Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-03-2009 ]

ΝΟΜΟΣ 3354/2005 Κύρωση της Συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Μοντσεράτ για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

(Κύρωση της Συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Μοντσεράτ για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών οικονομικών σχέσεων)

 

 ΝΟΜΟΣΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3354

ΦΕΚ 150/τ.Α΄/23.06.2005

Κύρωση της Συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Μοντσεράτ για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

ΟΠΡΟΕΔΡΟΣΤΗΣΕΛΛΗΝΙΚΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕκδίδομετονακόλουθονόμοπουψήφισεηΒουλή:

Άρθρο πρώτο

Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία,υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Μοντσεράτ για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚτου Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3312/2005(ΦΕΚ 35 Α), τοκείμενοτηςοποίαςσεπρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής:

ΣΥΜΦΩΝIΑ ΥΠΟΜΟΡΦΗΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ

A. Επιστολή τηςΕλληνικής Δημοκρατίας

Κύριε,

Αναφέρομαι στο κείμενο του προτεινόμενου υποδείγματος «Συμφωνία για τη φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις μεταξύ του υπερπόντιου εδάφους του Ηνωμένου Βασιλείου του Μοντσεράτ και κράτους μέλους της Ε.Ε. που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» που εγκρίθηκαν από την Ομάδα Εργασίας Υψηλού Επιπέδου του ΣυμβουλίουΥπουργώντηςΕυρωπαϊκήςΈνωσηςστις22 Ιουνίου 2004 (έγγρ.10397/04 FISC 126).

Ενόψειτωνπροαναφερθέντωνσυμφωνηθέντωνκειμένων, έχωτηντιμή

-να σας προτείνω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων απόαποταμιεύσεις», όπωςπεριλαμβάνεταιστοΠροσάρτημα1 τηςπαρούσαςεπιστολής,

-να σας προτείνω να τεθεί σε ισχύ η Συμφωνία αυτή κατά την ημερομηνία εφαρμογής της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία ημερομηνία υπόκειται στους όρους που έχουν τεθεί στο Άρθρο 17 (2) της Οδηγίας, και στον όρο της αμοιβαίας ενημέρωσης για την ολοκλήρωση των εσωτερικών συνταγματικών διαδικασιών προκειμένου να τεθεί σε ισχύ ηενλόγωΣυμφωνία,

-να προτείνω την αμοιβαία μας δέσμευση για ανταπόκριση, το συντομότερο δυνατό, στις εσωτερικές μας συνταγματικές διαδικασίες, καθώς και για αμοιβαία ενημέρωση μέσω της επίσημης οδού αμέσως μόλις ολοκληρωθούναυτέςοιδιατυπώσεις.

Έχω την τιμή να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή συνοδευόμενη από το Προσάρτημα 1, και η επιβεβαίωση σας να αποτελέσουν από κοινού Συμφωνία μεταξύ τηςΕλληνικήςΔημοκρατίαςκαιτουΜοντσεράτ.

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

ΓιατηνΕλληνικήΔημοκρατία

Έγινε στις 8 Νοεμβρίου 2004 στην ελληνική και αγγλική γλώσσα σε τρία αντίγραφα

Β.   Επιστολή της Κυβέρνησης του Μοντσεράτ

Κύριε,

Έχω την τιμή να σας γνωστοποιήσω τη λήψη της από 8 Νοεμβρίου 2004 επιστολής σας, η οποία έχει ως ακολούθως:

«Κύριε, Αναφέρομαι στο κείμενο του προτεινόμενου υποδείγματος «Συμφωνία για τη φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις μεταξύ του υπερπόντιου εδάφους του Ηνωμένου Βασιλείου του Μοντσεράτ και κράτους μέλους της Ε.Ε. που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» που εγκρίθηκαν από την Ομάδα Εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 22 Ιουνίου 2004 (έγγρ. 10397/04 FISC 126).

Ενόψει των προαναφερθέντων συμφωνηθέντων κειμένων, έχω την τιμή

-     να σας προτείνω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπως περιλαμβάνεται στο Προσάρτημα 1 της παρούσας επιστολής,

-να σας προτείνω να τεθεί σε ισχύ η Συμφωνία αυτή κατά την ημερομηνία εφαρμογής της Οδηγίας 2003/48/ΈΚ, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία ημερομηνία υπόκειται στους όρους που έχουν τεθεί στο Άρθρο 17 (2) της Οδηγίας, και στον όρο της αμοιβαίας ενημέρωσης για την ολοκλήρωση των εσωτερικών συνταγματικών διαδικασιών προκειμένου να τεθεί σε. ισχύ η εν λόγω Συμφωνία,

-να προτείνω την αμοιβαία μας δέσμευση για ανταπόκριση, το συντομότερο δυνατό, στις εσωτερικές μας συνταγματικές διαδικασίες, καθώς και για αμοιβαία ενημέρωση μέσω της επίσημης οδού αμέσως μόλις ολοκληρωθούν αυτές οι διατυπώσεις.

Έχω την τιμή να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή συνοδευόμενη από το Προσάρτημα 1, και η επιβεβαίωσή σας να αποτελέσουν από κοινού Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Μοντσεράτ.

Με εξαιρετική εκτίμηση».

Είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω ότι η Κυβέρνηση του Μοντσεράτ συμφωνεί με το περιεχόμενο της επιστολής σας.

Με εξαιρετική εκτίμηση,

Για την Κυβέρνηση του Μοντσεράτ

Έγινε στις 7 Απριλίου 2005 στην ελληνική και αγγλική γλώσσα σε τρία αντίγραφα

Προσάρτημα 1

ΣΥΜΦΩΝΙΑΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥΜΟΝΤΣΕΡΑΤΚΑΙΕΛΛΗΝΙΚΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑ ΕΞΗΣ:

1.    Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/48/ΕΟΚ («η οδηγία») του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («το Συμβούλιο») για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις ορίζει ότι πριν από την Ι η Ιανουαρίου 2004, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία και ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2005, υπό τον όρο ότι:

«i) η Ελβετική Συνομοσπονδία, το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου, το Πριγκιπάτο του Μονακό και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία μέτρα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, κατ' εφαρμογή συμφωνιών που θα συνάψουν με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κατόπιν ομόφωνων αποφάσεων του Συμβουλίου,

(ii) όλες οι συμφωνίες ή άλλοι διακανονισμοί που υφίστανται και προβλέπουν ότι τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών με τον ίδιο τρόπο που θεσπίζει το κεφάλαιο Π της παρούσας οδηγίας, (ή, κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 10, επιβάλλουν παρακράτηση του φόρου στην πηγή με τους ίδιους όρους που ορίζονται στα άρθρα 11 και 12)».

2. Οι σχέσεις του Μοντσεράτ με την ΕΕ καθορίζονται στο 4° Μέρος της Ιδρυτικής Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης, το Μοντσεράτ δεν υπάγεται στο φορολογικό έδαφος της ΕΕ.

3. Το Μοντσεράτ σημειώνει ότι, παρότι ο απώτερος στόχος των κρατών μελών της ΕΕ είναι η θέσπιση πραγματικής φορολογίας των τόκων στο κράτος μέλος που έχει φορολογική κατοικία ο πραγματικός δικαιούχος μέσω της μεταξύ τους ανταλλαγής πληροφοριών περί τόκων, τρία κράτη μέλη, η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, δεν υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για μεταβατική περίοδο, αλλά θα εφαρμόζουν φόρο παρακράτησηςσταεισοδήματααπόαποταμιεύσειςπουκαλύπτονταιαπότηνοδηγία.

4. Το Μοντσεράτ συμφώνησε να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά

τοντρόπο πουπροβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας.

5. Το Μοντσεράτ διαθέτει νομοθεσία σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων η οποία θεωρείται ισότιμη ως προς τα αποτελέσματα της με την κοινοτική νομοθεσία πουαναφέρεται στα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας.

 

Το Μοντσεράτ και η Ελληνική Δημοκρατία, καλούνται στο εξής «συμβαλλόμενο μέρος» ή «συμβαλλόμενα μέρη», εκτός εάν προκύπτει άλλως από τα συμφραζόμενα, Συμφώνησαν να συνάψουν την ακόλουθη συμφωνία, η οποία περιέχει υποχρεώσεις από την πλευρά των συμβαλλομένων μερών μόνο και προβλέπει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών όσον αφορά τόκους που καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος σε φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ο όρος «αρμόδια αρχή», όταν ισχύει για τα συμβαλλόμενα μέρη σημαίνει "Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών" όσον αφορά την ΕλληνικήΔημοκρατίακαι "Inland Revenue Department" όσοναφοράτοΜοντσεράτ.

Άρθρο1 Διαβίβαση πληροφοριώναπό φορείςπληρωμής

(1) Σε περίπτωση πληρωμής τόκων, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας, από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος σε πραγματικούς δικαιούχους, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 της παρούσας Συμφωνίας, οι οποίοι κατοικούν στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ο φορέας πληρωμής ενημερώνει την αρμόδια αρχή του σχετικά μεταεξής:

α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονταισύμφωνα με τοάρθρο 3 της παρούσας συμφωνίας, β) τοόνομακαιτη διεύθυνση τουφορέα πληρωμής, γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της απαίτησης που αποτελεί γενεσιουργόαιτίατων καταβαλλόμενων τόκων, δ) πληροφορίες σχετικά με την πληρωμή των τόκων που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 8 της οδηγίας. Εντούτοις, κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να περιορίσει το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής σχετικά με την καταβολή τόκων στο συνολικό ποσό των τόκων ή του εισοδήματος και στο συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση,

καιτασυμβαλλόμενα μέρησυμμορφώνονται με τηνπαράγραφο 2 του παρόντοςάρθρου.

(2) Εντός εξαμήνου από τη λήξη του φορολογικού τους έτους, η αρμόδια αρχή των συμβαλλομένων μερών ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, αυτομάτως, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο Ι, σημεία α) έως δ) του παρόντος άρθρου, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του ενλόγωέτους.

Άρθρο2 Ορισμόςτουπραγματικούδικαιούχου

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για ίδιο σκοπό ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν το εν λόγω φυσικό πρόσωπο μπορεί να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν έχει εισπράξει ή εξασφαλίσει την πληρωμή τόκων για δικό τουλογαριασμό. Έναφυσικόπρόσωποδενθεωρείταιπραγματικός δικαιούχοςόταν:

α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας,

β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οντότητας που φορολογείται επί των κερδών της βάσει των γενικών ρυθμίσεων περί φορολογίας των επιχειρήσεων, ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένου σύμφωνα με την οδηγία 85/6Ι1/ΕΟΚ ή ισοδύναμου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένου στο Μοντσεράτ, ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, και, στην τελευταία περίπτωση, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και ο τελευταίος διαβιβάζει, εν συνεχεία, αυτές τις πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του συμβαλλομένου μέρουςτηςεγκατάστασης,

γ) ενεργεί εξονόματος άλλου φυσικούπροσώπουπου είναι οπραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτει στονφορέα πληρωμής ταστοιχείαταυτότητας τουπραγματικούδικαιούχου.

(2) Στην περίπτωση που ο φορέας πληρωμής έχει στη διάθεσή του στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος και που δεν εφαρμόζεται ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο α) ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, τοενλόγωφυσικόπρόσωποθεωρείταιωςπραγματικός δικαιούχος.

Άρθρο 3 Στοιχεία ταυτότητας καικατοικία του πραγματικού δικαιούχου

(1) Κάθε Μέρος προβαίνει στη θέσπιση και διασφαλίζει την εφαρμογή στο έδαφος του των αναγκαίων διαδικασιών που επιτρέπουν στον φορέα πληρωμής να προσδιορίζει τους πραγματικούς δικαιούχους και την κατοικία τους για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας. Οι διαδικασίες αυτές πληρούν τους ελάχιστους κανόνες που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.

(2) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου συναρτήσει ελαχίστων κανόνων οι οποίοι ποικίλλουν ανάλογα με τον χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύφορέαπληρωμήςκαιδικαιούχουτωντόκων, ωςεξής:

 

α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα και τη διεύθυνσή του. χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στη χώρα εγκατάστασης του κανονισμών και της οδηγίας 91 /308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή στην περίπτωση του Μοντσεράτ κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων νόμων ή κανονισμών για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται, ή τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, ο φορέας πληρωμής εξακριβώνει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα, τη διεύθυνση και, εάν υπάρχει, τον αριθμό φορολογικού μητρώου στο κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να προσδιορίζονται βάσει του διαβατηρίου ή του επίσημου δελτίου ταυτότητας που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν η διεύθυνση δεν αναγράφεται στο εν λόγω διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας, εξακριβώνεται βάσει οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν ο αριθμός φορολογικού μητρώου δεν αναγράφεται στο διαβατήριο, ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή σε άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας, ενδεχομένως στο πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας, που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος, τα στοιχεία ταυτότητας συμπληρώνονται με την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου που προκύπτουν από το διαβατήριο ή το επίσημο δελτίο ταυτότητας.

(3) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου βάσει ελάχιστων κανόνων που ποικίλλουν ανάλογα με το χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ του φορέα πληρωμής και του δικαιούχου των τόκων. Με την επιφύλαξη των κατωτέρω, ως κατοικία θεωρείται η χώρα στην οποία ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη μόνιμη διεύθυνση του:

α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στη χώρα εγκατάστασης του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ισοδύναμης νομοθεσίας στην περίπτωση του Μοντσεράτ.

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται ή, τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, οι φορείς πληρωμής προσδιορίζουν την κατοικία του δικαιούχου βάσει της διεύθυνσης που αναγράφεται στο διαβατήριο ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή, εν ανάγκη, βάσει οιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου το οποίο παρουσιάζει ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζουν διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας που έχει εκδώσει κράτος μέλος και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται βάσει πιστοποιητικού φορολογικής κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δηλώνει ότι κατοικεί. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο πιστοποιητικό, θεωρείται ως τόπος κατοικίας το κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε το διαβατήριο ή το άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας.

Άρθρο 4 Ορισμός του φορέα πληρωμής

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας ως «φορέας πληρωμής» νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν ο φορέας αυτός είναι ο οφειλέτης της απαίτησης ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος την πληρωμή των τόκων ή την εξασφάλιση αυτής της πληρωμής.

(2) Κάθε οντότητα εγκατεστημένη σε συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το

 

οποίο εξασφαλίζεται η καταβολή τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής κατά την εν λόγω πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται αν ο οικονομικός φορέας έχει λόγους να πιστεύει, βάσει επίσημων αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλει η οντότητα, ότι:

α) είναι νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 τουπαρόντοςάρθρου, ή β) τακέρδητουφορολογούνταιβάσειτωνγενικώνρυθμίσεωνφορολογίαςτωνεπιχειρήσεων, ή γ) πρόκειται για ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου ή

ισοδύναμουοργανισμούσυλλογικώνεπενδύσεων εγκατεστημένουστοΜοντσεράτ.

Ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους σε μια τέτοια οντότητα εγκατεστημένη στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος και θεωρούμενη ως φορέας πληρωμής βάσει της παρούσας παραγράφου, ή που εξασφαλίζει την καταβολή τόκων για αυτή, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που της κατέβαλε ή των οποίων εξασφάλισε την καταβολή στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους εγκατάστασης της, η οποία στη συνέχεια διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους εγκατάστασηςτηςοντότητας.

(3) Η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έχει, ωστόσο, το δικαίωμα να επιλέγει, για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, να τυγχάνει μεταχείρισης ως ΟΣΕΚΑ ή ως ισοδύναμος οργανισμός, κατά την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο γ) του παρόντος. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί αντικείμενο πιστοποιητικού που εκδίδεται από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η οντότητα, υποβάλλεται δε από αυτήν την οντότητα στον οικονομικό φορέα. Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες άσκησης αυτού του δικαιώματος για τιςοντότητες τιςεγκατεστημένες στοέδαφος τους.

(4) Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο συμβαλλόμενο μέρος, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης της οντότητας, όταν ενεργεί ως φορέας πληρωμής, προς τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας.

 

(5) Τα νομικά πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου είναι: α) στηΦινλανδία: avoin yhtiö (Ay) και kommandiittiyhtiö (Ky)/ öppet bolag και

kommanditbolag,  β) στηΣουηδία: handelsbolag (HB) και kommanditbolag (KB).

Άρθρο 5 Ορισμός των τόκων

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «τόκοι» νοούνται: α) οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, είτε συνοδεύονται είτε όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ωφελημάτων και λαχνών που τα συνοδεύουν. Οι τόκοι υπερημερίας δεν θεωρούνται τόκοι, β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α), γ) το εισόδημα που προκύπτει από τόκους, είτε άμεσα είτε μέσω οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας. το οποίο διανέμεται από:

i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΈΟΚ του Συμβουλίου, ή ii) ισοδύναμο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένο στο Μοντσεράτ, iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος

3 της παρούσας Συμφωνίας.

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρου της 299 και εκτός του Μοντσεράτ.

δ) εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση μονάδων ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και οντότητες, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή οντοτήτων που αναφέρονται κατωτέρω, ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικού τους σε απαιτήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α):

i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένους σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ, ή ii) ισοδύναμο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένο στο Μοντσεράτ, iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4

παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας, iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

δυνάμει του άρθρου της 299 και εκτός του Μοντσεράτ.

Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να μην περιλαμβάνουν στον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου παρά μόνο κατά την αναλογία που το εισόδημα αυτό αντιστοιχεί σε εισόδημα που, άμεσα ή έμμεσα, προέρχεται από πληρωμές τόκων κατά την έννοια των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

(1) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ένας φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από πληρωμή τόκων, το συνολικό ποσό του εισοδήματος θεωρείται ως πληρωμή τόκων.

(2) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε απαιτήσεις ή σε μονάδες ή μερίδια που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το  40%.   Εάν δεν μπορεί να προσδιορίσει το ποσό του εισοδήματος που συγκεντρώνει ο πραγματικός δικαιούχος, το εισόδημα θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο προϊόν της πώλησης, της επιστροφής ή της εξόφλησηςτωνμετοχών ήμεριδίων.

(3) Όταν οι τόκοι, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, αν η εν λόγω οντότητα δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας, οι εν λόγω τόκοιθεωρούνταιωςπληρωμές τόκωναπότηνενλόγω οντότητα.

(4) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία β) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να υπολογίζουν τους τόκους σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει το έτος και να θεωρούν τους ετήσιους αυτούς τόκους ως πληρωμή τόκων ακόμη και αν δεν διενεργηθεί πώληση, επιστροφή ή εξόφληση κατά τη διάρκειααυτήςτης περιόδου.

(5) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων το

 

εισόδημα που αναφέρεται στις συγκεκριμένες διατάξεις από οργανισμούς ή οντότητες που εδρεύουν εντός του εδάφους τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το 15%. Ομοίως, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τους τόκους που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, εάν η οντότητα αυτή δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας και είναι εγκατεστημένη στο έδαφος τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το 15%.

Η άσκηση αυτού του δικαιώματος από συμβαλλόμενο μέρος είναι δεσμευτική και για τα

άλλα συμβαλλόμενα μέρη.

(6) Από την 1η Ιανουαρίου 2011, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφοστοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου είναι 25%.

(7) Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής, όπως ορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων ή, ελλείψει αυτών, βάσει της πραγματικής σύνθεσης του ενεργητικού τους.

 

Άρθρο 6 Μεταβατικές διατάξεις για τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους

(1) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10 της οδηγίας και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 το αργότερο, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών έχουν εγκριθεί πριν από την ημερομηνία αυτή από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ή από αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες, δεν θεωρούνται ως απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ως δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, όπως ορίζεται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, η συνολική έκδοση αυτών των τίτλων, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και τις νέες εκδόσεις, θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από το δεύτερο εδάφιο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας.

(2) Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να φορολογούν το εισόδημα από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο 1) σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους.

Άρθρο 7 Διαδικασία αμοιβαίας συμφωνίας

Εάν προκύψουν δυσχέρειες ή αμφιβολίες μεταξύ των μερών όσον αφορά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας Συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να επιλύσουν το θέμα με αμοιβαία συμφωνία.

Άρθρο 8 Απόρρητο

(1) Όλες οι πληροφορίες που παρέχει και λαμβάνει η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους κρατούνται απόρρητες.

(2) Οι πληροφορίες που παρέχονται στην αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς πέραν εκείνων της άμεσης φορολογίας χωρίς προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

(3) Οι παρεχόμενες πληροφορίες κοινοποιούνται μόνο στα πρόσωπα που αφορούν ή αρχές για σκοπούς άμεσης φορολογίας και χρησιμοποιούνται από τα εν λόγω πρόσωπα ή αρχές

μόνο για τέτοιους σκοπούς ή για σκοπούς επιτήρησης, περιλαμβανομένης της έκβασης τυχόν προσφυγών. Για τους σκοπούς αυτούς, μπορούν να κοινοποιούνται πληροφορίες σε ακροαματικές διαδικασίες ή σε δικαστικές ενέργειες.

(4) Όταν η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους θεωρεί ότι οι πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μπορεί να τις διαβιβάζει σε αυτή την αρμόδια αρχή, με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής που παρέσχε τις πληροφορίες.

 

Άρθρο 9 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα Συμφωνία τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία χρονικώς ημερομηνία κατά την οποία οι οικείες κυβερνήσεις θα έχουν γνωστοποιήσει αμοιβαία γραπτώς ότι έχουν ολοκληρωθεί οι συνταγματικώς απαιτούμενες διατυπώσεις, και οι διατάξεις της παράγουν αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία εφαρμόζεται η οδηγία σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 17 της οδηγίας.

Άρθρο 10 Λήξη

(1) Η παρούσα Συμφωνία παραμένει σε ισχύ εφόσον δεν την καταγγείλει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

(2) Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος δύναται να καταγγείλει την παρούσα Συμφωνία με γραπτή κοινοποίηση προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση. Στην περίπτωση αυτή, η Συμφωνία παύει να ισχύει 12 μήνες μετά την ημερομηνία γνωστοποίησης.

 

Άρθρο 11 Εφαρμογή καιαναστολήτης εφαρμογής

(1) Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εξαρτάται από την έγκριση και εφαρμογή από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ελβετία, την Ανδόρα, το Λιχτενστάιν, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο και από όλα τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αντίστοιχα, μέτρων σύμφωνων ή ισοδύναμων με τα προβλεπόμενα στην οδηγία ή στην παρούσα Συμφωνία, και τον καθορισμό των ίδιων ημερομηνιών εφαρμογής.

 

(2) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας ή μερών αυτής με άμεση ισχύ, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση εφόσον η οδηγία παύει να ισχύει είτε προσωρινά είτε μόνιμα σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή σε περίπτωση που κράτος μέλος αναστείλει την εφαρμογή των οικείων εκτελεστικών διατάξεων. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις παύσουν να συντρέχουν οι συνθήκεςπουοδήγησανστηναναστολή.

(3) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας μέσω κοινοποίησης στο άλλο μέρος, διευκρινίζοντας τις συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση εφόσον μία από τις τρίτες χώρες ή τα εδάφη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παύσουν στη συνέχεια να εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Η αναστολή της εφαρμογής πραγματοποιείται το νωρίτερο δύο μήνες μετά τη γνωστοποίηση. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις αποκατασταθούν καιταμέτρααπότηνενλόγωτρίτηχώραήέδαφος.

 

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαντηνπαρούσαΣύμβαση.

Συντάχθηκε στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα και τα κείμενα σε όλες αυτές τις

γλώσσεςείναιεξίσουαυθεντικά.

ΓιατηνΚυβέρνησητουΜοντσεράτ Για την Ελληνική Δημοκρατία

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος των «εξομοιούμενων» οργανισμών

Για τους σκοπούς του άρθρου 6 της παρούσας συμφωνίας, οι ακόλουθοι οργανισμοί θεωρούνται ως «εξομοιούμενοι προς δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη»

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙΕΝΤΟΣΤΗΣΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣΕΝΩΣΗΣ:

Bέλγιο -Vlaams Gewest (φλαμανδική περιοχή) -Région wallonne (περιοχή της Βαλλονίας) -Région bruxelloise/Brussels Gewest (περιοχή των Βρυξελλών) -Communauté française (γαλλική κοινότητα) -Vlaamse Gemeenschap (φλαμανδική κοινότητα) -Deutschsprachige Gemeinschaft (γερμανόφωνη κοινότητα)

Ισπανία

-Xunta de Galicia (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Γαλισίας) -Junta de Andalucía (κυβέρνηση τηςαυτόνομης κοινότητας τηςΑνδαλουσίας) -Junta de Extremadura (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Εξτρεμαδούρας) -Junta de Castilla-La Mancha (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης-Λαμάντσα) -Junta de Castilla y León (κυβέρνησητης αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης και Λεόν) -Gobierno Foral de Navarra (κυβέρνηση της Ναβάρας) -Govern de les Illes Balears (κυβέρνηση των Βαλεαρίδων Νήσων) -Generalitat de Catalunya (κυβέρνηση της Καταλονίας) -Generalitat de Valencia (κυβέρνησητης Βαλένσιας) -Diputación General de Aragón (κυβέρνηση τηςΑραγκόν) -Gobierno de las Islas Canarias (κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων) -Gobierno de Murcia (κυβέρνηση της Μουρθίας) -Gobierno de Madrid (κυβέρνηση τηςΜαδρίτης) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (κυβέρνηση της αυτόνομης

κοινότητας της χώρας των Βάσκων) -Diputación Foral de Guipúzcoa (επαρχιακό συμβούλιο του Γκουϊπούσκοα) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (επαρχιακό συμβούλιο της Βισκάγιας) -Diputación Foral de Alava (επαρχιακό συμβούλιο της Αλάβα) -Ayuntamiento de Madrid (δήμος της Μαδρίτης) -Ayuntamiento de Barcelona (δήμος της Βαρκελώνης) -Cabildo Insular de Gran Canaria (συμβούλιο της Νήσου ΓκρανΚανάρια) -Cabildo Insular de Tenerife (συμβούλιο της Νήσου Τενερίφης) -Instituto de Crédito Oficial (πιστωτικό δημόσιο Ίδρυμα) -Instituto Catalán de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Καταλονίας) -Instituto Valenciano de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Βαλένσιας)

Ελλάδα

-Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδας -Оργανισμός ΣιδηροδρόμωνΕλλάδας -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού

Γαλλία

-La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (ταμείο απόσβεσης κοινωνικού χρέους) -L'Agence française de développement (AFD) (γαλλικός οργανισμός ανάπτυξης)

-Réseau Ferré de France (RFF) (δίκτυο σιδηροδρόμωντης Γαλλίας) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (εθνικό ταμείο αυτοκινητοδρόμων) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (δημόσια περίθαλψη, νοσοκομεία των Παρισίων) -Charbonnages de France (CDF) (ανθρακωρυχεία της Γαλλίας) -Entreprise minière et chimique (EMC) (μεταλλευτική και χημική επιχείρηση)

Iταλία

-Regions (περιοχές) -Provinces (επαρχίες) -Municipalities (δήμοι) -Cassa Depositi e Prestiti (ταμείο παρακαταθηκών και δανείων)

Λετονία

-Pašvaldības (τοπικές κυβερνήσεις)

Πολωνία

-gminy (κοινότητες) -powiaty (περιφέρειες) -województwa (επαρχίες) -związki gmin (ενώσεις κοινοτήτων) -związki powiatów (ενώσεις περιφερειών) -związki województw (ενώσεις επαρχιών) -miasto stołeczne Warszawa (πρωτεύουσα πόλη της Βαρσοβίας) -Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Οργανισμός για την αναδιάρθρωση και

τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας) -Agencja Nieruchomości Rolnych (Οργανισμός γεωργικής ιδιοκτησίας)

Πορτογαλία

-Região Autónoma da Madeira (αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας) -Região Autónoma dos Açores (αυτόνομη περιοχήτωνΑζορών) -Municipalities (δήμοι)

Σλοβακία

-mestá a obce (δήμοι) -Železnice Slovenskej republiky (Σλοβακική εταιρεία σιδηροδρόμων) -Štátny fond cestného hospodárstva (Εθνικό ταμείο διαχείρισης οδών) -Slovenské elektrárne (σλοβακικοί σταθμοί ηλεκτρικού ρεύματος) -Vodohospodárska výstavba (Εταιρεία της ορθολογικής χρήσεως των υδάτων)

ΔΙΕΘΝΕΙΣΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ:

-Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης -Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων -Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης -Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Παγκόσμια Τράπεζα /ΔΤΑΑ / ΔΝΤ -Διεθνής Οργανισμός Χρηματοδότησης -Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης -EΥΡΑΤΟΜ -Ευρωπαϊκή Κοινότητα -Χρηματοδοτική Συνεργασία για την Ανάπτυξη των Άνδεων (CAF) -Ευρωπαϊκή εταιρεία γιατη Χρηματοδότηση σιδηροδρομικού υλικού -Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα -Επενδυτική Τράπεζα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών

-Αναπτυξιακή Τράπεζα της Καραϊβικής

Οι διατάξεις του άρθρου 6 δεν θίγουν τυχόν διεθνείς υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει έναντι των προαναφερόμενων διεθνών οργανισμών.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ :

Οι ενλόγω οργανισμοί πληρούν τα εξής κριτήρια:

1) Οοργανισμός θεωρείταισαφώς ωςδημόσιος σύμφωνα με τα εθνικά κριτήρια.

2) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός δραστηριοποιείται εκτός του εμπορικού τομέα, διαχειρίζεται και χρηματοδοτεί ομάδα κοινωφελών δραστηριοτήτων παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες εκτός του εμπορικού τομέα και ελέγχεται όντως από τη γενική κυβέρνηση.

3) Οδημόσιος αυτός οργανισμός εκδίδει τακτικά και μεγάλα ομολογιακά δάνεια.

4) Το συγκεκριμένο κράτος είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι ο δημόσιος αυτός οργανισμός δεν θα προβεί σε πρόωρη εξόφληση σε περίπτωση ρητρών αποζημίωσης του επενδυτή (gross-up clauses) .

AGREEMENT IN THE FORM OF AN EXCHANGE OF LETTERS ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME

A. Letter from the Hellenic Republic

Sir,

I refer to the text of the proposed model “Agreement on the Taxation of Savings Income between the United Kingdom Overseas Territory of Montserrat and EU Member State that is to apply Automatic Exchange of Information” that was approved by the High Level Working Party (Taxation of Savings) of the Council of Ministers of the European Union on 22 June 2004 (Doc.10397/1/04 FISC 126).

In view of the above mentioned text, I have the honour

-to propose to you the “Agreement on the taxation of savings income”, as contained in  Appendix 1 to this letter;

-to propose that the Agreement  may come into effect on the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, which date shall be subject to the conditions set out in Article 17(2) of the Directive, subject to the notification to each other that the internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement  are completed;

-to propose our mutual commitment to comply at the earliest date with our said internal constitutional formalities and to notify each other without delay through the formal channels when such formalities are completed.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter together with its Appendix 1 and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and Montserrat.

Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,

For the Hellenic Republic

Done at Athens, on 8 November 2004, in the Greek and  English languages, in three copies B. Letter from the Government of Montserrat

Sir,

I have the honour to acknowledge receipt of your letter of 8 November 2004, which reads as follows:

“Sir,

I refer to the text of the proposed model “Agreement on the Taxation of Savings Income between the United Kingdom Overseas Territory of Montserrat and EU Member State that is to apply Automatic Exchange of Information” that was approved by the High Level Working Party (Taxation of Savings) of the Council of Ministers of the European Union on 22 June 2004 (Doc.10397/1/04 FISC 126).

In view of the above mentioned text, I have the honour

-to propose to you the “Agreement on the taxation of savings income”, as contained in Appendix 1 to this letter;

-to propose that the Agreement  may come into effect on the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, which date shall be subject to the conditions set out in Article 17(2) of the Directive, subject to the notification to each other that the internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement  are completed;

-to propose our mutual commitment to comply at the earliest date with our said internal constitutional formalities and to notify each other without delay through the formal channels when such formalities are completed.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter together with its Appendix 1 and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and Montserrat.

Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration”

I am able to confirm that the Government of Montserrat is in agreement with the contents of your letter.

Please accept, Sir, the assurance of my highest consideration,

For the Government of Montserrat

Done at Montserrat, on 7th April 2005, in the Greek and English languages, in three copies

AGREEMENT ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME BETWEEN  THE UNITED KINGDOM OVERSEAS TERRITORY OF MONTSERRAT  AND THE HELLENIC REPUBLIC

WHEREAS:

1. Article 17 of Directive 2003/48/EEC (“the Directive”) of the Council of the European Union (“the Council”) on taxation of savings income provides that before 1 January 2004 Member States shall adopt and publish the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive which provisions shall be applied from 1 January 2005 provided that:

“(i) the Swiss Confederation, the Principality of Liechtenstein, the Republic of San Marino, the Principality of Monaco and the Principality of Andorra apply from that same date measures equivalent to those contained in this Directive, in accordance with agreements entered into by them with the European Community, following unanimous decisions of the Council;

(ii) all agreements or other arrangements are in place, which provide that all the relevant dependent or associated territories apply from that same date automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of this Directive, (or, during the transitional period defined in Article 10, apply a withholding tax on the same terms as are contained in Articles 11 and 12)”.

1                    The relationship of Montserrat with the EU is set out in part 4 of the Treaty Establishing the European Community. Under the terms of the Treaty, Montserrat is not within the EU fiscal territory.

2                    Montserrat notes that, while it is the ultimate aim of the EU Member States to bring about effective taxation of interest payments in the beneficial owner’s Member State of residence for tax purposes through the exchange of information concerning interest payments between themselves, three Member States, namely Austria, Belgium and Luxembourg, during a transitional period, shall not be required to exchange information but shall apply a withholding tax to the savings income covered by the Directive.

3                    Montserrat has agreed to apply automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive.

4                    Montserrat has legislation relating to undertakings for collective investment that is deemed to be equivalent in its effect to the EC legislation referred to in Articles 2 and 6 of the Directive.

 

Montserrat and the Hellenic Republic hereinafter referred to as a “contracting party” or the “contracting parties” unless the context otherwise requires, have agreed to conclude the following agreement which contains obligations on the part of the contracting parties only and provides for the automatic exchange of information between the contracting parties in respect of interest payments made by a paying agent established in a contracting party to an individual resident in the other contracting party.

For the purposes of this Agreement the term ‘competent authority’ when applied to the contracting parties means “Ministry of Economy and Finance” with respect to the Hellenic Republic and the “Inland Revenue Department” with respect to Montserrat.

Article 1 Reporting of Information by Paying Agents

(1) Where interest payments, as defined in Article 5 of this Agreement, are made by a paying agent established in either contracting party to beneficial owners, as defined in Article 2 of this Agreement, who are residents of the other contracting party, the paying agent shall report to its competent authority;

(a) the identity and residence of the beneficial owner established in accordance with Article 3 of this Agreement;

(b) the name and address of the paying agent;

(c) the account number of the beneficial owner or, where there is none, identification of the debt claim giving rise to the interests;

(d) information concerning the interest payment in accordance with paragraph 2 of Article 8 of the Directive; however, each contracting party may restrict the minimum amount of information concerning interest payment to be reported by the paying agent to the total amount of interest or income and to the total amount of the proceeds from sale, redemption or refund.

 

And the contracting parties will comply with paragraph 2 of this Article.

(2) Within six months following the end of their tax year, the competent authority of the contracting parties shall communicate to the competent authority of the other contracting party, automatically, the information referred to in paragraph (1) (a) – (d) of this Article, for all interest payments made during that year.

Article 2 Definition of beneficial owner

(1) For the purposes of this Agreement, “beneficial owner” shall mean any individual who receives an interest payment or any individual for whom an interest payment is secured, unless such individual can provide evidence that the interest payment was not received or secured for his own benefit. An individual is not deemed to be the beneficial owner when he:

(a) acts as a paying agent within the meaning of Article 4(1) of this Agreement;

(b) acts on behalf of a legal person, an entity which is taxed on its profits under the general arrangements for business taxation, an UCITS authorised in accordance with Council Directive 85/611/EEC or an equivalent undertaking for collective investment established in Montserrat, or an entity referred to in Article 4(2) of this Agreement and, in the last mentioned case, discloses the name and address of that entity to the economic operator making the interest payment and the latter communicates such information to the competent authority of its contracting party of establishment;

(c) acts on behalf of another individual who is the beneficial owner and  discloses to the paying agent the identity of that beneficial owner.

(2) Where a paying agent has information suggesting that the individual who receives an interest payment or for whom an interest payment is secured may not be the beneficial owner, and where neither paragraph (1)(a) nor (1)(b) of this Article applies, it shall take reasonable steps to establish the identity of the beneficial owner. If the paying agent is unable to identify the beneficial owner, it shall treat the individual in question as the beneficial owner.

 

Article 3 Identity and residence of beneficial owners

 

(1) Each Party shall, within its territory, adopt and ensure the application of the procedures necessary to allow the paying agent to identify the beneficial owners and their residence for the purposes of this Agreement. Such procedures shall comply with the minimum standards established in paragraphs (2) and (3).

(2) The paying agent shall establish the identity of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into, as follows:

(a) for contractual relations entered into before the 1st January 2004, the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of his name and address, by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Council Directive 91/308/EEC of the 10th June, 1991 in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of Montserrat on prevention of the use of the financial system for the purpose of money laundering;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after the 1st January, 2004 the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of the name, address and, if there is one, the tax identification number allocated by the Member State of residence for tax purposes. These details should be established on the basis of the passport or of the official identity card presented by the

 

beneficial owner. If it does not appear on that passport or official identity card, the address shall be established on the basis of any other documentary proof of identity presented by the beneficial owner. If the tax identification number is not mentioned on the passport, on the official identity card or any other documentary proof of identity, including, possibly the certificate of residence for tax purposes, presented by the beneficial owner, the identity shall be supplemented by a reference to the latter’s date and place of birth established on the basis of his passport or official identification card.

(3) The paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into. Subject to the conditions set out below, residence shall be considered to be situated in the country where the beneficial owner has his permanent address:

(a) for contractual relations entered into before 1st January, 2004 the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Council Directive 91/308/EEC in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of Montserrat;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after the 1st January, 2004, the paying agents shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of the address mentioned on the passport, on the official identity card or, if necessary, on the basis of any documentary proof of identity presented by the beneficial owner and according to the following procedure: for individuals presenting a passport or official identity card issued by a Member State who declare themselves to be resident in a third country, residence shall be established by means of a tax residence certificate issued by the competent authority of the third country in which the individual claims to be resident.  Failing the presentation of such a certificate, the Member State which issued the passport or other official identity document shall be considered to be the country of residence.

 

Article 4 Definition of paying agent

(1) For the purposes of this Agreement, ‘paying agent’ means any economic operator who pays interest to or secures the payment of interest for the immediate benefit of the beneficial owner, whether the operator is the debtor of the debt claim which produces the interest or the operator charged by the debtor or the beneficial owner with paying interest or securing the payment of interest.

(2) Any entity established in a contracting party to which interest is paid or for which interest is secured for the benefit of the beneficial owner shall also be considered a paying agent upon such payment or securing of such payment. This provision shall not apply if the economic operator has reason to believe, on the basis of official evidence produced by that entity that:

(a) it is a legal person, with the exception of those legal persons referred to in paragraph 5 of this Article; or

(b) its profits are taxed under the general arrangements for business taxation; or

(c) it is an UCITS recognised in accordance with Council Directive 85/611/EEC or an equivalent undertaking for collective investment established in Montserrat.

 

An economic operator paying interest to, or securing interest for, such an entity established in the other contracting party which is considered a paying agent under this paragraph shall communicate the name and address of the entity and the total amount of interest paid to, or secured for, the entity to the competent authority of its contracting party of establishment, which shall pass this information on to the competent authority of the contracting party where the entity is established.

 

(3) The entity referred to in paragraph (2) of this Article shall, however, have the option of being treated for the purposes of this Agreement as an UCITS or equivalent undertaking as referred to in sub­paragraph (c) of paragraph (2). The exercise of this option shall require a certificate to be issued by the contracting party in which the entity is established and presented to the economic operator by that entity. A contracting party shall lay down the detailed rules for this option for entities established in their territory.

(4) Where the economic operator and the entity referred to in paragraph (2) of this Article are established in the same contracting party, that contracting party shall take the necessary measures to ensure that the entity complies with the provisions of this Agreement when it acts as a paying agent.

(5) The legal persons exempted from sub-paragraph (a) of paragraph (2) of this Article are

(a) in Finland: avoin yhtiö (Ay) and kommandiittiyhtiö (Ky)/öppet bolag and kommanditbolag;

(b) in Sweden: handelsbolag (HB) and kommanditbolag (KB).

 

Article 5 Definition of interest payment

(1) For the purposes of this Agreement “interest payment” shall mean:

(a) interest paid, or credited to an account, relating to debt claims of every kind, whether or not secured by mortgage and whether or not carrying a right to participate in the debtor’s profits, and, in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures; penalty charges for late payments shall not be regarded as interest payments; 

(b) interest accrued or capitalised at the sale, refund or redemption of the debt claims referred to in (a);

(c) income deriving from interest payments either directly or through an entity referred to in Article 4(2) of this Agreement, distributed by :

(i) an UCITS authorised in accordance with Council Directive 85/611/EEC; or

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in Montserrat;

(iii) entities which qualify for the option under Article 4(3) of this Agreement; or

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside Montserrat.

(d) income realised upon the sale, refund or redemption of shares or units in the following undertakings and entities, if they invest directly or indirectly, via other undertakings for collective investment or entities referred to below, more than 40% of their assets in debt claims as referred to in (a):

(i) an UCITS authorised in accordance with Council Directive 85/611/EEC; or

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in Montserrat.

 

(iii) entities which qualify for the option under Article 4(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside Montserrat.

However, the contracting parties shall have the option of including income mentioned under paragraph (1)(d) of this Article in the definition of interest only to the extent that such income corresponds to gains directly or indirectly deriving from interest payments within the meaning of paragraphs (1)(a) and (b) of this Article.

(2) As regards paragraphs (1) (c) and (d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the proportion of the income which derives from interest payments, the total amount of the income shall be considered an interest payment.

(3) As regards paragraph (1)(d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the percentage of the assets invested in debt claims or in shares or units as defined in that paragraph, that percentage shall be considered to be above 40%.  Where he cannot determine the amount of income realised by the beneficial owner, the income shall be deemed to correspond to the proceeds of the sale, refund or redemption of the shares or units.

(4) When interest, as defined in paragraph (1) of this Article, is paid to or credited to an account held by an entity referred to in Article 4(2) of this Agreement, such entity not having qualified for the option under Article 4(3) of this Agreement, such interest shall be considered an interest payment by such entity.

(5) As regards paragraphs (1)(b) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of requiring paying agents in its territory to annualise the interest over a period of time which may not exceed one year, and treating such annualised interest as an interest payment even if no sale, redemption or refund occurs during that period.

(6) By way of derogation from paragraphs (1)(c) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment any income referred to in those provisions from undertakings or entities established within its territory where the investment in debt claims referred to in paragraph (1)(a) of this Article of such entities has not exceeded 15% of their assets. Likewise, by way of derogation from paragraph (4) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment in paragraph (1) of this Article interest paid or credited to an account of an entity referred to in Article 4(2) of this Agreement which has not qualified for the option under Article 4(3) of this Agreement and is established within its territory, where the investment of such an entity in debt claims referred to in paragraph (1)(a) of this Article has not exceeded 15% of its assets.         The exercise of such option by one contracting party shall be binding on the other contracting party.

(7) The percentage referred to in paragraph (1)(d) of this Article and paragraph (3) of this Article shall, from 1 January 2011, be 25%.

(8) The percentages referred to in paragraph (1)(d) of this Article and in paragraph (6) of this Article shall be determined by reference to the investment policy as laid down in the fund rules or instruments of incorporation of the undertakings or entities concerned or, failing which, by reference to the actual composition of the assets of the undertakings or entities concerned.

 

Article 6 Transitional provisions for negotiable debt securities

(1) During the transitional period referred to in Article 10 of the Directive, but until 31 December 2010 at the latest, domestic and international bonds and other negotiable debt securities which have been first issued before the 1 March 2001 or for which the original issuing prospectuses have been approved before that date by the competent authorities within the meaning of Council Directive 80/390/EEC or by the responsible authorities in third countries shall not be considered as debt claims within the meaning of Article 5(1)(a) of this Agreement, provided that no further issues of such negotiable debt securities are made on or after 1 March 2002.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by a Government or a related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty, as defined in the Annex to this Agreement, the entire issue of such security, consisting of the original issue and any further issue, shall be considered a debt claim within the meaning of Article 5(1)(a) of this Agreement.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by any other issuer not covered by the second sub-paragraph, such further issue shall be considered a debt claim within the meaning of Article 5(1)(a) of this Agreement.

(2) Nothing in this Article shall prevent the contracting parties from taxing the income from the negotiable debt securities referred to in paragraph (1) in accordance with their national laws.

Article 7 Mutual agreement procedure

Where difficulties or doubts arise between the parties regarding the implementation or interpretation of this Agreement, the contracting parties shall use their best endeavours to resolve the matter by mutual agreement.

Article 8 Confidentiality

(1) All information provided and received by the competent authority of a contracting party shall be kept confidential.

(2) Information provided to the competent authority of a contracting party may not be used for any purpose other than for the purposes of direct taxation without the prior written consent of the other contracting party.

(3) Information provided shall be disclosed only to persons or authorities concerned with the purposes of direct taxation, and used by such persons or authorities only for such purposes or for oversight purposes, including the determination of any appeal. For these purposes, information may be disclosed in public court proceedings or in judicial proceedings.

(4) Where a competent authority of a contracting party considers that information which it has received from the competent authority of the other contracting party is likely to be useful to the competent authority of another Member State, it may transmit it to the latter competent authority with the

 

agreement of the competent authority which supplied the information.

Article 9 Entry into force

This Agreement shall enter into force on the thirtieth day after the latter of the dates on which the respective Governments have notified each other in writing that the formalities constitutionally required have been complied with, and its provisions shall have effect from the date from which the Directive is applicable according to paragraphs (2) and (3) of Article 17 of the Directive.

Article 10 Termination

(1) This Agreement shall remain in force until terminated by either contracting party.

(2) Either contracting party may terminate this Agreement by giving notice of termination in writing to the other contracting party, such notice to specify the circumstances leading to the giving of such notice. In such a case, this Agreement shall cease to have effect 12 months after the serving of notice.

 

Article 11 Application and suspension of application

(1) The application of this Agreement shall be conditional on the adoption and implementation by all the Member States of the European Union, by the United States of America, Switzerland, Andorra, Liechtenstein, Monaco and San Marino, and by all the relevant dependent and associated territories of the Member States of the European Community, respectively, of measures which conform with or are equivalent to those contained in the Directive or in this Agreement, and providing for the same dates of implementation.

(2) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 7 of this Agreement, the application of this Agreement or parts thereof may be suspended by either contracting party with immediate effect through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification should the Directive cease to be applicable either temporarily or permanently in accordance with European Community law or in the event that a Member State should suspend the application of its implementing legislation. Application of the Agreement shall resume as soon as the circumstances leading to the suspension no longer apply.

(3) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 7 of this Agreement, either contracting party may suspend the application of this Agreement through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification in the event that one of the third countries or territories referred to in paragraph (1) should subsequently cease to apply the measures referred to in

 

that paragraph. Suspension of application shall take place no earlier than two months after notification. Application of the Agreement shall resume as soon as the measures are reinstated by the third country or territory in question.

IN WITNESS WHEREOF the undersigned, being duly authorised thereto, have signed this Agreement.

Done in the Greek and English languages all texts being equally authentic. 

For the Government of Montserrat For the Hellenic Republic

Annex List of related entities

For the purposes of Article 6 of this Agreement, the following entities will be considered to be a "related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty":

ENTITIES WITHIN THE EUROPEAN UNION:

Belgium

-Vlaams Gewest (Flemish Region) -Région wallonne (Walloon Region) -Région bruxelloise/Brussels Gewest (Brussels Region) -Communauté française (French Community) -Vlaamse Gemeenschap (Flemish Community) -Deutschsprachige Gemeinschaft (German-speaking Community)

Spain

-Xunta de Galicia (Regional Executive of Galicia) -Junta de Andalucía (Regional Executive of Andalusia) -Junta de Extremadura (Regional Executive of Extremadura) -Junta de Castilla- La Mancha (Regional Executive of Castilla- La Mancha) -Junta de Castilla- León (Regional Executive of Castilla- León) -Gobierno Foral de Navarra (Regional Government of Navarre) -Govern de les Illes Balears (Government of the Balearic Islands) -Generalitat de Catalunya (Autonomous Government of Catalonia) -Generalitat de Valencia (Autonomous Government of Valencia) -Diputación General de Aragón (Regional Council of Aragon) -Gobierno de las Islas Canarias (Government of the Canary Islands) -Gobierno de Murcia (Government of Murcia) -Gobierno de Madrid (Government of Madrid) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (Government of the Autonomous

Community of the Basque Country) -Diputación Foral de Guipúzcoa (Regional Council of Guipúzcoa) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (Regional Council of Vizcaya) -Diputación Foral de Alava (Regional Council of Alava) -Ayuntamiento de Madrid (City Council of Madrid) -Ayuntamiento de Barcelona (City Council of Barcelona) -Cabildo Insular de Gran Canaria (Island Council of Gran Canaria) -Cabildo Insular de Tenerife (Island Council of Tenerife) -Instituto de Crédito Oficial (Public Credit Institution) -Instituto Catalán de Finanzas (Finance Institution of Catalonia) -Instituto Valenciano de Finanzas (Finance Institution of Valencia)

Greece -Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδος (National Telecommunications Organisation) -Оργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (National Railways Organisation) -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Public Electricity Company)

France

-La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (Social Debt Redemption Fund) -L'Agence française de développement (AFD) (French Development Agency) -Réseau Ferré de France (RFF)(French Rail Network) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (National Motorways Fund) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (Paris Hospitals Public Assistance) -Charbonnages de France (CDF) (French Coal Board) -Entreprise minière et chimique (EMC)(Mining and Chemicals Company)

Italy

-Regions -Provinces -Municipalities -Cassa Depositi e Prestiti (Deposits and Loans Fund)

Latvia

-Pašvaldības (Local governments)

Poland

-gminy (communes)

-powiaty (districts)

-województwa (provinces)

-związki gmin (associations of communes)

-powiatów (association of districts)

-województw (association of provinces)

-miasto stołeczne Warszawa (capital city of Warsaw)

-Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Agency for Restructuring and Modernisation of Agriculture)

-Agencja Nieruchomości Rolnych (Agricultural Property Agency)

Portugal

-Região Autónoma da Madeira (Autonomous Region of Madeira) -Região Autónoma dos Açores (Autonomous Region of Azores) -Municipalities

Slovakia

-mestá a obce (municipalities)

-Železnice Slovenskej republiky (Slovak Railway Company)

-Štátny fond cestného hospodárstva (State Road Management Fund)

-Slovenské elektrárne (Slovak Power Plants)

-Vodohospodárska výstavba (Water Economy Building Company)

-INTERNATIONAL ENTITIES:

-European Bank for Reconstruction and Development

-European Investment Bank

-Asian Development Bank

-African Development Bank

-World Bank / IBRD / IMF

-International Finance Corporation

-Inter-American Development Bank

-Council of Europe Social Development Fund

-EURATOM

-European Community

-Corporación Andina de Fomento (CAF) (Andean Development Corporation)

-Eurofima

-European Coal & Steel Community

-Nordic Investment Bank

-Caribbean Development Bank

-The provisions of Article 6 are without prejudice to any international obligations that the Contracting Parties may have entered into with respect to the above mentioned international entities.

ENTITIES IN THIRD COUNTRIES :

The entities that meet the following criteria : 1) The entity is clearly considered to be a public entity according to the national criteria.

2) Such public entity is a non-market producer which administers and finances a group of activities, principally providing non-market goods and services, intended for the benefit of the community and which are effectively controlled by general government.

3) Such public entity is a large and regular issuer of debt.

4) The State concerned is able to guarantee that such public entity will not exercise early redemption in the event of gross-up clauses.

Άρθροδεύτερο

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμφωνίαςπουκυρώνεταισύμφωναμεταπροβλεπόμεναστοάρθρο 9 αυτής. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμουτουΚράτους.

Αθήνα, 21 Ιουνίου 2005

ΟΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣΚΑΙΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ

Γ. ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ Π. ΜΟΛΥΒΙΑΤΗΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο