Δημοσιεύθηκε στις : [ 22-07-2009 ]

Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1981 Αριθ. Αποφάσεως 120/1980 - ΦΕΚ τ. Β΄ 1303 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΝ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ

(Αριθ. Αποφάσεως 120/1980 - ΦΕΚ τ. Β΄ 1303 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΝ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Αριθ. Αποφάσεως 120/1980 - ΦΕΚ τ. Β΄ 1303 ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΝ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ

Το Δευτεροβάθµιο Διοικητικόν Διαιτητικόν Δικαστήριον Αθηνών, συγκείµενον εκ των, Θεοδώρου Μέκαλη Εφέτου, ως Προέδρου, Αλκιβιάδου Μοσχονησίου Διευθυντού του Υπουργείου Εργασίας επί βαθµώ 3ο, Κλεοβούλου Μπέµπη εκπροσώπου του Συνδέσµου Ελληνικών Βιοµηχανιών, Αντωνίου Κοµιώτη κοινού εκπροσώπου των εν διενέξει εργοδοτικών οργανώσεων, ως εναλλασσοµένου εργοδοτικού µέλους, Νικολάου Σαφαλή αναπληρωτού, εκπροσώπου των µισθωτών του τακτικού Νικολάου Παπαγεωργίου µη παραστάντος λόγω κωλύµατος, Κων/νου Μαυρίκου εκπροσώπου της Γενικής Συνοµοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, ως εναλλασσοµένου εργατικού µέλους, απάντων ως µελών αυτού. Συνεδρίασαν δηµοσία εν τω Καταστήµατι του Υπουργείου Εργασίας την 12ην Δεκεµβρίου 1980 ηµέραν Παρασκευήν και ώραν 12:00 παρουσία του Γραµµατέως αυτού Κων/νου Ρίζου και του βοηθού γραµµατέως Γεωργίου Καλλιτέρη υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας, ίνα αποφανθεί επί εφέσεων υποβληθεισών υπό 1) Συνδέσµου Ελληνικών Βιοµηχανιών, 2) Γενικής Συνοµοσπονδίας Επαγγελµατιών-Βιοτεχνών Ελλάδος, 3) των Εµπορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και 4) Γενικής Συνοµοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, απασών κατά της υπ' αριθ. 134/80 αποφάσεως του ΠΔΔΔ Αθηνών, αφορώσης εις την αύξησιν των γενικών κατωτάτων ορίων µισθών και ηµεροµισθίων των µισθωτών της χώρας εκδοθείσης εις επίλυσιν διενέξεως µεταξύ των, 1) Συνδέσµου Ελληνικών Βιοµηχανιών, 2) Γενικής Συνοµοσπονδίας Επαγγελµατιών-Βιοτεχνών Ελλάδος και 3) των Εµπορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης αφ' ενός και αφ' ετέρου της Γενικής Συνοµοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, των µεν εκκαλουσών και εφεσιβλήτων εργοδοτικών οργανώσεων παραστασών δια των εκπροσώπων των και των πληρεξουσίων των δικηγόρων ήτοι, 1) του Συνδέσµου Ελληνικών Βιοµηχανιών, δια του δικηγόρου Αντων. Βάγια, 2) της Γενικής Συνοµοσπονδίας Επαγγελµατιών -Βιοτεχνών Ελλάδος δια του δικηγόρου Δηµητρίου Πέγκου, 3) των Εµπορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, δια Βασ. Βουτσαρά, της δε εκκαλούσης και εφεσιβλήτου Γενικής Συνοµοσπονδίας Εργατών Ελλάδος δια των νοµικών συµβούλων της ΓΣΕΕ Νικολάου Βιτώρη και Ιωάννου Αραχωβίτη, δικηγόρων. Προκειµένης συζητήσεως και διαπιστωθέντος υπό του Προέδρου του νοµίµου της συγκροτήσεως του Δικαστηρίου. Λαβών γνώσιν των υποβληθεισών εφέσεων και των λοιπών εν τω φακέλλω εγγράφων. Ακούσαν των πληρεξουσίων των δικηγόρων αναπτυξάντων προφορικώς τας απόψεις των και αναφερθέντων εις τα υποµνήµατά των. Λαβών υπ' όψιν και τας απόψεις του εκπροσώπου του Υπουργείου Συντονισµού Γεωργίου Στειροπούλου.

ΙΔΟΝ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ -ΣΚΕΦΘΕΝ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟΝ

Επειδή αι υπό των εν διενέξει µερών υποβληθείσαι εφέσεις κατά της υπ' αριθ. 134/80 αποφάσεως του ΠΔΔΔ Αθηνών, ησκήθησαν νοµοτύπως και εµπροθέσµως, δια τύποις δεκταί είναι και περαιτέρω εξεταστέαι καθίστανται συνεκδικαζόµεναι λόγω προδήλου συνάφειας. Επειδή κατ' άρθρον 15 παρ. 3 του Ν. 3239/55 τα Διοικητικά Διαιτητικά Δικαστήρια, κατά την έρευναν της διαφοράς και την έκδοσιν των αποφάσεών των, οφείλουν να λαµβάνουν υπ' όψιν και να σταθµίζουν τας κοινωνικάς και οικονοµικάς ανάγκας τας οποίας εξυπηρετούν οι µέλλοντες να υποχρεωθούν, δι' αυτών, εργοδόται, και την οικονοµικήν και τεχνικήν των αντοχήν, αφ' ενός και αφ' ετέρου το επίπεδον της αµοιβής της εργασίας, εν σχέσει προς το κόστος ζωής, τους όρους, τας συνθήκας και το είδος της παρεχόµενης εργασίας, πάντα δε ταύτα εις το πλαίσιον του γενικωτέρου συµφέροντος της Εθνικής Οικονοµίας. Επειδή από τα υπ' όψιν του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία και την επί του Δηµοσίου προϋπολογισµού έτους 1981 έκθεσιν προκύπτει ότι δια το 1980 αναµένεται αύξησις του ακαθορίστου εγχωρίου προϊόντος εις σταθεράς µεν τιµάς κατά 1,3% εις τρεχούσας δε αγοραίας κατά 21,5%. Και είναι µεν αληθές ότι η αύξησις αύτη υπελείφθει της κατά το αµέσως προηγούµενον έτος 1979, σηµειωθείσης εκ 3,7% και 23% αντιστοίχως, ουχί ήττον όµως και παρά τα µικρότερα ταύτα ποσοστά παρά δε και την δυσµενή διεθνή συγκυρίαν, διεµορφώθη πραγµατικόν µέγεθος του ακαθρίστου εγχωρίου προϊόντος υψηλότερον εκείνου του προηγούµενου έτους. Δια το 1981, κατά την, επί του Δηµοσίου προϋπολογισµού, έκθεσιν, αναµένονται έτι ικανοποιητικώτεραι εξελίξεις του ακαθαρίστου εγχωρίου προϊόντος, αφού αι αναµενόµεναι αυξήσεις προσδιορίζονται εις σταθεράς µεν τιµάς εις 3% εις τρεχούσας δε αγοραίας εις 21%. Εξ ετέρου, κατά το έτος 1980 και δη από της 1ης Ιανουαρίου, το γενικόν κατώτατον όριον ηµεροµισθίου (ηµεροµίσθιον ασφαλείας) ηυξήθη κατά 15%, επί τω σκοπώ καλύψεως των αναµενοµένων τότε εξελίξεων εις τα επίπεδα κόστους ζωής, κατά το εν λόγω έτος. Ουχί ήττον όµως κατά την, από του Δεκεµβρίου 1979 µέχρι Οκτωβρίου 1980, περίοδον ο γενικός δείκτης τιµών καταναλωτικού εσηµείωσεν αύξησιν της τάξεως του 18,2% αναµένεται δεκαι αι περαιτέρω αυξητική µεταβολή, κατά τους εποµένουςτου Οκτωβρίου δυο µήνας, ώστε εντεύθεν ναδικαιολογείται µεν ο γενόµενος υπό του Πρωτ. Διοικ. Διαιτ. Δικαστηρίου προσδιορισµόςτου γεν. κατωτάτου ορίου ηµεροµισθίου, εις το εν τη εκκαλουµένη αποφάσει ύψος, προκειµένου του περαιτέρου υπολογισµού επ' αυτού των, δια το 1981, αυξήσεων, ουχί όµως και ο καθορισµός του ηµεροµισθίου τούτου, από χρόνου προτεγενεστέρου της 1ης Ιανουαρίου 1981, λαµβανοµένου υπ' όψιν ότι ναι µεν το τελικώς διαµορφωθησόµενον µεταξύ αρχής και τέλους της δωδεκαµήνου περιόδου ποσοστόν αυξήσεως του γεν. δείκτου τιµών καταναλωτού θα είναι υψηλότερον της, από 1ης Ιανουαρίου 1980 χορηγηθείσης αυξήσεως, πλην όµως η αύξησις αύτη, προεξοφλητικώς χορηγηθείσα, προσδιορίζει µηνιαίον µέσον όρον υψηλότερον του αντίστοιχου µέσου µηνιαίου όρου αυξήσεως του γεν. δείκτου τιµών καταναλωτού. Είναι αληθές ότι τόσον από 1ης Ιανουαρίου 1980, όσον και δια της εκκαλουµένης αποφάσεως τα γεν. κατώτατα όρια µισθών των υπαλλήλων (µισθοί ασφαλείας) ηυξήθησαν (και αυξάνονται), κατά ποσοστά υψηλότερα των αντιστοίχων ποσοστών αυξήσεως του γεν. κατωτάτου ορίου ηµεροµισθίου, τούτο όµως διότι τα επίπεδα µισθών ασφαλείας υπολείπονται εις απολύτους αριθµούς των, επί µηνιαίας βάσεως, αντιστοίχων επιπέδων των ηµεροµισθίων ασφαλείας, ώστε εντεύθεν να δικαιολογείται προοδευτική προσαρµογή, ήτις άλλωστε, τουλάχιστον µερικώς, καλύπτεται από τα ισχύοντα υψηλότερα ποσά αφετηρίας των δια των λοιπών συλλογικών συµβάσεων, καθοριζοµένων µισθολογίων των υπαλλήλων. Ως προκύπτει δε περαιτέρω εκ των υπ' όψιν του Δικαστηρίου στοιχείων, η Κυβερνητική πολιτική, αποβλέπει να προστατεύσει το έτος 1981 την αγοραστικήν δύναµιν του εργατικού εισοδήµατος µε διαδικασίας αίτινες θα αποβλέπουν

α) Ως προς τους εργαζόµενους που καλύπτονται από τα κατώτατα όρια ασφαλείας µισθών και ηµεροµισθίων, εις την πλήρη αναπλήρωσιν της αγοραστικής των δυνάµεως µε βάσιν την αύξησιν του τιµαρίθµου,

β) Ως προς τας υπολοίπους κατηγορίας των εργαζοµένων, εις την αποτελεσµατικήν προστασίαν του εισοδήµατός τους, λαµβανοµένων υπόψη των ειδικών συνθηκών που επικρατούν εις κάθε κατηγορίαν.

Το παρόν Δικαστήριον δέχεται ότι οι κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόµενοι στόχοι συνιστούν το γενικώτερον συµφέρον της Εθνικής Οικονοµίας, αφού άλλωστε, ως ήδη εξετέθη, αναµένονται παρά τας επί των επιπέδων των τιµών πιέσεις, ευνοϊκές εξελίξεις εις τα µεγέθη του Εθνικού Εισοδήµατος. Τούτον δοθέντων δέον, επικυρουµένης κατά πλειοψηφίαν, της εκκαλουµένης αποφάσεως κατά τα αντίστοιχα σηµεία, να απορριφθούν τα, περί του αντιθέτου παράπονα, ως ταύτα προκύπτουν εκ των εφετηρίων εγγράφων και των λοιπών, εν τη οικείω φακέλλω δικογράφων, των εφεσιόντων και εν διενέξει µερών. Επειδή ως ήδη εξετέθη η Κυβερνητική πολιτική αποβλέπει και το παρόν Δικαστήριον δέχεται την χορήγησιν αυξήσεως εις τα γεν. κατώτατα όρια µισθών και ηµεροµισθίων (µισθός και ηµεροµίσθια ασφαλείας) προς πλήρη αναπλήρωσιν της αγοραστικής δυνάµεώς των, ήτοι µε βάσιν την αύξησιν του γενικού δείκτου τιµών καταναλωτού. Ακριβώς δε εκ του λόγου τούτου η εκκαλουµένη απόφασις, λαµβάνουσα υπ' όψιν τας υπαρχούσας εκτιµήσεις, δια τας αναµενοµένας µεταβολάς του δείκτου τιµών καταναλωτού, προσδιόρισε το ύψος των χορηγητέων αυξήσεων, από 1ης Ιανουαρίου 1981 και από 1ης Ιουλίου 1981. Ορθώς, περαιτέρω η εκκαλουµένη όρισεν ότι εάν µετεγενεστέρως της 1ης Ιουλίου 1981, καθ' οιονδήποτε τρόπον αυξηθούν οι βασικοί µισθοί των Δηµοσίων Υπαλλήλων, το ποσοστόν καθ' ο θα αυξηθεί ο βασικός µισθός του 10ου βαθµού, προστίθενται εις το κατά:

1) Τα γενικά κατώτατα όρια µηνιαίων µισθών (µισθοί ασφαλείας) των παρ' οιοδήποτε εργοδότη δυνάµει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουµένων υπαλλήλων, αµφοτέρων των φύλων, προσδιοριζόµενα από 1ης Ιανουαρίου 1981:

α. Δια τους άγοντας το 15ον έως και 19ον έτος της ηλικίας των ασχέτως προϋπηρεσίας εις δρχ. 9.224 και

β. Μετά την συµπλήρωσιν του 19ου έτους της ηλικίας των εις δρχ. 10.864 αυξάνονται περαιτέρω ως ακολούθως:

(1) Από της αυτής ηµεροµηνίας, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1981 κατά ποσοστόν 13% και

(2) Από 1ης Ιουλίου 1981 κατά ποσοστόν 20% εν συνόλω.

Το γενικόν κατώτατον όριον ηµεροµισθίου (ηµεροµίσθιον ασφαλείας) των παρ' οιοδήποτε εργοδότη δυνάµει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουµένων καθ' άπασαν την χώραν εργατοτεχνιτών-εργατοτεχνιτριών, µετά την συµπλήρωσιν του 18ου έτους της ηλικίας των, ή προκειµένου περί µαθητευοµένων µηχανοτεχνιτών του κλάδου της σιδηροβιοµηχανίας µετά την συµπλήρωσιν του 18ου έτους της ηλικίας των και ενός έτους τουλάχιστον απασχολήσεως εν τω κλάδω, προσδιοριζόµενον από 1ης Ιανουαρίου 1981 εις δρχ. 500, αυξάνεται περαιτέρω ως ακολούθως:

α. Από της αυτής ηµεροµηνίας, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1981, κατά ποσοστόν 13% και

β. Από 1ης Ιουλίου 1981 κατά ποσοστόν 20% εν συνόλω.

Εάν µετεγενεστέρως της 1ης Ιουλίου 1981, καθ' οιονδήποτε τρόπον αυξηθούν οι βασικοί µισθοί των Δηµοσίων Υπαλλήλων, το ποσοστόν, καθ' οθ' αυξηθεί ο βασικός µισθός του 10ου βαθµού, προστίθεται εις το κατά τας προηγουµένας παραγράφους ποσοστόν 20%, κατά δε το ούτω αθροιστικώς προκύπτουν ποσοστόν, αυξάνονται, από της ηµεροµηνίας αυξήσεως των βασικών µισθών των Δηµοσίων Υπαλλήλων, τα κατά την έναρξιν ισχύος της παρούσης, προσδιοριζόµενα κατώτατα όρια ηµεροµισθίων και βασικών µισθών.

Αι διατάξεις, 1) του άρθρου 2 παρ. 1 της από 26-1-77 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συµβάσεως Εργασίας "περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων µισθών και ηµεροµισθίων κλπ" (Υ.Α. 4943/77 ΦΕΚ 60 τ. Β΄ της 1-2-77), της παρ. 1 εδαφ. α΄περίπτωσις (ββ), και εδάφ. β΄ περίπτωσις (δδ) και (εε) της υπ' αριθ. 10/1976 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (ΦΕΚ 671 τ. Β΄της 20.5.76), της παρ. 3 του άρθρου 1 της από 26.2.75 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συµβάσεως Εργασίας "περί εφαρµογής των αρχών της ίσης αµοιβής αρρένων και θηλέων κλπ." (Υ.Α. 11400/75 ΦΕΚ 276 τ. Β΄της 4-3-75), της παρ. 3 της υπ' αριθµ. 9/78 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών "περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων µισθών και ηµεροµισθίων" (Υ.Α. 9200/78 ΦΕΚ 183 τ. Β΄ της 3-3-78) και των παραγράφων 4 και 6 της υπ' αριθ. 100/79 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, εξακολουθούν ισχύουσαι. Διατηρούνται εν ισχύ, κατά τα ειδικώτερον εν αυταίς οριζόµενα και καθ' ο µέρος δεν τροποποιούνται δια της παρούσης:

α. Αι διατάξεις της από 14-2-1961 Συµπληρωµατικής Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συµβάσεως Εργασίας (Υ.Α. 17411/1961 ΦΕΚ 74 τ. Β΄ της 6-3-61).

β. Αι διατάξεις της από 26-2-75 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συµβάσεως Εργασίας "περί της εφαρµογής των αρχών της ίσης αµοιβής εργασίας αρρένων και θηλέων κλπ" (Υ.Α. 11300/75 ΦΕΚ 276 τ. Β΄της 4-3-75).

γ) Αι διατάξεις της παρ. 2 της υπ' αριθµ. 10/1976 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (Υ.Α. 21378/76 ΦΕΚ 671 τ. Β΄ της 20-5-76), ως αύται ετροποποιήθησαν δια της παρ. 4 της υπ' αριθ. 8/1978 οµοίας (Υ.Α. 9200/1978 ΦΕΚ 183 τ. Β΄ της 3-3-78).

δ) Αι διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6, 7 και 8 της υπ' αριθ. 6/79 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (ΦΕΚ 194 τ. Β΄ 24-2-79).

Τυχόν ανώτεροι των δια της παρούσης καθοριζοµένων, βασικοί µηνιαίοι µισθοί ή ηµεροµίσθια, προβλεπόµενοι υπό Νόµων, Διαταγµάτων, Υπουργικών Αποφάσεων, Συλλογικών Συµβάσεων Εργασίας, Αποφάσεων Διαιτησίας, Εσωτερικών Κανονισµών, Εθίµων, ή υπό των ατοµικών συµβάσεων εργασίας, δεν θίγονται υπό των διατάξεων της παρούσης. Διατηρούναι ωσαύτως εν ισχύι αι ευνοϊκότεραι της παρούσης διατάξεις.

Η ισχύς της παρούσης, υπό τας ανωτέρω διακρίσεις, άρχεται από της 1ης Ιανουαρίου 1981.

Εκρίθη, απεφασίσθη και εγένετο. Εν Αθήναις τη 18η Δεκεµβρίου 1980 Ο Πρόεδρος Ο Γραµµατεύς ΘΕΟΔ. ΜΕΚΑΛΗΣ ΚΩΝ. ΡΙΖΟΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο