Σχόλια

Όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2008/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2008.

Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 της Οδηγίας 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013.

Όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στις : [ 07-08-2009 ]

Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 Για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(Για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου)

Κατηγορία: Λοιπά

Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006

για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)


ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 44 παράγραφος 2 στοιχείο ζ),

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [1],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης [2],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η τέταρτη οδηγία 78/660/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών [3], η έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς [4], η οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων [5], και η οδηγία 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων [6] προβλέπουν ότι οι ετήσιοι και οι ενοποιημένοι λογαριασμοί πρέπει να ελέγχονται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται να διενεργούν τον έλεγχο αυτό.

(2) Οι όροι για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τη διενέργεια του υποχρεωτικού αυτού ελέγχου καθορίστηκαν στην όγδοη οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων [7].

(3) Η έλλειψη εναρμονισμένης προσέγγισης του υποχρεωτικού ελέγχου στην Κοινότητα οδήγησε την Επιτροπή να προτείνει, στην ανακοίνωση που δημοσίευσε το 1998 με τίτλο "Ο υποχρεωτικός έλεγχος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι μελλοντικές προοπτικές του" [8], τη δημιουργία επιτροπής λογιστικού ελέγχου που θα μπορούσε να προετοιμάσει νέα μέτρα στον τομέα αυτό σε στενή συνεργασία με τον κλάδο των ελεγκτών και τα κράτη μέλη.

(4) Με βάση τις εργασίες της επιτροπής αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε στις 15 Νοεμβρίου 2000 τη σύσταση για τη "Διασφάλιση της ποιότητας του υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου στην ΕΕ — Ελάχιστες υποχρεώσεις" [9] και, στις 16 Μαΐου 2002, τη σύσταση με τίτλο "Η ανεξαρτησία του ορκωτού ελεγκτή στην ΕΕ: θεμελιώδεις αρχές" [10].

(5) Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην ουσιαστική, καίτοι όχι πλήρη, εναρμόνιση, όσον αφορά τις απαιτήσεις υποχρεωτικού ελέγχου. Ένα κράτος μέλος που απαιτεί τον υποχρεωτικό έλεγχο μπορεί να επιβάλει αυστηρότερες απαιτήσεις, εκτός εάν ορίζεται άλλως στην παρούσα οδηγία.

(6) Τα επαγγελματικά προσόντα που αποκτούν οι νόμιμοι ελεγκτές βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεωρούνται ισοδύναμα. Συνεπώς, ένα κράτος μέλος δεν θα μπορεί πλέον να προβλέπει ότι η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου ενός ελεγκτικού γραφείου θα πρέπει να κατέχεται από νόμιμους ελεγκτές που έχουν λάβει άδεια στο κράτος αυτό ή ότι η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου ενός ελεγκτικού γραφείου θα πρέπει να έχουν λάβει άδεια στο κράτος αυτό.

(7) Ο υποχρεωτικός έλεγχος απαιτεί επαρκείς γνώσεις σε θέματα όπως το δίκαιο των εταιρειών, το φορολογικό δίκαιο και το δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης. Οι γνώσεις αυτές θα πρέπει να αποδεικνύονται με εξετάσεις πριν από τη χορήγηση άδειας σε νόμιμο ελεγκτή από άλλο κράτος μέλος.

(8) Για την προστασία των τρίτων, όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια θα πρέπει να καταχωρίζονται σε μητρώο, το οποίο είναι προσιτό στο κοινό και περιέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με τους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία.

(9) Οι νόμιμοι ελεγκτές θα πρέπει να τηρούν τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Πρέπει συνεπώς να υπόκεινται σε κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας οι οποίοι καλύπτουν τουλάχιστον την ευθύνη τους όσον αφορά το δημόσιο συμφέρον, την ακεραιότητα και την αντικειμενικότητά τους καθώς και την επαγγελματική τους επάρκεια και τη δέουσα επιμέλεια. Η ευθύνη δημοσίου συμφέροντος των νόμιμων ελεγκτών σημαίνει ότι μια ευρύτερη κοινότητα ατόμων και θεσμικών οργάνων βασίζεται στην ποιότητα της εργασίας ενός νομίμου ελεγκτή. Η καλή ποιότητα ελέγχου συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία των αγορών ενισχύοντας το κύρος και την αποτελεσματικότητα των λογαριασμών. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα εφαρμογής σε θέματα επαγγελματικής δεοντολογίας, υπό μορφήν ελάχιστων πρότυπων. Εδώ μπορούν να ληφθούν υπόψιν οι αρχές που περιέχονται στον Κώδικα Δεοντολογίας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών (IFAC).

(10) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία θα πρέπει να σέβονται την ιδιωτική ζωή των πελατών τους. Θα πρέπει συνεπώς να δεσμεύονται από αυστηρούς κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου, χωρίς όμως οι κανόνες αυτοί να εμποδίζουν την ορθή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Αυτοί οι κανόνες εμπιστευτικότητας θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης σε κάθε νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που έχει πάψει να συμμετέχει σε συγκεκριμένη ελεγκτική αποστολή.

(11) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία θα πρέπει να είναι ανεξάρτητοι κατά την εκτέλεση των υποχρεωτικών ελέγχων. Δύνανται να ενημερώνουν την ελεγχόμενη οντότητα για ζητήματα που ανακύπτουν κατά τον έλεγχο, αλλά πρέπει να απέχουν από τις εσωτερικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ελεγχόμενης οντότητας. Εάν η έκταση των απειλών για την ανεξαρτησία τους, ακόμη και μετά την εφαρμογή διασφαλίσεων για τoν περιορισμό των απειλών αυτών, είναι υπερβολικά υψηλή, θα πρέπει να παραιτούνται από μια ελεγκτική αποστολή ή να απέχουν αυτής. Το συμπέρασμα ότι υπάρχει σχέση που θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του ελεγκτή μπορεί να διαφέρει όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του ελεγκτή και της ελεγχόμενης οντότητας ή μεταξύ του δικτύου και της ελεγχόμενης οντότητας. Αν συνεταιρισμός, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 14 της παρούσας οδηγίας, ή παρόμοια οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, απαιτείται ή επιτρέπεται βάσει των εθνικών διατάξεων να είναι μέλος μη κερδοσκοπικής ελεγκτικής οντότητας, ένας αντικειμενικός, συνετός και ενημερωμένος τρίτος δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι λόγω της σχέσης της βασιζόμενης στην ιδιότητα του μέλους διακυβεύεται η ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή, εφόσον όταν μια τέτοια ελεγκτική οντότητα διενεργεί νόμιμο έλεγχο σε ένα από τα μέλη της εφαρμόζονται οι αρχές ανεξαρτησίας στους ελεγκτές που διεξάγουν τον έλεγχο και στους δυναμένους να ασκήσουν επιρροή στο νόμιμο έλεγχο. Παραδείγματα απειλών για την ανεξαρτησία ενός νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου αποτελούν το άμεσο ή έμμεσο οικονομικό συμφέρον στην ελεγχόμενη οντότητα και η παροχή συμπληρωματικών μη ελεγκτικών υπηρεσιών. Επίσης, το επίπεδο αμοιβής που δίνει μια ελεγχόμενη οντότητα ή/και η δομή της αμοιβής μπορεί να απειλούν την ανεξαρτησία ενός νόμιμου ελεγκτή ή ενός ελεγκτικού γραφείου. Τα είδη των διασφαλίσεων για τον περιορισμό ή την εξάλειψη των απειλών αυτών περιλαμβάνουν απαγορεύσεις, περιορισμούς, άλλες πολιτικές και διαδικασίες και απαιτήσεις γνωστοποίησης. Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία θα πρέπει να αρνούνται να αναλάβουν οποιαδήποτε συμπληρωματική μη ελεγκτική δραστηριότητα που θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία τους. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα για την ανεξαρτησία, ως ελάχιστα πρότυπα. Η Επιτροπή ενδέχεται εδώ να λάβει υπόψη της τις αρχές που περιέχονται στην προαναφερθείσα σύσταση της 16ης Μαΐου 2002. Προκειμένου να προσδιοριστεί η ανεξαρτησία των ελεγκτών, η έννοια ενός "δικτύου" εντός του οποίου λειτουργούν οι ελεγκτές θα πρέπει να είναι σαφής. Εν προκειμένω, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορες συνθήκες, όπως περιπτώσεις κατά τις οποίες μια δομή μπορεί να οριστεί ως δίκτυο επειδή αποβλέπει σε κέρδος ή επιμερισμό δαπανών. Τα κριτήρια που αποδεικνύουν την ύπαρξη δικτύου θα πρέπει να κρίνονται και να σταθμίζονται βάσει όλων των διαθέσιμων πραγματικών καταστάσεων, όπως το αν υπάρχουν κοινοί συνήθεις πελάτες.

(12) Σε περιπτώσεις αυτοελέγχου ή ίδιου συμφέροντος, εφόσον είναι απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου, το κράτος μέλος, και όχι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο, θα πρέπει να αποφασίζει εάν ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο θα πρέπει να παραιτείται ή να απέχει από μια ελεγκτική αποστολή σε σχέση με τους αποδέκτες των υπηρεσιών ελέγχου. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να οδηγεί σε κατάσταση κατά την οποία τα κράτη μέλη υπέχουν γενική υποχρέωση αποτροπής των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων από την παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών στους πελάτες τους. Προκειμένου να καθοριστεί το κατά πόσο είναι ενδεδειγμένο για ένα νόμιμο ελεγκτή ή ένα ελεγκτικό γραφείο, σε περιπτώσεις ιδίου συμφέροντος ή αυτοελέγχου, να μη διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους προκειμένου να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου, στους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη θα πρέπει να περιλαμβάνεται το ερώτημα εάν και κατά πόσο η ελεγχόμενη οντότητα δημοσίου συμφέροντος έχει εκδώσει ή όχι μεταβιβάσιμους τίτλους εισηγμένους προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων [11].

(13) Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η ποιότητα όλων των ελέγχων που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία είναι σταθερή και υψηλή. Όλοι οι υποχρεωτικοί έλεγχοι θα πρέπει συνεπώς να διενεργούνται βάσει των διεθνών ελεγκτικών προτύπων. Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή αυτών των προτύπων εντός της Κοινότητας θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [12]. Μια τεχνική επιτροπή ή ομάδα ελέγχου θα πρέπει να επικουρεί την Επιτροπή στην εκτίμηση της τεχνικής καταλληλότητας όλων των διεθνών ελεγκτικών προτύπων και θα πρέπει να χρησιμοποιεί επίσης το σύστημα των οργάνων δημόσιας εποπτείας των κρατών μελών. Για την επίτευξη μέγιστου βαθμού εναρμόνισης, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν εθνικές συμπληρωματικές ελεγκτικές διαδικασίες ή απαιτήσεις εκτός εάν αυτές απορρέουν από ειδικές εθνικές νομικές απαιτήσεις σχετιζόμενες με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών, πράγμα που σημαίνει ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν καλύπτονται από τα θεσπισθέντα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα. Τα κράτη μέλη θα μπορούν να διατηρήσουν αυτές τις συμπληρωματικές ελεγκτικές διαδικασίες έως ότου οι ελεγκτικές διαδικασίες ή απαιτήσεις καλυφθούν από διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που θεσπίζονται στη συνέχεια. Αν, παρ' όλα αυτά, τα εγκεκριμένα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα προβλέπουν διαδικασίες ελέγχου η άσκηση των οποίων συγκρούεται με την εθνική νομoθεσία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, λόγω συγκεκριμένων απαιτήσεων σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του υποχρεωτικού ελέγχου, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αφαιρέσουν το συγκρουόμενο τμήμα των διεθνών ελεγκτικών προτύπων, αν υπάρχουν τέτοιες συγκρούσεις, εφόσον εφαρμόζεται το άρθρο 26 παράγραφος 3. Κάθε προσθήκη ή αφαίρεση από τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσφέρει υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας των ετήσιων λογαριασμών των εταιρειών και να προάγει το δημόσιο συμφέρον. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, για παράδειγμα, να απαιτούν συμπληρωματική έκθεση ελεγκτή προς το εποπτικό συμβούλιο ή να ορίζουν άλλες απαιτήσεις πληροφόρησης και ελέγχου βάσει των εθνικών κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης.

(14) Για να υιοθετηθεί από την Επιτροπή και να εφαρμοστεί στην Κοινότητα, ένα διεθνές ελεγκτικό πρότυπο πρέπει να είναι διεθνώς γενικά αποδεκτό, να έχει αναπτυχθεί με πλήρη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών με ανοικτή και διαφανή διαδικασία, να ενισχύει την αξιοπιστία των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και να προάγει το ευρωπαϊκό δημόσιο συμφέρον. Η ανάγκη να υιοθετηθεί δήλωση σχετικά με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική στο πλαίσιο των προτύπων θα πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση στο πλαίσιο της απόφασης 1999/468/ΕΚ. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι πριν από την έναρξη της διαδικασίας υιοθέτησης ελέγχεται εάν και κατά πόσον οι απαιτήσεις αυτές έχουν εκπληρωθεί και να ενημερώνει τα μέλη της επιτροπής που ιδρύει η παρούσα οδηγία για τα αποτελέσματα του ελέγχου.

(15) Στην περίπτωση των ενοποιημένων λογαριασμών θα πρέπει να επιμερίζονται σαφώς οι ευθύνες των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον έλεγχο των τμημάτων συνιστωσών του ομίλου. Προς το σκοπό αυτό ο ελεγκτής του ομίλου θα πρέπει να φέρει την πλήρη ευθύνη για την έκθεση ελέγχου.

(16) Για να αυξήσει τη συγκρισιμότητα μεταξύ εταιρειών που εφαρμόζουν τα ίδια λογιστικά πρότυπα και για να ενισχύσει την εμπιστοσύνη του κοινού έναντι του ελέγχου, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να εκδώσει κοινή έκθεση για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών που καταρτίζονται βάσει των εγκεκριμένων διεθνών λογιστικών προτύπων, εκτός εάν έχει εγκριθεί σε κοινοτικό επίπεδο ένα ενδεδειγμένο πρότυπο για τέτοιες εκθέσεις.

(17) Η διενέργεια τακτικών ελέγχων ποιότητας αποτελεί πρόσφορο μέσο για τη διασφάλιση σταθερά υψηλής ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου. Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία θα πρέπει συνεπώς να υπόκεινται σε σύστημα διασφάλισης ποιότητας οργανωμένο κατά τρόπο ανεξάρτητο από τους νόμιμους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που αποτελούν αντικείμενο του ελέγχου ποιοτικής επάρκειας. Για την εφαρμογή του άρθρου 29 σχετικά με τα συστήματα διασφάλισης ποιότητας, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν ότι εάν οι επιμέρους ελεγκτές έχουν κοινή πολιτική διασφάλισης ποιότητας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο οι απαιτήσεις για τα ελεγκτικά γραφεία. Τα κράτη μέλη δύνανται να οργανώνουν το σύστημα διασφάλισης ποιότητας κατά τρόπο ώστε κάθε επιμέρους ελεγκτής να υπόκειται σε έλεγχο διασφάλισης ποιότητας τουλάχιστον ανά έξι έτη. Στο πλαίσιο αυτό, η χρηματοδότηση του συστήματος διασφάλισης ποιότητας θα πρέπει να είναι ανεπηρέαστη από αδικαιολόγητη επιρροή. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι αρμόδια να θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα σε θέματα οργάνωσης των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας και σε σχέση με τη χρηματοδότησή τους, όταν η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα διασφάλισης της ποιότητας εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο. Τα συστήματα δημοσίας εποπτείας των κρατών θα πρέπει να ενθαρρύνονται να βρουν συντονισμένη προσέγγιση για την διεξαγωγή των ελέγχων διασφάλισης ποιότητας, με σκοπό να αποτραπεί η επιβολή περιττής επιβάρυνσης στα ενδιαφερόμενα μέρη.

(18) Η διενέργεια ερευνών και η επιβολή κατάλληλων κυρώσεων βοηθούν στην πρόληψη και διόρθωση ενδεχόμενων σφαλμάτων κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου.

(19) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια της εργασίας τους με τη δέουσα επιμέλεια και επομένως θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι για χρηματοοικονομικές ζημίες που προκαλούνται από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας. Ωστόσο, η δυνατότητα των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων να επιδιώξουν ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικής αποζημίωσης μπορεί να επηρεάζεται από το κατά πόσο υπόκεινται σε απεριόριστη οικονομική ευθύνη. Από την πλευρά της, η Επιτροπή προτίθεται να εξετάσει τα ζητήματα αυτά λαμβάνοντας υπόψη ότι τα καθεστώτα ευθύνης μπορεί να διαφέρουν αισθητά μεταξύ των κρατών μελών.

(20) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν αποτελεσματικό σύστημα δημόσιας εποπτείας των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, με βάση τον έλεγχο της χώρας καταγωγής. Οι κανονιστικές ρυθμίσεις που διέπουν την εποπτεία αυτή θα πρέπει να επιτρέπουν την αποτελεσματική συνεργασία σε κοινοτικό επίπεδο των εποπτικών δραστηριοτήτων των κρατών μελών. Το σύστημα δημόσιας εποπτείας θα πρέπει να διοικείται από μη επαγγελματίες που διαθέτουν γνώσεις στους τομείς που αφορούν τον υποχρεωτικό έλεγχο. Αυτοί οι μη επαγγελματίες δύνανται να είναι ειδικοί που δεν είχαν καμία σχέση με το ελεγκτικό επάγγελμα ή πρώην επαγγελματίες που εγκατέλειψαν το επάγγελμα. Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να επιτρέπουν σε μια μειοψηφία επαγγελματιών να συμμετέχουν στη διαχείριση του συστήματος δημόσιας εποπτείας. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, εάν αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους, για την εποπτεία των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων στα οποία έχουν χορηγήσει άδεια. Η συνεργασία αυτή μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην εξασφάλιση σταθερά υψηλής ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου στην Κοινότητα. Εφόσον είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί αποτελεσματική συνεργασία και αποτελεσματικός συντονισμός σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ των αρμοδίων αρχών που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη, ο ορισμός οντότητας αρμόδιας για την εξασφάλιση της συνεργασίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει κάθε μεμονωμένη αρχή να συνεργάζεται άμεσα με τις άλλες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

(21) Προς συμμόρφωση προς το άρθρο 32 παράγραφος 3 (αρχές της δημόσιας εποπτείας), ένας μη επαγγελματίας θεωρείται ότι διαθέτει γνώσεις στους τομείς που αφορούν τον υποχρεωτικό έλεγχο είτε λόγω των παλαιών επαγγελματικών του ικανοτήτων ή, εναλλακτικά, επειδή διαθέτει γνώσεις σε ένα τουλάχιστον από τους τομείς του άρθρου 8.

(22) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο θα πρέπει να διορίζεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή των μελών της ελεγχόμενης οντότητας. Για να προστατεύεται η ανεξαρτησία του ελεγκτή, η παύση του θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο για βάσιμους λόγους και εφόσον οι λόγοι αυτοί ανακοινώνονται στην αρχή ή τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη δημόσια εποπτεία.

(23) Εφόσον οι οντότητες δημοσίου συμφέροντος έχουν μεγαλύτερη ορατότητα και οικονομική σημασία, ο υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών τους θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρότερες απαιτήσεις.

(24) Η ύπαρξη ελεγκτικών επιτροπών και αποτελεσματικών συστημάτων εσωτερικού ελέγχου βοηθά στην ελαχιστοποίηση των χρηματοοικονομικών κινδύνων, των λειτουργικών κινδύνων και των κινδύνων παραβάσεων και ενισχύει την ποιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με το ρόλο των μη εκτελεστικών και των εποπτικών διοικητικών στελεχών των εισηγμένων εταιρειών, καθώς και με τις επιτροπές του διοικητικού ή του εποπτικού συμβουλίου [13], που καθορίζουν τον τρόπο σύστασης και λειτουργίας των επιτροπών ελέγχου. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ελεγκτική επιτροπή ή σε φορέα ισοδυνάμων καθηκόντων δύνανται να ασκηθούν από το διοικητικό ή εποπτικό όργανο συνολικά. Όσον αφορά τα καθήκοντα της ελεγκτικής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 41, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο επ' ουδενί θα πρέπει να υπόκειται στην εν λόγω επιτροπή.

(25) Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν επίσης να εξαιρέσουν από την υποχρέωση της ελεγκτικής επιτροπής και τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος οι οποίες είναι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων οι κινητές αξίες των οποίων έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμισμένη αγορά. Η επιλογή αυτή λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, όταν ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων λειτουργεί απλώς για τη συγκέντρωση ενεργητικού, δεν είναι πάντα σκόπιμη η χρήση ελεγκτικής επιτροπής. Η υποβολή οικονομικών καταστάσεων και οι συναφείς κίνδυνοι δεν είναι συγκρίσιμοι με εκείνους άλλων οργανισμών δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων κινητών αξιών (ΟΣΕΚΑ) και οι εταιρείες διαχείρισής τους λειτουργούν εντός αυστηρά καθορισμένου κανονιστικού πλαισίου και υπόκεινται σε ειδικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης, όπως οι έλεγχοι που ασκεί ο θεματοφύλακάς τους. Για τους εν λόγω οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που δεν εναρμονίζονται από την οδηγία 85/611/EΟΚ [14] αλλά υπόκεινται σε ισοδύναμες ασφαλιστικές δικλείδες που προβλέπει η εν λόγω οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μπορούν να εξασφαλίζουν ισότιμη μεταχείριση με τους εναρμονισμένους σε κοινοτικό επίπεδο οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων.

(26) Για να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των ελεγκτών οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να εναλλάσσονται οι κύριοι ελεγκτικοί εταίροι που ελέγχουν τις εν λόγω οντότητες. Για τη διοργάνωση της εν λόγω εναλλαγής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν αλλαγή των κυρίων ελεγκτικών εταίρων που ασχολούνται με μια ελεγχόμενη οντότητα, επιτρέποντας ωστόσο στην ελεγκτική εταιρεία στην οποία μετέχει ο κύριος ελεγκτικός εταίρος να συνεχίσει να είναι νόμιμος ελεγκτής της εν λόγω οντότητας. Όταν ένα κράτος μέλος το θεωρεί σκόπιμο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων, μπορεί, εναλλακτικά, να ζητήσει αλλαγή της ελεγκτικής εταιρείας, με την επιφύλαξη του άρθρου 42 παράγραφος 2.

(27) Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κεφαλαιαγορών τονίζουν περαιτέρω την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι η ποιότητα των εργασιών ελεγκτών από τρίτες χώρες σε σχέση με την κοινοτική κεφαλαιαγορά είναι επίσης υψηλή. Οι ελεγκτές αυτοί θα πρέπει συνεπώς να εγγράφονται στα μητρώα για να μπορούν να υπαχθούν στους ελέγχους διασφάλισης ποιότητας και στο σύστημα ερευνών και κυρώσεων. Θα επιτρέπονται παρεκκλίσεις σε αμοιβαία βάση και εφόσον εξετασθεί η ισοδυναμία από την Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Σε κάθε περίπτωση, μια οντότητα που έχει εκδώσει μεταβιβάσιμους τίτλους σε μια οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, θα πρέπει να ελέγχεται πάντοτε από ελεγκτή που είτε έχει εγγραφεί στα μητρώα σε ένα κράτος μέλος ή ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας από την οποία προέρχεται ο ελεγκτής, εφόσον η εν λόγω τρίτη χώρα αναγνωρίζεται από την Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος ως πληρούσα απαιτήσεις ισοδύναμες προς τις κοινοτικές απαιτήσεις στον τομέα των αρχών της εποπτείας, των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας και των συστημάτων ερευνών και κυρώσεων, και επ' αμοιβαιότητι. Το γεγονός ότι ένα σύστημα διασφάλισης ποιότητας τρίτης χώρας θεωρείται από ένα κράτος μέλος ισοδύναμο δεν σημαίνει ότι άλλα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να αποδεχθούν την εν λόγω αξιολόγηση, ούτε ότι η απόφαση αυτή συνιστά πρόκριμα της απόφασης της Επιτροπής.

(28) Η πολυπλοκότητα του υποχρεωτικού ελέγχου των διεθνών ομίλων απαιτεί καλή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και εκείνων των τρίτων χωρών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να εξασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών πρόσβαση στα φύλλα εργασίας και σε άλλα έγγραφα. Για να προστατεύσουν τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων μερών και να διευκολύνουν ταυτόχρονα την πρόσβαση σε αυτά τα στοιχεία και έγγραφα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών απευθείας πρόσβαση, με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρμόδιας εθνικής αρχής. Ένα από τα σημαντικά κριτήρια για την παροχή πρόσβασης θα πρέπει να αποτελεί το εάν οι αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες πληρούν προϋποθέσεις τις οποίες η Επιτροπή έχει κρίνει επαρκείς. Μέχρι να αποφασίσει η Επιτροπή, και με την επιφύλαξη της απόφασης αυτής, τα κράτη μέλη δύνανται να αξιολογούν την καταλληλότητα αυτών των προϋποθέσεων.

(29) Η γνωστοποίηση πληροφοριών που αναφέρεται στα άρθρα 36 και 47 θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες σχετικά με τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων σε τρίτες χώρες που έχουν θεσπιστεί στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των προσώπων όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [15].

(30) Τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ και λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 5 Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

(31) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαθέτει τρεις μήνες από την πρώτη διαβίβαση του σχεδίου τροποποιήσεων και των εκτελεστικών μέτρων, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τις εξετάσει και να παράσχει τη γνώμη του. Ωστόσο, σε επείγουσες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, θα πρέπει να είναι δυνατή η σύντμηση της προθεσμίας αυτής. Εάν, εντός της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει ψήφισμα, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τα σχέδια τροποποιήσεων ή μέτρων.

(32) Επειδή οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η εφαρμογή ενιαίου συνόλου διεθνών ελεγκτικών προτύπων, η προσαρμογή των απαιτήσεων εκπαίδευσης, ο ορισμός επαγγελματικής δεοντολογίας και η πρακτική εφαρμογή της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και μεταξύ των αρχών αυτών και των αρχών τρίτων χωρών, είναι αναγκαίοι προς περαιτέρω ενίσχυση και εναρμόνιση της ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου στην Κοινότητα και διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και με τις τρίτες χώρες, προκειμένου να αυξηθεί η εμπιστοσύνη στον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεων της παρούσας οδηγίας, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς επίτευξη των στόχων αυτών.

(33) Για να καταστούν πιο διαφανείς οι σχέσεις μεταξύ νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου και ελεγχόμενης οντότητας, οι οδηγίες 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να απαιτείται η γνωστοποίηση στο προσάρτημα των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών των αμοιβών που καταβάλλονται για ελεγκτικές και μη ελεγκτικές υπηρεσίες.

(34) Η οδηγία 84/253/ΕΟΚ θα πρέπει να καταργηθεί διότι δεν περιέχει όλους τους κανόνες που θα εξασφάλιζαν τη δημιουργία κατάλληλου καθεστώτος υποχρεωτικού ελέγχου, όπως δημόσιας εποπτείας και συστημάτων κυρώσεων και διασφάλισης ποιότητας, και διότι δεν καθορίζει ειδικούς κανόνες για τη ρυθμιστική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Ωστόσο, για να υπάρξει ασφάλεια δικαίου, είναι σαφώς αναγκαίο να ορισθεί ότι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ θεωρούνται ότι έχουν λάβει άδεια βάσει της παρούσας οδηγίας,


ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία καθορίζει τους κανόνες σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών.

Το άρθρο 29 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζεται στον υποχρεωτικό έλεγχο ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος, εκτός εάν προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [16].

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1. “υποχρεωτικός έλεγχος”: έλεγχος των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, εφόσον ο έλεγχος αυτός:

α) απαιτείται από το δίκαιο της Ένωσης·

β) απαιτείται από το εθνικό δίκαιο όσον αφορά τις μικρές επιχειρήσεις·

γ) διενεργείται οικειοθελώς κατόπιν αίτησης μικρών επιχειρήσεων και πληροί εθνικές νομικές απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που αφορούν τον έλεγχο σύμφωνα με το στοιχείο β), όταν η εθνική νομοθεσία ορίζει τους εν λόγω ελέγχους ως υποχρεωτικούς ελέγχους·

2. "νόμιμος ελεγκτής": φυσικό πρόσωπο που έχει λάβει, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, άδεια από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους·

3. "ελεγκτικό γραφείο": νομικό πρόσωπο ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα ανεξαρτήτως νομικής μορφής που έχει λάβει, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, άδεια από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους·

4. “ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας”: οντότητα, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, η οποία διενεργεί ελέγχους των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μιας εταιρείας ιδρυθείσας σε τρίτη χώρα, εκτός της οντότητας που έχει εγγραφεί ως ελεγκτικό γραφείο σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κατόπιν χορήγησης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 3·

5. “ελεγκτής τρίτης χώρας”: φυσικό πρόσωπο το οποίο διενεργεί ελέγχους των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μιας εταιρείας ιδρυθείσας σε τρίτη χώρα, εκτός προσώπου που έχει εγγραφεί ως νόμιμος ελεγκτής σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κατόπιν χορήγησης άδειας σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 44·

6. "ελεγκτής ομίλου": νόμιμος ελεγκτής (νόμιμοι ελεγκτές) ή ελεγκτικό γραφείο (ελεγκτικά γραφεία) που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών·

7. "δίκτυο": ευρύτερη διάρθρωση:

- συνεργασίας στην οποία ανήκει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο, και

- η οποία αποσκοπεί σαφώς στον καταμερισμό του κέρδους ή του κόστους ή μοιράζεται κοινή ιδιοκτησία, έλεγχο ή διαχείριση, κοινές πολιτικές και διαδικασίες ελέγχου ποιότητας, κοινή επιχειρηματική στρατηγική, χρήση κοινού διακριτικού τίτλου ή σημαντικό μέρος των επαγγελματικών πόρων·

8. "συνδεδεμένη επιχείρηση ελεγκτικού γραφείου": κάθε επιχείρηση, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, η οποία συνδέεται με ελεγκτικό γραφείο μέσω κοινής ιδιοκτησίας, κοινού ελέγχου ή κοινής διοίκησης·

9. "έκθεση ελέγχου": η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 51α της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ και στο άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, την οποία εκδίδει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο·

10. “αρμόδιες αρχές”: οι αρχές που είναι εκ του νόμου υπεύθυνες για τη ρύθμιση και/ή την εποπτεία των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων ή συγκεκριμένων πτυχών τους· η αναφορά στην “αρμόδια αρχή” σε ένα συγκεκριμένο άρθρο σημαίνει αναφορά στην αρχή που είναι υπεύθυνη για τις λειτουργίες που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο·

11. [Απαλείφθηκε]

12. "διεθνή λογιστικά πρότυπα": τα διεθνή λογιστικά πρότυπα [International Accounting Standards (IAS)], τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης [International Financial Reporting Standards (IFRS)] και οι ερμηνείες τους (SIC-IFRIC interpretations), οι τροποποιήσεις αυτών των προτύπων και των ερμηνειών τους και τα μελλοντικά πρότυπα και οι ερμηνείες τους, που εκδίδονται ή εγκρίνονται από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων [International Accounting Standards Board (IASB)]·

13. “οντότητες δημόσιου συμφέροντος”:
 
α) οντότητες που διέπονται από το δίκαιο ενός κράτους μέλους, των οποίων οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·
 
β) πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [17], πλην όσων αναφέρονται στο άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας·
 
γ) ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ ή
 
δ) οντότητες που έχουν ορισθεί από τα κράτη μέλη ως οντότητες δημόσιου συμφέροντος, π.χ. επιχειρήσεις που έχουν ουσιαστική δημόσια χρησιμότητα λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων τους, του μεγέθους τους ή του αριθμού του προσωπικού τους·

14. "συνεταιρισμός": μια ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, σχετικά με το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Συνεταιρικής Εταιρείας (ΕΣΕ) [18], ή οποιοσδήποτε άλλος συνεταιρισμός που υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, όπως πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 1 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ και ασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ·

15. “μη επαγγελματίας”: φυσικό πρόσωπο το οποίο, στη διάρκεια της συμμετοχής του στη διαχείριση του συστήματος δημόσιας εποπτείας και κατά τα τρία έτη που προηγούνται της συμμετοχής του, δεν διενήργησε υποχρεωτικούς ελέγχους, δεν είχε δικαιώματα ψήφου σε ελεγκτικό γραφείο, δεν υπήρξε μέλος του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου ελεγκτικού γραφείου και δεν απασχολήθηκε ούτε συνδέθηκε κατ' άλλο τρόπο με ελεγκτικό γραφείο·

16. "κύριος εταίρος εποπτείας (κύριοι εταίροι εποπτείας)":

α) ο νόμιμος ελεγκτής (οι νόμιμοι ελεγκτές) που έχει/έχουν οριστεί από ένα ελεγκτικό γραφείο για συγκεκριμένη ελεγκτική αποστολή ως κυρίως υπεύθυνος/υπεύθυνοι για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου· ή

β) στην περίπτωση ελέγχου ομίλου, τουλάχιστον ο νόμιμος ελεγκτής (οι νόμιμοι ελεγκτές) που έχει/έχουν οριστεί από ελεγκτικό γραφείο ως κυρίως υπεύθυνος/υπεύθυνοι για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου σε επίπεδο ομίλου και ο νόμιμος ελεγκτής (οι νόμιμοι ελεγκτές) που έχει/έχουν οριστεί ως πρωτίστως υπεύθυνος/υπεύθυνοι σε επίπεδο μεγάλων εταιρικών συμμετοχών· ή

γ) ο νόμιμος ελεγκτής (οι νόμιμοι ελεγκτές) που υπογράφει (υπογράφουν) την έκθεση ελέγχου.

17. “μεσαίες επιχειρήσεις”: οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και στο άρθρο 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [19]·
 
18. “μικρές επιχειρήσεις”: οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
 
19. “κράτος μέλος καταγωγής”: το κράτος μέλος στο οποίο έχει αδειοδοτηθεί ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1·
 
20. “κράτος μέλος υποδοχής”: το κράτος μέλος στο οποίο νόμιμος ελεγκτής που έχει αδειοδοτηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής επιδιώκει να αδειοδοτηθεί επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 14, ή το κράτος μέλος στο οποίο ελεγκτικό γραφείο που έχει αδειοδοτηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής επιδιώκει να εγγραφεί ή έχει ήδη εγγραφεί σε μητρώο, σύμφωνα με το άρθρο 3α.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Άρθρο 3

Χορήγηση άδειας στους νόμιμους ελεγκτές και στα ελεγκτικά γραφεία

1. Ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται μόνο από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια από το κράτος μέλος που απαιτεί τον υποχρεωτικό έλεγχο.

2. Κάθε κράτος μέλος ορίζει την αρμόδια αρχή ως υπεύθυνη αρχή για την αδειοδότηση νόμιμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων.

[Απαλείφθηκε]

3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να χορηγήσουν άδεια νομίμων ελεγκτών μόνο σε φυσικά πρόσωπα που πληρούν τουλάχιστον τους όρους που θεσπίζονται στα άρθρα 4 και 6 έως 10.

4. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δύνανται να χορηγούν άδεια ελεγκτικού γραφείου μόνο στις οντότητες που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους για λογαριασμό ελεγκτικού γραφείου πρέπει να πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 6 έως 12 και να έχουν λάβει άδεια νόμιμου ελεγκτή στο εν λόγω κράτος μέλος·

β) το μεγαλύτερο μέρος των δικαιωμάτων ψήφου σε μια οντότητα πρέπει να κατέχεται από ελεγκτικά γραφεία στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή από φυσικά πρόσωπα που πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 και των άρθρων 6 έως 12. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν ότι στα φυσικά αυτά πρόσωπα πρέπει επίσης να έχει χορηγηθεί άδεια σε άλλο κράτος μέλος. Για τον σκοπό του υποχρεωτικού ελέγχου των συνεταιρισμών, των ταμιευτηρίων και παρόμοιων οντοτήτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, μιας θυγατρικής ή νόμιμου διαδόχου συνεταιρισμού ή ταμιευτηρίου ή συναφούς οντότητας όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν άλλες ειδικές διατάξεις σε σχέση με τα δικαιώματα ψήφου·

γ) μια πλειοψηφία έως 75 % το πολύ των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου της οντότητας πρέπει να είναι ελεγκτικά γραφεία στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή φυσικά πρόσωπα που πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 6 έως 12. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν ότι στα φυσικά αυτά πρόσωπα πρέπει επίσης να έχει χορηγηθεί άδεια σε άλλο κράτος μέλος. Εάν το όργανο αυτό δεν έχει περισσότερα από δύο μέλη, ένα από αυτά πρέπει να πληροί τουλάχιστον τις προϋποθέσεις του παρόντος σημείου·

δ) το γραφείο πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 4.

Τα κράτη μέλη δύνανται να θέσουν πρόσθετες προϋποθέσεις μόνο για το στοιχείο γ). Αυτές πρέπει να είναι ανάλογες προς τους επιδιωκομένους στόχους και να μην υπερβαίνουν το απολύτως αναγκαίο.

Άρθρο 3α

Αναγνώριση ελεγκτικών γραφείων

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1, ελεγκτικό γραφείο που έχει αδειοδοτηθεί σε ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι ο κύριος εταίρος ελέγχου που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο εξ ονόματος του ελεγκτικού γραφείου συμμορφώνεται με το άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) στο κράτος μέλος υποδοχής.

2. Ελεγκτικό γραφείο που επιθυμεί να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους σε άλλο κράτος μέλος πλην του οικείου κράτους μέλους καταγωγής εγγράφεται στο μητρώο της αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 17.

3. Η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος υποδοχής εγγράφει το ελεγκτικό γραφείο, αν βεβαιωθεί ότι το ελεγκτικό γραφείο είναι εγγεγραμμένο στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Όταν το κράτος μέλος υποδοχής προτίθεται να βασιστεί σε πιστοποιητικό το οποίο βεβαιώνει την εγγραφή του ελεγκτικού γραφείου στο κράτος μέλος καταγωγής, η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος υποδοχής δύναται να ζητήσει το πιστοποιητικό που χορηγείται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να έχει εκδοθεί το πολύ τους τελευταίους τρεις μήνες. Η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος υποδοχής ενημερώνει την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος καταγωγής για την εγγραφή του ελεγκτικού γραφείου.

Άρθρο 4

Εντιμότητα

Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους δύνανται να χορηγούν άδεια μόνο σε φυσικά πρόσωπα ή γραφεία που έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας.

Άρθρο 5

Ανάκληση της άδειας

1. Η άδεια του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται εάν αμφισβητείται σοβαρά η εντιμότητά του. Τα κράτη μέλη δύνανται, ωστόσο, να ορίζουν εύλογο διάστημα προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της εντιμότητας.

2. Η άδεια ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται εάν παύει να πληρούται μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 4 στοιχεία β) και γ). Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εύλογη περίοδο για να πληρωθούν οι προϋποθέσεις αυτές.

3. Όταν ανακαλείται για οποιονδήποτε λόγο η άδεια νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής στο οποίο ανακαλείται η άδεια γνωστοποιεί το γεγονός αυτό και τους λόγους της ανάκλησης στις οικείες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής στα οποία έχει επίσης εγγραφεί στο μητρώο ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 3α, το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο θ).

Άρθρο 6

Τίτλοι σπουδών

Με την επιφύλαξη του άρθρου 11, ένα φυσικό πρόσωπο μπορεί να λάβει άδεια να διενεργεί νόμιμους ελέγχους μόνον εάν, αφού φθάσει στο επίπεδο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο ή σε ισοδύναμο επίπεδο, ακολουθήσει πρόγραμμα θεωρητικής διδασκαλίας, πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση και επιτύχει σε εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας επιπέδου τέλους πανεπιστημιακών σπουδών ή ισοδύναμου επιπέδου, τις οποίες διοργανώνει ή αναγνωρίζει το οικείο κράτος μέλος.

Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 32 συνεργάζονται μεταξύ τους προκειμένου να επιτύχουν σύγκλιση των απαιτήσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Όταν συμμετέχουν σε αυτήν τη συνεργασία, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους τις εξελίξεις στην ελεγκτική και στο επάγγελμα του ελεγκτή και, ειδικότερα, τη σύγκλιση που έχει ήδη επιτευχθεί από το επάγγελμα. Συνεργάζονται με την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Φορέων Εποπτείας των Ελεγκτών (ΕΕΦΕΕ) και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 στον βαθμό που η σύγκλιση αυτή συνδέεται με τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος.

Άρθρο 7

Εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας

Οι εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας κατ' άρθρο 6 εγγυώνται το επίπεδο των απαραίτητων θεωρητικών γνώσεων σε θέματα νομίμου ελέγχου και την ικανότητα πρακτικής εφαρμογής τους. Μέρος τουλάχιστον αυτών των εξετάσεων γίνεται γραπτώς.

Άρθρο 8

Έλεγχος θεωρητικών γνώσεων

1. Ο έλεγχος θεωρητικών γνώσεων που περιλαμβάνεται στις εξετάσεις καλύπτει ιδίως τους ακόλουθους τομείς:

α) θεωρία και αρχές γενικής λογιστικής·

β) νομικές απαιτήσεις και πρότυπα για την κατάρτιση των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών·

γ) διεθνή λογιστικά πρότυπα·

δ) χρηματοοικονομική ανάλυση·

ε) αναλυτική λογιστική εκμετάλλευσης·

στ) διαχείριση κινδύνων και εσωτερικός έλεγχος·

ζ) ελεγκτική και επαγγελματικά προσόντα·

η) νομικές απαιτήσεις και επαγγελματικά πρότυπα που αφορούν τον υποχρεωτικό έλεγχο και τους νόμιμους ελεγκτές·

θ) διεθνή ελεγκτικά πρότυπα όπως αναφέρονται στο άρθρο 26·

ι) επαγγελματική δεοντολογία και ανεξαρτησία.

2. Καλύπτει επίσης τουλάχιστον τα ακόλουθα θέματα, εφόσον σχετίζονται με τον υποχρεωτικό έλεγχο:

α) εταιρικό δίκαιο και εταιρική διακυβέρνηση·

β) πτωχευτικό δίκαιο και παρεμφερείς διαδικασίες·

γ) φορολογικό δίκαιο·

δ) αστικό και εμπορικό δίκαιο·

ε) δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης και εργατικό δίκαιο·

στ) τεχνολογία της πληροφορίας και συστήματα πληροφορικής·

ζ) οικονομική επιχειρήσεων, γενικά οικονομικά και χρηματοοικονομική·

η) μαθηματικά και στατιστική·

θ) βασικές αρχές χρηματοοικονομικής διοίκησης επιχειρήσεων.

3. [Απαλείφθηκε]

Άρθρο 9

Απαλλαγές

1. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 7 και 8, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι τα πρόσωπα που έχουν επιτύχει σε πανεπιστημιακές ή ισοδύναμες εξετάσεις ή κατέχουν πανεπιστημιακό πτυχίο ή ισοδύναμο τίτλο σε έναν ή περισσότερους από τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 8, δύνανται να απαλλαγούν από τον έλεγχο θεωρητικών γνώσεων στους τομείς που καλύπτονται από αυτές τις εξετάσεις ή πτυχίο.

2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι οι κάτοχοι πανεπιστημιακών πτυχίων ή ισοδύναμων διπλωμάτων σε έναν ή περισσότερους από τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 8 δύνανται να απαλλαγούν από τον έλεγχο ικανότητας πρακτικής εφαρμογής των θεωρητικών τους γνώσεων σε αυτούς τους τομείς εάν οι γνώσεις αυτές έχουν αποτελέσει αντικείμενο πρακτικής άσκησης επικυρωμένης με εξέταση ή δίπλωμα αναγνωρισμένα από το κράτος.

Άρθρο 10

Πρακτική άσκηση

1. Για να εξασφαλίζεται η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των θεωρητικών γνώσεων που αποτελούν αντικείμενο εξετάσεων, οι ασκούμενοι πραγματοποιούν πρακτική άσκηση διάρκειας τριών ετών τουλάχιστον, η οποία θα καλύπτει μεταξύ άλλων τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ή παρόμοιων οικονομικών καταστάσεων. Η πρακτική άσκηση γίνεται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα σε νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που έχει λάβει άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλη η πρακτική άσκηση γίνεται κοντά σε πρόσωπο που παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την ικανότητά του να παράσχει πρακτική κατάρτιση.

Άρθρο 11

Απόκτηση προσόντων λόγω μακροχρόνιας πρακτικής πείρας

Ένα κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει άδεια νόμιμου ελεγκτή σε πρόσωπο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, εάν το πρόσωπο αυτό μπορεί να αποδείξει:

α) είτε ότι έχει ασκήσει επί δεκαπενταετία επαγγελματικές δραστηριότητες που του επέτρεψαν να αποκτήσει επαρκή πείρα στο χρηματοοικονομικό, νομικό και λογιστικό τομέα και ότι επέτυχε στις εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας που αναφέρονται στο άρθρο 7·

β) είτε ότι έχει ασκήσει επί επταετία επαγγελματικές δραστηριότητες σ' αυτούς τους τομείς, και επιπλέον πραγματοποίησε την πρακτική άσκηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 και επέτυχε στις εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας που αναφέρονται στο άρθρο 7.

Άρθρο 12

Συνδυασμός πρακτικής άσκησης και θεωρητικής διδασκαλίας

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι περίοδοι θεωρητικής διδασκαλίας στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 8 συνυπολογίζονται στις περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας κατ' άρθρο 11, εφόσον η διδασκαλία αυτή έχει κυρωθεί με εξετάσεις που αναγνωρίζονται από το κράτος. Η διδασκαλία πρέπει να διαρκεί ένα έτος τουλάχιστον και δεν μπορεί να μειώσει την περίοδο επαγγελματικής δραστηριότητας κατά περισσότερο από τέσσερα έτη.

2. Η περίοδος επαγγελματικής δραστηριότητας και πρακτικής άσκησης δεν είναι μικρότερη από τη διάρκεια του προγράμματος θεωρητικής διδασκαλίας μαζί με την πρακτική άσκηση κατ' άρθρο 10.

Άρθρο 13

Συνεχής εκπαίδευση

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι νόμιμοι ελεγκτές υποχρεούνται να συμμετέχουν σε κατάλληλα προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης για τη διατήρηση επαρκών θεωρητικών γνώσεων, επαγγελματικών προσόντων και αρχών αρκούντως υψηλού επιπέδου και ότι η μη συμμόρφωση με την απαίτηση συνεχούς εκπαίδευσης επισύρει τις δέουσες κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 30.

Άρθρο 14

Χορήγηση άδειας σε νόμιμους ελεγκτές από άλλα κράτη μέλη

1.   Οι αρμόδιες αρχές καθιερώνουν διαδικασίες για την αδειοδότηση των νόμιμων ελεγκτών που έχουν ήδη λάβει άδεια σε άλλα κράτη μέλη. Οι διαδικασίες αυτές δεν υπερβαίνουν την υποχρέωση της ολοκλήρωσης της πρακτικής άσκησης προσαρμογής όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [20] ή της δοκιμασίας επάρκειας όπως ορίζεται στο στοιχείο η) της εν λόγω διάταξης.

2.   Το κράτος μέλος υποδοχής αποφασίζει αν ο αιτών που ζητά τη χορήγηση άδειας θα πρέπει να ολοκληρώσει πρακτική άσκηση προσαρμογής όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2005/36/ΕΚ ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας σύμφωνα με το στοιχείο η) της εν λόγω διάταξης.

Η πρακτική άσκησης προσαρμογής δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και ο αιτών υπόκειται σε αξιολόγηση.

Η δοκιμασία επάρκειας διεξάγεται σε μία από τις γλώσσες που επιτρέπονται με βάση τους γλωσσικούς κανόνες που ισχύουν στο σχετικό κράτος μέλος υποδοχής. Καλύπτει μόνο την επάρκεια γνώσεων του νόμιμου ελεγκτή όσον αφορά τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον οι γνώσεις αυτές άπτονται των υποχρεωτικών ελέγχων.

3.   Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στο πλαίσιο της ΕΕΦΕΕ προκειμένου να επιτύχουν σύγκλιση των απαιτήσεων της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας. Ενισχύουν τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα των απαιτήσεων. Συνεργάζονται με την ΕΕΦΕΕ και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 στον βαθμό που η σύγκλιση αυτή συνδέεται με υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΕ ΜΗΤΡΩΟ

Άρθρο 15

Δημόσιο μητρώο

1. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία εγγράφονται σε δημόσιο μητρώο σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαιτήσεις που προβλέπουν το παρόν άρθρο και το άρθρο 16 σχετικά με τη γνωστοποίηση, μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο προκειμένου να περιοριστεί άμεση και σημαντική απειλή για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι σε κάθε νόμιμο ελεγκτή και ελεγκτικό γραφείο αντιστοιχεί στο δημόσιο μητρώο ένας ατομικός αριθμός. Οι απαιτούμενες για την εγγραφή στο μητρώο πληροφορίες αποθηκεύονται στο μητρώο ηλεκτρονικά και είναι ηλεκτρονικά προσιτές στο κοινό.

3. Το δημόσιο μητρώο περιέχει επίσης το όνομα και τη διεύθυνση των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 3, για τη διασφάλιση ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 29, για τις έρευνες και κυρώσεις με αντικείμενο νόμιμους ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία που αναφέρονται στο άρθρο 30 και για τη δημόσια εποπτεία που αναφέρεται στο άρθρο 32.

4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το δημόσιο μητρώο είναι πλήρως λειτουργικό το αργότερο στις 29 Ιουνίου 2009.

Άρθρο 16

Εγγραφή των νόμιμων ελεγκτών στο μητρώο

1. Όσον αφορά τους νόμιμους ελεγκτές, το δημόσιο μητρώο περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) όνομα, διεύθυνση και αριθμό καταχώρισης·

β) κατά περίπτωση, όνομα, διεύθυνση, διεύθυνση δικτυακού τόπου και αριθμό καταχώρισης του ελεγκτικού γραφείου στο οποίο απασχολείται ο νόμιμος ελεγκτής ή με το οποίο είναι συνδεδεμένος ως εταίρος ή με άλλο τρόπο·

γ) κάθε άλλη καταχώριση (καταχωρίσεις) νόμιμου ελεγκτή από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και ελεγκτή τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος (των ονομάτων) της αρχής (των αρχών) εγγραφής στο μητρώο και, εφόσον απαιτείται, του αριθμού (των αριθμών) καταχώρισης.

2. Οι ελεγκτές τρίτης χώρας που έχουν εγγραφεί σε μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 45 εμφανίζονται στο μητρώο σαφώς υπό την ιδιότητά τους αυτή και όχι ως νόμιμοι ελεγκτές.

Άρθρο 17

Εγγραφή των ελεγκτικών γραφείων στο μητρώο

1. Όσον αφορά τα ελεγκτικά γραφεία, το δημόσιο μητρώο περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) όνομα, διεύθυνση και αριθμό καταχώρισης·

β) νομική μορφή·

γ) διεύθυνση κέντρου παροχής πληροφοριών, κύριο υπεύθυνο πληροφόρησης και, κατά περίπτωση, διεύθυνση δικτυακού τόπου·

δ) διεύθυνση όλων των γραφείων στο κράτος μέλος·

ε) όνομα και αριθμό καταχώρισης όλων των νόμιμων ελεγκτών που εργάζονται στο ελεγκτικό γραφείο ή είναι συνδεδεμένοι με αυτό ως εταίροι ή άλλως·

στ) όνομα και εμπορική διεύθυνση όλων των ιδιοκτητών ή μετόχων·

ζ) όνομα και εμπορική διεύθυνση όλων των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου·

η) κατά περίπτωση, συμμετοχή σε δίκτυο και κατάλογο ονομάτων και διευθύνσεων των ελεγκτικών γραφείων που είναι μέλη του δικτύου ή συνδέονται με αυτό, ή ένδειξη του τόπου στον οποίο οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες στο κοινό·

θ) κάθε άλλη εγγραφή (εγγραφές) στο μητρώο ως ελεγκτικό γραφείο από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και ως ελεγκτική οντότητα από τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος (των ονομάτων) της αρχής (των αρχών) εγγραφής στο μητρώο και, εφόσον απαιτείται, του αριθμού (των αριθμών) καταχώρισης.

ι) κατά περίπτωση, εάν το ελεγκτικό γραφείο είναι εγγεγραμμένο σύμφωνα με το άρθρο 3α παράγραφος 3.

2. Οι ελεγκτικές οντότητες από τρίτες χώρες που έχουν καταχωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 45 εμφανίζονται στο μητρώο σαφώς υπό την ιδιότητά τους αυτή και όχι ως ελεγκτικά γραφεία.

Άρθρο 18

Ενημέρωση των πληροφοριών που περιέχονται στο δημόσιο αρχείο

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία γνωστοποιούν χωρίς καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για το δημόσιο μητρώο κάθε μεταβολή των στοιχείων που περιέχονται στο μητρώο. Το μητρώο ενημερώνεται αμέσως μετά τη γνωστοποίηση.

Άρθρο 19

Ευθύνη για τις πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο

Οι πληροφορίες που παρέχονται στις αρμόδιες δημόσιες αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 υπογράφονται από τον νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο. Όταν η αρμόδια αρχή ζητεί παροχή πληροφοριών ηλεκτρονικώς αυτό μπορεί, για παράδειγμα, να γίνει με ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 1 της οδηγίας 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές [21].

Άρθρο 20

Γλώσσα

1. Οι πληροφορίες που καταχωρίζονται στο δημόσιο μητρώο γράφονται σε μια από τις γλώσσες που επιτρέπονται από τους γλωσσικούς κανόνες που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν επιπλέον την καταχώριση των πληροφοριών σε οποιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα της Κοινότητας. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την επικύρωση της μετάφρασης των πληροφοριών.

Σε όλες τις περιπτώσεις, τα οικεία κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι στο μητρώο αναφέρεται εάν η μετάφραση είναι ή όχι επικυρωμένη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Άρθρο 21

Επαγγελματική δεοντολογία και προβληματισμός

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα ελεγκτικά γραφεία υπόκεινται σε αρχές επαγγελματικής δεοντολογίας οι οποίες καλύπτουν τουλάχιστον την ιδιότητά τους ως προστατών του δημοσίου συμφέροντος, την ακεραιότητα και την αντικειμενικότητά τους, καθώς και την επαγγελματική τους ικανότητα και τη δέουσα επιμέλεια.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διατηρεί τον επαγγελματικό του προβληματισμό καθ' όλη τη διάρκεια του ελέγχου, αναγνωρίζοντας την πιθανότητα ύπαρξης ουσιώδους ανακρίβειας λόγω γεγονότων ή συμπεριφοράς που φανερώνουν παρατυπίες, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης απάτης ή σφάλματος, ανεξαρτήτως της εμπειρίας που έχει αποκομίσει στο παρελθόν ο ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο σχετικά με την ειλικρίνεια και την ακεραιότητα της διοίκησης της ελεγχόμενης οντότητας και των προσώπων που έχουν επιφορτιστεί με τη διακυβέρνησή της.

Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο επιδεικνύουν επαγγελματικό προβληματισμό ιδίως κατά την ανασκόπηση των εκτιμήσεων της διοίκησης σχετικά με την εύλογη αξία, την απομείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, τις προβλέψεις και τις μελλοντικές ταμειακές ροές σχετικά με τη δυνατότητα της οντότητας να συνεχίσει τις δραστηριότητές της.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “επαγγελματικός προβληματισμός” νοείται η συμπεριφορά που περιλαμβάνει διάθεση αμφισβήτησης, επαγρύπνηση απέναντι σε συνθήκες που ενδέχεται να υποδεικνύουν πιθανή ανακρίβεια λόγω σφάλματος ή απάτης και κριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών εγγράφων του ελέγχου.

Άρθρο 22

Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου, ένας νόμιμος ελεγκτής ή ένα ελεγκτικό γραφείο, καθώς και οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο είναι σε θέση να επηρεάσει κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου, είναι ανεξάρτητα από την ελεγχόμενη οντότητα και δεν συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ελεγχόμενης οντότητας.

Απαιτείται ανεξαρτησία τουλάχιστον τόσο κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις υπό έλεγχο οικονομικές καταστάσεις όσο και κατά την περίοδο διενέργειας του υποχρεωτικού ελέγχου.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου η ανεξαρτησία του δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε υφιστάμενη ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων ή επιχειρηματική ή άλλη άμεση ή έμμεση σχέση στην οποία εμπλέκεται ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο και, κατά περίπτωση, το δίκτυό του, τα διευθυντικά στελέχη του, οι ελεγκτές ή οι υπάλληλοί του, οποιαδήποτε άλλα φυσικά πρόσωπα οι υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου ή οποιοδήποτε πρόσωπο συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τον νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο μέσω της άσκησης ελέγχου.

Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο δεν διενεργούν υποχρεωτικό έλεγχο όταν υπάρχει κίνδυνος να ανακύψει αυτοανασκόπηση, ίδιο συμφέρον, προάσπιση, οικειότητα ή εκφοβισμός που απορρέουν από οικονομική, προσωπική, επιχειρηματική, εργασιακή ή άλλη σχέση μεταξύ:

— του νόμιμου ελεγκτή, του ελεγκτικού γραφείου, του δικτύου του, καθώς και οποιουδήποτε φυσικού προσώπου είναι σε θέση να επηρεάσει το αποτέλεσμα του νόμιμου ελέγχου, και

— της ελεγχόμενης οντότητας,

με αποτέλεσμα ένας αντικειμενικός, συνετός και ενημερωμένος τρίτος, λαμβάνοντας υπόψη τις εφαρμοζόμενες διασφαλίσεις, να κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπονομεύεται η ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο νόμιμος ελεγκτής, το ελεγκτικό γραφείο, οι κύριοι εταίροι ελέγχου τους, οι υπάλληλοί τους, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου και το οποίο συμμετέχει άμεσα σε δραστηριότητες υποχρεωτικού ελέγχου, καθώς και πρόσωπα που συνδέονται στενά με τα ανωτέρω κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/72/ΕΚ της Επιτροπής [22], δεν κατέχουν ούτε διατηρούν υλικό και άμεσο εμπράγματο συμφέρον και δεν συμμετέχουν σε οποιαδήποτε συναλλαγή με οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό μέσο που εκδίδει, εγγυάται ή άλλως υποστηρίζει η ελεγχόμενη οντότητα στον τομέα των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου που διενεργούν, με εξαίρεση τα συμφέροντα που τους ανήκουν έμμεσα μέσω προγραμμάτων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων υπό διαχείριση, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλίσεις ζωής.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο καταγράφουν στα έγγραφα εργασίας του ελέγχου όλους τους σημαντικούς κινδύνους στην ανεξαρτησία τους, καθώς και τις διασφαλίσεις που εφαρμόστηκαν προς περιορισμό των κινδύνων.

4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 πρόσωπα ή γραφεία δεν συμμετέχουν ούτε επηρεάζουν κατ' άλλο τρόπο το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου οποιασδήποτε ελεγχόμενης οντότητας, εάν:

α) κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα της ελεγχόμενης οντότητας, με εξαίρεση τα συμφέροντα που τους ανήκουν έμμεσα μέσω προγραμμάτων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων·

β) κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα οποιασδήποτε οντότητας που συνδέεται με την ελεγχόμενη οντότητα, η κυριότητα των οποίων μπορεί να προκαλέσει ή να θεωρηθεί γενικά ότι προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων, με εξαίρεση τα συμφέροντα που τους ανήκουν έμμεσα μέσω προγραμμάτων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων·

γ) είχαν σχέση απασχόλησης, επιχειρηματική ή άλλη σχέση με την εν λόγω ελεγχόμενη οντότητα μέσα στην περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 η οποία μπορεί να προκαλέσει ή να θεωρηθεί γενικά ότι προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων.

5. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 πρόσωπα ή γραφεία δεν επιδιώκουν τη λήψη και δεν αποδέχονται χρηματικά και μη χρηματικά δώρα ή διευκολύνσεις από την ελεγχόμενη οντότητα ή οποιαδήποτε οντότητα συνδέεται με ελεγχόμενη οντότητα, εκτός εάν η αξία αυτών θα εθεωρείτο μικρή ή ασήμαντη από έναν αντικειμενικό, συνετό και ενημερωμένο τρίτο.

6. Εάν μια ελεγχόμενη οντότητα, κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις οικονομικές καταστάσεις, εξαγοραστεί, συγχωνευτεί ή εξαγοράσει μια άλλη οντότητα, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο εντοπίζει και αξιολογεί τυχόν τρέχοντα ή πρόσφατα συμφέροντα ή σχέσεις — συμπεριλαμβανομένων μη ελεγκτικών υπηρεσιών που παρέχονται στην εν λόγω οντότητα — οι οποίες, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες διασφαλίσεις, θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την ανεξαρτησία του ελεγκτή και την ικανότητά του να συνεχίσει τον υποχρεωτικό έλεγχο μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συγχώνευσης ή της εξαγοράς.

Το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό τυχόν υφιστάμενων συμφερόντων ή σχέσεων που ενδέχεται να διακυβεύσουν την ανεξαρτησία του και, όποτε είναι δυνατόν, υιοθετεί διασφαλίσεις για την ελαχιστοποίηση τυχόν απειλών για την ανεξαρτησία του που προκύπτουν από προηγούμενα και τρέχοντα συμφέροντα και σχέσεις.

Άρθρο 22α

Απασχόληση από ελεγχόμενες οντότητες πρώην νόμιμων ελεγκτών ή υπαλλήλων νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν από τη λήξη περιόδου διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή, στην περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος, πριν από τη λήξη περιόδου διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών από την ημέρα κατά την οποία έπαψε να δρα ως νόμιμος ελεγκτής ή κύριος εταίρος ελέγχου σε σχέση με την ελεγκτική εργασία, ο νόμιμος ελεγκτής ή ο κύριος εταίρος ελέγχου που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους ελεγκτικού γραφείου:

α) δεν αναλαμβάνει βασική διευθυντική θέση στην ελεγχόμενη οντότητα·

β) κατά περίπτωση, δεν συμμετέχει ως μέλος στην επιτροπή ελέγχου της ελεγχόμενης οντότητας ή, αν δεν υφίσταται τέτοια επιτροπή, στο όργανο που εκτελεί καθήκοντα ισοδύναμα με αυτά της επιτροπής ελέγχου·

γ) δεν συμμετέχει ως μη εκτελεστικό μέλος στο διοικητικό συμβούλιο ή ως μέλος στο εποπτικό συμβούλιο της ελεγχόμενης οντότητας.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και οι εταίροι εκτός των κύριων εταίρων ελέγχου του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, δεν αναλαμβάνουν, στην περίπτωση που οι εν λόγω υπάλληλοι, εταίροι ή άλλα φυσικά πρόσωπα έχουν λάβει προσωπικά άδεια ως νόμιμοι ελεγκτές, οποιαδήποτε από τα καθήκοντα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1, πριν από το πέρας περιόδου τουλάχιστον ενός έτους από την άμεση συμμετοχή τους σε εργασία υποχρεωτικού ελέγχου.

Άρθρο 22β

Προετοιμασία του υποχρεωτικού ελέγχου και αξιολόγηση των απειλών για την ανεξαρτησία

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν αποδεχθεί ή συνεχίσει μια εργασία υποχρεωτικού ελέγχου, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο αξιολογεί και καταγράφει τα εξής:

— εάν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 22 της παρούσας οδηγίας,

— εάν υφίστανται απειλές για την ανεξαρτησία του και τις διασφαλίσεις για τη μείωση των απειλών αυτών,

— εάν διαθέτει τους κατάλληλους υπαλλήλους, τον χρόνο και τους πόρους που είναι αναγκαίοι για να διενεργήσει σωστά τον υποχρεωτικό έλεγχο,

— στην περίπτωση ελεγκτικού γραφείου, εάν ο κύριος εταίρος ελέγχου έχει λάβει άδεια νόμιμου ελεγκτή στο κράτος μέλος όπου πρέπει να διενεργηθεί ο υποχρεωτικός έλεγχος.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν απλουστευμένες απαιτήσεις για τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 1) στοιχεία β) και γ).

Άρθρο 23

Εμπιστευτικότητα και επαγγελματικό απόρρητο

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλες οι πληροφορίες και όλα τα έγγραφα στα οποία έχει πρόσβαση ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο προστατεύονται από κατάλληλους κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου.

2. Οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που εφαρμόζονται στους νόμιμους ελεγκτές ή στα ελεγκτικά γραφεία δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

3. Όταν ένας νόμιμος ελεγκτής ή ένα ελεγκτικό γραφείο αντικαθίσταται από άλλο νόμιμο ελεγκτή ή άλλο ελεγκτικό γραφείο, ο προηγούμενος ελεγκτής ή το προηγούμενο γραφείο παρέχει στον αντικαταστάτη του πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την ελεγχόμενη οντότητα και τον πιο πρόσφατο έλεγχο της εν λόγω οντότητας.

4. Ένας νόμιμος ελεγκτής ή ένα ελεγκτικό γραφείο που έχει πάψει να συμμετέχει σε συγκεκριμένη αποστολή ελέγχου και ένας πρώην νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο εξακολουθούν να υπόκεινται στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 όσον αφορά την ελεγκτική αυτή αποστολή.

5. Στην περίπτωση που ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο επιχείρησης που είναι μέλος ομίλου η μητρική του οποίου είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τη διαβίβαση από τον νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο αποδεικτικών εγγράφων σχετικά με τον έλεγχο που έχει διενεργηθεί στον ελεγκτή του ομίλου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, εάν τα εν λόγω αποδεικτικά έγγραφα είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση του ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της μητρικής επιχείρησης.

Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο επιχείρησης που έχει εκδώσει χρεόγραφα σε τρίτη χώρα ή που αποτελεί μέλος ομίλου ο οποίος εκδίδει επίσημες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σε τρίτη χώρα μπορεί να διαβιβάζει τα έγγραφα εργασίας του ελέγχου ή άλλα έγγραφα σχετικά με τον έλεγχο της οντότητας αυτής που κατέχει στις αρμόδιες αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 47.

Η διαβίβαση πληροφοριών στον ελεγκτή του ομίλου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα είναι σύμφωνη με το κεφάλαιο IV της οδηγίας 95/46/ΕΚ και τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 24

Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό των ελεγκτικών γραφείων

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ούτε οι ιδιοκτήτες ή οι μέτοχοι του ελεγκτικού γραφείου, ούτε τα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων του ελεγκτικού γραφείου ή συνδεδεμένης επιχείρησης παρεμβαίνουν στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του νόμιμου ελεγκτή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου.

Άρθρο 24α

Εσωτερική οργάνωση νόμιμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο πληροί τις ακόλουθες οργανωτικές απαιτήσεις:

α) το ελεγκτικό γραφείο θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζει ότι οι ιδιοκτήτες ή μέτοχοί του, καθώς και τα μέλη των οργάνων διοίκησης, διαχείρισης και εποπτείας του γραφείου, ή ενός συνδεδεμένου γραφείου, δεν παρεμβαίνουν στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου με οποιονδήποτε τρόπο που να θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του νόμιμου ελεγκτή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους του ελεγκτικού γραφείου·

β) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διαθέτει αξιόπιστες διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας, αποτελεσματικές διαδικασίες εκτίμησης των κινδύνων και κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων.

Οι εν λόγω μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις και τις διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα του ελεγκτικού γραφείου ή της λειτουργικής διάρθρωσης του νόμιμου ελεγκτή·

γ) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοί του και οποιαδήποτε φυσικά πρόσωπα, οι υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεσή του ή υπό τον έλεγχό του και τα οποία συμμετέχουν απευθείας στις δραστηριότητες υποχρεωτικού ελέγχου διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και πείρα ως προς τα καθήκοντα που τους ανατίθενται·

δ) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να εξασφαλίζει ότι η ανάθεση σε τρίτους σημαντικών λειτουργιών ελέγχου δεν αναλαμβάνεται κατά τρόπο που βλάπτει την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου και την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να εποπτεύουν τη συμμόρφωση του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και, κατά περίπτωση, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014·

ε) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο θεσπίζει κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα οργάνωσης και διοίκησης ώστε να προλαμβάνει, να εντοπίζει, να εξαλείφει ή να διαχειρίζεται και να γνωστοποιεί οποιεσδήποτε απειλές για την ανεξαρτησία του όπως αναφέρονται στα άρθρα 22, 22α και 22β·

στ) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τη διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων, την καθοδήγηση, την εποπτεία και την ανασκόπηση των δραστηριοτήτων των εργαζομένων και την οργάνωση της δομής του φακέλου ελέγχου όπως αναφέρεται στο άρθρο 24β παράγραφος 5·

ζ) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο καθορίζει εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας ώστε να εξασφαλίζει την ποιότητα του υποχρεωτικού ελέγχου.

Το σύστημα διασφάλισης ποιότητας καλύπτει τουλάχιστον τις πολιτικές και τις διαδικασίες που περιγράφονται στο στοιχείο στ). Στην περίπτωση ελεγκτικού γραφείου, την ευθύνη για το εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας φέρει το πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του νόμιμου ελεγκτή·

η) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο χρησιμοποιεί κατάλληλα συστήματα, πόρους και διαδικασίες, ώστε να εξασφαλίζει τη συνέχεια και την κανονικότητα της εκτέλεσης των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου·

θ) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο λαμβάνει επίσης κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα οργάνωσης και διοίκησης για την αντιμετώπιση και την καταγραφή συμβάντων που έχουν ή μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ακεραιότητα των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου που εκτελεί·

ι) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διαθέτει κατάλληλες πολιτικές αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής κερδών, που παρέχουν επαρκή κίνητρα επιδόσεων για τη διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου. Συγκεκριμένα, το ύψος των εσόδων που λαμβάνει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο από την παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα δεν αποτελεί μέρος της αξιολόγησης των επιδόσεων και των αποδοχών οποιουδήποτε προσώπου συμμετέχει ή είναι σε θέση να επηρεάσει τη διεξαγωγή του ελέγχου·

ια) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο παρακολουθεί και αξιολογεί την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων του, των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας και των μέτρων που έχουν τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και, κατά περίπτωση, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε ελλείψεων. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο πραγματοποιεί ιδίως ετήσια αξιολόγηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας που αναφέρεται στο στοιχείο ζ). Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διατηρεί αρχείο με τα ευρήματα της αξιολόγησης αυτής και οποιοδήποτε προτεινόμενο μέτρο για την τροποποίηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης της ποιότητας.

Οι πολιτικές και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καταγράφονται και κοινοποιούνται στους υπαλλήλους του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν απλουστευμένες απαιτήσεις για τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 1) στοιχεία β) και γ).

Οποιαδήποτε ανάθεση σε τρίτους λειτουργιών ελέγχου, όπως αναφέρεται στο στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου, δεν επηρεάζει την ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου έναντι της ελεγχόμενης οντότητας.

2. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του κατά τη συμμόρφωση με τις παρούσες απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι οι πολιτικές και οι διαδικασίες που αποσκοπούν στη συμμόρφωση αυτή είναι οι κατάλληλες δεδομένου του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου.

Άρθρο 24β

Οργάνωση του έργου

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται από ελεγκτικό γραφείο, το εν λόγω ελεγκτικό γραφείο ορίζει τουλάχιστον έναν κύριο εταίρο ελέγχου. Το ελεγκτικό γραφείο παρέχει στον ή στους κύριους εταίρους ελέγχου επαρκείς πόρους και προσωπικό με την επάρκεια και τις ικανότητες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά τον δέοντα τρόπο.

Η διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου, η ανεξαρτησία και η επάρκεια αποτελούν τα κύρια κριτήρια που όταν το ελεγκτικό γραφείο επιλέγει τους κύριους εταίρους ελέγχου που θα διοριστούν.

Οι κύριοι εταίροι ελέγχου συμμετέχουν ενεργά στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου.

2. Κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, ο νόμιμος ελεγκτής αφιερώνει επαρκή χρόνο στην εργασία και κατανέμει επαρκείς πόρους που θα τον διευκολύνουν να πραγματοποιήσει δεόντως τα καθήκοντά του.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διατηρεί αρχείο με τις ενδεχόμενες παραβιάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν τους νόμιμους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία από την υποχρέωση αυτή όσον αφορά ελάσσονες παραβιάσεις. Νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία τηρούν επίσης αρχείο με οποιεσδήποτε συνέπειες οποιασδήποτε παραβίασης, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων αυτών και για την τροποποίηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας. Καταρτίζουν ετήσια έκθεση που περιλαμβάνει την επισκόπηση τυχόν μέτρων που έχουν ληφθεί και κοινοποιούν την έκθεση εσωτερικά.

Όταν ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο απευθύνεται σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες για την παροχή συμβουλών, καταγράφει το σχετικό αίτημα και τις συμβουλές που έλαβε.

4. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διατηρεί μητρώο με τους λογαριασμούς των πελατών. Το εν λόγω μητρώο περιλαμβάνει τα ακόλουθα δεδομένα για κάθε πελάτη υποβληθέντα σε έλεγχο:

α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση και την επιχειρηματική έδρα·

β) στην περίπτωση ελεγκτικού γραφείου, τα ονόματα του ή των κύριων εταίρων ελέγχου·

γ) τις αμοιβές που χρεώθηκαν για τον υποχρεωτικό έλεγχο και τις αμοιβές που χρεώθηκαν για άλλες υπηρεσίες σε οποιαδήποτε οικονομική χρήση.

5. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο καταρτίζει φάκελο ελέγχου για κάθε υποχρεωτικό έλεγχο.

Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο καταγράφει τουλάχιστον τα δεδομένα που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 22β παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, τα άρθρα 6 έως 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διατηρεί τυχόν άλλα δεδομένα και έγγραφα που έχουν σημασία για την υποστήριξη της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 28 της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, στα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με την παρούσα οδηγία και άλλες ισχύουσες νομικές απαιτήσεις.

Ο φάκελος ελέγχου κλείνει εντός 60 ημερών το αργότερο από την ημερομηνία υπογραφής της έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 28 της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

6. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο τηρεί αρχείο οποιωνδήποτε καταγγελιών υποβλήθηκαν γραπτώς σχετικά με την εκτέλεση των υποχρεωτικών ελέγχων που διενεργήθηκαν.

7. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν απλουστευμένες απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τις παραγράφους 3 και 6 για τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 1) στοιχεία β) και γ).

Άρθρο 25

Αμοιβή του νόμιμου ελεγκτή

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν κατάλληλοι κανόνες που εγγυώνται ότι η αμοιβή των νόμιμων ελεγκτών:

α) δεν επηρεάζεται ούτε προσδιορίζεται από την παροχή συμπληρωματικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα·

β) δεν μπορεί να βασίζεται σε κανενός είδους αίρεση.

Άρθρο 25α

Αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 28 της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, στα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου δεν περιλαμβάνει εγγυήσεις σχετικά με τη μελλοντική βιωσιμότητα της ελεγχόμενης οντότητας ή την αποδοτικότητα ή αποτελεσματικότητα με την οποία το διαχειριστικό ή διοικητικό όργανο έχει χειριστεί ή θα χειρίζεται τις υποθέσεις της οντότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Άρθρο 26

Ελεγκτικά πρότυπα

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους νόμιμους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία να διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που υιοθετεί η Επιτροπή με τη διαδικασία της παραγράφου 3.

Τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν εθνικά ελεγκτικά πρότυπα, διαδικασίες ή απαιτήσεις, εφόσον η Επιτροπή δεν έχει υιοθετήσει διεθνές ελεγκτικό πρότυπο που να καλύπτει το ίδιο αντικείμενο.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως “διεθνή ελεγκτικά πρότυπα” νοούνται τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου (ΔΠΕ), το Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου Ποιότητας 1 και άλλα σχετικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί από τη Διεθνή Ομοσπονδία Λογιστών (IFAC) μέσω του Διεθνούς Συμβουλίου Προτύπων Ελέγχου και Διασφάλισης (IAASB), εφόσον έχουν συνάφεια με τον υποχρεωτικό έλεγχο.

3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει, με κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 48α, τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στον τομέα της ελεγκτικής πρακτικής, της ανεξαρτησίας και των εσωτερικών ελέγχων διασφάλισης της ποιότητας των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, για τους σκοπούς της εφαρμογής των εν λόγω προτύπων εντός της Ένωσης.

Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα μόνο εφόσον:

α) καταρτίζονται με κατάλληλες διαδικασίες, με δημόσια εποπτεία και διαφάνεια και τυγχάνουν γενικής διεθνούς αποδοχής·

β) συνεισφέρουν σε υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας και ποιότητας των ετήσιων ή των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/34/ΕΚ·

γ) προάγουν το δημόσιο συμφέρον της Ένωσης και

δ) δεν τροποποιούν καμία από τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας ούτε και τις συμπληρώνουν, με εξαίρεση τις απαιτήσεις που ορίζονται στο κεφάλαιο IV και στα άρθρα 27 και 28.

4. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ελεγκτικές διαδικασίες ή απαιτήσεις πέραν των διεθνών ελεγκτικών προτύπων που έχει υιοθετήσει η Επιτροπή, μόνο

α) εφόσον οι εν λόγω διαδικασίες ή απαιτήσεις είναι αναγκαίες για να εφαρμοσθούν οι εθνικές νομικές απαιτήσεις σχετικά με την εμβέλεια των υποχρεωτικών ελέγχων ή

β) στον βαθμό που απαιτείται ώστε να βελτιωθούν η αξιοπιστία και η ποιότητα των οικονομικών καταστάσεων.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ελεγκτικές διαδικασίες ή απαιτήσεις τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την έναρξη της ισχύος τους ή, στην περίπτωση απαιτήσεων που υπάρχουν ήδη όταν υιοθετείται διεθνές ελεγκτικό πρότυπο, το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία υιοθετείται το σχετικό διεθνές ελεγκτικό πρότυπο.

5. Όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί υποχρεωτικό έλεγχο των μικρών επιχειρήσεων, μπορεί να προβλέπει ότι η εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ανάλογη προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων αυτών. Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα ώστε να διασφαλίζουν την αναλογική εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων στους υποχρεωτικούς ελέγχους των μικρών επιχειρήσεων.

Άρθρο 27

Υποχρεωτικοί έλεγχοι ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ομίλου επιχειρήσεων:

α) σε σχέση με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, ο ελεγκτής του ομίλου φέρει την πλήρη ευθύνη για την έκθεση ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 28 της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και, ενδεχομένως, για την πρόσθετη έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού·

β) ο ελεγκτής του ομίλου αξιολογεί τον έλεγχο που διενήργησαν τυχόν ελεγκτές τρίτης χώρας ή νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες ή ελεγκτικά γραφεία τρίτης χώρας για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και καταγράφει το είδος, τη χρονική στιγμή και την έκταση του έργου που επιτέλεσαν οι εν λόγω ελεγκτές, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ανασκόπησης από τον ελεγκτή του ομίλου σχετικών τμημάτων των αποδεικτικών εγγράφων του ελέγχου των εν λόγω ελεγκτών·

γ) ο ελεγκτής του ομίλου προβαίνει σε ανασκόπηση του ελεγκτικού έργου που επιτέλεσαν οι ελεγκτές τρίτης χώρας ή οι νόμιμοι ελεγκτές και οι ελεγκτικές οντότητες ή τα ελεγκτικά γραφεία τρίτης χώρας για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και καταγράφει το εν λόγω έργο.

Τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου επιτρέπουν στη σχετική αρμόδια αρχή να προβαίνει σε ανασκόπηση του έργου του ελεγκτή του ομίλου.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, ο ελεγκτής του ομίλου ζητεί τη συμφωνία των ελεγκτών τρίτης χώρας, των νόμιμων ελεγκτών, των σχετικών ελεγκτικών οντοτήτων ή ελεγκτικών γραφείων τρίτης χώρας για τη διαβίβαση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων κατά τη διενέργεια του ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, ως προϋπόθεση για να μπορεί ο ελεγκτής του ομίλου να βασίζεται στο έργο των εν λόγω ελεγκτών τρίτης χώρας, νόμιμων ελεγκτών, ελεγκτικών οντοτήτων ή ελεγκτικών γραφείων τρίτης χώρας.

2. Όταν ο ελεγκτής του ομίλου δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), λαμβάνει κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει τη σχετική αρμόδια αρχή.

Τα εν λόγω μέτρα είναι δυνατόν, κατά περίπτωση, να περιλαμβάνουν τη διενέργεια συμπληρωματικού υποχρεωτικού ελέγχου στη συναφή θυγατρική, είτε άμεσα είτε με ανάθεση των εν λόγω εργασιών σε τρίτους.

3. Στην περίπτωση που ο ελεγκτής του ομίλου υπόκειται σε επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας ή σε έρευνα σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων, ο ελεγκτής του ομίλου, εφόσον του ζητηθεί, καθιστά διαθέσιμη στην αρμόδια αρχή τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί όσον αφορά το ελεγκτικό έργο που έχουν εκτελέσει οι αντίστοιχοι ελεγκτές τρίτης χώρας, νόμιμοι ελεγκτές, ελεγκτικές οντότητες ή ελεγκτικά γραφεία τρίτης χώρας για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων εργασίας που αφορούν τον έλεγχο του ομίλου.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει την υποβολή συμπληρωματικών αποδεικτικών εγγράφων του ελεγκτικού έργου που επιτελείται από τυχόν νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 36.

Εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή ή ελεγκτές ή ελεγκτική οντότητα ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας, η αρμόδια αρχή ζητεί συμπληρωματικά αποδεικτικά έγγραφα του ελεγκτικού έργου που διενεργήθηκε από τυχόν ελεγκτές τρίτης χώρας ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας προς τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μέσω των συμφωνιών συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 47.

Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο, εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή ή ελεγκτές ή ελεγκτική οντότητα ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας που δεν έχουν συνάψει συμφωνία συνεργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47, ο ελεγκτής του ομίλου είναι υπεύθυνος να διασφαλίσει, εφόσον του ζητηθεί, την κατάλληλη παράδοση των αποδεικτικών εγγράφων του ελεγκτικού έργου που επιτελέσθηκε από τους εν λόγω ελεγκτές τρίτης χώρας ή τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων εργασίας που είναι απαραίτητα για τον έλεγχο του ομίλου. Για να διασφαλίσει την παράδοση αυτή, ο ελεγκτής του ομίλου διατηρεί αντίγραφα αυτών των αποδεικτικών εγγράφων ή, εναλλακτικά, συμφωνεί με τους ελεγκτές τρίτης χώρας ή τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ότι πρόκειται να έχουν επιτρεπόμενη και απεριόριστη πρόσβαση στα έγγραφα αυτά κατόπιν αιτήσεως ή λαμβάνει οποιοδήποτε άλλο ενδεδειγμένο μέτρο. Στην περίπτωση που τα έγγραφα εργασίας του ελέγχου δεν μπορούν να διαβιβασθούν, για νομικούς ή άλλους λόγους, από μια τρίτη χώρα στον ελεγκτή του ομίλου, τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου περιλαμβάνουν απόδειξη ότι αυτός προέβη σε κατάλληλες ενέργειες προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στα αποδεικτικά έγγραφα του ελέγχου και, σε περίπτωση εμποδίων πέραν των νομικών της νομοθεσίας της εν λόγω τρίτης χώρας, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη αυτών των εμποδίων.

Άρθρο 28

Έκθεση ελέγχου

1. Οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία παρουσιάζουν τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου σε έκθεση ελέγχου. Η έκθεση καταρτίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ελεγκτικών προτύπων που υιοθετούνται από την Ένωση ή το οικείο κράτος μέλος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26.

2. Η έκθεση ελέγχου καταρτίζεται γραπτώς και σε αυτήν:

α) προσδιορίζεται η οντότητα της οποίας οι ετήσιες ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις αποτελούν το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου, προσδιορίζονται οι ετήσιες ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και η ημερομηνία και η περίοδος που καλύπτουν και προσδιορίζεται το πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που εφαρμόσθηκε κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων·

β) περιλαμβάνει περιγραφή του πεδίου του υποχρεωτικού ελέγχου, με αναφορά τουλάχιστον των ελεγκτικών προτύπων βάσει των οποίων διενεργήθηκε ο υποχρεωτικός έλεγχος·

γ) περιλαμβάνεται ελεγκτική γνώμη, η οποία διατυπώνεται ως γνώμη χωρίς επιφύλαξη, γνώμη με επιφύλαξη ή αντίθετη γνώμη και στην οποία οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία διατυπώνουν με σαφήνεια τη γνώμη τους:

i) για το κατά πόσον οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις παρέχουν πιστή και πραγματική εικόνα σύμφωνα με το αντίστοιχο πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και

ii) κατά περίπτωση, εάν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις συνάδουν με τις καταστατικές απαιτήσεις.

Εάν οι νόμιμοι ελεγκτές αδυνατούν να εκφέρουν ελεγκτική γνώμη, στην έκθεση περιλαμβάνεται άρνηση γνώμης·

δ) αναφέρονται οποιαδήποτε άλλα ζητήματα στα οποία οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία εφιστούν την προσοχή υπογραμμίζοντάς τα χωρίς να διατυπώνουν γνώμη υπό επιφύλαξη·

ε) περιλαμβάνουν γνώμη και δήλωση, που βασίζονται και οι δύο στο έργο το οποίο επιτελέσθηκε κατά τη διάρκεια του ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

στ) περιλαμβάνουν δήλωση για οποιαδήποτε ουσιώδη αβεβαιότητα όσον αφορά γεγονότα ή συνθήκες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της οντότητας να συνεχίσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες·

ζ) αναφέρεται η έδρα των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν πρόσθετες απαιτήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο της έκθεσης ελέγχου.

3. Όταν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργήθηκε από περισσότερους του ενός νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία, οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία συμφωνούν ως προς τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου και υποβάλλουν κοινή έκθεση και γνώμη. Σε περίπτωση διαφωνίας, κάθε νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο υποβάλλει τη γνώμη του σε χωριστή παράγραφο της έκθεσης ελέγχου και αιτιολογεί τη διαφωνία του.

4. Η έκθεση ελέγχου φέρει ημερομηνία και την υπογραφή του νόμιμου ελεγκτή. Εάν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται από ελεγκτικό γραφείο, η έκθεση ελέγχου φέρει την υπογραφή τουλάχιστον των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου. Όταν περισσότεροι του ενός νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία έχουν προσληφθεί ταυτοχρόνως, η έκθεση ελέγχου υπογράφεται από όλους τους νόμιμους ελεγκτές ή τουλάχιστον τους νόμιμους ελεγκτές που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους κάθε ελεγκτικού γραφείου. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η υπογραφή ή οι υπογραφές αυτές δεν απαιτείται να γνωστοποιηθούν στο κοινό, εφόσον η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να προκαλέσει άμεση και σημαντική απειλή για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου.

Σε κάθε περίπτωση, τα ονόματα των συμμετεχόντων γνωστοποιούνται στις οικείες αρμόδιες αρχές.

5. Η έκθεση των νόμιμων ελεγκτών ή του ελεγκτικού γραφείου για τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4. Κατά τη διατύπωση γνώμης σχετικά με την αντιστοιχία της έκθεσης διαχείρισης με τις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο ε), ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο εξετάζουν τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και την ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης. Σε περίπτωση που οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής επιχείρησης επισυνάπτονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οι εκθέσεις των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων που απαιτούνται βάσει του παρόντος άρθρου μπορούν να συνδυάζονται μεταξύ τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 29

Συστήματα διασφάλισης ποιότητας

1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα ελεγκτικά γραφεία υπόκεινται σε σύστημα διασφάλισης ποιότητας που πληροί τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:

α) το σύστημα διασφάλισης ποιότητας είναι οργανωμένο ώστε να είναι ανεξάρτητο από τους επιθεωρούμενους νόμιμους ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία και υπόκειται σε δημόσια εποπτεία·

β) η χρηματοδότηση του συστήματος είναι εξασφαλισμένη και δεν δύναται να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία·

γ) το σύστημα διαθέτει επαρκείς πόρους·

δ) τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τους ελέγχους διασφάλισης ποιότητας πρέπει να έχουν κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και πείρα στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου και της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, καθώς και ειδική κατάρτιση στον τομέα του ελέγχου διασφάλισης ποιότητας·

ε) η επιλογή των προσώπων στα οποία θα ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή ελέγχου διασφάλισης ποιότητας γίνεται με αντικειμενική διαδικασία που αποβλέπει στην αποφυγή κάθε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των προσώπων αυτών και του εξεταζομένου νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου·

στ) ο έλεγχος διασφάλισης ποιότητας, βασιζόμενος σε κατάλληλο έλεγχο επιλεγμένων φακέλων ελέγχου, περιλαμβάνει εκτίμηση της συμμόρφωσης με τα εφαρμοστέα πρότυπα ελέγχου και τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας, της ποσότητας και της ποιότητας των δαπανηθέντων πόρων, των αμοιβών που κατεβλήθησαν και του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας του ελεγκτικού γραφείου·

ζ) για τον έλεγχο διασφάλισης ποιότητας συντάσσεται έκθεση με τα κυριότερα συμπεράσματα του ελέγχου·

η) οι επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας λαμβάνουν χώρα βάσει αναλύσεως του κινδύνου και, στην περίπτωση νόμιμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο 1) στοιχείο α), τουλάχιστον ανά έξι έτη·

θ) τα συνολικά αποτελέσματα του συστήματος διασφάλισης ποιότητας δημοσιεύονται κάθε χρόνο·

ι) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο δίνει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος συνέχεια στις συστάσεις που διατυπώνονται κατά τον έλεγχο ποιότητας.

ια) οι επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας είναι ενδεδειγμένοι και αναλογικοί σε σχέση με την κλίμακα και τον πολύπλοκο χαρακτήρα της διάστασης της δραστηριότητας του επιθεωρούμενου ελεγκτικού γραφείου ή του νόμιμου ελεγκτή.

Εάν δεν δοθεί συνέχεια στις συστάσεις που αναφέρονται στο στοιχείο ι), ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο υπόκεινται, εφόσον ενδείκνυται, σε πειθαρχικά μέτρα ή κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 30.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε), εφαρμόζονται τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια κατά την επιλογή επιθεωρητών:

α) οι επιθεωρητές διαθέτουν κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και σχετική πείρα στον υποχρεωτικό έλεγχο και τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση σε συνδυασμό με ειδική εκπαίδευση σε επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας·

β) ένα πρόσωπο δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως επιθεωρητής στο πλαίσιο επιθεώρησης διασφάλισης της ποιότητας νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου έως ότου περάσουν τουλάχιστον τρία έτη από τη στιγμή που το εν λόγω πρόσωπο παύει να είναι εταίρος ή υπάλληλος του εν λόγω νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου ή να συνδέεται με άλλον τρόπο με αυτό·

γ) οι επιθεωρητές δηλώνουν ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτών και του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου που θα αποτελέσει το αντικείμενο της επιθεώρησης.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ια), τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές, όταν αναλαμβάνουν επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας των υποχρεωτικών ελέγχων των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός ότι τα ελεγκτικά πρότυπα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 26 είναι σχεδιασμένα ώστε να εφαρμόζονται κατά τρόπο ανάλογο προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εργασιών της ελεγχόμενης οντότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 30

Συστήματα ερευνών και κυρώσεων

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν αποτελεσματικά συστήματα ερευνών και κυρώσεων για τον εντοπισμό, τη διόρθωση και την πρόληψη της πλημμελούς εκτέλεσης του υποχρεωτικού ελέγχου.

2. Με την επιφύλαξη των εθνικών καθεστώτων αστικής ευθύνης, τα κράτη μέλη προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις κατά των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων εάν ο υποχρεωτικός έλεγχος δεν διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και, εφόσον έχει εφαρμογή, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν να μην ορίζουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις ως προς παραβάσεις που υπόκεινται ήδη στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, κοινοποιούν στην Επιτροπή τους σχετικούς κανόνες του ποινικού δικαίου.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα μέτρα που λαμβάνονται ή οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε νόμιμο ελεγκτή ή σε ελεγκτικό γραφείο δημοσιοποιούνται καταλλήλως. Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν τη δυνατότητα ανάκλησης της άδειας. Τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να αποφασίζουν ότι η δημοσιοποίηση αυτή δεν θα περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

4. Έως τις 17 Ιουνίου 2016, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 30α

Εξουσίες επιβολής κυρώσεων

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν και/ή να επιβάλλουν τουλάχιστον τα ακόλουθα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και, εφόσον έχει εφαρμογή, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014:

α) διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπαίτιο για την παράβαση να απέχει από τη συγκεκριμένη πράξη και να μην την επαναλάβει·

β) δημόσια δήλωση που αναφέρει το υπαίτιο πρόσωπο και τη φύση της παράβασης και δημοσιοποιείται στον δικτυακό τόπο των αρμόδιων αρχών·

γ) προσωρινή απαγόρευση διάρκειας έως και τριών ετών, απαγορεύοντας στον νόμιμο ελεγκτή, το ελεγκτικό γραφείο ή τον κύριο εταίρο ελέγχου να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους και/ή να υπογράφει εκθέσεις ελέγχου·

δ) δήλωση ότι η έκθεση ελέγχου δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 28 της παρούσας οδηγίας ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014·

ε) προσωρινή απαγόρευση διάρκειας έως και τριών ετών, απαγορεύοντας σε μέλος ελεγκτικού γραφείου ή σε μέλος διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου οντότητας δημόσιου συμφέροντος να ασκεί καθήκοντα σε ελεγκτικά γραφεία ή οντότητες δημόσιου συμφέροντος·

στ) επιβολή διοικητικών χρηματικών κυρώσεων σε φυσικά και νομικά πρόσωπα.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ασκούν τις εξουσίες επιβολής κυρώσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και το εθνικό δίκαιο με οποιονδήποτε από τους κατωτέρω τρόπους:

α) άμεσα·

β) σε συνεργασία με άλλες αρχές·

γ) υποβάλλοντας αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές άλλες εξουσίες επιβολής κυρώσεων πέραν των αναφερόμενων στην παράγραφο 1.

4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν στις αρχές που εποπτεύουν οντότητες δημόσιου συμφέροντος, όταν δεν έχουν ορισθεί ως η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, εξουσίες επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις των καθηκόντων αναφοράς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό.

Άρθρο 30β

Αποτελεσματική επιβολή κυρώσεων

Τα κράτη μέλη, όταν θεσπίζουν κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 30, απαιτούν να λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές, κατά τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων, όλες οι σχετικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων, κατά περίπτωση:

α) η βαρύτητα και διάρκεια της παράβασης·

β) ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου προσώπου·

γ) η οικονομική δύναμη του υπαίτιου προσώπου, για παράδειγμα όπως φαίνεται από τον συνολικό κύκλο εργασιών της υπαίτιας επιχείρησης ή το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου προσώπου, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο είναι φυσικό πρόσωπο·

δ) το ύψος των κερδών που αποκομίσθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο πρόσωπο, εφόσον μπορούν να προσδιορισθούν·

ε) ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου προσώπου με την αρμόδια αρχή·

στ) προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου.

Επιπρόσθετοι παράγοντες δύναται να λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές, εάν οι εν λόγω παράγοντες προσδιορίζονται στο εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 30γ

Δημοσιοποίηση κυρώσεων και μέτρων

1. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν, στον επίσημο δικτυακό τόπο τους, τουλάχιστον τις λεπτομέρειες κάθε διοικητικής κύρωσης που επιβάλλεται για παράβαση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, έναντι της οποίας κάθε δικαίωμα προσφυγής έχει εξαντληθεί ή εκπνεύσει, το συντομότερο δυνατόν μετά την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης στο πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση, περιλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση.

Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση των μη τελεσίδικων κυρώσεων, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επίσης, το συντομότερο δυνατόν, στον επίσημο δικτυακό τόπο τους, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση τυχόν προσφυγών και τα αποτελέσματά τους.

2. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν ανωνύμως τις κυρώσεις που επιβάλλονται και κατά τρόπο σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν, στην περίπτωση που η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο, η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη σύμφωνα με την υποχρεωτική προηγούμενη εκτίμηση της αναλογικότητας της εν λόγω δημοσιοποίησης·

β) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια διεξαγόμενη ποινική έρευνα·

γ) όταν η δημοσιοποίηση θα προκαλούσε δυσανάλογα μεγάλη ζημία στα σχετικά νομικά ή φυσικά πρόσωπα.

3. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε δημοσιοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 έχει αναλογική διάρκεια και παραμένει στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για ελάχιστη περίοδο πέντε ετών μετά την εξάντληση ή την εκπνοή όλων των δικαιωμάτων προσφυγής.

Η δημοσιοποίηση των κυρώσεων και μέτρων καθώς και οποιαδήποτε δημόσια δήλωση τηρούν τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναφέρονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να αποφασίζουν ότι η δημοσιοποίηση αυτή ή οποιαδήποτε δημόσια δήλωση δεν πρέπει να περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Άρθρο 30δ

Προσφυγή

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι λαμβανόμενες αποφάσεις από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 να υπόκεινται σε δικαίωμα προσφυγής.

Άρθρο 30ε

Αναφορά παραβάσεων

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς ώστε να ενθαρρύνουν την αναφορά περιπτώσεων παράβασης της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 στις αρμόδιες αρχές.

2. Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 μηχανισμοί περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α) συγκεκριμένες διαδικασίες για τη λήψη αναφορών παράβασης και την παρακολούθησή τους·

β) προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με το πρόσωπο που αναφέρει πιθανολογούμενες ή πραγματικές περιπτώσεις παράβασης και το πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ή εικάζεται ότι έχει διαπράξει παράβαση σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ·

γ) κατάλληλες διαδικασίες για να εξασφαλίζεται το δικαίωμα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορούμενου προσώπου πριν από την έκδοση απόφασης που το αφορά και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά οποιασδήποτε απόφασης ή μέτρου που το αφορά.

3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ελεγκτικά γραφεία καθορίζουν κατάλληλες διαδικασίες ώστε να μπορούν οι υπάλληλοί τους να αναφέρουν πιθανές ή πραγματικές περιπτώσεις παράβασης της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 εσωτερικά, μέσω συγκεκριμένου διαύλου.

Άρθρο 30στ

Ανταλλαγή πληροφοριών

1. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν ετησίως στην ΕΕΦΕΕ συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με όλα τα διοικητικά μέτρα και όλες τις κυρώσεις που έχουν επιβάλει σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Η ΕΕΦΕΕ δημοσιοποιεί τις πληροφορίες αυτές σε ετήσια έκθεση.

2. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν αμελλητί στην ΕΕΦΕΕ όλες τις προσωρινές απαγορεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 30α παράγραφος 1 στοιχεία γ) και ε).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙI

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 32

Αρχές δημόσιας εποπτείας

1. Τα κράτη μέλη οργανώνουν αποτελεσματικό σύστημα δημόσιας εποπτείας των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, το οποίο βασίζεται στις αρχές που διατυπώνονται στις παραγράφους 2 έως 7, και ορίζουν αρμόδια αρχή ως υπεύθυνη για την εποπτεία αυτή.

2. Όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα ελεγκτικά γραφεία υπόκεινται σε δημόσια εποπτεία.

3. Η διοίκηση της αρμόδιας αρχής ανατίθεται σε μη επαγγελματίες που γνωρίζουν καλά τα θέματα που σχετίζονται με τον υποχρεωτικό έλεγχο. Επιλέγονται με ανεξάρτητη και διαφανή διαδικασία διορισμού. Η αρμόδια αρχή μπορεί να προσλαμβάνει επαγγελματίες για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων και μπορεί επίσης να επικουρείται από εμπειρογνώμονες, όταν αυτό απαιτείται για τη δέουσα εκπλήρωση των καθηκόντων της. Στις περιπτώσεις αυτές, ούτε οι επαγγελματίες ούτε οι εμπειρογνώμονες συμμετέχουν σε τυχόν λήψη αποφάσεων από την αρμόδια αρχή.

4. Η αρμόδια αρχή έχει την τελική ευθύνη για την εποπτεία:

α) της έγκρισης και εγγραφής στα μητρώα των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων·

β) της υιοθέτησης προτύπων όσον αφορά την επαγγελματική δεοντολογία, τον εσωτερικό έλεγχο ποιότητας των ελεγκτικών γραφείων και τους ελέγχους, εκτός εάν τα πρότυπα αυτά έχουν υιοθετηθεί ή εγκριθεί από αρχές άλλου κράτους μέλους·

γ) της συνεχούς εκπαίδευσης·

δ) των συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας·

ε) των ανακριτικών και διοικητικών πειθαρχικών συστημάτων.

4α. Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρχές για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ορίζουν μία μόνο αρμόδια αρχή η οποία φέρει την τελική ευθύνη για τα καθήκοντα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, εκτός από όταν πρόκειται για τον υποχρεωτικό έλεγχο συνεταιρισμών, ταμιευτηρίων ή συναφών οντοτήτων όπως αναφέρονται στο άρθρο 45 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ ή θυγατρικής ή νόμιμου διαδόχου συνεταιρισμού, ταμιευτηρίου ή συναφούς οντότητας όπως αναφέρονται στο άρθρο 45 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με το όργανο που ορίζουν.

Οι αρμόδιες αρχές οργανώνονται ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων.

4β. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτούν την αρμόδια αρχή ή να της επιτρέπουν να αναθέσει οποιοδήποτε από τα καθήκοντά της σε άλλες αρχές ή όργανα που ορίζονται για την εκτέλεση σχετικών καθηκόντων ή λαμβάνουν κατ' άλλο τρόπο σχετική άδεια από τον νόμο.

Στην εξουσιοδότηση διευκρινίζονται τα ανατιθέμενα καθήκοντα και οι όροι υπό τους οποίους πρόκειται να διεκπεραιωθούν. Οι αρχές ή τα όργανα οργανώνονται ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων.

Όταν η αρμόδια αρχή αναθέτει καθήκοντα σε άλλες αρχές ή όργανα, είναι σε θέση να ανακαλεί τις αρμοδιότητες αυτές κατά περίπτωση.

5.   Η αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα, όποτε είναι αναγκαίο, να κινεί και να διεξάγει έρευνες σχετικά με νόμιμους ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία και να προβαίνει σε κατάλληλες ενέργειες.

Στην περίπτωση που μια αρμόδια αρχή απασχολεί εμπειρογνώμονες για τη διενέργεια συγκεκριμένων αποστολών, διασφαλίζει ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των εμπειρογνωμόνων αυτών και του συγκεκριμένου νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου. Οι εν λόγω εμπειρογνώμονες πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχείο α).

Στην αρμόδια αρχή ανατίθενται οι εξουσίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων της δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

6.   Η αρμόδια αρχή διέπεται από διαφάνεια. Αυτό περιλαμβάνει τη δημοσίευση ετήσιων προγραμμάτων εργασίας και εκθέσεων δραστηριότητας.

7.   Το σύστημα δημόσιας εποπτείας χρηματοδοτείται καταλλήλως και διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να κινεί και να διεξάγει έρευνες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5. Η χρηματοδότησή του είναι εξασφαλισμένη και δεν επηρεάζεται με αθέμιτο τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία.

Άρθρο 33

Συνεργασία μεταξύ των συστημάτων δημόσιας εποπτείας σε κοινοτικό επίπεδο

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ρυθμιστικές συμφωνίες για τα συστήματα δημόσιας εποπτείας επιτρέπουν αποτελεσματική συνεργασία σε κοινοτικό επίπεδο όσον αφορά τις εποπτικές δραστηριότητες των κρατών μελών. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη αναθέτουν σε συγκεκριμένη οντότητα την ευθύνη της συνεργασίας.

Άρθρο 34

Αμοιβαία αναγνώριση των ρυθμιστικών διατάξεων των κρατών μελών

1. Οι ρυθμιστικές διατάξεις των κρατών μελών σέβονται την αρχή της κανονιστικής και εποπτικής αρμοδιότητας του κράτους μέλους στο οποίο έλαβε άδεια ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο και στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα της ελεγχόμενης οντότητας.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, τα εγκεκριμένα σε ένα κράτος μέλος ελεγκτικά γραφεία τα οποία εκτελούν ελεγκτικές υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3α υπόκεινται σε επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας στο κράτος μέλος καταγωγής και σε εποπτεία στο κράτος μέλος υποδοχής οποιουδήποτε διενεργούμενου ελέγχου.

2. Στην περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, το κράτος μέλος που απαιτεί τον εν λόγω υποχρεωτικό έλεγχο δεν δύναται να επιβάλει συμπληρωματικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο σε σχέση με την εγγραφή στο μητρώο, την επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, την επαγγελματική δεοντολογία και την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο θυγατρικής που έχει συσταθεί σε άλλο κράτος μέλος.

3. Στην περίπτωση επιχείρησης τα χρεόγραφα της οποίας έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά άλλου κράτους μέλους πέραν αυτού στο οποίο έχει την έδρα της η επιχείρηση, το κράτος μέλος στο οποίο έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση τα χρεόγραφα δεν δύναται να επιβάλει συμπληρωματικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο σε σχέση με την εγγραφή στο μητρώο, την επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, την επαγγελματική δεοντολογία και την ανεξαρτησία σε νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της επιχείρησης αυτής.

4. Όταν ένας νόμιμος ελεγκτής ή ένα ελεγκτικό γραφείο έχει εγγραφεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κατόπιν εγκρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 3 ή 44 και ον εν λόγω νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο παρέχει εκθέσεις ελέγχου όσον αφορά τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, το κράτος μέλος στο οποίο έχει εγγραφεί ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο υπάγει το συγκεκριμένο νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο στα συστήματα εποπτείας του, τα συστήματά του για τη διασφάλιση της ποιότητας και τα συστήματά του για τις έρευνες και κυρώσεις.

Άρθρο 35

[Απαλείφθηκε]

Άρθρο 36

Επαγγελματικό απόρρητο και ρυθμιστική συνεργασία των κρατών μελών

1. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για τη χορήγηση άδειας, την εγγραφή στο μητρώο, τη διασφάλιση της ποιότητας, την επιθεώρηση και την πειθαρχία, οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και οι σχετικές Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους όταν απαιτείται για το σκοπό της εκπλήρωσης των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014. Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους επικουρούν τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και τις σχετικές Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες και συνεργάζονται στο πλαίσιο ερευνών που αφορούν υποχρεωτικούς ελέγχους.

2. Η υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου ισχύει για όλους όσους εργάζονται ή έχουν εργαστεί για τις αρμόδιες αρχές. Οι πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο δεν δύνανται να αποκαλύπτονται σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή, εκτός εάν αυτό απαιτείται από τους νόμους και τους κανονισμούς ή τις διοικητικές διαδικασίες ενός κράτους μέλους.

3. Η παράγραφος 2 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται με αυτόν τον τρόπο καλύπτονται από την υποχρέωση προστασίας του επαγγελματικού απόρρητου, το οποίο οφείλουν να τηρούν τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργασθεί στις αρμόδιες αρχές. Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου εφαρμόζεται επίσης για κάθε πρόσωπο στο οποίο οι αρμόδιες αρχές έχουν αναθέσει καθήκοντα σε σχέση με τους σκοπούς που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

4. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμελλητί, κατόπιν αιτήσεως, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Εφόσον απαιτείται, η αρμόδια αρχή στην οποία υποβάλλεται αίτηση παροχής πληροφοριών λαμβάνει αμελλητί όλα τα αναγκαία μέτρα για να συλλέξει τις ζητούμενες πληροφορίες. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται με τον τρόπο αυτό καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο από το οποίο δεσμεύονται τα πρόσωπα που απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί στην αρμόδια αρχή που λαμβάνει τις πληροφορίες.

Aν η αρμόδια αρχή-αποδέκτης της αίτησης δεν μπορεί να δώσει πληροφορίες χωρίς υπερβολική καθυστέρηση, ενημερώνει την αιτούσα αρχή σχετικά με τους λόγους.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αρνηθούν να απαντήσουν σε αίτηση παροχής πληροφοριών εάν:

α) η χορήγηση των πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παροχής πληροφοριών· ή

β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ίδιων προσώπων ενώπιον των αρχών του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, ή

γ) έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και για τα ίδια πρόσωπα από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση.

Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων εκ της ποινικής δικονομίας, οι αρμόδιες αρχές ή οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές που λαμβάνουν πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1, τις χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, καθώς και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται ειδικά με την άσκηση αυτών των καθηκόντων.

4α. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος, τις κεντρικές τράπεζες, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με την ιδιότητά τους ως νομισματικές αρχές, καθώς και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι εν λόγω αρχές ή όργανα δεν εμποδίζονται να έχουν τη δυνατότητα να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες που αυτές μπορεί να χρειάζονται για την άσκηση των καθηκόντων τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

5. Εάν μια αρμόδια αρχή συμπεραίνει ότι πράξεις αντίθετες προς την παρούσα οδηγία διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, το ανακοινώνει και το γνωστοποιεί με το λεπτομερέστερο δυνατό τρόπο στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους. Η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους υποχρεούται να λάβει κατάλληλα μέτρα. Ενημερώνει την αρμόδια αρχή που την πληροφόρησε για τα αποτελέσματα της παρέμβασής της και, στο μέτρο του δυνατού, για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.

6. Αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια έρευνας από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους στο έδαφος του τελευταίου.

Μπορεί επίσης να ζητήσει να επιτραπεί σε μέλη του προσωπικού της να συνοδεύσουν το προσωπικό της αρμόδιας αρχής του άλλου κράτους μέλους κατά τη διενέργεια της έρευνας.

Η έρευνα υπόκειται στον πλήρη έλεγχο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου διενεργείται.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αρνηθούν να διενεργήσουν έρευνα που ζητείται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο ή να μην επιτρέψουν στο προσωπικό της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους να συνοδεύσει το δικό τους προσωπικό ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, εάν:

α) η έρευνα αυτή ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παροχής πληροφοριών ή να διαταράσσει εθνικούς κανόνες ασφάλειας ή

β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των αρχών του κράτους αυτού·

γ) τα πρόσωπα αυτά έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα για τις ίδιες πράξεις από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση.

7. [Απαλείφθηκε]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ

Άρθρο 37

Διορισμός του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου

1. Ο νόμιμος ελεγκτής ή η ελεγκτική εταιρεία διορίζονται από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών της ελεγχόμενης οντότητας.

2. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν εναλλακτικά συστήματα ή όρους για το διορισμό του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου εφόσον τα εν λόγω συστήματα ή όροι αποσκοπούν να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου από τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού οργάνου ή από το διαχειριστικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας.

3. Απαγορεύεται οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα η οποία περιορίζει την επιλογή από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών της ελεγχόμενης οντότητας, σύμφωνα με την παράγραφο 1, σε ορισμένες κατηγορίες ή καταλόγους νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων σε σχέση με το διορισμό ή τον περιορισμό της επιλογής συγκεκριμένου νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου για τη διεξαγωγή του υποχρεωτικού ελέγχου της εν λόγω οντότητας. Οποιεσδήποτε υφιστάμενες ρήτρες ως ανωτέρω είναι άκυρες.

Άρθρο 38

Παύση και παραίτηση του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία μπορούν να παυθούν μόνο για βάσιμους λόγους. Η διάσταση απόψεων σχετικά με λογιστικούς χειρισμούς ή με ελεγκτικές διαδικασίες δεν αποτελεί βάσιμο λόγο παύσης.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ελεγχόμενη οντότητα και ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο ενημερώνουν την αρχή ή τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη δημόσια εποπτεία σχετικά με την παύση ή την παραίτηση του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου κατά τη διάρκεια της θητείας τους και την αιτιολογούν δεόντως.

3. Σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου οντότητας δημόσιου συμφέροντος, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι επιτρέπεται:

α) οι μέτοχοι οι οποίοι αντιστοιχούν στο 5 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή των μετοχών·

β) τα άλλα όργανα των ελεγχόμενων οντοτήτων κατά το εθνικό δίκαιο ή

γ) οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 32 της παρούσας οδηγίας ή ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, το άρθρο 20 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού,

να καταθέσουν αγωγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου για την απόλυση των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι προς τούτο λόγοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΛΕΓΧΟΥ

Άρθρο 39

Επιτροπή ελέγχου

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε οντότητα δημόσιου συμφέροντος διαθέτει επιτροπή ελέγχου. Η επιτροπή ελέγχου αποτελεί είτε ανεξάρτητη επιτροπή είτε επιτροπή του διοικητικού ή του εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας. Αποτελείται από μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού οργάνου και/ή μέλη του εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας ή/και μέλη διορισμένα από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας ή, στην περίπτωση οντοτήτων χωρίς μετόχους, από ισοδύναμο όργανο.

Τουλάχιστον ένα μέλος της επιτροπής ελέγχου διαθέτει επάρκεια στον τομέα της λογιστικής και/ή του ελέγχου.

Τα μέλη της επιτροπής στο σύνολό τους διαθέτουν επάρκεια στον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η ελεγχόμενη οντότητα.

Τα μέλη της επιτροπής ελέγχου είναι στην πλειονότητά τους ανεξάρτητα από την ελεγχόμενη αρχή. Ο πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου διορίζεται από τα μέλη της ή από το εποπτικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας και είναι ανεξάρτητος από την ελεγχόμενη οντότητα. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν την ετήσια εκλογή του προέδρου της επιτροπής ελέγχου από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας.

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι στην περίπτωση οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και κ) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [23], οι λειτουργίες που ανατίθενται στην επιτροπή ελέγχου είναι δυνατόν να εκτελούνται από το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο συνολικά, με την προϋπόθεση ότι, στις περιπτώσεις που ο πρόεδρος του οργάνου αυτού είναι εκτελεστικό μέλος, δεν ενεργεί ως πρόεδρος για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το όργανο αυτό εκτελεί τις λειτουργίες της επιτροπής ελέγχου.

Όταν μια επιτροπή ελέγχου εντάσσεται στο διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν ή να απαιτούν να εκτελεί το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο, κατά περίπτωση, τις λειτουργίες της επιτροπής ελέγχου που αποσκοπούν στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι οι ακόλουθες οντότητες δημόσιου συμφέροντος δεν υπόκεινται στην υποχρέωση να διαθέτουν επιτροπή ελέγχου:

α) οποιαδήποτε οντότητα δημόσιου συμφέροντος αποτελεί θυγατρική κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 10) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, εφόσον η εν λόγω οντότητα πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 1, 2 και 5 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 11 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 16 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 σε επίπεδο ομίλου·

β) οποιαδήποτε οντότητα δημόσιου συμφέροντος που είναι ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [24], ή οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (OEE), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [25]·

γ) οποιαδήποτε οντότητα δημόσιου συμφέροντος που δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην έκδοση τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 809/2004 της Επιτροπής [26]·

δ) οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι μετοχές του οποίου έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους κατά τη έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ και το οποίο έχει, κατά συνεχή και επανειλημμένο τρόπο, εκδώσει μόνο χρεωστικούς τίτλους που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, εφόσον το συνολικό ονομαστικό ποσό του συνόλου των εν λόγω χρεωστικών τίτλων παραμένει κάτω των 100 000 000 EUR και εφόσον δεν έχει δημοσιεύσει ενημερωτικό δελτίο σύμφωνα με την οδηγία 2003/71/ΕΚ.

Οι οντότητες δημόσιου συμφέροντος που αναφέρονται στο στοιχείο γ) επεξηγούν στο κοινό τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι δεν είναι σκόπιμο για αυτές να διαθέτουν επιτροπή ελέγχου ή διοικητικό ή εποπτικό όργανο επιφορτισμένο με την άσκηση των καθηκόντων επιτροπής ελέγχου.

4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν ή να επιτρέπουν σε οντότητα δημόσιου συμφέροντος να μη διαθέτει επιτροπή ελέγχου, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει όργανο ή όργανα που εκτελούν καθήκοντα ισοδύναμα με αυτά μιας επιτροπής ελέγχου, το οποίο έχει συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του κράτους μέλους στο οποίο είναι καταχωρισμένη η οντότητα που πρόκειται να ελεγχθεί. Στην περίπτωση αυτή, η οντότητα γνωστοποιεί το όργανο που εκτελεί τα καθήκοντα αυτά και τη σύνθεση του εν λόγω οργάνου.

5. Όταν όλα τα μέλη της επιτροπής ελέγχου είναι μέλη του διοικητικού ή εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας, το κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι η επιτροπή ελέγχου θα απαλλάσσεται από τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας της παραγράφου 1 τέταρτο εδάφιο.

6. Με την επιφύλαξη της ευθύνης των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου ή άλλων μελών που έχουν διορισθεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας, η επιτροπή ελέγχου, μεταξύ άλλων:

α) ενημερώνει το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας για το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου και επεξηγεί πώς συνέβαλε ο υποχρεωτικός έλεγχος στην ακεραιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και ποιος ήταν ο ρόλος της επιτροπής ελέγχου στην εν λόγω διαδικασία·

β) παρακολουθεί τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και υποβάλλει συστάσεις ή προτάσεις για την εξασφάλιση της ακεραιότητάς της,

γ) παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας και διαχείρισης κινδύνων της επιχείρησης και, κατά περίπτωση, του τμήματος εσωτερικού ελέγχου της της, όσον αφορά τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της ελεγχόμενης οντότητας, χωρίς να παραβιάζει την ανεξαρτησία της οντότητας αυτής·

δ) παρακολουθεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων και ιδίως την απόδοσή της, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε πορίσματα και συμπεράσματα της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014·

ε) ανασκοπεί και παρακολουθεί την ανεξαρτησία των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων σύμφωνα με τα άρθρα 22, 22α, 22β, 24α και 24β της παρούσας οδηγίας, καθώς και το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και ιδίως την καταλληλότητα της παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού·

στ) είναι υπεύθυνη για τη διαδικασία επιλογής νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων και προτείνει τους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία που θα διοριστούν σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 16 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΤΥΧΕΣ

Άρθρο 44

Χορήγηση άδειας σε νόμιμους ελεγκτές από τρίτες χώρες

1. Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να χορηγήσουν, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, άδεια νόμιμου ελεγκτή σε ελεγκτή από τρίτη χώρα, εάν αυτός αποδείξει ότι πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες που προβλέπουν τα άρθρα 4 και 6 έως 13.

2. Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους, προτού χορηγήσουν άδεια σε έναν ελεγκτή τρίτης χώρας που πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του άρθρου 14.

Άρθρο 45

Εγγραφή στα μητρώα και εποπτεία ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων τρίτης χώρας

1. Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους εγγράφουν, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 και 17, στο μητρώο τους κάθε ελεγκτή και ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, εφόσον ο εν λόγω ελεγκτής ή η ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας προσκομίζει ελεγκτική έκθεση αναφορικά με ετήσιους ή ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς επιχείρησης η οποία έχει συσταθεί εκτός της Ένωσης και της οποίας οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά του εν λόγω κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, εκτός εάν η εν λόγω επιχείρηση είναι εκδότης αποκλειστικώς τίτλων που δεν έχουν εξοφληθεί και για τους οποίους ισχύει ένα εκ των κάτωθι:

α) είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [27] πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2010 και η ανά μονάδα ονομαστική αξία τους είναι, κατά την ημερομηνία της έκδοσης, τουλάχιστον 50 000 EUR ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο νόμισμα, ισοδύναμη με 50 000 EUR τουλάχιστον·

β) είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ από τις 31 Δεκεμβρίου 2010 και η ανά μονάδα ονομαστική αξία τους είναι, κατά την ημερομηνία της έκδοσης, τουλάχιστον 100 000 EUR ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο νόμισμα, ισοδύναμη με 100 000 EUR τουλάχιστον.

2. Τα άρθρα 18 και 19 εφαρμόζονται.

3. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τους εγγεγραμμένους στο μητρώο τους ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών στα εθνικά συστήματα εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και ερευνών και κυρώσεων. Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν τους εγγεγραμμένους ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες από τρίτες χώρες από την υπαγωγή στο δικό τους σύστημα διασφάλισης ποιότητας, εάν ένα σύστημα διασφάλισης ποιότητας άλλου κράτους μέλους ή μιας τρίτης χώρας που έχει εκτιμηθεί ως ισοδύναμο σύμφωνα με το άρθρο 46, έχει ήδη διενεργήσει έλεγχο ποιότητας του ελεγκτή ή της ελεγκτικής οντότητας από τρίτη χώρα κατά τη διάρκεια των τριών προηγηθέντων ετών.

4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 46, οι εκθέσεις ελέγχου που αφορούν τους ετήσιους ή τους ενοποιημένους λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι οποίες εκδίδονται από ελεγκτές ή ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών που δεν είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο του κράτους μέλους, δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα σε αυτό το κράτος μέλος.

5. Ένα κράτος μέλος μπορεί να εγγράψει στο μητρώο του ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας μόνον εάν:

α) [Απαλείφθηκε]

β) η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 4 έως 10·

γ) ο ελεγκτής τρίτης χώρας που διενεργεί τον έλεγχο για λογαριασμό της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 4 έως 10·

δ) οι έλεγχοι των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών της παραγράφου 1 διενεργούνται σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 26 και με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 22, 22β και 25 ή σύμφωνα με ισοδύναμα πρότυπα και απαιτήσεις·

ε) δημοσιοποιεί στο δικτυακό της τόπο ετήσια έκθεση διαφάνειας που περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις γνωστοποίησης.

5α. Ένα κράτος μέλος δύναται να εγγράψει στο μητρώο του ελεγκτή τρίτης χώρας μόνο εάν αυτός πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα στοιχεία γ), δ) και ε) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

6.   Προκειμένου να διασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του στοιχείου δ) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να αποφασίσει σχετικά με την ισοδυναμία μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 48 παράγραφος 2 διαδικασία εξέτασης. Τα κράτη μέλη δύνανται να αξιολογούν την ισοδυναμία που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, ενόσω η Επιτροπή δεν έχει λάβει σχετική απόφαση.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 48α, με σκοπό τον καθορισμό των γενικών κριτηρίων ισοδυναμίας που πρόκειται να χρησιμοποιούνται κατά την αξιολόγηση τού κατά πόσο οι έλεγχοι των οικονομικών καταστάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου διενεργούνται σύμφωνα με διεθνή ελεγκτικά πρότυπα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26, και με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 22, 24 και 25. Τέτοιου είδους κριτήρια, που εφαρμόζονται για όλες τις τρίτες χώρες, χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη όταν αξιολογούν την ισοδυναμία σε εθνικό επίπεδο.

Άρθρο 46

Παρέκκλιση σε περίπτωση ισοδυναμίας

1. Τα κράτη μέλη μπορούν, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, να μην εφαρμόσουν ή να τροποποιήσουν τις απαιτήσεις του άρθρου 45 παράγραφοι 1 και 3, μόνον εάν οι εκεί αναφερόμενοι ελεγκτές τρίτης χώρας ή ελεγκτικές οντότητες υπόκεινται, στην οικεία τρίτη χώρα, σε συστήματα δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων που πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 29, 30 και 32.

2. Προκειμένου να διασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να αποφασίζει σχετικά με την ισοδυναμία μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 48 παράγραφος 2 διαδικασία εξέτασης. Όταν η Επιτροπή αναγνωρίσει την ισοδυναμία η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να στηριχθούν πλήρως ή εν μέρει στην ισοδυναμία αυτή και, ως εκ τούτου, να μην εφαρμόσουν ή να τροποποιήσουν πλήρως ή εν μέρει τις απαιτήσεις του άρθρου 45 παράγραφοι 1 και 3. Τα κράτη μέλη δύνανται να αξιολογούν την ισοδυναμία στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου ή να βασίζονται στις αξιολογήσεις που διενήργησαν άλλα κράτη μέλη, ενόσω η Επιτροπή δεν έχει λάβει οποιαδήποτε τέτοια απόφαση. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει ότι η απαίτηση ισοδυναμίας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν έχει τηρηθεί, δύναται να επιτρέψει στους ενδιαφερόμενους ελεγκτές τρίτης χώρας και ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας να συνεχίσουν τις ελεγκτικές τους δραστηριότητες σύμφωνα με τις απαιτήσεις του οικείου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια ενδεδειγμένης μεταβατικής περιόδου.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 48α, με σκοπό τη θέσπιση των γενικών κριτηρίων ισοδυναμίας, βάσει των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 29, 30 και 32, τα οποία θα χρησιμοποιούνται κατά την αξιολόγηση τού κατά πόσο τα συστήματα δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης της ποιότητας, έρευνας και κυρώσεων τρίτης χώρας είναι ισοδύναμα με εκείνα της Ένωσης. Τα γενικά αυτά κριτήρια χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη κατά την αξιολόγηση της ισοδυναμίας σε εθνικό επίπεδο σε περίπτωση απουσίας απόφασης της Επιτροπής σε σχέση με την υπό εξέταση τρίτη χώρα.

3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α) τις αξιολογήσεις της αναφερόμενης στην παράγραφο 2 ισοδυναμίας που έκαναν, και

β) τα κύρια στοιχεία της συνεργασίας που συμφώνησαν με τα συστήματα δημόσιας εποπτείας τρίτων χωρών, τη διασφάλιση ποιότητας και τις έρευνες και κυρώσεις, βάσει της παραγράφου 1.

Άρθρο 47

Συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών

1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας των εγγράφων εργασίας του ελέγχου ή άλλων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων στους οποίους έχουν χορηγήσει άδεια καθώς και των εκθέσεων επιθεώρησης ή έρευνας που αφορούν τους εν λόγω ελέγχους, υπό τους ακόλουθους όρους:

α) τα εν λόγω έγγραφα εργασίας του ελέγχου ή τα άλλα έγγραφα αφορούν ελέγχους εταιρειών που έχουν εκδώσει κινητές αξίες σε αυτή την τρίτη χώρα ή μετέχουν σε όμιλο που εκδίδει υποχρεωτικές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σε αυτή την τρίτη χώρα·

β) η διαβίβαση γίνεται μέσω των αρμόδιων αρχών της χώρας καταγωγής στις αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας ύστερα από αίτησή τους·

γ) οι αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας πληρούν απαιτήσεις που έχουν αναγνωριστεί κατάλληλες σύμφωνα με την παράγραφο 3·

δ) οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας·

ε) η μεταφορά προσωπικών δεδομένων σε τρίτη χώρα είναι σύμφωνη με το κεφάλαιο ΙV της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

2. Οι συμφωνίες συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) εξασφαλίζουν ότι:

α) οι αρμόδιες αρχές αιτιολογούν την αίτηση διαβίβασης των εγγράφων εργασίας του ελέγχου και των άλλων εγγράφων·

β) τα πρόσωπα που απασχολούνται ή απασχολήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας που έλαβε τις πληροφορίες υπόκεινται σε υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου·

βα) δεν τίθεται σε κίνδυνο η προστασία των εμπορικών συμφερόντων της ελεγχόμενης οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων βιομηχανικής και διανοητικής ιδιοκτησίας·

γ) οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα εργασίας του ελέγχου και τα άλλα έγγραφα μόνο για την άσκηση καθηκόντων δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και ερευνών που πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 29, 30 και 32·

δ) η αίτηση αρμόδιας αρχής τρίτης χώρας για διαβίβαση εγγράφων εργασίας του ελέγχου ή άλλων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου μπορεί να απορριφθεί:

- εάν η διαβίβαση ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Κοινότητας ή του κράτους μέλους αποδέκτη της αίτησης, ή

- εάν έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των αρχών του κράτους μέλους αποδέκτη της αίτησης ή

- εάν οι ίδιοι νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παροχής πληροφοριών.

3. Για τη διευκόλυνση της συνεργασίας, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να αποφασίζει περί της καταλληλότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 48 παράγραφος 2 διαδικασία εξέτασης. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή τους προς την απόφαση της Επιτροπής.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 48α, με σκοπό τη θέσπιση των γενικών κριτηρίων καταλληλότητας σύμφωνα με τα οποία η Επιτροπή θα αξιολογεί αν οι αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν ως κατάλληλες για συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά την ανταλλαγή ελεγκτικών φύλλων εργασίας ή άλλων εγγράφων που κατέχουν νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία. Τα γενικά κριτήρια καταλληλότητας βασίζονται στις απαιτήσεις του άρθρου 36 ή σε ουσιαστικά ισοδύναμα λειτουργικά αποτελέσματα σχετικά με την άμεση ανταλλαγή ελεγκτικών φύλλων εργασίας ή άλλων εγγράφων που κατέχουν νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία.

4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στους νόμιμους ελεγκτές και στα ελεγκτικά γραφεία στα οποία έχουν χορηγήσει άδεια να διαβιβάσουν φύλλα εργασίας και άλλα έγγραφα απευθείας στις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας, εφόσον:

α) οι έρευνες κινήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας·

β) η διαβίβαση δεν αντιβαίνει προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία ως προς τη διαβίβαση εγγράφων εργασίας ελέγχου ή άλλων εγγράφων στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής τους·

γ) υπάρχουν συμφωνίες συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας οι οποίες παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αμοιβαία και άμεση πρόσβαση στα έγγραφα εργασίας του ελέγχου και σε άλλα έγγραφα των ελεγκτικών οντοτήτων της τρίτης χώρας·

δ) η αιτούσα αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας πληροφορεί εκ των προτέρων την αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου για κάθε αίτηση παροχής πληροφοριών που υποβάλλεται απευθείας και αναφέρει τους σχετικούς λόγους·

ε) πληρούνται οι όροι της παραγράφου 2.

5. [Απαλείφθηκε]

6. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις συμφωνίες συνεργασίας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48

Διαδικασία επιτροπής

1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή (στο εξής “επιτροπή”). Η επιτροπή αυτή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [28].

2. Οσάκις γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2α. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

3. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 και εφεξής, τουλάχιστον ανά τριετία, η Επιτροπή εξετάζει τις διατάξεις σχετικά με τις εκτελεστικές αρμοδιότητές της και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, σχετικά με τη λειτουργία αυτών των αρμοδιοτήτων. Με την εν λόγω έκθεση, εξετάζεται ιδίως η ανάγκη να προτείνει η Επιτροπή τροποποιήσεις στην παρούσα οδηγία προκειμένου να εξασφαλισθεί το κατάλληλο πεδίο εφαρμογής των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί. Το συμπέρασμα για την αναγκαιότητα τροποποίησης συνοδεύεται από λεπτομερές σκεπτικό. Εφόσον απαιτείται, η έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση των διατάξεων σχετικά με την ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή.

Άρθρο 48α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Η εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή σύμφωνα με τους όρους παρόντος άρθρου.

2. Η εξουσία έκδοσης των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων του άρθρου 26 παράγραφος 3, του άρθρου 45 παράγραφος 6, του άρθρου 46 παράγραφος 2 και του άρθρου 47 παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 16 Ιουνίου 2014. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με την ανάθεση αρμοδιότητας το αργότερο εννέα μήνες πριν από το πέρας της πενταετίας. Η ανάθεση αρμοδιότητας παρατείνεται σιωπηρά για περιόδους ίσης διάρκειας με την αρχική, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εκφράσουν αντιρρήσεις για την εν λόγω παράταση το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.

3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 26 παράγραφος 3, στο άρθρο 45 παράγραφος 6, στο άρθρο 46 παράγραφος 2 και στο άρθρο 47 παράγραφος 3 είναι δυνατόν να ανακληθεί οποιαδήποτε χρονική στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την ανάθεση της εξουσίας που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της ημέρας δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα οποιωνδήποτε κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4. Μόλις εκδώσει μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

5. Οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 3, το άρθρο 45 παράγραφος 6, το άρθρο 46 παράγραφος 2 και το άρθρο 47 παράγραφος 3 τίθενται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν προβληθεί καμία ένσταση είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν ενστάσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 49

[Απαλείφθηκε]

Άρθρο 50

Κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ

Η οδηγία 84/253/ΕΟΚ καταργείται με ισχύ από τις 29 Ιουνίου 2006. Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται αναφορές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 51

Μεταβατική διάταξη

Οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με την οδηγία 84/253/ΕΟΚ πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 53 παράγραφος 1, θεωρούνται ότι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 52

Ελάχιστη εναρμόνιση

Το κράτος μέλος που απαιτεί τον υποχρεωτικό έλεγχο μπορεί να επιβάλει αυστηρότερες απαιτήσεις, εκτός εάν ορίζεται άλλως εκ της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 53

Μεταφορά

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν πριν από τις 29 Ιουνίου 2008 τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

2. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των ουσιωδών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 54

Έναρξη ισχύος

H παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 55

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.


Στρασβούργο, 17 Μαΐου 2006.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. Borrell Fontelles

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. Winkler

____________________________________________

[1] ΕΕ C 157 της 28.6.2005, σ. 115.

[2] Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2005 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 2006.

[3] ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ. 11· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 178 της 17.7.2003, σ. 16).

[4] ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

[5] ΕΕ L 372 της 31.12.1986, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

[6] ΕΕ L 374 της 31.12.1991, σ. 7· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

[7] ΕΕ L 126 της 12.5.1984, σ. 20.

[8] ΕΕ C 143 της 8.5.1998, σ. 12.

[9] ΕΕ L 91 της 31.3.2001, σ. 91.

[10] ΕΕ L 191 της 19.7.2002, σ. 22.

[11] ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1.

[12] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

[13] ΕΕ L 52 της 25.2.2005, σ. 51.

[14] Οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375 της 31.12.1985, σ. 3)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 79 της 24.3.2005, σ. 9).

[15] ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1.)

[16] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των ειδικών απαιτήσεων για τον έλεγχο οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος (ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 77).

[17] Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 388).

[18] ΕΕ L 207 της 18.8.2003, σ. 1.

[19] Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

[20] Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22).

[21] ΕΕ L 13 της 19.1.2000, σ. 12.

[22] Οδηγία 2004/72/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, για την εφαρμογή της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις αποδεκτές πρακτικές της αγοράς, τον ορισμό των εμπιστευτικών πληροφοριών για παράγωγα μέσα εμπορευμάτων, την κατάρτιση καταλόγων κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών, τη γνωστοποίηση των συναλλαγών προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα και τη γνωστοποίηση ύποπτων συναλλαγών (ΕΕ L 162 της 30.4.2004, σ. 70).

[23] Οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 64).

[24] Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

[25] Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, τροποποιώντας τις οδηγίες 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

[26] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 809/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004 για την εφαρμογή της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία, τη μορφή των ενημερωτικών δελτίων, την ενσωμάτωση πληροφοριών μέσω παραπομπής, τη δημοσίευση των ενημερωτικών δελτίων και τη διάδοση των σχετικών διαφημίσεων (ΕΕ L 149 της 30.4.2004, σ. 1).

[27] Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38).

[28] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο