιδρύματος.

γ) Το πιστωτικό ίδρυμα διαθέτει μονάδα ελέγχου του πιστωτικού κινδύνου, υπεύθυνη για τα συστήματα αξιολόγησης, η οποία διαθέτει την κατάλληλη ανεξαρτησία και δεν υφίσταται αθέμιτες επιρροές.

δ) Το πιστωτικό ίδρυμα συγκεντρώνει και αποθηκεύει όλα τα σχετικά δεδομένα με σκοπό την αποτελεσματική στήριξη της διαδικασίας μέτρησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου· και

ε) Το πιστωτικό ίδρυμα τεκμηριώνει τα συστήματα διαβάθμισης που εφαρμόζει, καθώς και το σκεπτικό βάσει του οποίου σχεδιάστηκαν και ελέγχει την εγκυρότητά τους.

Όταν ένα μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και οι θυγατρικές αυτού ή μια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ και οι θυγατρικές αυτής, χρησιμοποιούν τη μέθοδο IRB σε ενοποιημένη βάση, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέψουν την εκπλήρωση των ελάχιστων απαιτήσεων του Παραρτήματος VII, Μέρος 4, από το μητρικό ίδρυμα και τις θυγατρικές του ως σύνολο.

3. Το πιστωτικό ίδρυμα το οποίο υποβάλλει αίτηση εφαρμογής της μεθόδου IRB οφείλει να αποδείξει ότι, για τις υπόψη κλάσεις χρηματοδοτικών ανοιγμάτων IRB, χρησιμοποιούσε συστήματα διαβάθμισης ανταποκρινόμενα εν γένει στις ελάχιστες απαιτήσεις του Παραρτήματος VII, Μέρος 4, όσον αφορά την εσωτερική μέτρηση και διαχείριση κινδύνου τουλάχιστον επί μια τριετία προτού αποκτήσει το δικαίωμα χρησιμοποίησης της μεθόδου IRB.

4. Το πιστωτικό ίδρυμα το οποίο υποβάλλει αίτηση εφαρμογής εσωτερικών εκτιμήσεων για LGD ή/και συντελεστές μετατροπής οφείλει να αποδείξει ότι εκτιμούσε και εφάρμοζε εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD ή/και συντελεστές μετατροπής κατά τρόπο εν γένει συνεπή προς τις ελάχιστες απαιτήσεις του Παραρτήματος VII, Μέρος 4, όσον αφορά τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων για τις παραμέτρους αυτές, τουλάχιστον επί μια τριετία προτού αποκτήσει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD ή/και συντελεστές μετατροπής.

5. Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα παύσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος Υποτμήματος υποβάλλει στην αρμόδια αρχή πρόγραμμα έγκαιρης επανόδου σε κατάσταση συμμόρφωσης ή αποδεικνύει ότι η μη συμμόρφωσή του έχει ελάχιστη επίπτωση.

6. Όταν η μέθοδος IRB πρόκειται να χρησιμοποιηθεί από το εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό πιστωτικό ίδρυμα και τις θυγατρικές του, ή από την εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της, οι αρμόδιες για τα διάφορα νομικά πρόσωπα αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους όπως ορίζεται στα άρθρα 129 έως 132.

Άρθρο 85

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 89, τα πιστωτικά ιδρύματα και οποιαδήποτε μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές αυτής εφαρμόζουν την μέθοδο IRB σε όλα τα χρηματοδοτικά ανοίγματα.

Εφόσον το εγκρίνουν οι αρμόδιες αρχές, η εφαρμογή δύναται να γίνει διαδοχικά στις διάφορες κλάσεις ανοιγμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 86, εντός της ίδιας επιχειρηματικής μονάδας, στις διαφορετικές μονάδες του ιδίου ομίλου ή στις εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD ή συντελεστές μετατροπής με σκοπό τον υπολογισμό των συντελεστών στάθμισης κινδύνου για ανοίγματα έναντι εταιρειών, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών.

Στην περίπτωση της κλάσης των λιανικών ανοιγμάτων του άρθρου 86, η εφαρμογή δύναται να γίνει διαδοχικά στις κατηγορίες ανοιγμάτων στις οποίες αντιστοιχούν οι διάφοροι συσχετισμοί του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφοι 10 έως 13.

2. Η εφαρμογή περί της οποίας η παράγραφος 1 γίνεται εντός λογικού χρονικού διαστήματος που συμφωνείται με τις αρμόδιες αρχές. Η εφαρμογή γίνεται υπό αυστηρούς όρους καθοριζόμενους από τις αρμόδιες αρχές. Σκοπός των όρων αυτών είναι να εξασφαλιστεί ότι η ευελιξία που παρέχει η παράγραφος 1 δεν χρησιμοποιείται επιλεκτικά για να επιτευχθεί η μείωση των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις κλάσεις ανοιγμάτων ή τις επιχειρηματικές μονάδες που δεν περιλαμβάνονται ακόμη στη μέθοδο IRB ή στις εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD ή/και στους συντελεστές μετατροπής.

3. Πιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη μέθοδο IRB για οποιαδήποτε κλάση ανοιγμάτων χρησιμοποιούν ταυτόχρονα τη μέθοδο αυτή και για την κλάση ανοιγμάτων σε μετοχές.

4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 89, τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει βάσει του άρθρου 84 άδεια να χρησιμοποιούν τη μέθοδο IRB δεν επανέρχονται στη χρήση του Υποτμήματος 1 για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων παρά μόνον εφόσον αυτό είναι αποδεδειγμένα σκόπιμο και εφόσον συγκατατεθούν οι αρμόδιες αρχές.

5. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 89, τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 9, να χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις LGD και συντελεστών μετατροπής, δεν επιστρέφουν στη χρήση των τιμών LGD και συντελεστών μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 87, παράγραφος 8, παρά μόνον εφόσον αυτό είναι αποδεδειγμένα σκόπιμο και εφόσον συγκατατεθούν οι αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 86

1. Κάθε χρηματοδοτικό άνοιγμα κατατάσσεται σε μια από τις ακόλουθες κλάσεις κινδύνου:

α) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών,

β) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις έναντι ιδρυμάτων,

γ) απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις έναντι εταιρειών,

δ) λιανικές απαιτήσεις ή ενδεχόμενες λιανικές απαιτήσεις,

ε) απαιτήσεις σε μετοχές,

στ) θέσεις τιτλοποίησης, ή

ζ) άλλα στοιχεία ενεργητικού που δεν συνιστούν πιστωτικές υποχρεώσεις.

2. Τα κάτωθι χρηματοδοτικά ανοίγματα ισοδυναμούν με ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών:

α) ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή φορέων του δημόσιου τομέα που ισοδυναμούν με ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων βάσει του Υποτμήματος 1, και

β) ανοίγματα έναντι Πολυμερών Αναπτυξιακών Τραπεζών και Διεθνών Οργανισμών που λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 0 % βάσει του Υποτμήματος 1.

3. Τα κάτωθι χρηματοδοτικά ανοίγματα ισοδυναμούν με ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων:

α) ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών που δεν ισοδυναμούν με ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων βάσει του Υποτμήματος 1,

β) ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα που ισοδυναμούν με ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων βάσει του Υποτμήματος 1, και

γ) ανοίγματα έναντι πολυμερών αναπτυξιακών τραπεζών που δεν λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 0 % βάσει του Υποτμήματος 1.

4. Για να είναι αποδεκτά προς ταξινόμηση στην κλάση των λιανικών ανοιγμάτων που αναφέρεται στο στοιχείο δ), της παραγράφου 1, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα πληρούν τις κάτωθι προϋποθέσεις:

α) αφορούν μεμονωμένο άτομο ή άτομα ή μια μικρή ή μεσαίου μεγέθους οντότητα, υπό τον όρο ότι, στην τελευταία περίπτωση, το συνολικό ποσό που οφείλεται στο πιστωτικό ίδρυμα και σε μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές του από τον οφειλέτη πελάτη ή την οφειλέτρια ομάδα συνδεδεμένων πελατών, περιλαμβανομένου του οιουδήποτε οφειλομένου ανοίγματος σε υπερημερία, εξαιρουμένων όμως αξιώσεων ή ενδεχόμενων αξιώσεων διασφαλισμένων με ακίνητη περιουσία που χρησιμοποιείται ως κατοικία, δεν υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο ευρώ, εν γνώσει του πιστωτικού ιδρύματος το οποίο οφείλει να έχει προβεί σε εύλογες ενέργειες προκειμένου να επιβεβαιώσει την κατάσταση,

β) η μεταχείρισή τους από το πιστωτικό ίδρυμα στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνου είναι συνεπής σε διαχρονική βάση και πραγματοποιείται με παρόμοιο τρόπο,

γ) δεν αποτελούν αντικείμενο μεμονωμένης διαχείρισης εξίσου όπως τα ανοίγματα της κλάσης ανοιγμάτων έναντι εταιρειών, και

δ) το καθένα αποτελεί μέρος σημαντικού αριθμού ανοιγμάτων υπό παρόμοια διαχείριση,

Η παρούσα αξία των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών λιανικής χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι επιλέξιμη για την κλάση λιανικού ανοίγματος.

5. Τα κάτωθι χρηματοδοτικά ανοίγματα ταξινομούνται στην κλάση των ανοιγμάτων σε μετοχές:

α) ανοίγματα σε μη χρεωστικούς τίτλους που συνεπάγονται μια υπολειμματική απαίτηση μειωμένης εξασφάλισης επί των στοιχείων ενεργητικού ή του εισοδήματος του εκδότη, και

β) δανειακά ανοίγματα των οποίων η οικονομική ουσία είναι παρόμοια εκείνης των ανοιγμάτων που περιγράφονται στο στοιχείο α).

6. Στην κλάση των εταιρικών ανοιγμάτων, τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να προσδιορίζουν χωριστά ως ανοίγματα ειδικής δανειοδότησης τα ανοίγματα που φέρουν τα εξής χαρακτηριστικά:

α) το άνοιγμα αφορά οντότητα που συστάθηκε ειδικά για τη χρηματοδότηση ή/και λειτουργία ενσώματων στοιχείων ενεργητικού,

β) οι συμβατικές ρυθμίσεις παρέχουν στον δανειοδότη σημαντικό βαθμό ελέγχου επί των στοιχείων ενεργητικού και των εσόδων που αυτά παράγουν, και

γ) την πρωταρχική πηγή εξόφλησης της υποχρέωσης αποτελούν τα έσοδα που παράγουν τα χρηματοδοτούμενα στοιχεία ενεργητικού και όχι η ανεξάρτητη ικανότητα μιας ευρύτερης κερδοσκοπικής επιχείρησης.

7. Οι πιστωτικές υποχρεώσεις που δεν υπάγονται στις κλάσεις ανοίγματος που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και δ) έως στ) της παραγράφου 1 υπάγονται στην κλάση ανοίγματος του στοιχείου γ) της ιδίας παραγράφου.

8. Η κλάση ανοίγματος του στοιχείου ζ) της παραγράφου 1 περιλαμβάνει την υπολειμματική αξία μισθωμένων περιουσιακών στοιχείων εφόσον δεν περιλαμβάνεται στο μισθωτικό άνοιγμα όπως αυτό ορίζεται στο Παράρτημα VII, Μέρος 3, παράγραφος 4.

9. Για την υπαγωγή των ανοιγμάτων στις διάφορες κλάσεις το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει την κατάλληλη μεθοδολογία με διαχρονική συνέπεια.

Άρθρο 87

1. Τα σταθμισμένα ποσά για ανοίγματα πιστωτικού κινδύνου που ανήκουν σε μια από τις κλάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε) ή ζ) του άρθρου 86, παράγραφος 1, υπολογίζονται βάσει του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφοι 1 έως 27, εκτός εάν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια.

2. Τα σταθμισμένα ποσά ανοίγματος για κίνδυνο απομείωσης της αξίας για αγορασθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις υπολογίζονται βάσει του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφος 28. Στην περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα πλήρους αναγωγής σχετικά με τις αγορασθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις για κίνδυνο αθέτησης υποχρέωσης και για κίνδυνο απομείωσης της αξίας, οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 σχετικά με τις αγορασθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις δεν έχουν εφαρμογή. Το άνοιγμα μπορεί αντίθετα να αντιμετωπισθεί ως καλυμμένο με εξασφαλίσεις.

3. Ο υπολογισμός των σταθμισμένων ανοιγμάτων για πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο απομείωσης της αξίας βασίζεται στις παραμέτρους που αφορούν το συγκεκριμένο άνοιγμα. Σε αυτές περιλαμβάνεται η πιθανότητα αθέτησης (probability of default — PD) η ποσοστιαία ζημία σε περίπτωση αθέτησης (loss given default — LGD), η ληκτότητα (maturity — M) και η αξία ανοίγματος. Η PD και η LGD λαμβάνονται χωριστά ή από κοινού, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο Παράρτημα VII, Μέρος 2.

4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3, ο υπολογισμός των σταθμισμένων για πιστωτικό κίνδυνο ποσών για όλα τα ανοίγματα που ανήκουν στην κλάση χρηματοδοτικού ανοίγματος που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του άρθρου 86, παράγραφος 1, πραγματοποιείται βάσει του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφοι 17 έως 26, εφόσον συγκατατεθούν οι αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν σε ένα πιστωτικό ίδρυμα να χρησιμοποιεί τη μέθοδο που αναφέρεται στο Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφοι 25 και 26, μόνον εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις του Παραρτήματος VII, Μέρος 4, παράγραφοι 115 έως 123.

5. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3, τα σταθμισμένα για πιστωτικό κίνδυνο ανοίγματα ειδικής δανειοδότησης δύνανται να υπολογίζονται σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφος 6. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν οδηγίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προσδιορίζουν τους σταθμικούς συντελεστές για ανοίγματα ειδικής δανειοδότησης βάσει του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφος 6 και εγκρίνουν τις σχετικές μεθοδολογίες των πιστωτικών ιδρυμάτων.

6. Για ανοίγματα των κλάσεων των στοιχείων α) έως δ) του άρθρου 86, παράγραφος 1, τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν δικές τους εκτιμήσεις για PD σύμφωνα με το άρθρο 84 και το Παράρτημα VII, Μέρος 4.

7. Για ανοίγματα της κλάσης του στοιχείου δ) του άρθρου 86, παράγραφος 1, τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD και συντελεστές μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 84 και το Παράρτημα VII, Μέρος 4.

8. Για ανοίγματα των κλάσεων των στοιχείων α) έως γ) του άρθρου 86 παράγραφος 1, τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν τις τιμές LGD του Παραρτήματος VII, Μέρος 2, παράγραφος 8, και τους συντελεστές μετατροπής του Παραρτήματος VII, Μέρος 3, παράγραφος 9, στοιχεία α) έως δ).

9. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 8, για όλα ανοίγματα των κλάσεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ) του άρθρου 86, παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD και συντελεστές μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 84 και το Παράρτημα VII, Μέρος 4.

10. Τα σταθμισμένα ποσά για τιτλοποιημένα ανοίγματα και ανοίγματα που ανήκουν στην κλάση κινδύνου του στοιχείου στ) του άρθρου 86, παράγραφος 1, υπολογίζονται σύμφωνα με το Υποτμήμα 4.

11. Όταν τα ανοίγματα υπό τη μορφή ενός οργανισμού συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ) πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο Παράρτημα VI, Μέρος 1, παράγραφοι 77 έως 78, και το πιστωτικό ίδρυμα έχει γνώση όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να εξετάσει τα εν λόγω υποκείμενα ανοίγματα προκειμένου να υπολογίσει τα σταθμισμένα ποσά ανοίγματος και το ύψος των αναμενόμενων ζημιών σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στο παρόν Υποτμήμα.

Όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τις μεθόδους που αναφέρονται στο παρόν Υποτμήμα, τα σταθμισμένα ανοίγματα και οι αναμενόμενες ζημίες υπολογίζονται σύμφωνα με τις ακόλουθες μεθόδους:

α) Όσον αφορά ανοίγματα της κλάσης του στοιχείου ε) του άρθρου 86, παράγραφος 1, ισχύει η μέθοδος του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφοι 19 έως 21. Εάν, για τους σκοπούς αυτούς, το πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι σε θέση να διαφοροποιήσει μεταξύ ανοιγμάτων σε μετοχές μη διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, μετοχές διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο και άλλες μετοχές, τα υπόψη ανοίγματα ισοδυναμούν με ανοίγματα σε άλλες μετοχές.

β) Όσον αφορά όλα τα υπόλοιπα υποκείμενα ανοίγματα, ισχύει η μέθοδος που αναφέρεται στο Υποτμήμα 1 με τις κάτωθι τροποποιήσεις:

i) τα ανοίγματα ταξινομούνται στην κατάλληλη κλάση και λαμβάνουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αντιστοιχεί στην αμέσως ανώτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας από εκείνην στην οποία κατά κανόνα θα ταξινομούνταν, και

ii) τα ανοίγματα που ταξινομούνται στις ανώτερες βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας οι οποίες κατά κανόνα λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 150 %, λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 200 %.

12. Όταν τα ανοίγματα υπό τη μορφή ΟΣΕ δεν πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο Παράρτημα VI, Μέρος 1, παράγραφοι 77 έως 78 ή το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει γνώση όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να εξετάσει τα εν λόγω υποκείμενα ανοίγματα και να υπολογίσει τα σταθμισμένα ποσά ανοίγματος και τις αναμενόμενες ζημίες σύμφωνα με τη μέθοδο του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφοι 19 έως 21. Εάν, για τους σκοπούς αυτούς, το πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι σε θέση να διαφοροποιήσει μεταξύ ανοιγμάτων σε μετοχές μη διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, μετοχές διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο και άλλες μετοχές, τα υπόψη ανοίγματα ισοδυναμούν με ανοίγματα σε άλλες μετοχές. Για τους σκοπούς αυτούς, τα ανοίγματα που δεν αφορούν μετοχές ταξινομούνται σε μια από τις κλάσεις κινδύνου (μετοχές μη διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, μετοχές διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο ή άλλες μετοχές) του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφος 19, ενώ τα άγνωστα ανοίγματα ταξινομούνται στην κλάση ανοιγμάτων σε άλλες μετοχές.

Αντί της μεθόδου που περιγράφεται ανωτέρω, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να υπολογίσουν τα ίδια ή να βασισθούν σε έναν τρίτο για τον υπολογισμό και την αναφορά των μέσων σταθμισμένων ανοιγμάτων βάσει των υποκείμενων ανοιγμάτων των ΟΣΕ και σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που ακολουθούν κατωτέρω, εφόσον εξασφαλίζεται καταλλήλως η ορθότητα του υπολογισμού και της αναφοράς:

α) Όσον αφορά ανοίγματα της κλάσης του στοιχείου ε) του άρθρου 86, παράγραφος 1, ισχύει η μέθοδος του Παραρτήματος VII, Μέρος 1, παράγραφοι 19 έως 21. Εάν, για τους σκοπούς αυτούς, το πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι σε θέση να διαφοροποιήσει μεταξύ ανοιγμάτων σε μετοχές μη διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, μετοχές διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο και άλλες μετοχές, τα υπόψη ανοίγματα ισοδυναμούν με ανοίγματα σε άλλες μετοχές, ή

β) Όσον αφορά όλα τα υπόλοιπα υποκείμενα ανοίγματα, ισχύει η μέθοδος που αναφέρεται στο Υποτμήμα 1 με τις κάτωθι τροποποιήσεις:

i) στα ανοίγματα ταξινομούνται στην κατάλληλη κλάση και λαμβάνουν τον συντελεστή στάθμισης που αντιστοιχεί στην αμέσως ανώτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας από εκείνην στην οποία κατά κανόνα θα ταξινομούνταν, και

ii) στα ανοίγματα που ταξινομούνται στις ανώτερες βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας οι οποίες κατά κανόνα λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 150 %, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 200 %.

Άρθρο 88

1. Οι αναμενόμενες ζημίες από ανοίγματα που ανήκουν σε μια από τις κλάσεις των στοιχείων α) έως ε) του άρθρου 86, παράγραφος 1, υπολογίζονται σύμφωνα με τις μεθόδους που περιγράφονται στο Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφοι 29 έως 35.

2. Ο υπολογισμός των αναμενόμενων ζημιών σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφοι 29 έως 35 πρέπει να βασίζεται στα ίδια στοιχεία για την PD, τις LGD και την αξία ανοίγματος κάθε ανοίγματος με εκείνα που χρησιμεύουν για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 87. Για τα ανοίγματα που βρίσκονται ήδη σε αθέτηση, όπου τα πιστωτικά ιδρύματα χρησιμοποιούν δικές τους εκτιμήσεις για τις LGD, ως αναμενόμενες ζημίες (expected loss — EL) λαμβάνεται η σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Μέρος 4, παράγραφος 80, καλύτερη εκτίμηση (best estimate — ELBE) του πιστωτικού ιδρύματος για την αναμενόμενη ζημία λόγω του συγκεκριμένου ανοίγματος.

3. Οι αναμενόμενες ζημίες από τιτλοποιημένα ανοίγματα υπολογίζονται σύμφωνα με το Υποτμήμα 4.

4. Οι αναμενόμενες ζημίες από ανοίγματα που ανήκουν στην κλάση του στοιχείου ζ) του άρθρου 86, παράγραφος 1, είναι μηδενικές.

5. Οι αναμενόμενες ζημίες από τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας αγορασθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που περιγράφονται στο Παράρτημα VII, Μέρος 1, σημείο 35.

6. Οι αναμενόμενες ζημίες από ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 87, παράγραφοι 11 και 12 υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που περιγράφονται στο Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφοι 29 έως 35.

Άρθρο 89

1. Εφόσον το εγκρίνουν οι αρμόδιες αρχές, τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την άδεια να χρησιμοποιούν τη μέθοδο IRB κατά τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων και των αναμενόμενων ζημιών για μια ή περισσότερες κλάσεις ανοίγματος δύνανται να εφαρμόσουν τις διατάξεις του Υποτμήματος 1 όσον αφορά:

α) την κλάση ανοίγματος του στοιχείου α) του άρθρου 86, παράγραφος 1, όταν ο αριθμός των σημαντικών αντισυμβαλλομένων είναι περιορισμένος και η εφαρμογή ενός συστήματος διαβάθμισης για τους αντισυμβαλλόμενους αυτούς θα ήταν υπερβολικά επιβαρυντική για το πιστωτικό ίδρυμα,

β) την κλάση ανοίγματος του στοιχείου β), του άρθρου 86, παράγραφος 1, όταν ο αριθμός των σημαντικών αντισυμβαλλομένων είναι περιορισμένος και η εφαρμογή ενός συστήματος διαβάθμισης για τους αντισυμβαλλόμενους αυτούς θα ήταν υπερβολικά επιβαρυντική για το πιστωτικό ίδρυμα,

γ) ανοίγματα έναντι μη σημαντικών επιχειρηματικών μονάδων καθώς και κλάσεις ανοιγμάτων που είναι επουσιώδεις από άποψη μεγέθους και αντιληπτού προφίλ κινδύνου,

δ) ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων του οικείου κράτους μέλους και έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και διοικητικών φορέων, υπό την προϋπόθεση ότι:

i) δεν υφίσταται διαφορά ως προς τον κίνδυνο που παρουσιάζουν τα ανοίγματα έναντι της εν λόγω κεντρικής κυβέρνησης σε σχέση με αυτά τα άλλα ανοίγματα λόγω ειδικών δημόσιων διακανονισμών, και

ii) στα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 0 % στο πλαίσιο του Υποτμήματος 1,

ε) ανοίγματα ενός πιστωτικού ιδρύματος έναντι αντισυμβαλλομένου ο οποίος είναι η μητρική του επιχείρηση, η θυγατρική του ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης υπό την προϋπόθεση ότι ο αντισυμβαλλόμενος αποτελεί ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, χρηματοδοτικό ίδρυμα, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών και υπόκειται σε κατάλληλες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, ή επιχείρηση που συνδέεται με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/349/EΟΚ, καθώς και ανοίγματα μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 80, παράγραφος 8,

στ) ανοίγματα σε μετοχές έναντι οντοτήτων των οποίων οι πιστωτικές υποχρεώσεις λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 0 % δυνάμει του Υποτμήματος 1 (περιλαμβανομένων των υπό την αιγίδα του δημοσίου οντοτήτων στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί μηδενικός συντελεστής στάθμισης),

ζ) ανοίγματα σε μετοχές αναληφθέντα στο πλαίσιο νομοθετικών προγραμμάτων προώθησης συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας με τα οποία παρέχονται σημαντικές επιδοτήσεις στο πιστωτικό ίδρυμα για επενδύσεις και περιλαμβάνουν κάποια μορφή κρατικής εποπτείας και περιορισμούς όσον αφορά τις επενδύσεις σε μετοχικές. Η εξαίρεση αυτή περιορίζεται στο συνολικό ποσοστό του 10 % των βασικών ιδίων κεφαλαίων συν τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια,

η) τα ανοίγματα που προσδιορίζονται στο Παράρτημα VI, Μέρος 1, παράγραφος 40, και πληρούν τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις,

θ) κρατικές και κρατικά διασφαλιζόμενες εγγυήσεις σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Μέρος 2, παράγραφος 19.

Η παρούσα παράγραφος δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών να επιτρέψουν την εφαρμογή των κανόνων του Υποτμήματος 1 για ανοίγματα σε μετοχές τα οποία επιτρέπεται να υποστούν την μεταχείριση αυτή σε άλλα κράτη μέλη.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η κλάση ανοιγμάτων σε μετοχές ενός πιστωτικού ιδρύματος θεωρείται σημαντική όταν η συνολική τους αξία, μη συμπεριλαμβανομένων των ανοιγμάτων σε μετοχές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο νομοθετικών προγραμμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ζ), υπερβαίνει κατά μέσο όρο, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, το 10 % των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος. Εάν ο αριθμός των εν λόγω ανοιγμάτων σε μετοχές είναι μικρότερος από 10 μεμονωμένες συμμετοχές, το σχετικό όριο είναι το 5 % των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος.

Υποτμήμα 3

Μείωση του πιστωτικού κινδύνου

Άρθρο 90

Για τους σκοπούς του παρόντος Υποτμήματος, ως "δανειοδοτικό πιστωτικό ίδρυμα" νοείται το πιστωτικό ίδρυμα που έχει αναλάβει το υπόψη άνοιγμα ανεξαρτήτως του εάν αυτό απορρέει από δάνειο ή όχι.

Άρθρο 91

Τα πιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν την τυποποιημένη μέθοδο βάσει των άρθρων 78 έως 83, ή χρησιμοποιούν τη μέθοδο IRB βάσει των άρθρων 84 έως 89, αλλά δεν χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD και συντελεστές μετατροπής βάσει των άρθρων 87 και 88, δύνανται να αναγνωρίζουν την ύπαρξη μειωμένου πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο παρόν Υποτμήμα κατά τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 75, στοιχείο α), ή ως σχετικές αναμενόμενες ζημίες για τους σκοπούς του υπολογισμού του στοιχείου ιζ), του άρθρου 57, και στο άρθρο 63, παράγραφος 3.

Άρθρο 92

1. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται για την παροχή πιστωτικής προστασίας από κοινού με τις ενέργειες και τα μέτρα που λαμβάνει και τις διαδικασίες και πολιτικές που εφαρμόζει το δανειοδοτούν πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να οδηγούν σε διακανονισμούς πιστωτικής προστασίας αποτελεσματικούς από νομική άποψη και εφαρμόσιμους σε όλα τα οικεία νομικά συστήματα.

2. Το δανειοδοτικό πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του διακανονισμού πιστωτικής προστασίας και την αντιμετώπιση των σχετικών κινδύνων.

3. Σε περίπτωση χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, προκειμένου να είναι αποδεκτά προς αναγνώριση, τα στοιχεία ενεργητικού στα οποία αυτή βασίζεται πρέπει να παρέχουν επαρκή ρευστότητα και η αξία τους να παραμένει αρκετά σταθερή μέσα στο χρόνο ούτως ώστε να δημιουργείται η προσήκουσα βεβαιότητα ως προς την επιτυγχανόμενη πιστωτική προστασία, λαμβάνοντας υπόψη τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων και τον επιτρεπόμενο βαθμό αναγνώρισης. Η επιλεξιμότητα περιορίζεται στα στοιχεία ενεργητικού του Παραρτήματος VIII, Μέρος 1.

4. Σε περίπτωση χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, το δανειοδοτικό πιστωτικό ίδρυμα δικαιούται να ρευστοποιεί ή να διακρατεί, εγκαίρως, στοιχεία ενεργητικού από τα οποία απορρέει η προστασία σε περίπτωση αθέτησης, αφερεγγυότητας ή πτώχευσης του οφειλέτη –ή σε περίπτωση άλλου πιστωτικού γεγονότος που εμφαίνεται στα έγγραφα τεκμηρίωσης της πράξης– και, κατά περίπτωση, το όνομα του θεματοφύλακα που αναλαμβάνει την φύλαξη της εξασφάλισης. Ο βαθμός συσχετισμού μεταξύ αξίας των στοιχείων ενεργητικού στα οποία βασίζεται η προστασία και η πιστωτική ποιότητα του οφειλέτη δεν είναι αθέμιτος.

5. Σε περίπτωση μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, προκειμένου να είναι αποδεκτό προς αναγνώριση, το μέρος που παρέχει την εξασφάλιση πρέπει να είναι επαρκώς αξιόπιστο και η συμφωνία προστασίας να παράγει νομικά αποτελέσματα και να είναι εφαρμόσιμη στα οικεία νομικά συστήματα ούτως ώστε να υπάρχει η προσήκουσα βεβαιότητα ως προς την επιτυγχανόμενη πιστωτική προστασία, λαμβάνοντας υπόψη τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων και τον επιτρεπόμενο βαθμό αναγνώρισης. Η επιλεξιμότητα περιορίζεται στους παρόχους προστασίας και τα είδη συμφωνίας προστασίας του Παραρτήματος VIII, Μέρος 1.

6. Πρέπει να πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις του Παραρτήματος VIII, Μέρος 2.

Άρθρο 93

1. Όταν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 92, ο υπολογισμός των σταθμισμένων ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών, δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το Παράρτημα VIII, Μέρη 3 έως 6.

2. Ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα για το οποίο αποκτάται μείωση του πιστωτικού κινδύνου δεν επιτρέπεται, σε καμία περίπτωση, να οδηγεί σε μεγαλύτερο ποσό σταθμισμένου ανοίγματος ή αναμενόμενης ζημίας από ένα ταυτόσημο άνοιγμα για το οποίο δεν υπάρχει μείωση του πιστωτικού κινδύνου.

3. Όταν το σταθμισμένο άνοιγμα περιλαμβάνει ήδη πιστωτική προστασία βάσει των άρθρων 78 έως 83 ή των άρθρων 84 έως 89, κατά περίπτωση, ο υπολογισμός της πιστωτικής προστασίας δεν αναγνωρίζεται πλέον βάσει του παρόντος Υποτμήματος.

Υποτμήμα 4

Τιτλοποίηση

Άρθρο 94

Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί την τυποποιημένη μέθοδο που περιγράφεται στα άρθρα 78 έως 83 για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων για την κλάση στην οποία ανήκουν τα τιτλοποιημένα ανοίγματα βάσει του άρθρου 79, υπολογίζει το ύψος του σταθμισμένου ανοίγματος για μια θέση τιτλοποίησης σύμφωνα με το Παράρτημα IX, Μέρος 4, παράγραφοι 1 έως 36.

Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, υπολογίζει το σταθμισμένο άνοιγμα σύμφωνα με το Παράρτημα IX, Μέρος 4, παράγραφοι 1 έως 5 και 37 έως 76.

Άρθρο 95

1. Όταν έχει μεταβιβαστεί σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος συνδεόμενος με τιτλοποιημένα ανοίγματα από το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τους όρους του Παραρτήματος IX, Μέρος 2, το πιστωτικό ίδρυμα δύναται:

α) σε περίπτωση παραδοσιακής τιτλοποίησης, να εξαιρέσει από τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών, τα ανοίγματα τα οποία έχει τιτλοποιήσει, και

β) σε περίπτωση σύνθετης τιτλοποίησης, να υπολογίσει τα σταθμισμένα ανοίγματα και, κατά περίπτωση, τις αναμενόμενες ζημίες για τα τιτλοποιημένα ανοίγματα σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΧ, Μέρος 2.

2. Στις περιπτώσεις που ισχύει η παράγραφος 1, το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα υπολογίζει τα σταθμισμένα ανοίγματα σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΧ για τυχόν θέσεις που κατέχει στην τιτλοποίηση.

Όταν το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα δεν μεταβιβάζει έναν σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν υποχρεούται να υπολογίσει σταθμισμένα ανοίγματα για καμία από τις θέσεις τις οποίες ενδέχεται να κατέχει στην υπόψη τιτλοποίηση.

Άρθρο 96

1. Για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ανοίγματος μιας θέσης σε τιτλοποίηση, στην αξία ανοίγματος της θέσης εφαρμόζονται συντελεστές στάθμισης σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΧ, βάσει της πιστωτικής ποιότητας της θέσης, πράγμα το οποίο μπορεί να προσδιορισθεί είτε με βάση πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕCAI είτε με άλλο τρόπο, όπως ορίζει το Παράρτημα ΙΧ.

2. Όταν υφίσταται άνοιγμα σε διάφορα τμήματα τιτλοποίησης, το άνοιγμα σε κάθε τμήμα τιτλοποίησης λαμβάνεται ως χωριστή θέση τιτλοποίησης. Οι φορείς παροχής πιστωτικής προστασίας σε θέσεις τιτλοποίησης θεωρείται ότι κατέχουν θέσεις στην τιτλοποίηση. Οι θέσεις τιτλοποίησης περιλαμβάνουν ανοίγματα σε τιτλοποίηση οφειλόμενα σε συμβάσεις παραγώγων επί επιτοκίων ή συναλλάγματος.

3. Όταν μια θέση τιτλοποίησης υπόκειται σε χρηματοδοτούμενη ή μη, πιστωτική προστασία ο εφαρμοστέος στη θέση αυτή συντελεστής στάθμισης δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 90 έως 93, σε συνδυασμό με το Παράρτημα ΙΧ.

4. Με την επιφύλαξη του στοιχείου ιη) του άρθρου 57 και του άρθρου 66, παράγραφος 2, το σταθμισμένο άνοιγμα περιλαμβάνεται, για τους σκοπούς του άρθρου 75, στοιχείο α), στο συνολικό ποσό των σταθμισμένων ανοιγμάτων του πιστωτικού ιδρύματος.

Άρθρο 97

1. Μια πιστοληπτική αξιολόγηση από ECAI μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό του συντελεστή στάθμισης ενός ανοίγματος σε τιτλοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 96, μόνον εφόσον οι αρμόδιες αρχές έχουν αναγνωρίσει τον ΕCAI ως επιλέξιμο προς τον σκοπό αυτόν (εφεξής: "επιλέξιμος ΕCAI").

2. Οι αρμόδιες αρχές αναγνωρίζουν έναν ΕCAI ως επιλέξιμο για τους σκοπούς της παραγράφου 1 μόνον εφόσον πεισθούν ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 81, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά κριτήρια του Παραρτήματος VI, Μέρος 2, και ότι διαθέτει αποδεδειγμένες ικανότητες στον τομέα των τιτλοποιήσεων, απόδειξη του οποίου μπορεί να είναι η ευρεία αποδοχή από την αγορά.

3. Ένας ΕCAI που έχει αναγνωριστεί ως επιλέξιμος από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους για τους σκοπούς της παραγράφου 1, δύναται να αναγνωριστεί και από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών ως επιλέξιμος χωρίς να προβούν αυτές σε δική τους αξιολόγηση.

4. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επεξήγηση της διαδικασίας αναγνώρισης, καθώς και κατάλογο των επιλέξιμων ΕCAI.

5. Προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η πιστοληπτική αξιολόγηση από επιλέξιμο ΕCAI πρέπει να υπακούει στις αρχές της αξιοπιστίας και της διαφάνειας, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο Παράρτημα ΙΧ, Μέρος 3.

Άρθρο 98

1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής συντελεστών στάθμισης σε θέσεις τιτλοποίησης, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν σε ποιες από τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας του Παραρτήματος ΙΧ αντιστοιχούν οι σχετικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από επιλέξιμο ΕCAI. Οι αντιστοιχίες αυτές να είναι αντικειμενικές και συνεπείς.

2. Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους έχουν καθορίσει τις αντιστοιχίες δυνάμει της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών δύνανται να τις αναγνωρίσουν χωρίς να προβούν οι ίδιες σε καθορισμό αντιστοιχιών.

Άρθρο 99

Η χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων από ΕCAI για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων ενός πιστωτικού ιδρύματος βάσει του άρθρου 96 γίνεται με συνέπεια και σύμφωνα με το Παράρτημα IX, Μέρος 3. Δεν επιτρέπεται η επιλεκτική χρήση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων.

Άρθρο 100

1. Σε περίπτωση τιτλοποίησης ανανεούμενων πιστώσεων υπαγόμενης σε ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης των τίτλων, το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα υπολογίζει σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΧ, ένα πρόσθετο σταθμισμένο ποσό ανοίγματος προκειμένου να καλυφθεί ο κίνδυνος να αυξηθούν τα επίπεδα πιστωτικού κινδύνου στον οποίο είναι εκτεθειμένο μετά την ενεργοποίηση της πρόωρης εξόφλησης των τίτλων.

2. Για τους σκοπούς αυτούς, οι ανανεούμενες πιστώσεις αποτελούν ανοίγματα στα οποία τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των πελατών δύνανται να κυμαίνονται, με βάση την απόφαση του πελάτη για το ποσό που θα δανειστεί και θα εξοφλήσει, μέχρις ενός συμφωνημένου ορίου, ενώ μια ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης των τίτλων αποτελεί συμβατική ρήτρα η οποία, κατά την επέλευση συγκεκριμένων γεγονότων, απαιτεί την εξόφληση των θέσεων των επενδυτών πριν την αρχικά προσδιορισθείσα ληκτότητα των εκδοθέντων τίτλων.

Άρθρο 101

1. Ένα μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα που έχει κάνει χρήση του άρθρου 95 στον υπολογισμό των σταθμισμένων ανάλογα με τον κίνδυνο ποσών ανοίγματος σε σχέση με μια τιτλοποίηση, ή ένα ανάδοχο πιστωτικό ίδρυμα δεν πρέπει, προκειμένου να μειωθούν οι δυνητικές ή οι πραγματικές ζημίες των επενδυτών, να παρέχει στήριξη στην τιτλοποίηση πέραν των όσων προβλέπουν οι συμβατικές του υποχρεώσεις.

2. Εάν ένα μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα ή ένα ανάδοχο πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφωθεί προς την παράγραφο 1 όσον αφορά μια τιτλοποίηση, η αρμόδια αρχή απαιτεί από αυτό τουλάχιστον να διατηρεί κεφάλαια για όλα τα τιτλοποιημένα ανοίγματα σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί. Το πιστωτικό ίδρυμα δημοσιοποιεί ότι έχει παράσχει εξωσυμβατική στήριξη, καθώς και τον απορρέοντα αντίκτυπο στα υποχρεωτικά κεφάλαια.

Τμήμα 4

Ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο

Άρθρο 102

1. Οι αρμόδιες αρχές υποχρεώνουν τα πιστωτικά ιδρύματα να διατηρούν ίδια κεφάλαια για λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στα άρθρα 103, 104 και 105.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, τα πιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη μέθοδο του άρθρου 104 δεν επανέρχονται στη χρήση της μεθόδου που αναφέρεται στο άρθρο 103, παρά μόνον εφόσον υφίσταται αποδεδειγμένος λόγος και με τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών.

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, τα πιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν την μέθοδο του άρθρου 105 δεν επανέρχονται στη χρήση των μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 103, παρά μόνον εφόσον υφίσταται αποδεδειγμένος λόγος και με τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών.

4. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέψουν στα πιστωτικά ιδρύματα να χρησιμοποιούν συνδυασμό μεθόδων σύμφωνα με το Παράρτημα Χ, Μέρος 4.

Άρθρο 103

Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με την μέθοδο ΒΙΑ, ισοδυναμούν με ένα ορισμένο ποσοστό ενός συναφούς δείκτη, σύμφωνα με τις παραμέτρους που αναφέρονται στο Παράρτημα Χ, Μέρος 1.

Άρθρο 104

1. Βάσει της τυποποιημένης μεθόδου, τα πιστωτικά ιδρύματα κατανέμουν τις δραστηριότητές τους σε διάφορες κατηγορίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με το Παράρτημα Χ, Μέρος 2.

2. Για κάθε κατηγορία επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για λειτουργικό κίνδυνο ως ένα ορισμένο ποσοστό ενός συναφούς δείκτη, σύμφωνα με τις παραμέτρους που αναφέρονται στο Παράρτημα Χ, Μέρος 2.

3. Για ορισμένες κατηγορίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων οι αρμόδιες αρχές δύνανται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να επιτρέψουν σε ένα πιστωτικό ίδρυμα να χρησιμοποιήσει διαφορετικό συναφή δείκτη για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικό κίνδυνο, κατά τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα X, Μέρος 2, παράγραφοι 8 έως 14.

4. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικό κίνδυνο βάσει της τυποποιημένης μεθόδου ισοδυναμούν με το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικό κίνδυνο που αντιστοιχούν σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

5. Οι παράμετροι που ισχύουν για την τυποποιημένη μέθοδο καθορίζονται στο Παράρτημα Χ, Μέρος 2.

6. Προκειμένου να έχουν δικαίωμα εφαρμογής της τυποποιημένης μεθόδου, τα πιστωτικά ιδρύματα πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στο Παράρτημα Χ, Μέρος 2.

Άρθρο 105

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιούν εξελιγμένες μεθόδους μέτρησης βάσει των δικών τους συστημάτων μέτρησης λειτουργικού κινδύνου, εφόσον η αρμόδια αρχή εγκρίνει ρητά τη χρήση των σχετικών μοντέλων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα διαβεβαιώνουν τις αρμόδιες αρχές τους ότι πληρούν τα κριτήρια του Παραρτήματος Χ, Μέρος 3.

3. Όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί εξελιγμένη μέθοδος μέτρησης από μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και τις θυγατρικές του, ή από τις θυγατρικές μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες για τα διάφορα νομικά πρόσωπα αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στα άρθρα 129 έως 132. Η εφαρμογή περιλαμβάνει τα στοιχεία που απαριθμούνται στο Παράρτημα Χ, Μέρος 3.

4. Όταν ένα μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και οι θυγατρικές αυτού ή οι θυγατρικές μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ χρησιμοποιούν εξελιγμένη μέθοδο μέτρησης σε ενοποιημένη βάση, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέψουν την εκπλήρωση των κριτηρίων του Παραρτήματος Χ, Μέρος 3, από κοινού από το μητρικό ίδρυμα και τις θυγατρικές του.

Τμήμα 5

Μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα

Άρθρο 106

1. "Χρηματοδοτικά ανοίγματα": για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος τα στοιχεία ενεργητικού και τα εκτός ισολογισμού στοιχεία του Τμήματος 3, Υποτμήμα 1, χωρίς εφαρμογή των συντελεστών στάθμισης ή βαθμών κινδύνου που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές.

Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που προκύπτουν από τα στοιχεία που αναφέρονται του Παραρτήματος IV υπολογίζονται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους που περιγράφονται στο Παράρτημα ΙΙΙ. Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος εφαρμόζεται επίσης το Παράρτημα III, Μέρος 2, παράγραφος 2.

Όλα τα στοιχεία που καλύπτονται κατά 100 % από ίδια κεφάλαια, μπορούν, με τη συμφωνία των αρμοδίων αρχών, να εξαιρούνται από τον ορισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, εφόσον τα κεφάλαια αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη στα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος για τους σκοπούς του άρθρου 75 ή για τον υπολογισμό των άλλων συντελεστών εποπτείας που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία καθώς και από άλλες κοινοτικές πράξεις.

2. Στα χρηματοδοτικά ανοίγματα δεν συμπεριλαμβάνονται:

α) στην περίπτωση των πράξεων συναλλάγματος, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που προκύπτουν κανονικά κατά το διακανονισμό, κατά την περίοδο των 48 ωρών μετά την πληρωμή, ή

β) στην περίπτωση συναλλαγών για την αγοραπωλησία τίτλων, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που προκύπτουν κανονικά κατά το διακανονισμό στις πέντε εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την ημερομηνία πληρωμής ή την παράδοση των τίτλων, εάν η τελευταία γίνει νωρίτερα.

Άρθρο 107

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Τμήματος, ο όρος "πιστωτικό ίδρυμα" καλύπτει τα εξής:

α) το πιστωτικό ίδρυμα περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του ιδρύματος αυτού σε τρίτες χώρες, και

β) κάθε ιδιωτική ή δημόσια επιχείρηση, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων της, που ανταποκρίνεται στον ορισμό του "πιστωτικού ιδρύματος" και έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα.

Άρθρο 108

Ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα ενός πιστωτικού ιδρύματος σε έναν πελάτη ή σε μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών θεωρείται μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα, όταν η αξία του φθάσει ή υπερβεί το 10 % των ιδίων κεφαλαίων του.

Άρθρο 109

Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν να έχει κάθε πιστωτικό ίδρυμα συνετές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου για την επισήμανση και τη λογιστική καταγραφή όλων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και των επακόλουθων μεταβολών τους, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, καθώς και για την εποπτεία αυτών των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική που ακολουθεί το πιστωτικό ίδρυμα σε θέματα χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.

Άρθρο 110

1. Για όλα τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, το πιστωτικό ίδρυμα απευθύνει κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιείται, κατ' επιλογήν τους, σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες δύο διαδικασίες:

α) κοινοποίηση όλων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος, συνοδευόμενη από την κοινοποίηση, κατά τη διάρκεια του έτους, κάθε νέου μεγάλου χρηματοδοτικού ανοίγματος και κάθε αύξησης υπαρχόντων μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων κατά τουλάχιστον 20 % σε σχέση με την τελευταία κοινοποίηση, ή

β) κοινοποίηση όλων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τουλάχιστον τέσσερις φορές κατ' έτος.

2. Εκτός από την περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων που βασίζονται στο άρθρο 114 για την αναγνώριση εξασφαλίσεων κατά τον υπολογισμό της αξίας χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 111, μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά την έννοια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που εξαιρούνται βάση του άρθρου 113, παράγραφος 3, στοιχεία α) έως δ) και στ) έως η). Η συχνότητα κοινοποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να περιοριστεί σε δύο φορές το χρόνο για τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που προβλέπονται στο άρθρο 113, παράγραφος 3, στοιχεία ε) και θ), καθώς και στα άρθρα 115 και 116.

Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα επικαλείται το ευεργέτημα της παρούσας παραγράφου, διατηρεί τα στοιχεία τα σχετικά με τους λόγους που επικαλέστηκε επί ένα έτος από το γενεσιουργό γεγονός της απαλλαγής, ώστε να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να ελέγξουν το βάσιμο της απαλλαγής αυτής.

3. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα να αναλύσουν τα ανοίγματά τους σε εκδότες εξασφαλίσεων για πιθανές συγκεντρώσεις και ενδεχομένως, να αναλάβουν δράση ή να διαβιβάσουν στην αρμόδια αρχή τους το οποιοδήποτε σημαντικό εύρημα.

Άρθρο 111

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να έχουν, ως προς ένα πελάτη ή μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών, χρηματοδοτικά ανοίγματα των οποίων το συνολικό ποσό υπερβαίνει το 25 % των ιδίων κεφαλαίων.

2. Όταν αυτός ο πελάτης ή η ομάδα συνδεδεμένων πελατών είναι η μητρική επιχείρηση ή η θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος, ή/και μια ή περισσότερες από τις θυγατρικές αυτής της μητρικής επιχείρησης, το ποσοστό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μειώνεται σε 20 %. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να μην επιβάλουν το εν λόγω όριο του 20 % στα χρηματοδοτικά ανοίγματα, προς αυτούς του πελάτες, υπό την προϋπόθεση ότι θα προβλέπουν ιδιαίτερο έλεγχο των συγκεκριμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων μέσω άλλων μέτρων ή διαδικασιών. Eνημερώνουν την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών για το περιεχόμενο αυτών των μέτρων ή διαδικασιών.

3. Ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να αναλαμβάνει μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα των οποίων το συνολικό ποσό υπερβαίνει το 800 % των ιδίων κεφαλαίων του.

4. Ένα πιστωτικό ίδρυμα οφείλει, όσον αφορά τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναλαμβάνει, να τηρεί μονίμως τα όρια που καθορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3. Εάν, σε εξαιρετική περίπτωση, τα αναληφθέντα χρηματοδοτικά ανοίγματα υπερβαίνουν τα εν λόγω όρια, αυτό κοινοποιείται αμέσως στις αρμόδιες αρχές οι οποίες δύνανται, εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις, να παράσχουν περιορισμένη προθεσμία προκειμένου το πιστωτικό ίδρυμα να συμμορφωθεί προς τα όρια.

Άρθρο 112

1. Για τους σκοπούς των άρθρων 113 έως 117, ο όρος "εγγύηση" περιλαμβάνει πιστωτικά παράγωγα μέσα που αναγνωρίζονται βάσει των άρθρων 90 έως 93 εκτός από ομόλογα συνδεδεμένα με τον πιστωτικό κίνδυνο υποκείμενου μέσου (credit linked note).

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, όταν μπορεί να επιτραπεί η αναγνώριση χρηματοδοτούμενης ή μη πιστωτικής προστασίας βάσει των άρθρων 113 έως 117, αυτό θα εξαρτάται από τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας και άλλες ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 90 έως 93 για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων βάσει των άρθρων 78 έως 83.

3. Σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα βασίζεται στο άρθρο 114, παράγραφος 2, η αναγνώριση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας εξαρτάται από τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των άρθρων 84 έως 89.

Άρθρο 113

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν αυστηρότερα όρια από τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 111.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή μερικώς από την εφαρμογή του άρθρου 111, παράγραφοι 1, 2 και 3, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναλαμβάνει ένα πιστωτικό ίδρυμα έναντι της μητρικής του επιχείρησης, των άλλων θυγατρικών της μητρικής επιχείρησης, και των δικών του θυγατρικών, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές υπόκεινται στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως, στην οποία υπόκειται και το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή με τους ισοδύναμους κανόνες που ισχύουν σε τρίτη χώρα.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν, εν λόγω ή εν μέρει, από την εφαρμογή του άρθρου 111, τα ακόλουθα χρηματοδοτικά ανοίγματα:

α) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι κεντρικών διοικήσεων ή κεντρικών τραπεζών στις οποίες, άνευ εξασφάλισης, θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83,

β) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι διεθνών οργανισμών ή πολυμερών αναπτυξιακών τραπεζών στις οποίες, άνευ εξασφάλισης, θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83,

γ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις οι οποίες καλύπτονται ρητά από εγγύηση κεντρικών διοικήσεων, κεντρικών τραπεζών, νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, διεθνών οργανισμών ή πολυμερών αναπτυξιακών τραπεζών όταν στις μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις κατά της οντότητας που παρέχει την εγγύηση θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83,

δ) άλλα ανοίγματα έναντι, ή καλυπτόμενα από την εγγύηση κεντρικών διοικήσεων, κεντρικών τραπεζών, διεθνών οργανισμών, πολυμερών αναπτυξιακών τραπεζών ή νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, όταν στις μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις κατά της οντότητας έναντι της οποίας είναι το άνοιγμα ή η οποία παρέχει την εγγύηση θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83,

ε) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι των κεντρικών διοικήσεων ή των κεντρικών τραπεζών που δε μνημονεύονται στο στοιχείο α), εκφρασμένες και, ενδεχομένως, χρηματοδοτούμενες στο νόμισμα του πιστούχου,

στ) στοιχεία ενεργητικού και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών με χρεωστικούς τίτλους που έχουν εκδοθεί από τις κεντρικές διοικήσεις ή τις κεντρικές τράπεζες, διεθνείς οργανισμούς, πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες, τοπικές ή περιφερειακές διοικήσεις κρατών μελών ή δημόσιους φορείς, και οι οποίοι αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι του εκδότη στις οποίες θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83,

ζ) στοιχεία ενεργητικού και άλλα ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με κατάθεση ρευστών διαθέσιμων στο δανειοδοτούν πιστωτικό ίδρυμα ή στο πιστωτικό ίδρυμα που είναι η μητρική επιχείρηση ή θυγατρική του δανειοδοτούντος ιδρύματος,

η) στοιχεία ενεργητικού και άλλα ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με πιστοποιητικά καταθέσεων που έχουν εκδοθεί από το δανειοδοτούν πιστωτικό ίδρυμα ή από πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι η μητρική επιχείρηση ή θυγατρική του δανειοδοτούντος πιστωτικού ιδρύματος, και κατατεθεί σε οποιοδήποτε από αυτά,

θ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων, με ληκτότητα ενός έτους ή μικρότερης, και τα οποία δεν αποτελούν ίδια κεφάλαια αυτών των ιδρυμάτων,

ι) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, με ληκτότητα ενός έτους ή μικρότερη, εξασφαλισμένα σύμφωνα με το Παράρτημα IV, Μέρος 1, παράγραφος 85, έναντι ιδρυμάτων που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα αλλά πληρούν τους όρους της παραγράφου αυτής,

ια) εμπορικά και άλλα ανάλογα γραμμάτια, με ληκτότητα ενός έτους ή μικρότερης, που φέρουν οπισθογράφηση άλλου πιστωτικού ιδρύματος,

ιβ) καλυμμένα ομόλογα που εμπίπτουν στο πεδίο του Παραρτήματος VI, Μέρος 1, παράγραφοι 68 έως 70,

ιγ) μέχρι μεταγενέστερου συντονισμού, συμμετοχές σε ασφαλιστικές εταιρείες που αναφέρονται στο άρθρο 122, παράγραφος 1, έως το 40 % το πολύ των ιδίων κεφαλαίων του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος,

ιδ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι περιφερειακών ή κεντρικών πιστωτικών ιδρυμάτων με τα οποία το δανειοδοτούν πιστωτικό ίδρυμα είναι συνδεδεμένο, στο πλαίσιο δικτύου, δυνάμει νομοθετικών ή καταστατικών διατάξεων και τα οποία είναι υπεύθυνα, κατ' εφαρμογή αυτών των διατάξεων, να προβαίνουν σε εκκαθάριση των ρευστών διαθεσίμων μεταξύ των ιδρυμάτων που συμμετέχουν στο δίκτυο,

ιε) χρηματοδοτικά ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με τίτλους άλλων από αυτούς του στοιχείου στ),

ιστ) δάνεια ικανοποιητικώς, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, εξασφαλισμένα με υποθήκη επί αστικών ακινήτων ή με μετοχές σε φινλανδικές στεγαστικές εταιρείες, λειτουργούσες βάσει του φινλανδικού νόμου περί στεγαστικών εταιρειών του 1991, ή μεταγενέστερης ισοδύναμης νομοθεσίας, και πράξεις χρηματοδοτικής μίσθωσης βάσει των οποίων ο εκμισθωτής διατηρεί την πλήρη κυριότητα του εκμισθωθέντος ακινήτου ενόσω ο μισθωτής δεν έχει αποκτήσει το δικαίωμα να το αγοράσει, μέχρι ποσοστού 50 % της αξίας του ακινήτου,

ιζ) τα εξής, εφόσον λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 50 % βάσει των άρθρων 78 έως 83, και μόνον έως το 50 % της αξίας του εκάστοτε ακινήτου:

i) ανοίγματα εξασφαλισμένα με υποθήκη επί γραφείων ή άλλων εμπορικών ακινήτων ή με μετοχές σε φινλανδικές στεγαστικές εταιρείες που λειτουργούν βάσει του φινλανδικού στεγαστικού νόμου του 1991 ή επακόλουθης ισοδύναμης νομοθεσίας, για γραφεία ή άλλα εμπορικά ακίνητα, και

ii) ανοίγματα σχετιζόμενα με πράξεις μίσθωσης ακινήτων για γραφεία ή άλλα εμπορικά ακίνητα.

Για τους σκοπούς του σημείου ii), έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους δύνανται να επιτρέψουν σε πιστωτικά ιδρύματα να αναγνωρίζουν το 100 % της αξίας του σχετικού ακινήτου. Στο τέλος της περιόδου αυτής η δυνατότητα αυτή θα αναθεωρηθεί. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την τυχόν χρησιμοποίηση της προνομιακής αυτής δυνατότητας.

ιη) 50 % των στοιχείων εκτός ισολογισμού, περιορισμένου κινδύνου, που αναφέρονται στο Παράρτημα II,

ιθ) με τη συμφωνία των αρμοδίων αρχών, οι εγγυήσεις εκτός από τις εγγυήσεις πιστώσεων, οι οποίες έχουν νομοθετική ή κανονιστική βάση και τις οποίες παρέχουν στους πελάτες μέλη τους οι εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων που θεωρούνται πιστωτικά ιδρύματα, υπό την επιφύλαξη συντελεστή στάθμισης 20 % του ποσού τους, και

κ) τα στοιχεία εκτός ισολογισμού με χαμηλό κίνδυνο του Παραρτήματος ΙΙ, εφόσον έχει συναφθεί με τον πελάτη ή την ομάδα συνδεδεμένων πελατών, συμφωνία που προβλέπει ότι το χρηματοδοτικό άνοιγμα μπορεί να υπάρχει μόνον εφόσον ελεγχθεί ότι δεν θα οδηγήσει σε υπέρβαση των ορίων που ορίζονται στο άρθρο 111, παράγραφοι 1 έως 3.

Μετρητά που λήφθηκαν στο πλαίσιο ομολόγων συνδεδεμένων με τον πιστωτικό κίνδυνο υποκείμενου μέσου (credit linked note) εκδοθέντων από το πιστωτικό ίδρυμα, καθώς και δάνεια αντισυμβαλλομένου προς το πιστωτικό ίδρυμα καθώς και καταθέσεις του ιδίου στο πιστωτικό ίδρυμα, που υπάγονται σε συμφωνία συμψηφισμού συμπεριλαμβανόμενη στον ισολογισμό και αναγνωριζόμενη βάσει των άρθρων 90 έως 93 θεωρείται ότι υπάγονται στις διατάξεις του στοιχείου ζ).

Για τους σκοπούς του στοιχείου ιε) οι τίτλοι που ενεχυριάζονται αποτιμώνται στην τιμή αγοράς, έχουν υπεραξία σε σχέση με εξασφαλιζόμενα χρηματοδοτικά ανοίγματα και είναι είτε εισηγμένοι σε χρηματιστήριο είτε πράγματι διαπραγματεύσιμοι και κανονικά εισηγμένοι σε αγορά που λειτουργεί μέσω αναγνωρισμένων επαγγελματιών φορέων που εξασφαλίζουν, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, τη δυνατότητα καθορισμού αντικειμενικής τιμής που επιτρέπει να εξακριβώνεται, οποιαδήποτε στιγμή, η υπεραξία αυτών των τίτλων. Απαιτείται υπεραξία 100 %. Εντούτοις, η υπεραξία αυτή είναι 150 % στην περίπτωση μετοχών και 50 % στην περίπτωση ομολογιών εκδιδομένων από ιδρύματα, περιφερειακές διοικήσεις ή τοπικές αρχές των κρατών μελών εκτός από αυτά που προβλέπονται στο στοιχείο στ) και, στην περίπτωση ομολογιών εκδιδόμενων από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης άλλες από εκείνες στις οποίες εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83. Όταν υφίσταται αναντιστοιχία μεταξύ ληκτότητας του ανοίγματος και ληκτότητας της πιστωτικής προστασίας, η εξασφάλιση δεν αναγνωρίζεται. Κινητές αξίες που χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος.

Για τους σκοπούς του στοιχείου ιστ) η αξία του ακινήτου υπολογίζεται, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με αυστηρούς κανόνες αξιολόγησης, οι οποίοι προβλέπονται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις. Η αξιολόγηση γίνεται τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος. Για τους σκοπούς του στοιχείου ιστ), θεωρείται κατοικία η κατοικία την οποία χρησιμοποιεί ή εκμισθώνει ή θα χρησιμοποιήσει ή θα εκμισθώσει ο πιστούχος.

Τα κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή σχετικά με τις απαλλαγές που χορηγούνται βάσει του στοιχείου ιθ), προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι δεν προκαλούνται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

Άρθρο 114

1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, για τους σκοπούς του υπολογισμού της αξίας των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 111, παράγραφοι 1 έως 3, τα κράτη μέλη, όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις (αναλυτική μέθοδος) βάσει των άρθρων 90 έως 93, αντί να εφαρμόσουν την πλήρη ή μερική απαλλαγή που επιτρέπεται βάσει των στοιχείων στ), ζ), η) και ιε) του άρθρου 113, παράγραφος 3, δύνανται επιτρέψουν στα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα να χρησιμοποιήσουν αξία κατώτερη, μεν, της αξίας του χρηματοδοτικού ανοίγματος αλλά όχι κατώτερη της συνολικής πλήρως προσαρμοσμένης αξίας ανοίγματος των ανοιγμάτων τους έναντι του υπόψη πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών.

Για τους σκοπούς αυτούς ως "πλήρως προσαρμοσμένη αξία ανοίγματος" νοείται η αξία εκείνη που υπολογίζεται βάσει των άρθρων 90 έως 93 λαμβάνοντας υπόψη τη μείωση του πιστωτικού κινδύνου, τις προσαρμογές μεταβλητότητας και τις τυχόν αναντιστοιχίες ληκτότητας (E*).

Όταν η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, τα στοιχεία στ), ζ), η) και ιε) του άρθρου 113, παράγραφος 3, δεν εφαρμόζονται στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, σε ένα πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο έχει επιτραπεί να χρησιμοποιεί δικές του εκτιμήσεις LGD και συντελεστών μετατροπής για μια κλάση χρηματοδοτικών ανοιγμάτων βάσει των άρθρων 84 έως 89, μπορεί επίσης να επιτραπεί να αναγνωρίζει τα αποτελέσματα αυτά κατά τον υπολογισμό της αξίας των ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 111, παράγραφοι 1 έως 3, εφόσον οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι το πιστωτικό ίδρυμα είναι σε θέση να εκτιμήσει τα αποτελέσματα των χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων επί των ανοιγμάτων του χωριστά από άλλες συναφείς προς τις LGD πτυχές.

Οι αρμόδιες αρχές βεβαιώνονται ως προς την καταλληλότητα των εκτιμήσεων του πιστωτικού ιδρύματος που προορίζονται για τη μείωση της αξίας ανοίγματος για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 111.

Όταν σε ένα πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να χρησιμοποιεί δικές του εκτιμήσεις όσον αφορά τα αποτελέσματα χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων, τούτο πρέπει να γίνεται σε συνεπή βάση με την προσέγγιση που υιοθετείται κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Στα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει επιτραπεί να χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD και συντελεστές μετατροπής ως προς μια κλάση χρηματοδοτικών ανοιγμάτων βάσει των άρθρων 84 έως 89 η οποία δεν υπολογίζει την αξία των ανοιγμάτων τους βάσει της μεθόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μπορεί να επιτραπεί να χρησιμοποιούν τη μέθοδο που περιγράφεται ανωτέρω στην παράγραφο 1, ή τη μέθοδο που περιγράφεται στο στοιχείο ιε) του άρθρου 113, παράγραφος 3, όσον αφορά τον υπολογισμό της αξίας των ανοιγμάτων. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιούν μόνον μια από τις δύο μεθόδους.

3. Ένα πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο έχει επιτραπεί να χρησιμοποιεί τις μεθόδους που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2 όσον αφορά τον υπολογισμό της αξίας των ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 111, παράγραφοι 1 και 3, οφείλει να πραγματοποιεί περιοδικούς ελέγχους με προσομοίωση ακραίων καταστάσεων για τις συγκεντρώσεις πιστωτικού κινδύνου, μεταξύ άλλων και όσον αφορά την αξία εκποίησης των τυχόν εξασφαλίσεων.

Οι εν λόγω περιοδικοί έλεγχοι με προσομοίωση ακραίων καταστάσεων αφορούν τους κινδύνους που συνεπάγονται οι δυνητικές μεταβολές των συνθηκών της αγοράς που μπορούν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος και αυτούς που απορρέουν από την εκποίηση των εξασφαλίσεων σε καταστάσεις κρίσης.

Το πιστωτικό ίδρυμα παρέχει ικανοποιητικά στοιχεία στις αρμόδιες αρχές σχετικά με την επάρκεια και καταλληλότητα των ελέγχων με προσομοίωση ακραίων καταστάσεων τους οποίους διεξάγει για την εκτίμηση των συγκεκριμένων κινδύνων.

Σε περίπτωση που από έναν τέτοιο έλεγχο αποδειχθεί ότι η αξία εκποίησης των εξασφαλίσεων είναι κατώτερη από αυτήν που επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη βάσει των παραγράφων 1 και 2, μειώνεται αναλόγως η αξία των εξασφαλίσεων που επιτρέπεται να αναγνωριστεί κατά τον υπολογισμό της αξίας των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 111, παράγραφοι 1 έως 3.

Στην στρατηγική αντιμετώπισης του κινδύνου συγκέντρωσης τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα περιλαμβάνουν:

α) πολιτικές και διαδικασίες αντιμετώπισης κινδύνων που απορρέουν από αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και της ενδεχόμενης πιστωτικής προστασίας των ανοιγμάτων αυτών,

β) πολιτικές και διαδικασίες για να αντιμετωπισθεί κατάσταση κατά την οποία ο έλεγχος προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων καταδεικνύει ότι η αξία εκποίησης των εξασφαλίσεων είναι κατώτερη από αυτή που λαμβάνεται υπόψη βάσει των παραγράφων 1 και 2, και

γ) πολιτικές και διαδικασίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης που απορρέει από την εφαρμογή τεχνικών μείωσης του πιστωτικού κινδύνου και ιδίως μεγάλων έμμεσων πιστωτικών ανοιγμάτων (π.χ. έναντι ενός μεμονωμένου εκδότη τίτλων που χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση).

4. Όταν τα αποτελέσματα των εξασφαλίσεων αναγνωρίζονται βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 ή 2, τα κράτη μέλη δύνανται να θεωρήσουν ότι οποιοδήποτε καλυμμένο μέρος ενός ανοίγματος βαρύνει τον εκδότη των εξασφαλίσεων και όχι τον πελάτη.

Άρθρο 115

1. Τα κράτη μέλη μπορούν, για την εφαρμογή του άρθρου 111, παράγραφοι 1 έως 3, να εφαρμόσουν συντελεστή στάθμισης 20 % για τα στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών διοικήσεων των κρατών μελών εφόσον στις απαιτήσεις αυτές θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 20 % βάσει των άρθρων 78 έως 83, καθώς και τα άλλα ανοίγματα τα οποία έχει έναντι των κυβερνήσεων και διοικήσεων αυτών ή τα οποία είναι εγγυημένα από αυτές και στα οποία θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 20 % βάσει των άρθρων 78 έως 83. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να μειώσουν τον συντελεστή αυτόν σε 0 % για στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών διοικήσεων εφόσον στις απαιτήσεις αυτές θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83, καθώς και τα άλλα ανοίγματα τα οποία έχει έναντι των κυβερνήσεων και διοικήσεων αυτών ή τα οποία είναι εγγυημένα από αυτές και στα οποία θα εφαρμοζόταν συντελεστής στάθμισης 0 % βάσει των άρθρων 78 έως 83.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν, για την εφαρμογή του άρθρου 111, παράγραφοι 1 έως 3, να εφαρμόσουν συντελεστή στάθμισης 20 % στα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις καθώς και σε άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων με ληκτότητα άνω του έτους αλλά μικρότερη ή ίση της τριετίας, και συντελεστή στάθμισης 50 % στα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι ιδρυμάτων με ληκτότητα άνω της τριετίας, υπό τον όρο ότι οι τελευταίες αυτές αντιπροσωπεύονται από χρεωστικούς τίτλους που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα και ότι επίσης, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, οι χρεωστικοί αυτοί τίτλοι είναι πράγματι διαπραγματεύσιμοι σε αγορά αποτελούμενη από επαγγελματίες φορείς και ότι υπόκεινται σε καθημερινή τιμολόγηση στην αγορά αυτή ή η έκδοση των οποίων έχει επιτραπεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής του εκδίδοντος ιδρύματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν ίδια κεφάλαια.

Άρθρο 116

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 113, παράγραφος 3, στοιχείο θ), και του άρθρου 115, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης 20 % στα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων, ανεξαρτήτως της ληκτότητάς τους.

Άρθρο 117

1. Όταν ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα έναντι ενός πελάτη καλύπτεται από εγγύηση τρίτου, ή από ασφάλεια υπό μορφή τίτλων που εκδίδονται από τρίτον υπό τους όρους του άρθρου 113, παράγραφος 3, στοιχείο ιε), τα κράτη μέλη μπορούν:

α) να θεωρήσουν ότι το χρηματοδοτικό άνοιγμα υφίσταται έναντι του εγγυητή και όχι έναντι του πελάτη, ή

β) να θεωρήσουν ότι το χρηματοδοτικό άνοιγμα υφίσταται έναντι του τρίτου και όχι έναντι του πελάτη, εάν το χρηματοδοτικό άνοιγμα που ορίζεται, στο άρθρο 113, παράγραφος 3, στοιχείο ιε), καλύπτεται με ασφάλεια υπό τους όρους που προβλέπονται στη διάταξη αυτή.

2. Όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την μεταχείριση που προβλέπεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1:

α) σε περίπτωση που η εγγύηση εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από εκείνο του χρηματοδοτικού ανοίγματος το ποσό του ανοίγματος που θεωρείται καλυμμένο υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταχείριση των αναντιστοιχιών νομισμάτων για μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, του Παραρτήματος VIII,

β) η αναντιστοιχία μεταξύ ληκτότητας του χρηματοδοτικού ανοίγματος και ληκτότητας της προστασίας υπόκειται στις διατάξεις που διέπουν τη μεταχείριση των αναντιστοιχιών ληκτότητας του Παραρτήματος VIII, και

γ) η μερική κάλυψη δύναται να αναγνωριστεί σύμφωνα με την μεταχείριση που περιγράφεται στο Παράρτημα VIII.

Άρθρο 118

Όταν η συμμόρφωση ενός πιστωτικού ιδρύματος με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το παρόν Τμήμα, σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση, δεν είναι η δέουσα βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 1, ή όταν οι διατάξεις του άρθρου 70 εφαρμόζονται σε μητρικά πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα σε ένα κράτος μέλος, πρέπει να ληφθούν μέτρα για να εξασφαλιστεί η ικανοποιητική κατανομή των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων εντός του ομίλου.

Άρθρο 119

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του παρόντος Τμήματος, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από τις κατάλληλες προτάσεις.

Τμήμα 6

Ειδική συμμετοχή εκτός του πιστωτικού τομέα

Άρθρο 120

1. Ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να κατέχει ειδική συμμετοχή ανώτερη του 15 % των ιδίων κεφαλαίων του σε επιχείρηση που δεν είναι ούτε πιστωτικό ίδρυμα ούτε χρηματοδοτικό ίδρυμα ούτε επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα αποτελεί άμεση προέκταση της τραπεζικής δραστηριότητας ή αφορά δευτερεύουσες υπηρεσίες της, όπως π.χ. leasing, factoring, διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, διαχείριση υπηρεσιών πληροφορικής ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα.

2. Το συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών σε επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα αποτελεί άμεση προέκταση της τραπεζικής δραστηριότητας ή αφορά δευτερεύουσες υπηρεσίες της, όπως π.χ. leasing, factoring, διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, διαχείριση υπηρεσιών πληροφορικής ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 60 % των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος.

3. Η υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος ή τη λήψη άλλων μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.

Άρθρο 121

Οι μετοχές ή τα μερίδια που κατέχονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια χρηματοδοτικής ενίσχυσης που αποσκοπεί στην εξυγίανση ή τη διάσωση μιας επιχείρησης, ή λόγω αναδοχής εκδόσεως τίτλων (underwriting) κατά την κανονική διάρκεια της έκδοσης των τίτλων αυτών ή ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου, δεν συμπεριλαμβάνονται στις ειδικές συμμετοχές κατά τον υπολογισμό των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 120, παράγραφοι 1 και 2. Οι μετοχές ή τα μερίδια που δεν έχουν το χαρακτήρα παγίων χρηματοπιστωτικών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 2, της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό.

Άρθρο 122

1. Τα κράτη μέλη δεν χρειάζεται να εφαρμόζουν τους περιορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 120, παράγραφοι 1 και 2, στις συμμετοχές σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στις οδηγίες 73/239/ΕΟΚ και 2002/83/ΕΚ, ή σε αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στην οδηγία 98/78/ΕΚ.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δεν εφαρμόζουν τα όρια που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 120, εάν προβλέπουν ότι τα πλεονάσματα ειδικών συμμετοχών σε σχέση με τα όρια αυτά καλύπτονται κατά 100 % από τα ίδια κεφάλαια τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό που απαιτείται βάσει του άρθρου 75. Αν υπάρχουν πλεονάσματα σε σχέση με τα όρια των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 120, το ποσό που καλύπτεται με ίδια κεφάλαια είναι το υψηλότερο από τα πλεονάσματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Διαδικασια Αξιολογησησ Των Πιστωτικων Ιδρυματων

Άρθρο 123

Τα πιστωτικά ιδρύματα διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και πλήρεις στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν.

Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Εποπτεια Και Δημοσιοποιηση Πληροφοριων Απο Τισ Αρμοδιεσ Αρχεσ

Τμήμα 1

Εποπτεία

Άρθρο 124

1. Λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που παρατίθενται στο Παράρτημα ΧΙ, οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία και αξιολογούν τους κινδύνους τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβουν.

2. Το εύρος της εξέτασης και της αξιολόγησης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 συμπίπτει με εκείνο των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας.

3. Βάσει της εξέτασης και της αξιολόγησης που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν κατά πόσο οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα ίδια κεφάλαιά τους, εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων τους.

4. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν την συχνότητα και την ένταση της εξέτασης και της αξιολόγησης της παραγράφου 1 λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, την συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη τους κατά τον καθορισμό αυτόν την αρχή της αναλογικότητας. Η εξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

5. Η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές περιλαμβάνει τον κίνδυνο επιτοκίου τον οποίο αναλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και οποίος απορρέει από τις μη σχετιζόμενες με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δραστηριότητές τους. Μέτρα θα απαιτηθούν στην περίπτωση ιδρυμάτων των οποίων η οικονομική αξία μειώνεται κατά περισσότερο από 20 % των ιδίων κεφαλαίων τους ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και μη αναμενόμενης μεταβολής των επιτοκίων το μέγεθος της οποίας καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές και παραμένει το ίδιο για όλα τα πιστωτικά ιδρύματα.

Άρθρο 125

1. Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε ένα κράτος μέλος ή μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν στον εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα την άδεια λειτουργίας που προβλέπεται στο άρθρο 6.

2. Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος ή μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν στον εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα την άδεια λειτουργίας που προβλέπεται στο άρθρο 6.

Άρθρο 126

1. Στην περίπτωση κατά την οποία πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος ή την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών.

Όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μιας χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον υπάρχει πιστωτικό ίδρυμα σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

2. Όταν πρόκειται για περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών και όταν κανένα από τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την καταστατική της έδρα η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, το οποίο, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θεωρείται ως το πιστωτικό ίδρυμα το ελεγχόμενο από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ.

3. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κοινή συναινέσει, να παρεκκλίνουν από τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 εάν η εφαρμογή τους αντενδείκνυται, λαμβάνοντας υπόψη τα πιστωτικά ιδρύματα και τη σχετική σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στις διάφορες χώρες, και να αναθέσουν σε άλλη αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού λάβουν τέτοια απόφαση, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στο εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, ή στην εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, ή στο πιστωτικό ίδρυμα με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την απόφαση αυτή.

4. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τις συμφωνίες που υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 3.

Άρθρο 127

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα μέτρα που ενδεχομένως απαιτούνται για την υπαγωγή των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών σε ενοποιημένη εποπτεία. Με την επιφύλαξη του άρθρου 135, η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών δεν συνεπάγεται κατ' ουδένα τρόπο την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να ασκούν επί της εταιρείας αυτής εποπτεία σε ατομική βάση.

2. Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους δεν υπάγουν ένα θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα στην ενοποιημένη εποπτεία κατ' εφαρμογή μιας των περιπτώσεων του άρθρου 73, παράγραφος 1, στοιχεία β) και γ), οι αρμόδιες αρχές του κράτους όπου βρίσκεται το ίδρυμα αυτό μπορούν να ζητούν από τη μητρική του επιχείρηση πληροφορίες που θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας του.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες εθνικές τους αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία μπορούν να ζητούν από τις θυγατρικές ενός πιστωτικού ιδρύματος ή μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 137. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό διαδικασίες διαβίβασης και επαλήθευσης των πληροφοριών.

Άρθρο 128

Όταν κράτη μέλη διαθέτουν πλείονες αρμόδιες αρχές για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τον μεταξύ τους συντονισμό.

Άρθρο 129

1. Επιπλέον των ευθυνών που της ανατίθενται δυνάμει άλλων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, η αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση επί μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην ΕΕ και πιστωτικών ιδρυμάτων ελεγχόμενων από μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ασκεί και τα ακόλουθα καθήκοντα:

α) τον συντονισμό της συγκέντρωσης και της διαβίβασης συναφών ή ουσιωδών πληροφοριών τόσο σε περίοδο ομαλής λειτουργίας όσο και σε περίπτωση κρίσης, και

β) τον προγραμματισμό και συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων σε περίοδο ομαλής λειτουργίας, καθώς και σε περίπτωση κρίσης, τόσο σε σχέση με τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 124, σε συνεργασία με τις ενεχόμενες αρμόδιες αρχές.

2. Όσον αφορά τις αιτήσεις χορήγησης των αδειών που μνημονεύονται στα άρθρα 84, παράγραφος 1, 87, παράγραφος 9, και 105, και στο Παράρτημα III, Μέρος 6, αντίστοιχα, που υποβάλλονται από μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και τις θυγατρικές του, ή από κοινού από τις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους, σε πλήρη συνεννόηση, προκειμένου να αποφασισθεί αν πρέπει να χορηγηθεί ή όχι η αιτούμενη άδεια και να προσδιοριστούν οι όροι και προϋποθέσεις που πρέπει ενδεχομένως να πληρούνται για τη χορήγησή της.

Οι αιτήσεις στις οποίες αναφέρεται το πρώτο εδάφιο υποβάλλονται μόνον στην αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση ως προς την αίτηση εντός το πολύ έξι μηνών. Η κοινή αυτή απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση η οποία διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η προθεσμία του τρίτου εδαφίου αρχίζει την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από την αρμόδια αρχή της παραγράφου 1. Η αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 διαβιβάζει αμέσως την πλήρη αίτηση στις άλλες αρμόδιες αρχές.

Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός έξι μηνών, η αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 λαμβάνει μόνη της απόφαση σχετικά με την αίτηση. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τις επιφυλάξεις που έχουν εκφράσει οι άλλες αρμόδιες αρχές εντός του χρονικού διαστήματος των έξι μηνών. Η απόφαση διαβιβάζεται στον αιτούντα και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές, από τις αρμόδιες αρχές που ορίζονται στην παράγραφο 1.

Οι αποφάσεις που μνημονεύονται στο τρίτο και το πέμπτο εδάφιο αναγνωρίζονται ως καθοριστικές και εφαρμόζονται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Άρθρο 130

1. Σε περίπτωση κρίσης εντός τραπεζικού ομίλου, που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ειδοποιεί, το συντομότερο δυνατό, δυνάμει του Τίτλου V, Κεφάλαιο 1, Τμήμα 2, τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 49, στοιχείο α), και στο άρθρο 50. Η υποχρέωση αυτή ισχύει για όλες τις αρμόδιες αρχές που προσδιορίζονται βάσει των άρθρων 125 και 126 σε σχέση με συγκεκριμένο όμιλο, καθώς και για την αρμόδια αρχή που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 129, παράγραφος 1. Όπου είναι δυνατόν, η αρμόδια αρχή χρησιμοποιεί υπάρχοντες καθορισμένους διαύλους επικοινωνίας.

2. Η αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, όταν χρειάζεται πληροφορίες που έχουν ήδη παρασχεθεί σε άλλη αρμόδια αρχή, επικοινωνεί με αυτήν, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή υποβολή πληροφοριών στις διάφορες αρχές που ενέχονται στην εποπτεία.

Άρθρο 131

Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η εποπτεία, η αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και οι άλλες αρμόδιες αρχές θεσπίζουν γραπτές ρυθμίσεις σε θέματα συντονισμού και συνεργασίας.

Βάσει των ρυθμίσεων αυτών μπορούν να ανατεθούν πρόσθετα καθήκοντα στην αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και να προσδιοριστούν διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων και τη συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές.

Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στη θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης η οποία αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα μπορούν, με διμερή συμφωνία, να εκχωρήσουν την εποπτική τους αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν τη μητρική επιχείρηση με σκοπό οι τελευταίες αρχές να αναλάβουν την εποπτεία της θυγατρικής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή ενημερώνεται για την ύπαρξη και το περιεχόμενο τέτοιων συμφωνιών. Η Επιτροπή διαβιβάζει τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών.

Άρθρο 132

1. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους. Διαβιβάζουν μεταξύ τους όλες τις πληροφορίες που είναι ουσιώδεις ή σχετικές με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων που αναλαμβάνουν οι άλλες αρχές βάσει της παρούσας οδηγίας. Από την άποψη αυτή, οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν κατόπιν αιτήσεως όλες τις σχετικές πληροφορίες και διαβιβάζουν ιδία πρωτοβουλία όλες τις ουσιώδεις πληροφορίες.

Οι πληροφορίες για τις οποίες γίνεται λόγος στο πρώτο εδάφιο θεωρούνται ουσιώδεις αν μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής υγείας ενός πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος σε άλλο κράτος μέλος.

Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την ενοποιημένη εποπτεία μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην ΕΕ και πιστωτικών ιδρυμάτων ελεγχόμενων από μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, παρέχουν κάθε σχετική πληροφορία στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών που ασκούν εποπτεία επί θυγατρικών των εν λόγω μητρικών επιχειρήσεων. Κατά τον προσδιορισμό της έκτασης των σχετικών πληροφοριών, λαμβάνεται υπόψη η σπουδαιότητα των εν λόγω θυγατρικών για το χρηματοπιστωτικό σύστημα των κρατών μελών αυτών.

Οι ουσιώδεις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τα εξής:

α) τον προσδιορισμό της διάρθρωσης όλων των μείζονος σημασίας πιστωτικών ιδρυμάτων ενός ομίλου, καθώς και των αρχών που είναι αρμόδιες για τα πιστωτικά ιδρύματα του ομίλου,

β) τις διαδικασίες συγκέντρωσης πληροφοριών από τα πιστωτικά ιδρύματα ενός ομίλου και την επαλήθευση των πληροφοριών αυτών,

γ) αρνητικές εξελίξεις σε πιστωτικά ιδρύματα ή άλλες οντότητες ενός ομίλου που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τα πιστωτικά ιδρύματα, και

δ) σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, περιλαμβανομένης της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης βάσει του άρθρου 136 και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά τη χρήση της εξελιγμένης μεθόδου μέτρησης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια βάσει του άρθρου 105.

2. Οι αρμόδιες αρχές οι επιφορτισμένες με την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων ελεγχόμενων από μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ επικοινωνούν όποτε είναι δυνατόν με την αρμόδια αρχή του άρθρου 129, παράγραφος 1, όταν έχουν ανάγκη πληροφοριών όσον αφορά την εφαρμογή των προσεγγίσεων και μεθοδολογιών που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία τις οποίες ενδέχεται να έχει ήδη στη διάθεσή της η εν λόγω αρχή.

3. Προτού λάβουν απόφαση, οι ενεχόμενες αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τα θέματα που ακολουθούν, όταν η απόφαση έχει συνέπειες για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών:

α) μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων ενός ομίλου που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμοδίων αρχών, και

β) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, περιλαμβανομένης της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης βάσει του άρθρου 136 και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά τη χρήση της εξελιγμένης μεθόδου μέτρησης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια βάσει του άρθρου 105.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), ζητείται πάντοτε η γνώμη της αρμόδιας για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση αρχής.

Ωστόσο, μια αρμόδια αρχή δύναται να αποφασίσει να μην συμβουλευθεί κανέναν σε επείγουσες περιπτώσεις ή στις οποίες αυτό θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των αποφάσεών της. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει πάραυτα τις άλλες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 133

1. Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση απαιτούν, για την άσκηση της εποπτείας, την ολική ενοποίηση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αποτελούν θυγατρικές της μητρικής επιχείρησης.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτήσουν μόνον αναλογική ενοποίηση στην περίπτωση που, κατά τη γνώμη τους, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης η οποία κατέχει τη συμμετοχή περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει, λαμβανομένης υπόψη της ευθύνης των άλλων μετόχων ή εταίρων των οποίων η φερεγγυότητα είναι ικανοποιητική. Η ευθύνη των άλλων μετόχων και εταίρων καθορίζεται σαφώς, εν ανάγκη με την ανάληψη επίσημων υπογεγραμμένων υποχρεώσεων.

Στην περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν πώς πρέπει να γίνει η ενοποίηση.

2. Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση απαιτούν την αναλογική ενοποίηση των συμμετοχών σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία διευθύνονται από επιχείρηση συμπεριλαμβανομένη στην ενοποίηση από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μη συμπεριλαμβανόμενες στην ενοποίηση, όταν η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.

3. Εκτός των περιπτώσεων που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 και 2, στις υπόλοιπες περιπτώσεις συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν αν και με ποια μορφή πρέπει να πραγματοποιείται η ενοποίηση. Μπορούν ιδιαίτερα να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσεως. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως.

Άρθρο 134

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 133, οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν αν και με ποια μορφή θα γίνει η ενοποίηση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά τις αρμόδιες αρχές, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά, και

β) όταν δύο ή πλείονα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς προς τούτο να απαιτείται σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρήση της μεθόδου του άρθρου 12 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως.

2. Όταν η ενοποιημένη εποπτεία επιβάλλεται κατ' εφαρμογή των άρθρων 125 και 126, οι επιχειρήσεις επικουρικών υπηρεσιών και οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων όπως ορίζονται στην οδηγία 2002/87/ΕΚ περιλαμβάνονται στην ενοποίηση στις ίδιες περιπτώσεις και με τις ίδιες μεθόδους όπως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 133 και στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 135

Τα κράτη μέλη απαιτούν τα πρόσωπα που όντως διευθύνουν τις δραστηριότητες μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία πείρα για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 136

1. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας να προβούν εγκαίρως στις απαραίτητες ενέργειες ή να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση.

Στα μέτρα που έχουν στη διάθεσή τους οι αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν περιλαμβάνονται τα εξής :

α) να υποχρεώνουν τα πιστωτικά ιδρύματα να διατηρούν ίδια κεφάλαια πάνω από το ελάχιστο επίπεδο που ορίζει το άρθρο 75,

β) να απαιτούν την ενίσχυση των διακανονισμών, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που τέθηκαν σε εφαρμογή για τη συμμόρφωση με τα άρθρα 22 και 123,

γ) να υποχρεώνουν τα πιστωτικά ιδρύματα να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων,

δ) να θέτουν περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, το επιχειρηματικό φάσμα ή το δίκτυο των πιστωτικών ιδρυμάτων, και

ε) να απαιτούν τη μείωση του κινδύνου τον οποίον ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η λήψη των μέτρων αυτών υπάγεται στις διατάξεις του Κεφαλαίου 1, Τμήμα 2.

2. Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν ειδική κεφαλαιακή απαίτηση, η οποία υπερβαίνει το ελάχιστο επίπεδο το οποίο ορίζει το άρθρο 75, τουλάχιστον στα πιστωτικά ιδρύματα που δεν πληρούν τις οριζόμενες στα άρθρα 22, 109 και 123 απαιτήσεις ή για τα οποία υπάρχουν αρνητικές διαπιστώσεις ως προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 124, παράγραφος 3, εφόσον μόνη της η εφαρμογή άλλων μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς εντός του κατάλληλου χρονικού πλαισίου τις ρυθμίσεις, διαδικασίες, μηχανισμούς και στρατηγικές.

Άρθρο 137

1. Εν αναμονή μελλοντικού συντονισμού των μεθόδων ενοποίησης, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, όταν η μητρική ενός ή πλειόνων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μεικτή εταιρεία συμμετοχών, οι αρχές οι αρμόδιες για τη χορήγηση αδείας και την εποπτεία των ιδρυμάτων αυτών απαιτούν από την μεικτή εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της, είτε απευθείας είτε μέσω των θυγατρικών πιστωτικών ιδρυμάτων, την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την άσκηση της εποπτείας των θυγατρικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να προβούν οι ίδιες ή να αναθέσουν σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων που απέστειλαν οι μεικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους. Αν η μεικτή εταιρεία συμμετοχών ή μία των θυγατρικών της είναι ασφαλιστική επιχείρηση, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και η διαδικασία του άρθρου 140, παράγραφος 1. Αν η μεικτή εταιρεία συμμετοχών ή μία των θυγατρικών της βρίσκεται σε κράτος μέλος άλλο από αυτό του θυγατρικού πιστωτικού ιδρύματος, η επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 141.

Άρθρο 138

1. Με την επιφύλαξη του Κεφαλαίου 2, Τμήμα 5, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, εάν μια μητρική επιχείρηση ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μεικτή εταιρεία συμμετοχών, οι αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων ασκούν γενική εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και της μεικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της.

2. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών δημοσίευσης στοιχείων και λογιστικής, ώστε να μπορούν να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν και να ελέγχουν κατάλληλα τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με την μεικτή εταιρεία συμμετοχών η οποία είναι η μητρική τους και τις θυγατρικές της. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν την γνωστοποίηση από τα πιστωτικά ιδρύματα οποιασδήποτε σημαντικής συναλλαγής πραγματοποιείται με τις οντότητες αυτές, εκτός εκείνης που προβλέπεται στο άρθρο 110. Οι διαδικασίες αυτές και οι σημαντικές συναλλαγές αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από την πλευρά των αρμόδιων αρχών.

Όταν οι προαναφερθείσες εντός ομίλου συναλλαγές απειλούν τη χρηματοοικονομική κατάσταση ενός πιστωτικού ιδρύματος, η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του ιδρύματος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

Άρθρο 139

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κανένα νομικό εμπόδιο να μην εμποδίζει τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη εποπτεία, τις μεικτές εταιρείες συμμετοχών και τις θυγατρικές τους, ή τις προβλεπόμενες στο άρθρο 127, παράγραφος 3, θυγατρικές, να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες χρήσιμες για την άσκηση της εποπτείας σύμφωνα με τα άρθρα 124 έως 138 και το παρόν άρθρο.

2. Όταν η μητρική επιχείρηση και το ή τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι θυγατρικές της επιχείρησης αυτής είναι εγκατεστημένα σε διαφορετικά κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους κοινοποιούν μεταξύ τους όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να επιτρέψουν ή να διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση.

Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μητρική επιχείρηση δεν ασκούν οι ίδιες την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 125 και 126, μπορούν να κληθούν από τις αρμόδιες προς άσκηση της ενοποιημένης εποπτείας αρχές να ζητήσουν από τη μητρική πληροφορίες χρήσιμες για την άσκηση της ενοποιημένης εποπτείας, και να τις διαβιβάσουν στις αρχές αυτές.

3. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την ανταλλαγή, μεταξύ των αρμοδίων αρχών τους, των πληροφοριακών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 υπό τον όρο ότι, στην περίπτωση χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων επικουρικών υπηρεσιών, η συλλογή ή η κατοχή πληροφοριών δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο ότι οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να ασκούν σε ατομική βάση εποπτεία αυτών των ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων.

Επίσης τα κράτη μέλη επιτρέπουν την ανταλλαγή, μεταξύ των αρμοδίων αρχών, των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 137 υπό τον όρο ότι η συλλογή ή η κατοχή πληροφοριακών στοιχείων δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο ότι οι αρμόδιες αρχές ασκούν εποπτεία στη μεικτή εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, ή στις θυγατρικές του άρθρου 127, παράγραφος 3.

Άρθρο 140

1. Όταν πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μεικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή άλλου είδους επιχειρήσεις που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες υποκείμενες σε καθεστώς παροχής άδειας, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές που έχουν δημόσια εξουσία εποπτείας των ασφαλιστικών εταιρειών ή των εν λόγω άλλων επιχειρήσεων που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες συνεργάζονται στενά. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές αυτές ανακοινώνουν αμοιβαία όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της δραστηριότητας και της χρηματοοικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους.

2. Οι πληροφορίες που συλλέγονται στα πλαίσια της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, ιδιαίτερα οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο, όπως ορίζεται από το Κεφάλαιο 1, Τμήμα 2.

3. Οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία καταρτίζουν κατάλογο των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 2. Ο κατάλογος αυτός κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών και στην Επιτροπή.

Άρθρο 141

Όταν, στα πλαίσια της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους επιθυμούν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να επαληθεύσουν πληροφορίες σχετικά με πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, χρηματοδοτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 137 ή θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 127, παράγραφος 3, τα οποία είναι εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος, ζητούν από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους τη διενέργεια του ελέγχου αυτού. Οι αρχές οι οποίες έλαβαν την αίτηση, οφείλουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους να δώσουν συνέχεια είτε διενεργώντας οι ίδιες τον έλεγχο αυτόν, είτε επιτρέποντας στις αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να διενεργήσουν οι ίδιες τον έλεγχο, είτε επιτρέποντας τη διενέργειά του από εμπειρογνώμονα ή ελεγκτή. Η αρμόδια αρχή που έχει υποβάλει το αίτημα, μπορεί, εφόσον το επιθυμεί, να συμμετάσχει στον έλεγχο, όταν δεν τον πραγματοποιεί η ίδια.

Άρθρο 142

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, με την επιφύλαξη της ποινικής τους νομοθεσίας, μπορεί να επιβληθούν σε χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών ή στα υπεύθυνα στελέχη τους, που έχουν παραβεί νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις θεσπισθείσες βάσει των άρθρων 124 έως 141 και του παρόντος άρθρου, κυρώσεις ή μέτρα για την παύση της διαπιστωθείσας παράβασης ή της αιτίας τους. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, ιδίως όταν η εταιρική έδρα μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μεικτής εταιρείας συμμετοχών ευρίσκεται εκτός του τόπου στον οποίο είναι εγκατεστημένη η κεντρική της διοίκηση ή το κύριο κατάστημά της προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι εν λόγω κυρώσεις ή μέτρα παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Άρθρο 143

1. Σε περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος, η μητρική επιχείρηση του οποίου είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η έδρα της οποίας βρίσκεται σε τρίτη χώρα και δεν υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 125 και 126, οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν κατά πόσον το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία, από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας, η οποία είναι ισοδύναμη προς αυτή και υπόκειται στις αρχές, οι οποίες καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Ο σχετικός έλεγχος πραγματοποιείται από την αρμόδια αρχή που θα ήταν υπεύθυνη για την ενοποιημένη εποπτεία εάν ίσχυε η παράγραφος 3, κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή μιας από τις ρυθμιζόμενες οντότητες με άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα, ή με δική της πρωτοβουλία. Η εν λόγω αρμόδια αρχή συμβουλεύεται τις άλλες ενεχόμενες αρμόδιες αρχές.

2. Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών να εκφράζει γενικές εκτιμήσεις ως προς το κατά πόσον τα καθεστώτα ενοποιημένης εποπτείας των αρμόδιων αρχών τρίτων χωρών είναι σε θέση να επιτυγχάνουν τους στόχους της ενοποιημένης εποπτείας που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα η μητρική εταιρεία των οποίων εδρεύει σε τρίτη χώρα. Η επιτροπή αναθεωρεί τις εν λόγω εκτιμήσεις της και λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες μεταβολές των καθεστώτων ενοποιημένης εποπτείας που εφαρμόζονται από τις συγκεκριμένες αρμόδιες αρχές.

Η αρμόδια αρχή που ασκεί τον έλεγχο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 λαμβάνει υπόψη της τις τυχόν γενικές εκτιμήσεις. Για τον σκοπό αυτό, η αρμόδια αρχή συμβουλεύεται την επιτροπή προτού λάβει απόφαση.

3. Ελλείψει ισοδύναμης εποπτείας, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν κατ' αναλογία στο πιστωτικό ίδρυμα τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στο πιστωτικό ίδρυμα κατ' αναλογία ή επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εφαρμόσουν άλλες κατάλληλες εποπτικές τεχνικές που επιτυγχάνουν τους στόχους της εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση.

Οι εν λόγω εποπτικές τεχνικές συμφωνούνται από την αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την ενοποιημένη εποπτεία, μετά από διαβούλευση με τις άλλες ενεχόμενες αρμόδιες αρχές.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να ζητούν τη δημιουργία χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που να έχει την έδρα της στην Κοινότητα, και να εφαρμόζουν τις διατάξεις για την ενοποιημένη εποπτεία στην ενοποιημένη θέση της εν λόγω χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών.

Οι εποπτικές τεχνικές είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να επιτυγχάνουν τους στόχους της ενοποιημένης εποπτείας, όπως καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο, και κοινοποιούνται στις άλλες ενεχόμενες αρμόδιες αρχές και στην Επιτροπή.

Τμήμα 2

Δημοσιοποίηση πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές

Άρθρο 144

Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) τα κείμενα νόμων, κανονισμών, διοικητικών κανόνων και γενικής καθοδήγησης που εκδίδονται στο οικείο κράτος μέλος όσον αφορά τον τομέα της εποπτικής ρύθμισης,

β) τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων και των ευχερειών που παρέχει η κοινοτική νομοθεσία,

γ) τα γενικά κριτήρια και μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν για την εξέταση και την αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 124, και

δ) με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου 1, Τμήμα 2, τα αθροιστικά στατιστικά δεδομένα για βασικές πτυχές της εφαρμογής του εποπτικού πλαισίου σε κάθε κράτος μέλος.

Οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να επαρκούν για τη αξιόπιστη σύγκριση των μεθόδων που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται σύμφωνα με κοινό μορφότυπο, ενημερώνονται τακτικά και είναι προσπελάσιμες μέσω μιας και μόνης ηλεκτρονικής τοποθεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Δημοσιοποιηση Πληροφοριων Απο Τα Πιστωτικα Ιδρυματα

Άρθρο 145

1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα πιστωτικά ιδρύματα δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα ΧΙΙ, Μέρος 2, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 146.

2. Η αναγνώριση, βάσει του Κεφαλαίου 2, Τμήμα 3, Υποτμήματα 2 και 3 και του άρθρου 105, των μέσων και μεθοδολογιών που αναφέρονται στο Παράρτημα ΧΙΙ, Μέρος 3 από τις αρμόδιες αρχές, εξαρτάται από τη δημοσιοποίηση από μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων των πληροφοριών που ορίζονται σε αυτό.

3. Τα πιστωτικά ιδρύματα υιοθετούν επίσημη πολιτική συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που θεσπίζονται στις παραγράφους 1 και 2 και διαθέτουν πολιτικές αξιολόγησης της καταλληλότητας των δημοσιοποιήσεών τους, περιλαμβανομένης της επαλήθευσης και της συχνότητάς τους.

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα, εάν υποβληθεί σχετικό αίτημα, θα πρέπει να επεξηγούν τις αποφάσεις τους σχετικά με τη διαβάθμιση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και άλλων εταιρειών που έχουν υποβάλει αίτηση χορήγησης δανείου, παρέχοντας γραπτώς τις σχετικές επεξηγήσεις εφόσον τους ζητηθεί. Σε περίπτωση που εθελοντική συμφωνία του κλάδου στην κατεύθυνση αυτή αποδειχθεί ανεπαρκής, εγκρίνονται μέτρα σε εθνικό επίπεδο. Το διοικητικό κόστος της παροχής επεξηγήσεων πρέπει να είναι αντίστοιχο του ποσού του δανείου.

Άρθρο 146

1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 145, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να μην προβούν σε μια ή περισσότερες από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στο Παράρτημα ΧΙΙ, Μέρος 2 εφόσον βάσει του κριτηρίου του Παραρτήματος ΧΙΙ, Μέρος 1, παράγραφος 1, δεν θεωρούνται ουσιώδεις οι παρεχόμενες με τις εν λόγω δημοσιοποιήσεις πληροφορίες.

2. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 145, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να παραλείψουν ένα ή περισσότερα πληροφοριακά στοιχεία περιλαμβανόμενα στις δημοσιοποιήσεις του Παραρτήματος ΧΙΙ, Μέρη 2 και 3 εφόσον βάσει των κριτηρίων του Παραρτήματος ΧΙΙ, Μέρος 1, παράγραφοι 2 και 3, τα στοιχεία αυτά θα περιλάμβαναν πληροφορίες θεωρούμενες αποκλειστικές ή εμπιστευτικές.

3. Στις έκτακτες περιπτώσεις της παραγράφου 2, το ενεχόμενο πιστωτικό ίδρυμα δηλώνει στις δημοσιοποιήσεις του το γεγονός ότι δεν δημοσιεύονται τα συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία και τον λόγο της μη δημοσίευσής τους και αντ' αυτών δημοσιεύει γενικότερου τύπου πληροφορίες σχετικά με το θέμα για το οποίο υπάρχει υποχρέωση δημοσιοποίησης, εκτός εάν τα σχετικά στοιχεία χαρακτηρίζονται αποκλειστικά ή εμπιστευτικά με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο Παράρτημα XII, Μέρος 1, παράγραφοι 2 και 3.

Άρθρο 147

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δημοσιεύουν τις απαιτούμενες βάσει του άρθρου 145 πληροφορίες τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Οι δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούνται το συντομότερο δυνατό.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα προσδιορίζουν επίσης αν απαιτείται μεγαλύτερη συχνότητα δημοσιεύσεων από ό, τι προβλέπεται στην παράγραφο 1 βάσει των κριτηρίων του Παραρτήματος ΧΙΙ, Μέρος 1, παράγραφος 4.

Άρθρο 148

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να προσδιορίζουν τον κατάλληλο τρόπο, τόπο και μέσο επαλήθευσης για την αποτελεσματική συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που ορίζει το άρθρο 145. Στο μέτρο του δυνατού, όλες οι δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούνται με τα ίδια μέσα ή στον ίδιο τόπο.

2. Ισοδύναμες δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούμενες από τα πιστωτικά ιδρύματα για λόγους λογιστικής, εισαγωγής τίτλων σε ρυθμιζόμενη αγορά ή άλλους λόγους μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν συμμόρφωση με το άρθρο 145. Εάν οι δημοσιοποιήσεις δεν περιλαμβάνονται στις οικονομικές εκθέσεις τους, τα πιστωτικά ιδρύματα αναφέρουν που υπάρχουν.

Άρθρο 149

Κατά παρέκκλιση των άρθρων 146 έως 148, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές να απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα:

α) να προβαίνουν σε μια ή περισσότερες από τις δημοσιοποιήσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα ΧΙΙ, Μέρη 2 και 3,

β) να δημοσιεύουν μια ή περισσότερες από τις πληροφορίες προς δημοσιοποίηση με μεγαλύτερη συχνότητα από την ετήσια και να θέτουν προθεσμίες δημοσίευσης,

γ) να χρησιμοποιούν συγκεκριμένα μέσα και τόπους δημοσιοποίησης διαφορετικά από εκείνα που ισχύουν για τις οικονομικές καταστάσεις και,

δ) να χρησιμοποιούν ειδικούς τρόπους επαλήθευσης των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται και δεν καλύπτονται από τον υποχρεωτικό έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ

Άρθρο 150

1. Υπό την επιφύλαξη, όσον αφορά στα ίδια κεφάλαια, της πρότασης την οποία η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει δυνάμει του άρθρου 62, οι τεχνικές προσαρμογές της παρούσας οδηγίας, όσον αφορά τις ακόλουθες περιπτώσεις, θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 151, παράγραφος 2:

α) την αποσαφήνιση των ορισμών προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας οι εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών,

β) την αποσαφήνιση των ορισμών προκειμένου να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας,

γ) την ευθυγράμμιση της ορολογίας και τη διατύπωση των ορισμών σύμφωνα με εκείνες των μεταγενέστερων πράξεων στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων και συναφών θεμάτων,

δ) τις τεχνικές προσαρμογές του καταλόγου του άρθρου 2,

ε) την τροποποίηση του ποσού του αρχικού κεφαλαίου το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 9 προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις,

στ) τη διεύρυνση του περιεχομένου του καταλόγου ο οποίος μνημονεύεται στα άρθρα 23 και 24 και περιέχεται στο Παράρτημα I ή την προσαρμογή της ορολογίας του καταλόγου προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές,

ζ) τους τομείς στους οποίους οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 42,

η) τις τεχνικές προσαρμογές στα άρθρα 56 έως 67 και στο άρθρο 74, λόγω των εξελίξεων στα λογιστικά πρότυπα ή στις απαιτήσεις, που λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις που θεσπίζει η κοινοτική νομοθεσία, ή λόγω της σύγκλισης των μεθόδων εποπτείας,

θ) την τροποποίηση του καταλόγου των κλάσεων χρηματοδοτικού ανοίγματος στα άρθρα 79 και 86, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών,

ι) το ποσό που προσδιορίζεται στο άρθρο 79, παράγραφος 2, στοιχείο γ), στο άρθρο 86 παράγραφος 4, στοιχείο α), στο Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφος 5, και στο Παράρτημα VII, Μέρος 2, παράγραφος 15, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις του πληθωρισμού,

ια) τον κατάλογο και την κατάταξη των εκτός ισολογισμού στοιχείων που αναφέρονται στα Παραρτήματα ΙΙ και IV και τον τρόπο με τον οποίο συνεκτιμώνται στον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος για τους σκοπούς του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3, ή

ιβ) την προσαρμογή των διατάξεων των Παραρτημάτων V έως ΧΙΙ προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και ιδίως όσον αφορά τα νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, στα λογιστικά πρότυπα ή στις απαιτήσεις με τα οποία λαμβάνεται υπόψη η κοινοτική νομοθεσία, ή λόγω της σύγκλισης των μεθόδων εποπτείας.

2. Η Επιτροπή δύναται να λάβει τα ακόλουθα μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 151, παράγραφος 2.

α) τον προσδιορισμό του μεγέθους των αιφνίδιων και μη αναμενόμενων μεταβολών των επιτοκίων που αναφέρονται στο άρθρο 124, παράγραφος 5,

β) την προσωρινή μείωση του ελάχιστου ύψους των ιδίων κεφαλαίων που ορίζεται στο άρθρο 75 και/ή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που ορίζονται στον Τίτλο V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3 προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ειδικές συνθήκες,

γ) με την επιφύλαξη της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 119, αποσαφήνιση των απαλλαγών που προβλέπονται στο άρθρο 111, παράγραφος 4 και στα άρθρα 113, 115 και 116,

δ) προσδιορισμό των βασικών πτυχών ως προς τις οποίες πρέπει να δημοσιοποιούνται αθροιστικά στατιστικά δεδομένα βάσει του άρθρου 144, παράγραφος 1, στοιχείο δ), ή

ε) προσδιορισμό της μορφής, της δομής, του καταλόγου περιεχομένων και την ημερομηνία της ετήσιας δημοσίευσης των δημοσιοποιήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 144.

3. Κανένα από τα εφαρμοσθέντα εκτελεστικά μέτρα δεν δύναται να μεταβάλει τις ουσιώδεις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

4. Με την επιφύλαξη των ήδη εγκριθέντων εκτελεστικών μέτρων, μετά την πάροδο διετίας από την έγκριση της παρούσας οδηγίας και το αργότερο την 1η Απριλίου 2008, αναστέλλεται η εφαρμογή των διατάξεών της που απαιτούν την έγκριση τεχνικών κανόνων, τροποποιήσεων και αποφάσεων σύμφωνα με την παράγραφο 2. Κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δύνανται να ανανεώσουν τις εν λόγω διατάξεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης και, προς τον σκοπό αυτόν, τις αναθεωρούν πριν την παρέλευση, κατά περίπτωση, της προαναφερθείσας προθεσμίας ή ημερομηνίας, όποια από τις δύο επέρχεται πρώτη.

Άρθρο 151

1. Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών που συστάθηκε με την απόφαση 2004/10/EΚ [23] της Επιτροπής.

2. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 3, και του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία του άρθρου 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

3. Η Επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Μεταβατικεσ Διαταξεισ

Άρθρο 152

1. Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία υπολογίζουν τα σταθμισμένα χρηματοδοτικά ανοίγματα βάσει των άρθρων 84 έως 89 προβλέπουν για την πρώτη, δεύτερη και τρίτη δωδεκάμηνη περίοδο που έπεται της 31ης Δεκεμβρίου 2006 ίδια κεφάλαια τα οποία, ανά πάσα στιγμή, υπερβαίνουν ή ισούνται με τα ποσά των παραγράφων 3, 4 και 5.

2. Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία χρησιμοποιούν τις εξελιγμένες μεθόδους μέτρησης σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 105 για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων για λειτουργικό κίνδυνο προβλέπουν για τη δεύτερη και τρίτη δωδεκάμηνη περίοδο που έπεται της 31ης Δεκεμβρίου 2006 ίδια κεφάλαια τα οποία, ανά πάσα στιγμή, υπερβαίνουν ή ισούνται με τα ποσά των παραγράφων 4 και 5.

3. Για την πρώτη δωδεκάμηνη περίοδο της παραγράφου 1, το ποσό των ιδίων κεφαλαίων ανέρχεται στο 95 % του συνολικού ελάχιστου ύψους των ιδίων κεφαλαίων που θα έπρεπε να διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα κατά την ίδια περίοδο βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων [24], όπως η εν λόγω οδηγία και η οδηγία 2000/12/ΕΚ ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007.

4. Για την δεύτερη δωδεκάμηνη περίοδο της παραγράφου 1, το ποσό των ιδίων κεφαλαίων ανέρχεται στο 90 % του συνολικού ελάχιστου ύψους των ιδίων κεφαλαίων που θα έπρεπε να διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα κατά την ίδια περίοδο βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, όπως η εν λόγω οδηγία και η οδηγία 2000/12/ΕΚ ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007.

5. Για την τρίτη δωδεκάμηνη περίοδο της παραγράφου 1, το ποσό των ιδίων κεφαλαίων ανέρχεται στο 80 % του συνολικού ελάχιστου ύψους των ιδίων κεφαλαίων που θα έπρεπε να διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα κατά την ίδια περίοδο βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, όπως η εν λόγω οδηγία και η οδηγία 2000/12/ΕΚ ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007.

6. Η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4 γίνεται με ποσά ιδίων κεφαλαίων πλήρως προσαρμοσμένα ώστε να αντικατοπτρίζουν τις διαφορές που υφίστανται, όσον αφορά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων, μεταξύ της οδηγίας 2000/12/ΕΚ και της οδηγίας 93/6/EΟΚ, όπως οι δύο οδηγίες ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007, διαφορές απορρέουσες από τη χωριστή μεταχείριση των αναμενόμενων και των μη αναμενόμενων ζημιών βάσει των άρθρων 84 και 89 της παρούσας οδηγίας.

7. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 6 του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα άρθρα 68 έως 73.

8. Έως την 1η Ιανουαρίου 2008 τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να εφαρμόζουν αντί των άρθρων τα οποία συνιστούν την τυποποιημένη μέθοδο στον Τίτλο V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3, Υποτμήμα 1, τα άρθρα 42 έως 46 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, όπως τα εν λόγω άρθρα ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007.

9. Όταν ασκείται η διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 8 ισχύουν τα εξής όσον αφορά τις διατάξεις της οδηγίας 2000/12/ΕΚ:

α) οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας οι οποίες μνημονεύονται στα άρθρα 42 έως 46 εφαρμόζονται όπως ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007,

β) "η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία" που μνημονεύεται στο άρθρο 42, παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας σημαίνει "σταθμισμένο κατά τον κίνδυνο χρηματοδοτικό άνοιγμα",

γ) τα αριθμητικά στοιχεία που προκύπτουν από το άρθρο 42, παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας θεωρούνται ως σταθμισμένα κατά τον κίνδυνο χρηματοδοτικά ανοίγματα,

δ) στον κατάλογο των στοιχείων υψηλού κινδύνου του Παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνονται τα "πιστωτικά παράγωγα μέσα", και

ε) η μεταχείριση που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας ισχύει για παράγωγα μέσα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος IV της εν λόγω οδηγίας ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για στοιχεία εντός ή εκτός ισολογισμού και τα αριθμητικά στοιχεία που παράγονται από την μεταχείριση που προβλέπεται στο Παράρτημα III λαμβάνονται ως σταθμισμένα κατά τον κίνδυνο χρηματοδοτικά ανοίγματα.

10. Όταν ασκείται η διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στην παράγραφο 8 ισχύουν τα εξής όσον αφορά την μεταχείριση των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τα οποία χρησιμοποιείται η τυποποιημένη μέθοδος:

α) Οι διατάξεις του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3, Υποτμήμα 3 σχετικά με την αναγνώριση της μείωσης του πιστωτικού κινδύνου δεν ισχύουν,

β) Οι διατάξεις του Τίτλου V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3, Υποτμήμα 4 σχετικά με την μεταχείριση της τιτλοποίησης δύνανται να μην εφαρμοστούν από τις αρμόδιες αρχές.

11. Όταν ασκείται η διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 8, η κεφαλαιακή απαίτηση για λειτουργικό κίνδυνο βάσει του άρθρου 75, στοιχείο δ), μειώνεται κατά το ποσοστό που εκπροσωπεί τον λόγο της αξίας των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του πιστωτικού ιδρύματος για τα οποία υπολογίζονται σταθμισμένα ποσά ανοίγματος σύμφωνα με την διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 8 προς την συνολική αξία των ανοιγμάτων του.

12. Όταν πιστωτικό ίδρυμα υπολογίζει σταθμισμένα ποσά για όλα τα χρηματοδοτικά του ανοίγματα σύμφωνα με τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 8, δύνανται να εφαρμοστούν τα άρθρα 48 έως 50 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ που αφορούν τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007.

13. Όταν ασκείται η διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 8, οι παραπομπές στα άρθρα 78 έως 83 της παρούσας οδηγίας, λαμβάνονται ως παραπομπές στα άρθρα 42 έως 46 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007.

14. Εάν ασκηθεί το δικαίωμα της παραγράφου 8, τα άρθρα 123, 124, 145 και 149 δεν έχουν εφαρμογή πριν από την αναφερθείσα ημερομηνία.

Άρθρο 153

Κατά τον υπολογισμό σταθμισμένων ποσών για χρηματοδοτικά ανοίγματα οφειλόμενα σε πράξεις χρηματοδοτικής μίσθωσης επί γραφείων ή άλλων εμπορικών ακινήτων που βρίσκονται στο έδαφός τους και ανταποκρίνονται στα κριτήρια του Παραρτήματος VI, Μέρος 1, παράγραφος 54, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέψουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 την εφαρμογή συντελεστή στάθμισης 50 % χωρίς να εφαρμοστεί το Παράρτημα VI, Μέρος 1, παράγραφοι 55 και 56.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, για τους σκοπούς του προσδιορισμού του εξασφαλισμένου μέρους ενός δανείου σε καθυστέρηση για τους σκοπούς του Παραρτήματος VI, να αναγνωρίσουν εξασφαλίσεις άλλες πλην των επιλέξιμων εξασφαλίσεων των άρθρων 90 έως 93.

Κατά τον υπολογισμό σταθμισμένων ποσών χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για το σκοπό του Παραρτήματος VI, Μέρος 1, παράγραφος 4, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, εφαρμόζεται ο ίδιος συντελεστής στάθμισης όσον αφορά τα ανοίγματα σε κεντρικές κυβερνήσεις των κρατών μελών ή σε κεντρικές τράπεζες που είναι εκφρασμένα και έχουν χρηματοδοτηθεί στο εγχώριο νόμισμα οιουδήποτε κράτους μέλους, όπως εφαρμόζεται για παρόμοια ανοίγματα που είναι εκφρασμένα και έχουν χρηματοδοτηθεί στο εγχώριο νόμισμά τους.

Άρθρο 154

1. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011 οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους δύνανται, για τους σκοπούς του Παραρτήματος VI, Μέρος 1, παράγραφος 61, να ορίζουν τον αριθμό των ημερών σε καθυστέρηση έως το πολύ 180 για ανοίγματα που μνημονεύονται στο Παράρτημα VI, Μέρος 1, παράγραφοι 12 έως 17 και 41 έως 43, έναντι αντισυμβαλλομένων που βρίσκονται στην επικράτειά τους, εφόσον αυτό ενδείκνυται από τις τοπικές συνθήκες. Ο συγκεκριμένος αριθμός μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις σειρές προϊόντων.

Οι αρμόδιες αρχές που δεν κάνουν χρήση της επιλογής του πρώτου εδαφίου για ανοίγματα έναντι αντισυμβαλλομένων που βρίσκονται στην επικράτειά τους, μπορούν να ορίσουν υψηλότερο αριθμό ημερών για ανοίγματα έναντι αντισυμβαλλομένων που βρίσκονται στην επικράτεια άλλων κρατών μελών οι αρμόδιες αρχές των οποίων έχουν χρησιμοποιήσει αυτή τη δυνατότητα. Ο συγκεκριμένος αριθμός πρέπει να κυμαίνεται από τις 90 ημέρες έως τον αριθμό ημερών που οι αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους έχουν ορίσει για ανοίγματα έναντι αυτών των αντισυμβαλλομένων στην επικράτειά τους.

2. Για τους πιστωτικούς οργανισμούς που θα υποβάλουν αίτηση για χρήση της προσέγγισης IRB πριν από το 2010, με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμοδίων αρχών, η απαίτηση περί τριετούς χρήσης που ορίζεται στο άρθρο 84, παράγραφος 3, μπορεί να περιοριστεί σε χρονική περίοδο που δεν θα είναι μικρότερη του ενός έτους μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2009.

3. Για τους πιστωτικούς οργανισμούς που θα υποβάλουν αίτηση για χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων για LGDs και/ή συντελεστές μετατροπής, η απαίτηση περί τριετούς χρήσης που ορίζεται στο άρθρο 84, παράγραφος 4 μπορεί να περιοριστεί στα δύο έτη μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008.

4. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους μπορούν να επιτρέπουν σε πιστωτικούς οργανισμούς να συνεχίσουν να εφαρμόζουν στις συμμετοχές της μορφής που προβλέπεται στο άρθρο 57, στοιχείο ιε), οι οποίες αποκτήθηκαν πριν από την 20 Ιουλίου 2006, τη μεταχείριση που ορίζει το άρθρο 38 της οδηγίας 2000/12/EΚ, όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε προ της 1ης Ιανουαρίου 2007.

5. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, το μέσο σταθμισμένο ύψος του LGD για όλα τα λιανικά ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που είναι εξασφαλισμένα με κατοικίες και δεν καλύπτονται από εγγυήσεις των κεντρικών διοικήσεων δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 10 %.

6. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δύνανται να απαλλάσσουν από την εφαρμογή της IRB ορισμένα ανοίγματα σε μετοχές που έχουν πραγματοποιήσει πιστωτικά ιδρύματα ή θυγατρικές πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ σε αυτό το κράτος μέλος την 31η Δεκεμβρίου 2007.

Η απαλλασσόμενη θέση ισούται με τον αριθμό των μετοχών που κατέχονται την 31η Δεκεμβρίου 2007 συν οποιαδήποτε πρόσθετη μετοχή η οποία αποτελεί άμεση απόρροια της κατοχής των συμμετοχών αυτών, εφόσον δεν αυξάνεται η αναλογία συμμετοχής στη σχετική εταιρεία.

Εάν μια εξαγορά αυξάνει το ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο συγκεκριμένης εταιρείας, το υπερβάλλον ποσοστό συμμετοχής δεν καλύπτεται από την απαλλαγή. Η απαλλαγή δεν ισχύει ούτε για συμμετοχές που αρχικά υπάγονταν σε αυτήν αλλά στη συνέχεια πωλήθηκαν και επαναγοράσθηκαν.

Τα ανοίγματα μετοχών που καλύπτονται από την παρούσα μεταβατική διάταξη υπάγονται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με τον Τίτλο V, Κεφάλαιο 2, Τμήμα 3, Υποτμήμα 1.

7. Όσον αφορά τα ανοίγματα έναντι εταιρειών, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους δύνανται, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, να καθορίσουν τον αριθμό ημερών σε καθυστέρηση την οποία οφείλουν να τηρούν όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που ανήκουν στη δικαιοδοσία τους στα πλαίσια του ορισμού της αθέτησης που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα VII, Μέρος 4, παράγραφος 44 όσον αφορά ανοίγματα έναντι αντισυμβαλλομένων του είδους αυτού ευρισκόμενων εντός του εκάστοτε κράτους μέλους. Η συγκεκριμένη περίοδος θα είναι 90 έως το πολύ 180 ημέρες αναλόγως του τι επιτρέπουν οι τοπικές συνθήκες. Για ανοίγματα έναντι αντισυμβαλλομένων του είδους αυτού εγκατεστημένων στην επικράτεια άλλων κρατών μελών, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν έναν αριθμό ημερών σε καθυστέρηση ο οποίος δεν υπερβαίνει τον αριθμό των ημερών που έχει καθορίσει η αρμόδια αρχή του αντίστοιχου κράτους μέλους.

Άρθρο 155

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόσουν ποσοστό 15 % όσον αφορά τον κλάδο δραστηριοτήτων "συναλλαγές και πωλήσεις" στα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων ο σχετικός δείκτης για τον κλάδο αυτόν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 50 % του συνόλου των σχετικών δεικτών για όλους τους κλάδους δραστηριοτήτων τους σύμφωνα με το Παράρτημα Χ, Μέρος 2, παράγραφοι 1 έως 7.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Τελικεσ Διαταξεισ

Άρθρο 156

Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, και λαμβάνοντας υπόψη τη συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εξετάζει σε περιοδική βάση εάν η παρούσα οδηγία ως σύνολο, από κοινού με την οδηγία 2006/49/ΕΚ έχει σημαντικές επιπτώσεις στον οικονομικό κύκλο και, με βάση την εξέταση αυτή μελετά αν δικαιολογείται η λήψη διορθωτικών μέτρων.

Βάσει της ανάλυσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη τη συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Επιτροπή καταρτίζει ανά διετία έκθεση την οποία υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο συνοδευόμενη ενδεχομένως από τις κατάλληλες προτάσεις. Συνεισφορές από δανειολήπτες και δανειοδότες λαμβάνονται επαρκώς υπόψη κατά την εκπόνηση της έκθεσης.

Έως την 1η Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή αναθεωρεί την εν λόγω οδηγία και εκπονεί έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της, εξετάζοντας ιδιαίτερα όλες τις πτυχές των άρθρων 68 έως 73, 80, παράγραφος 7, 80, παράγραφος 8, και 129· υποβάλλει δε την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη ενδεχομένως από αντίστοιχες προτάσεις.

Άρθρο 157

1. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τα άρθρα 4, 22, 57, 61 έως 64, 66, 68 έως 106, 108, 110 έως 115, 117 έως 119, 123 έως 127, 129 έως 132, 133, 136, 144 έως 149 και 152 έως 155 και τα Παραρτήματα II, III και V έως XII. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.

Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη θέτουν τις εν λόγω διατάξεις σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2007.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, πρέπει να περιλαμβάνεται σε αυτές αναφορά στην παρούσα οδηγία ή να συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στις οδηγίες που καταργούνται από την παρούσα οδηγία οι οποίες περιλαμβάνονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι αποτελούν αναφορές στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος αναφοράς και η διατύπωση αυτής της δήλωσης καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

3. Τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή, από την 1η Ιανουαρίου 2008, και όχι νωρίτερα, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με το άρθρο 87, παράγραφος 9, και το άρθρο 105.

Άρθρο 158

1. Η οδηγία 2000/12/EΚ όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες που παρατίθενται στο Παράρτημα XIII, Μέρος Α, καταργείται, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης και εφαρμογής που εμφαίνονται στο Παράρτημα XIII, Μέρος Β.

2. Οι αναφορές στις οδηγίες που καταργούνται θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο Παράρτημα XIV.

Άρθρο 159

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 160

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

 

Στρασβούργο, 14ης Ιουνίου 2006

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. Borrell fontelles

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. Winkler


[1] ΕΕ C 234, 22.9.2005, σ. 8.

[2] ΕΕ C 52, 2.3.2005, σ. 37.

[3] Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2005 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 7ης Ιουνίου 2006.

[4] ΕΕ L 126, 26.5.2000, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/29/EK (ΕΕ L 70, 9.3.2006, σ. 50).

[5] EE C 40, 7.2.2001, σ. 453.

[6] ΕΕ L 3, 7.1.2004, σ. 28.

[7] ΕΕ L 372, 31.12.1986, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 178, 17.7.2003, σ. 16).

[8] ΕΕ L 193, 18.7.1983, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

[9] ΕΕ L 243, 11.9.2002, σ. 1.

[10] Βλέπε σελίδα 201 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

[11] EE L 281, 23.11.1995, σ. 31. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284, 31.10.2003, σ. 1).

[12] ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23.

[13] ΕΕ C 284 Ε, 21.11.2002, σ. 115.

[14] Οδηγία 2000/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος (ΕΕ L 275, 27.10.2000, σ. 39).

[15] ΕΕ L 222, 14.8.1978, σ. 11. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

[16] Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/1/ΕΚ.

[17] ΕΕ L 184, 6.7.2001, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ.

[18] Όγδοη οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (ΕΕ L 126, 12.5.1984, σ. 20).

[19] Οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375, 31.12.1985, σ. 3). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ.

[20] Πρώτη οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ L 228, 16.8.1973, σ. 3). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ.

[21] Οδηγία 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 345, 19.12.2002, σ. 1). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ.

[22] Οδηγία 98/78/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (ΕΕ L 330, 5.12.1998, σ. 1). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ.

[23] ΕΕ L 3, 7.1.2004, σ. 36.

[24] ΕΕ L 141, 11.6.1993, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ.

--------------------------------------------------

Για τα παραρτήματα 1 έως και 14 σας παραπέμπουμε στο πρωτότυπο κείμενο


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο