Δημοσιεύθηκε στις : [ 03-08-2009 ]

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗ 4/459/27.12.2007 Υπολογισµός κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο αγοράς

(Υπολογισµός κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο αγοράς)

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

ΑΠΟΦΑΣΗ 4/459/27.12.2007
του ∆ιοικητικού Συµβουλίου
 
 
 
ΘΕΜΑ : «Υπολογισµός κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο αγοράς.»
 
 
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
 

Λαµβάνοντας  υπόψη:
 
α) την παράγραφο 2 του άρθρου 72 και το άρθρο 81 του Ν. 3601/1.8.2007 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύµατα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυµάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α/178/1.8.2007), 
 
β)  την Οδηγία 2006/49/ΕΚ σχετικά µε την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυµάτων, 
 
γ) την Οδηγία 2006/48/ΕΚ σχετικά µε την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυµάτων,  
 
δ) το άρθρο 90 του Π∆ 63/2005 «Κωδικοποίηση της νοµοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α/98/2005),
 
ε) την ανάγκη ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2006/49/ΕΚ και της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ στο Ελληνικό δίκαιο.
 
 
 
 
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ
 
 
Άρθρο 1
Χαρτοφυλάκιο Συναλλαγών
 
1. Το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών µιας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αποτελείται από το σύνολο των θέσεων σε χρηµατοπιστωτικά µέσα και βασικά εµπορεύµατα, οι οποίες πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 
 
α. Κατέχονται είτε µε σκοπό διαπραγµάτευσης είτε µε σκοπό την αντιστάθµιση κινδύνων σχετιζόµενων µε άλλα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Ο όρος αντιστάθµιση δεν περιορίζεται στον ορισµό της λογιστικής αντιστάθµισης, σύµφωνα µε το ∆ΛΠ 39. Αντισταθµίσεις για τους σκοπούς της παρούσας Απόφασης θεωρούνται και τα παράγωγα µέσα που δεν ικανοποιούν τα κριτήρια αποτελεσµατικότητας του ∆ΛΠ 39. 
 
β. ∆εν υπόκεινται σε καµία συµβατική ρήτρα που να περιορίζει την εµπορευσιµότητά τους ή είναι επιδεκτικές αντιστάθµισης κινδύνου. 
 
2. Ο όρος «θέσεις» καλύπτει τις κατά κυριότητα κατεχόµενες θέσεις, τις θέσεις που προκύπτουν από παροχή υπηρεσιών σε πελάτες και τις θέσεις από ειδική διαπραγµάτευση.
 
3. Ως θέσεις, οι οποίες κατέχονται µε σκοπό διαπραγµάτευσης, ορίζονται εκείνες, τις οποίες η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατέχει µε σκοπό: 
 
α. τη βραχυπρόθεσµη µεταπώλησή τους και/ή 
 
β. την αποκόµιση κέρδους από πραγµατικές ή αναµενόµενες βραχυπρόθεσµες αποκλίσεις µεταξύ των τιµών αγοράς και των τιµών πώλησης ή από άλλου είδους διακυµάνσεις των τιµών ή των επιτοκίων. 
 
4. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών καθορίζουν, µε δική τους ευθύνη και ακολουθώντας διαχρονικά συνεπή πρακτική, µε βάση σαφώς καθορισµένες πολιτικές και διαδικασίες, τα συγκεκριµένα στοιχεία που υπάγονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, λαµβάνοντας υπόψη τις σχετικές διευκρινίσεις και οδηγίες που παρέχονται στο Τµήµα Γ του Παραρτήµατος VII της παρούσας Απόφασης. 
 
5. Για να συµπεριληφθούν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θέσεις ή χαρτοφυλάκια, θα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του σκοπού διαπραγµάτευσης. Ο σκοπός διαπραγµάτευσης αποδεικνύεται µε βάση στρατηγικές, πολιτικές και διαδικασίες που η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών  θεσπίζει µε σκοπό τη διαχείριση της θέσεως ή του χαρτοφυλακίου, σύµφωνα µε το Παράρτηµα VII, Τµήµα Α της παρούσας Απόφασης. 
 
6. Το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είναι δυνατό να περιλαµβάνει εσωτερικές αντισταθµίσεις. Στην περίπτωση αυτή εφαρµόζονται οι διατάξεις του Παραρτήµατος VII, µέρος Β της παρούσας Απόφασης. Η εσωτερική συναλλαγή (το εσωτερικό σκέλος της εσωτερικής αντιστάθµισης) δεν θα υπόκειται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον ειδικό κίνδυνο, σύµφωνα µε τον Πίνακα 1 του Παραρτήµατος I της παρούσας Απόφασης. 
 
7. Τα λοιπά χρηµατοπιστωτικά µέσα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που δεν εµπίπτουν στις διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 4 έως 6, αποτελούν στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, ανεξαρτήτως της κατάταξης ή τρόπου αποτίµησης αυτών σύµφωνα µε τα ∆ιεθνή Λογιστικά Πρότυπα (∆ΛΠ). ∆ιευκρινίζεται ότι σε κάθε περίπτωση: 
 
α. Τα διακρατούµενα µέχρι τη λήξη τους, σύµφωνα µε τα ∆ΛΠ, χρηµατοπιστωτικά µέσα περιλαµβάνονται στα στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου, συναλλαγών για σκοπούς υπολογισµού κεφαλαιακής επάρκειας. 
 
β. Τα οµόλογα του χαρτοφυλακίου διαθεσίµων προς πώληση, σύµφωνα µε τα ∆ΛΠ, και τα παράγωγα µέσα που χρησιµοποιούνται από πλευράς διαχείρισης κινδύνων για την αντιστάθµιση του κινδύνου αγοράς των στοιχείων αυτών (ανεξαρτήτως της αναγνώρισής τους ως µέσων αντιστάθµισης βάσει των ∆ΛΠ) αποτελούν στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, για σκοπούς κεφαλαιακής επάρκειας. 
 
γ. Οι µετοχές του χαρτοφυλακίου διαθεσίµων προς πώληση αποτιµώνται και για εποπτικούς σκοπούς στην εύλογη αξία και κατατάσσονται για σκοπούς κεφαλαιακής επάρκειας είτε στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε στα στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. 
 
δ. Τα προοριζόµενα για εµπορική εκµετάλλευση χρηµατοοικονοµικά µέσα, σύµφωνα µε τα ∆ΛΠ, αποτελούν µέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Εξαίρεση αποτελούν τα προοριζόµενα για εµπορική εκµετάλλευση παράγωγα µέσα, που αντισταθµίζουν από πλευράς διαχείρισης του κινδύνου αγοράς στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. 
 
ε. Οι τραπεζικές καταθέσεις δεν εµπίπτουν στην έννοια των χρηµατοπιστωτικών µέσων και δεν περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, αλλά υπόκεινται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση» ή της Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων».
 
8. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν σαφώς καθορισµένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισµό των θέσεων και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, σύµφωνα µε το Παράρτηµα VII, Τµήµα Γ της παρούσας Απόφασης.
 
9. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλουν να αποτιµούν σε καθηµερινή βάση τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών µε τις τρέχουσες αγοραίες τιµές, σύµφωνα µε τις µεθόδους συνετής αποτίµησης, κατά τα οριζόµενα στο Παράρτηµα VII, Τµήµα ∆ της παρούσας Απόφασης. Σύµφωνα µε τις εν λόγω µεθόδους, οι  Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλουν να διασφαλίζουν ότι η αξία, η οποία αποδίδεται σε κάθε θέση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, αντικατοπτρίζει µε τον δέοντα τρόπο την τρέχουσα αγοραία αξία. Η αξία αυτή πρέπει να ενέχει ικανοποιητικό βαθµό βεβαιότητας, µε γνώµονα το δυναµικό χαρακτήρα των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τις απαιτήσεις της συνετής αποτίµησης, τον τρόπο εφαρµογής και τον σκοπό των κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τις θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών.
 
10. Ελλείψει άµεσα διαθέσιµων τρεχουσών αγοραίων τιµών, οι  Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να µην εφαρµόζουν την προηγούµενη παράγραφο 9. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται να χρησιµοποιούν εναλλακτικές, αποδεκτές από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, µεθόδους αποτίµησης, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο Παράρτηµα VII, Τµήµα ∆ της παρούσας Απόφασης. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διατηρεί το δικαίωµα να επιβάλλει αναπροσαρµογή συγκεκριµένης µεθοδολογίας. 
 

Άρθρο 2
Συµψηφισµός αντίθετων θέσεων
 
1. Για τον υπολογισµό σε ενοποιηµένη βάση των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου θέσης, του κινδύνου τιµών συναλλάγµατος, του κινδύνου από την υπέρβαση των ορίων των µεγάλων χρηµατοδοτικών ανοιγµάτων και του κινδύνου θέσης σε βασικά εµπορεύµατα, επιτρέπεται ο συµψηφισµός αντιθέτων θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, θέσεων συναλλάγµατος και θέσεων σε βασικά εµπορεύµατα µεταξύ των επιµέρους ιδρυµάτων που υπόκεινται σε ενοποιηµένη εποπτεία, µε τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που διέπουν τον αντίστοιχο συµψηφισµό θέσεων µιας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε ατοµική βάση, σύµφωνα µε τους κανόνες που ορίζονται στα Παραρτήµατα I, III, IV, V και VI της παρούσας Απόφασης.
 
2. Επιτρέπεται ο συµψηφισµός αντιθέτων θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, θέσεων συναλλάγµατος και θέσεων σε βασικά εµπορεύµατα ιδρυµάτων εγκατεστηµένων σε τρίτες χώρες, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
α. Οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν άδεια λειτουργίας σε µια τρίτη χώρα και είτε είναι αναγνωρισµένες Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών τρίτων χωρών, σύµφωνα µε την παρ. 4 του άρθρου 70 του Ν.3601/2007, είτε ανταποκρίνονται στον ορισµό του πιστωτικού ιδρύµατος, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρο 2 του Ν.3601/2007.
 
β. Οι εν λόγω επιχειρήσεις υπόκεινται σε ισοδύναµη εποπτεία και εφαρµόζουν κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας επί ατοµικής βάσης, ισοδύναµους µε τους κανόνες της παρούσας Απόφασης.
 
γ. ∆εν υπάρχουν στις οικείες τρίτες χώρες κανονιστικές ρυθµίσεις που να επηρεάζουν ουσιαστικά τις µεταφορές κεφαλαίων εντός του οµίλου.
 
3. Επιτρέπεται ο συµψηφισµός που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 1 µεταξύ ιδρυµάτων, εφόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
 
α. Ανήκουν σε όµιλο και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα.
 
β. Υπάρχει ορθολογική / ικανοποιητική κατανοµή ιδίων κεφαλαίων εντός του οµίλου.
 
γ. Το κανονιστικό, νοµικό ή συµβατικό πλαίσιο, εντός του οποίου λειτουργούν τα ιδρύµατα, είναι τέτοιο που να εγγυάται την αµοιβαία χρηµατοοικονοµική υποστήριξη εντός του οµίλου.
 
4. Επιτρέπεται ο συµψηφισµός που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 1 µεταξύ των ιδρυµάτων που ανήκουν σε έναν όµιλο, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις της ανωτέρω παραγράφου 3 και οποιουδήποτε ιδρύµατος που ανήκει στον ίδιο όµιλο αλλά έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος µέλος, µε την προϋπόθεση ότι το δεύτερο ίδρυµα υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του σε ατοµική βάση. 
 
Άρθρο 3
Αναγνώριση εσωτερικών υποδειγµάτων
 
Για την αναγνώριση των εσωτερικών υποδειγµάτων Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατά τα οριζόµενα στο Παράρτηµα V της παρούσας Απόφασης, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από µητρική Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εγκατεστηµένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θυγατρικές της ή από µητρικό πιστωτικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θυγατρικές του ή από κοινού από θυγατρικές µιας µητρικής χρηµατοδοτικής εταιρίας συµµετοχών εγκατεστηµένης στην Ευρωπαϊκή Ένωση ισχύουν οι απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 44 και 70 παρ. 6 και 8 του Ν.3601/2007. Η προθεσµία για την αναγνώριση είναι εξάµηνη. 
 
 
Άρθρο 4
Υποβολή στοιχείων
Τα στοιχεία υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι κινδύνου αγοράς υποβάλλονται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρθρο 6 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/459/27.12.2007 «Πλαίσιο υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών».
 
Άρθρο 5
Τελικές διατάξεις
 
1. Τα επισυναπτόµενα Παραρτήµατα αποτελούν αναπόσπαστο µέρος της παρούσας Απόφασης.
 
2. Η ισχύς της παρούσας Απόφασης αρχίζει από την 1/1/2008.

3. Από τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισµού.
 
4. Η Απόφαση αυτή να δηµοσιευθεί στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β΄).
 



Ο Γραµµατέας
  
  
Ο Πρόεδρος 
  
Αλέξιος Α. Πιλάβιος
  

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
  
Αναστάσιος Θ. Γαβριηλίδης


Τα Μέλη
 
 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝ∆ΥΝΟ ΘΕΣΗΣ
 
ΤΜΗΜΑ Α: ΟΡΙΣΜΟΙ
Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήµατος ισχύουν τα ακόλουθα:
 
1. Ο κίνδυνος θέσης για τα χρηµατοπιστωτικά µέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και ειδικότερα, για διαπραγµατεύσιµους χρεωστικούς τίτλους ή µετοχές ή παράγωγα µέσα επί µετοχών ή παράγωγα µέσα επί χρεωστικών τίτλων, διαιρείται σε δύο συνιστώσες. Τον ειδικό και το γενικό κίνδυνο θέσης.
 
2. Ο ειδικός κίνδυνος θέσης συνίσταται στον κίνδυνο µεταβολής της τιµής του σχετικού µέσου λόγω της επίδρασης παραγόντων που σχετίζονται µε τον εκδότη του ή, στην περίπτωση ενός παράγωγου µέσου, µε τον εκδότη του υποκείµενου µέσου. Από τον υπολογισµό του ειδικού κίνδυνου θέσης εξαιρούνται τα χαρτοφυλάκια των ιδίων µετοχών ή των ιδίων χρεωστικών τίτλων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
3. Ο γενικός κίνδυνος της θέσης συνίσταται στον κίνδυνο µεταβολής της τιµής του σχετικού µέσου λόγω:
 
i. µιας µεταβολής στο γενικό επίπεδο των επιτοκίων, στην περίπτωση ενός διαπραγµατεύσιµου χρεωστικού τίτλου ή παράγωγου µέσου χρεωστικού τίτλου ή
 
ii. µιας ευρείας µεταβολής στην αγορά µετοχών, που δεν σχετίζεται µε συγκεκριµένα χαρακτηριστικά µεµονωµένων τίτλων, στην περίπτωση µιας µετοχής ή ενός παράγωγου µέσου που βασίζεται σε µετοχή. 
 

ΤΜΗΜΑ Β: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΘΕΣΗΣ - ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ
ΘΕΣΕΩΝ
1. Οι διατάξεις του παρόντος τµήµατος θέτουν τους γενικούς κανόνες συµψηφισµού. Για κάθε χρηµατοπιστωτικό µέσο ισχύουν και ειδικότεροι κανόνες συµψηφισµού, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στα αντίστοιχα τµήµατα του παρόντος παραρτήµατος.
 
2. Η καθαρή θέση σε καθένα από τα διάφορα χρηµατοπιστωτικά µέσα δίνεται από το ποσό κατά το οποίο οι θετικές (αρνητικές) θέσεις του ιδρύµατος υπερβαίνουν τις αρνητικές (θετικές) θέσεις στην ίδια µετοχή, στον ίδιο χρεωστικό ή µετατρέψιµο τίτλο και σε πανοµοιότυπα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης, δικαιωµάτων προαίρεσης, τίτλων επιλογής ή αντισταθµισµένων τίτλων επιλογής.
 
3. Πανοµοιότυπα παράγωγα χρηµατοοικονοµικά µέσα θεωρούνται αυτά, τα οποία έχουν το ίδιο υποκείµενο χρηµατοοικονοµικό µέσο, την ίδια εναποµένουσα διάρκεια µέχρι τη λήξη και τον ίδιο εκδότη. Στην περίπτωση των παράγωγων χρηµατοοικονοµικών µέσων επί µετοχών, πανοµοιότυπα παράγωγα χρηµατοοικονοµικά µέσα µπορούν να θεωρηθούν εκείνα, τα οποία διατηρούν τα παραπάνω χαρακτηριστικά χωρίς να έχουν την ίδια εναποµένουσα διάρκεια µέχρι τη λήξη.
 
4. Κατά τον υπολογισµό της καθαρής θέσης επιτρέπεται ο συµψηφισµός των θέσεων σε παράγωγα µέσα ως θέσεων στον ίδιο ή τους ίδιους  υποκείµενους τίτλους ή τους τίτλους αναφοράς στους οποίους αυτά βασίζονται, σύµφωνα µε τη µέθοδο που παρουσιάζεται στο Τµήµα Ε του παρόντος Παραρτήµατος.
 
5. ∆εν επιτρέπεται συµψηφισµός µεταξύ ενός µετατρέψιµου τίτλου και µιας αντισταθµιστικής θέσης στο ίδιο το µέσο, στο οποίο βασίζεται ο µετατρέψιµος τίτλος, παρά µόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει επιτρέψει τη χρήση από την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών προσέγγισης, η οποία λαµβάνει υπόψη την πιθανότητα µετατροπής ενός συγκεκριµένου µετατρέψιµου τίτλου ή επιβάλλει κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη κάθε ενδεχόµενου κινδύνου που θα µπορούσε να προκύψει κατά τη µετατροπή.
 
6. Για την κατάρτιση των αναφορών προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες οι καθαρές θέσεις ανεξάρτητα από το πρόσηµό τους, µετατρέπονται καθηµερινά σε ευρώ, βάσει της τρέχουσας συναλλαγµατικής ισοτιµίας τους, πριν από το συγκεντρωτικό υπολογισµό τους.
 
7. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις ανοιχτές θέσεις σε όλα τα χρηµατοπιστωτικά µέσα υπολογίζονται χωριστά για κάθε νόµισµα. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µετατρέπει σε ευρώ όλες τις καθαρές θέσεις, ανάλογα µε το νόµισµα που είναι εκφρασµένες µε βάση τις τρέχουσες συναλλαγµατικές ισοτιµίες (µέση τιµή αγοράς - πώλησης). Τα ποσά αναφέρονται σε χιλιάδες ευρώ.
 
8. ∆εν επιτρέπεται συµψηφισµός µεταξύ θέσεων σε χρηµατοπιστωτικά µέσα εκφρασµένα σε διαφορετικά νοµίσµατα. 
 

ΤΜΗΜΑ Γ: ∆ΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΙΜΟΙ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ 

1. Οι καθαρές θέσεις κατατάσσονται ανάλογα µε το νόµισµα στο οποίο αυτές είναι εκφρασµένες και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις   υπολογίζονται, έναντι του γενικού και του ειδικού κινδύνου, για κάθε νόµισµα χωριστά. 
 
Γ1 : Ειδικός κίνδυνος 

2. Οι καθαρές θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών κατατάσσονται µε βάση τον υπολογισµό που καθορίζεται στο Τµήµα Β, στις ενδεδειγµένες κατηγορίες του Πίνακα 1 του παρόντος Παραρτήµατος, µε κριτήριο τον εκδότη/οφειλέτη τους, την εξωτερική ή εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση και την εναποµένουσα διάρκεια µέχρι τη λήξη. Στη συνέχεια πολλαπλασιάζονται µε τους συντελεστές του Πίνακα 1. Για τον υπολογισµό της κεφαλαιακής απαίτησης έναντι του ειδικού κινδύνου αθροίζονται οι σταθµισµένες θέσεις, ανεξάρτητα από το εάν είναι θετικές ή αρνητικές. 
 
 
  ΠΙΝΑΚΑΣ 1
  Κατηγορίες Κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου
  1η                                                                                 Χρεωστικοί τίτλοι:                                                        - που έχουν εκδοθεί από κεντρική διοίκηση ή καλύπτονται από εγγύηση κεντρικής διοίκησης, από κεντρικές τράπεζες, διεθνείς οργανισμούς και πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, που κατατάσσονται στην 1η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας ή                                                                                 - υπόκεινται σε συντελεστή κινδύνου 0% , βάσει των κανόνων στάθμισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισμός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση».                                                  0%
  2η                                                                              Χρεωστικοί τίτλοι:                                                        - που έχουν εκδοθεί από κεντρική διοίκηση ή καλύπτονται από εγγύηση κεντρικής διοίκησης , από κεντρικές τράπεζες , διεθνείς οργανισμούς και πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, που κατατάσσονται στην 2η ή την 3η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας , βάσει των κανόνων στάθμισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.                                                          - που έχουν εκδοθεί από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές κρατών μελών που κατατάσσονται στην 1η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθμισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.                                                         - που έχουν εκδοθεί ή καλύπτονται από την εγγύηση ιδρυμάτων που κατατάσσονται στην 1η ή 2η ή 3η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθμισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.                                                        0,25 % (εναπομένουσα διάρκεια μέχρι τη λήξη έως έξιμήνες)                                                                         1,00 % (εναπομένουσα διάρκεια μέχρι τη λήξη μεγαλύτερη των έξι μηνών και μικρότερη ή ίση με 24 μήνες) 1,60 % (εναπομένουσα διάρκεια μέχρι τη λήξη ανώ των 24 μηνών)
   - που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση επιχειρήσεων που κατατάσσονται στην 1η ή 2η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθμισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.                                                         - Άλλα εγκεκριμένα στοιχεία , όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 5 κατωτέρω.  
  3η                                                                              Χρεωστικοί τίτλοι:                                                        - που έχουν εκδοθεί από κεντρική διοίκηση ή καλύπτονται από εγγύηση κεντρικής διοίκησης, από κεντρικές τράπεζες, διεθνείς οργανισμούς και πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, που κατατάσσονται στην 4η ή την 5η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθμισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.                                                         - που έχουν εκδοθεί από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές κρατών μελών που κατατάσσονται στην 2η ή 3η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθμισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.                                                        − που έχουν εκδοθεί ή καλύπτονται από την εγγύησηιδρυµάτων που κατατάσσονται στην 4η ή 5η βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.   8,00%
  − που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση επιχειρήσεων που κατατάσσονται στην 3η ή 4η
βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.                                                         − Aνοίγµατα για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισµένο εξωτερικό οργανισµό
πιστοληπτικής αξιολόγησης (E.Ο.Π.Α.).  
 
 
Χρεωστικοί τίτλοι:
− που έχουν εκδοθεί από κεντρική διοίκηση ή καλύπτονται από εγγύηση κεντρικής διοίκησης, από κεντρικές τράπεζες, διεθνείς οργανισµούς και
πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης, που
κατατάσσονται στην 6η βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.
− που έχουν εκδοθεί από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές κρατών µελών που κατατάσσονται στην 4η ή 5η ή 6η βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.
− που έχουν εκδοθεί ή καλύπτονται από την εγγύηση ιδρυµάτων που κατατάσσονται στην 6η βαθµίδα
πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.
12,00%
  − που έχουν εκδοθεί ή καλύπτονται από την εγγύηση επιχειρήσεων που κατατάσσονται στην 5η ή 6η
βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007.  
 

 
Για τον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφος 8 του άρθρου 3, της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των
Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση» θα σταθµίζονται µε τους συντελεστές στάθµισης που προβλέπονται στην παράγραφος 13 του άρθρου 5, της ίδιας ως άνω Απόφασης και τα σταθµισµένα ποσά θα πολλαπλασιάζονται µε 8%.
 
3. Όταν οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εφαρµόζουν τους κανόνες στάθµισης της Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων», ο οφειλέτης του ανοίγµατος, για να καταταγεί σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, πρέπει να έχει εσωτερική διαβάθµιση που αντιστοιχεί σε πιθανότητα αθέτησης ίση ή µικρότερη από εκείνη της κατάλληλης βαθµίδας πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση».
 
4. Στα µέσα που εκδίδονται από έναν εκδότη που δεν πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση, εφαρµόζεται κεφαλαιακή απαίτηση για ειδικό κίνδυνο ίση µε 12%, σύµφωνα µε τον Πίνακα 1. Σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαγορεύει κάθε συµψηφισµό µεταξύ των µέσων αυτών και άλλων χρεωστικών τίτλων για τους σκοπούς της µέτρησης του γενικού κινδύνου.
 
5. Για τους σκοπούς των ανωτέρω παραγράφων 1 έως 4, στην έννοια των εγκεκριµένων στοιχείων περιλαµβάνονται: 
 
α. Θετικές και αρνητικές θέσεις σε στοιχεία ενεργητικού, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξης σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχεί τουλάχιστον σε επενδυτική κλάση,  σύµφωνα µε τη µέθοδο κατάταξης που περιγράφεται στην Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση» ή στην Π∆/ΤΕ 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση».
 
β. Θετικές και αρνητικές θέσεις σε στοιχεία ενεργητικού τα οποία, λόγω της φερεγγυότητας του εκδότη, έχουν πιθανότητα αθέτησης όχι υψηλότερη από εκείνη των στοιχείων ενεργητικού, για τα οποία γίνεται λόγος στο ανωτέρω εδάφιο (α), βάσει της µεθόδου που περιγράφεται στην Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων».
 
γ. Θετικές και αρνητικές θέσεις σε στοιχεία ενεργητικού, για τα οποία δεν είναι διαθέσιµη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισµένο Εξωτερικό Οργανισµό Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Π.Α.) και τα οποία πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
i) Xαρακτηρίζονται από επαρκή βαθµό ρευστότητας κατά την εκτίµηση των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, µε βάση κριτήρια όπως ο όγκος συναλλαγών (αριθµός συναλλασσόµενων τίτλων προς το σύνολο των υφιστάµενων τίτλων), το ποσό έκδοσης, το περιθώριο αγοράς / πώλησης, κ.τ.λ., τα οποία γνωστοποιούνται έγκαιρα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία διατηρεί το δικαίωµα για την αποδοχή ή µη της εν λόγω αξιολόγησης. Προκειµένου περί νεοεκδιδόµενων χρεωστικών τίτλων, θα πρέπει οι υφιστάµενοι παρόµοιοι χρεωστικοί τίτλοι του ίδιου εκδότη να έχουν κριθεί ως επαρκώς ρευστοποιήσιµοι.
 
ii) H επενδυτική τους ποιότητα είναι, κατά την κρίση της ίδιας της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, τουλάχιστον ισοδύναµη µε εκείνη των στοιχείων ενεργητικού, για τα οποία γίνεται λόγος στο εδάφιο (α).
 
iii) Eίναι εισηγµένα σε µία τουλάχιστον οργανωµένη αγορά κράτους µέλους ή σε χρηµατιστήριο αξιών τρίτης χώρας, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφο 24 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/459/27.12.2007 «Πλαίσιο υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών».
 
δ. Θετικές και αρνητικές θέσεις σε στοιχεία ενεργητικού, εκδοθέντα από ιδρύµατα, τα οποία υπόκεινται στις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας σύµφωνα µε το Ν.3601/2007 εφόσον:
 
i) θεωρούνται από τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ως επαρκώς ρευστοποιήσιµες και
 
ii) η επενδυτική ποιότητά τους είναι, σύµφωνα µε τη διακριτική ευχέρεια της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, τουλάχιστον ισοδύναµη των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο εδάφιο (α) ανωτέρω.
 
ε. Τίτλοι που εκδίδονται από ιδρύµατα, τα οποία θεωρούνται ότι έχουν ισοδύναµη ή υψηλότερη πιστωτική ποιότητα από εκείνη της 2ης βαθµίδας πιστωτικής ποιότητας, βάσει των κανόνων στάθµισης των ανοιγµάτων έναντι ιδρυµάτων της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση» και τα οποία υπόκεινται σε εποπτικές και κανονιστικές ρυθµίσεις, ανάλογες µε εκείνες της παρούσας Απόφασης.
 
στ. Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι ο εκάστοτε τίτλος υπόκειται σε υπερβολικά υψηλό βαθµό ειδικού κινδύνου τότε αυτός δεν θεωρείται εγκεκριµένο στοιχείο. 
 
 
6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να εφαρµόζουν τον ανώτατο συντελεστή κεφαλαιακής απαίτησης που αναγράφεται στον Πίνακα 1 (12%) για τους τίτλους που παρουσιάζουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω της ανεπαρκούς φερεγγυότητας του εκδότη. 
 
 

Γ2 : Γενικός κίνδυνος – Μέθοδος 1 (σε συνάρτηση µε τη ληκτότητα) 

7. Η διαδικασία υπολογισµού των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του γενικού κινδύνου περιλαµβάνει δύο βασικά στάδια.
 
α. Όλες οι θέσεις σταθµίζονται ανάλογα µε την εναποµένουσα διάρκεια µέχρι τη λήξη τους, σύµφωνα µε την παράγραφο 8 του παρόντος τµήµατος, προκειµένου να υπολογιστεί το ποσό του κεφαλαίου που απαιτείται για την κάλυψή τους.
 
β. Αυτή η κεφαλαιακή απαίτηση µπορεί να µειώνεται, όταν µια σταθµισµένη θέση κατέχεται παράλληλα µε µια αντίθετη σταθµισµένη θέση στο ίδιο διάστηµα ληκτότητας. Μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης επιτρέπεται, επίσης, όταν οι αντίθετες σταθµισµένες θέσεις ανήκουν σε διαφορετικά διαστήµατα ληκτότητας. Στην περίπτωση αυτή, η έκταση της επιτρεπόµενης µείωσης εξαρτάται τόσο από το εάν οι δύο θέσεις ανήκουν ή όχι στην ίδια οµάδα διαστηµάτων ληκτότητας, όσο και από τα συγκεκριµένα διαστήµατα ληκτότητας στα οποία αυτές ανήκουν. Ορίζονται συνολικά τρεις οµάδες (ζώνες) διαστηµάτων ληκτότητας.
 
8. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατατάσσει τις καθαρές θέσεις της στις κατάλληλες ζώνες προθεσµιών λήξης, στη δεύτερη ή την τρίτη, κατά περίπτωση, στήλη του Πίνακα 2. Η κατάταξη γίνεται βάσει της εναποµένουσας διάρκειας µέχρι τη λήξη, στην
περίπτωση των µέσων σταθερού επιτοκίου, και της περιόδου µέχρι τον επόµενο επανακαθορισµό του επιτοκίου, στην περίπτωση των µέσων που έχουν µεταβλητό επιτόκιο πριν από την οριστική ηµεροµηνία λήξης. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κάνει επίσης διάκριση µεταξύ των χρεωστικών τίτλων µε απόδοση τοκοµεριδίου 3% ή µεγαλύτερη και εκείνων µε απόδοση τοκοµεριδίου µικρότερη από 3%, και τους κατατάσσει, αντίστοιχα, στη δεύτερη ή την τρίτη στήλη του Πίνακα 2. Στη συνέχεια, καθεµία από τις θέσεις αυτές πολλαπλασιάζεται µε τους συντελεστές στάθµισης που αναφέρονται στην τέταρτη στήλη του Πίνακα 2 για το σχετικό διάστηµα ληκτότητας.
 
9. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει στη συνέχεια το άθροισµα των σταθµισµένων θετικών θέσεων και το άθροισµα των σταθµισµένων αρνητικών θέσεων για κάθε διάστηµα ληκτότητας. Το ποσό των θετικών θέσεων που αντιστοιχίζονται έναντι των αρνητικών θέσεων εντός ενός δεδοµένου διαστήµατος ληκτότητας, αντιπροσωπεύει την αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση σ’ αυτό το διάστηµα ληκτότητας, ενώ η εναποµένουσα θετική ή αρνητική θέση αντιπροσωπεύει τη µη αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση, στο ίδιο διάστηµα ληκτότητας. Υπολογίζεται στη συνέχεια το σύνολο των αντιστοιχισµένων σταθµισµένων θέσεων σε όλα τα διαστήµατα ληκτότητας.
 
10. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει το άθροισµα των µη αντιστοιχισµένων σταθµισµένων θετικών θέσεων στα διαστήµατα που περιλαµβάνονται σε καθεµία από τις ζώνες του Πίνακα 2, προκειµένου να προσδιορίσει τη µη αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θετική θέση για κάθε ζώνη. Οµοίως, τα αθροίσµατα των µη αντιστοιχισµένων σταθµισµένων αρνητικών θέσεων για κάθε διάστηµα µιας δεδοµένης ζώνης προστίθενται, προκειµένου να υπολογιστεί η µη αντιστοιχισµένη σταθµισµένη αρνητική θέση αυτής της ζώνης. Το τµήµα της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θετικής θέσης σε µια δεδοµένη ζώνη, το οποίο αντιστοιχίζεται έναντι της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης αρνητικής θέσης στην ίδια ζώνη αντιπροσωπεύει την αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση σ’ αυτή τη ζώνη. Το τµήµα της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θετικής θέσης ή της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης αρνητικής θέσης σε µια ζώνη το οποίο δεν µπορεί να αντιστοιχιστεί κατ' αυτόν τον τρόπο, αντιπροσωπεύει τη µη αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση γι’ αυτή τη ζώνη.



  ΠΙΝΑΚΑΣ
  Ζώνες  Διαστήµατα ληκτότητας  Συντελεστές στάθµισης (%)  Μεταβολή επιτοκίου (%) 
  Απόδοση τοκοµεριδίου 3% ή µεγαλύτερη  Απόδοση τοκοµεριδίου κάτω του 3% 
  1 0 ≤ 1 µήνας  0 ≤ 1 µήνας  0 __ 
  > 1 ≤ 3 µήνες  > 1 ≤ 3 µήνες  0,2 1
  > 3 ≤ 6 µήνες  > 3 ≤ 6 µήνες  0,4 1
  > 6 ≤ 12 µήνες  > 6 ≤ 12 µήνες  0,7 1
  2 > 1 ≤ 2 έτη  > 1,0 ≤ 1,9 έτη  1,25 0,9
  > 2 ≤ 3 έτη  > 1,9 ≤ 2,8 έτη  1,75 0,8
  > 3 ≤ 4 έτη  > 2,8 ≤ 3,6 έτη  2,25 0,75
  3 > 4 ≤ 5 έτη  > 3,6 ≤ 4,3 έτη  2,75 0,75
  > 5 ≤ 7 έτη  > 4,3 ≤ 5,7 έτη  3,25 0,7
  > 7 ≤ 10 έτη  > 5,7 ≤ 7,3 έτη  3,75 0,65
  > 10 ≤ 15 έτη  > 7,3 ≤ 9,3 έτη  4,5 0,6
  > 15 ≤ 20 έτη  > 9,3 ≤ 10,6 έτη  5,25 0,6
  > 20 έτη  > 10,6 ≤ 12,0 έτη  6 0,6
    > 12,0 ≤ 20,0 έτη  8 0,6
    > 20 έτη  12,5 0,6


 


11. Υπολογίζεται στη συνέχεια το ποσό της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θετικής (αρνητικής) θέσης στη ζώνη 1, το οποίο αντιστοιχίζεται έναντι της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης αρνητικής (θετικής) θέσης στη ζώνη 2. Το ποσό αυτό αναφέρεται ως αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση µεταξύ των ζωνών 1 και 2 (βλ παράγραφο 15 κατωτέρω). Ο ίδιος υπολογισµός πραγµατοποιείται για το εναποµείναν τµήµα της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης στη ζώνη 2 και τη µη αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση στη ζώνη 3, προκειµένου να υπολογισθεί η αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση µεταξύ των ζωνών 2 και 3.
 
 
12. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορεί, εάν το επιθυµεί, να αντιστρέφει τη σειρά των υπολογισµών της παραγράφου 11 και να υπολογίσει την αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση µεταξύ των ζωνών 2 και 3 πριν από τον υπολογισµό της αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης µεταξύ των ζωνών 1 και 2.
 
13. Το υπόλοιπο της µη αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης στη ζώνη 1 αντιστοιχίζεταιέναντι εκείνου που εναποµένει στη ζώνη 3 µετά την αντιστοίχισή της µε τη ζώνη 2, προκειµένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισµένη σταθµισµένη θέση µεταξύ των ζωνών 1 και 3.
 
14. Οι εναποµένουσες θέσεις, µετά τις τρεις χωριστές αντιστοιχίσεις των παραγράφων 11, 12 και 13, αθροίζονται.
 
15. Η κεφαλαιακή απαίτηση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζεται ως το άθροισµα:
 
α) του 10% του αθροίσµατος των αντιστοιχισµένων σταθµισµένων θέσεων σε όλα τα διαστήµατα ληκτότητας
 
β) του 40% της αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης στη ζώνη 1
 
γ) του 30% της αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης στη ζώνη 2,
 
δ) του 30% της αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης στη ζώνη 3,
 
ε) του 40% της αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης µεταξύ των ζωνών 1 και 2, και µεταξύ των ζωνών 2 και 3 (βλέπε παράγραφο 11),
 
στ) του 150% της αντιστοιχισµένης σταθµισµένης θέσης µεταξύ των ζωνών 1 και 3,
 
ζ) του 100% των εναποµενουσών µη αντιστοιχισµένων σταθµισµένων θέσεων,
 
 
Γ3 : Γενικός κίνδυνος – Μέθοδος 2 (σε συνάρτηση µε το µέσο σταθµικό δείκτη διάρκειας) 
 
16. Για τον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αντιστοιχούν στο γενικό κίνδυνο, τον οποίο ενέχουν οι διαπραγµατεύσιµοι χρεωστικοί τίτλοι, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να χρησιµοποιούν σύστηµα βασιζόµενο στο µέσο σταθµικό δείκτη διάρκειας, αντί να εφαρµόζουν τους κανόνες της ανωτέρω Μεθόδου 1, υπό τον όρο ότι εφαρµόζουν το σύστηµα αυτό µε συνέπεια.
 
17. Για την εφαρµογή του συστήµατος της παραγράφου 16, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών λαµβάνει την αγοραία τιµή κάθε χρεωστικού τίτλου σταθερού επιτοκίου και βάσει αυτής υπολογίζει την απόδοσή του µέχρι τη λήξη, που αποτελεί, κατά προσέγγιση, το προεξοφλητικό του επιτόκιο. Αν πρόκειται για µέσα µεταβλητού επιτοκίου, λαµβάνει την αγοραία τιµή κάθε µέσου και βάσει αυτής υπολογίζει την απόδοσή του, µε βάση την υπόθεση ότι το κεφάλαιο είναι πληρωτέο την επόµενη φορά που µπορεί να αλλάξει το επιτόκιο.
 
18. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει στη συνέχεια τον τροποποιηµένο µέσο σταθµικό δείκτη διάρκειας (modified duration) κάθε χρεωστικού τίτλου, χρησιµοποιώντας τον ακόλουθο τύπο:
 

Σας παραπέμπουμε στο πρωτότυπο κείμενο.
 


19. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατατάσσει ακολούθως κάθε χρεωστικό τίτλο στην κατάλληλη ζώνη του παρακάτω Πίνακα 3, µε βάση τον τροποποιηµένο µέσο σταθµικό δείκτη διάρκειας κάθε µέσου.


    ΠΙΝΑΚΑΣ  
  Ζώνες  Τροποποιηµένος µέσος σταθµικός δείκτης διάρκειας (σε έτη)  Τεκµαιρόµενη µεταβολή επιτοκίου σε % 
  1 > 0 ≤ 1,0  1
  2 > 1,0 ≤ 3,6  0,85
  3 > 3,6  0,7



 
20. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει κατόπιν τη σταθµισµένη, βάσει του δείκτη διαρκείας, θέση κάθε µέσου, πολλαπλασιάζοντας την αγοραία αξία του µε τον τροποποιηµένο σταθµικό δείκτη διαρκείας του, καθώς και µε την τεκµαιρόµενη µεταβολή του επιτοκίου, όταν πρόκειται για µέσο που έχει αυτό το συγκεκριµένο τροποποιηµένο σταθµικό δείκτη διαρκείας (ως στήλη 3 του Πίνακα 3).
 
21. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει τις σταθµισµένες, βάσει του δείκτη διάρκειας, θετικές και αρνητικές θέσεις του, σε κάθε ζώνη. Το ποσό των θετικών θέσεων που αντιστοιχίζεται µε αρνητικές θέσεις σε κάθε ζώνη αποτελεί τη σταθµισµένη, βάσει του δείκτη διάρκειας, αντιστοιχισµένη θέση για την εν λόγω ζώνη. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει, στη συνέχεια, τη σταθµισµένη, βάσει του δείκτη διάρκειας, µη αντιστοιχισµένη θέση για κάθε ζώνη. Ακολούθως, εφαρµόζει τη µέθοδο που περιγράφεται στις ανωτέρω παραγράφους 11 έως 14, για τις µη αντιστοιχισµένες σταθµισµένες θέσεις.
 
22. Η κεφαλαιακή απαίτηση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζεται ακολούθως ως το άθροισµα:
 
α) του 2% των σταθµισµένων, βάσει του δείκτη διάρκειας, αντιστοιχισµένων θέσεων σε κάθε ζώνη,
 
β) του 40% των σταθµισµένων, βάσει του δείκτη διάρκειας, θέσεων που αντιστοιχίζονται µεταξύ των ζωνών 1 και 2 και µεταξύ των ζωνών 2 και 3,
 
γ) του 150% των σταθµισµένων, βάσει του δείκτη διάρκειας, θέσεων που αντιστοιχίζονται µεταξύ των ζωνών 1 και 3,
 
δ) του 100% των σταθµισµένων, βάσει του δείκτη διάρκειας, µη αντιστοιχισµένων θέσεων που εναποµένουν,
 
 
ΤΜΗΜΑ ∆ : ΜΕΤΟΧΕΣ 

1. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αθροίζει  όλες τις καθαρές θετικές θέσεις της και όλες τις καθαρές αρνητικές της θέσεις κατά τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 2 του ανωτέρω Τµήµατος Β του παρόντος Παραρτήµατος. Το άθροισµα των δύο αυτών ποσών αντιπροσωπεύει τη συνολική µεικτή της θέση. Το ποσό κατά το οποίο το ένα από τα δύο αθροίσµατα υπερβαίνει το άλλο, αντιπροσωπεύει τη συνολική καθαρή θέση της.
 
∆1 : Ειδικός κίνδυνος  2. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πολλαπλασιάζει τη συνολική µεικτή θέση της επί 4%, προκειµένου να υπολογίσει την κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου.
 
3. Κατ’ εξαίρεση, η κεφαλαιακή απαίτηση έναντι του ειδικού κινδύνου ισούται µε το σύνολο της µεικτής θέσης επί 2%, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
α. Οι µετοχές δεν είναι µετοχές εκδοτών που έχουν εκδώσει διαπραγµατεύσιµους χρεωστικούς τίτλους, οι οποίοι τη δεδοµένη στιγµή συνεπάγονται 8% ή 12% κεφαλαιακή απαίτηση στον ανωτέρω Πίνακα 1 ή συνεπάγονται χαµηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση, για το λόγο µόνο ότι καλύπτονται από εγγύηση ή ασφάλεια.
 
β. Οι µετοχές θεωρούνται υψηλής εµπορευσιµότητας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, βάσει των εξής κριτηρίων:
 
i) κατά το τελευταίο 12µηνο ο αριθµός των ηµερών κατά τις οποίες πραγµατοποιήθηκαν συναλλαγές υπερβαίνει το 90% των συνολικών ηµερών διαπραγµάτευσης των µετοχών και η διαπραγµάτευσή τους δεν έχει διακοπεί για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των 3 ηµερών και
 
ii) κατά το τελευταίο 12µηνο ο αριθµός των µετοχών που έγιναν αντικείµενο διαπραγµάτευσης ή/και διακανονισµού εξωχρηµατιστηριακά να υπερβαίνει το 10% του συνολικού αριθµού των υφιστάµενων τίτλων.
 
γ. Καµιά ατοµική θέση δεν περιλαµβάνει περισσότερο από το 5% της αξίας του συνολικού χαρτοφυλακίου µετοχών της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Επιτρέπονται ατοµικές θέσεις έως 10%, υπό την προϋπόθεση ότι οι θέσεις αυτές δεν υπερβαίνουν συνολικά το 50% του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.
 
∆2 : Γενικός κίνδυνος 

4. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις µιας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για την κάλυψη του γενικού κινδύνου ισούνται µε τη συνολική καθαρή της θέση, πολλαπλασιασµένη επί 8%. 
 

ΤΜΗΜΑ Ε: ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΜΕΣΑ 

Ε1 : Γενικά 

1. Οι θέσεις σε όλα τα παράγωγα χρηµατοπιστωτικά µέσα υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του γενικού κινδύνου.
 
Στις περιπτώσεις που το υποκείµενο µέσο είναι ένας διαπραγµατεύσιµος χρεωστικός τίτλος ή µία µετοχή ή ένας µη διαφοροποιηµένος δείκτης µετοχών, θα υφίσταται κεφαλαιακή απαίτηση για τον ειδικό κίνδυνο σύµφωνα µε τον πιστωτικό κίνδυνο του εκδότη, που θα υπολογίζεται µε χρήση του ανωτέρω Πίνακα 1.
Στις περιπτώσεις που το υποκείµενο µέσο είναι επιτόκια ή συνάλλαγµα ή ευρέως διαφοροποιηµένοι δείκτες µετοχών ή παράγωγα επ’ αυτών, όπως π.χ. οι ανταλλαγές επιτοκίων και νοµισµάτων, οι προθεσµιακές συµφωνίες επιτοκίου, οι προθεσµιακές πράξεις επί συναλλάγµατος, οι προθεσµιακές συµβάσεις επιτοκίου  και τα δικαιώµατα προαίρεσης (options) επί επιτοκίων και επί συναλλάγµατος, δεν υπολογίζεται κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου. 
 
Ε2 : Ορισµοί – ∆ιευκρινίσεις 

2. Για τους σκοπούς των Τµηµάτων Ε και ΣΤ του παρόντος Παραρτήµατος και ειδικότερα για τα παράγωγα χρηµατοπιστωτικά µέσα επί επιτοκίων, ισχύουν οι εξής ορισµοί:
 
α) Θετική θέση σε χρεωστικούς τίτλους ή επιτόκια: Η θέση στην οποία µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει καθορίσει το επιτόκιο που πρόκειται να εισπράξει σε ορισµένη µελλοντική ηµεροµηνία.
 
β) Αρνητική θέση σε χρεωστικούς τίτλους ή επιτόκια: H θέση στην οποία µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει καθορίσει το επιτόκιο που πρόκειται να καταβάλει σε ορισµένη µελλοντική ηµεροµηνία.
 
γ) Πλασµατική /ονοµαστική  θέση: H θέση που αντιστοιχεί σε υποκείµενο τίτλο που αποτελεί σύνθεση κάποιων χρηµατοπιστωτικών µέσων. 
 
 
Ε3 : Συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίου (interest rate futures), συµφωνίες επιτοκίου προθεσµίας (FRAs) και προθεσµιακές δεσµεύσεις αγοράς ή πώλησης χρεωστικών τίτλων

Θέσεις 

3. Τα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίου, οι συµφωνίες επιτοκίου προθεσµίας και οι προθεσµιακές δεσµεύσεις αγοράς ή πώλησης χρεωστικών τίτλων αντιµετωπίζονται ως συνδυασµοί θετικών και αρνητικών θέσεων. Έτσι,
 
α. Mια θετική θέση σε συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίου θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο συνδυασµό:
 
i. µιας θετικής θέσης (κατοχή στοιχείου ενεργητικού) µε εναποµένουσα διάρκεια µέχρι τη λήξη, ίση προς την αντίστοιχη λήξη του τίτλου ή της πλασµατικής /ονοµαστικής θέσης που αφορά η συγκεκριµένη σύµβαση και
 
ii. µιας αρνητικής θέσης (λαµβανόµενου δανείου) που λήγει την ηµεροµηνία παράδοσης που προβλέπεται στη σύµβαση.
 
β. Μια πωλούµενη συµφωνία επιτοκίου προθεσµίας αντιµετωπίζεται ως:
 
i. µία θετική θέση µε ηµεροµηνία λήξεως ίση µε την ηµεροµηνία διακανονισµού συν τη διάρκεια της σύµβασης και
 
ii. µία αρνητική θέση µε ηµεροµηνία λήξεως την ηµεροµηνία διακανονισµού.
 
γ. Μία προθεσµιακή δέσµευση αγοράς χρεωστικού τίτλου αντιµετωπίζεται ως συνδυασµός:
 
i. µίας θετικής θέσης στον ίδιο το χρεωστικό τίτλο και
 
ii.µίας αρνητικής θέσης (ληφθέντος δανείου εξοφλητέου την ηµεροµηνία παραδόσεως).
 

Ειδικός Κίνδυνος 

4. Προκειµένου να υπολογίζονται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου των προθεσµιακών συµβάσεων επιτοκίου και των συµφωνιών επιτοκίου προθεσµίας, τόσο η θετική θέση (κατεχόµενο στοιχείο ενεργητικού) όσο και η αρνητική θέση (λαµβανόµενο δάνειο) θα συµπεριλαµβάνονται στην πρώτη κατηγορία του Πίνακα 1.
 
5. Προκειµένου να υπολογίζονται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου των προθεσµιακών δεσµεύσεων αγοράς χρεωστικού τίτλου, η αρνητική θέση (ληφθέν δάνειο) συµπεριλαµβάνεται στην πρώτη κατηγορία του Πίνακα 1, η δε θετική θέση (χρεωστικός τίτλος) σε όποια κατηγορία του ίδιου πίνακα είναι η πρέπουσα.
 
 
Γενικός Κίνδυνος 

6. Εάν χρησιµοποιείται η Μέθοδος 1 για τον υπολογισµό του γενικού κινδύνου, τα ονοµαστικά ποσά των θέσεων που προκύπτουν καταχωρούνται στον Πίνακα 2. Εάν χρησιµοποιείται η Μέθοδος 2 για τον υπολογισµό του γενικού κινδύνου, οι θέσεις προσαρµόζονται στην παρούσα αξία τους και καταχωρούνται στον Πίνακα 3.
 
Εναλλακτικός Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων 

7. Επιτρέπεται κεφαλαιακή απαίτηση για το γενικό κίνδυνο που ενέχουν τα Συµβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης, ίση µε το ποσό των περιθωρίων εγγύησης (margins) που απαιτείται από το χρηµατιστήριο, εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι:
 
α. το ποσό του περιθωρίου εγγύησης παρέχεται από αναγνωρισµένη οργανωµένη αγορά, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 24 του άρθρου 1, της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/459/27.12.2007 «Πλαίσιο υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή αντιπροσωπεύει το ακριβές µέτρο του κινδύνου που συνδέεται µε την εν λόγω σύµβαση και
 
β. είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση για Συµβόλαιο Μελλοντικής Εκπλήρωσης, που προκύπτει σύµφωνα µε τη µέθοδο που περιγράφεται στο παρόν Παράρτηµα ή σύµφωνα µε µέθοδο εσωτερικού υποδείγµατος, κατά τα οριζόµενα στο Παράρτηµα V.
 
8. Για τις συµβάσεις εξωχρηµατιστηριακών παραγώγων µέσων, οι οποίες διακανονίζονται από αναγνωρισµένο οίκο διακανονισµού και εκκαθάρισης, επιτρέπεται κεφαλαιακή απαίτηση ίση µε το ποσό των περιθωρίων εγγύησης που απαιτεί ο οίκος διακανονισµού και εκκαθάρισης, εφόσον κρίνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι:
 
α. το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το ακριβές µέτρο του κινδύνου που συνδέεται µε τη σύµβαση παραγώγων µέσων και
 
β. είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση για την εν λόγω σύµβαση, που προκύπτει σύµφωνα µε τη µέθοδο που περιγράφεται στο παρόν Παράρτηµα ή σύµφωνα µε µέθοδο εσωτερικού υποδείγµατος, κατά τα οριζόµενα στο Παράρτηµα V.  
 

Ε4 : ∆ικαιώµατα προαίρεσης επί επιτοκίων, χρεωστικών τίτλων, µετοχών, δεικτών µετοχών, χρηµατοπιστωτικών συµβολαίων µελλοντικής εκπλήρωσης, συµφωνιών ανταλλαγής 

Θέσεις 

9. Για τα δικαιώµατα προαίρεσης επί επιτοκίων, χρεωστικών τίτλων, µετοχών, δεικτών µετοχών, χρηµατοπιστωτικών συµβολαίων µελλοντικής εκπλήρωσης, συµφωνιών ανταλλαγής, ισχύουν τα εξής:
 
α. Αντιµετωπίζονται ως θέσεις ισόποσες µε την αξία του υποκείµενου µέσου στο οποίο βασίζεται το δικαίωµα προαίρεσης, πολλαπλασιασµένη µε το συντελεστή δέλτα του δικαιώµατος προαίρεσης για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήµατος προκειµένου να υπολογιστεί η καθαρή θέση, η οποία στη συνέχεια θα χρησιµοποιηθεί για τον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων.
 
β. Ο συντελεστής δέλτα που χρησιµοποιείται για το σκοπό της παραγράφου (α) ανωτέρω πρέπει να είναι εκείνος που παρέχεται από το σχετικό χρηµατιστήριο ή, εάν αυτός δεν είναι διαθέσιµος ή εάν πρόκειται για εξωχρηµατιστηριακά δικαιώµατα προαίρεσης, ο συντελεστής που υπολογίζει η ίδια η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει, εκ των προτέρων, η σύµφωνη γνώµη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τη µέθοδο υπολογισµού που χρησιµοποιεί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
10. Χρησιµοποιείται η ανάλυση σε δύο επιµέρους θέσεις όπως και για τα άλλα παράγωγα καιστη συνέχεια οι θέσεις κατατάσσονται στα κατάλληλα διαστήµατα ληκτότητας, αν πρόκειται για θέσεις σε χρεωστικούς τίτλους, για τον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων.
 

Ειδικός Κίνδυνος 

11. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του ειδικού κινδύνου για τις θέσεις που προκύπτουν από επενδύσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης υπολογίζονται σύµφωνα µε τη µεθοδολογία που περιγράφεται για τα άλλα παράγωγα µέσα, αφού πρώτα υπολογιστεί το ισοδύναµο του συντελεστή δέλτα.
 
Γενικός Κίνδυνος 

12. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του γενικού κινδύνου για τις θέσεις που προκύπτουν από επενδύσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης υπολογίζονται σύµφωνα µε τη µεθοδολογία που περιγράφεται για τα άλλα παράγωγα µέσα, αφού πρώτα υπολογιστεί το ισοδύναµο του συντελεστή δέλτα.
 
Εναλλακτικός Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων 

13. Σε περίπτωση πωλούµενου δικαιώµατος προαίρεσης διαπραγµατεύσιµου σε χρηµατιστήριο επιτρέπεται κεφαλαιακή απαίτηση για το γενικό κίνδυνο ίση, µε το ποσό των περιθωρίων εγγύησης που απαιτείται από το χρηµατιστήριο, εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι:
 
α. το ποσό του περιθωρίου εγγύησης παρέχεται από αναγνωρισµένη οργανωµένη αγορά, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 24 του άρθρου 1, της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/459/27.12.2007 «Πλαίσιο υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή αντιπροσωπεύει το ακριβές µέτρο του κινδύνου που συνδέεται µε το δικαίωµα προαίρεσης αυτό και
 
β. είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση για όλους τους κινδύνους του δικαιώµατος προαίρεσης που προκύπτει σύµφωνα µε τη µέθοδο που περιγράφεται στο παρόν Παράρτηµα ή σύµφωνα µε µέθοδο εσωτερικού υποδείγµατος, κατά τα οριζόµενα στο Παράρτηµα V.
 
14. Επιτρέπεται για τα εξωχρηµατιστηριακά δικαιώµατα προαίρεσης, τα οποία διακανονίζονται από αναγνωρισµένο οίκο διακανονισµού και εκκαθάρισης, κεφαλαιακή απαίτηση για το γενικό κίνδυνο ίση µε το ποσό των περιθωρίων εγγύησης που απαιτεί ο οίκος διακανονισµού και εκκαθάρισης, εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι:
 
α. το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το ακριβές µέτρο του κινδύνου που συνδέεται µε το εξωχρηµατιστηριακό δικαίωµα προαίρεσης και
 
β. είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση για όλους τους κινδύνους του δικαιώµατος προαίρεσης που προκύπτει σύµφωνα µε τη µέθοδο που παρουσιάζεται στο παρόν Παράρτηµα ή σύµφωνα µε µέθοδο εσωτερικού υποδείγµατος, κατά τα οριζόµενα στο Παράρτηµα V.
 
15. Σε περίπτωση αγοραζοµένου δικαιώµατος προαίρεσης διαπραγµατεύσιµου σε χρηµατιστήριο ή εκτός χρηµατιστηρίου επιτρέπεται κεφαλαιακή απαίτηση για το γενικό κίνδυνο, ίση µε εκείνη που καθορίζεται για υποκείµενο µέσο του δικαιώµατος προαίρεσης, µε τον περιορισµό ότι η κεφαλαιακή απαίτηση που προκύπτει κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει την αγοραία αξία του δικαιώµατος προαίρεσης.
 
16. Σε περίπτωση πωλούµενου εξωχρηµατιστηριακού δικαιώµατος προαίρεσης, η κεφαλαιακή απαίτηση για το γενικό κίνδυνο ορίζεται σε συνάρτηση µε το υποκείµενο µέσο στο οποίο αφορά το δικαίωµα προαίρεσης.
 
 
Ε5. Πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα δικαιώµατα προαίρεσης 

17. Eκτός των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται για την κάλυψη του κινδύνου που σχετίζεται µε το συντελεστή δέλτα, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να υπολογίζουν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη των άλλων κινδύνων στους οποίους υπόκεινται τα δικαιώµατα προαίρεσης και συγκεκριµένα:
 
α. Κίνδυνος Gamma, που ορίζεται ως ο κίνδυνος ζηµίας από µεταβολή του συντελεστή δέλτα των δικαιωµάτων προαίρεσης λόγω µεταβολής της τρέχουσας αξίας των υποκείµενων µέσων των δικαιωµάτων αυτών.
 
β. Κίνδυνος Vega, που ορίζεται ως ο κίνδυνος µείωσης της αξίας των δικαιωµάτων προαίρεσης που έχει αποκτήσει ή αύξησης της αξίας των δικαιωµάτων προαίρεσης που έχει παραχωρήσει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών λόγω µείωσης ή αύξησης αντίστοιχα της µεταβλητότητας των υποκείµενων µέσων.
 

Κίνδυνος Gamma - Μέθοδος 1 

18. Για κάθε θέση σε δικαίωµα προαίρεσης, συµπεριλαµβανοµένων και των θέσεων αντιστάθµισης κινδύνου που περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιούν τη Μέθοδο 1 υπολογίζουν την επίπτωση Gamma από τις σχετικές θέσεις που έχουν καταχωρηθεί στα κατάλληλα διαστήµατα ληκτότητας του Πίνακα 2 ως εξής: 
 
0,5 Χ (απόλυτη τιµή του συντελεστή Gamma του δικαιώµατος) Χ [(τρέχουσα αξία του υποκείµενου µέσου) Χ (στάθµιση ειδικού κινδύνου + στάθµιση γενικού κινδύνου)]2
 
όπου :
 
α. η στάθµιση του ειδικού κινδύνου αναφέρεται στο συντελεστή κεφαλαιακής απαίτησης που εφαρµόζεται ανάλογα µε τον πιστωτικό κίνδυνο του εκδότη, σύµφωνα µε τον Πίνακα 1, και,
 
β. η στάθµιση του γενικού κινδύνου αναφέρεται στο συντελεστή στάθµισης που αντιστοιχεί σε κάθε διάστηµα λήξης του Πίνακα 2.
 
19. Κάθε δικαίωµα προαίρεσης επί του ίδιου υποκείµενου µέσου έχει ένα θετικό ή αρνητικό Gamma και εποµένως µία ανάλογη θετική ή αρνητική επίπτωση Gamma. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, για κάθε υποκείµενο µέσο θα αθροίζει αλγεβρικά τις µεµονωµένες επιπτώσεις Gamma των σχετικών δικαιωµάτων προαίρεσης, µε αποτέλεσµα µια καθαρή επίπτωση Gamma, θετική ή αρνητική για κάθε υποκείµενο µέσο. Μόνο το απόλυτο ύψος της τυχόν καθαρής αρνητικής επίπτωσης Gamma θα αποτελεί την κεφαλαιακή απαίτηση έναντι του κινδύνου Gamma για το σύνολο των δικαιωµάτων προαίρεσης µε το εν λόγω υποκείµενο µέσο.
 
20. ∆εν επιτρέπεται ο συµψηφισµός θετικών και αρνητικών επιπτώσεων Gamma για θέσεις οι οποίες είναι καταχωρηµένες σε διαφορετικά διαστήµατα ληκτότητας. Για κάθε τέτοια θέση υπολογίζεται χωριστή καθαρή επίπτωση Gamma και εποµένως χωριστή κεφαλαιακή απαίτηση.
 

Κίνδυνος Gamma - Μέθοδος 2 

21. Για κάθε θέση σε δικαίωµα προαίρεσης, συµπεριλαµβανοµένων των θέσεων αντιστάθµισης κινδύνου που περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιούν τη Μέθοδο 2 υπολογίζουν την επίπτωση Gamma από τις σχετικές θέσεις που αναφέρονται στα κατάλληλα διαστήµατα προθεσµιών λήξης του Πίνακα 3 ως εξής:
 
0,5 Χ (απόλυτη τιµή του συντελεστή Gamma του δικαιώµατος) Χ [(τρέχουσα αξία του υποκείµενου µέσου) Χ (τροποποιηµένος µέσος σταθµικός δείκτης διάρκειας) Χ (στάθµιση ειδικού κινδύνου + τεκµαιρόµενη µεταβολή επιτοκίου)]2
 
όπου, η τεκµαιρόµενη µεταβολή επιτοκίου προσδιορίζεται ανάλογα µε το διάστηµα ληκτότητας του υποκείµενου µέσου του δικαιώµατος προαίρεσης του Πίνακα 3.
 
22. Στη συνέχεια υπολογίζεται η καθαρή επίπτωση Gamma για το σύνολο των δικαιωµάτων προαίρεσης που έχουν το ίδιο υποκείµενο µέσο και, εφόσον αυτή είναι αρνητική, το απόλυτο ύψος της θα αποτελεί την κεφαλαιακή απαίτηση για τα δικαιώµατα αυτά.
 

Κίνδυνος Vega 

23. Για κάθε θέση σε δικαίωµα προαίρεσης, συµπεριλαµβανοµένων των θέσεων αντιστάθµισης κινδύνου που περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζουν την επίπτωση Vega και εποµένως την κεφαλαιακή απαίτηση, από τις σχετικές θέσεις που αναφέρονται στα κατάλληλα διαστήµατα ληκτότητας του Πίνακα 2 ή του Πίνακα 3, ως εξής:
 
(αξία υποκείµενου µέσου) Χ (συντελεστής Vega του δικαιώµατος) Χ (µεταβλητότητα του υποκείµενου µέσου) Χ 25%
 
Στον παραπάνω τύπο εφαρµόζεται +25% για τα παραχωρηθέντα δικαιώµατα και -25% για τα αποκτηθέντα δικαιώµατα.
 
24. Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Vega ισούται µε το άθροισµα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κάθε υποκείµενο µέσο, όπως υπολογίστηκαν σύµφωνα µε τα ανωτέρω. 
 

Ε6 : Τίτλοι Επιλογής 

25. Για τους τίτλους επιλογής που αφορούν χρεωστικούς και µετοχικούς τίτλους, η µέθοδος αντιµετώπισης είναι ίδια µε εκείνη που προβλέπεται για τα δικαιώµατα προαίρεσης. 
 

Ε7: Συµφωνίες Ανταλλαγής Επιτοκίων

Θέσεις 

26. Οι συµφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων αντιµετωπίζονται, όσον αφορά τον κίνδυνο επιτοκίου, µε βάση την ίδια µέθοδο που χρησιµοποιείται και για τα στοιχεία εντός ισολογισµού. Κατά συνέπεια, µια συµφωνία ανταλλαγής επιτοκίου, µε την οποία µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών λαµβάνει χρηµατικές ροές βάσει µεταβλητού επιτοκίου και καταβάλλει χρηµατικές ροές βάσει σταθερού επιτοκίου, θεωρείται ότι ισοδυναµεί µε:
 
α. Θετική θέση σε ένα µέσο µεταβλητού επιτοκίου µε ληκτότητα ίση µε την περίοδο που εναποµένει έως τον επόµενο επανακαθορισµό του επιτοκίου και
 
β. Αρνητική θέση σε ένα µέσο σταθερού επιτοκίου µε ληκτότητα ίση µε εκείνη της ίδιας της συµφωνίας ανταλλαγής.
 

Ειδικός Κίνδυνος 

27. Οι θέσεις σε συµφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων δεν έχουν ειδικό κίνδυνο.
 

Γενικός κίνδυνος 

28. Εάν χρησιµοποιείται η Μέθοδος 1, η οποία εφαρµόζεται για τον υπολογισµό των καθαρών θέσεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων σε διαπραγµατεύσιµους χρεωστικούς τίτλους, τότε τα ονοµαστικά ποσά των δύο σκελών της σύµβασης καταχωρούνται σε ευρώ στον Πίνακα 2.
 
29. Εάν χρησιµοποιείται η Μέθοδος 2, τότε οι δύο θέσεις προσαρµόζονται στην παρούσα αξία τους και καταχωρούνται, εκφρασµένες σε ευρώ, µε την τρέχουσα ισοτιµία στον Πίνακα 3 (για τα αντίστοιχα νοµίσµατα), στη σειρά που αντιστοιχεί στον τροποποιηµένο δείκτη διάρκειας.
 

Ε8 : Συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη µετοχών 

30. Τα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης µε βάση δείκτη µετοχών και τα σταθµισµένα µε συντελεστή δέλτα ισοδύναµα δικαιωµάτων προαίρεσης σε τέτοια συµβόλαια και δείκτες τιµών µετοχών, εφεξής καλούνται συλλήβδην «συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη µετοχών».
 
Θέσεις 

31. Τα παραπάνω συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης είναι δυνατό να αναλύονται σε θέσεις σε όλες τις µετοχές που τα συναποτελούν. Οι θέσεις αυτές είναι δυνατόν να αντιµετωπίζονται ως υποκείµενες θέσεις στις εν λόγω µετοχές και, κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να συµψηφίζονται µε τις αντίθετες θέσεις στις ίδιες τις υποκείµενες µετοχές.
 
Ειδικός Κίνδυνος 

32. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που έχουν συµψηφίσει τις θέσεις που κατέχουν σε µία ή περισσότερες από τις µετοχές που συναποτελούν το συµβόλαιο µελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη µετοχών µε αντίθετη θέση ή θέσεις στο ίδιο το συµβόλαιο µελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη µετοχών, πρέπει να έχουν επαρκή κεφάλαια ώστε να καλύπτουν τον κίνδυνο ζηµίας που γεννάται από το ενδεχόµενο να µην ακολουθεί πλήρως η τιµή του συµβολαίου τις τιµές των µετοχών που το συναποτελούν. Το ίδιο ισχύει όταν µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατέχει αντίθετες θέσεις σε συµβόλαιο µελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη µετοχών, των οποίων η λήξη ή / και η σύνθεση δεν είναι πανοµοιότυπες.
 
33. Εάν µια προθεσµιακή σύµβαση δείκτη µετοχών δεν αναλύεται στις διάφορες υποκείµενες θέσεις, η σύµβαση αυτή αντιµετωπίζεται ως µεµονωµένη µετοχή. Ωστόσο, ο ειδικός κίνδυνος της µεµονωµένης αυτής µετοχής µπορεί να αγνοείται, αν το εν λόγω συµβόλαιο είναι διαπραγµατεύσιµο σε αναγνωρισµένο χρηµατιστήριο και αντιπροσωπεύει κάποιον ευρέως διαφοροποιηµένο δείκτη. Ένας δείκτης µετοχών θεωρείται ευρέως διαφοροποιηµένος όταν η σύνθεσή του απαρτίζεται από είκοσι (20) ή περισσότερες µετοχές.
 

Γενικός Κίνδυνος 

34. Για τα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη µετοχών, τα οποία αποτελούναντικείµενο διαπραγµατεύσης στο χρηµατιστήριο και αντιπροσωπεύουν ευρέως διαφοροποιηµένους δείκτες, υπολογίζονται κεφαλαιακές απαιτήσεις της τάξης του 8% για την κάλυψη του γενικού κινδύνου, αλλά δεν προβλέπεται καµία απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου. Τα συµβόλαια αυτά συµπεριλαµβάνονται στον υπολογισµό της συνολικής καθαρής θέσης που προβλέπεται στο Τµήµα Β, αλλά δεν λαµβάνονται υπόψη για τον υπολογισµό της συνολικής µεικτής θέσης που προβλέπεται στο Τµήµα ∆ του παρόντος Παραρτήµατος.
 
 
Λοιπές Κεφαλαιακές Απαιτήσεις 

35. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Gamma από θέσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης επί µετοχών, για κάθε εθνική αγορά, µε βάση την απόλυτη τιµή της τυχόν αρνητικής καθαρής επίπτωσης Gamma που προκύπτει ως αλγεβρικό άθροισµα των επιπτώσεων Gamma των επιµέρους δικαιωµάτων προαίρεσης, καθεµιά από τις οποίες προκύπτει ως εξής:
 
0,5 Χ (απόλυτη τιµή του συντελεστή Gamma του δικαιώµατος) Χ [(τρέχουσα τιµή υποκείµενης µετοχής) Χ (στάθµιση ειδικού κινδύνου + στάθµιση γενικού κινδύνου)]2
 
ήτοι, 
 
0,72% Χ (απόλυτη τιµή του συντελεστή Gamma του δικαιώµατος) Χ (τρέχουσα τιµή υποκείµενης µετοχής)2
 

36. Σε περιπτώσεις που το υποκείµενο µέσο είναι δείκτης µετοχών, ο οποίος είναι ευρέως διαφοροποιηµένος σύµφωνα µε την Παράγραφο 33, η επίπτωση Gamma και εποµένως η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Gamma υπολογίζεται ως εξής:
 
0,32% Χ (απόλυτη τιµή του συντελεστή Gamma του δικαιώµατος) Χ (τρέχουσα τιµή υποκείµενου δείκτη µετοχών)2
 
37. Η επίπτωση Vega και εποµένως η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Vega κάθε δικαιώµατος προαίρεσης επί µετοχών ή επί δεικτών µετοχών, υπολογίζεται σύµφωνα µε τη µεθοδολογία που περιγράφεται στην παράγραφο 23 ανωτέρω. Για τους ως άνω υπολογισµούς, θεωρούνται ως θέσεις στο ίδιο υποκείµενο µέσο οι θέσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης επί µετοχών ή επί δεικτών µετοχών στην ίδια εθνική αγορά. 
 

Ε9: Προθεσµιακές συµβάσεις επί συναλλάγµατος (FX Forwards) και συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης επί συναλλάγµατος (Currency Futures) 

Θέσεις 

38. Οι προθεσµιακές συµβάσεις επί συναλλάγµατος και τα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης επί συναλλάγµατος αναλύονται σε δύο θέσεις που αντιπροσωπεύουν την αγορά και την πώληση των νοµισµάτων:
 
α. Μια θετική θέση σε οµόλογο µηδενικού τοκοµεριδίου, η οποία αντιπροσωπεύει την είσπραξη του νοµίσµατος και,
 
β. Μια αρνητική θέση σε οµόλογο µηδενικού τοκοµεριδίου, η οποία αντιπροσωπεύει την πληρωµή του νοµίσµατος.
 

Ειδικός και Γενικός Κίνδυνος 

39. Για τις υπόλοιπες προθεσµιακές συµβάσεις, ο ειδικός και ο γενικός κίνδυνος αντιµετωπίζονται µε τη µεθοδολογία που αναφέρθηκε στις παραγράφους 4 έως και 6 του παρόντος Τµήµατος.
 
 
Ε10 : ∆ικαιώµατα Προαίρεσης επί συναλλάγµατος 

40. Για τα δικαιώµατα προαίρεσης επί συναλλάγµατος η µέθοδος αντιµετώπισης είναι ίδια µε εκείνη που προβλέπεται για τα δικαιώµατα προαίρεσης επί διαφοροποιηµένων δεικτών µετοχών.
 
Κίνδυνος Gamma 

41. Για τον υπολογισµό του κινδύνου Gamma οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα υπολογίζουν την επίπτωση Gamma και εποµένως τις κεφαλαιακές απαιτήσεις κάθε δικαιώµατος προαίρεσης επί συναλλάγµατος, ως εξής:
 
0,5 Χ (απόλυτη τιµή του συντελεστή Gamma του δικαιώµατος) Χ [(τρέχουσα αξία υποκείµενου µέσου) Χ (8%)]2
 
ήτοι 
 
0,32% Χ (απόλυτη τιµή του συντελεστή Gamma του δικαιώµατος) Χ (τρέχουσα αξία υποκείµενου µέσου)2
 

Κίνδυνος Vega 

42. Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Vega κάθε δικαιώµατος προαίρεσης επί συναλλάγµατος υπολογίζονται σύµφωνα µε τη µεθοδολογία που περιγράφεται στις ανωτέρω παραγράφους 22 και 23 για τα υπόλοιπα δικαιώµατα προαίρεσης.
 
43. Για τους ως άνω υπολογισµούς θεωρούνται ως θέσεις στο ίδιο υποκείµενο µέσο οι θέσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης επί συναλλάγµατος που αφορούν στο ίδιο ζεύγος νοµισµάτων.
 

Ε11: Λοιπές ∆ιατάξεις 

44. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που αποτιµούν µε την τρέχουσα τιµή της αγοράς και διαχειρίζονται τον κίνδυνο επιτοκίων των παραγώγων µέσων που αναφέρονται στο παρόν Τµήµα Ε µε τη µέθοδο της παρούσας αξίας των µελλοντικών χρηµατικών ροών, µπορούν να χρησιµοποιούν υποδείγµατα ευαισθησίας για τον υπολογισµό των προαναφερόµενων θέσεων και µπορούν να τα χρησιµοποιούν για κάθε οµολογία που αποσβένεται κατά την εναποµένουσα διάρκειά της αντί µε οριστική εξόφληση του κεφαλαίου. Τόσο το υπόδειγµα όσο και η χρήση του από την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να εγκρίνονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Τα υποδείγµατα αυτά πρέπει να οδηγούν σε θέσεις που να έχουν την ίδια ευαισθησία στις διακυµάνσεις των επιτοκίων όπως και οι υποκείµενες χρηµατικές ροές. Η εκτίµηση της ευαισθησίας τους πρέπει να γίνεται µε βάση αναφοράς ανεξάρτητες κινήσεις δειγµατοληπτικά επιλεγµένων επιτοκίων σ' ολόκληρη την καµπύλη απόδοσης, µε ένα τουλάχιστον σηµείο ευαισθησίας σε καθένα από τα διαστήµατα ληκτότητας που περιλαµβάνονται στον Πίνακα 2. Οι θέσεις αυτές συνυπολογίζονται κατά τον προσδιορισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το γενικό κίνδυνο, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο Τµήµα Γ.
 
45. Όσες Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δεν χρησιµοποιούν εσωτερικά υποδείγµατα σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο 44, µπορούν, µε την έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να θεωρούν ως πλήρως συµψηφιζόµενες οποιεσδήποτε θέσεις σε παράγωγα χρηµατοπιστωτικά µέσα που καλύπτονται από το παρόν Τµήµα, εφόσον πληρούν τουλάχιστον, τις παρακάτω προϋποθέσεις:
 
α. Οι θέσεις είναι της αυτής αξίας και είναι εκφρασµένες στο αυτό νόµισµα.
 
β. Tο επιτόκιο αναφοράς (για θέσεις µεταβλητού) ή το τοκοµερίδιο (για θέσεις σταθερού επιτοκίου) είναι στενά συσχετισµένο.
 
γ. H αµέσως επόµενη ηµεροµηνία καθορισµού του επιτοκίου ή, για θέσεις σε τοκοµερίδια σταθερού επιτοκίου, ο χρόνος που αποµένει µέχρι τη λήξη τους  είναι:
 
i.  αυθηµερόν, εάν είναι κάτω του µηνός,
 
ii. εντός επτά ηµερών, εάν είναι µεταξύ ενός µηνός και ενός έτους,
 
iii. εντός 30 ηµερών, εάν είναι άνω του έτους.
 
46. Ο µεταβιβάζων τίτλους ή εγγυηµένα δικαιώµατα κυριότητας τίτλων σε συµφωνία πώλησης και επαναγοράς και ο δανείζων τίτλους σε δανειοδοσία τίτλων, περιλαµβάνει αυτούς τους τίτλους στον υπολογισµό των κεφαλαιακών του απαιτήσεων, σύµφωνα µε το παρόν Παράρτηµα, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω τίτλοι ανταποκρίνονται στα κριτήρια που θεσπίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας Απόφασης.
 
 
ΤΜΗΜΑ ΣΤ: ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ 

ΣΤ1: Γενικά 

1. Τα πιστωτικά παράγωγα δύνανται να χρησιµοποιηθούν για τους εξής σκοπούς:
 
α. µε σκοπό τη διαπραγµάτευση,
 
β. µε σκοπό την αντιστάθµιση ανοιχτών θέσεων.
 
2. Για τους σκοπούς του παρόντος Τµήµατος, ως πιστωτικά παράγωγα ορίζονται ενδεικτικά τα εξής:
 
α. συµβάσεις της µορφής «total return swap»,
 
β. συµβάσεις της µορφής «credit default swap»,
 
γ. συµβάσεις της µορφής «single name credit linked note» και,
 
δ. συµβάσεις της µορφής «multiple name credit linked note». 
 
 
ΣΤ2 : Πιστωτικά Παράγωγα µε σκοπό τη διαπραγµάτευση 
Αντιµετώπιση του πωλητή της προστασίας 

3. Κατά τον υπολογισµό της κεφαλαιακής απαίτησης που ισχύει για τον κίνδυνο αγοράς του συµβαλλόµενου που επωµίζεται τον πιστωτικό κίνδυνο (δηλαδή του «πωλητή προστασίας»), εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, πρέπει να χρησιµοποιείται το ονοµαστικό/πλασµατικό ποσό της σύµβασης του πιστωτικού παραγώγου. Για τον υπολογισµό της κεφαλαιακής απαίτησης που αντιστοιχεί στον ειδικό κίνδυνο, για όλα τα ανωτέρω πιστωτικά παράγωγα πλην του total return swap, ισχύει η ληκτότητα της σύµβασης του πιστωτικού παραγώγου αντί της ληκτότητας (της υποχρέωσης) του µέσου. Οι θέσεις καθορίζονται ως εξής:
 
α. Κάθε σύµβαση της µορφής «total return swap» δηµιουργεί θέση για:
 
i. Γενικό Κίνδυνο: θετική θέση στο γενικό κίνδυνο αγοράς του µέσου αναφοράς και αρνητική θέση στο γενικό κίνδυνο αγοράς κρατικού οµολόγου µε ληκτότητα ίση προς την περίοδο µέχρι τον επόµενο επανακαθορισµό του επιτοκίου και µε συντελεστή στάθµισης κινδύνου 0%, βάσει της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση».
 
ii. Ειδικό Κίνδυνο: θετική θέση στον ειδικό κίνδυνο του µέσου αναφοράς.
 
β. Κάθε σύµβαση της µορφής «credit default swap» δηµιουργεί θέση για:
 
i. Γενικό Κίνδυνο: καµία.
 
ii. Ειδικό Κίνδυνο: η εκάστοτε Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να καταγράφει θετική θέση σύνθετης µορφής στα µέσα αναφοράς, εκτός αν το παράγωγο είναι διαβαθµισµένο και πληροί τις προϋποθέσεις ενός εγκεκριµένου χρεωστικού τίτλου, οπότε καταγράφεται θετική θέση στο παράγωγο. Εάν, βάσει του προϊόντος, πρέπει να καταβληθεί προσαύξηση ή τόκος, οι εν λόγω χρηµατικές ροές πρέπει να εµφανίζονται ως ονοµαστικές / πλασµατικές θέσεις σε κρατικά οµόλογα.
 
γ. Κάθε σύµβαση της µορφής «single name credit linked note» δηµιουργεί θέση για:
 
i. Γενικό Κίνδυνο: θετική θέση στο γενικό κίνδυνο αγοράς του ίδιου του τίτλου, ως επιτοκιακού προϊόντος.
 
ii. Ειδικό Κίνδυνο: θετική θέση σύνθετης µορφής στα µέσα αναφοράς και πρόσθετη θετική θέση στον εκδότη του τίτλου. Εάν η σύµβαση µορφής «credit linked note» έχει λάβει εξωτερική διαβάθµιση και πληροί τις προϋποθέσεις ενός εγκεκριµένου χρεωστικού στοιχείου, τότε αρκεί η καταγραφή µιας µόνης θετικής θέσης για τον ειδικό κίνδυνο του τίτλου.
 
δ. Κάθε σύµβαση µορφής «multiple name credit linked note» η οποία παρέχει αναλογική προστασία, δηµιουργεί θέση για:
 
i. Γενικό Κίνδυνο: θετική θέση στο γενικό κίνδυνο αγοράς του ίδιου του τίτλου, ως επιτοκιακού προϊόντος.
 
ii. Ειδικό Κίνδυνο: θετική θέση στον ειδικό κίνδυνο του εκδότη του τίτλου και µια θετική θέση στο µέσο αναφοράς για τους σκοπούς του ειδικού κινδύνου, ενώ το συνολικό πλασµατικό / ονοµαστικό ποσό της σύµβασης κατανέµεται µεταξύ των θέσεων µε βάση την αναλογία του συνολικού πλασµατικού ονοµαστικού ποσού, το οποίο αντιπροσωπεύει έκαστο άνοιγµα έναντι οντότητας αναφοράς. Όταν είναι δυνατή η επιλογή περισσοτέρων από µίας υποχρεώσεων µιας οντότητας αναφοράς, ο ειδικός κίνδυνος καθορίζεται µε βάση την υποχρέωση µε τη µεγαλύτερη στάθµιση κινδύνου. Εάν η σύµβαση µορφής «multiple name credit linked note» έχει λάβει εξωτερική διαβάθµιση και πληροί τις προϋποθέσεις ενός εγκεκριµένου χρεωστικού στοιχείου, τότε αρκεί η καταγραφή µιας µόνης θετικής θέσης για τον ειδικό κίνδυνο του τίτλου.
 
ε. Ένα «καλάθι» πρώτης επισφάλειας στοιχείου ενεργητικού (ή ένα πιστωτικό παράγωγο για την κάλυψη κινδύνου πρώτης αθέτησης) δηµιουργεί θέση για το πλασµατικό/ονοµαστικό ποσό της υποχρέωσης εκάστης οντότητας αναφοράς. Εάν το µέγεθος της µέγιστης πληρωµής για το πιστωτικό γεγονός είναι µικρότερο από την κεφαλαιακή απαίτηση, σύµφωνα µε τη µέθοδο που ορίζεται στο εδάφιο (α) της παρούσας παραγράφου, το µέγιστο ποσό πληρωµής επιτρέπεται να εκληφθεί ως η κεφαλαιακή απαίτηση για τον ειδικό κίνδυνο.
 
στ. Ένα προϊόν «καλαθιού» δεύτερης επισφάλειας στοιχείου ενεργητικού (ή ένα πιστωτικό παράγωγο για την κάλυψη κινδύνου δεύτερης αθέτησης) δηµιουργεί θέση για το πλασµατικό ποσό της υποχρέωσης εκάστης οντότητας αναφοράς πλην µίας (εκείνης µε τη χαµηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου). Εάν το µέγεθος της µέγιστης πληρωµής για το πιστωτικό γεγονός είναι µικρότερο από την κεφαλαιακή απαίτηση, σύµφωνα µε τη µέθοδο που ορίζεται στο εδάφιο α της παρούσας παραγράφου, το εν λόγω ποσό επιτρέπεται να εκληφθεί ως η κεφαλαιακή απαίτηση για τον ειδικό κίνδυνο.
 
ζ. Εάν ένα «καλάθι» πρώτης ή δεύτερης επισφάλειας στοιχείου ενεργητικού (ή ένα πιστωτικό παράγωγο για την κάλυψη κινδύνου πρώτης ή δεύτερης αθέτησης) έχει λάβει εξωτερική διαβάθµιση και πληροί τους όρους ενός εγκεκριµένου χρεωστικού στοιχείου, τότε ο πωλητής προστασίας υποχρεούται µόνο να υπολογίσει µια επιβάρυνση ειδικού κινδύνου που να αντανακλά τη διαβάθµιση του παραγώγου.
 
Aντιµετώπιση του αγοραστή της προστασίας 

4. Για το συµβαλλόµενο µέρος που µεταβιβάζει πιστωτικό κίνδυνο (δηλαδή για τον «αγοραστή προστασίας»), οι θέσεις προσδιορίζονται ως πιστά είδωλα του πωλητή προστασίας, µε εξαίρεση το πιστωτικό παράγωγο της µορφής «credit linked note» (που δεν
συνεπάγεται αρνητική θέση στο πλαίσιο του εκδότη). Εάν σε κάποια χρονική στιγµή ασκηθεί δικαίωµα αγοράς σε συνδυασµό µε αναβάθµιση, η συγκεκριµένη χρονική στιγµή λογίζεται ως η ληκτότητα της προστασίας. Σε περίπτωση που πρόκειται για πιστωτικό παράγωγο µε νιοστή σειρά επισφάλειας, οι αγοραστές προστασίας έχουν την ευχέρεια να αντισταθµίσουν τον ειδικό κίνδυνο για ν-1 υποκείµενα µέσα, δηλαδή για τα ν-1 στοιχεία ενεργητικού µε τη µικρότερη απαίτηση ειδικού κινδύνου.
 
 

ΣΤ3 : Πιστωτικά παράγωγα µε σκοπό την αντιστάθµιση 

5. Αναγνωρίζεται η προστασία που παρέχεται από πιστωτικά παράγωγα, σύµφωνα µε τις αρχές που διατυπώνονται στις επόµενες παραγράφους του παρόντος Τµήµατος.
 
6. Αναγνωρίζεται πλήρης προστασία όταν η αξία των δύο σκελών της θέσης κινείται πάντα προς αντίθετες κατευθύνσεις και στην ίδια περίπου έκταση. Τούτο ισχύει σε καθεµιά από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
 
α. Τα δύο σκέλη συνίστανται σε µέσα µε απόλυτη οµοιότητα µεταξύ τους.
 
β. Μία θετική ταµειακή θέση αντισταθµίζεται από σύµβαση ανταλλαγής ολικής απόδοσης (και αντιστρόφως) και υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία µεταξύ του µέσου αναφοράς και των υποκείµενων ανοιγµάτων (δηλαδή της ταµειακής θέσης). Η ληκτότητα της ίδιας της σύµβασης ανταλλαγής µπορεί να διαφέρει από τη ληκτότητα του υποκείµενου ανοίγµατος.
 
Στις περιπτώσεις αυτές, δεν πρέπει να εφαρµόζεται κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου
σε οιοδήποτε σκέλος της θέσης.
 
7. Αναγνωρίζεται προστασία ύψους 80% όταν η αξία των δύο σκελών κινείται πάντα προς την αντίθετη κατεύθυνση και εφόσον υφίσταται απόλυτη αντιστοιχία όσον αφορά το µέσο αναφοράς, τη ληκτότητα τόσο της υποχρέωσης αναφοράς όσο και του πιστωτικού παραγώγου
και το νόµισµα του υποκείµενου ανοίγµατος. Επιπλέον, τα βασικά στοιχεία της σύµβασης που διέπει το πιστωτικό παράγωγο δεν πρέπει να έχουν ως συνέπεια σηµαντική απόκλιση των αυξοµειώσεων της τιµής του πιστωτικού παραγώγου, σε σύγκριση µε τις αυξοµειώσεις της τιµής της ταµειακής θέσης. Στο µέτρο που η συναλλαγή συνεπάγεται µεταβίβαση του κινδύνου, εφαρµόζεται αντιστάθµισµα ειδικού κινδύνου ύψους 80% στο σκέλος της συναλλαγής µε τη µεγαλύτερη κεφαλαιακή απαίτηση, ενώ οι απαιτήσεις ειδικού κινδύνου στο έτερο σκέλος είναι µηδενικές.
 
8. Εφαρµόζεται µερική αναγνώριση όταν η αξία των δύο σκελών κινείται συνήθως προς αντίθετες κατευθύνσεις. Τούτο ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:
 
α. Η θέση εµπίπτει στην παράγραφο 6(β) ανωτέρω, αλλά υπάρχει αναντιστοιχία µέσων µεταξύ του µέσου αναφοράς και του υποκείµενου ανοίγµατος. Παρ’ όλα αυτά, οι θέσεις πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:
 
i. Η υποχρέωση αναφοράς είναι της αυτής προτεραιότητας ή υποδεέστερη, σε σύγκριση µε την υποχρέωση που απορρέει από το υποκείµενο µέσο.
 
ii. Η υποχρέωση που απορρέει από το υποκείµενο µέσο και η υποχρέωση αναφοράς έχουν τον ίδιο οφειλέτη και περιλαµβάνουν νοµικά εκτελεστές ρήτρες σταυροειδούς αθέτησης υποχρέωσης και σταυροειδούς πρόωρης εξόφλησης οφειλής.
 
β. Η θέση εµπίπτει στην παράγραφο 6(α) ανωτέρω ή στην παράγραφο 7 ανωτέρω, αλλά υφίσταται αναντιστοιχία νοµισµάτων ή ληκτότητας µεταξύ της πιστωτικής προστασίας και του υποκείµενου µέσου (οι αναντιστοιχίες νοµισµάτων πρέπει να περιλαµβάνονται στην συνήθη γνωστοποίηση κινδύνου τιµών συναλλάγµατος, σύµφωνα µε το Παράρτηµα III της παρούσας Απόφασης).
 
γ. Η θέση εµπίπτει στην παράγραφο 7 ανωτέρω, αλλά υφίσταται αναντιστοιχία µέσων µεταξύ της ταµειακής θέσης και του πιστωτικού παραγώγου. Εντούτοις, το υποκείµενο µέσο συµπεριλαµβάνεται στις (παραδοτέες) υποχρεώσεις στα σχετικά µε το πιστωτικό παράγωγο έγγραφα.
 
9. Σε καθεµιά από τις περιπτώσεις της ανωτέρω παραγράφου 8, αντί της προσθήκης των κεφαλαιακών απαιτήσεων ειδικού κινδύνου για κάθε σκέλος της συναλλαγής, ισχύει µόνο η υψηλότερη εκ των δύο κεφαλαιακών απαιτήσεων.
 
10. Σε κάθε περίπτωση που δεν υπάγεται στις ανωτέρω παραγράφους 6 έως 8, η κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου υπολογίζεται σε σχέση µε αµφότερα τα σκέλη των θέσεων.
 
 
ΤΜΗΜΑ Ζ : ΑΝΑ∆ΟΧΗ ΕΚ∆ΟΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ 
1. Σε περίπτωση αναδοχής εκδόσεων χρεωστικών µέσων και µετοχών, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ακολουθεί την εξής διαδικασία για να υπολογίζει τις κεφαλαιακές της απαιτήσεις.
 
α. Υπολογίζει τις καθαρές θέσεις αναδοχής αφαιρώντας από τις συνολικές θέσεις αυτές που έχουν αναληφθεί ή υποασφαλίζονται από τρίτους, βάσει επίσηµης σύµβασης αναδοχής.
 
β. Στη συνέχεια, µειώνει τις καθαρές θέσεις αναδοχής του εδαφίου α κατά το ποσό που προκύπτει απο την εφαρµογή των συντελεστών του Πίνακα 4.

  ΠΙΝΑΚΑΣ
  — εργάσιµη ηµέρα 0:  100%
  — εργάσιµη ηµέρα 1:  90%
  — εργάσιµες ηµέρες 2 έως και 3:  75%
  — εργάσιµη ηµέρα 4:  50%
  — εργάσιµη ηµέρα 5:  25%
  — µετά την εργάσιµη ηµέρα 5:  0 %. 
 

 
«Εργάσιµη ηµέρα 0» είναι η πρώτη εργάσιµη ηµέρα, κατά την οποία η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αναλαµβάνει την αµετάκλητη δέσµευση να δεχθεί µια προσδιορισµένη ποσότητα τίτλων σε προσυµφωνηµένη τιµή.
 
 
γ. Υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση, χρησιµοποιώντας τις αποµειωµένες θέσεις του εδαφίου β.
 
2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του κινδύνου ζηµίας που υφίσταται ανάµεσα στην ηµέρα της αρχικής δέσµευσης και στην εργάσιµη ηµέρα 1.
 
3. ∆εν επιτρέπεται συµψηφισµός των καθαρών θέσεων αναδοχής µε άλλες θέσεις σε πανοµοιότυπους τίτλους µέχρι τη λήξη της περιόδου της δηµόσιας εγγραφής. Μετά τη λήξη της περιόδου αυτής ή την πάροδο της 5ης εργάσιµης ηµέρας από την έναρξη της δηµόσιας εγγραφής (εάν η ηµέρα αυτή προηγείται της ηµεροµηνίας λήξης της δηµόσιας εγγραφής), επιτρέπεται ο εν λόγω συµψηφισµός, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο Τµήµα Β του παρόντος Παραρτήµατος. 
 

ΤΜΗΜΑ Η: ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ
ΕΠΕΝ∆ΥΣΕΩΝ ΣΤΟ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ 

1. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για θέσεις σε Οργανισµούς Συλλογικών Επενδύσεων (ΟΣΕ), που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας Απόφασης, για σκοπούς κεφαλαιακής επάρκειας του χαρτοφυλακίου συναλλαγών υπολογίζονται σύµφωνα µε τις µεθόδους που προβλέπονται στις κατωτέρω παραγράφους 2 έως 10.
 
2. Οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο θέσης (ειδικό και γενικό) ύψους 32%. Σε περίπτωση που γίνεται χρήση της τροποποιηµένης αναγωγής σε χρυσό που καθορίζεται στο Παράρτηµα ΙΙΙ, οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο θέσης (ειδικό και γενικό) και για κίνδυνο τιµών συναλλάγµατος σε ποσοστό όχι µεγαλύτερο από 40%.
 
3. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να καθορίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για θέσεις σε ΟΣΕ που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 5, µε βάση τις µεθόδους που καθορίζονται στις παραγράφους  7 έως 10 του παρόντος Τµήµατος.
 
4. ∆εν επιτρέπεται συµψηφισµός µεταξύ των υποκείµενων επενδύσεων ενός ΟΣΕ και άλλων θέσεων που κατέχει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.  
 

Η1: Γενικές προϋποθέσεις 

5. Οι γενικές προϋποθέσεις επιλεξιµότητας για χρήση των µεθόδων της παραγράφου 7 στην περίπτωση των ΟΣΕ που εκδίδονται από επιχειρήσεις, οι οποίες υπόκεινται σε εποπτεία ή έχουν συσταθεί σε χώρα κράτους µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι οι εξής:
 
α. Το ενηµερωτικό δελτίο ή ισοδύναµο έγγραφο του ΟΣΕ πρέπει να περιλαµβάνει:
 
i. Τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, στις οποίες επιτρέπεται να επενδύει ο ΟΣΕ.
 
ii. Eάν ισχύουν επενδυτικά όρια, τα σχετικά όρια και τις µεθόδους υπολογισµού τους. 
 
iii. Eάν επιτρέπεται µόχλευση, το µέγιστο βαθµό µόχλευσης.
 
iv. Eάν επιτρέπονται επενδύσεις σε εξωχρηµατιστηριακά χρηµατοοικονοµικά παράγωγα ή συναλλαγές παρόµοιες µε συµφωνία επαναγοράς, την τακτική µε την οποία περιορίζεται ο πιστωτικός κίνδυνος αντισυµβαλλόµενου που απορρέει από τις εν λόγω συναλλαγές.
 
β. Οι δραστηριότητες του ΟΣΕ αποτελούν αντικείµενο εξαµηνιαίων και ετήσιων εκθέσεων, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εκτίµηση του ενεργητικού και του παθητικού, των εσόδων και των πράξεων που διενεργήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο αναφοράς.
 
γ. Οι µονάδες / µερίδια του ΟΣΕ είναι εξαγοράσιµα σε µετρητά, µε χρήση των στοιχείων ενεργητικού του οργανισµού, σε καθηµερινή βάση και κατόπιν αιτήσεως του κατόχου του µεριδίου.
 
δ. Οι επενδύσεις σε ΟΣΕ διαχωρίζονται από τα στοιχεία ενεργητικού του διαχειριστή του ΟΣΕ.
 
ε. Υπάρχει επαρκής εκτίµηση κινδύνου του ΟΣΕ από µέρους της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που πραγµατοποιεί την επένδυση.
 
6. Οι ΟΣΕ τρίτων χωρών µπορούν να είναι επιλέξιµοι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσειςτης ανωτέρω παραγράφου 5, µε την έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση που αρµόδια αρχή άλλου κράτους µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή η Τράπεζα της Ελλάδος
αναγνωρίσει ως επιλέξιµο ένα ΟΣΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να κάνει χρήση της αναγνώρισης αυτής χωρίς να διενεργήσει η ίδια αξιολόγηση. 
 

Η2 : Ειδικές µέθοδοι 

7. Όταν µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών γνωρίζει σε καθηµερινή βάση τις υποκείµενες επενδύσεις του ΟΣΕ, τότε έχει την ευχέρεια να εµβαθύνει την εξέτασή της στις εν λόγω υποκείµενες επενδύσεις προκειµένου να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) για τις συγκεκριµένες θέσεις, σύµφωνα µε τις µεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτηµα ή, εάν έχει χορηγηθεί άδεια, σύµφωνα µε τις µεθόδους που καθορίζονται στο Παράρτηµα V. Στο πλαίσιο της προσέγγισης αυτής, οι θέσεις σε ΟΣΕ αντιµετωπίζονται ως θέσεις στις υποκείµενες επενδύσεις του εκάστοτε ΟΣΕ. Επιτρέπεται συµψηφισµός µεταξύ θέσεων στις υποκείµενες επενδύσεις του ΟΣΕ και άλλων θέσεων τις οποίες κατέχει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι κατέχει ικανό αριθµό µεριδίων, ώστε να είναι δυνατή η εξαγορά / σύσταση σε αντάλλαγµα των υποκείµενων επενδύσεων.
 
8. Μία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) προκειµένου για θέσεις σε ΟΣΕ σύµφωνα µε τις µεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτηµα ή, εάν έχει χορηγηθεί άδεια, σύµφωνα µε τις µεθόδους που καθορίζονται στο Παράρτηµα V, µε αναγωγή σε υποθετικές θέσεις οι οποίες να αντιστοιχούν στις θέσεις που απαιτούνται για την αναπαραγωγή της σύνθεσης και των επιδόσεων ενός εξωτερικά διαµορφούµενου δείκτη ή ενός πάγιου καλαθιού µετοχών ή χρεωστικών τίτλων, εφόσον πληρούνται οι εξής όροι:
 
α. Σκοπός του ΟΣΕ είναι η αναπαραγωγή της σύνθεσης και των επιδόσεων ενός εξωτερικά διαµορφούµενου δείκτη ή ενός πάγιου καλαθιού µετοχών ή χρεωστικών τίτλων.
 
β. Είναι δυνατό να προσδιορισθεί µε σαφήνεια και για ελάχιστο χρονικό διάστηµα έξι µηνών ελάχιστη τιµή συσχέτισης 0,9 µεταξύ των ηµερήσιων µεταβολών των τιµών του ΟΣΕ και του δείκτη ή του καλαθιού µετοχών ή χρεωστικών τίτλων που χρησιµεύει ως σηµείο αναφοράς. Ως «συσχέτιση» στο πλαίσιο αυτό νοείται ο συντελεστής συσχέτισης µεταξύ των καθηµερινών αποδόσεων του ΟΣΕ που είναι διαπραγµατεύσιµο σε χρηµατιστήριο και του δείκτη ή του καλαθιού µετοχών ή χρεωστικών τίτλων που χρησιµεύει ως σηµείο αναφοράς.
 
9. Όταν µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δεν γνωρίζει σε καθηµερινή βάση τις υποκείµενες επενδύσεις του ΟΣΕ, τότε µπορεί να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) σύµφωνα µε τις µεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτηµα, εφόσον πληρούνται οι εξής όροι:
 
α. Ισχύει η παραδοχή ότι ο ΟΣΕ επενδύει αρχικά στο µέγιστο επιτρεπόµενο βαθµό σύµφωνα µε την εντολή του στις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού για τις οποίες ισχύει η υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό), ενώ στη συνέχεια εξακολουθεί να πραγµατοποιεί επενδύσεις µε φθίνουσα σειρά µέχρι την επίτευξη του ανώτατου συνολικού επενδυτικού ορίου. Η θέση στον ΟΣΕ λογίζεται ως άµεση συµµετοχή στην υποθετική θέση.
 
β. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών λαµβάνουν υπόψη το µέγιστο έµµεσο άνοιγµα που θα µπορούσαν να επιτύχουν µε την ανάληψη µοχλευµένων θέσεων µέσω του ΟΣΕ κατά τον υπολογισµό της κεφαλαιακής τους απαίτησης για τον κίνδυνο θέσης, αυξάνοντας αναλόγως τη θέση στον ΟΣΕ µέχρι την επίτευξη του ανώτατου ανοίγµατος στα υποκείµενα επενδυτικά στοιχεία, που προκύπτει από την επενδυτική εντολή.
 
γ. Σε περίπτωση που η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό), υπολογιζόµενη σύµφωνα µε την παρούσα παράγραφο, υπερβαίνει την απαίτηση που καθορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος Τµήµατος, γίνεται δεκτό ότι η κεφαλαιακή απαίτηση ισούται µε το επίπεδο αυτό και δεν λαµβάνεται υπόψη το υπερβάλλον.
 
10. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να καταφεύγουν στις υπηρεσίες τρίτου για τον υπολογισµό και τη γνωστοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) προκειµένου για θέσεις σε ΟΣΕ που εµπίπτουν στην παράγραφο 9, σύµφωνα µε τις µεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτηµα, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται επαρκώς η ορθότητα του υπολογισµού και της γνωστοποίησης. 
 
 
 
ΤΜΗΜΑ Θ: ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ∆ΟΜΗΜΕΝΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ, ΣΕ ΕΠΕΝ∆ΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΜΟΧΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ Ι∆ΙΩΤΙΚΑ ΕΠΕΝ∆ΥΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
 
1. Για τις θέσεις σε δοµηµένα προϊόντα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 150%, εκτός εάν περιλαµβάνονται στον υπολογισµό της δυνητικής ζηµιάς µε βάση αναγνωρισµένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εσωτερικό υπόδειγµα και εφόσον η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αποδεικνύει ότι εφαρµόζει επαρκή συστήµατα διαχείρισης κινδύνων. Επιπλέον, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διατηρεί το δικαίωµα, µετά από εξέταση των πραγµατικών δεδοµένων κάθε περίπτωσης, να επιβάλλει την υπαγωγή ή εξαίρεση συγκεκριµένων στοιχείων από την κατηγορία «δοµηµένα προϊόντα».
 
2. Για τις θέσεις σε επενδυτικές εταιρείες υψηλής µόχλευσης (hedge funds) και ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity funds) του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 400%, εκτός εάν περιλαµβάνονται στον υπολογισµό της µέγιστης δυνητικής ζηµιάς µε βάση αναγνωρισµένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εσωτερικό υπόδειγµα και εφόσον η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αποδεικνύει ότι εφαρµόζει επαρκή συστήµατα διαχείρισης κινδύνων.
 
 
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝ∆ΥΝΟ ∆ΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ / ΠΑΡΑ∆ΟΣΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΙΝ∆ΥΝΟ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ
 
ΤΜΗΜΑ Α: ΚΙΝ∆ΥΝΟΣ ∆ΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ / ΠΑΡΑ∆ΟΣΗΣ 

1. Σε περίπτωση συναλλαγών, στις οποίες χρεωστικοί τίτλοι, µετοχές, ξένα νοµίσµατα και βασικά εµπορεύµατα (εξαιρουµένων των συµφωνιών πώλησης και επαναγοράς ή αγοράς και επαναπώλησης και των δανειοδοσιών και δανειοληψιών τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων) δεν έχουν διακανονισθεί µετά τις προβλεπόµενες ηµεροµηνίες παράδοσής τους, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να υπολογίζει τον κίνδυνο διαφοράς τιµών στον οποίο υπόκειται, δηλαδή τη διαφορά µεταξύ της συµφωνηθείσας τιµής διακανονισµού των εν λόγω χρεωστικών τίτλων, µετοχών, ξένων νοµισµάτων ή βασικών εµπορευµάτων και της τρέχουσας τιµής τους στην αγορά, εφόσον η διαφορά αυτή θα µπορούσε να της προκαλέσει ζηµία. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να πολλαπλασιάζει αυτή τη διαφορά µε τον κατάλληλο συντελεστή της στήλης 2 του Πίνακα 1 προκειµένου να υπολογίσει την κεφαλαιακή απαίτησή της.
 
  ΠΙΝΑΚΑΣ
  Αριθµός εργάσιµων ηµερών µετά την ηµεροµηνία που έπρεπε να γίνει ο διακανονισµός  (%) 
  1 2
  5 έως 15  8
  16 έως 30  50
  31 έως 45  75
  46 και άνω  100

 


ΤΜΗΜΑ Β: ΑΤΕΛΕΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

2. Ως ατελείς συναλλαγές ορίζονται:
 
α. οι συναλλαγές, κατά τις οποίες µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών είτε έχει καταβάλει το αντίτιµο τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων προτού της παραδοθούν οι εν λόγω τίτλοι ή βασικά εµπορεύµατα, είτε έχει παραδώσει τίτλους ή βασικά εµπορεύµατα προτού λάβει το σχετικό αντίτιµο, και
 
β. στην περίπτωση διασυνοριακών συναλλαγών, όπου έχουν παρέλθει µία ή περισσότερες ηµέρες από τη στιγµή της εν λόγω πληρωµής ή παράδοσης.
 
3. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλει να διατηρεί ίδια κεφάλαια για ατελείς συναλλαγές, όπως καθορίζεται στον Πίνακα 2.

  ΠΙΝΑΚΑΣ
  Είδος συναλλαγής  Έως την πρώτη συµβατική πληρωµή/ παράδοση  Από την πρώτη συµβατική πληρωµή/ παράδοση έως και τέσσερις ηµέρες µετά τη δεύτερη συµβατική πληρωµή/ παράδοση  5 εργάσιµες ηµέρες µετά τη δεύτερη συµβατική πληρωµή/ παράδοση και έως τη λήξη της συναλλαγής 
  1 2 3 4
  Ατελής συναλλαγή  Καµία κεφαλαιακή απαίτηση  Αντιµετώπιση ως άνοιγµα  Αφαίρεση της µεταφερθείσας αξίας και του τρέχοντος θετικού ανοίγµατος από τα ίδια κεφάλαια 
 
 

4. Κατά την εφαρµογή στάθµισης κινδύνου στα ανοίγµατα ατελών συναλλαγών που τυγχάνουν της µεταχείρισης που προβλέπεται στη στήλη 3 του Πίνακα 2, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιούν την προσέγγιση που προβλέπεται στην Π∆ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων» µπορούν να καθορίσουν πιθανότητες αθέτησης στους αντισυµβαλλόµενους, για τους οποίους δεν υφίστανται άλλα ανοίγµατα στα στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, βάσει της εξωτερικής διαβάθµισης του αντισυµβαλλόµενου. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιούν δικές τους εκτιµήσεις σχετικά µε την ποσοστιαία ζηµιά σε περίπτωση αθέτησης (Loss Given Default-LGD) µπορούν να εφαρµόζουν την LGD που παρατίθεται στην παράγραφο 59 του Τµήµατος Ε της Π∆ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων»  στα ανοίγµατα ατελών συναλλαγών που τυγχάνουν µεταχείρισης σύµφωνα µε τη στήλη 3 του Πίνακα 2, υπό την προϋπόθεση ότι τούτο θα εφαρµόζεται για όλα αυτά τα ανοίγµατα.
 
5. Εναλλακτικά της παραγράφου 4, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιούν την προσέγγιση που προβλέπεται στην Π∆ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων» µπορούν να εφαρµόζουν τις σταθµίσεις κινδύνου, όπως προβλέπεται στην Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση», υπό την προϋπόθεση ότι τούτο θα εφαρµόζεται σε όλα τα συγκεκριµένα ανοίγµατα ή θα µπορούν να εφαρµόζουν συντελεστή στάθµισης κινδύνου 100% στα εν λόγω ανοίγµατα.
 
6. Στην περίπτωση που το ύψος θετικού ανοίγµατος που προκύπτει από τις ατελείς συναλλαγές δεν είναι σηµαντικό, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα µπορούν να εφαρµόζουν συντελεστή στάθµισης κινδύνου 100% για τα ανοίγµατα αυτά.
 
7. Σε περίπτωση δυσλειτουργίας συστήµατος διακανονισµού ή εκκαθάρισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί να επιτρέψει τη µη εφαρµογή των κεφαλαιακών απαιτήσεων που έχουν υπολογισθεί σύµφωνα µε το Τµήµα Α και Τµήµα Β, παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος Παραρτήµατος έως ότου διορθωθεί η κατάσταση. Σε αυτή δε την περίπτωση, ο µη διακανονισµός συναλλαγής από έναν αντισυµβαλλόµενο δεν θεωρείται αθέτηση για τους σκοπούς του πιστωτικού κινδύνου. 
 
 

ΤΜΗΜΑ Γ: ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝ∆ΥΝΟΣ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ

8. Κάθε Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υποχρεούται να διαθέτει κεφάλαια προς κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου αντισυµβαλλοµένου που απορρέει από ανοίγµατα τα οποία οφείλονται σε:
 
α. εξωχρηµατιστηριακά παράγωγα µέσα και πιστωτικά παράγωγα,
 
β. συµφωνίες πώλησης και επαναγοράς, συµφωνίες αγοράς και επαναπώλησης, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων, που περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών,
 
γ. πράξεις δανεισµού σε λογαριασµό περιθωρίου ασφάλισης, βασιζόµενες σε τίτλους ή σε βασικά εµπορεύµατα και 
 
δ. συναλλαγές µε µακρά προθεσµία διακανονισµού.
 
9. Η αξία ανοιγµάτων για τα στοιχεία (α) της παραπάνω παραγράφου υπολογίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 5/459/27.12.2007 «Πιστωτικός κίνδυνος Αντισυµβαλλοµένου».  Η αξία ανοιγµάτων για τα στοιχεία (β), (γ) και (δ) µπορεί να
προσδιορίζεται ή σύµφωνα µε το Τµήµα Η της Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων», θεωρούµενη ως καλυµµένη µε εξασφαλίσεις συναλλαγή ή σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στην Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 5/459/27.12.2007 «Πιστωτικός κίνδυνος Αντισυµβαλλοµένου». ∆εν επιτρέπεται η συνδυασµένη χρήση των δύο µεθόδων.
 
10. Η κεφαλαιακή απαίτηση είναι 8% επί των σταθµισµένων ανοιγµάτων. 
 
 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝ∆ΥΝΟ ΤΙΜΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ
 
ΤΜΗΜΑ Α: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΕ ΧΡΥΣΟ 

1. Η καθαρή ανοικτή θέση αποτελείται από το άθροισµα των ακόλουθων (θετικών ή αρνητικών) στοιχείων:
 
α. Καθαρή τρέχουσα θέση (δηλαδή όλα τα στοιχεία ενεργητικού µείον όλα τα στοιχεία παθητικού, συµπεριλαµβανοµένων των δεδουλευµένων τόκων, σε κάθε νόµισµα, ή για το χρυσό, η καθαρή τρέχουσα θέση σε χρυσό).
 
β. Καθαρή προθεσµιακή θέση (δηλαδή όλα τα εισπρακτέα ποσά µείον όλα τα πληρωτέα ποσά, βάσει των προθεσµιακών πράξεων συναλλάγµατος και χρυσού, συµπεριλαµβανοµένων των συµβολαίων µελλοντικής εκπλήρωσης συναλλάγµατος και χρυσού και του κεφαλαίου των συµφωνιών ανταλλαγής νοµισµάτων, που δεν έχουν συνυπολογισθεί στην τρέχουσα θέση.
 
γ. Αµετάκλητες εγγυήσεις (και παρεµφερή µέσα) που είναι βέβαιο ότι θα καταστούν απαιτητές και πιθανό ότι δεν θα ανακτηθούν.
 
δ. Καθαρά µελλοντικά έσοδα / έξοδα µη ακόµη δεδουλευµένα, αλλά ήδη πλήρως αντισταθµισµένα, κατ’ επιλογή της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που υποβάλλει τα στοιχεία και µε την προηγούµενη σύµφωνη γνώµη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (τα καθαρά µελλοντικά έσοδα / έξοδα που δεν έχουν καταχωρηθεί ακόµη λογιστικά αλλά έχουν καλυφθεί ήδη πλήρως µέσω προθεσµιακών πράξεων συναλλάγµατος µπορούν να συµπεριλαµβάνονται στον υπολογισµό της καθαρής συναλλαγµατικής θέσης). Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να εφαρµόζει µε συνέπεια τη µέθοδο που έχει επιλέξει και οποιαδήποτε αλλαγή τελεί υπό την αίρεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
 
ε. Ποσό ισοδύναµο µε το αποτέλεσµα του συµψηφισµού των συντελεστών δέλτα (net delta ή delta-based equivalent) για το σύνολο του χαρτοφυλακίου δικαιωµάτων προαίρεσης επί συναλλάγµατος και χρυσού.
 
στ. Η αγοραία αξία των άλλων (πλην συναλλάγµατος και χρυσού) δικαιωµάτων προαίρεσης.
 
2. Οι τυχόν θέσεις που έχει αναλάβει σκοπίµως η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, προκειµένου να µπορέσει να αντισταθµίσει τον κίνδυνο έναντι των δυσµενών συνεπειών των συναλλαγµατικών διακυµάνσεων στο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, δεν θα περιλαµβάνονται στον υπολογισµό της καθαρής ανοικτής θέσης ανά νόµισµα. Οι θέσεις αυτές πρέπει να είναι εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και να είναι διαρθρωτικής φύσης, δηλαδή να µη συνδέονται µε τρέχουσες συναλλαγές, η δε εξαίρεσή τους από τον υπολογισµό καθώς και κάθε αλλαγή των συνθηκών εξαίρεσής τους προϋποθέτουν τη σύµφωνη γνώµη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η ίδια µεταχείριση και µε τους ίδιους όρους µπορεί να χρησιµοποιηθεί και στις θέσεις που µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει, οι οποίες αφορούν στοιχεία τα οποία ήδη έχουν εξαιρεθεί κατά τον υπολογισµό των ιδίων κεφαλαίων.
 
3. Στην περίπτωση των ΟΣΕ, λαµβάνονται υπόψη οι πραγµατικές συναλλαγµατικές θέσεις των ΟΣΕ. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δύνανται να βασίζονται στα στοιχεία που παρέχουν τρίτοι για τις θέσεις συναλλάγµατος στον εκάστοτε ΟΣΕ, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται επαρκώς η ορθότητα των εν λόγω στοιχείων. Εάν µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δεν γνωρίζει τις θέσεις συναλλάγµατος σε έναν ΟΣΕ, θα θεωρείται ότι ο ΟΣΕ έχει πραγµατοποιήσει επενδύσεις σε συνάλλαγµα µέχρι το µέγιστο επιτρεπόµενο όριο επένδυσης του ΟΣΕ και οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα λαµβάνουν υπόψη, για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, το µέγιστο έµµεσο άνοιγµα που θα µπορούσαν να επιτύχουν µε την ανάληψη µοχλευµένων θέσεων µέσω του ΟΣΕ κατά τον υπολογισµό της κεφαλαιακής τους απαίτησης για τον κίνδυνο τιµών συναλλάγµατος. Τούτο πραγµατοποιείται µε κατ’ αναλογία αύξηση της θέσης στον ΟΣΕ µέχρι το µέγιστο άνοιγµα στα υποκείµενα επενδυτικά στοιχεία που προκύπτουν από την επενδυτική εντολή. Η υποθετική θέση του ΟΣΕ σε συνάλλαγµα θα αντιµετωπίζεται ως ξεχωριστό νόµισµα, κατά το πρότυπο της µεταχείρισης των επενδύσεων σε χρυσό, µε τη διαφορά ότι, εάν είναι διαθέσιµη η κατεύθυνση της επένδυσης του ΟΣΕ, η συνολική θετική θέση µπορεί να προστεθεί στη συνολική θετική ανοικτή θέση συναλλάγµατος, ενώ η συνολική αρνητική θέση µπορεί να προστεθεί στη συνολική αρνητική ανοικτή θέση συναλλάγµατος. ∆εν επιτρέπεται συµψηφισµός µεταξύ τέτοιων θέσεων πριν από τον υπολογισµό. 
 

ΤΜΗΜΑ Β: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ 

4. Η διαδικασία υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου µεταβολής των συναλλαγµατικών ισοτιµιών, βάσει των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού είναι η εξής: 
 
α. Οι καθαρές θετικές και αρνητικές θέσεις σε κάθε νόµισµα, εκτός του νοµίσµατος υποβολής στοιχείων και η καθαρή θετική ή αρνητική θέση σε χρυσό µετατρέπονται στο νόµισµα υποβολής στοιχείων βάσει των τρεχουσών συναλλαγµατικών ισοτιµιών. Οι θέσεις αυτές αθροίζονται χωριστά έτσι ώστε να προκύψει, αντίστοιχα, το άθροισµα των καθαρών αρνητικών θέσεων και το άθροισµα των καθαρών θετικών θέσεων αντίστοιχα. Το µεγαλύτερο από αυτά τα δύο αθροίσµατα είναι η συνολική καθαρή θέση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε συνάλλαγµα.
 
β. Εάν το άθροισµα της συνολικής καθαρής θέσης της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε συνάλλαγµα και της συνολικής καθαρής θέσης του σε χρυσό υπερβαίνει το 2% των συνολικών του εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, το άθροισµα της συνολικής καθαρής θέσης του σε συνάλλαγµα και της συνολικής καθαρής θέσης του σε χρυσό πολλαπλασιάζεται επί 8 % για να υπολογιστεί η κεφαλαιακή απαίτηση που απαιτείται έναντι συναλλαγµατικού κινδύνου. 
 
 
 
ΤΜΗΜΑ Γ: ΕΙ∆ΙΚΕΣ ΜΕΘΟ∆ΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ 

5. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, µε τη σύµφωνη γνώµη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, µπορούν να χρησιµοποιούν την µέθοδο της καθαρής παρούσας αξίας κατά τον υπολογισµό της καθαρής ανοικτής θέσης σε κάθε νόµισµα και σε χρυσό, υπό την προϋπόθεση ότι θα µπορούν να τεκµηριώσουν την µεθοδολογία η οποία ακολουθείται.
 
6. Για θέσεις σε στενά συσχετιζόµενα νοµίσµατα, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις επιτρέπεται να είναι χαµηλότερες από τις απαιτήσεις που θα προέκυπταν από την εφαρµογή της µεθοδολογίας του Τµήµατος Β του παρόντος Παραρτήµατος, όπως καθορίζεται ακολούθως:
 
α. ∆ύο νοµίσµατα θεωρούνται ως στενά συσχετιζόµενα µόνον όταν το ενδεχόµενο ζηµίας, η οποία υπολογίζεται µε βάση τα ηµερήσια στοιχεία συναλλαγµατικών ισοτιµιών για τα προηγούµενα τρία ή πέντε χρόνια, προκύπτει από ίσες και αντίθετες θέσεις στα νοµίσµατα αυτά κατά τις επόµενες δέκα εργάσιµες ηµέρες (περίοδος διακράτησης) και ανέρχεται σε 4% ή λιγότερο της αξίας της συγκεκριµένης αντιστοιχισµένης θέσης (αποτιµώµενης στο νόµισµα που χρησιµοποιείται για την υποβολή εκθέσεων), έχει πιθανότητα τουλάχιστον 99% όταν χρησιµοποιείται τριετής περίοδος παρακολούθησης ή 95% όταν η περίοδος παρακολούθησης είναι πενταετής.
 
β. Η κεφαλαιακή απαίτηση έναντι της αντιστοιχισµένης θέσης σε δύο ως ανωτέρω στενά συσχετιζόµενα νοµίσµατα καθορίζεται σε ποσοστό 4% επί της αξίας της αντιστοιχισµένης θέσης.
 
γ. Η κεφαλαιακή απαίτηση έναντι µη αντιστοιχισµένων θέσεων σε στενά συσχετιζόµενα νοµίσµατα, καθώς και όλες οι άλλες θέσεις σε άλλα νοµίσµατα, καθορίζεται σε ποσοστό 8% επί του υψηλότερου ποσού, µεταξύ του αθροίσµατος των καθαρών αρνητικών θέσεων και των καθαρών θετικών θέσεων στα νοµίσµατα αυτά, ύστερα από την αφαίρεση των αντιστοιχισµένων θέσεων στα στενά συσχετιζόµενα νοµίσµατα.
 
7. Για θέσεις σε νοµίσµατα, που εµπίπτουν σε νοµικά δεσµευτική διακρατική συµφωνία για τον περιορισµό της διακύµανσής τους σε σχέση µε άλλα νοµίσµατα, επιτρέπεται να µην εφαρµόζονται οι µέθοδοι του παρόντος Παραρτήµατος. Σε αυτή την περίπτωση οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα υπολογίζουν τις αντιστοιχισµένες θέσεις τους στα νοµίσµατα αυτά και θα τις υπάγουν σε κεφαλαιακές απαιτήσεις ίσες τουλάχιστον προς το ήµισυ της µέγιστης αποδεκτής διακύµανσης που καθορίζεται στη συγκεκριµένη διακυβερνητική συµφωνία, όσον αφορά τα εν λόγω νοµίσµατα. Οι µη αντιστοιχισµένες θέσεις στα νοµίσµατα αυτά θα αντιµετωπίζονται µε τον ίδιο τρόπο όπως και οι θέσεις στα άλλα νοµίσµατα που δεν υπάγονται στην διακρατική συµφωνία.
 
8. Ειδικά για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι αντιστοιχισµένων θέσεων σε νοµίσµατα κρατών µελών που συµµετέχουν στη δεύτερη φάση της Οικονοµικής και Νοµισµατικής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπεται ο συντελεστής να είναι 1,6%, πολλαπλασιαζόµενος επί την αξία των αντιστοιχισµένων αυτών θέσεων.
 
9. Οι καθαρές θέσεις σε σύνθετα νοµίσµατα µπορούν να διαχωρίζονται µε βάση τα συµµετέχοντα νοµίσµατα και σύµφωνα µε τις ισχύουσες αναλογίες τους.
 
 
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝ∆ΥΝΟ ΒΑΣΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ
 
ΤΜΗΜΑ Α: ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

1. Στο παρόν Παράρτηµα καθορίζεται η διαδικασία υπολογισµού των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη του κινδύνου από θέσεις που κατέχει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε βασικά εµπορεύµατα. Ενδεικτικά αναφέρονται οι θέσεις σε γεωργικά προϊόντα, πολύτιµα µέταλλα, βασικά µέταλλα και ενεργειακά προϊόντα 
 
Στον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου από θέσεις σε βασικά εµπορεύµατα περιλαµβάνονται και οι θέσεις σε παράγωγα µέσα µε υποκείµενα στοιχεία βασικά εµπορεύµατα. 
 

ΤΜΗΜΑ Β: ΓΕΝΙΚΑ 

2. Κάθε θέση σε βασικά εµπορεύµατα ή σε παράγωγα µέσα βασικών εµπορευµάτων εκφράζεται σε τυποποιηµένες µονάδες µέτρησης. Για κάθε βασικό εµπόρευµα, η τρέχουσα τιµή πρέπει να εκφράζεται σε ευρώ.
 
3. Οι θέσεις σε χρυσό ή σε παράγωγα µέσα χρυσού θεωρούνται ότι ενέχουν κίνδυνο συναλλάγµατος και αντιµετωπίζονται σύµφωνα µε το Παράρτηµα III ή το Παράρτηµα V της παρούσας Απόφασης, κατά περίπτωση, ως προς τον υπολογισµό του κινδύνου αγοράς.
 
4. Oι θέσεις που είναι αµιγώς χρηµατοδοτήσεις φυσικών αποθεµάτων δηλαδή, εάν φυσικό απόθεµα έχει πωληθεί προθεσµιακά και το κόστος χρηµατοδότησης έχει προκαθορισθεί για την περίοδο µέχρι την ηµεροµηνία της προθεσµιακής πώλησης, µπορούν να εξαιρούνται από τον υπολογισµό κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο βασικού εµπορεύµατος µόνο.
 
5. Οι κίνδυνοι επιτοκίου και συναλλάγµατος που δεν καλύπτονται από άλλες διατάξεις του παρόντος Παραρτήµατος περιλαµβάνονται στον υπολογισµό κεφαλαιακών απαιτήσεων για το γενικό κίνδυνο διαπραγµατεύσιµων χρεωστικών τίτλων και για τον κίνδυνο συναλλάγµατος.
 
6. Όταν η αρνητική θέση καθίσταται ληξιπρόθεσµη πριν από τη θετική θέση, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να καλύπτονται επίσης έναντι του κινδύνου ανεπαρκούς ρευστότητας που ενδέχεται να υπάρχει σε ορισµένες αγορές.
 
7. Για τους σκοπούς της παραγράφου 28 στο Τµήµα ∆ του παρόντος Παραρτήµατος, το ποσό κατά το οποίο οι θετικές (αρνητικές) θέσεις υπερβαίνουν τις αρνητικές (θετικές) θέσεις της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών στο ίδιο βασικό εµπόρευµα και σε πανοµοιότυπα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης, δικαιώµατα προαίρεσης (options) και τίτλους επιλογής (warrants), αντιπροσωπεύει την καθαρή θέση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε κάθε βασικό εµπόρευµα.
 
8. Οι ακόλουθες θέσεις θεωρούνται ως θέσεις στο ίδιο βασικό εµπόρευµα:
 
α. Θέσεις σε διαφορετικές υποκατηγορίες βασικών εµπορευµάτων, εφόσον είναι αµοιβαίως δυνατή η παράδοση µιας υποκατηγορίας έναντι άλλης.
 
β. Θέσεις σε οµοειδή βασικά εµπορεύµατα, µε την προϋπόθεση ότι είναι στενά υποκατάστατα µεταξύ τους και εφόσον είναι δυνατόν να καταδειχθεί σαφώς ελάχιστη συσχέτιση, ύψους 0,9, µεταξύ των διακυµάνσεων των τιµών στη διάρκεια ενός τουλάχιστον έτους.
 
 
ΤΜΗΜΑ Γ: ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΜΕΣΑ 

9. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιτρέπει, σύµφωνα µε όσα ορίζονται στις παραγράφους 10 έως 16 του παρόντος Τµήµατος, την αντιµετώπιση των θέσεων σε παράγωγα µέσα ως θέσεων στο υποκείµενο βασικό εµπόρευµα.
 
10. Τα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εµπορευµάτων και οι προθεσµιακές δεσµεύσεις αγοράς ή πώλησης µεµονωµένων βασικών εµπορευµάτων ενσωµατώνονται στο σύστηµα µέτρησης ως ονοµαστικά / πλασµατικά ποσά, εκφρασµένα στην τυποποιηµένη µονάδα µέτρησης και τους αποδίδεται διάρκεια µέχρι τη λήξη µε βάση την ηµεροµηνία λήξης τους.
 
11. Σε περίπτωση συµβολαίου µελλοντικής εκπλήρωσης διαπραγµατεύσιµου σε χρηµατιστήριο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιτρέπει κεφαλαιακή απαίτηση ίση µε το ποσό των περιθωρίων εγγύησης που επιβάλλει το χρηµατιστήριο, εάν έχει πεισθεί ότι το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το ακριβές µέτρο του κινδύνου από την εν λόγω σύµβαση και ότι είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση για συµβόλαιο µελλοντικής εκπλήρωσης, η οποία προκύπτει µε βάση τη µέθοδο που παρουσιάζεται στο παρόν Παράρτηµα ή µε βάση τη µέθοδο εσωτερικού υποδείγµατος, κατά τα οριζόµενα στο παράρτηµα V της παρούσας Απόφασης.
 
12. Για τις συµβάσεις εξωχρηµατιστηριακών παράγωγων µέσων του τύπου που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και οι οποίες διακανονίζονται από αναγνωρισµένο οίκο διακανονισµού και εκκαθάρισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιτρέπει κεφαλαιακή απαίτηση ίση µε το ποσό των περιθωρίων εγγύησης που απαιτεί ο οίκος διακανονισµού και εκκαθάρισης, εφόσον κρίνει ότι το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το ακριβές µέτρο του κινδύνου που συνδέεται µε τη σύµβαση και είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση για την εν λόγω σύµβαση που προκύπτει µε βάση τη µέθοδο του παρόντος Παραρτήµατος ή µε βάση τη µέθοδο εσωτερικού υποδείγµατος, κατά τα οριζόµενα στο Παράρτηµα V της παρούσας Απόφασης.
 
13. Οι συµβάσεις ανταλλαγής βασικών εµπορευµάτων µε ένα σκέλος σε σταθερές τιµές και το άλλο σε τρέχουσες τιµές πρέπει να ενσωµατώνονται στην προσέγγιση του παρακάτω Πίνακα 1, όπως ορίζεται στις παραγράφους 22 έως 27 του Τµήµατος ∆ του παρόντος Παραρτήµατος, ως σύνολο θέσεων ίσων προς τα ονοµαστικά/πλασµατικά ποσά των συµβάσεων. Κάθε πληρωµή για την εξυπηρέτηση της σύµβασης ανταλλαγής είναι µία θέση που αναγράφεται στο αντίστοιχο διάστηµα ληκτότητας του Πίνακα 1. Οι θέσεις θα είναι θετικές εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πληρώνει σταθερές τιµές και εισπράττει κυµαινόµενες τιµές και αρνητικές, εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εισπράττει σταθερές τιµές και πληρώνει κυµαινόµενες τιµές.
 
14. Οι συµβάσεις ανταλλαγής βασικών εµπορευµάτων, στις οποίες τα δύο σκέλη της συναλλαγής είναι σε διαφορετικά βασικά εµπορεύµατα, πρέπει να κατατάσσονται στα αντίστοιχα διαστήµατα ληκτότητας, σύµφωνα µε την προσέγγιση του Πίνακα 1 του παρόντος Παραρτήµατος.
 
15. Τα δικαιώµατα προαίρεσης σε βασικά εµπορεύµατα ή σε παράγωγα µέσα βασικών εµπορευµάτων αντιµετωπίζονται ως θέσεις αξίας, ίσης µε το ποσό του υποκείµενου µέσου του δικαιώµατος προαίρεσης, πολλαπλασιασµένο επί το συντελεστή δέλτα. Οι θέσεις που υπολογίζονται έτσι µπορούν να συµψηφίζονται µε αντίθετες θέσεις στο ίδιο υποκείµενο εµπόρευµα ή στο ίδιο παράγωγο µέσο βασικού εµπορεύµατος. Ο χρησιµοποιούµενος συντελεστής δέλτα είναι είτε εκείνος του σχετικού χρηµατιστηρίου είτε εκείνος που αναγνωρίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εάν τέτοιος συντελεστής δεν είναι διαθέσιµος ή εάν πρόκειται για εξωχρηµατιστηριακά δικαιώµατα προαίρεσης, µπορεί να χρησιµοποιηθεί συντελεστής δέλτα που υπολογίζεται από την ίδια την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει πεισθεί για την καταλληλότητα του υποδείγµατος που χρησιµοποιεί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
16. Εκτός των παραπάνω κεφαλαιακών απαιτήσεων µε βάση το συντελεστή δέλτα, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα υπολογίζουν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τη κάλυψη των κινδύνων Gamma και Vega ως εξής:
 
α) Κεφαλαιακές Απαιτήσεις έναντι του κινδύνου Gamma 

Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Gamma από θέσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης επί βασικών εµπορευµάτων και παραγώγων µέσων επί βασικών εµπορευµάτων, για κάθε βασικό εµπόρευµα, µε βάση την απόλυτη τιµή της καθαρής επίπτωσης Gamma (εάν είναι αρνητική), που προκύπτει ως αλγεβρικό άθροισµα των επιπτώσεων Gamma των επί µέρους δικαιωµάτων προαίρεσης, καθεµία από τις οποίες προκύπτει ως εξής:
 
0,5 x (συντελεστής Gamma του δικαιώµατος) x (τρέχουσα αξία του υποκείµενου εµπορεύµατος x 0,15)2
 
Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του κινδύνου Gamma ισούται µε την απόλυτη τιµή του αλγεβρικού αθροίσµατος των επιπτώσεων Gamma για κάθε εµπόρευµα, όπως αυτές υπολογίσθηκαν ανωτέρω, εφόσον βέβαια το εν λόγω αλγεβρικό άθροισµα είναι αρνητικό.
 
β) Κεφαλαιακές Απαιτήσεις έναντι του κινδύνου Vega 

Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Vega από θέσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης (options) επί εµπορευµάτων και παράγωγων µέσων επί βασικών εµπορευµάτων, για κάθε βασικό εµπόρευµα, προσθέτοντας τα γινόµενα του πολλαπλασιασµού των συντελεστών Vega για καθένα από τα δικαιώµατα επί του ίδιου εµπορεύµατος µε µια τεκµαιρόµενη αναλογική µετατόπιση της µεταβλητότητας του υποκείµενου βασικού εµπορεύµατος, κατά +/- 25% (+25% για τα παραχωρηθέντα και -25% για τα αποκτηθέντα) επί την αξία του βασικού εµπορεύµατος. Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο Vega ισούται µε το άθροισµα των
κεφαλαιακών απαιτήσεων για κάθε υποκείµενο εµπόρευµα, όπως υπολογίστηκαν σύµφωνα µε τα ανωτέρω.
 
17. Σε περίπτωση πωλούµενου δικαιώµατος προαίρεσης επί εµπορεύµατος διαπραγµατεύσιµου σε χρηµατιστήριο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί να επιτρέψει κεφαλαιακή απαίτηση ίση µε το ποσό του περιθωρίου εγγύησης που επιβάλλει το χρηµατιστήριο, εάν κρίνει ότι το ποσό αυτό δίνει το ακριβές µέτρο του κινδύνου του εν λόγω δικαιώµατος και ότι είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση που προκύπτει µε βάση τη µέθοδο του παρόντος Παραρτήµατος ή µε βάση εσωτερικό υπόδειγµα, κατά τα οριζόµενα στο παράρτηµα V της παρούσας Απόφασης.
 
18. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί να επιτρέψει, για τα εξωχρηµατιστηριακά δικαιώµατα προαίρεσης, τα οποία διακανονίζονται από ανεγνωρισµένο οίκο διακανονισµού και εκκαθάρισης, κεφαλαιακή απαίτηση ίση µε το ποσό των περιθωρίων εγγύησης που απαιτεί ο οίκος διακανονισµού και εκκαθάρισης, εφόσον κρίνει ότι το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το ακριβές µέτρο του κινδύνου που συνδέεται µε το δικαίωµα προαίρεσης και είναι τουλάχιστον ίσο µε την κεφαλαιακή απαίτηση για το εν λόγω δικαίωµα προαίρεσης που προκύπτει σύµφωνα µε τη µέθοδο του παρόντος παραρτήµατος ή µε βάση εσωτερικό υπόδειγµα, κατά τα οριζόµενα στο παράρτηµα V της παρούσας Απόφασης.
 
19. Επιπλέον, σε περίπτωση αγοραζόµενου δικαιώµατος προαίρεσης βασικού εµπορεύµατος, διαπραγµατεύσιµου σε χρηµατιστήριο ή εξωχρηµατιστηριακό, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί να επιτρέψει κεφαλαιακή απαίτηση ίδια µε εκείνη που απαιτείται για το υποκείµενο βασικό εµπόρευµα, υπό τον περιορισµό ότι η απαίτηση που υπολογίζεται έτσι δεν υπερβαίνει την αγοραία αξία του δικαιώµατος προαίρεσης. Η κεφαλαιακή απαίτηση για πωλούµενο εξωχρηµατιστηριακό δικαίωµα προαίρεσης καθορίζεται σε σχέση µε το υποκείµενο βασικό εµπόρευµα.
 
20. Οι τίτλοι επιλογής που αφορούν βασικά εµπορεύµατα αντιµετωπίζονται µε τον ίδιο τρόπο όπως τα δικαιώµατα προαίρεσης επί εµπορευµάτων, που µνηµονεύονται στις προηγούµενες παραγράφους 15 µέχρι 19 του παρόντος Τµήµατος.
 
21. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που µεταβιβάζει βασικά εµπορεύµατα ή εγγυηµένα δικαιώµατα κυριότητας βασικών εµπορευµάτων µέσω συµβάσεων επαναγοράς είτε δανείζει βασικά εµπορεύµατα µέσω συµβάσεων δανειοδοσίας βασικών εµπορευµάτων, περιλαµβάνει τα εµπορεύµατα αυτά στον υπολογισµό της κεφαλαιακής απαίτησής της, βάσει του παρόντος Παραρτήµατος.
 

TMHMA ∆: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ 

∆1 : Προσέγγιση µε βάση τον Πίνακα Ληκτότητας 

22. Ακολουθώντας τον κατωτέρω Πίνακα 1, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών χρησιµοποιεί διαφορετικό διάστηµα ληκτότητας για κάθε βασικό εµπόρευµα. Οι θέσεις που αντιστοιχούν σε κάθε βασικό εµπόρευµα, αλλά και οι θεωρούµενες ως θέσεις σ’ αυτό το βασικό εµπόρευµα, κατά τα οριζόµενα στην παράγραφο 8 του Τµήµατος Β του παρόντος Παραρτήµατος, κατατάσσονται στο ανάλογο διάστηµα λήξεως. Τα φυσικά αποθέµατα κατατάσσονται στο πρώτο διάστηµα ληκτότητας.

  ΠΙΝΑΚΑΣ
  Ληκτότητα (1)  Συντελεστής Διαφοράς Αντιστοιχισµένης Θέσης σε % (Spread rate) (2) 
  0 ≤ 1 µήνα  1,5
  > 1≤ 3 µήνες  1,5
  > 3 ≤ 6 µήνες  1,5
  > 6 ≤ 12 µήνες  1,5
  > 1 ≤ 2 έτη  1,5
  > 2 ≤ 3 έτη  1,5
  > 3 έτη  1,5

 
 
 
23. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιτρέπει το συµψηφισµό των θέσεων που είναι ή θεωρούνται, βάσει της παραγράφου 8 του Τµήµατος Β του παρόντος Παραρτήµατος, θέσεις στο ίδιο εµπόρευµα και την κατάταξή τους στην αντίστοιχη ληκτότητα επί εκκαθαρισµένης βάσεως, προκειµένου περί των:
 
α. θέσεων σε συµβάσεις λήγουσες την αυτή ηµεροµηνία και
 
β. θέσεων σε συµβάσεις λήγουσες µε διαφορά δεκαηµέρου, εάν οι συµβάσεις αποτελούν αντικείµενο διαπραγµάτευσης σε αγορές, έχουσες καθηµερινά ηµεροµηνίες παραδόσεως.
 
24. Στη συνέχεια η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει το άθροισµα για κάθε διάστηµα ληκτότητας των θετικών θέσεων αφενός, και των αρνητικών θέσεων αφετέρου. Το ποσό των πρώτων (δεύτερων) που αντιστοιχίζεται έναντι των δεύτερων (πρώτων) σε κάθε διάστηµα ληκτότητας είναι η αντιστοιχισµένη θέση στο διάστηµα αυτό, ενώ η αποµένουσα θετική ή αρνητική θέση είναι η µη αντιστοιχισµένη θέση στο ίδιο διάστηµα ληκτότητας.
 
25. Το τµήµα της µη αντιστοιχισµένης θετικής (αρνητικής) θέσης σε δεδοµένο διάστηµα ληκτότητας που αντιστοιχίζεται έναντι της µη αντιστοιχισµένης αρνητικής (θετικής) θέσης στο επόµενο διάστηµα ληκτότητας, είναι η αντιστοιχισµένη θέση µεταξύ των δύο διαστηµάτων ληκτότητας. Το µέρος της µη αντιστοιχισµένης θετικής ή αρνητικής θέσης που δεν µπορεί να αντιστοιχιστεί µε τον τρόπο αυτό είναι η µη αντιστοιχισµένη θέση.
 
26. Η κεφαλαιακή απαίτηση, την οποία υποχρεούται να πληροί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για κάθε βασικό εµπόρευµα, υπολογίζεται µε βάση το σχετικό πίνακα ληκτότητας και ισούται µε το άθροισµα των κατωτέρω:
 
α. Άθροισµα των αντιστοιχισµένων θετικών και αρνητικών θέσεων, πολλαπλασιασµένο µε τον κατάλληλο «συντελεστή διαφοράς αντιστοιχισµένης θέσης» (spread rate) που αναφέρεται στη στήλη 2 του ανωτέρω Πίνακα 1 για κάθε διάστηµα ληκτότητας και επί την τρέχουσα τιµή του βασικού εµπορεύµατος.
 
β. Αντιστοιχισµένη θέση µεταξύ δύο διαστηµάτων ληκτότητας για κάθε διάστηµα ληκτότητας στο οποίο µεταφέρεται µια µη αντιστοιχισµένη θέση, πολλαπλασιασµένη επί «συντελεστή µεταφοράς» 0,6% και επί την τρέχουσα τιµή του βασικού εµπορεύµατος.
 
γ. Αποµένουσες µη αντιστοιχισµένες θέσεις, πολλαπλασιασµένες επί «συντελεστή µη αντιστοιχισµένης θέσης» 15%  και επί την τρέχουσα τιµή του βασικού εµπορεύµατος.
 
27. Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση, την οποία υποχρεούται να πληροί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο βασικών εµπορευµάτων, ισούται µε το άθροισµα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κάθε βασικό εµπόρευµα, σύµφωνα µε την ανωτέρω παράγραφο 26. 
 

∆2 : Απλουστευµένη Προσέγγιση 

28. Η κεφαλαιακή απαίτηση, την οποία υποχρεούται να πληροί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για κάθε βασικό εµπόρευµα, ισούται µε το άθροισµα των ακόλουθων δύο στοιχείων:
 
α. 15 % της καθαρής θέσης, θετικής ή αρνητικής, πολλαπλασιασµένο επί την τρέχουσα τιµή του βασικού εµπορεύµατος.
 
β. 3% της µεικτής θέσης (θετική θέση συν αρνητική θέση) πολλαπλασιασµένο επί τη τρέχουσα τιµή του βασικού εµπορεύµατος.
 
Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση, την οποία υποχρεούται να πληροί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο βασικών εµπορευµάτων, ισούται µε το άθροισµα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για έκαστο βασικό εµπόρευµα, σύµφωνα µε την ανωτέρω παράγραφο 26.
 

∆3 : ∆ιευρυµένη Προσέγγιση µε Βάση τον Πίνακα Ληκτότητας 

29. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δύνανται να χρησιµοποιούν τους ελάχιστους συντελεστές διαφοράς αντιστοιχισµένης θέσης, µεταφοράς και µη αντιστοιχισµένης θέσης, που καθορίζονται στον κατωτέρω Πίνακα 2 αντί εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 22, 23, 26 και 27 του παρόντος Τµήµατος ∆, εφόσον, µε τη σύµφωνη γνώµη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς:
 
α) ∆ιενεργούν σηµαντικές συναλλαγές σε βασικά εµπορεύµατα.
 
β) ∆ιαθέτουν διαφοροποιηµένο χαρτοφυλάκιο βασικών εµπορευµάτων.
 
γ) ∆εν είναι ακόµη σε θέση να χρησιµοποιήσουν εσωτερικά υποδείγµατα για τον υπολογισµό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο θέσης σε βασικά εµπορεύµατα, σύµφωνα µε το Παράρτηµα V της παρούσας Απόφασης.

  ΠΙΝΑΚΑΣ
    Πολύτιµα µέταλλα (εκτός χρυσού)  Βασικά µέταλλα  Γεωργικά προϊόντα  Άλλα, περιλαµβανοµένων των ενεργειακών προϊόντων 
  Συντελεστής διαφοράς αντιστοιχισµένης θέσης (%)  1 1,2 1,5 1,5
  Συντελεστής µεταφοράς (%)  0,3 0,5 0,6 0,6
  Συντελεστής µη αντιστοιχισµένης θέσης (%)  8 10 12 15
 
 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
ΧΡΗΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ∆ΕΙΓΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ
 
ΤΜΗΜΑ Α: ΓΕΝΙΚΑ 

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν Παράρτηµα, να επιτρέπει στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους για τον κίνδυνο θέσης, τον κίνδυνο συναλλάγµατος ή/και τον κίνδυνο βασικού εµπορεύµατος µε εσωτερικά υποδείγµατα διαχείρισης κινδύνων αντί των µεθοδολογιών που περιγράφονται στα Παραρτήµατα I, III και IV της παρούσας Απόφασης (τυποποιηµένη µέθοδος). Σε κάθε περίπτωση απαιτείται ρητή αναγνώριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη χρησιµοποίηση των υποδειγµάτων αυτών.
 
2. Για την αναγνώριση του εσωτερικού υποδείγµατος απαιτείται οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να υποβάλλουν εγγράφως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αίτηση αναγνώρισης της καταλληλότητας του εσωτερικού υποδείγµατος, που πρόκειται να χρησιµοποιηθεί για τον υπολογισµό του συνόλου ή µέρους των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη των θέσεων έναντι του κινδύνου αγοράς. Ειδικότερα στην αίτηση θα αναφέρεται η πρόθεση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του γενικού κινδύνου θέσης, του ειδικού κινδύνου θέσης, του κινδύνου τιµών συναλλάγµατος και του κινδύνου βασικού εµπορεύµατος  µε τη χρήση εσωτερικών υποδειγµάτων.
 
3. Επίσης η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται και από τα εξής στοιχεία:
 
α. Συνοπτική περιγραφή του εσωτερικού υποδείγµατος, η οποία θα περιλαµβάνει σύντοµη περιγραφή των µεθοδολογιών που χρησιµοποιούνται για τον υπολογισµό των παραµέτρων και της δυνητικής ζηµιάς.
 
β. Συνοπτική περιγραφή του πλαισίου διαχείρισης κινδύνων.
 
4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιτρέψει το συνδυασµό της τυποποιηµένης µεθόδου και των εσωτερικών υποδειγµάτων µόνο σε περίπτωση όπου µια ή και περισσότερες επιχειρήσεις ή µονάδες του οµίλου δραστηριοποιούνται σε µη κύρια νοµίσµατα ή οι συνολικές τους θέσεις δεν εµπεριέχουν ουσιαστικούς κινδύνους, µε βάση κριτήρια που κατά περίπτωση θα καθορίζει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Στην περίπτωση αυτή, οι θέσεις αυτές θα υπολογίζονται σύµφωνα µε την τυποποιηµένη µέθοδο. Επιπλέον, Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, η οποία είναι µητρική επιχείρηση ενός οµίλου και προτίθεται να χρησιµοποιήσει εσωτερικό υπόδειγµα για τον υπολογισµό του συνόλου ή µέρους των κεφαλαιακών απαιτήσεων του οµίλου έναντι των κινδύνων αγοράς, θα πρέπει επιπρόσθετα να αναφέρει ρητά στην αίτηση τις επιχειρήσεις του οµίλου που πρόκειται να συµπεριληφθούν στη σχετική διαδικασία υπολογισµού.
 
5. Σε περίπτωση συνδυασµού µεθόδων, ισχύουν τα εξής:
 
α. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δεν επιτρέπεται να τροποποιούν το συνδυασµό των δύο προσεγγίσεων χωρίς να έχει προηγηθεί έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
 
β. Θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι όλα τα ανοίγµατα συµπεριλαµβάνονται στον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων, είτε αυτός γίνεται µε την χρήση εσωτερικών υποδειγµάτων, είτε µε βάση την τυποποιηµένη µέθοδο.
 
γ. Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση είναι το άθροισµα των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίστηκαν µε τη χρήση των εσωτερικών υποδειγµάτων και µε την τυποποιηµένη µέθοδο.
 
6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί όπως το εσωτερικό υπόδειγµα λαµβάνει επακριβώς υπόψη όλους τους ουσιαστικούς κινδύνους τιµών από θέσεις σε δικαιώµατα προαίρεσης και σε εξοµοιούµενες θέσεις. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υποχρεούται να καλύπτει τους κινδύνους αυτούς µε επαρκή ίδια κεφάλαια, τα οποία υπολογίζονται σύµφωνα µε την τυποποιηµένη µέθοδο.
 
7. Επιπρόσθετα το εσωτερικό υπόδειγµα πρέπει να λαµβάνει υπόψη επαρκή αριθµό παραγόντων κινδύνου, ανάλογα µε το επίπεδο της δραστηριότητας της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών στις αντίστοιχες αγορές, ιδίως δε τους παρακάτω παράγοντες.
 
Κίνδυνος επιτοκίου 
8. Το σύστηµα µέτρησης κινδύνων περιλαµβάνει ένα σύνολο παραγόντων κινδύνου, αντιστοιχούντων στον κίνδυνο επιτοκίου για καθένα από τα νοµίσµατα, στα οποία η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει εντός ή εκτός ισολογισµού θέσεις ευαίσθητες στα επιτόκια. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών διαµορφώνει την καµπύλη αποδόσεων σύµφωνα µε µία από τις γενικά αποδεκτές µεθόδους. Για τις θέσεις που ενέχουν ουσιαστικό κίνδυνο επιτοκίου στα κυριότερα νοµίσµατα και αγορές, η καµπύλη αποδόσεων διαιρείται σε τουλάχιστον έξι διαστήµατα ληκτότητας, κατά τρόπο ώστε να λαµβάνονται υπόψη οι διακυµάνσεις µεταβλητότητας σε όλα τα σηµεία της καµπύλης. Το σύστηµα πρέπει επίσης να λαµβάνει υπόψη τον κίνδυνο µερικώς συσχετισµένων κινήσεων µεταξύ διαφορετικών καµπυλών απόδοσης.
 
Κίνδυνος συναλλάγµατος 
9. Το σύστηµα µέτρησης κινδύνων ενσωµατώνει παράγοντες κινδύνου για χρυσό και για κάθε µεµονωµένο νόµισµα, στο οποίο είναι εκφρασµένες οι θέσεις της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Ο κίνδυνος τιµών συναλλάγµατος υπολογίζεται για το σύνολο των στοιχείων του ισολογισµού. Στην περίπτωση των ΟΣΕ, λαµβάνονται υπόψη οι πραγµατικές θέσεις συναλλάγµατος του εκάστοτε ΟΣΕ. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δύνανται να βασίζονται στα στοιχεία που παρέχουν τρίτοι για τις θέσεις συναλλάγµατος στον εκάστοτε ΟΣΕ, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται επαρκώς η ορθότητα των εν λόγω στοιχείων. Εάν µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δεν γνωρίζει τις θέσεις συναλλάγµατος σε έναν ΟΣΕ, η θέση αυτή θα πρέπει να διαχωρίζεται και να αντιµετωπίζεται σύµφωνα µε το Παράρτηµα III, Τµήµα Α, παράγραφος 3 της παρούσας Απόφασης.
 
 
Κίνδυνος µετοχικών τίτλων 
10. Το σύστηµα µέτρησης κινδύνων χρησιµοποιεί χωριστό παράγοντα κινδύνου, τουλάχιστον για καθεµία από τις αγορές µετοχών στην οποία η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατέχει ουσιαστικές θέσεις.
 
Κίνδυνος βασικού εµπορεύµατος 
11. Το σύστηµα µέτρησης κινδύνων χρησιµοποιεί χωριστό παράγοντα κινδύνου, τουλάχιστον για καθένα από τα βασικά εµπορεύµατα στα οποία η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατέχει ουσιαστικές θέσεις. Το σύστηµα θα πρέπει να λαµβάνει επίσης υπόψη τον κίνδυνο µερικώς συσχετισµένων κινήσεων µεταξύ παρεµφερών αλλά όχι πανοµοιότυπων βασικών εµπορευµάτων, καθώς και τον κίνδυνο που σχετίζεται µε µεταβολές στις προθεσµιακές τιµές λόγω µη αντιστοιχισµένων ληκτοτήτων. Λαµβάνει επίσης υπόψη τα χαρακτηριστικά της αγοράς, ιδίως τις ηµεροµηνίες παράδοσης και τις δυνατότητες των διαπραγµατευτών όσον αφορά το κλείσιµο θέσεων.
 
12. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί να επιτρέψει στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να χρησιµοποιούν εµπειρικές συσχετίσεις στο εσωτερικό των κατηγοριών κινδύνου και µεταξύ αυτών, εάν έχει πεισθεί ότι το σύστηµα που χρησιµοποιεί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τη µέτρηση αυτών των συσχετίσεων είναι αποτελεσµατικό, επαρκές και εφαρµόζεται µε ακεραιότητα. 
 

ΤΜΗΜΑ Β: ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΥΠΟ∆ΕΙΓΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ 

Β1: Ποιοτικά κριτήρια 

13. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προβαίνει στην αναγνώριση του εσωτερικού υποδείγµατος, µόνον εφόσον έχει πεισθεί ότι το σύστηµα διαχείρισης κινδύνων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών βασίζεται σε υγιείς αρχές, εφαρµόζεται µε ακεραιότητα και πληροί ιδίως τα ακόλουθα ποιοτικά κριτήρια:
 
α. Το εσωτερικό υπόδειγµα διαχείρισης κινδύνων εντάσσεται στενά στη διαδικασία καθηµερινής διαχείρισης κινδύνων και αποτελεί τη βάση για τις εκθέσεις προς τη διοίκηση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σχετικά µε το ύψος του τρέχοντος ανοίγµατος του.
 
β. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών διαθέτει µονάδα ελέγχου κινδύνων, ανεξάρτητη από τη µονάδα διαπραγµάτευσης η οποία αναφέρεται απευθείας στη διοίκηση. Η µονάδα αυτή ευθύνεται για το σχεδιασµό και τη λειτουργία του συστήµατος διαχείρισης κινδύνων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Συντάσσει και αναλύει τις καθηµερινές εκθέσεις για τα αποτελέσµατα του υποδείγµατος µέτρησης κινδύνων και για τα µέτρα που πρέπει να λαµβάνονται ως προς τα όρια διαπραγµάτευσης. Η µονάδα ελέγχου κινδύνων πραγµατοποιεί επίσης την αρχική και την περιοδική επικύρωση του εσωτερικού υποδείγµατος.
 
γ. Το διοικητικό συµβούλιο και η διοίκηση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών συµµετέχουν ενεργώς στη διαδικασία ελέγχου των κινδύνων και οι καθηµερινές εκθέσεις της µονάδας ελέγχου κινδύνων εξετάζονται σε διοικητικό επίπεδο, που διαθέτει επαρκή εξουσία για να επιβάλλει µειώσεις τόσο στις θέσεις µεµονωµένων διαπραγµατευτών όσο και στο ύψος του συνολικού ανοίγµατος της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
δ. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών διαθέτει επαρκές προσωπικό, ικανό να χρησιµοποιεί πολύπλοκα υποδείγµατα στους τοµείς της διαπραγµάτευσης, του ελέγχου κινδύνων, του εσωτερικού ελέγχου και της υποστήριξης και διαχείρισης συναλλαγών.
 
ε. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει θεσπίσει διαδικασίες για την παρακολούθηση και την εξασφάλιση της τήρησης των εσωτερικών πολιτικών και ελέγχων όσον αφορά τη συνολική λειτουργία του συστήµατος µέτρησης κινδύνων.
 
στ. Τα υποδείγµατα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορούν να µετρούν τους κινδύνους µε ικανοποιητική ακρίβεια.
 
ζ. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εφαρµόζει τακτικά αυστηρό πρόγραµµα προσοµοίωσης καταστάσεων κρίσης, τα αποτελέσµατα του οποίου εξετάζονται από τη διοίκηση και λαµβάνονται υπόψη στις πολιτικές και τα όρια που αυτή καθορίζει. Οι προσοµοιώσεις αυτές αφορούν, πέρα από τα βασικά σενάρια, την έλλειψη ρευστότητας στις αγορές σε ακραίες συνθήκες, τον κίνδυνο συγκέντρωσης, τις αγορές µιας κατεύθυνσης, τους κινδύνους γεγονότος και αθέτησης υποχρεώσεων, τη µη γραµµικότητα των προϊόντων, τις θέσεις που υπόκεινται σε αποκλίσεις τιµών και άλλους κινδύνους, που ενδέχεται να µη λαµβάνονται κατάλληλα υπόψη από εσωτερικά υποδείγµατα. Οι µεταβολές των τιµών των παραγόντων κινδύνων, που χρησιµοποιούνται για το σκοπό αυτό, αντικατοπτρίζουν τη φύση των χαρτοφυλακίων και το χρόνο που θα ήταν αναγκαίος για την αντιστάθµιση ή τη διαχείριση των κινδύνων υπό ακραίες συνθήκες αγοράς.
 
14. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών διενεργεί, στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου, ανεξάρτητη αξιολόγηση του εσωτερικού υποδείγµατος. Η αξιολόγηση αυτή αφορά τόσο τις δραστηριότητες των µονάδων διαπραγµάτευσης όσο και εκείνες της ανεξάρτητης µονάδας ελέγχου κινδύνων. Τουλάχιστον µία φορά κάθε χρόνο, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών προβαίνει σε αξιολόγηση της συνολικής διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων.
 
15. Η αξιολόγηση αυτή ενδεικτικά λαµβάνει υπόψη τα εξής:
 
α. Την καταλληλότητα της τεκµηρίωσης σχετικά µε το σύστηµα και τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων, καθώς και την οργάνωση της µονάδας ελέγχου κινδύνων.
 
β. Την ενσωµάτωση των µετρήσεων κινδύνων αγοράς στην καθηµερινή διαχείριση κινδύνων, καθώς και την ακεραιότητα του συστήµατος πληροφόρησης της διοίκησης.
 
γ. Τη διαδικασία που εφαρµόζει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για την έγκριση των υποδειγµάτων και συστηµάτων αποτίµησης, τα οποία χρησιµοποιούνται από τους διαπραγµατευτές (front office) και από το προσωπικό του τµήµατος υποστήριξης και διαχείρισης συναλλαγών (back office).
 
δ. Την έκταση των κινδύνων αγοράς που λαµβάνει υπόψη το εσωτερικό υπόδειγµα καθώς και την πιστοποίηση κάθε σηµαντικής µεταβολής στη διαδικασία µέτρησης κινδύνων.
 
ε. Την ακρίβεια και την πληρότητα των δεδοµένων για τις ανοικτές θέσεις, την ακρίβεια και καταλληλόλητα των υποθέσεων µεταβλητότητας και συσχέτισης, καθώς και την ακρίβεια των υπολογισµών αποτίµησης και ευαισθησίας.
 
στ. Τις διαδικασίες που εφαρµόζει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για να ελέγχει τη συνέπεια, την ενηµέρωση και την αξιοπιστία των πηγών δεδοµένων που χρησιµοποιούνται στα εσωτερικά υποδείγµατα, περιλαµβανοµένης της ανεξαρτησίας των πηγών των δεδοµένων αυτών.
 
ζ. Τις διαδικασίες που εφαρµόζει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για να αξιολογεί τους εκ των υστέρων δοκιµαστικούς ελέγχους, που διενεργούνται για να εξακριβωθεί η ακρίβεια του εσωτερικού υποδείγµατος.
 

∆2: Ποσοτικά κριτήρια 

16. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εφαρµόζουν διαδικασίες που εξασφαλίζουν την επικύρωση των εσωτερικών τους υποδειγµάτων από κατάλληλα καταρτισµένους και ανεξάρτητους από τη διαδικασία ανάπτυξης των υποδειγµάτων φορείς, µε τρόπο που εγγυάται ότι τα υποδείγµατα είναι διαρθρωτικά  άρτια και συλλαµβάνουν επαρκώς όλους τους σηµαντικούς κινδύνους. Η επικύρωση γίνεται κατά την αρχική ανάπτυξη του υποδείγµατος, καθώς και σε κάθε σηµαντική µεταβολή του. Επαναλαµβάνεται περιοδικά, αλλά ιδίως όταν επέρχονται διαρθρωτικές µεταβολές στην αγορά ή στη σύνθεση του χαρτοφυλακίου της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που µπορούν να καταστήσουν το υπόδειγµα ακατάλληλο. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υιοθετούν και επωφελούνται από τις τελευταίες εξελίξεις στις τεχνικές και στις βέλτιστες πρακτικές.
 
17. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών παρακολουθεί την ακρίβεια και την απόδοση του υποδείγµατος, µέσω της εφαρµογής ενός προγράµµατος δοκιµαστικού εκ των υστέρων ελέγχου. Με τον έλεγχο αυτό συγκρίνεται για κάθε εργάσιµη ηµέρα, η δυνητική ζηµία, όπως αυτή υπολογίστηκε από το εσωτερικό υπόδειγµα για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου στο τέλος της ηµέρας, µε την ηµερήσια µεταβολή της αξίας του χαρτοφυλακίου µέχρι το τέλος της επόµενης εργάσιµης ηµέρας.
 
18. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει την ικανότητα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να προβαίνει σε δοκιµαστικό εκ των υστέρων έλεγχο, τόσο των υποθετικών όσο και των πραγµατικών µεταβολών της αξίας του χαρτοφυλακίου. Ο δοκιµαστικός εκ των υστέρων έλεγχος των υποθετικών µεταβολών της αξίας του χαρτοφυλακίου γίνεται µε βάση µια σύγκριση µεταξύ της αξίας του χαρτοφυλακίου κατά το πέρας της ηµέρας και της αξίας του κατά το πέρας της εποµένης, υποτιθεµένου ότι οι θέσεις παραµένουν αµετάβλητες. Ο αντίστοιχος έλεγχος των πραγµατικών µεταβολών λαµβάνει υπόψη τις πραγµατοποιούµενες συναλλαγές δηλαδή τη µεταβολή των θέσεων, χωρίς όµως να περιλαµβάνονται τυχόν αµοιβές, προµήθειες και καθαρά έσοδα από τόκους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί να απαιτεί από τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να πραγµατοποιούν εκ των υστέρων δοκιµαστικούς ελέγχους, είτε υποθετικών είτε πραγµατικών µεταβολών είτε αµφοτέρων.
 
19. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να λαµβάνουν κατάλληλα µέτρα για τη βελτίωση του προγράµµατος δοκιµαστικού εκ των υστέρων ελέγχου, εφόσον αυτό κρίνεται ανεπαρκές.
 
20. Η επικύρωση του υποδείγµατος δεν περιορίζεται στον εκ των υστέρων δοκιµαστικό έλεγχο, αλλά περιλαµβάνει επίσης τουλάχιστον τα ακόλουθα:
 
α. Ελέγχους για να αποδειχθεί ότι οι παραδοχές του εσωτερικού υποδείγµατος είναι κατάλληλες και δεν υποεκτιµούν ή υπερεκτιµούν τον κίνδυνο.
 
β. Εκτός των υποχρεωτικών προγραµµάτων δοκιµαστικού εκ των υστέρων ελέγχου, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών διενεργούν δικούς τους ελέγχους επικύρωσης του εσωτερικού υποδείγµατος ως προς τους κινδύνους και τη διάρθρωση των χαρτοφυλακίων τους.
 
γ. Χρήση υποθετικών χαρτοφυλακίων που επιτρέπουν να εξακριβωθεί ότι το υπόδειγµα συλλαµβάνει ορισµένα ειδικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, όπως ιδίως κάθε σηµαντικό κίνδυνο βάσης και κίνδυνο συγκέντρωσης.
 

ΤΜΗΜΑ Γ: ΕΙ∆ΙΚΟΣ ΚΙΝ∆ΥΝΟΣ 

21. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί, υπό προϋποθέσεις, να επιτρέπει στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου από διαπραγµατεύσιµους χρεωστικούς και µετοχικούς τίτλους, µε εσωτερικά υποδείγµατα αντί των µεθοδολογιών που περιγράφονται στα Παραρτήµατα I, III και IV της παρούσας Απόφασης. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται ρητή αναγνώριση, για τη χρησιµοποίηση των υποδειγµάτων αυτών, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώριση του εσωτερικού υποδείγµατος για υπολογισµό κεφαλαιακών απαιτήσεων για ειδικό κίνδυνο, επιπροσθέτως των υπολοίπων όρων του παρόντος Παραρτήµατος, είναι οι ακόλουθες:
 
α. Το εσωτερικό υπόδειγµα εξηγεί τη διαχρονική διακύµανση των τιµών του χαρτοφυλακίου.
 
β. Το εσωτερικό υπόδειγµα λαµβάνει υπόψη τη συγκέντρωση από άποψη µεγέθους και τις µεταβολές στη σύνθεση του χαρτοφυλακίου.
 
γ. Το εσωτερικό υπόδειγµα αντέχει σε αντίξοες συνθήκες.
 
δ. Το εσωτερικό υπόδειγµα επιβεβαιώνεται µε δοκιµαστικό εκ των υστέρων έλεγχο, µε τον οποίο εκτιµάται εάν έχει υπολογισθεί ακριβώς ο ειδικός κίνδυνος. Εάν η διενέργεια του δοκιµαστικού εκ των υστέρων ελέγχου γίνεται βάσει σχετικών υποχαρτοφυλακίων, τα εν λόγω υποχαρτοφυλάκια πρέπει να επιλέγονται µε συνέπεια.
 
ε. Το εσωτερικό υπόδειγµα λαµβάνει υπόψη τον κίνδυνο βάσης (basis risk) που συνδέεται µε τον αντισυµβαλλόµενο. ∆ηλαδή οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να αποδείξουν ότι το υπόδειγµα επηρεάζεται από σηµαντικές διαφορές ιδιοσυγκρασίας  (idiosyncratic differences) µεταξύ παρεµφερών αλλά όχι ταυτόσηµων θέσεων.
 
στ. Το εσωτερικό υπόδειγµα λαµβάνει υπόψη τον κίνδυνο πιστωτικού γεγονότος (event risk).
 
22. Πέραν των ανωτέρω προϋποθέσεων για την αναγνώριση του εσωτερικού υποδείγµατος, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλει να πληροί επίσης τους ακόλουθους όρους:
 
α. Όταν µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπόκειται σε κίνδυνο πιστωτικού γεγονότος που δεν εµπεριέχεται στη µέτρησή του για τη δυνητική ζηµιά (VaR) επειδή βρίσκεται εκτός της 10ήµερης περιόδου διακράτησης και του διαστήµατος εµπιστοσύνης 99% (δηλαδή εάν πρόκειται για σοβαρά γεγονότα µικρής όµως πιθανότητας), η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εξασφαλίζει ότι η επίπτωση τέτοιων γεγονότων λαµβάνεται υπόψη στην εσωτερική εκτίµηση της κεφαλαιακής απαίτησης.
 
β. Το εσωτερικό υπόδειγµα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εκτιµά συντηρητικά, βάσει ρεαλιστικών σεναρίων αγοράς, τον κίνδυνο από θέσεις µε χαµηλότερη ρευστότητα και / ή µε χαµηλή διαφάνεια τιµών. Επιπλέον, το εσωτερικό υπόδειγµα πληροί τα ελάχιστα πρότυπα για τα δεδοµένα. Τα προσεγγιστικά δεδοµένα πρέπει να εκτιµώνται συντηρητικά και να χρησιµοποιούνται µόνο όταν τα πραγµατικά δεδοµένα δεν είναι επαρκή ή δεν αντικατοπτρίζουν την πραγµατική µεταβλητότητα µιας θέσης ή ενός χαρτοφυλακίου.
 
23. Επιπλέον, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εφαρµόζει προσέγγιση ούτως ώστε να λαµβάνει υπόψη, κατά τον υπολογισµό των κεφαλαιακών του απαιτήσεων, τον επιπρόσθετο κίνδυνο αθέτησης υποχρέωσης των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, ο οποίος δεν συλλαµβάνεται από τον υπολογισµό της δυνητικής ζηµιάς, όπως καθορίζεται στις διατάξεις των προηγουµένων παραγράφων.
 
24. Προς αποφυγή διπλού υπολογισµού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, µία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορεί, κατά τον υπολογισµό της επιπλέον κεφαλαιακής επιβάρυνσης, να λαµβάνει υπόψη σε ποιο βαθµό ο κίνδυνος αθέτησης έχει ήδη συνεκτιµηθεί στον υπολογισµό της δυνητικής ζηµιάς (VaR), ιδίως για θέσεις που θα µπορούσαν να κλείσουν, και όντως θα έκλειναν, εντός 10 ηµερών, σε περίπτωση δυσµενών συνθηκών της αγοράς ή άλλων ενδείξεων επιδείνωσης του πιστωτικού περιβάλλοντος. Σε περίπτωση που µία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει επιπρόσθετη κεφαλαιακή επιβάρυνση για τον κίνδυνο αθέτησης υποχρέωσης, θα εφαρµόζει µεθόδους για την επικύρωση της µέτρησης αυτής.
 
25. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αποδεικνύει ότι η προσέγγισή της πληροί προδιαγραφές αξιοπιστίας, συγκρίσιµες µε αυτές που καθορίζονται στην Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων», υπό την προϋπόθεση σταθερού επιπέδου κινδύνου και προσαρµοζόµενου, όποτε ενδείκνυται, ώστε να αντικατοπτρίζει τις επιπτώσεις συνθηκών ρευστότητας, συγκεντρώσεων κινδύνων, αντιστάθµισης κινδύνων και τις επιπτώσεις από προϊόντα τα οποία φέρουν µη γραµµικά χαρακτηριστικά (optionality).
 
26. Μία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που δεν υπολογίζει την επιπρόσθετη κεφαλαιακή επιβάρυνση µέσω εσωτερικού υποδείγµατος, την υπολογίζει µέσω προσέγγισης που συµφωνεί είτε µε την προσέγγιση που προβλέπεται στην Απόφαση της Επιτροπής
Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση» ή µε αυτή που προβλέπεται στην Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων».
 
27. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιούν εσωτερικά υποδείγµατα µη αναγνωρισµένα, σύµφωνα µε το παρόν Τµήµα Γ, υπόκεινται σε χωριστή κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου, όπως περιγράφεται στο Παράρτηµα I της παρούσας Απόφασης.
 
 
ΤΜΗΜΑ ∆: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ 

28. Κάθε Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπόκειται σε κεφαλαιακή απαίτηση ίση µε το υψηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά:
 
α. Τη δυνητική ζηµία της προηγούµενης ηµέρας, υπολογιζόµενη σύµφωνα µε τις παραµέτρους που ορίζονται στο παρόν Παράρτηµα, συµπεριλαµβανοµένων, όποτε ενδείκνυται, των προσαυξήσεων λόγω του ειδικού κινδύνου που προβλέπονται στο Tµήµα Γ του παρόντος Παραρτήµατος.
 
β. Το µέσο όρο των ηµερήσιων δυνητικών ζηµιών για καθεµία από τις εξήντα προηγούµενες εργάσιµες ηµέρες, πολλαπλασιασµένο επί το συντελεστή της παρακάτω παραγράφου 30 και προσαρµοσµένο κατά το συντελεστή που αναφέρεται στην παράγραφο 31 κατωτέρω, συµπεριλαµβανοµένων, όποτε ενδείκνυται, των προσαυξήσεων λόγω του ειδικού κινδύνου που προβλέπονται στο Τµήµα Γ του παρόντος Παραρτήµατος.
 

29. Ο υπολογισµός της δυνητικής ζηµίας πρέπει να πληροί τις ακόλουθες ελάχιστες προδιαγραφές:

α. Τουλάχιστον καθηµερινός υπολογισµός της δυνητικής ζηµίας.
 
β. Μονοκατάληκτο (one-tailed) διάστηµα εµπιστοσύνης, 99ο εκατοστηµόριο (percentile). 

γ. Περίοδος διακράτησης ισοδύναµη µε δέκα ηµέρες.
 
δ. Πραγµατική περίοδος παρατήρησης τουλάχιστον ενός έτους, εκτός αν δικαιολογείται βραχύτερο διάστηµα, συνεπεία σηµαντικής αύξησης της διακύµανσης των τιµών.

ε. Τριµηνιαία ενηµέρωση των δεδοµένων.
 
30. Για τους σκοπούς της παραγράφου 28 του παρόντος Τµήµατος, στο αποτέλεσµα του υπολογισµού που διενεργεί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εφαρµόζεται πολλαπλασιαστικός συντελεστής τουλάχιστον 3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να αυξήσει αυτόν τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή, αν κρίνει ότι τα ποιοτικά στοιχεία, όπως αυτά περιγράφονται στο Τµήµα Β του παρόντος Παραρτήµατος, δεν είναι απολύτως ικανοποιητικά.
 
31. Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής προσαυξάνεται κατά ένα συµπληρωµατικό συντελεστή ύψους µηδέν (0) έως ένα (1), σύµφωνα µε τον παρακάτω Πίνακα 1, ανάλογα µε τον αριθµό των υπερβάσεων κατά τις αµέσως προηγούµενες 250 εργάσιµες ηµέρες. Τα σχετικά στοιχεία αντλούνται από τον εκ των υστέρων δοκιµαστικό έλεγχο της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υποχρεώνει τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να υπολογίζουν τις υπερβάσεις µε συνέπεια, βάσει του εκ των υστέρων δοκιµαστικού ελέγχου επί πραγµατικών ή υποθετικών αλλαγών της αξίας του χαρτοφυλακίου. Υπέρβαση είναι η εντός µιας ηµέρας µεταβολή της αξίας του χαρτοφυλακίου, που υπερβαίνει την αντίστοιχη ηµερήσια δυνητική ζηµία που προκύπτει από το εσωτερικό υπόδειγµα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Ο συµπληρωµατικός συντελεστής επανακαθορίζεται τουλάχιστον ανά τρίµηνο.

  ΠΙΝΑΚΑΣ
  Αριθµός υπερβάσεων  Συµπληρωµατικός συντελεστής (Plus factor) 
  Λιγότερες από 5  0
  5 0,4
  6 0,5
  7 0,65
  8 0,75
  9 0,85
  10 ή περισσότερες  1
 
 


32. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται κατά περίπτωση και εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, να άρει την υποχρέωση προσαύξησης του πολλαπλασιαστικού συντελεστή µε το συµπληρωµατικό συντελεστή του Πίνακα 1, εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αποδείξει ότι οι υπερβάσεις στο δοκιµαστικό εκ των υστέρων έλεγχο οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις και το υπόδειγµα είναι κατά βάση επαρκές.
 
33. Εάν, λόγω πολυάριθµων υπερβάσεων, αµφισβητείται η ακρίβεια του υποδείγµατος, η Επιτροπή κεφαλαιαγοράς µπορεί να ανακαλέσει την αναγνώρισή του ή να επιβάλλει τη λήψη ενδεδειγµένων µέτρων προς άµεση βελτίωσή του.
 
34. Για να µπορεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να παρακολουθεί συνεχώς την καταλληλότητα του συµπληρωµατικού συντελεστή, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κοινοποιούν άµεσα και οπωσδήποτε εντός πέντε εργάσιµων ηµερών τις υπερβάσεις, οι οποίες διαπιστώνονται κατά την εφαρµογή του προγράµµατος ηµερήσιου δοκιµαστικού εκ των υστέρων ελέγχου και οι οποίες, σύµφωνα µε τον πίνακα, συνεπάγονται αύξηση του συµπληρωµατικού συντελεστή.
 
 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΧΡΗΜΑΤΟ∆ΟΤΙΚΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ

1. Σε περίπτωση που η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εφαρµόζει την παρούσα Απόφαση, επιτρέπεται η υπέρβαση των ορίων, κατά παρέκκλιση των οριζόµενων στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 7/459/27.12.2007 «Εποπτεία και έλεγχος των Μεγάλων Χρηµατοδοτικών Ανοιγµάτων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», εφόσον πληρούνται αθροιστικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:
 
α) η υπέρβαση προέρχεται αποκλειστικά από στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, 
 
β) η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση επί της υπέρβασης αυτής, σύµφωνα µε τα καθοριζόµενα στο παρόν Παράρτηµα, 
 
γ) σε περίπτωση παρέλευσης 10 το πολύ ηµερών από την πραγµατοποίηση της υπέρβασης, η αξία του ανοίγµατος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών έναντι του συγκεκριµένου πελάτη ή οµάδας συνδεδεµένων πελατών δεν πρέπει να υπερβαίνει το 500% των ιδίων κεφαλαίων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών,
 
δ) οι υπερβάσεις που διαρκούν περισσότερο από 10 ηµέρες δεν πρέπει να υπερβαίνουν, συνολικά, το 600% των ιδίων κεφαλαίων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
2. Το συνολικό άνοιγµα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έναντι του συγκεκριµένου  πελάτη ή της αντίστοιχης οµάδας συνδεδεµένων πελατών λαµβάνει υπόψη όλες τις θέσεις κινδύνου. Η υπέρβαση υπολογίζεται ως η διαφορά µεταξύ της συνολικής θέσης κινδύνου και των ορίων που θέτει η Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 7/459/27.12.2007 «Εποπτεία και έλεγχος των Μεγάλων Χρηµατοδοτικών Ανοιγµάτων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών».
 
3. Σε περίπτωση υπέρβασης, οι θέσεις κατατάσσονται σε σειρά επικινδυνότητας µε βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον ειδικό κίνδυνο. Στη συνέχεια κατατάσσονται οι θέσεις, που συνεπάγονται κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο διακανονισµού και κίνδυνο αντισυµβαλλοµένου. Μετά την κατάταξη οι θέσεις αθροίζονται και καθορίζεται το ύψος της υπέρβασης.
 
4. Εάν η υπέρβαση αυτή δεν διήρκεσε περισσότερο από δέκα ηµέρες, η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ισούται προς το 200% των απαιτήσεων που προβλέπονται για τον ειδικό κίνδυνο, τον κίνδυνο διακανονισµού και τον κίνδυνο αντισυµβαλλοµένου.
 
5. Εάν η υπέρβαση αυτή διήρκεσε περισσότερο από δέκα ηµέρες, η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση υπολογίζεται ως εξής:
 
− Προσθέτοντας τις θέσεις, όπως καθορίσθηκαν στην παράγραφο 3, στο εύρος υπερβάσεων που ορίζεται από τη στήλη 1 του Πίνακα 1, αρχίζοντας από τις θέσεις µε τη µικρότερη κεφαλαιακή απαίτηση. 
− Πολλαπλασιάζοντας την κεφαλαιακή απαίτηση µε τα ποσοστά που ορίζονται στη στήλη 2 του Πίνακα 1. 
− Αθροίζοντας όλα τα γινόµενα.

  ΠΙΝΑΚΑΣ  
  Υπέρβαση των ορίων (ποσοστό επί ιδίων κεφαλαίων) (1)  Συντελεστές (2) 
  Έως 40 %  200%
  Μεταξύ 40 και έως 60 %  300%
  Μεταξύ 60 % και έως 80 %  400%
  Μεταξύ 80 % και έως 100 %  500%
  Μεταξύ 100 % και έως 250 %  600%
  Άνω του 250 %  900%
 
 
 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII
ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
 
ΤΜΗΜΑ Α: ΣΚΟΠΟΣ ∆ΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ 

1. Το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών περιλαµβάνει θέσεις και χαρτοφυλάκια είτε
α) µε σκοπό διαπραγµάτευσης είτε
β) µε σκοπό την αντιστάθµιση κινδύνων σχετιζόµενων µε άλλα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.   

2. Οι θέσεις και τα χαρτοφυλάκια που κατέχονται για σκοπούς διαπραγµάτευσης πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
α. Πρέπει να υπάρχει σαφώς τεκµηριωµένη, έγγραφη στρατηγική συναλλαγών, η οποία να έχει εγκριθεί από τη ∆ιοίκηση και να ορίζει τον αναµενόµενο ορίζοντα διακράτησης.
 
β. Πρέπει να υπάρχουν σαφώς καθορισµένες πολιτικές και διαδικασίες για την ενεργό διαχείριση των θέσεων, οι οποίες να περιλαµβάνουν οπωσδήποτε τα εξής:
 
i. Κατανοµή των θέσεων σε τµήµατα συναλλαγών.
 
ii. Καθορισµό ορίων θέσης και έλεγχο της καταλληλότητάς τους.
 
iii. Αυτονοµία των διαπραγµατευτών ως προς τη συνοµολόγηση / διαχείριση των
θέσεων εντός συµφωνηµένων ορίων και βάσει της εγκεκριµένης στρατηγικής.
 
iv. Γνωστοποίηση των θέσεων στη ∆ιοίκηση, ως αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
v. Ενεργή παρακολούθηση των θέσεων σε συσχετισµό µε πηγές πληροφόρησης για την αγορά και εκτίµηση της εµπορευσιµότητας ή της δυνατότητας αντιστάθµισης της θέσης ή των κινδύνων που εµπεριέχει, συµπεριλαµβανοµένης της εκτίµησης της ποιότητας και της διαθεσιµότητας δεδοµένων της αγοράς στη διαδικασία αποτίµησης, του όγκου συναλλαγών της αγοράς και του µεγέθους των θέσεων που διαπραγµατεύονται στη συγκεκριµένη αγορά.
 
γ. Πρέπει να υπάρχει σαφώς καθορισµένη πολιτική και διαδικασίες για την παρακολούθηση της θέσης σε συνάρτηση µε τη στρατηγική συναλλαγών της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, συµπεριλαµβανοµένης της παρακολούθησης του όγκου συναλλαγών και της πώλησης θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 

ΤΜΗΜΑ Β: ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ 

3. Με τον όρο «εσωτερική αντιστάθµιση» νοείται µία θέση, η οποία αντισταθµίζει σε µεγάλο βαθµό ή εξολοκλήρου τον κίνδυνο µιας θέσης ή µιας οµάδας θέσεων στα στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι θέσεις που προκύπτουν από εσωτερικές αντισταθµίσεις επιτρέπεται, για σκοπούς κεφαλαιακών απαιτήσεων, να αντιµετωπίζονται ως θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση ότι η κατοχή τους έχει σκοπό διαπραγµάτευσης και ότι πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις σχετικά µε το σκοπό διαπραγµάτευσης και τη συνετή αποτίµηση, οι οποίες καθορίζονται στα Τµήµατα A και ∆ του παρόντος Παραρτήµατος. Ειδικότερα:
 
α) Οι εσωτερικές αντισταθµίσεις δεν πρέπει να έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την αποφυγή ή τον περιορισµό κεφαλαιακών απαιτήσεων.
 
β) Οι εσωτερικές αντισταθµίσεις είναι δεόντως και εγγράφως τεκµηριωµένες και υπόκεινται σε ειδικές εσωτερικές διαδικασίες έγκρισης και ελέγχου.
 
γ) Η εσωτερική συναλλαγή πρέπει να διενεργείται υπό όρους αντίστοιχους µε αυτούς που ισχύουν στην αγορά.
 
δ) Το µεγαλύτερο µέρος του κινδύνου αγοράς που δηµιουργείται από την εσωτερική αντιστάθµιση αποτελεί αντικείµενο δυναµικής διαχείρισης, στο πλαίσιο του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός των επιτρεπόµενων ορίων.
 
ε) Οι εσωτερικές συναλλαγές πρέπει να παρακολουθούνται επισταµένως. Η παρακολούθηση διασφαλίζεται µε επαρκείς διαδικασίες.
 
Η µεταχείριση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο ισχύει µε την επιφύλαξη των κεφαλαιακών απαιτήσεων που ισχύουν για το εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σκέλος της εσωτερικής αντιστάθµισης κινδύνου.
 
4. Εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πραγµατοποιεί εσωτερική αντιστάθµιση χρησιµοποιώντας πιστωτικό παράγωγο - δηλαδή εάν αντισταθµίζει τον πιστωτικό κίνδυνο ανοίγµατος που δεν περιλαµβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών µε πιστωτικό παράγωγο που περιλαµβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών – η προστασία αναγνωρίζεται µόνον εφόσον ο µεταφερόµενος στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών κίνδυνος αναλαµβάνεται τελικά από τρίτο ή τρίτους και εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης µη χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας των υποπαραγράφων 6 και 18β του Τµήµατος ΣΤ της Π∆/ΤΕ 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση». Σε αυτές τις περιπτώσεις το πιστωτικό παράγωγο αντιµετωπίζεται για σκοπούς κεφαλαιακών απαιτήσεων, ως στοιχείο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.
 
 
TMΗΜΑ Γ: ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ 

5. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν σαφώς καθορισµένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισµό θέσεων που πρέπει να περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισµού των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, σύµφωνα µε τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας Απόφασης και λαµβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και πρακτικές της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τη διαχείριση των κινδύνων. Η συµµόρφωση προς τις εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες πρέπει να τεκµηριώνεται πλήρως και να υπόκειται σε τακτικό εσωτερικό έλεγχο.
 
6. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλουν να έχουν σαφώς καθορισµένες πολιτικές και διαδικασίες για τη γενική διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες πρέπει να διέπουν τουλάχιστον:
 
α. Τις δραστηριότητες που η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θεωρεί ως θέσεις µε σκοπό διαπραγµάτευσης και ως µέρος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για λόγους κεφαλαιακών απαιτήσεων.
 
β. Το βαθµό, στον οποίο µια θέση µπορεί να αποτιµάται στην τρέχουσα αγοραία τιµή στο πλαίσιο µιας ενεργούς αγοράς µε επαρκή ρευστότητα.
 
γ. Για τις θέσεις που αποτιµώνται βάσει υποδείγµατος (marked to model), το βαθµό στον οποίο µπορεί η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών:
 
(i) Να εντοπίζει όλους τους σηµαντικούς κινδύνους της θέσης.
 
(ii) Να αντισταθµίζει όλους τους σηµαντικούς κινδύνους της θέσης µε µέσα για τα οποία υπάρχει ενεργός και ρευστή αγορά.
 
(iii) Να πραγµατοποιεί αξιόπιστες εκτιµήσεις για τις βασικές υποθέσεις και παραµέτρους που χρησιµοποιούνται στο υπόδειγµα.
 
δ. Το βαθµό στον οποίο η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορεί, και υποχρεούται, να πραγµατοποιεί αποτιµήσεις θέσεων, οι οποίες µπορούν να επικυρώνονται από εξωτερικούς φορείς µε συνέπεια.
 
ε. Το βαθµό στον οποίο οι νοµικοί περιορισµοί ή άλλες λειτουργικές απαιτήσεις θα παρεµπόδιζαν τη δυνατότητα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να επιτύχει βραχυπρόθεσµα τη ρευστοποίηση ή αντιστάθµιση της θέσης.
 
στ. Το βαθµό στον οποίο η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορεί, και υποχρεούται, να διαχειρίζεται ενεργά τον κίνδυνο της θέσης στο πλαίσιο των συναλλαγών της.
 
7. Πέρα των ανωτέρω, οι πολιτικές και οι διαδικασίες θα πρέπει να καθορίζουν το βαθµό στον οποίο η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορεί να µεταφέρει κινδύνους ή θέσεις µεταξύ στοιχείων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και στοιχείων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα κριτήρια για τις µεταφορές αυτές. Πιο συγκεκριµένα, η µεταφορά στοιχείων από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών στα στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αντιστρόφως επιτρέπεται µόνο κατ΄ εξαίρεση. Στις περιπτώσεις αυτές οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει, εφόσον τους ζητηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να είναι σε θέση να αιτιολογήσουν τη µεταφορά κάθε συγκεκριµένου στοιχείου και να τεκµηριώσουν την ορθότητα των σχετικών λογιστικών χειρισµών και του προσδιορισµού της αξίας, µε την οποία το στοιχείο αυτό εµφανίζεται στα βιβλία της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατά τη µεταφορά.
 
8. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διατηρεί το δικαίωµα, µετά από εξέταση των πραγµατικών δεδοµένων κάθε περίπτωσης, να επιβάλει την υπαγωγή ή εξαίρεση συγκεκριµένων στοιχείων από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
9. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιτρέπει στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να θεωρούν θέσεις, που αντιπροσωπεύουν συµµετοχές, κατά την έννοια των εδαφίων (α) και (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 2/459/27.12.2007 «Ορισµός των ιδίων κεφαλαίων Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα» στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, ως επενδύσεις σε µετοχές και άλλα χρεόγραφα, κατά περίπτωση, εφόσον µία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών αποδεικνύει ότι στις θέσεις αυτές είναι ενεργός ειδικός διαπραγµατευτής της αγοράς. Στην περίπτωση αυτή, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διαθέτει επαρκή συστήµατα και διαδικασίες ελέγχου.
 
10. Οι συναλλαγές πώλησης µε συµφωνία επαναγοράς και οι συναλλαγές συµφωνίας δανειοδοσίας, που περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις µόνο για το γενικό κίνδυνο θέσης. Για τον υπολογισµό των εν λόγω κεφαλαιακών απαιτήσεων η αξία των µεταφερόµενων τίτλων θα εµφανίζεται ως αρνητική θέση, π.χ. αρνητική θέση σε οµόλογο µε εναποµένουσα διάρκεια και κουπόνι ταυτόσηµα µε τα αντίστοιχα της συµφωνίας πώλησης και επαναγοράς ή συµφωνίας δανειοδοσίας. Οι µεταφερόµενοι τίτλοι στο πλαίσιο των ανωτέρω συναλλαγών εξακολουθούν να υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό).
 
11. Οι συναλλαγές αγοράς µε συµφωνία επαναπώλησης (reverse repos) και οι συναλλαγές συµφωνίας δανειοληψίας, που περιλαµβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις µόνο για το γενικό κίνδυνο θέσης. Για τον υπολογισµό των εν λόγω κεφαλαιακών απαιτήσεων, η αξία των µεταφερόµενων τίτλων θα εµφανίζεται ως θετική θέση π.χ. θετική θέση σε οµόλογο µε εναποµένουσα διάρκεια και κουπόνι ταυτόσηµα µε τα αντίστοιχα της συµφωνίας αγοράς και επαναπώλησης ή συµφωνίας δανειοληψίας. Οι µεταφερόµενοι τίτλοι στο πλαίσιο των ανωτέρω συναλλαγών, δεν υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό).
 
12. Θέσεις σε τίτλους, που περιλαµβάνονται σε συναλλαγές πώλησης µε συµφωνία επαναγοράς ή συναλλαγές συµφωνιών δανειοδοσίας, επιτρέπεται να συµψηφίζονται µε πανοµοιότυπες αντίθετες θέσεις.
 
13. Ανεξάρτητα από το που καταχωρούνται, όλες οι συναλλαγές των ανωτέρω παραγράφων 10, 11 και 12 υπόκεινται σε κεφαλαιακές απατήσεις που προκύπτουν από τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυµβαλλοµένου των στοιχείων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών (Παράρτηµα ΙΙ Τµήµα Γ). 
 

ΤΜΗΜΑ ∆: ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΙ 

∆1. Γενικά 

14. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να συγκροτούν και διατηρούν σε ισχύ συστήµατα και ελέγχους που να είναι επαρκή για την παροχή συνετών και αξιόπιστων εκτιµήσεων αποτίµησης.
 
15. Τα συστήµατα και οι έλεγχοι πρέπει να περιλαµβάνουν οπωσδήποτε τα ακόλουθα στοιχεία:
 
α. Τεκµηριωµένες έγγραφες πολιτικές και διαδικασίες για τη µέθοδο αποτίµησης. Αυτές θα πρέπει να περιλαµβάνουν το σαφή καθορισµό των ευθυνών των διαφόρων τοµέων που εµπλέκονται στον καθορισµό της αποτίµησης, τις πηγές πληροφόρησης για την αγορά και την εξέταση της καταλληλότητάς τους, τη συχνότητα ανεξάρτητων αποτιµήσεων, τις χρονικές παραµέτρους των τιµών κλεισίµατος, διαδικασίες για την αναπροσαρµογή των αποτιµήσεων και διαδικασίες επαλήθευσης µεθοδολογίας, τόσο στο τέλος κάθε µήνα όσο και σε άλλες χρονικές στιγµές.
 
β. Σαφείς και ανεξάρτητους από το κέντρο διαπραγµάτευσης διαύλους αναφοράς για το τµήµα που είναι υπεύθυνο για τη διαδικασία αποτίµησης. Η αναφορά θα πρέπει, εν τέλει, να καταλήγει σε εκτελεστικό µέλος της ∆ιοίκησης.
 

∆2 : Μέθοδοι συνετής αποτίµησης 

16. Η αποτίµηση των θέσεων µπορεί να γίνεται είτε «σε τιµές αγοράς» είτε «βάσει υποδείγµατος»
 
17. Με τον όρο «αποτίµηση σε τιµές αγοράς» νοείται η σε ηµερήσια, τουλάχιστον, βάση αποτίµηση θέσεων σε τιµές εκκαθάρισης, άµεσα διαθέσιµες και προερχόµενες από ανεξάρτητη πηγή (π.χ. τιµές χρηµατιστηρίου, τιµές που είναι διαθέσιµες ηλεκτρονικά και τιµές προερχόµενες από περισσότερες ανεξάρτητες και έγκυρες χρηµατιστηριακές εταιρείες).
 
18. Κατά την «αποτίµηση σε τιµές αγοράς» χρησιµοποιείται η πλέον συνετή τιµή αγοράς-πώλησης, εκτός εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών είναι σηµαντικός ειδικός διαπραγµατευτής για το συγκεκριµένο τύπο χρηµατοπιστωτικού µέσου ή βασικού εµπορεύµατος και µπορεί να εκκαθαρίσει τη θέση στη µέση τιµή της αγοράς.
 
19. Όταν δεν είναι δυνατή η «αποτίµηση σε τιµές αγοράς», οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλουν να αποτιµούν τις θέσεις ή τα χαρτοφυλάκιά τους βάσει υποδείγµατος, πριν από την εφαρµογή κεφαλαιακών απαιτήσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Με τον όρο «αποτίµηση βάσει υποδείγµατος» νοείται κάθε αποτίµηση, η οποία γίνεται µε αποδεκτές µεθόδους και αποτελεί αντικείµενο συγκριτικής αξιολόγησης ή προβολής ή προσεγγιστικής εκτίµησης από τα δεδοµένα της αγοράς.
 
20. Κατά την αποτίµηση βάσει υποδείγµατος πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
α. Η ∆ιοίκηση πρέπει να γνωρίζει τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε αποτίµηση βάσει υποδείγµατος και να αντιλαµβάνεται το βαθµό αβεβαιότητας που τούτο συνεπάγεται για τη µέτρηση του κινδύνου και της απόδοσης της εκάστοτε συναλλαγής.
 
β. Τα δεδοµένα αγοράς αντλούνται στο µέτρο του δυνατού µε γνώµονα τις αγοραίες τιµές, ενώ η καταλληλότητα των δεδοµένων της εκάστοτε θέσης και οι παράµετροι του υποδείγµατος υποβάλλονται σε τακτή αξιολόγηση.
 
γ. Σε περίπτωση που είναι διαθέσιµες, χρησιµοποιούνται µεθοδολογίες αποτίµησης οι οποίες αποτελούν αποδεκτή πρακτική στην αγορά για συγκεκριµένα χρηµατοπιστωτικά µέσα ή εµπορεύµατα.
 
δ. Όταν το υπόδειγµα αναπτύσσεται από την ίδια την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, πρέπει να στηρίζεται σε κατάλληλες παραδοχές οι οποίες έχουν αξιολογηθεί και ελεγχθεί από φορείς µε κατάλληλη κατάρτιση και ανεξάρτητους από τη διαδικασία ανάπτυξης του υποδείγµατος.  Tο υπόδειγµα αναπτύσσεται ή εγκρίνεται χωρίς την ανάµειξη της υπηρεσιακής µονάδας διαπραγµάτευσης (front office) και η ορθότητά του ελέγχεται από κατάλληλα καταρτισµένους ανεξάρτητους φορείς. Η διαδικασία αυτή περιλαµβάνει την επικύρωση των µαθηµατικών υπολογισµών, των παραδοχών και του χρησιµοποιούµενου λογισµικού.
 
ε. Υφίστανται τυπικές διαδικασίες ελέγχου των αλλαγών, ενώ ασφαλές αντίγραφο του υποδείγµατος φυλάσσεται και χρησιµοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήµατα για τον έλεγχο των αποτιµήσεων.
 
στ. Οι υπεύθυνοι για τη διαχείριση κινδύνων γνωρίζουν τις αδυναµίες των χρησιµοποιούµενων υποδειγµάτων και τις επιπτώσεις τους στα αποτελέσµατα των αποτιµήσεων.
 
ζ. Το υπόδειγµα υποβάλλεται σε τακτική επανεξέταση προκειµένου να κριθεί η αποτελεσµατικότητα του (π.χ. για να εξακριβωθεί κατά πόσον οι παραδοχές εξακολουθούν να είναι κατάλληλες, να γίνει ανάλυση των κερδών και ζηµιών σε σχέση µε τους παράγοντες κινδύνου ή να συγκριθούν οι πραγµατικές τιµές κλεισίµατος µε τις τιµές που προκύπτουν από το υπόδειγµα).
 
21. Επιπλέον της αποτίµησης σε τιµές αγοράς ή της αποτίµησης βάσει υποδείγµατος, πρέπει να διενεργείται ανεξάρτητη επαλήθευση. Πρόκειται για τη διαδικασία µε την οποία οι τιµές αγοράς ή τα δεδοµένα που χρησιµοποιούνται για το υπόδειγµα υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της ακρίβειας και ανεξαρτησίας τους. Μολονότι η καθηµερινή αποτίµηση είναι δυνατό να πραγµατοποιείται από τους διαπραγµατευτές, η επαλήθευση των τιµών αγοράς και των δεδοµένων που χρησιµοποιούνται για το υπόδειγµα είναι σκόπιµο να διενεργείται από φορέα ανεξάρτητο σε σχέση µε το κέντρο διαπραγµάτευσης, τουλάχιστον σε µηνιαία βάση (ή συχνότερα, αναλόγως του χαρακτήρα της αγοράς ή της συναλλακτικής δραστηριότητας). Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ανεξάρτητες πηγές για τις τιµές ή υπάρχουν, αλλά χαρακτηρίζονται από αυξηµένη υποκειµενικότητα, ενδείκνυται ενδεχοµένως η εφαρµογή µέτρων σύνεσης, όπως είναι οι προσαρµογές αποτίµησης.
 

∆3: Αποθεµατικά αποτίµησης και Προσαρµογές Αξίας 

22. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να συγκροτούν και διατηρούν σε ισχύ διαδικασίες που να επιτρέπουν τη σύσταση “αποθεµατικών αποτίµησης” ή/και “προσαρµογών αξίας”.
 
23. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών τη διερεύνηση της σκοπιµότητας διενέργειας προσαρµογών αξίας και σύστασης αποθεµατικών αποτίµησης για τα εξής: µη δεδουλευµένα πιστωτικά περιθώρια, έξοδα εκκαθάρισης, λειτουργικοί κίνδυνοι, πρόωρη λήξη, επενδυτικά έξοδα και έξοδα χρηµατοδότησης, µελλοντικά διοικητικά έξοδα και, εφόσον υφίσταται, κίνδυνος υποδείγµατος.
 
24. Θέσεις µειωµένης ρευστότητας είναι δυνατό να προκύψουν τόσο από γεγονότα της αγοράς όσο και από καταστάσεις που αφορούν την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, π.χ. συγκεντρωµένες ή/και µη ευχερούς ρευστοποίησης θέσεις.
 
25. Όταν µία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εξετάζει κατά πόσον είναι απαραίτητη η σύσταση αποθεµατικών αποτίµησης για στοιχεία µειωµένης ρευστότητας, πρέπει να συνεκτιµά διάφορους παράγοντες, στους οποίους συγκαταλέγονται οι εξής: το χρονικό διάστηµα που απαιτείται για την αντιστάθµιση της θέσης ή των κινδύνων που περικλείει η θέση, η µεταβλητότητα και ο µέσος όρος των αποκλίσεων µεταξύ τιµής αγοράς και τιµής πώλησης, η διαθεσιµότητα παρεχόµενων τιµών (πλήθος και ταυτότητα των ειδικών διαπραγµατευτών) και η µεταβλητότητα και ο µέσος όρος των όγκων συναλλαγών, οι συγκεντρώσεις στην αγορά, η χρονολογική διάρθρωση των θέσεων, ο βαθµός στον οποίο η αποτίµηση γίνεται βάσει υποδείγµατος και η επίπτωση άλλων κινδύνων που σχετίζονται µε το υπόδειγµα.
 
26. Όταν µία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών χρησιµοποιεί αποτιµήσεις τρίτων ή αποτιµήσεις βάσει υποδείγµατος, πρέπει να εξετάζει τη σκοπιµότητα προσαρµογής αποτίµησης. Επιπλέον, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εξετάζουν την αναγκαιότητα συγκρότησης αποθεµατικών αποτίµησης για θέσεις µειωµένης ρευστότητας και ελέγχουν συνεχώς την επάρκειά τους.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο