Δημοσιεύθηκε στις : [ 05-08-2009 ]

Οδηγία 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Ιουνίου 1991 Για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτιικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

(Για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτιικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες)

Κατηγορία: Λοιπά

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 10ης Ιουνίου 1991 για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτιικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

(91/308/ΕΟΚ)

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 57 παράγραφος 2 πρώτη και τρίτη φράση, και το άρθρο 100Α,

την πρόταση της Επιτροπής [1],

[1] ΕΕ αριθ. C 106 της 28. 4. 1990, σ. 6 και ΕΕ αριθ. C 319 της 19. 12. 1990, σ. 9.

Σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [2],

[2] ΕΕ αριθ. C 324 της 24. 12. 1990, σ. 264 και ΕΕ αριθ. C 129 της 20. 5. 1991.

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [3],

[3] ΕΕ αριθ. C 332 της 31. 12. 1990, σ. 86.

Εκτιμώντας:

ότι, όταν τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί χρησιμοποιούνται για τη νομιμοποίηση του προϊόντος παράνομων δραστηριοτήτων (που στο εξής αποκαλείται «νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες»), η φερεγγυότητα και η σταθερότητα του ενεχόμενου ιδρύματος ή οργανισμού αλλά και η αξιοπιστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του, μπορούν να κλονιστούν σοβαρά, πράγμα που θα οδηγήσει σε απώλεια της εμπιστοσύνης του κοινού,

ότι, εάν δεν αναληφθεί σε κοινοτικό επίπεδο δράση για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενδέχεται τα κράτη μέλη, προκειμένου να προστατεύσουν το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα, να λάβουν μέτρα τα οποία μπορεί να αντιβαίνουν προς την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς,

ότι, για να διευκολύνουν τις παράνομες δραστηριότητές τους, οι μετερχόμενοι τη νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ενδέχεται να προσπαθήσουν να επωφεληθούν από την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και την ελεύθερη παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που συνεπάγεται ο ενιαίος χρηματοπιστωτικός χώρος, αν δεν θεσπιστούν ορισμένα μέτρα συντονισμού σε κοινοτικό επίπεδο,

ότι η νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες επηρεάζει καταφανώς την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος γενικά, και ειδικότερα του λαθρεμπορίου ναρκωτικών,

ότι συνειδητοποιείται όλο και περισσότερο ότι η καταπολέμηση της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι ένα από τα πλέον αποτελεσματικά μέσα για την αντιμετώπιση αυτής της μορφής παράνομης δραστηριότητας, η οποία αποτελεί ιδιαίτερη απειλή για τις κοινωνίες των κρατών μελών,

ότι η νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πρέπει να καταπολεμηθεί κυρίως με ποινικές κυρώσεις και στα πλαίσια διεθνούς συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών και αστυνομικών αρχών, αντίληψη η οποία έχει υιοθετηθεί, στον τομέα των ναρκωτικών, από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, που εγκρίθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1988 στη Βιέννη (στο εξής καλούμενη «Σύμβαση της Βιέννης»), και η οποία έχει επεκταθεί σε όλες τις παράνομες δραστηριότητες από τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη νομιμοποίηση, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, που άνοιξε προς υπογραφή στις 8 Νοεμβρίου 1990 στο Στρασβούργο,

ότι η ποινική αντιμετώπιση δεν πρέπει, ωστόσο, να αποτελέσει το μόνο τρόπο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δεδομένου ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να διαδραματίσει εξαιρετικά αποτελεσματικό ρόλο,

ότι, στα πλαίσια αυτά, πρέπει να γίνει παραπομπή στη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 27ης Ιουνίου 1980 και στη δήλωση αρχών που εγκρίθηκε το Δεκέμβριο του 1988 στη Βασιλεία από τις αρχές εποπτείας των τραπεζικών ιδρυμάτων της ομάδας των Δέκα, οι οποίες αποτελούν σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της πρόληψης της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι οι πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διενεργούνται συνήθως σε διεθνές επίπεδο ώστε να συγκαλύπτεται ευκολότερα η παράνομη προέλευση των κεφαλαίων,

ότι τα μέτρα που λαμβάνονταν αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να ληφθούν υπόψη ο διεθνής συντονισμός και η διεθνής συνεργασία, έχουν πολύ περιορισμένα αποτελέσματα,

ότι τα μέτρα που θεσπίζονται από την Κοινότητα σ' αυτόν τον τομέα πρέπει να μην αντιβαίνουν προς τις άλλες δράσεις που έχουν αναληφθεί στα πλαίσια άλλων διεθνών φορέων,

ότι, εν προκειμένω, για κάθε δράση της Κοινότητας θα πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη οι συστάσεις της ομάδας για την ανάληψη οικονομικής δράσης στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία συνεστήθη τον Ιούλιο του 1989 από τη διάσκεψη κορυφής των επτά κυριοτέρων βιομηχανικών χωρών στο Παρίσι,

ότι, με πολλά ψηφίσματά του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει να καταρτιστεί ένα συνολικό πρόγραμμα της Κοινότητας για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου ναρκωτικών, όπου θα περιλαμβάνονται διατάξεις για την πρόληψη της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι, για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες έχει ληφθεί από τη σύμβαση της Βιέννης,

ότι, επειδή, παρ' όλα αυτά, το φαινόμενο της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν αφορά μόνο το προϊόν εγκλημάτων που έχουν σχέση με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, αλλά και το προϊόν άλλων παράνομων δραστηριοτήτων (όπως είναι το οργανωμένο έγκλημα και η τρομοκρατία), επιβάλλεται να επεκτείνουν τα κράτη μέλη, στο βαθμό που το επιτρέπει η νομοθεσία τους, τα αποτελέσματα της παρούσας οδηγίας στο προϊόν και αυτών των δραστηριοτήτων, εφόσον το προϊόν αυτό είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο νομιμοποίησης της οποίας δικαιολογείται η καταστολή,

ότι η απαγόρευση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες των κρατών μελών, ενισχυόμενη από κατάλληλα μέτρα και κυρώσεις, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την καταπολέμηση αυτού του φαινομένου,

ότι, για να μη δίνεται στους μετερχόμενους τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες η δυνατότητα να επωφελούνται από την ανωνυμία για να διενεργούν τις παράνομες δραστηριότητές τους, πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί θα απαιτούν τα στοιχεία ταυτότητας των πελατών με τους οποίους έχουν εμπορικές σχέσεις ή με τους οποίους πραγματοποιούν συναλλαγές οι οποίες υπερβαίνουν ορισμένα κατώτατα όρια,

ότι οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να επεκταθούν, κατά το δυνατόν, σε κάθε δικαιούχο,

ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί πρέπει να φυλάττουν επί πέντε τουλάχιστον έτη αντίγραφα ή στοιχεία των απαιτούμενων εγγράφων ταυτότητας καθώς και τα δικαιολογητικά έγγραφα και τις λογιστικές εγγραφές σε πρωτότυπα έγγραφα ή σε αντίγραφα με ισότιμη, βάσει του εθνικού δικαίου, αποδεικτική ισχύ, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά στοιχεία σε οιαδήποτε διερευνητική διαδιακασία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι, για να διαφυλαχθεί η οικονομική ευρωστία και το αδιάβλητο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και να ενισχυθεί η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί θα εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή που κρίνουν ότι, λόγω της φύσεώς της, είναι ιδιαίτερα επιδεκτική ως προς το να συνδεθεί με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι, προς το σκοπό αυτό, θα πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες οι οποίες δεν εφαρμόζουν, όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κανόνες οι οποίοι να μπορούν να συγκριθούν με εκείνους που ισχύουν στην Κοινότητα ή άλλους ισότιμους κανόνες που ορίζονται από διεθνείς φορείς και γίνονται αποδεκτοί από την Κοινότητα,

ότι, για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς να καταχωρούν εγγράφως τα αποτελέσματα της εξέτασης στην οποία υποχρεούνται να προβούν και να τηρούν τα αποτελέσματα αυτά στη διάθεση των αρχών των υπεύθυνων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί έργο το οποίο δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας οι υπεύθυνες για την καταπολέμηση αυτού του φαινομένου αρχές χωρίς τη συνεργασία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών οργανισμών καθώς και των εποπτικών τους αρχών,

ότι το τραπεζικό απόρρητο πρέπει να αίρεται στις περιπτώσεις αυτές,

ότι ένα σύστημα υποχρεωτικής δήλωσης των ύποπτων συναλλαγών που θα καταχορυνώνει τη διαβίβαση των πληροφοριών στις προαναφερόμενες αρχές χωρίς να ειδοποιούνται οι ενδιαφερόμενοι πελάτες, αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο για την επίτευξη αυτής της συνεργασίας,

ότι είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ειδική ρήτρα προστασίας βάσει της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί, οι υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη τους θα απαλλάσσονται από τις ευθύνες που θα απέρρεαν από παράβαση των περιοριστικών διατάξεων των σχετικών με την αποκάλυψη πληροφοριών,

ότι οι πληροφορίες που περιέχονται εις γνώση των αρχών, κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνον για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέψουν ότι οι πληροφορίες αυτές ενδέχεται να εξυπηρετήσουν και άλλους σκοπούς,

ότι η καθιέρωση εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών οργανισμών, διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου και προγραμμάτων επιμόρφωσης σ' αυτόν τον τομέα αποτελούν συμπληρωματικές διατάξεις, χωρίς τις οποίες τα άλλα μέτρα που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία θα μπορούσαν να αποβούν αναποτελεσματικά,

ότι, επειδή η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μπορεί να διενεργηθεί όχι μόνο μέσω των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών οργανισμών αλλά επίσης μέσω άλλων τύπων επαγγελμάτων και κατηγοριών επιχειρήσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να επεκτείνουν το σύνολο ή ένα μέρος των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, ώστε να καλύπτονται και αυτά τα επαγγέλματα και επιχειρήσεις, οι δραστηριότητες των οποίων είναι ιδιαίτερα επιδεκτικές ως προς το να χρησιμοποιηθούν για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι είναι σημαντικό να μεριμνούν όλως ιδιαιτέρως τα κράτη μέλη ώστε να λαμβάνονται συντονισμένα μέτρα σε όλη την Κοινότητα, οσάκις υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ορισμένα επαγγέλματα ή δραστηριότητες, οι όροι ασκήσεως των οποίων έχουν αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής εναρμόνισης, χρησιμοποιούνται για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

ότι η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών που καταβάλλονται για την εξάλειψη του φαινομένου της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εξαρτάται κυρίως από τον συντονισμό και από την εναρμόνιση των εθνικών εκτελεστικών μέτρων,

ότι ο συντονισμός και η εναρμόνιση που λαμβάνουν χώρα σε διάφορα διεθνή πλαίσια απαιτούν, σε κοινοτικό επίπεδο, συνεννόηση μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής στα πλαίσια μιας επιτροπής επαφών,

ότι εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να λάβει τα κατάλληλα μέτρα και να επιβάλει τις κατάλληλες κυρώσεις για τις παραβάσεις των εν λόγω μέτρων προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

- «πιστωτικό ίδρυμα»: κάθε ίδρυμα υπό την έννοια του άρθρου 1 πρώτη περίπτωση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ [4], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 89/646/ΕΟΚ [5], καθώς και κάθε υποκατάστημα, κατά την έννοια του άρθρου 1 τρίτη περίπτωση της εν λόγω οδηγίας, που βρίσκεται στην Κοινότητα και πιστωτικού ιδρύματος με έδρα εκτός Κοινότητας,

[4] ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30.

[5] ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 1.

- «χρηματοδοτικός οργανισμός»: κάθε επιχείρηση εκτός από πιστωτικό ίδρυμα, η κυρία δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στη διενέργεια μιας ή περισσοτέρων από τις πράξεις που κατονομάζονται στα σημεία 2 έως 12 και 14 του καταλόγου ο οποίος προσαρτάται στην οδηγία 89/646/ΕΟΚ, καθώς και κάθε ασφαλιστική εταιρεία η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 79/267/ΕΟΚ [6], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 90/619/ΕΟΚ [7], στο μέτρο που ασκεί δραστηριότητες που υπάγονται στην εν λόγω οδηγία, στον ορισμό αυτό εμπίπτουν και τα ευρισκόμενα στην Κοινότητα υποκαταστήματα χρηματοδοτικών οργανισμών με έδρα εκτός Κοινότητας,

[6] ΕΕ αριθ. L 63 της 13. 3. 1979, σ. 1.

[7] ΕΕ αριθ. L 330 της 29. 11. 1990, σ. 50.

- «νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες»: οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις:

- η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας, εν γνώσει του ότι προέρχεται από παράνομη δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε παράνομη δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη ή την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στη δραστηριότητα αυτή, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του,

- η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο στον οποίο αυτή ευρίσκεται, ή την κυριότητα επί περιουσίας ή εκ σχετικών μ' αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του ότι προέρχεται από παράνομη δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε παράνομη δραστηριότητα,

- η απόκτηση, η κατοχή ή η χρήση περιουσίας εν γνώσει, κατά τον χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από παράνομη δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε παράνομη δραστηριότητα,

- η συμμετοχή σε μια από τις πράξεις που αναφέρουν τα προηγούμενα τρία σημεία, η σύσταση οργανώσεως για τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξή της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης.

Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία των πράξεων που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο μπορεί να συνάγονται από τις πραγματικές περιστάσεις.

Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες υπάρχει ακόμη και αν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχονται τα προς νομιμοποίηση περιουσιακά στοιχεία, διαπράττονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας.

- «περιουσία»: περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που υποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων,

- «παράνομη δραστηριότητα»: έγκλημα όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης της Βιέννης, καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα, που ορίζεται ως παράνομη από κάθε κράτος μέλος για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας,

- «αρμόδιες αρχές»: οι εθνικές αρχές οι εξουσιοδοτημένες, βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως, να εποπτεύουν τα πιστωτικά ιδρύματα ή τους χρηματοδοτικούς οργανισμούς.

Άρθρο 2

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να απαγορεύεται η κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Άρθρο 3

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα ή οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί να απαιτούν από τους πελάτες τους την απόδειξη της ταυτότητάς τους μέσω του κατάλληλου αποδεικτικού εγγράφου όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις, ιδίως κατά το άνοιγμα λογαριασμών καταθέσεων ή ταμιευτηρίου ή την παροχή υπηρεσιών φύλαξης περιουσιακών στοιχείων.

2. Η υποχρέωση απόδειξης της ταυτότητας ισχύει και για κάθε συναλλαγή με πελάτες εκτός από αυτούς που αναφέρει η παράγραφος 1, το ποσό της οποίας φθάνει ή υπερβαίνει τα 15.000 Ecu, ανεξάρτητα από τα αν διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση. Εάν το ποσό δεν είναι γνωστό κατά τη διενέργεια της συναλλαγής, ο οικείος οργανισμός προβαίνει σε εξακρίβωση της ταυτότητας μόλις το γνωρίσει και διαπιστώσει ότι φθάνει το κατώτατο όριο.

 

3. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, η εξακρίβωση της ταυτότητας σε περιπτώσεις ασφαλιστικών συμβάσεων που συνάπτονται από ασφαλιστικές εταιρείες, στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας δυνάμει της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ, εφόσον πραγματοποιούν δραστηριότητες που υπάγονται στην εν λόγω οδηγία, δεν απαιτείται, εάν το ποσό του ή των περιοδικών ασφαλίστρων που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους δεν υπερβαίνει τα 1 000 Ecu ή, στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής, τα 2.500 Ecu. Εάν το ή τα περιοδικά ασφάλιστρα, που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους, αυξηθούν έτσι ώστε να υπερβούν το κατώτατο όριο των 1.000 Ecu, απαιτείται η εξακρίβωση ταυτότητας.

 

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι η εξακρίβωση της ταυτότητας δεν είναι υποχρεωτική για συμβάσεις συνταξιοδοτικής ασφάλισης που συνάπτονται δυνάμει συμβάσεων εργασίας ή επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου, υπό τον όρο ότι οι συμβάσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν ρήτρα εξαγοράς, ούτε μπορούν να χρησιμεύσουν ως εγγύηση δανείου.

5. Σε περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία για το αν οι πελάτες που αναφέρουν οι προηγούμενες παράγραφοι ενεργούν για ίδιο λαγαριασμό ή σε περίπτωση βεβαιότητας περί του ότι δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί λαμβάνουν τα ευλόγως απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούν οι πελάτες αυτοί.

6. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν να προβαίνουν στην προρρηθείσα εξακρίβωση της ταυτότητας ακόμη και αν το ύψος της συναλλαγής είναι κατώτερο από τα προαναφερθέντα κατώτατα όρια, αφ' ής στιγμής υπάρχει υπόνοια ότι πρόκειται για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

7. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί δεν υποχρεούνται να προβαίνουν στην εξακρίβωση ταυτότητας που προβλέπει το παρόν άρθρο, στην περίπτωση που ο πελάτης είναι και αυτός πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικός οργανισμός που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία.

8. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η υποχρέωση εξακρίβωσης ταυτότητας, όσον αφορά τις συναλλαγές που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4, πληρούται όταν διαπιστωθεί ότι η πληρωμή της συναλλαγής πρέπει να χρεωθεί σε λογαριασμό που έχει ανοιχθεί στο όνομα του πελάτη σε πιστωτικό ίδρυμα που υπάγεται στην υποχρέωση της παραγράφου 1.


Άρθρο 4

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί να διατηρούν τα κατωτέρω στοιχεία, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό υλικό σε οιαδήποτε διερευνητική διαδικασία σχετική με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες:

- όσον αφορά την εξακρίβωση ταυτότητας, το αντίγραφο ή τα στοιχεία απαιτηθέντων αποδεικτικών της ταυτότητας εγγράφων, επί διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών μετά τη λήξη των σχέσεών τους με τους πελάτες τους,

- όσον αφορά τις συναλλαγές, τα δικαιολογητικά έγγραφα και τις λογιστικές εγγραφές σε πρωτότυπα έγγραφα ή σε αντίγραφα με ισότιμη, βάσει του εθνικού δικαίου, αποδεικτική ισχύ, επί διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών από τη διενέργεια της συναλλαγής.


Άρθρο 5

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή που κρίνεται ότι, λόγω της φύσεώς της, είναι ιδιαίτερα επιδεκτική ως προς το να συνδεθεί με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.


Άρθρο 6

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί καθώς και οι υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη τους να συνεργάζονται πλήρως με τις αρχές τις υπεύθυνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες:

- ενημερώνοντας τις εν λόγω αρχές, με δική τους πρωτοβουλία, για κάθε γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη πράξης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

- παρέχοντας στις εν λόγω αρχές, τη αιτήσει τους, τις απαιτούμενες πληροφορίες σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο διαβιβάζονται στις υπεύθυνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αρχές του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το ίδρυμα το οποίο τις διαβιβάζει. Η διαβίβαση αυτή πραγματοποιείται κατά κανόνα από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν οριστεί από τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 11 σημείο 1.

Οι πληροφορίες που παρέχονται στις αρχές σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι πληροφορίες αυτές ενδέχεται να εξυπηρετήσουν και άλλους σκοπούς.


Άρθρο 7

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί να αποφεύγουν την εκτέλεση συναλλαγών, για τις οποίες γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, προτού ενημερώσουν τις κατ' άρθρο 6 αρχές. Οι εν λόγω αρχές μπορούν, υπό τους όρους που προβλέπει το εθνικό τους δίκαιο, να δώσουν εντολή να μην εκτελεσθεί η συναλλαγή. Αν υπάρχει υπόνοια ότι η συναλλαγή συνιστά νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και εφόσον η αποφυγή της είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των προσώπων υπέρ των οποίων διενεργείται η εικαζόμενη νομιμοποίηση εσόδων, τα ενδεχόμενα ιδρύματα και οργανισμοί παρέχουν τις απαιτούμενες πληροφορίες αμέσως μετά τη συναλλαγή.


Άρθρο 8

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, οι υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη τους δεν μπορούν να γνωστοποιήσουν στον ενεχόμενο πελάτη ή σε τρίτους το γεγονός ότι διαβιβάστηκαν πληροφορίες στις αρχές κατ' εφαρμογή των άρθρων 6 και 7 ή ότι διεξάγεται έρευνα για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Άρθρο 9

Η καλή τη πίστη γνωστοποίηση στις αρχές, τις υπεύθυνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, από υπάλληλο ή διευθυντικό στέλεχος πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού οργανισμού, των πληροφοριών που αναφέρουν τα άρθρα 6 και 7, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν συμβατικής ή νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής απαγόρευσης της ανακοίνωσης πληροφοριών και δεν συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνη για το πιστωτικό ίδρυμα, το χρηματοδοτικό οργανισμό, τους υπαλλήλους ή τα διευθυντικά στελέχη τους.


Άρθρο 10

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να ενημερώνουν τις αρχές τις υπέυθυνες για την καταπολέμιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αν, κατά τη διάρκεια των ελέγχων που ασκούν σε πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικούς οργανισμούς ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο ανακαλύψουν γεγονότα τα οποία ενδέχεται να στοιχειοθετούν απόδειξη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.


Άρθρο 11

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί:

1. να θεσπίσουν κατάλληλες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

2. να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε οι υπάλληλοί τους να γνωρίσουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η συμμετοχή των εν λόγω υπαλλήλων σε ειδικά προγράμματα τα οποία θα τους βοηθήσουν να εντοπίζουν τις δραστηριότητες που τυχόν συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και θα τους διδάξουν να ενεργούν σωστά σε παρόμοιες περιπτώσεις.


Άρθρο 12

Τα κράτη μέλη μεριμνούν να επεκτείνουν το σύνολο ή μέρος των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, πέραν των κατ' άρθρο 1 πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών οργανισμών, και σε άλλα επαγγέλματα και άλλες κατηγορίες επιχειρήσεων, που ασκούν δραστηριότητες οι οποίες είναι ιδιαίτερα επιδεκτικές ως προς το να χρησιμοποιηθούν για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.


Άρθρο 13

1. Ιδρύεται στα πλαίσια της Επιτροπής επιτροπή επαφών, στο εξής καλουμένη «επιτροπή επαφών», η οποία θα έχει ως αποστολή:

α) να διευκολύνει, με την επιφύλαξη των άρθρων 169 και 170 της συνθήκης, την εναρμονισμένη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας με τακτικές συννενοήσεις ως προς τα συγκεκριμένα προβλήματα που εγείρει η εφαρμογή της και σε σχέση με τα οποία κρίνεται χρήσιμη η ανταλλαγή απόψεων,

β) να διευκολύνει τη συνεννόηση μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις αυστηρότερες ή πρόσθετες προϋποθέσεις τις οποίες θα επιβάλουν τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο,

γ) να συμβουλεύει την Επιτροπή, αν παραστεί ανάγκη, σχετικά με τις συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις που πρέπει να επέλθουν στην παρούσα οδηγία ή σχετικά με τις άλλες προσαρμογές που θα κριθούν αναγκαίες, ιδίως για να εναρμοστούν τα αποτελέσματα του άρθρου 12,

δ) να εξετάζει αν ένα επάγγελμα ή μια κατηγορία επιχειρήσεων πρέπει να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12, εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι, σε κάποιο κράτος μέλος, το εν λόγω επάγγελμα ή η εν λόγω κατηγορία επιχειρήσεων χρησιμοποιήθηκε για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

2. Η επιτροπή επαφών δεν έχει αποστολή να αξιολογεί το βάσιμο των αποφάσεων που λαμβάνονται για τις επιμέρους περιπτώσεις από τις αρμόδιες αρχές.

3. Η επιτροπή επαφών απαρτίζεται από πρόσωπα διοριζόμενα από τα κράτη μέλη και από αντιπροσώπους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η γραμματεία της εξασφαλίζεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Πρόεδρός της είναι αντιπρόσωπος της Επιτροπής και συνδυάζει είτε με πρωτοβουλία του Προέδρου της είτε από αίτημα αντιπροσωπείας ενός κράτους μέλους.


Άρθρο 14

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή όλων των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, ιδίως δε ορίζουν τις κυρώσεις που θα επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων που ορίζονται κατ' εκτέλεση της παρούσας οδηγίας.


Άρθρο 15

Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία αυστηρότερες διατάξεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.


Άρθρο 16

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.

2. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν αυτές τις διατάξεις, οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις αυτής της αναφοράς καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των σημαντικότερων διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.


Άρθρο 17

Ένα έτος μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, και ακολούθως οσάκις παρίσταται ανάγκη, και τουλάχιστον ανά τριετία, η Επιτροπή θα συντάσσει έκθεση περί της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας την οποία και θα διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.


Άρθρο 18

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Λουξεμβούργο, 10 Ιουνίου 1991.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος J.-C. JUNCKER



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο