Δημοσιεύθηκε στις : [ 31-07-2009 ]

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗ 3/459/27.12.2007 Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση

(Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση)

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

ΑΠΟΦΑΣΗ 3/459/27.12.2007
 
του ∆ιοικητικού Συµβουλίου
 

ΘΕΜΑ : «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση» 

 


ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
 
Λαµβάνοντας  υπόψη:
 
α) την παράγραφο 2 του άρθρου 72 και το άρθρο 81 του Ν. 3601/1.8.2007 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύµατα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυµάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α/178/1.8.2007), 
 
β) τα άρθρα 78 έως 83 και 90 έως 93 καθώς και τα Παραρτήµατα VI και VIII της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ σχετικά µε την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυµάτων,  
 
γ) την Οδηγία 2006/49/ΕΚ σχετικά µε την επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των Επιχειρήσεων Επενδύσεων και των Πιστωτικών Ιδρυµάτων,
 
δ) το άρθρο 90 του Π∆ 63/2005 «Κωδικοποίηση της νοµοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α/98/2005),
 
ε) την ανάγκη ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2006/49/ΕΚ και των άρθρων 78 έως 83, και 90 έως 93 καθώς και των Παραρτηµάτων VI και VIII της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ στο Ελληνικό δίκαιο.
 
 

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ
 
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Ι
Υπολογισµός κεφαλαιακών απαιτήσεων σύµφωνα µε την τυποποιηµένη προσέγγιση
 
Άρθρο 1 
Προσδιορισµός του σταθµισµένου κατά πιστωτικό κίνδυνο ανοίγµατος 
 
1. Στην Τυποποιηµένη Προσέγγιση, το σταθµισµένο κατά πιστωτικό κίνδυνο άνοιγµα υπολογίζεται ως το γινόµενο της αξίας του ανοίγµατος, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 2 της παρούσας Απόφασης, µε τον κατάλληλο συντελεστή στάθµισης κινδύνου, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 5 της παρούσας Απόφασης, εκτός εάν το άνοιγµα αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια.
 
2.  Ο προσδιορισµός των συντελεστών στάθµισης κινδύνου πραγµατοποιείται ανάλογα µε την κατηγορία στην οποία υπάγεται το άνοιγµα και την πιστωτική ποιότητά του, σύµφωνα µε το άρθρο 5 της παρούσας Απόφασης. Η πιστωτική ποιότητα δύναται να προσδιορίζεται βάσει των πιστοληπτικών αξιολογήσεων που πραγµατοποιούνται από αναγνωρισµένους Εξωτερικούς Οργανισµούς Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Π.Α.) ή από Οργανισµούς Εξαγωγικών Πιστώσεων (Ο.Ε.Π.) κατά περίπτωση, σύµφωνα µε τα ειδικότερα οριζόµενα στο άρθρο 4 της παρούσας Απόφασης. 
 
3. Σε περίπτωση που χρησιµοποιούνται Τεχνικές  Μείωσης Πιστωτικού Κινδύνου η αξία του ανοίγµατος ή/και ο συντελεστής στάθµισης δύναται να τροποποιηθεί, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο κεφάλαιο ΙΙ της παρούσας Απόφασης.
 

Άρθρο 2
Αξία ανοίγµατος

1. Για τα εντός ισολογισµού ανοίγµατα, µε την επιφύλαξη των παραγράφων 3 έως 7 του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Όσον αφορά τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, οι οποίες εφαρµόζουν τα ∆ιεθνή Πρότυπα Χρηµατοοικονοµικής Πληροφόρησης (∆ΠΧΠ), ως αξία ανοίγµατος νοείται η αξία, µε την οποία τα στοιχεία αυτά εµφανίζονται στις οικονοµικές τους καταστάσεις. 
 
β. Όσον αφορά τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, οι οποίες δεν εφαρµόζουν τα ∆ιεθνή Πρότυπα Χρηµατοοικονοµικής Πληροφόρησης (∆ΠΧΠ), τα ανοίγµατα αποτιµώνται στην εναποµένουσα µετά, την αφαίρεση των ειδικών προβλέψεων αποµείωσης, αξία τους. 
 

2. Για τα εκτός ισολογισµού ανοίγµατα, όπως κατηγοριοποιούνται ανάλογα µε τον κίνδυνό τους, στο Παράρτηµα Ι της παρούσας Απόφασης,  η αξία ανοίγµατος ισούται µε: 
 
α. το 100% της λογιστικής αξίας για στοιχείο υψηλού κινδύνου, 
β. το 50% της λογιστικής αξίας για στοιχείο µεσαίου κινδύνου, 
γ. το 20% της λογιστικής αξίας για στοιχείο µέτριου κινδύνου και 
δ. το 0% της λογιστικής αξίας για στοιχείο χαµηλού κινδύνου.   
 
3. Για τα παράγωγα µέσα που περιλαµβάνονται στο Παράρτηµα II της παρούσας Απόφασης , η αξία ανοίγµατος προσδιορίζεται σύµφωνα µε µία από τις µεθόδους  που προβλέπονται στην Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 5/459/27.12.2007 «Πιστωτικός Κίνδυνος  Αντισυµβαλλοµένου» άρθρα 2 και 3, λαµβάνοντας υπόψη τα αποτελέσµατα συµβάσεων ανανέωσης και άλλων συµψηφιστικών συµφωνιών για τους σκοπούς των εν λόγω µεθόδων.
 
4. Στην περίπτωση Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιεί την Αναλυτική Μέθοδο Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων, όπως περιγράφεται στο άρθρο 11 της παρούσας Απόφασης, όταν ένα άνοιγµα προέρχεται από πώληση, παροχή ως εξασφάλιση ή παροχή ως δάνειο τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων, στο πλαίσιο µιας πράξης επαναγοράς ή µιας πράξης δανειοδοσίας/ δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων, καθώς και από πράξη δανεισµού περιθωρίου, η αξία ανοίγµατος προσαυξάνεται κατά το ποσό της προσαρµογής για µεταβλητότητα που αναλογεί σε τέτοιου είδους τίτλους ή βασικά εµπορεύµατα, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 11 της παρούσας Απόφασης. 
 
5. Όταν ένα  άνοιγµα υπόκειται σε χρηµατοδοτούµενη πιστωτική προστασία και η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών χρησιµοποιεί την Αναλυτική Μέθοδο Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων σύµφωνα µε το άρθρο 11 της παρούσας Απόφασης, η αξία ανοίγµατος δύναται να τροποποιηθεί, εφόσον ικανοποιούνται οι σχετικοί όροι και προϋποθέσεις, σύµφωνα µε τις µεθοδολογίες που περιγράφονται στο εν λόγω άρθρο. 
 
6. Η αξία ανοίγµατος για συναλλαγές επαναγοράς, δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων, συναλλαγές µε µακρά προθεσµία διακανονισµού και δανεισµού έναντι περιθωρίου µπορεί να προσδιορίζεται είτε σύµφωνα µε το Κεφάλαιο ΙΙ της παρούσας Απόφασης, θεωρούµενη ως καλυµµένη µε εξασφαλίσεις συναλλαγή είτε σύµφωνα µε τη Μέθοδο του Εσωτερικού Υποδείγµατος για κίνδυνο αντισυµβαλλοµένου, όπως περιγράφεται στην Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 5/459/27.12.2007 «Πιστωτικός Κίνδυνος  Αντισυµβαλλοµένου». ∆εν επιτρέπεται η συνδυασµένη χρήση των δύο µεθόδων. 
 
7. Τα ανοίγµατα έναντι κεντρικού αντισυµβαλλοµένου θεωρείται ότι έχουν µηδενική αξία εφόσον τα ανοίγµατα του κεντρικού αντισυµβαλλόµενου έναντι όλων όσων συνάπτουν συµφωνίες µε αυτόν καλύπτονται πλήρως µε εξασφαλίσεις σε καθηµερινή βάση.
 

8. Για τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, οι οποίες δεν εφαρµόζουν τα ∆ιεθνή Πρότυπα Χρηµατοοικονοµικής Πληροφόρησης (∆ΠΧΠ), τα ανοίγµατα, που προέρχονται από στοιχεία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αφορούν κινητές αξίες που διαπραγµατεύονται σε οργανωµένη αγορά, αποτιµούνται σε τρέχουσες τιµές.
 

Άρθρο 3
Κατηγορίες  ανοιγµάτων
 
1. Κάθε άνοιγµα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατατάσσεται σε µια από τις ακόλουθες κατηγορίες:  
 
α. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών.

β. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών.

γ. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά διοικητικών φορέων και µη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων.

δ. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά ιδρυµάτων.

ε. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά µητρικών εταιριών, θυγατρικών ή θυγατρικών της µητρικής εταιρίας.

στ. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά πολυµερών τραπεζών ανάπτυξης.

ζ. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά διεθνών οργανισµών.

η. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά επιχειρήσεων. 

θ. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά πελατών λιανικής.
 
ι. Απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις εξασφαλιζόµενες µε ακίνητη περιουσία 

ια. Στοιχεία σε καθυστέρηση.

ιβ. Στοιχεία υπαγόµενα σε κανονιστικές κατηγορίες υψηλού κινδύνου.

ιγ. Απαιτήσεις µε τη µορφή καλυµµένων οµολόγων.

ιδ. Θέσεις σε τιτλοποίηση.

ιε. Βραχυπρόθεσµες απαιτήσεις κατά ιδρυµάτων και επιχειρήσεων.

ιστ. Μερίδια Οργανισµών Συλλογικών Επενδύσεων (ΟΣΕ).

ιζ. Λοιπά ανοίγµατα.
 

2. α.Στην κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά διοικητικών φορέων και µη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων» εντάσσονται τα ανοίγµατα έναντι διοικητικών φορέων και µη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, συµπεριλαµβανοµένων των ανοιγµάτων έναντι των ∆ηµοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισµών. Ως ∆ηµόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισµοί θεωρούνται οι επιχειρήσεις και οι οργανισµοί που πληρούν αθροιστικά τα παρακάτω κριτήρια: 
 
i.  Επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δηµόσιους σκοπούς, ήτοι προσφέρουν δηµόσια αγαθά (υγεία, παιδεία, άµυνα κ.λπ ) 
 
ii. Ελέγχονται πλήρως από το δηµόσιο (πλειοψηφία στη µετοχική σύνθεση, ορισµός διοίκησης, χρηµατοδότηση άνω του 50% της ετήσιας δραστηριότητας). 
 
β. Τα ανοίγµατα έναντι νοµικών προσώπων του ∆ηµοσίου ∆ικαίου, εφόσον πληρούται κάποιο από τα παρακάτω κριτήρια, εντάσσονται στην κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά επιχειρήσεων».
 
i. Λειτουργούν σύµφωνα µε το δίκαιο περί ανωνύµων εταιρειών και είτε οι µετοχές τους διαπραγµατεύονται σε οργανωµένη αγορά ή έχει αποφασισθεί η έναρξη διαδικασιών αποκρατικοποίησης δια της εισαγωγής µετοχών τους σε οργανωµένη αγορά µε απόφαση της διυπουργικής επιτροπής αποκρατικοποιήσεων του Ν.3049/2002 ή 
 
ii. προσφέρουν προϊόντα/υπηρεσίες σε ανταγωνιστική αγορά.
 
   
3. Στην κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά ιδρυµάτων» εντάσσονται τα ανοίγµατα έναντι:
 
α. ιδρυµάτων κατά την έννοια του άρθρου 70 παράγραφος 1, στοιχείο (β) του Ν. 3601/2007,
 
β. αναγνωρισµένων Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών τρίτων χωρών κατά την έννοια του άρθρου 70 παρ. 4 του Ν. 3601/2007, και 
 
γ. αναγνωρισµένων οίκων διακανονισµού και εκκαθάρισης και χρηµατιστηρίων.
 
 
 
4. Στην κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά πελατών λιανικής» εντάσσονται τα ανοίγµατα που πληρούν αθροιστικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
 
α. Αφορούν φυσικό πρόσωπο ή επιχείρηση µικρού ή µεσαίου µεγέθους, ανεξαρτήτως νοµικής µορφής.
 
β. Το συνολικό ποσό που οφείλει ο πελάτης ή οµάδα συνδεδεµένων πελατών στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, καθώς και σε οποιαδήποτε µητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, συµπεριλαµβανοµένων των κάθε είδους απαιτήσεων σε καθυστέρηση, καθώς και των ανοιγµάτων που εξασφαλίζονται µε ακίνητη περιουσία, δεν υπερβαίνει, εξ’ όσων γνωρίζει η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, το ένα εκατοµµύριο ευρώ. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλει να προβεί σε εύλογες ενέργειες προκειµένου να γνωρίζει το συνολικό οφειλόµενο ποσό σε ενοποιηµένη βάση του πελάτη ή της οµάδας συνδεδεµένων πελατών.

γ. Εντάσσονται σε ένα µεγάλο αριθµό ανοιγµάτων µε παρόµοια χαρακτηριστικά, ούτως ώστε να υπάρχει επαρκής διαφοροποίηση.
 
 
Ειδικά τα ανοίγµατα έναντι επιχειρήσεων ή οµάδας συνδεδεµένων επιχειρήσεων δύνανται να ενταχθούν στην κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά πελατών λιανικής», µόνον εφόσον ικανοποιούν επιπροσθέτως και τα παρακάτω κριτήρια:
 
i. Η διαχείριση των συγκεκριµένων ανοιγµάτων δεν προσοµοιάζει µε την εξατοµικευµένη διαχείριση των επιχειρηµατικών ανοιγµάτων.
 
ii. Υπάρχει διαχρονική συνέπεια στη διαχείριση κινδύνων, µε την έννοια ότι ο τρόπος παρακολούθησής τους από την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών είναι ανάλογος του κινδύνου και µεταβάλλεται µόνον εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει µεταβληθεί η φύση του κινδύνου που προέρχεται από το συγκεκριµένο άνοιγµα.
 
Στην κατηγορία αυτή δεν εντάσσονται:
 
i.  ανοίγµατα, τα οποία µειώθηκαν κάτω του ενός εκατοµµυρίου ευρώ αποκλειστικά λόγω σταδιακής εξόφλησης και 
 
ii. ανοίγµατα  υπό τη µορφή τίτλων.
 
5. Στην κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις εξασφαλιζόµενες µε ακίνητη περιουσία» εντάσσονται τα ανοίγµατα που έχουν ως εξασφάλιση εγγεγραµµένο βάρος επί κατοικιών ή/και εµπορικών ακινήτων.
 
6. Στην κατηγορία «στοιχεία σε καθυστέρηση» εντάσσονται τα πάσης µορφής ανοίγµατα της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, για τα οποία έχει παρουσιαστεί καθυστέρηση αποπληρωµής για διάστηµα µεγαλύτερο των 90 ηµερών. 
 
7. Στην κατηγορία «στοιχεία υπαγόµενα σε κανονιστικές κατηγορίες υψηλού κινδύνου» εντάσσονται τα ανοίγµατα από επενδύσεις σε εταιρείες επιχειρηµατικών κεφαλαίων, σε επενδυτικές εταιρείες υψηλής µόχλευσης, σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και σε µετοχές µη διαπραγµατεύσιµες στο χρηµατιστήριο.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, µε Απόφασή της, να εντάξει στην εν λόγω κατηγορία και άλλα ανοίγµατα µε παρόµοια χαρακτηριστικά.
 
8. Στην κατηγορία «απαιτήσεις µε τη µορφή καλυµµένων οµολόγων» εντάσσονται τα οµόλογα που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 8 του τµήµατος Β της Π∆/ΤΕ 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση». 
 
9. Στην κατηγορία «βραχυπρόθεσµες απαιτήσεις κατά ιδρυµάτων και επιχειρήσεων» εντάσσονται τα ανοίγµατα για τα οποία υπάρχει ειδική πιστοληπτική αξιολόγηση βραχυπροθέσµου ανοίγµατος από καθορισµένο Εξωτερικό Οργανισµό  Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Π.Α.).  
 
 
Άρθρο 4
Χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων Ε.Ο.Π.Α./Ο.Ε.Π.
 
1. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορούν να χρησιµοποιούν για τον προσδιορισµό του συντελεστή στάθµισης ενός ανοίγµατος τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των Εξωτερικών Οργανισµών Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (Ε.Ο.Π.Α.), τους οποίους  η Τράπεζα της Ελλάδος  έχει αναγνωρίσει ως επιλέξιµους για το σκοπό αυτό (εφεξής «αναγνωρισµένους Ε.Ο.Π.Α.»), σύµφωνα µε το προβλεπόµενα στο Τµήµα ∆ της Π∆/ΤΕ 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση».
 
2. Ειδικά για ανοίγµατα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών, η βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας δύναται να προσδιορίζεται µε βάση τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις που πραγµατοποιούνται από Οργανισµούς Εξαγωγικών Πιστώσεων (Ο.Ε.Π.), εφόσον πληρούται µία τουλάχιστον από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
α. Η πιστοληπτική αξιολόγηση είναι µία συναινετική βαθµολόγηση κινδύνου από Ο.Ε.Π που συµµετέχει στο «∆ιακανονισµό περί Κατευθυντηρίων Γραµµών στον Τοµέα Εξαγωγικών Πιστώσεων, οι οποίες τυγχάνουν δηµόσιας στήριξης» του Ο.Ο.Σ.Α..
 
β. Ο Ο.Ε.Π. δηµοσιεύει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του και εφαρµόζει τη  µεθοδολογία που έχει συµφωνηθεί στο πλαίσιο του Ο.Ο.Σ.Α., η δε πιστοληπτική αξιολόγηση συνδέεται µε ένα από τα επτά ελάχιστα ασφάλιστρα εξαγωγικών πιστώσεων (Ε.Α.Ε.Π.) που προβλέπονται από τη µεθοδολογία αυτή.
 
3. Μία Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορεί να καθορίσει έναν ή περισσότερους αναγνωρισµένους Ε.Ο.Π.Α., των οποίων τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις θα χρησιµοποιεί για τον προσδιορισµό των συντελεστών στάθµισης που θα εφαρµόζονται στις επιµέρους κατηγορίες ανοιγµάτων, εφεξής «καθορισµένους Ε.Ο.Π.Α.». Τις αξιολογήσεις αυτές θα πρέπει να τις χρησιµοποιεί κατά τρόπο συνεπή και όχι επιλεκτικό, για όλα τα ανοίγµατα που ανήκουν στις συγκεκριµένες κατηγορίες ανοιγµάτων, σε συνεχή βάση και µε διαχρονική συνέπεια.
 
4. Ένας Ε.Ο.Π.Α. που έχει αναγνωριστεί από τις αρµόδιες αρχές ενός κράτους µέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, θα αναγνωρίζεται, κατά περίπτωση, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, χωρίς να προβαίνει σε δική της αξιολόγηση. Επίσης, όταν οι αρµόδιες αρχές του εν λόγω κράτους µέλους έχουν προβεί σε αντιστοίχηση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των Ε.Ο.Π.Α. σε βαθµίδες πιστωτικής ποιότητας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα την αναγνωρίζει κατά περίπτωση, χωρίς να προβεί η ίδια σε σε δική της αντιστοίχηση.
 
5. Όσον αφορά τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις, ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Εάν για ένα άνοιγµα είναι διαθέσιµη µία µόνο πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισµένο Ε.Ο.Π.Α., αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση θα χρησιµοποιείται για τον προσδιορισµό του συντελεστή στάθµισης του εν λόγω στοιχείου.
 
β. Εάν για ένα άνοιγµα είναι διαθέσιµες δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισµένους Ε.Ο.Π.Α., οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικούς συντελεστές στάθµισης, θα χρησιµοποιείται η αξιολόγηση που συνεπάγεται τον υψηλότερο συντελεστή στάθµισης.
 
γ. Εάν για ένα άνοιγµα είναι διαθέσιµες περισσότερες από δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισµένους Ε.Ο.Π.Α., οι δύο αξιολογήσεις που αντιστοιχούν στους δύο χαµηλότερους συντελεστές στάθµισης χαρακτηρίζονται ως αξιολογήσεις αναφοράς. Εάν οι αξιολογήσεις αναφοράς είναι διαφορετικές, χρησιµοποιείται αυτή που συνεπάγεται τον υψηλότερο συντελεστή στάθµισης. 
 
δ. Οι υποπαράγραφοι (β) και (γ) ανωτέρω εφαρµόζονται κατ’ αναλογία και στην περίπτωση ύπαρξης πολλαπλών αξιολογήσεων από καθορισµένους Ε.Ο.Π.Α. ή/και Ο.Ε.Π. για άνοιγµα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών. 
 
6. Στην περίπτωση ύπαρξης πιστοληπτικής αξιολόγησης τόσο για τον εκδότη ενός χρηµατοπιστωτικού µέσου όσο και για µια συγκεκριµένη έκδοση του ιδίου εκδότη, ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Εάν το άνοιγµα εντάσσεται σε πρόγραµµα έκδοσης χρεογράφων ή σε πιστωτική διευκόλυνση, για τα οποία υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση, τότε η εν λόγω πιστοληπτική αξιολόγηση θα χρησιµοποιείται για τον προσδιορισµό του συντελεστή στάθµισης που εφαρµόζεται στο εν λόγω άνοιγµα.
 
β. Εάν δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση που µπορεί να εφαρµοστεί άµεσα στο άνοιγµα, αλλά υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση για δεδοµένο πρόγραµµα ή πιστωτική διευκόλυνση του αντισυµβαλλόµενου στην οποία δεν ανήκει το εν λόγω άνοιγµα ή υπάρχει γενική πιστοληπτική αξιολόγηση για τον  αντισυµβαλλόµενο, τότε θα χρησιµοποιείται η εν λόγω πιστοληπτική αξιολόγηση, εφόσον η χρήση αυτής της αξιολόγησης συνεπάγεται υψηλότερο συντελεστή στάθµισης από αυτόν που θα εφαρµοζόταν στο εν λόγω άνοιγµα, αν δεν είχε καταταχθεί σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας. Αν η χρήση αυτής της αξιολόγησης συνεπάγεται χαµηλότερο συντελεστή στάθµισης, αυτή µπορεί να χρησιµοποιηθεί µόνο αν το εν λόγω άνοιγµα έχει, από κάθε άποψη, την ίδια ή υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του προγράµµατος ή της πιστωτικής διευκόλυνσης για την οποία υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση ή, εφόσον η αξιολόγηση αφορά τον εκδότη, από την εξοφλητική προτεραιότητα όλων των άλλων, µη εξασφαλισµένων, κανονικής εξοφλητικής προτεραιότητας ανοιγµάτων του ίδιου εκδότη.
 
γ. Οι παράγραφοι (α) και (β) ανωτέρω δεν εφαρµόζονται στις περιπτώσεις απαιτήσεων µε την µορφή «καλυµµένων οµολόγων».
 
δ. Η πιστοληπτική αξιολόγηση ενός εκδότη που ανήκει σε όµιλο επιχειρήσεων δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως πιστοληπτική αξιολόγηση άλλου εκδότη του ιδίου οµίλου.
 
7. Στην περίπτωση των βραχυπρόθεσµων πιστοληπτικών αξιολογήσεων ισχύουν τα ακόλουθα: 
 
α. Οι βραχυπρόθεσµες πιστοληπτικές αξιολογήσεις µπορούν να χρησιµοποιούνται µόνο για βραχυπρόθεσµα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων και  επιχειρήσεων.
 
β. Κάθε βραχυπρόθεσµη πιστοληπτική αξιολόγηση θα εφαρµόζεται µόνο στο άνοιγµα στο οποίο αναφέρεται η βραχυπρόθεσµη πιστοληπτική αξιολόγηση και δεν θα χρησιµοποιείται για τον υπολογισµό συντελεστών στάθµισης για άλλα ανοίγµατα του ιδίου εκδότη. 
 
γ. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των υποπαραγράφων (α) και (β) ανωτέρω, εάν σε µία διαβαθµισµένη βραχυπρόθεσµη πιστωτική διευκόλυνση εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 150%, θα εφαρµόζεται επίσης συντελεστής στάθµισης 150% σε όλα τα µη διαβαθµισµένα ανοίγµατα χωρίς εξασφάλιση έναντι αυτού του οφειλέτη, είτε είναι βραχυπρόθεσµα είτε µακροπρόθεσµα.
 
δ. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραπάνω υποπαραγράφου (β), εάν σε µια διαβαθµισµένη βραχυπρόθεσµη πιστωτική διευκόλυνση εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 50%, δεν µπορεί να εφαρµοστεί συντελεστής χαµηλότερος από 100% σε οποιοδήποτε µη διαβαθµισµένο βραχυπρόθεσµο άνοιγµα.
 
8. Μια πιστοληπτική αξιολόγηση που αναφέρεται σε στοιχείο εκπεφρασµένο στο εθνικό νόµισµα του αντισυµβαλλόµενου δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί για τον προσδιορισµό συντελεστή στάθµισης για άλλο άνοιγµα έναντι του ίδιου αντισυµβαλλόµενου που είναι εκπεφρασµένο σε ξένο νόµισµα. Το άνοιγµα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως αδιαβάθµητο.
 
 
 
Άρθρο 5
Συντελεστές στάθµισης πιστωτικού κινδύνου
 
1. Όσον αφορά την κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Στα ανοίγµατα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, τα οποία έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισµένο, για τον σκοπό υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων, Ε.Ο.Π.Α. εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης σύµφωνα µε τον Πίνακα 1.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
  Βαθμίδα πιστωτικής  1 2 3 4 5 6
  ποιότητας            
  Συντελεστής στάθμισης 0% 20% 50% 100% 100% 150%

 
β. Σε περίπτωση που χρησιµοποιούνται πιστοληπτικές αξιολογήσεις αναγνωρισµένου Οργανισµού Εξαγωγικών Πιστώσεων εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης σύµφωνα µε τον Πίνακα 2.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 2 
  ΕΑΕΠ 1 2 3 4 5 6 7
  Συντελεστής στάθμισης 0% 20% 50% 100% 100% 100% 150%

 
 
γ. Στα ανοίγµατα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, τα οποία δεν εντάσσονται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
δ. Στα ανοίγµατα έναντι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 0%.
 
ε. Στα ανοίγµατα έναντι των κεντρικών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι εκπεφρασµένα στο εθνικό νόµισµα τους και χρηµατοδοτούµενα στο ίδιο νόµισµα, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 0%.
 
στ. Μέχρι τις 31.12.2012 εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 0% στα ανοίγµατα έναντι των κεντρικών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι εκπεφρασµένα και χρηµατοδοτούµενα στο νόµισµα οποιουδήποτε άλλου κράτους µέλους.
 
ζ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιτρέπει στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να σταθµίζουν τα ανοίγµατα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας τρίτων χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι εκπεφρασµένα και χρηµατοδοτούµενα στο εθνικό νόµισµα της χώρας, µε τον ίδιο συντελεστή, τον οποίο εφαρµόζουν οι τοπικές αρµόδιες αρχές, εφόσον στην εν λόγω χώρα ισχύουν εποπτικές και κανονιστικές ρυθµίσεις τουλάχιστον ισοδύναµες µε εκείνες που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
 
2. Όσον αφορά την κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Τα ανοίγµατα έναντι των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών εντάσσονται στη βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, στην οποία εντάσσονται τα ανοίγµατα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας, στην επικράτεια της οποίας εδρεύουν και σταθµίζονται µε συντελεστή σύµφωνα µε τον Πίνακα 3.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
  Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 2 3 4 5 6
  στην οποία κατατάσσεται η             
  κεντρική κυβέρνηση            
  Συντελεστής στάθμισης 20% 50% 100% 100% 100% 150%

 
β. Στα ανοίγµατα έναντι των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, σε χώρες για τις οποίες η κεντρική κυβέρνηση δεν κατατάσσεται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
γ. Εάν οι αρµόδιες αρχές κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτων χωρών µε ισοδύναµο καθεστώς εποπτείας σταθµίζουν τα ανοίγµατα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών ως ανοίγµατα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να σταθµίζουν µε τον ίδιο τρόπο τα ανοίγµατά τους έναντι αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών.
 
3. Όσον αφορά την κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά διοικητικών φορέων και µη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Τα ανοίγµατα έναντι ∆ηµοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισµών, που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της παρούσας Απόφασης, εντάσσονται στη βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, στην οποία εντάσσονται τα ανοίγµατα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας, στην επικράτεια της οποίας εδρεύουν και σταθµίζονται µε συντελεστή σύµφωνα µε τον Πίνακα 4.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 4
  Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 2 3 4 5 6
  στην οποία κατατάσσεται η             
  κεντρική κυβέρνηση            
  Συντελεστής στάθμισης 20% 50% 100% 100% 100% 150%

 
β.  Στα ανοίγµατα έναντι επιχειρήσεων του δηµοσίου τοµέα, που εδρεύουν σε χώρες για τις οποίες η κεντρική κυβέρνηση δεν κατατάσσεται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
γ. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι ο κίνδυνος των ανοιγµάτων έναντι Ελληνικών ∆ηµοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισµών, που πληρούν τα κριτήρια άρθρου 3 παράγραφος 2 της παρούσας Απόφασης, εξοµοιώνεται µε αυτόν των ανοιγµάτων έναντι της Ελληνικής κυβέρνησης λόγω της ύπαρξης επαρκών εγγυήσεων του Ελληνικού ∆ηµοσίου, τα ανοίγµατα αυτά θα αντιµετωπίζονται ως ανοίγµατα έναντι της Ελληνικής κυβέρνησης. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές δεν θα εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης χαµηλότερος από 20%.
 
δ. Εάν οι αρµόδιες αρχές κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σταθµίζουν τα ανοίγµατα έναντι ∆ηµοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισµών που εδρεύουν στην επικράτεια τους ως ανοίγµατα κατά  ιδρυµάτων ή ως ανοίγµατα  κατά της κεντρικής κυβέρνησης της εν λόγω χώρας, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να σταθµίζουν µε τον ίδιο τρόπο τα ανοίγµατά τους έναντι αυτών των ∆ηµοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισµών.
 
ε.  Όταν οι αρµόδιες αρχές τρίτης χώρας, µε εποπτικές και κανονιστικές ρυθµίσεις τουλάχιστον ισοδύναµες µε εκείνες που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιµετωπίζουν τα ανοίγµατα έναντι οντοτήτων του δηµοσίου τοµέα ως ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να σταθµίζουν µε τον ίδιο τρόπο τα ανοίγµατά τους έναντι αυτών των ∆ηµοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισµών.
 
στ. Στα ανοίγµατα έναντι διοικητικών φορέων και µη κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, συµπεριλαµβανοµένων των ∆ηµόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισµών, που δεν ικανοποιούν τα κριτήρια του άρθρου 3 παράγραφος 2(α) της παρούσας Απόφασης, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%. 
 
4. Όσον αφορά την κατηγορία «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά ιδρυµάτων» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Ανοίγµατα µε αρχική πραγµατική ληκτότητα άνω των τριών µηνών.
 
i. Στα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων µε αρχική πραγµατική ληκτότητα άνω των τριών µηνών, τα οποία εντάσσονται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας µε βάση την πιστοληπτική τους αξιολόγηση από καθορισµένο Ε.Ο.Π.Α., εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης σύµφωνα µε τον Πίνακα 5.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 5
  Βαθμίδα πιστωτικής  1 2 3 4 5 6
  ποιότητας            
  Συντελεστής στάθμισης 20% 50% 50% 100% 100% 150%

 
ii. Στα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων, τα οποία δεν εντάσσονται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, µε αρχική πραγµατική ληκτότητα άνω των τριών µηνών, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 50%, εκτός από την περίπτωση που τα ανοίγµατα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας, από τις αρµόδιες αρχές της οποίας έχει λάβει άδεια λειτουργίας το εν λόγω ίδρυµα, σταθµίζονται µε υψηλότερο συντελεστή, οπότε εφαρµόζεται αυτός ο συντελεστής στάθµισης.
 
β. Ανοίγµατα µε αρχική πραγµατική ληκτότητα µικρότερη ή ίση των τριών µηνών.
 
i.   Στα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων µε αρχική πραγµατική ληκτότητα µικρότερη ή ίση των 3 µηνών, τα οποία εντάσσονται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας µε βάση την πιστοληπτική τους αξιολόγηση από καθορισµένο Ε.Ο.Π.Α., εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης σύµφωνα µε τον Πίνακα 6.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 6
  Βαθμίδα πιστωτικής  1 2 3 4 5 6
  ποιότητας            
  Συντελεστής στάθμισης 20% 20% 20% 50% 50% 150%

 
ii. Στα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων χωρίς πιστοληπτική αξιολόγηση, µε αρχική πραγµατική ληκτότητα µικρότερη ή ίση των τριών µηνών, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 20%, εκτός από την περίπτωση που τα ανοίγµατα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας, από τις αρµόδιες αρχές της οποίας έχει λάβει άδεια λειτουργίας το εν λόγω ίδρυµα, σταθµίζονται µε υψηλότερο συντελεστή, οπότε εφαρµόζεται αυτός ο συντελεστής στάθµισης.
 
iii. Η αλληλεπίδραση των στοιχείων (i) και (ii) ανωτέρω µε βραχυπρόθεσµες πιστοληπτικές αξιολογήσεις  καθορίζεται ως εξής:
 
(1) Εάν δεν υπάρχει βραχυπρόθεσµη πιστοληπτική αξιολόγηση για κανένα άνοιγµα του ιδρύµατος, εφαρµόζεται η γενική προνοµιακή αντιµετώπιση των βραχυπρόθεσµων ανοιγµάτων της υποπαραγράφου (β) ανωτέρω σε όλα τα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων µε εναποµένουσα ληκτότητα µικρότερη ή ίση των τριών µηνών.
 
(2) Εάν υπάρχει βραχυπρόθεσµη αξιολόγηση για κάποιο άνοιγµα του ιδρύµατος, η οποία συνεπάγεται την εφαρµογή ευνοϊκότερου ή ισοδύναµου συντελεστή στάθµισης µε εκείνον της γενικής προνοµιακής αντιµετώπισης των βραχυπρόθεσµων ανοιγµάτων σύµφωνα µε την υποπαράγραφο (β) ανωτέρω, η βραχυπρόθεσµη αξιολόγηση  χρησιµοποιείται µόνο για το εν λόγω άνοιγµα. Στα άλλα βραχυπρόθεσµα ανοίγµατα εφαρµόζεται η γενική προνοµιακή αντιµετώπιση που προβλέπεται στα εδάφια της υποπαραγράφου (β) ανωτέρω.
 
(3) Εάν υπάρχει βραχυπρόθεσµη αξιολόγηση, που συνεπάγεται την εφαρµογή δυσµενέστερου συντελεστή στάθµισης από εκείνον που προβλέπεται από τη γενική προνοµιακή αντιµετώπιση των βραχυπρόθεσµων ανοιγµάτων σύµφωνα µε τα εδάφια (i) και (ii) ανωτέρω, η γενική προνοµιακή αντιµετώπιση των βραχυπρόθεσµων ανοιγµάτων δεν χρησιµοποιείται. Σε όλα τα βραχυπρόθεσµα ανοίγµατα χωρίς διαβάθµιση εφαρµόζεται ο ίδιος συντελεστής στάθµισης µε εκείνον της εν λόγω βραχυπρόθεσµης αξιολόγησης.
 
iv. Στα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων µε εναποµένουσα ληκτότητα µικρότερη ή ίση των τριών µηνών, τα οποία είναι εκπεφρασµένα και χρηµατοδοτούµενα στο εθνικό νόµισµα του αντισυµβαλλόµενου, επιτρέπεται η εφαρµογή δυσµενέστερου συντελεστή στάθµισης κατά µία κατηγορία από τον προνοµιακό συντελεστή στάθµισης που, σύµφωνα µε τις υποπαραγράφους 1.(ε). έως (ζ) του παρόντος άρθρου εφαρµόζεται στα ανοίγµατα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας, από τις αρµόδιες αρχές της οποίας έχουν λάβει άδεια λειτουργίας. Ωστόσο, σε κανένα άνοιγµα έναντι ιδρυµάτων µε εναποµένουσα ληκτότητα µικρότερη ή ίση των τριών µηνών, το οποίο είναι εκπεφρασµένο και χρηµατοδοτούµενο στο εθνικό νόµισµα του αντισυµβαλλοµένου, δεν εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης χαµηλότερος του 20%.
 
γ. Στην περίπτωση κατά την οποία οι εποπτικές αρχές µητρικού ιδρύµατος Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που εδρεύει στην Ελλάδα δεν αντιµετωπίζουν τα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων µε βάση τα προβλεπόµενα στα ανωτέρω εδάφια (α) και (β) της παρούσας παραγράφου, αλλά έχουν υιοθετήσει τη µέθοδο υπολογισµού βάσει της πιστωτικής ποιότητας της κεντρικής Κυβέρνησης, τότε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να αποδεχθεί την επιλογή αυτή και για τον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε ατοµική βάση.
 
5. Όσον αφορά την κατηγορία  «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά µητρικών εταιριών, θυγατρικών ή θυγατρικών της µητρικής εταιρίας» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Ανοίγµατα µιας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έναντι αντισυµβαλλοµένου που αποτελεί τη µητρική της επιχείρηση, δική της θυγατρική ή θυγατρική της µητρικής της επιχείρησης ή επιχείρηση που συνδέεται µε σχέση κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 42 ε παρ. 5 εδ. α' του κ.ν. 2190/1920 όπως εκάστοτε ισχύει και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα, σταθµίζονται µε 0%, εφόσον πληρούνται αθροιστικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:
 
i. Ο αντισυµβαλλόµενος είναι ίδρυµα ή χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών ή χρηµατοδοτικό ίδρυµα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που υπόκειται σε καθεστώς προληπτικής εποπτείας.
 
ii. Ο αντισυµβαλλόµενος ενοποιείται µε την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µε τη µέθοδο της ολικής ενοποίησης.
 
iii. Ο αντισυµβαλλόµενος υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες αξιολόγησης, µέτρησης και ελέγχου κινδύνων µε την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
iv. ∆εν υφίσταται κανένα τρέχον ή προβλεπόµενο ουσιαστικό πρακτικό ή νοµικό εµπόδιο για την άµεση µεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τον αντισυµβαλλόµενο προς την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
β. Στην εν λόγω κατηγορία δεν µπορούν να ενταχθούν ανοίγµατα που οδηγούν σε υποχρεώσεις υπό µορφή των στοιχείων, τα οποία, σύµφωνα µε την Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 2/459/27.12.2007 «Ορισµός των Ιδίων Κεφαλαίων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα», εντάσσονται στα ίδια κεφάλαια (δάνεια µειωµένης εξασφάλισης, καθώς και καινοτόµοι και µη, υβριδικοί τίτλοι).
 
6. Όσον αφορά την κατηγορία  «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά πολυµερών τραπεζών ανάπτυξης» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Με την επιφύλαξη των παρακάτω υποπαραγράφων (β) και (γ), τα ανοίγµατα έναντι πολυµερών τραπεζών αντιµετωπίζονται µε τον ίδιο τρόπο όπως τα ανοίγµατα έναντι  ιδρυµάτων, σύµφωνα µε την παράγραφο 4 ανωτέρω, χωρίς να εφαρµόζεται η προνοµιακή µεταχείριση των βραχυπρόθεσµων ανοιγµάτων που προβλέπεται από τα εδάφια 4.β. i., ii. και iv ανωτέρω.
 
Για τους σκοπούς εφαρµογής των διατάξεων της παρούσας Απόφασης, πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης θεωρούνται επίσης:
 
i. η ∆ιαµερικανική Εταιρία Επενδύσεων (Inter-American Investment  Corporation),
 
ii.η Παρευξείνια Τράπεζα (Black Sea Trade and Development Bank) και
 
iii.η Κεντροαµερικανική Τράπεζα Οικονοµικής Ολοκλήρωσης (Central  American Bank for Economic Integration).
 
 
β. Στα ανοίγµατα έναντι των παρακάτω πολυµερών τραπεζών ανάπτυξης εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 0%:
 
i. ∆ιεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (International Bank for Reconstruction and Development)

ii. ∆ιεθνής Εταιρία Χρηµατοδοτήσεων (International Finance Corporation)

iii. ∆ιαµερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (Inter-American Development Bank)

iv. Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης (Asian Development Bank)

v. Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (African Development Bank)

vi. Τράπεζα Ανάπτυξης του Συµβουλίου της Ευρώπης (Council of Europe Development Bank)

vii. Σκανδιναβική Τράπεζα Επενδύσεων (Nordic Investment Bank)

viii. Τράπεζα Ανάπτυξης της Καραϊβικής (Caribbean Development Bank)

ix. Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (European Bank for Reconstruction and Development)

x. Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (European Investment Bank)

xi. Ευρωπαϊκό Ταµείο Επενδύσεων (European Investment Fund)

xii. Πολυµερής Οργανισµός για την Εγγύηση των Επενδύσεων (Multilateral Investment Guarantee Agency)

xiii. ∆ιεθνής Χρηµατοδοτική ∆ιευκόλυνση για την Ανοσοποίηση(International Finance Facility for Immunisation)

xiv.  Ισλαµική Τράπεζα Ανάπτυξης (Islamic Development Bank)
 
γ. Στο τµήµα του εγγεγραµµένου και µη καταβεβληµένου κεφαλαίου του Ευρωπαϊκού Ταµείου Επενδύσεων εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 20%.
 

7. Όσον αφορά την κατηγορία  «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά ∆ιεθνών Οργανισµών» εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 0% έναντι των παρακάτω ∆ιεθνών Οργανισµών:
 
α. Ευρωπαϊκή Κοινότητα
 
β. ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο
 
γ. Τράπεζα ∆ιεθνών ∆ιακανονισµών
 
8. Όσον αφορά την κατηγορία  «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά επιχειρήσεων» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Στα  ανοίγµατα έναντι επιχειρήσεων, τα οποία εντάσσονται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας µε βάση την πιστοληπτική τους αξιολόγηση από καθορισµένο Ε.Ο.Π.Α., εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης σύµφωνα µε τον Πίνακα 7.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 7
  Βαθμίδα πιστωτικής  1 2 3 4 5 6
  ποιότητας            
  Συντελεστής στάθμισης 20% 50% 100% 100% 150% 150%

 
β. Στα ανοίγµατα έναντι επιχειρήσεων τα οποία δεν εντάσσονται σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας, εφαρµόζεται ο υψηλότερος συντελεστής στάθµισης µεταξύ:
 
i.  του 100% και

ii. του συντελεστή στάθµισης της κεντρικής κυβέρνησης.
 
9. Όσον αφορά την κατηγορία  «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις κατά πελατών λιανικής», τα ανοίγµατα που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 4 της παρούσας Απόφασης, σταθµίζονται µε συντελεστή 75%.
 
 
10. Όσον αφορά την κατηγορία  «απαιτήσεις ή ενδεχόµενες απαιτήσεις εξασφαλιζόµενες µε ακίνητη περιουσία», µε την επιφύλαξη του εποµένου εδαφίου τα ανοίγµατα που  καλύπτονται πλήρως και καθ’ ολοκληρίαν µε ακίνητα σταθµίζονται µε συντελεστή 100%.
 
Κατ’ εξαίρεση και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο Τµήµα  Ε, παράγραφος 10 ή/και στο Τµήµα Ζ παράγραφος 2 έως 5  της Π∆/ΤΕ. 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση», µπορεί να χρησιµοποιηθεί ο  προβλεπόµενος στην προαναφερθείσα Π∆/ΤΕ συντελεστής κινδύνου.
 
11. Όσον αφορά την κατηγορία  «στοιχεία σε καθυστέρηση» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρακάτω υποπαραγράφων (β) έως (ε), στο µη καλυµµένο µε εξασφαλίσεις τµήµα των απαιτήσεων, που εντάσσονται στην κατηγορία αυτή σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρθρο 3 παράγραφος 6 της παρούσας Απόφασης, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης:
 
i.  150%, εάν οι προβλέψεις αποµείωσης που έχουν σχηµατιστεί για την εν λόγω απαίτηση αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 25% του µη καλυµµένου µε εξασφαλίσεις τµήµατος της απαίτησης προ προβλέψεων,
 
ii. 100%, εάν οι προβλέψεις αποµείωσης αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 25% του µη καλυµµένου µε εξασφαλίσεις τµήµατος της απαίτησης προ προβλέψεων.
 
β. Για τους σκοπούς του προσδιορισµού του εξασφαλισµένου τµήµατος της απαίτησης σε καθυστέρηση, αποδεκτές εξασφαλίσεις και εγγυήσεις είναι εκείνες που είναι αποδεκτές για τη µείωση του πιστωτικού κινδύνου, σύµφωνα µε το Κεφάλαιο ΙΙ της παρούσας Απόφασης.
 
Ως προβλέψεις αποµείωσης νοούνται οι προβλέψεις που έχουν σχηµατισθεί για τη συγκεκριµένη πίστωση. Τυχόν συλλογικές ή γενικές προβλέψεις δεν λαµβάνονται υπόψη για τον υπολογισµό των ποσοστών κάλυψης µε προβλέψεις του µη καλυµµένου µε εξασφαλίσεις τµήµατος της απαίτησης προ προβλέψεων.
 
γ. Στις απαιτήσεις που εντάσσονται στην κατηγορία αυτή µπορεί επίσης να εφαρµοστεί συντελεστής στάθµισης 100%, εφόσον ισχύουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
i. Η απαίτηση καλύπτεται πλήρως από εξασφαλίσεις που γίνονται δεκτές για τη χρήση της µεθόδου εσωτερικών διαβαθµίσεων, συµπεριλαµβανοµένων µη επιλέξιµων για την τυποποιηµένη µέθοδο εξασφαλίσεων, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υιοθετηθεί τα προβλεπόµενα για την περίπτωση αυτή κριτήρια που διασφαλίζουν την καλή ποιότητα των εξασφαλίσεων, όπως προβλέπεται στην Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων».
 
ii. Οι προβλέψεις αποµείωσης για την εν λόγω απαίτηση αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 15% της απαίτησης προ προβλέψεων. 
 
δ. Οι απαιτήσεις ή το τµήµα των απαιτήσεων που καλύπτονται πλήρως και καθ’ ολοκληρίαν µε κατοικίες και καλύπτουν τις προϋποθέσεις, ώστε αν ήταν ενήµερες, θα σταθµίζονταν µε συντελεστή 35% σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο Τµήµα Ε υποπαράγραφο 10(β) της Π∆/TE 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση» και οι οποίες παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των 90 ηµερών, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 3 παράγραφος 6 της παρούσας Απόφασης σταθµίζονται µε συντελεστή:
 
i. 100%, εάν οι προβλέψεις αποµείωσης που έχουν σχηµατιστεί για την εν λόγω πιστοδότηση αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 20% του συνόλου της απαίτησης προ προβλέψεων,
 
ii. 50%, εάν οι προβλέψεις αποµείωσης που έχουν σχηµατιστεί για την εν λόγω πιστοδότηση αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 20% του συνόλου της απαίτησης προ προβλέψεων,
 
iii. το τµήµα της απαίτησης που δεν καλύπτεται πλήρως και καθ’ ολοκληρία µε κατοικίες σταθµίζεται σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις υποπαραγράφους (α) έως (γ) παραπάνω.
 
ε. Οι απαιτήσεις ή το τµήµα των απαιτήσεων που καλύπτονται πλήρως και καθ’ ολοκληρίαν µε εµπορικά ακίνητα και καλύπτουν τις προϋποθέσεις, ώστε αν ήταν ενήµερες, θα σταθµίζονταν µε συντελεστή 50% σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο Τµήµα Ε υποπαράγραφο 10(γ) της Π∆/ΤΕ 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση», τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα και οι οποίες παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των 90 ηµερών, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 3 παράγραφος 6 της παρούσας Απόφασης, σταθµίζονται µε συντελεστή 100%.
 
 
12. Όσον αφορά την κατηγορία  «στοιχεία υπαγόµενα σε κανονιστικές κατηγορίες υψηλού κινδύνου» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Με την επιφύλαξη της παρακάτω υποπαραγράφου (β), στα ανοίγµατα της κατηγορίας αυτής εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 150%.
 
β. Ανοίγµατα της κατηγορίας αυτής, εφόσον δεν είναι σε καθυστέρηση, υπόκεινται σε στάθµιση:
 
i. 100%, εφόσον οι προβλέψεις αποµείωσης είναι τουλάχιστον 20% της αξίας της απαίτησης προ προβλέψεων,
 
ii. 50%, εφόσον οι προβλέψεις αποµείωσης είναι τουλάχιστον 50% της αξίας της απαίτησης προ προβλέψεων.
 
 
13. Όσον αφορά την κατηγορία «απαιτήσεις µε τη µορφή καλυµµένων οµολόγων» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
Στα καλυµµένα οµόλογα εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης που βασίζεται στο συντελεστή στάθµισης που εφαρµόζεται στα µη εξασφαλισµένα ανοίγµατα έναντι του πιστωτικού ιδρύµατος που τα εκδίδει. Ειδικότερα εφαρµόζεται η παρακάτω αντιστοιχία:
 
α. Εάν ο συντελεστής στάθµισης για τα ανοίγµατα έναντι του πιστωτικού ιδρύµατος είναι 20%, στα καλυµµένα οµόλογα του ιδίου πιστωτικού ιδρύµατος εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 10%.
 
β. Εάν ο συντελεστής στάθµισης για τα ανοίγµατα έναντι του πιστωτικού ιδρύµατος είναι 50%, στα καλυµµένα οµόλογα του ιδίου πιστωτικού ιδρύµατος εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 20%.
 
γ. Εάν ο συντελεστής στάθµισης για τα ανοίγµατα έναντι του πιστωτικού ιδρύµατος είναι 100%, στα καλυµµένα οµόλογα του ιδίου πιστωτικού ιδρύµατος εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 50%.
 
δ. Εάν ο συντελεστής στάθµισης για τα ανοίγµατα έναντι του πιστωτικού ιδρύµατος είναι 150%, στα καλυµµένα οµόλογα του ιδίου πιστωτικού ιδρύµατος εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
14. Όσον αφορά την κατηγορία  «θέσεις σε τιτλοποίηση», τα σταθµισµένα ανοίγµατα από θέσεις σε τιτλοποίηση υπολογίζονται σύµφωνα µε την Π∆/ΤΕ 2593/20.8.2007 «Υπολογισµός Σταθµισµένων Ανοιγµάτων για Θέσεις σε Τιτλοποίηση».
 
15. Στα «βραχυπρόθεσµα ανοίγµατα έναντι ιδρυµάτων ή επιχειρήσεων» για τα οποία υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισµένο Ε.Ο.Π.Α. εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης σύµφωνα µε τον Πίνακα 8.
 
        
ΠΙΝΑΚΑΣ 8
  Βαθμίδα πιστωτικής  1 2 3 4 5 6
  ποιότητας            
  Συντελεστής στάθμισης 20% 50% 100% 150% 150% 150%

 
 
16. Όσον αφορά την κατηγορία  «Μερίδια Οργανισµών Συλλογικών Επενδύσεων (ΟΣΕ)» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Με την επιφύλαξη των παρακάτω υποπαραγράφων (β) έως (θ), στα ανοίγµατα υπό µορφή µεριδίων ΟΣΕ εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
 
β. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να ορίσει ΟΣΕ, οι τοποθετήσεις σε µερίδια των οποίων θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου και θα σταθµίζονται µε συντελεστή 150% ή και υψηλότερο.
 
γ. Στα ανοίγµατα µε µορφή µεριδίων ΟΣΕ, για τα οποία υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισµένο Ε.Ο.Π.Α., εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης σύµφωνα µε τον Πίνακα 9.
 
        
ΠΙΝΑΚΑΣ 9
  Βαθμίδα πιστωτικής  1 2 3 4 5 6
  ποιότητας            
  Συντελεστής στάθμισης 20% 50% 100% 100% 150% 150%

 
δ. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορούν να προσδιορίζουν το συντελεστή στάθµισης για έναν ΟΣΕ  σύµφωνα µε τις παρακάτω υποπαραγράφους (στ) ή (ζ) και εφόσον πληρούνται αθροιστικά τα ακόλουθα κριτήρια επιλεξιµότητας:
 
i. Η διαχείριση του ΟΣΕ γίνεται από εταιρεία που υπόκειται σε προληπτική εποπτεία στην Ελλάδα ή άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ή χώρα µέλος της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας (Παράρτηµα III της παρούσας Απόφασης)
 
ii. Το ενηµερωτικό δελτίο του ΟΣΕ  ή άλλο ισοδύναµο έγγραφο περιλαµβάνει:
 
(1) τις κατηγορίες των στοιχείων ενεργητικού στις οποίες επιτρέπεται να επενδύει ο ΟΣΕ, 
 
(2) εάν οι επενδύσεις του υπόκεινται σε όρια, τα όρια που εφαρµόζονται και τις µεθόδους υπολογισµού τους.
 
iii. Ο ΟΣΕ δηµοσιοποιεί τουλάχιστον ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων που επιτρέπει την αξιολόγηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, των εσόδων και των συναλλαγών στην περίοδο που καλύπτει η έκθεση.
 
ε. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να αναγνωρίσει έναν ΟΣΕ  ως επιλέξιµο, αν πληρούνται τα κριτήρια των εδαφίων (ii) και (iii) παραπάνω και η διαχείρισή του γίνεται από εταιρεία, η οποία υπόκειται σε καθεστώς εποπτείας ισοδύναµο µε το προβλεπόµενο στην κοινοτική νοµοθεσία.
 
στ. Εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει πλήρη γνώση της σύνθεσης των επενδύσεων του ΟΣΕ, µπορεί να υπολογίσει ένα µέσο συντελεστή στάθµισης για τα µερίδια του ΟΣΕ  µε βάση τις επενδύσεις του, σύµφωνα µε τις επιµέρους κατηγορίες ανοιγµάτων της παρούσας Απόφασης.
 
ζ. Στις περιπτώσεις που η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών δεν έχει γνώση της σύνθεσης των επενδύσεων του ΟΣΕ, µπορεί να υπολογίσει το µέσο συντελεστή στάθµισης για τα µερίδια του ΟΣΕ, µε την παραδοχή ότι ο ΟΣΕ  επενδύει πρώτα, στο µεγαλύτερο βαθµό που επιτρέπεται από το σκοπό του, στις κατηγορίες ανοιγµάτων για τις οποίες προβλέπεται η υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση και στη συνέχεια επενδύει µε φθίνουσα σειρά έως το ανώτατο συνολικό όριο των επενδύσεων.
 
η. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορούν να αναθέτουν σε τρίτο να υπολογίσει, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στις παραπάνω υποπαραγράφους (στ) και (ζ) και να τους κοινοποιήσει το συντελεστή στάθµισης για τα µερίδια του ΟΣΕ, µε την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται επαρκώς η ορθότητα του υπολογισµού και της κοινοποίησης.
 
θ. Εάν οι αρµόδιες αρχές κράτους µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίσουν ως επιλέξιµο έναν ΟΣΕ  τρίτης χώρας, σύµφωνα µε την υποπαράγραφο (ε) ανωτέρω, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς  θα  κάνει χρήση αυτής της αναγνώρισης χωρίς κατά κανόνα να προβεί σε δική της αξιολόγηση.
 
17. Όσον αφορά  την κατηγορία «λοιπά ανοίγµατα» ισχύουν τα ακόλουθα:
 
α. Στα ενσώµατα πάγια στοιχεία εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
β. Στα προπληρωθέντα έξοδα και τα µη εισπραχθέντα έσοδα, για τα οποία το ίδρυµα δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει τον αντισυµβαλλόµενο, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
γ. Στα µετρητά που βρίσκονται στη διαδικασία της είσπραξης εφαρµόζεται  συντελεστής στάθµισης 20%. Στα µετρητά στο ταµείο και στα εξοµοιούµενα µε αυτά στοιχεία εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 0%.
 
δ. Στα χαρτοφυλάκια µετοχών και άλλων συµµετοχών, τα οποία δεν αφαιρούνται  από τα ίδια κεφάλαια, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%. Επίσης στις επενδύσεις σε στοιχεία εποπτικών ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύµατα και από Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εφαρµόζεται, συντελεστής στάθµισης 100%, εκτός εάν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια.
 
ε. Στην περίπτωση των συµφωνιών πώλησης και επαναγοράς στοιχείων ενεργητικού και των δεσµεύσεων µελλοντικής αγοράς, οι συντελεστές στάθµισης είναι εκείνοι που εφαρµόζονται στα στοιχεία ενεργητικού και όχι εκείνοι των αντισυµβαλλοµένων στις συναλλαγές.
 
στ. Εάν µια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών παρέχει πιστωτική προστασία για ορισµένο αριθµό ανοιγµάτων, µε τον όρο ότι η νιοστή (n) αθέτηση µεταξύ αυτών των ανοιγµάτων ενεργοποιεί την πληρωµή και το πιστωτικό αυτό γεγονός λύει τη σύµβαση, τότε:
 
i. Εάν το σχετικό προϊόν έχει εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση από επιλέξιµο Ε.Ο.Π.Α., το άνοιγµα αντιµετωπίζεται ως άνοιγµα σε θέση τιτλοποίησης.
 
ii. Εάν το προϊόν δεν έχει πιστοληπτική αξιολόγηση από επιλέξιµο Ε.Ο.Π.Α., οι συντελεστές στάθµισης των ανοιγµάτων που περιλαµβάνονται στην οµάδα αθροίζονται, µε την εξαίρεση n-1 ανοιγµάτων, µέχρι του ανώτατου 1250% κατ’ ανώτατο όριο και πολλαπλασιάζονται µε το ονοµαστικό ποσό της προστασίας που παρέχει το πιστωτικό παράγωγο, ώστε να προκύψει το σταθµισµένο άνοιγµα. Τα n-1 ανοίγµατα που εξαιρούνται από το άθροισµα προσδιορίζονται κατά τρόπο ώστε να περιλαµβάνουν κάθε άνοιγµα του οποίου το σταθµισµένο ποσό είναι χαµηλότερο από το σταθµισµένο ποσό καθενός από τα ανοίγµατα που περιλαµβάνονται στο άθροισµα.
 
ζ. Στα ανοίγµατα, που δεν εµπίπτουν σε κάποια από τις κατηγορίες ανοιγµάτων του παρόντος άρθρου, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 100%.
 
 

Κεφάλαιο ΙΙ
Τεχνικές µείωσης πιστωτικού κινδύνου
 
Άρθρο 6   
Ορισµοί
 
1. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισµοί:
 
α. «Συναλλαγή µε όρους κεφαλαιαγοράς» νοείται κάθε συναλλαγή που δηµιουργεί άνοιγµα καλυπτόµενο από εξασφάλιση, που περιλαµβάνει ρήτρα παρέχουσα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών το δικαίωµα να λαµβάνει περιθώριο ασφάλισης σε συχνά χρονικά διαστήµατα.
 
β. «Πιστοδότηση µε εξασφάλιση» νοείται κάθε συναλλαγή που δηµιουργεί άνοιγµα καλυπτόµενο από εξασφάλιση, η οποία όµως δεν περιλαµβάνει ρήτρα παρέχουσα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών το δικαίωµα να λαµβάνει περιθώριο ασφάλισης σε τακτικά χρονικά διαστήµατα.
 
γ. «Ληκτότητα ανοίγµατος»: το µικρότερο χρονικό διάστηµα µεταξύ:  i. της µέγιστης προθεσµίας εντός της οποίας ο οφειλέτης πρέπει να εκπληρώσει την υποχρέωση του και ii. του διαστήµατος πέντε (5) ετών.
 
δ. «Ληκτότητα πιστωτικής προστασίας»: το χρονικό διάστηµα µέχρι τη συντοµότερη ηµεροµηνία, κατά την οποία η προστασία λήγει ή τερµατίζεται. Εάν υπάρχει προαίρεση για τερµατισµό της προστασίας µε διακριτική ευχέρεια είτε του πωλητή της προστασίας είτε του αγοραστή, η ληκτότητα της προστασίας είναι το χρονικό διάστηµα µέχρι την πλησιέστερη ηµεροµηνία, κατά την οποία µπορεί να ασκηθεί η προαίρεση. Τυχόν προαίρεση για τερµατισµό της προστασίας µε διακριτική ευχέρεια του αγοραστή της θεωρείται ότι επηρεάζει τη ληκτότητα της προστασίας µόνον εφόσον οι όροι της σύµβασης παροχής προστασίας περιέχουν θετικό κίνητρο για την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να τερµατίσει τη συναλλαγή πριν τη συµβατική ηµεροµηνία λήξης.
 
ε. «Αναντιστοιχία ληκτότητας µεταξύ ανοίγµατος και πιστωτικής προστασίας»: η περίπτωση στην οποία η εναποµένουσα διάρκεια της προστασίας είναι µικρότερη από αυτή του ανοίγµατος για το οποίο παρέχεται η εν λόγω προστασία.
 
 
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ως πιστωτική προστασία αναγνωρίζεται:
 
α.  Η χρηµατοδοτούµενη πιστωτική προστασία που παρέχεται από:

i. χρηµατοοικονοµικές εξασφαλίσεις,

ii. συµβάσεις – πλαίσια συµψηφισµού που καλύπτουν συναλλαγές επαναγοράς, δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εµπορευµάτων και /ή άλλες συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς,

iii. λοιπές µορφές χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας, σύµφωνα µε το άρθρο 13 της παρούσας Απόφασης.
 
β.  Η µη χρηµατοδοτούµενη πιστωτική προστασία που παρέχεται από:

i. εγγυήσεις και

ii. πιστωτικά παράγωγα, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο Τµήµα ΣΤ της Π∆/ΤΕ 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση».
 
 
 
Αρθρο 7
Χρήση τεχνικών µείωσης πιστωτικού κινδύνου
 
1. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, οι οποίες υιοθετούν την Τυποποιηµένη Προσέγγιση σύµφωνα µε την παρούσα Απόφαση ή υιοθετούν την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων σύµφωνα µε την Π∆/ΤΕ «2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων», χωρίς να υπολογίζουν εσωτερικές εκτιµήσεις για την ποσοστιαία ζηµία σε περίπτωση αθέτησης (LGD) και για τους συντελεστές µετατροπής, δύνανται να αναγνωρίζουν τη µείωση πιστωτικού κινδύνου για τον υπολογισµό των σταθµισµένων ανοιγµάτων σύµφωνα µε το παρόν κεφάλαιο.
 
2. Η µέθοδος που χρησιµοποιείται για την παροχή πιστωτικής προστασίας, σε  συνδυασµό µε τις ενέργειες και τις διαδικασίες και πολιτικές που εφαρµόζει η Επιχείρηση Παροχής  Επενδυτικών Υπηρεσιών που λαµβάνει την προστασία, πρέπει να οδηγούν σε συµφωνίες πιστωτικής προστασίας αποτελεσµατικές από νοµική άποψη και εφαρµόσιµες σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία. Η Επιχείρηση Παροχής  Επενδυτικών Υπηρεσιών λαµβάνει όλα τα κατάλληλα µέτρα προκειµένου να εξασφαλίσει την αποτελεσµατικότητα του διακανονισµού πιστωτικής προστασίας και την αντιµετώπιση των σχετικών κινδύνων.
 
3. Σε περίπτωση χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας, προκειµένου να είναι αποδεκτά προς αναγνώριση, τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία αυτή βασίζεται πρέπει να παρέχουν επαρκή ρευστότητα και η αξία τους να παραµένει επαρκώς σταθερή µέσα στο χρόνο, ούτως ώστε να δηµιουργείται η προσήκουσα βεβαιότητα ως προς την επιτυγχανόµενη πιστωτική προστασία, λαµβάνοντας υπόψη τον επιτρεπόµενο βαθµό αναγνώρισης. Η επιλεξιµότητα περιορίζεται στα στοιχεία ενεργητικού των άρθρων 10 παρ.2, 11 παρ.2, 12 παρ. 1 και 13 παρ.1, της παρούσας Απόφασης.
 
4. Σε περίπτωση χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πίστωση πρέπει να δικαιούται, σε περίπτωση αθέτησης, αφερεγγυότητας ή πτώχευσης του οφειλέτη (ή σε περίπτωση άλλου πιστωτικού γεγονότος που εµφαίνεται στα έγγραφα τεκµηρίωσης της συναλλαγής) ή του θεµατοφύλακα που αναλαµβάνει τη φύλαξη της εξασφάλισης, να ρευστοποιεί ή αποκτά την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων εγκαίρως.  Ο βαθµός συσχέτισης µεταξύ της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, στα οποία βασίζεται η προστασία και της πιστωτικής ποιότητας του οφειλέτη, πρέπει να είναι χαµηλός.
 
5.  Σε περίπτωση χρήσης της χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας, όταν πληρούνται οι απαιτήσεις των παραγράφων 2 – 4 του παρόντος άρθρου, ο υπολογισµός των σταθµισµένων ανοιγµάτων δύναται να τροποποιηθεί σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.3, 11 παρ.3, 12 παρ.2 και 13 παρ.2 της παρούσας Απόφασης.
 
6. Ένα χρηµατοδοτικό άνοιγµα για το οποίο αποκτάται µείωση του πιστωτικού κινδύνου δεν επιτρέπεται, σε καµία περίπτωση, να οδηγεί σε µεγαλύτερο ποσό σταθµισµένου ανοίγµατος ή αναµενόµενης ζηµιάς από ένα ταυτόσηµο άνοιγµα για το οποίο δεν υπάρχει µείωση του πιστωτικού κινδύνου.
 
7. Όταν το σταθµισµένο άνοιγµα, περιλαµβάνει ήδη πιστωτική προστασία βάσει του κεφαλαίου Ι της παρούσας Απόφασης ή σύµφωνα µε την Π∆/ΤΕ 2589/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Προσέγγιση Εσωτερικών ∆ιαβαθµίσεων» κατά περίπτωση, ο υπολογισµός της πιστωτικής προστασίας δεν αναγνωρίζεται πλέον βάσει του παρόντος κεφαλαίου.
 
 
 
Άρθρο 8
Υπολογισµός της επίπτωσης των χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων
 
1. Για τον υπολογισµό της επίπτωσης των χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων στο σταθµισµένο κατά κίνδυνο άνοιγµα, σύµφωνα µε τον άρθρο 6, παρ. 2, στοιχείο α, υποστοιχείο (i) της παρούσας Απόφασης,  οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µπορούν να επιλέξουν µία από τις εξής  µεθόδους: 
 
α. Την Απλή Μέθοδο Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων, σύµφωνα µε την οποία ο συντελεστής στάθµισης για το καλυµµένο από την εξασφάλιση µέρος του ανοίγµατος υποκαθίσταται µε το συντελεστή στάθµισης της εξασφάλισης, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο 10 παρ.3 της παρούσας Απόφασης.
 
β. Την Αναλυτική Μέθοδο Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων, σύµφωνα µε την οποία αναπροσαρµόζεται η αξία του ανοίγµατος, µε βάση την αξία της εξασφάλισης, τη µεταβλητότητα τόσο της εξασφάλισης όσο και του ανοίγµατος και την τυχόν αναντιστοιχία ληκτότητάς τους, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο 11 παρ. 3 της παρούσας Απόφασης.
 
2. ∆εν επιτρέπεται η συνδυασµένη χρήση των Μεθόδων της παραγράφου 1 ανωτέρω.
 
3. Οι αποδεκτές, για σκοπούς υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων, µορφές χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων εξαρτώνται από τη µέθοδο υπολογισµού της επίπτωσης που οι εξασφαλίσεις αυτές έχουν στο σταθµισµένο κατά κίνδυνο άνοιγµα (απλή ή αναλυτική µέθοδος). Όσον αφορά τις συµβάσεις επαναγοράς και τις συµβάσεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων, η επιλεξιµότητα εξαρτάται επίσης από το εάν η συναλλαγή καταχωρείται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.
 
4. Η επίπτωση των συµβάσεων διµερούς συµψηφισµού, που καλύπτουν συµφωνίες επαναγοράς και/ή συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εµπορευµάτων και/ή άλλες συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς µε έναν αντισυµβαλλόµενο, µπορεί να αναγνωρίζεται µόνο εφόσον η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ακολουθεί την Αναλυτική Μέθοδο Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων και µόνο εφόσον οι λαµβανόµενες εξασφαλίσεις και οι τίτλοι ή τα εµπορεύµατα που λαµβάνονται µε δανεισµό στο πλαίσιο τέτοιων συµβάσεων πληρούν τις απαιτήσεις επιλεξιµότητας των εξασφαλίσεων του άρθρου 11 παρ. 2 της παρούσας Απόφασης.
 
 
 
Άρθρο 9
Ελάχιστες προϋποθέσεις για την αναγνώριση της χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας
 
1. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα τεκµηριώνει ικανοποιητικά ότι διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων, που της επιτρέπουν να ελέγχει τους κινδύνους στους οποίους ενδέχεται να εκτεθεί ως αποτέλεσµα της εφαρµογής τεχνικών µείωσης του πιστωτικού κινδύνου. Ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει µείωση του πιστωτικού κινδύνου που αναγνωρίζεται για τον υπολογισµό των σταθµισµένων ποσών,
η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών  θα συνεχίζει να αξιολογεί πλήρως τον πιστωτικό κίνδυνο του υποκείµενου ανοίγµατος και θα είναι σε θέση να τεκµηριώνει ικανοποιητικά ότι συµµορφώνεται µε την απαίτηση αυτή. Στην περίπτωση των συναλλαγών επαναγοράς και/ή δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εµπορευµάτων, το υποκείµενο άνοιγµα ισούται, µόνο για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, µε το καθαρό ποσό του ανοίγµατος.
 
2. Για να γίνουν δεκτές, για σκοπούς υπολογισµού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι Χρηµατοοικονοµικές Εξασφαλίσεις πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
 
(α) Ύπαρξη χαµηλής συσχέτισης µεταξύ της πιστωτικής ποιότητας του οφειλέτη και της αξίας της χρηµατοοικονοµικής εξασφάλισης.
 
Οι τίτλοι που εκδίδονται από τον οφειλέτη ή από συνδεδεµένη µε αυτόν οντότητα του ιδίου οµίλου, κατά την έννοια του ΚΝ 2190/1920, δεν γίνονται αποδεκτοί. Ωστόσο, τα εκδιδόµενα από τον ίδιο τον οφειλέτη καλυµµένα οµόλογα είναι αποδεκτά, όταν παρέχονται ως εξασφάλιση για συναλλαγές επαναγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
 
(β) Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών  πληρούν όλες τις συµβατικές και κανονιστικές απαιτήσεις και λαµβάνουν όλα τα αναγκαία µέτρα για να εξασφαλίσουν ότι µπορούν να επικαλεσθούν τις συµβάσεις χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων, βάσει της νοµοθεσίας που εφαρµόζεται στα δικαιώµατά τους από αυτές τις εξασφαλίσεις. Επίσης έχουν προβεί σε επαρκή νοµικό έλεγχο, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι οι συµβάσεις των εξασφαλίσεων είναι εκτελεστές σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία κατά τη σύναψη της σύµβασης, προβαίνουν δε κατά περίπτωση σε νέο νοµικό έλεγχο για να επιβεβαιώσουν ότι οι συµβάσεις εξακολουθούν να είναι εκτελεστές.
 
(γ) Οι συµβάσεις των εξασφαλίσεων είναι σαφώς τεκµηριωµένες και περιλαµβάνουν µία σαφή και αποτελεσµατική διαδικασία για την έγκαιρη ρευστοποίηση της εξασφάλισης. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών  διαθέτουν αποτελεσµατικές διαδικασίες και µηχανισµούς για τον έλεγχο όλων των κινδύνων που προέρχονται από τη χρήση των εξασφαλίσεων, συµπεριλαµβανοµένου του κινδύνου διακοπής ή µείωσης της πιστωτικής προστασίας, του κινδύνου αποτίµησης των εξασφαλίσεων, του κινδύνου τερµατισµού της πιστωτικής προστασίας και του κινδύνου συγκέντρωσης που απορρέει από τη χρήση εξασφαλίσεων  και την αλληλεπίδραση  µε το συνολικό προφίλ κινδύνου της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
 
(δ) Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών διαθέτουν καταγεγραµµένες πολιτικές και πρακτικές αναφορικά µε τα είδη και τα ποσά των εξασφαλίσεων που γίνονται αποδεκτά.
 
(ε) Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζουν την αγοραία αξία της εξασφάλισης και την αναπροσαρµόζουν τουλάχιστον κάθε έξι µήνες και όποτε έχουν λόγους να πιστεύουν ότι έχει επέλθει σηµαντική µείωση της αγοραίας αξίας.
 
(στ) Εάν η εξασφάλιση βρίσκεται «εις χείρας τρίτου», η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών  λαµβάνει µέτρα για να διασφαλίσει ότι το τρίτο µέρος αποµονώνει την εξασφάλιση από τα δικά του περιουσιακά στοιχεία.
 
(ζ) Επιπλέον των παραπάνω απαιτήσεων, η πιστωτική προστασία δεν αναγνωρίζεται στην απλή µέθοδο χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων, παρά µόνο εάν έχει εναποµένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ίση µε την εναποµένουσα ληκτότητα του ανοίγµατος.
 
3. Οι συµβάσεις-πλαίσια συµψηφισµού, οι οποίες καλύπτουν συναλλαγές επαναγοράς, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εµπορευµάτων και/ή άλλες συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς αναγνωρίζονται, για τους σκοπούς της παρούσας Απόφασης, εάν ικανοποιούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
 
(α)  Οι συµβάσεις έχουν νοµική ισχύ και είναι εκτελεστές σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία, καλύπτουν δε και περιπτώσεις αφερεγγυότητας ή πτώχευσης ενός αντισυµβαλλοµένου.
 
(β)  Σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης, συµπεριλαµβανοµένων των περιπτώσεων αφερεγγυότητας ή πτώχευσης ενός αντισυµβαλλόµενου, οι συµβάσεις παρέχουν το δικαίωµα στον αντισυµβαλλόµενο που δεν αθέτησε τις υποχρεώσεις του να τερµατίσει και να κλείσει ταχέως όλες τις συναλλαγές που υπάγονται στις συµβάσεις αυτές.
 
(γ)  Οι συµβάσεις επιτρέπουν το συµψηφισµό κερδών και ζηµιών από συναλλαγές που καλύπτουν, κατά τρόπο ώστε το ένα µέρος να οφείλει στο άλλο ένα µόνο καθαρό ποσό.
 
(δ)  Πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου για την αναγνώριση των χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων.
 
4. Για να γίνουν δεκτές, για σκοπούς υπολογισµού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι καταθέσεις µετρητών ή µέσων εξοµοιούµενων µε µετρητά, που τηρούνται σε τρίτο ίδρυµα χωρίς σύµβαση θεµατοφυλακής και είναι ενεχυρασµένα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση, πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
 
(α)  Η απαίτηση του πιστούχου έναντι του τρίτου ιδρύµατος ενεχυράζεται ανοικτά ή εκχωρείται στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση, η δε ενεχύραση / εκχώρηση έχει νοµική ισχύ και είναι εκτελεστή σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία.
 
(β)  Η ενεχύραση/εκχώρηση κοινοποιείται στο τρίτο ίδρυµα, το οποίο εποµένως δεν µπορεί να πραγµατοποιεί πληρωµές παρά µόνο στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση ή σε τρίτους, που εξουσιοδοτούνται από αυτό.
 
(γ) Το ενέχυρο ή η εκχώρηση δεν υπόκειται σε αίρεση ή ανάκληση.
 
5. Για να γίνουν δεκτά, για σκοπούς υπολογισµού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, τα ασφαλιστήρια συµβόλαια ζωής ενεχυρασµένα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση, πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
 
(α)  Η επιχείρηση που παρέχει την ασφάλιση ζωής αναγνωρίζεται ως πάροχος µη χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παρ. 23, εδάφιο α. ι.(8) της Π∆/ΤΕ 2588/20.8.2007 «Υπολογισµός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύµφωνα µε την Τυποποιηµένη Προσέγγιση».
 
(β)  Το ασφαλιστήριο συµβόλαιο ζωής ενεχυράζεται ανοικτά ή εκχωρείται στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση.
 
(γ)  Η ενεχύραση ή εκχώρηση κοινοποιείται στην επιχείρηση που παρέχει την ασφάλιση ζωής, η οποία δεν δύναται, µετά την κοινοποίηση αυτή, να καταγγείλει το ασφαλιστήριο ή να καταβάλει ποσά που οφείλονται βάσει του ασφαλιστηρίου χωρίς τη συναίνεση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση.
 
(δ)  Το ασφαλιστήριο συµβόλαιο ζωής έχει δηλωµένη αξία εξαγοράς, το ποσό της οποίας δεν µπορεί να µειωθεί.
 
(ε)  Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση έχει το δικαίωµα να καταγγείλει το ασφαλιστήριο συµβόλαιο και να λάβει σε εύθετο χρόνο την αξία εξαγοράς του σε περίπτωση αθέτησης του αντισυµβαλλοµένου.
 
(στ) Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση ενηµερώνεται για κάθε περίπτωση µη πληρωµής στο πλαίσιο του ασφαλιστηρίου συµβολαίου ζωής.
 
(ζ)  Η πιστωτική προστασία παρέχεται για όλη τη διάρκεια της πίστωσης. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, επειδή το ασφαλιστήριο συµβόλαιο λήγει πριν από τη λήξη της σύµβασης πίστωσης, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διασφαλίσει ότι οι χρηµατοροές που προκύπτουν από το ασφαλιστήριο συµβόλαιο θα χρησιµεύσουν στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ως εξασφάλιση µέχρι τη λήξη της σύµβασης πίστωσης.
 
(η)  Το ενέχυρο είναι εκτελεστό σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία.
 
 
Άρθρο 10 
Απλή µέθοδος χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων
 
1. Στο πλαίσιο της Απλής Μεθόδου Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων, εάν υπάρχει αναντιστοιχία της ληκτότητας του ανοίγµατος και της ληκτότητας της προστασίας, οι εξασφαλίσεις  δεν αναγνωρίζονται.
 
2.  Οι εξασφαλίσεις που γίνονται αποδεκτές στο πλαίσιο της Απλής Μεθόδου Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων, εφόσον πληρούνται και οι ειδικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 της παρούσας Απόφασης, είναι οι ακόλουθες:
 
i.  Καταθέσεις µετρητών ή µέσων εξοµοιούµενων µε µετρητά που τηρούνται στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση (π.χ. πιστοποιητικά καταθέσεων).
 
ii.  Χρεωστικοί τίτλοι που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. ή από αποδεκτό Ο.Ε.Π. και εντάσσονται στη βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 4, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 4 της παρούσας Απόφασης, εφόσον έχουν εκδοθεί από:
 
(1)  κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες,
 
(2) περιφερειακές κυβερνήσεις, τοπικές αρχές ή οργανισµούς του δηµόσιου τοµέα, που σταθµίζονται µε το συντελεστή της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας στην οποία βρίσκονται,
 
(3) πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης ή διεθνείς οργανισµούς, τα ανοίγµατα έναντι των οποίων σταθµίζονται µε συντελεστή 0%, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 5 της παρούσας Απόφασης.
 
iii. Χρεωστικοί τίτλοι που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. και εντάσσονται στη βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 4 της παρούσας Απόφασης, εφόσον έχουν εκδοθεί από:
 
(1) ιδρύµατα,
 
(2) περιφερειακές κυβερνήσεις, τοπικές αρχές, ή οργανισµούς του δηµόσιου τοµέα, που δεν σταθµίζονται µε το συντελεστή της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας στην οποία εδρεύουν,
 
(3) πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης, τα ανοίγµατα έναντι των οποίων σταθµίζονται µε συντελεστή διαφορετικό από το 0%.
 
iv. Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από ιδρύµατα, αλλά δεν έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α., γίνονται αποδεκτοί εφόσον ικανοποιούν όλα τα παρακάτω κριτήρια:
 
(1) είναι εισηγµένοι σε αναγνωρισµένο χρηµατιστήριο,
 
(2) δεν είναι τίτλοι µειωµένης εξασφάλισης
 
(3) όλες οι άλλες εκδόσεις χρεωστικών τίτλων µε την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα, που εκδίδονται από το ίδιο ίδρυµα, έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. και εντάσσονται στη βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 4 της παρούσας Απόφασης,
 
(4) η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιεί τους τίτλους ως πιστωτική προστασία δεν έχει στην διάθεσή της πληροφορίες που να δικαιολογούν την κατάταξη των εν λόγω τίτλων σε βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας χειρότερης από την 3,
 
(5) η δυνατότητα ρευστοποίησης των εν λόγω τίτλων κρίνεται επαρκής, µε σύµφωνη γνώµη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
 
v. Χρεωστικοί τίτλοι που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. και εντάσσονται στη βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 4 της παρούσας Απόφασης  και εκδίδονται από εκδότες πέραν των αναφερόµενων στα εδάφια i – iii ανωτέρω.
 
vi. Χρεωστικοί τίτλοι που έχουν βραχυπρόθεσµη πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. και εντάσσονται στη βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 4 της παρούσας Απόφασης.
 
Όσον αφορά τα εδάφια (ii), (iii), (v) και (vi) της παρούσας παραγράφου, εάν ένας τίτλος έχει λάβει δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από επιλέξιµους E.O.Π.Α., εφαρµόζεται η δυσµενέστερη από αυτές. Εάν ένας τίτλος έχει λάβει περισσότερες από δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από επιλέξιµους Ε.Ο.Π.Α., εφαρµόζονται οι δύο ευνοϊκότερες αξιολογήσεις εφόσον συµπίπτουν. Εάν οι δύο ευνοϊκότερες αξιολογήσεις δεν συµπίπτουν, εφαρµόζεται η δυσµενέστερη.
 
vii. Μετοχές ή µετατρέψιµες οµολογίες που περιλαµβάνονται σε κύριο δείκτη αναγνωρισµένου χρηµατιστηρίου.
 
viii. Χρυσός.
 
ix.  Μερίδια Οργανισµών Συλλογικών Επενδύσεων (ΟΣΕ), εφόσον ικανοποιούνται οι εξής προϋποθέσεις:
 
(1) η τιµή τους δηµοσιεύεται καθηµερινά,
 
(2) ο ΟΣΕ επενδύει µόνο στα χρηµατοοικονοµικά µέσα που είναι αποδεκτά ως εξασφαλίσεις σύµφωνα µε τα εδάφια (i). έως (viii) ανωτέρω.
 
Η χρήση από τον ΟΣΕ παράγωγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων για την αντιστάθµιση θέσεων σε αποδεκτές επενδύσεις δεν καθιστά τα µερίδιά του µη αποδεκτές εξασφαλίσεις.
 
3.  Η επίπτωση των χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων στον πιστωτικό κίνδυνο υπολογίζεται ως εξής.
 
i.  Ως αξία της εξασφάλισης λαµβάνεται η αξία της σε τιµές αγοράς, όπως προκύπτει από αποτίµηση που γίνεται τουλάχιστον κάθε έξι µήνες και σε κάθε περίπτωση που η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει βάσιµες ενδείξεις ότι η αξία της εξασφάλισης έχει µειωθεί σηµαντικά.
 
ii.  Για τον υπολογισµό της επίπτωσης των χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων στις κεφαλαιακές απατήσεις χρησιµοποιείται η µέθοδος της υποκατάστασης. Ειδικότερα, στο τµήµα του ανοίγµατος που καλύπτεται από την εξασφάλιση εφαρµόζεται ο συντελεστής στάθµισης που θα εφαρµοζόταν σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο κεφάλαιο Ι της παρούσας Απόφασης, αν το άνοιγµα αφορούσε το µέσο που χρησιµοποιείται ως εξασφάλιση. Ο συντελεστής στάθµισης του τµήµατος που καλύπτεται από την εξασφάλιση δεν µπορεί να είναι µικρότερος από 20%, µε την επιφύλαξη των εδαφίων (iii) έως (vi) που ακολουθούν. Στο υπόλοιπο τµήµα του ανοίγµατος εφαρµόζεται ο συντελεστής στάθµισης που θα εφαρµοζόταν σε ένα µη εξασφαλισµένο άνοιγµα έναντι του αντισυµβαλλοµένου, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο κεφάλαιο Ι της παρούσας Απόφασης.
 
iii.  Εφαρµόζεται συντελεστής 0% στο εξασφαλισµένο τµήµα του ανοίγµατος στις περιπτώσεις που τόσο το άνοιγµα όσο και η εξασφάλιση είναι εκπεφρασµένα στο ίδιο νόµισµα και η εξασφάλιση έχει µορφή:
 
(1) είτε κατάθεσης µετρητών ή µέσου εξοµοιούµενου µε µετρητά (π.χ. πιστοποιητικά καταθέσεων),
 
(2)  είτε χρεωστικών τίτλων, που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες ή πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης ή διεθνείς οργανισµούς ή τοπικές κυβερνήσεις ή αρχές, τα ανοίγµατα έναντι των οποίων σταθµίζονται ως ανοίγµατα έναντι των κυβερνήσεων των κρατών στα οποία βρίσκονται, που λαµβάνουν συντελεστή στάθµισης 0%, και η αξία της εξασφάλισης έχει αποµειωθεί κατά 20%.
 
iv.  Στο πλαίσιο συναλλαγών επαναγοράς και/ή συναλλαγών δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων στο εξασφαλισµένο τµήµα του ανοίγµατος εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 0%, εφόσον πληρούνται όλα τα παρακάτω κριτήρια:
 
(1) Τόσο το άνοιγµα όσο και η εξασφάλιση συνίστανται σε µετρητά ή χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες ή τοπικές κυβερνήσεις ή αρχές, ∆ηµόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισµούς τα ανοίγµατα έναντι των οποίων σταθµίζονται ως ανοίγµατα έναντι των κυβερνήσεων των κρατών στα οποία βρίσκονται ή πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης ή διεθνείς οργανισµούς, που λαµβάνουν συντελεστή στάθµισης 0%.
 
(2)  Τόσο το άνοιγµα όσο και η εξασφάλιση είναι εκπεφρασµένα στο ίδιο νόµισµα.
 
(3)  Είτε η ληκτότητα της συναλλαγής δεν υπερβαίνει τη µία ηµέρα είτε το άνοιγµα και η εξασφάλιση υπόκεινται αµφότερα σε καθηµερινή αποτίµηση ή σε καθηµερινό επανακαθορισµό των περιθωρίων ασφαλείας.
 
(4) Το χρονικό διάστηµα µεταξύ της τελευταίας καθηµερινής αποτίµησης πριν από τη µη ικανοποίηση της απαίτησης για κατάθεση περιθωρίου ασφάλισης από τον αντισυµβαλλόµενο και της ρευστοποίησης της εξασφάλισης δεν υπερβαίνει τις τέσσερις εργάσιµες ηµέρες.
 
(5) Η συναλλαγή διακανονίζεται σε σύστηµα διακανονισµού µε αποδεδειγµένη αποτελεσµατικότητα για αυτό το είδος συναλλαγής.
 
(6) Η σύµβαση συνοδεύεται από τα τυποποιηµένα έγγραφα που αναγνωρίζονται στην αγορά για τις συναλλαγές επαναγοράς ή τις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας των σχετικών τίτλων.
 
(7) Η συναλλαγή περιλαµβάνει έγγραφες ρήτρες που ορίζουν ότι εάν ο αντισυµβαλλόµενος δεν εκπληρώσει υποχρέωση παράδοσης µετρητών ή τίτλων ή αθετήσει άλλη υποχρέωση, η συναλλαγή µπορεί να τερµατιστεί αµέσως 
 
(8) Ο αντισυµβαλλόµενος είναι βασικός συµµετέχων στην αγορά.
 
v. Στο πλαίσιο συναλλαγών επαναγοράς και/ή συναλλαγών δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων και εφόσον πληρούνται τα παραπάνω κριτήρια (1) εως (7), αλλά ο αντισυµβαλλόµενος δεν είναι βασικός συµµετέχων στην αγορά, στο εξασφαλισµένο τµήµα του ανοίγµατος εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης 10%.
 
vi.  Στα ανοίγµατα που δηµιουργούνται από συναλλαγές σε εξωχρηµατιστηριακά παράγωγα, που υπόκεινται σε καθηµερινή αποτίµηση και εφόσον δεν υπάρχει αναντιστοιχία νοµισµάτων, εφαρµόζεται συντελεστής στάθµισης:
 
(1) 0%, στο βαθµό και κατά την έκταση που είναι εξασφαλισµένα µε µετρητά ή µέσα εξοµοιούµενα µε µετρητά,
 
(2) 10%, στο βαθµό και κατά την έκταση που είναι εξασφαλισµένα µε χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες ή πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης ή διεθνείς οργανισµούς ή τοπικές κυβερνήσεις ή αρχές, τα ανοίγµατα έναντι των οποίων αντιµετωπίζονται ως ανοίγµατα έναντι των κυβερνήσεων, στη δικαιοδοσία των οποίων αυτές υπάγονται και στις οποίες εφαρµόζεται  συντελεστής στάθµισης 0%, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο κεφάλαιο ΙΙ της παρούσας Απόφασης.
 
 
Άρθρο 11
Αναλυτική µέθοδος χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων.
 
1. Η πιστωτική προστασία δεν αναγνωρίζεται εάν:
 
i. υπάρχει αναντιστοιχία ληκτότητας και η αρχική ληκτότητα της προστασίας είναι µικρότερη από 1 έτος, ή
 
ii. η εναποµένουσα ληκτότητα της προστασίας είναι µικρότερη τόσο της ληκτότητας του ανοίγµατος όσο και των τριών µηνών.                                                                                                 
 
 
2. Οι µορφές εξασφάλισης που γίνονται αποδεκτές στο πλαίσιο της Αναλυτικής Μεθόδου Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων, εφόσον πληρούνται και οι ειδικότερες προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 της παρούσας Απόφασης, είναι:
 
i.  οι εξασφαλίσεις που γίνονται αποδεκτές στο πλαίσιο της Απλής Μεθόδου Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων,
 
ii.  µετοχές ή µετατρέψιµες οµολογίες που δεν περιλαµβάνονται σε κύριο δείκτη αλλά είναι διαπραγµατεύσιµες σε αναγνωρισµένο χρηµατιστήριο,
 
iii.  µερίδια ΟΣΕ, εφόσον ικανοποιούνται οι εξής προϋποθέσεις:
 
(1) η τιµή τους δηµοσιεύεται καθηµερινά.
 
(2) ο ΟΣΕ επενδύει µόνο στους τίτλους που είναι αποδεκτοί ως εξασφαλίσεις, σύµφωνα µε τα εδάφια (i) έως (viii) της παραγράφου   2 του άρθρου 10 και του εδαφίου (ii) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
                                                                                                                                                                    
Η χρήση από τον ΟΣΕ παράγωγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων για την αντιστάθµιση επιτρεπόµενων επενδύσεων δεν καθιστά τα µερίδιά του µη αποδεκτές εξασφαλίσεις.
 
3.  Σύµφωνα µε την µέθοδο αυτή, η αξία τόσο της εξασφάλισης όσο και του ανοίγµατος αναπροσαρµόζονται µε βάση τη µεταβλητότητά τους, µε την εφαρµογή σε αυτές κατάλληλων συντελεστών προσαρµογής. Η πλήρως προσαρµοσµένη αξία του ανοίγµατος E*, όπως υπολογίζεται λαµβάνοντας υπόψη και τυχόν αναντιστοιχία της ληκτότητας, είναι η αξία ανοίγµατος για τους σκοπούς του Κεφαλαίου Ι  της παρούσας Απόφασης. Προκειµένου περί των εκτός ισολογισµού στοιχείων που απαριθµούνται στο Παράρτηµα I της παρούσας Απόφασης, ως Ε* λαµβάνεται η αξία που θα πρέπει να πολλαπλασιαστεί µε τα οριζόµενα στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της παρούσας Απόφασης ποσοστά, για να υπολογισθεί η αξία του ανοίγµατος. Ειδικότερα:
 
 
i.  Η προσαρµοσµένη για µεταβλητότητα αξία της εξασφάλισης ισούται µε:
 
CVA = C x (1-HC-HFX), όπου:
CVA: Η προσαρµοσµένη για µεταβλητότητα αξία της εξασφάλισης
C: Η αγοραία αξία της εξασφάλισης
HC: Συντελεστής προσαρµογής για µεταβλητότητα για το είδος της εξασφάλισης
HFX: Συντελεστής προσαρµογής για µεταβλητότητα αναντιστοιχίας νοµισµάτων
 
 
ii. Η προσαρµοσµένη για µεταβλητότητα αξία ανοίγµατος, µε την επιφύλαξη της υποπαραγράφου (iii) κατωτέρω, ισούται µε:
 
 
EVA = E x (1+HE), όπου:
EVA: Η προσαρµοσµένη για µεταβλητότητα αξία του ανοίγµατος
E: Η αξία του ανοίγµατος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της παρούσας Απόφασης,
µε επιφύλαξη του σηµείου iii (1) παρακάτω (αν δεν υπήρχε εξασφάλιση).
HE: Συντελεστής προσαρµογής για µεταβλητότητα για το είδος ανοίγµατος.
 
 
iii.  Για τον προσδιορισµό του ανοίγµατος λαµβάνονται υπόψη τα εξής:
 
(1) Για τα ανοίγµατα εκτός ισολογισµού δεν εφαρµόζονται στο στάδιο αυτό οι συντελεστές που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2  της παρούσας Απόφασης.
 
(2) Για τα ανοίγµατα που προκύπτουν από εξωχρηµατιστηριακά παράγωγα, τα οποία καλύπτονται από συµφωνίες συµψηφισµού που αναγνωρίζονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύµφωνα µε την Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 4/459/27.12.2007 «Υπολογισµός κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο αγοράς», η αξία της εξασφάλισης προσαρµόζεται για µεταβλητότητα αναντιστοιχίας νοµισµάτων, εφόσον υπάρχει αναντιστοιχία µεταξύ του νοµίσµατος της εξασφάλισης και του νοµίσµατος διακανονισµού. Ακόµη και στην περίπτωση που στις συναλλαγές, οι οποίες καλύπτονται από τη συµφωνία συµψηφισµού, εµπλέκονται διάφορα νοµίσµατα, εφαρµόζεται µία µόνο προσαρµογή για αναντιστοιχία νοµισµάτων.
 
iv.  Η προσαρµοσµένη για αναντιστοιχία ληκτότητας αξία της εξασφάλισης ισούται µε :
 
CVAM = CVA x (t-t*)/(T-t*), όπου:
CVAM: Η πλήρως προσαρµοσµένη για µεταβλητότητα και αναντιστοιχία
ληκτότητας αξία της εξασφάλισης
CVA: Το ελάχιστο µεταξύ της προσαρµοσµένης για µεταβλητότητα αξίας της
εξασφάλισης και της αξίας του ανοίγµατος
T: το ελάχιστο µεταξύ της ληκτότητας του ανοίγµατος, και 5 ετών,
t: το ελάχιστο µεταξύ της ληκτότητας της εξασφάλισης και του Τ
t*: 0,25
 
v.  Η πλήρως προσαρµοσµένη αξία ανοίγµατος, εάν ληφθεί υπόψη η µεταβλητότητα
και η επίπτωση της εξασφάλισης στη µείωση του κινδύνου, υπολογίζεται ως εξής:

E* = max {0, [EVA - CVAM]} όπου:
E*: Η πλήρως πρσαρµοσµένη αξία του ανοίγµατος
EVA: Η πλήρως προσαρµοσµένη για µεταβλητότητα αξία του ανοίγµατος
CVAΜ: Η πλήρως προσαρµοσµένη για µεταβλητότητα και τυχόν αναντιστοιχία ληκτότητας αξία της εξασφάλισης
 
 
vi. Οι Συντελεστές προσαρµογής για µεταβλητότητα που θα χρησιµοποιούν οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ορίζονται ως εξής:
 
(1) Για τα διάφορα είδη ανοίγµατος και εξασφαλίσεων όπως καθορίζονται στους πίνακες 1-3:

Πίνακας 1:Χρεωστικοί Τίτλοι
  Βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας Εναποµένουσα ληκτότητα  Προσαρµογές για µεταβλητότητα (%) για χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από τις οντότητες των: 
  Άρθρο 10 παρ.2 εδαφιο ii  Άρθρο 10 παρ.2 εδάφια iii και v 
  Περίοδος ρευστοποίησης σε ηµέρες 
  20 10 5 20 10 5
  1 ≤ 1 έτους  0,707 0,5 0,354 1,414 1 0,707
    >1 ≤ 5 ετών  2,828 2 1.414 5,657 4 2,828
    > 5 ετών  5,657 4 2,828 11,314 8 5,657
  2-Μαρ ≤ 1 έτους  1,414 1 0,707 2,828 2 1,414
    >1 ≤ 5 ετών  4,243 3 2,121 8,485 6 4,243
    > 5 ετών  8,485 6 4,243 16,971 12 8,485
  4 ≤ 1 έτος  21,213 15 10,607 Μη αποδεκτό 
    >1 ≤ 5 ετών  21,213 15 10,607
    > 5 ετών  21,213 15 10,607
Πίνακας 2: Χρεωστικοί τίτλοι µε βραχυπρόθεσµη πιστοληπτική αξιολόγηση
  Βαθµίδα πιστωτικής ποιότητας  Προσαρµογές για µεταβλητότητα (%) για χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από τις οντότητες των: 
  Άρθρο 10 παρ.2 εδάφιο ii  Άρθρο 10 παρ.2 εδάφια iii και v 
    Περίοδος ρευστοποίησης σε ηµέρες 
    20 10 5 20 10 5
  1 0,707 0,5 0,354 1,414 1 0,707
  2-Μαρ 1,414 1 0,707 2,828 2 1,414
Πίνακας 3 Λοιπές εξασφαλίσεις / ανοίγµατα
  Είδος Εξασφάλισης  Περίοδος ρευστοποίησης σε ηµέρες (%) 
    20 10 5
  Μετοχές ή µετατρέψιµα οµόλογα που περιλαµβάνονται σε σηµαντικό δείκτη,  21,213 15 10,607
  Άλλες µετοχές ή µετατρέψιµα οµόλογα που διαπραγµατεύονται σε αναγνωρισµένο χρηµατιστήριο  35,355 25 17,678
  Μετρητά  0 0 0
  Χρυσός  21,213 15 10,607

(2) Για την περίπτωση αναντιστοιχίας νοµίσµατος µεταξύ ανοίγµατος και
εξασφάλισης όπως καθορίζονται στον πίνακα 4:
 
 
Πίνακας 4 :Αναντιστοιχία νοµίσµατος
  Περίοδος ρευστοποίησης σε ημέρες
  20 10 5
  11,314 8 5,657

vii. Η περίοδος ρευστοποίησης καθορίζεται ανάλογα με το είδος της συναλλαγής ως εξής:
 
Πίνακας 5
  Είδος συναλλαγής  Περίοδος ρευστοποίησης 
  Πιστώσεις µε εξασφάλιση  20 εργάσιµες ηµέρες 
  Συναλλαγές επαναγοράς(1), δανειοδοσίας/δανειοληψίας τίτλων  5 εργάσιµες ηµέρες 
  Λοιπές συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς  10 εργάσιµες ηµέρες 
(1) Εφόσον δεν περιλαµβάνουν µεταβίβαση εµπορευµάτων ή  εγγυηµένων δικαιωµάτων κυριότητας επί εµπορευµάτων
 
viii. Στo πλαίσιο των συναλλαγών επαναγοράς ή δανειοδοσίας ή δανειοληψίας µη αποδεκτών τίτλων ή εµπορευµάτων, η προσαρµογή για µεταβλητότητα που εφαρµόζεται στους τίτλους αυτούς καθώς και στα εµπορεύµατα είναι ίδια µε εκείνη που εφαρµόζεται στις µη περιλαµβανόµενες σε σηµαντικό δείκτη µετοχές, που είναι όµως διαπραγµατεύσιµες σε αναγνωρισµένο χρηµατιστήριο, δηλαδή 17,678% για τους µη αποδεκτούς τίτλους και 25% για εµπορεύµατα.
 
ix. Για µερίδια ΟΣΕ που είναι αποδεκτής µορφής εξασφάλιση, ο συντελεστής προσαρµογής µεταβλητότητας είναι ο σταθµισµένος µέσος όρος των συντελεστών προσαρµογής για µεταβλητότητα που θα εφαρµόζονταν, λαµβανοµένης υπόψη της περιόδου ρευστοποίησης της συναλλαγής, στα στοιχεία ενεργητικού στα οποία έχει επενδύσει ο οργανισµός. Αν η σύνθεση των επενδύσεων του ΟΣΕ δεν είναι γνωστή στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση, τότε η προσαρµογή για µεταβλητότητα είναι η υψηλότερη προσαρµογή για µεταβλητότητα που θα εφαρµοζόταν σε οποιοδήποτε από τα στοιχεία ενεργητικού, στα οποία επιτρέπεται στον οργανισµό να επενδύει.
 
x. Για τους µη διαβαθµισµένους χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από ιδρύµατα και πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 10 παρ. 2 (iv) οι προσαρµογές για µεταβλητότητα είναι ίδιες µε εκείνες που εφαρµόζονται στους τίτλους που εκδίδονται από ιδρύµατα ή επιχειρήσεις, των οποίων η εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση αντιστοιχίζεται µε τις βαθµίδες πιστωτικής ποιότητας 2 ή 3.
 
xi. Όσον αφορά τους συντελεστές προσαρµογής για µεταβλητότητα που προσδιορίζονται από την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών µε εσωτερικά υποδείγµατα ισχύουν τα ακόλουθα: 
 
(1) Η χρήση εσωτερικών υποδειγµάτων για τον υπολογισµό των συντελεστών προσαρµογής της µεταβλητότητας επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω υπόδειγµα έχει αναγνωριστεί για τον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη των κινδύνων αγοράς, στο πλαίσιο της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 4/459/27.12.2007 «Υπολογισµός κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο αγοράς», όπως εκάστοτε ισχύει.
 
(2) Η περίοδος ρευστοποίησης είναι η ίδια κατά κατηγορία συναλλαγών µε την οριζόµενη στον Πίνακα 5 παραπάνω. Αν κατά την εκτίµηση των συντελεστών προσαρµογής έχουν χρησιµοποιηθεί διαφορετικές περίοδοι ρευστοποίησης, οι συντελεστές αναπροσαρµόζονται σύµφωνα µε την παρακάτω εξίσωση:
 
               ______
ΗM = ΗN √ΤMN  όπου:

ΗM: η προσαρµογή για µεταβλητότητα που αντιστοιχεί στην περίοδο ρευστοποίησης TM.
ΗN: η προσαρµογή για µεταβλητότητα µε βάση την περίοδο ρευστοποίησης TN.
ΤM : η προβλεπόµενη στον Πίνακα 5 περίοδος ρευστοποίησης
ΤN : η χρησιµοποιούµενη περίοδος ρευστοποίησης
 
(3)  Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιµοποιούν τη µέθοδο των εσωτερικών εκτιµήσεων προσαρµογής δύνανται να υπολογίζουν ένα συντελεστή προσαρµογής µεταβλητότητας για κάθε κατηγορία χρεωστικών τίτλων, που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. τουλάχιστον ισοδύναµη ή καλύτερη της επενδυτικής κλάσης. Οι χρεωστικοί τίτλοι εντάσσονται σε κατηγορίες, µε βάση το είδος του εκδότη, την πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α., την εναποµένουσα ληκτότητα και τον τροποποιηµένο µέσο σταθµικό δείκτη διάρκειας (modified duration) των τίτλων. Οι εκτιµήσεις µεταβλητότητας της κατηγορίας πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικές των τίτλων, τους οποίους η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εντάσσει στη σχετική κατηγορία.
 
(4) Για τους χρεωστικούς τίτλους, των οποίων η πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. είναι χαµηλότερη της επενδυτικής κλάσης και για τις άλλες αποδεκτές εξασφαλίσεις, οι προσαρµογές για µεταβλητότητα πρέπει να υπολογίζονται χωριστά για κάθε τίτλο.
 
(5) Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που χρησιµοποιούν τη µέθοδο των εσωτερικών εκτιµήσεων προσαρµογής για µεταβλητότητα, εκτιµούν τη µεταβλητότητα της εξασφάλισης ή την αναντιστοιχία ληκτότητας για κάθε εξασφάλιση, χωρίς να λαµβάνουν υπόψη τυχόν συσχετίσεις µεταξύ µη εξασφαλισµένου ανοίγµατος, εξασφάλισης και/ή συναλλαγµατικών ισοτιµιών.
 
(6) Εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιλέξει να χρησιµοποιήσει τη µέθοδο των εσωτερικών εκτιµήσεων προσαρµογής για
µεταβλητότητα, πρέπει να την εφαρµόσει σε όλα τα είδη µέσων, µε την εξαίρεση των µη σηµαντικών χαρτοφυλακίων, για τα οποία µπορεί να χρησιµοποιήσει τη µέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρµογής για µεταβλητότητα.
 
(7) Κατά τον υπολογισµό των προσαρµογών µεταβλητότητας χρησιµοποιείται µονόπλευρο διάστηµα εµπιστοσύνης 99%.
 
xii. Όσον αφορά την προσαρµογή για µεγαλύτερες περιόδους αποτίµησης ισχύουν τα ακόλουθα:
 
Oι προσαρµογές για µεταβλητότητα, που προβλέπονται στα εδάφια (vi) έως (x) ανωτέρω, έχουν εκτιµηθεί µε βάση την παραδοχή ότι η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών προβαίνει σε καθηµερινή αποτίµηση των εξασφαλίσεων / ανοιγµάτων. Παροµοίως, όταν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών χρησιµοποιεί εσωτερικές εκτιµήσεις προσαρµογών µεταβλητότητας σύµφωνα µε εδάφιο (xi) οι εκτιµήσεις αυτές πρέπει να υπολογίζονται κατ’ αρχήν µε βάση την καθηµερινή αποτίµηση. Εάν η αποτίµηση πραγµατοποιείται µε συχνότητα µικρότερη της καθηµερινής, οι συντελεστές υπολογίζονται µε βάση την παρακάτω εξίσωση:


Σας παραπέμπουμε στο πρωτότυπο κείμενο.
 
           

xiii Όσον αφορά τους συντελεστές µεταβλητότητας για συναλλαγές επαναγοράς και συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ισχύουν τα ακόλουθα:
 
Ειδικά όσον αφορά τις συναλλαγές επαναγοράς και τις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων, εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών χρησιµοποιεί τη µέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρµογής για µεταβλητότητα ή τη µέθοδο των εσωτερικών εκτιµήσεων, επιτρέπεται στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να εφαρµόζουν προσαρµογή για µεταβλητότητα 0%, εφόσον ικανοποιούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις. Η ευχέρεια αυτή δεν είναι διαθέσιµη σε Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που εφαρµόζουν εσωτερικά υποδείγµατα για την εκτίµηση του πλήρως προσαρµοσµένου ανοίγµατος, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 12 παράγραφος 2 εδάφιο vii της παρούσας Απόφασης.
 
(α) Τόσο το άνοιγµα όσο και η εξασφάλιση συνίστανται σε µετρητά ή χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές
τράπεζες ή τοπικές κυβερνήσεις ή αρχές, ∆ηµόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισµούς, τα ανοίγµατα έναντι των οποίων αντιµετωπίζονται ως ανοίγµατα έναντι των κυβερνήσεων των κρατών στα οποία βρίσκονται ή πολυµερείς τράπεζες ανάπτυξης ή διεθνείς οργανισµούς, που λαµβάνουν συντελεστή στάθµισης 0%.
 
(β) Τόσο το άνοιγµα όσο και η εξασφάλιση είναι εκπεφρασµένα στο ίδιο νόµισµα.
 
(γ) Είτε η ληκτότητα της συναλλαγής δεν υπερβαίνει τη µία ηµέρα είτε το άνοιγµα και η εξασφάλιση υπόκεινται αµφότερα σε καθηµερινή αποτίµηση ή σε καθηµερινό επανακαθορισµό των περιθωρίων ασφαλείας.
 
(δ) Το χρονικό διάστηµα µεταξύ της τελευταίας καθηµερινής αποτίµησης πριν από τη µη ικανοποίηση της απαίτησης κατάθεσης περιθωρίου ασφάλισης από τον αντισυµβαλλόµενο και της ρευστοποίησης της εξασφάλισης δεν αναµένεται να υπερβαίνει τις τέσσερις εργάσιµες ηµέρες.
 
(ε) Η συναλλαγή διακανονίζεται σε σύστηµα διακανονισµού µε αποδεδειγµένη αποτελεσµατικότητα για αυτό το είδος συναλλαγής.
 
(στ) Η σύµβαση συνοδεύεται από τα τυποποιηµένα έγγραφα που αναγνωρίζονται στην αγορά για τις συναλλαγές επαναγοράς ή τις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας των σχετικών τίτλων.
 
(ζ) Η συναλλαγή περιλαµβάνει έγγραφες ρήτρες που ορίζουν ότι, εάν ο αντισυµβαλλόµενος δεν εκπληρώσει υποχρέωση παράδοσης µετρητών ή τίτλων ή αθετήσει άλλη υποχρέωση, η συναλλαγή µπορεί να τερµατιστεί αµέσως.
 
(η) Ο αντισυµβαλλόµενος είναι βασικός συµµετέχων στην αγορά.
 
Εάν οι αρµόδιες αρχές άλλου κράτους-µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπουν την εφαρµογή της παραπάνω αντιµετώπισης στις συναλλαγές επαναγοράς ή στις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων που εκδίδονται από την κεντρική κυβέρνηση του κράτους-µέλους τους, θα επιτρέπεται στις Ελληνικές Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να εφαρµόσουν την ίδια αντιµετώπιση στις συναλλαγές αυτές.
 
xiv. Εάν η εξασφάλιση συνίσταται σε περισσότερα του ενός αναγνωρισµένα στοιχεία, η προσαρµογή για µεταβλητότητα δίνεται από τη σχέση:


Σας παραπέμπουμε στο πρωτότυπο κείμενο.


 
Άρθρο 12
Συµβάσεις-πλαίσια συµψηφισµού, οι οποίες καλύπτουν συναλλαγές επαναγοράς,  συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εµπορευµάτων και/ή άλλες συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς
 
1.  Οι συµβάσεις-πλαίσια συµψηφισµού, οι οποίες καλύπτουν συναλλαγές επαναγοράς, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εµπορευµάτων και/ή άλλες συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς, γίνονται δεκτές ως τεχνικές µείωσης πιστωτικού κινδύνου, µόνο εφόσον η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών χρησιµοποιεί την Αναλυτική Μέθοδο Χρηµατοοικονοµικών Εξασφαλίσεων και ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 9 της παρούσας Απόφασης.
 
2. Κατά τον υπολογισµό της επίπτωσης των συµβάσεων-πλαισίων συµψηφισµού στον πιστωτικό κίνδυνο ισχύουν τα εξής:
 
i. Με την επιφύλαξη του εδαφίου (vii) της παρούσας παραγράφου, κατά τον υπολογισµό της «πλήρως προσαρµοσµένης αξίας ανοίγµατος» (E*) για τα ανοίγµατα που υπάγονται σε αποδεκτή σύµβαση-πλαίσιο συµψηφισµού που καλύπτει συναλλαγές επαναγοράς και/ή συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων και εµπορευµάτων και/ή άλλες συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς, οι εφαρµοζόµενες προσαρµογές για µεταβλητότητα υπολογίζονται είτε µε τη µέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρµογής για µεταβλητότητα είτε µε τη µέθοδο των εσωτερικών εκτιµήσεων προσαρµογής για µεταβλητότητα, µε τις ίδιες προϋποθέσεις και απαιτήσεις όπως για την αναλυτική µέθοδο χρηµατοοικονοµικών εξασφαλίσεων.
 
ii. Η καθαρή θέση σε κάθε είδος τίτλου ή εµπορεύµατος υπολογίζεται αφαιρώντας από τη συνολική αξία των τίτλων ή των εµπορευµάτων αυτού του είδους, που δίνονται σε δανεισµό, πωλούνται ή παραδίδονται δυνάµει της  σύµβασης-πλαισίου, τη συνολική αξία των τίτλων ή των εµπορευµάτων του ιδίου είδους, που λαµβάνονται µε δανεισµό, αγοράζονται ή παραλαµβάνονται δυνάµει της σύµβασης. Ως «είδος τίτλου» στο σηµείο αυτό νοούνται οι τίτλοι που εκδίδονται από την ίδια οντότητα, έχουν την ίδια ηµεροµηνία έκδοσης και την ίδια ληκτότητα και υπόκεινται στους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και στις ίδιες περιόδους ρευστοποίησης του Πίνακα 5 του άρθρου 11 της παρούσας Απόφασης.
 
iii. Η καθαρή θέση σε κάθε νόµισµα, εκτός του νοµίσµατος διακανονισµού της σύµβασης-πλαισίου συµψηφισµού, υπολογίζεται αφαιρώντας από τη συνολική αξία των τίτλων στο σχετικό νόµισµα, που δίνονται σε δανεισµό, πωλούνται ή παραδίδονται δυνάµει της σύµβασης-πλαισίου  πλέον του ποσού µετρητών στο νόµισµα αυτό, που δίνεται σε δανεισµό, πωλείται ή µεταβιβάζεται δυνάµει της σύµβασης, τη συνολική αξία των τίτλων σε αυτό το νόµισµα, που λαµβάνονται µε δανεισµό, αγοράζονται ή παραλαµβάνονται δυνάµει της συµφωνίας, συν το ποσό µετρητών στο νόµισµα αυτό που λαµβάνεται µε δανεισµό ή παραλαµβάνεται δυνάµει της σύµβασης.
 
iv. Η κατά περίπτωση προσαρµογή για µεταβλητότητα, για δεδοµένο είδος τίτλου ή θέσης σε µετρητά, εφαρµόζεται στην απόλυτη τιµή της καθαρής θετικής ή αρνητικής θέσης στους τίτλους της εν λόγω κατηγορίας.
 
v. Η προσαρµογή για µεταβλητότητα λόγω κινδύνου συναλλάγµατος (fx) εφαρµόζεται στην καθαρή θετική ή αρνητική θέση σε κάθε νόµισµα, εκτός του νοµίσµατος διακανονισµού της σύµβασης-πλαισίου συµψηφισµού.
 
vi. Η πλήρως προσαρµοσµένη αξία ανοίγµατος E* υπολογίζεται µε τον ακόλουθο τύπο:
 
E*=max{0, [(∑(E)-∑(C))+∑(|καθαρή θέση σε κάθε τίτλο|xHsec)+(∑|Efx|xHfx)]}

όπου:

Ε: Η αξία ανοίγµατος που θα αποδιδόταν σε κάθε χωριστό άνοιγµα στη
σύµβαση-πλαίσιο ελλείψει της πιστωτικής προστασίας.
C: Η αξία των τίτλων / εµπορευµάτων που λαµβάνονται µε δανεισµό,
αγοράζονται ή παραλαµβάνονται ή τα µετρητά που λαµβάνονται µε
δανεισµό ή παραλαµβάνονται για καθένα από τα ανοίγµατα αυτά. 
∑(E): Το άθροισµα όλων των E στη σύµβαση-πλαίσιο.
∑(C): Το άθροισµα όλων των C στη σύµβαση-πλαίσιο.
Efx: Η καθαρή θέση (θετική ή αρνητική) σε δεδοµένο νόµισµα εκτός του νοµίσµατος διακανονισµού όπως αυτή υπολογίζεται σύµφωνα µε το σηµείο (iii) ανωτέρω.
Hsec: Η κατάλληλη για δεδοµένο είδος τίτλου προσαρµογή για µεταβλητότητα.
Hfx:  Η προσαρµογή για µεταβλητότητα λόγω κινδύνου συναλλάγµατος.
 
vii. Χρήση Εσωτερικών Υποδειγµάτων για τον υπολογισµό της πλήρως προσαρµοσµένης αξίας ανοίγµατος.
 
(1) Η χρήση εσωτερικών υποδειγµάτων για τον υπολογισµό της πλήρως προσαρµοσµένης αξίας ανοίγµατος, που οφείλεται στην εφαρµογή σύµβασης πλαισίου συµψηφισµού που καλύπτει συναλλαγές επαναγοράς, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εµπορευµάτων και/ή άλλες συναλλαγές µε όρους κεφαλαιαγοράς, εκτός από συναλλαγές που αφορούν παράγωγα χρηµατοοικονοµικά προϊόντα (µέσα), επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω υπόδειγµα έχει αναγνωριστεί για τον υπολογισµό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη των κινδύνων αγοράς στο πλαίσιο της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 4/459/27.12.2007 «Υπολογισµός κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο αγοράς».
 
(2) Ειδικά για τις συναλλαγές επαναγοράς και/ή τις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων και εµπορευµάτων θα εφαρµόζεται περίοδος ρευστοποίησης 5 ηµερών.
 
(3) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί επίσης να εγκρίνει τη χρήση εσωτερικών υποδειγµάτων για την εκτίµηση της πλήρως προσαρµοσµένης καθαρής αξίας ανοίγµατος που προέρχεται από συναλλαγές δανεισµού έναντι περιθωρίου.
 
(4) Τα εσωτερικά υποδείγµατα, που χρησιµοποιούνται για το σκοπό αυτό, παρέχουν εκτιµήσεις της δυνητικής µεταβολής της αξίας ανοίγµατος που δεν καλύπτεται από εξασφάλιση, έχοντας τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη τις συσχετίσεις των θέσεων σε τίτλους.
 
(5)Εάν η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιθυµεί να χρησιµοποιήσει µία µέθοδο εσωτερικού υποδείγµατος, πρέπει να την εφαρµόσει σε όλους τους αντισυµβαλλόµενους και σε όλους τους τίτλους, µε την εξαίρεση των µη σηµαντικών χαρτοφυλακίων, για τα οποία µπορεί να χρησιµοποιήσει τη µέθοδο των εποπτικών συντελεστών ή των εσωτερικών εκτιµήσεων προσαρµογής µεταβλητότητας, σύµφωνα µε τα παραπάνω εδάφια (i)  έως (vi).
 
(6) Η πλήρως προσαρµοσµένη αξία ανοίγµατος (E*), εφόσον χρησιµοποιείται εσωτερικό υπόδειγµα, δίνεται από την εξίσωση:
 
E* = max {0, [(∑E - ∑C) + (VaR του εσωτερικού υποδείγµατος)]} όπου:

E: Η αξία ανοίγµατος που θα εφαρµοζόταν σε κάθε χωριστό άνοιγµα στη σύµβαση-πλαίσιο ελλείψει της πιστωτικής προστασίας.
C:  Η αξία των τίτλων που λαµβάνονται µε δανεισµό, αγοράζονται ή παραλαµβάνονται ή των µετρητών που λαµβάνονται µε δανεισµό ή παραλαµβάνονται για καθένα από τα ανοίγµατα αυτά.
∑(E):Το άθροισµα όλων των E στη σύµβαση-πλαίσιο.
∑(C):Το άθροισµα όλων των C στη σύµβαση-πλαίσιο.
 
 
 
Άρθρο 13 
Λοιπές µορφές χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας

1. Οι αποδεκτές λοιπές µορφές χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας είναι οι ακόλουθες: 
 
i. Καταθέσεις µετρητών ή µέσων εξοµοιούµενων µε µετρητά που τηρούνται σε τρίτο ίδρυµα χωρίς σύµβαση θεµατοφυλακής και είναι ενεχυρασµένα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση, εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στην παράγραφο 4 του άρθρου 9 της παρούσας Απόφασης.
 
ii. Ασφαλιστήρια συµβόλαια ζωής ενεχυρασµένα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στην παράγραφο 5 του άρθρου 9 της παρούσας Απόφασης.
 
iii. Μέσα εκδιδόµενα από ίδρυµα µε δυνατότητα επαναγοράς σε πρώτη ζήτηση.
 
2. Αναφορικά µε την επίπτωση των λοιπών µορφών χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας στον πιστωτικό κίνδυνο ισχύουν τα εξής:
 
i. Η πιστωτική προστασία που παρέχουν οι καταθέσεις µετρητών ή µέσων εξοµοιούµενων µε µετρητά, που τηρούνται σε τρίτο ίδρυµα χωρίς σύµβαση θεµατοφυλακής και είναι ενεχυρασµένα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση, µπορεί να αντιµετωπίζεται ως εγγύηση από το τρίτο ίδρυµα.
 
ii. Η πιστωτική προστασία που παρέχουν ασφαλιστήρια συµβόλαια ζωής ενεχυρασµένα στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που παρέχει την πιστοδότηση µπορεί να αντιµετωπίζεται ως εγγύηση από την επιχείρηση που παρέχει την ασφάλιση ζωής. Η αξία της αναγνωριζόµενης πιστωτικής προστασίας είναι η αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συµβολαίου ζωής.
 
iii. Η πιστωτική προστασία που παρέχουν τα µέσα τα εκδιδόµενα από ίδρυµα µε δυνατότητα επαναγοράς σε πρώτη ζήτηση µπορούν να αντιµετωπίζονται ως εγγύηση από το ίδρυµα που τα εκδίδει. Η αξία της αναγνωριζόµενης πιστωτικής προστασίας ορίζεται ως ακολούθως:
 
(1) Εάν το µέσο πρόκειται να επαναγοραστεί στην ονοµαστική του αξία, η αξία αυτή είναι η αξία της πιστωτικής προστασίας.
 
(2) Εάν το µέσο πρόκειται να επαναγοραστεί στην αγοραία τιµή του, η αξία της πιστωτικής προστασίας υπολογίζεται µε τον ίδιο τρόπο που υπολογίζεται για χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από ιδρύµατα και δεν έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισµένο Ε.Ο.Π.Α. 
 

Άρθρο 14
Συνδυασµός των τεχνικών µείωσης του πιστωτικού κινδύνου
 
1. Σε περίπτωση που ένα µεµονωµένο άνοιγµα καλύπτεται µε περισσότερα µέσα µείωσης του πιστωτικού κινδύνου, δηλαδή µε µέσα χρηµατοδοτούµενης και µη χρηµατοδοτούµενης πιστωτικής προστασίας όπως ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της παρούσας Απόφασης,  το εν λόγω άνοιγµα διαιρείται σε τµήµατα που καλύπτονται καθένα από ένα είδος µέσου µείωσης του πιστωτικού κινδύνου και υπολογίζεται χωριστά ένα σταθµισµένο ποσό για κάθε τµήµα.
 
2. Εάν η πιστωτική προστασία που παρέχεται από έναν πάροχο προστασίας έχει περισσότερες διαφορετικές ληκτότητες, εφαρµόζεται κατ’ αναλογία η ανωτέρω µέθοδος.
 

Άρθρο 15
 
Υποβολή αναφορών κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι πιστωτικού κινδύνου
 
Τα στοιχεία υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι πιστωτικού κινδύνου υποβάλλονται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρθρο 6 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/459/27.12.2007 «Πλαίσιο υπολογισµού κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών».



Άρθρο 16 
Τελικές ∆ιατάξεις

1. Τα επισυναπτόµενα Παραρτήµατα αποτελούν αναπόσπαστο µέρος της παρούσας Απόφασης.
 
2. Η ισχύς της παρούσας Απόφασης αρχίζει από την 1/1/2008.
 
3. Από τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισµού.
 
4. Η Απόφαση αυτή να δηµοσιευθεί στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β΄).


Ο Γραµµατέας
  
  
Ο Πρόεδρος
  
Αλέξιος Α. Πιλάβιος 
  
  
Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
  
Αναστάσιος Θ. Γαβριηλίδης


Τα Μέλη
 







ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΕΚΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
 
Υψηλός κίνδυνος:
- Εγγυήσεις που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων
- Πιστωτικά παράγωγα
- Τίτλοι αποδοχής
- Οπισθογραφήσεις αξιόγραφων που δεν φέρουν την υπογραφή άλλου πιστωτικού ιδρύµατος
- Συναλλαγές µε δικαίωµα προσφυγής υπέρ του αγοραστή
- Ανέκκλητες stand-by πιστωτικές επιστολές που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων
- Στοιχεία ενεργητικού που έχουν αγοραστεί βάσει συµφωνιών µελλοντικής αγοράς
- Καταθέσεις προθεσµίας επί προθεσµία («forward forward deposits»)
- Μη καταβληθέν τµήµα µερικώς πληρωθέντων τίτλων και µετοχών
- Πράξεις προσωρινής εκχώρησης και εκχώρησης µε υποχρέωση επαναγοράς 
- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης υψηλό κίνδυνο.
 
Μέσος κίνδυνος:
- Εγγυήσεις και ασφάλειες (περιλαµβανοµένων των εγγυήσεων συµµετοχής σε διαγωνισµό, των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης, των τελωνειακών και φορολογικών εγγυήσεων) και εγγυήσεις που δεν αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων
- Ανέκκλητες stand-by πιστωτικές επιστολές που δεν αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων 
- Μη χρησιµοποιηθείσες πιστωτικές ευχέρειες (υποχρεώσεις δανεισµού, αγοράς τίτλων, παροχής εγγυήσεων και διευκολύνσεις αποδοχής) µε αρχική ληκτότητα µεγαλύτερη του ενός έτους
- Ευχέρειες έκδοσης αξιών («Note issuance facilities NIF») και ανανεούµενες ασφαλιστικές ευχέρειες («Revolving underwriting facilities RUF»), και
- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης µέσο κίνδυνο 
 

Μέτριος κίνδυνος:
- Μη αξιοποιηθείσες πιστωτικές ευχέρειες (υποχρεώσεις δανειοδότησης, αγοράς τίτλων, παροχής εγγυήσεων και διευκολύνσεις αποδοχής) µε αρχική ληκτότητα ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο, που δεν µπορούν να ακυρωθούν άνευ όρων ανά πάσα στιγµή χωρίς προειδοποίηση ή δεν προβλέπουν αυτόµατη ακύρωση εξαιτίας της χειροτέρευσης της φερεγγυότητας του δανειολήπτη, και
- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης µέτριο κίνδυνο 
 
Χαµηλός κίνδυνος:
- Μη αξιοποιηθείσες πιστωτικές ευχέρειες (υποχρεώσεις δανειοδότησης, αγοράς τίτλων, παροχής εγγυήσεων και διευκολύνσεις αποδοχής), µε αρχική ληκτότητα ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο, που µπορούν να ακυρωθούν άνευ όρων ανά πάσα στιγµή χωρίς προειδοποίηση ή προβλέπουν αυτόµατη ακύρωση εξαιτίας της χειροτέρευσης της φερεγγυότητας του πιστούχου. Λιανικά πιστωτικά όρια µπορούν να θεωρηθούν ως ακυρώσιµα άνευ όρων, όταν οι όροι επιτρέπουν στην Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών να τα ακυρώσει µέχρι το ανώτατο επιτρεπόµενο ποσό, βάσει της νοµοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή και της συναφούς νοµοθεσίας, και
- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης χαµηλό κίνδυνο 
 
 
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΕΙ∆Η ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ
 
1. Συµβάσεις επιτοκίου
α. Συµβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων στο ίδιο νόµισµα (single-currency interest rate swaps)
β. Συµβάσεις ανταλλαγής κυµαινοµένων επιτοκίων διαφορετικής βάσης (basis swaps)
γ. Προθεσµιακές συµφωνίες επιτοκίου (forward rate agreements)
δ. Συµβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης Επιτοκίων (interest rate futures)
ε. Αγορασθέντα δικαιώµατα προαίρεσης επιτοκίου (interest rate options purchased), και
στ. Άλλες συµβάσεις παρεµφερούς φύσεως.
 
2. Συµβάσεις συναλλάγµατος και συµβάσεις χρυσού
α. Συµβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων σε διαφορετικά νοµίσµατα (cross-currency interest rate swaps)
β. Προθεσµιακές πράξεις συναλλάγµατος (forward foreign-exchange contracts)
γ. Συµβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης Επιτοκίων συναλλάγµατος
δ. Αγορασθέντα δικαιώµατα προαιρέσεως συναλλάγµατος (currency options purchased)
ε. Άλλες συµβάσεις παρεµφερούς φύσεως 
στ. Συµβάσεις χρυσού παρεµφερείς µε εκείνες των στοιχείων α έως ε της παρούσας παραγράφου.
 
3. Συµβάσεις παρεµφερούς φύσεως µε εκείνες της παραγράφου 1, στοιχεία (α) έως (ε) και παραγράφου 2 στοιχεία (α) έως (δ) του παρόντος Παραρτήµατος επί άλλων στοιχείων αναφοράς ή επί δεικτών. Τούτο περιλαµβάνει τουλάχιστον όλα τα µέσα που απαριθµούνται στα σηµεία (δ) έως (ζ), (θ) και (ι) του άρθρου 5 του Ν.3606/2007 και τα οποία δεν περιλαµβάνονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος Παραρτήµατος.
 
 
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
 
ΧΩΡΕΣ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

1. ΒΕΛΓΙΟ (ΕΕ)
2. ΚΑΝΑ∆ΑΣ
3. ΓΑΛΛΙΑ (ΕΕ)
4. ΓΕΡΜΑΝΙΑ (ΕΕ)
5. ΙΤΑΛΙΑ (ΕΕ)
6. ΙΑΠΩΝΙΑ
7. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ (ΕΕ)
8. ΟΛΛΑΝ∆ΙΑ (ΕΕ)
9. ΙΣΠΑΝΙΑ (ΕΕ)
10. ΝΟΡΒΗΓΙΑ
11. ΕΛΒΕΤΙΑ 
12. ΑΓΓΛΙΑ (ΕΕ)
13. ΗΠΑ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο