Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-03-2009 ]

ΝΟΜΟΣ 3358/2005 Κύρωση των Συμφωνιών υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και για την προσωρινή εφαρμογή τους.

(Κύρωση των Συμφωνιών υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και για την προσωρινή εφαρμογή τους.)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων)

 

 ΝΟΜΟΣΥΠ΄ΑΡΙΘ. 3358

ΦΕΚ 154/τ.Α΄/23.06.2005

Κύρωση των Συμφωνιών υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής

Δημοκρατίας και των Νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ για τη φορολόγηση των

εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και για την προσωρινή εφαρμογή τους.

ΟΠΡΟΕΔΡΟΣΤΗΣΕΛΛΗΝΙΚΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕκδίδομετονακόλουθονόμοπουψήφισεηΒουλή:

Άρθροπρώτο

Κυρώνονται και έχουν την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Συμφωνίες,υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Νήσων Γκέρνζυ,Μαν και Τζέρσεϋ, για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και για την προσωρινή εφαρμογή τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚτου Συμβουλίου για τη φορο­λόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3312/2005 (ΦΕΚ 35 Α'), το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην ελληνικήκαιαγγλικήγλώσσαέχειωςεξής:

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΟΜΟΡΦΗΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣΚΑΙΓΙΑΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΕΦΑΡΜΟΓΗΤΗΣ

Α. ΕπιστολήτηςΕλληνικήςΔημοκρατίας

Κύριε,

Λαμβάνω την τιμή να αναφερθώ στο κείμενα «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» και «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, ΜανκαιΤζέρσεϋκαιεκάστουκράτουςμέλουςτηςΕΕπουπρόκειταιναεφαρμόσειτηνπαρακράτηση φόρου στην πηγή κατά τη μεταβατική περίοδο», που προέκυψαν από τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές των Νήσων σχετικά με συμφωνία για φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και επισυνάπτονται, ως παράρτημα Ι και παράρτημα II αντιστοίχως, στα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας εργασίας Υψηλού ΕπιπέδουτουΣυμβουλίουΥπουργώντηςΕυρωπαϊκήςΈνωσηςτης12 Μαρτίου(έγγρ. 7408/04 FISC58).

Ενόψειτωνπροαναφερθέντων κειμένων, έχωτην τιμή νασαςυποβάλωτη «Συμφωνία γιατη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπως περιλαμβάνεται στο Προσάρτημα 1 της παρούσας επιστολής, και να σας γνωστοποιήσω την αμοιβαία μας δέσμευση για ευθυγράμμιση των εσωτερικών μας συνταγματικών διαδικασιών το συντομότερο δυνατό ώστε να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω Συμφωνία και για αμοιβαία ενημέρωση αμέσωςμόλιςολοκληρωθούναυτέςοιδιατυπώσεις.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι προαναφερθείσες εσωτερικές διαδικασίες και να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», έχω την τιμή να σας εισηγηθώ η Ελληνική Δημοκρατία και το Γκέρνζυ να εφαρμόσουν προσωρινά αυτή τη συμφωνία, σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές μας απαιτήσεις, από την 1η Ιανουαρίου 2005, ή από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων απόαποταμιεύσεις, όποιαεκτωνδύοείναιμεταγενέστερη.

Έχω την τιμή να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή και η επιβεβαίωσησαςνααποτελέσουναπόκοινούσυμφωνίαμεταξύΕλληνικήςΔημοκρατίαςκαιΓκέρνζυ. Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

Για την Ελληνική Δημοκρατία

Έγινεστις 19 Μαϊου 2004, στην Αθήνα

Β. ΕπιστολήτουΓκέρνζυ

Κύριε,

Έχωτηντιμήνασαςγνωστοποιήσωτηλήψητηςσημερινήςεπιστολήςσας, ηοποίαέχειως ακολούθως: «Κύριε,

Λαμβάνω την τιμή να αναφερθώ στα κείμενα «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεΰ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» και «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσευ" και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την παρακράτηση φόρου στην πηγή κατά τη μεταβατική περίοδο», που προέκυψαν από τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές των Νήσων σχετικά με συμφωνία για φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και επισυνάπτονται, ως παράρτημα Ι και παράρτημα Π αντιστοίχως, στα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Μαρτίου (έγγρ. 7408/04 ΡΙ80 58).

Ενόψει των προαναφερθέντων κειμένων, έχω την τιμή να σας υποβάλω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση τωνεισοδημάτωναπόαποταμιεύσεις», όπωςπεριλαμβάνεταιστοΠροσάρτημα 1 τηςπαρούσαςεπιστολής, και να σας γνωστοποιήσω την αμοιβαία μας δέσμευση για ευθυγράμμιση των εσωτερικών μας συνταγματικών διαδικασιών το συντομότερο δυνατό ώστε να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω Συμφωνία και για αμοιβαία ενημέρωση αμέσωςμόλιςολοκληρωθούναυτέςοιδιατυπώσεις.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι προαναφερθείσες εσωτερικές διαδικασίες και να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», έχω την τιμή να σας εισηγηθώ η Ελληνική Δημοκρατία και το Γκέρνζυ να εφαρμόσουν προσωρινά αυτή τη συμφωνία, σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές μας απαιτήσεις, από την 1η Ιανουαρίου 2005, ή από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτωναπόαποταμιεύσεις, όποιαεκτωνδύοείναιμεταγενέστερη.

Θα επιθυμούσα να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή και η επιβεβαίωσησαςνααποτελέσουναπόκοινούσυμφωνίαμεταξύΕλληνικήςΔημοκρατίαςκαιΓκέρνζυ. Με εξαιρετική εκτίμηση,»

ΕπιβεβαιώνωότιτοΓκέρνζυσυμφωνείμετοπεριεχόμενοτηςεπιστολής σας. Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

ΓιατοΓκέρνζυ

Έγινε στο St. Peter Port 19.11.2004

Προσάρτημα1

ΣΥΜΦΩΝΙΑΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥΓΚΕΡΝΖΥ ΚΑΙΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣΤΑΕΞΗΣ:

1.   Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/48/ΈΟΚ («η οδηγία») του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («το Συμβούλιο») για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις ορίζει ότι πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία καιότιοιδιατάξειςαυτέςεφαρμόζονταιαπότην 1ηΙανουαρίου 2005, υπότονόροότι:

(i) η Ελβετική Συνομοσπονδία, το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου, το Πριγκιπάτο του Μονακό και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία·μέτρα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, κατ' εφαρμογή συμφωνιών που θα συνάψουν με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κατόπιν ομόφωνωναποφάσεωντου Συμβουλίου,

(ii) όλες οι συμφωνίες ή άλλοι διακανονισμοί που υφίστανται και προβλέπουν ότι τα εξηρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών με τον ίδιο τρόπο που θεσπίζει το κεφάλαιο II της παρούσας οδηγίας, (ή. κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 10, επιβάλλουν παρακράτηση του φόρουστηνπηγήμετουςίδιουςόρουςπουορίζονταισταάρθρα 11 και 12)».

 

2. Οι σχέσεις του Γκέρνζυ με την ΕΕ καθορίζονται από το Πρωτόκολλο 3 της Συνθήκης Προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Βάσει των όρων του Πρωτοκόλλουτου Γκέρνζυδεν υπάγεταιστοφορολογικό έδαφοςτηςΕΕ.

3. Το Γκέρνζυ σημειώνει ότι, παρότι ο απώτερος στόχος των κρατών μελών της ΕΕ είναι η θέσπιση πραγματικής φορολογίας των τόκων στο κράτος μέλος που έχει φορολογική κατοικία ο πραγματικός δικαιούχος μέσω της μεταξύ τους ανταλλαγής πληροφοριών περί τόκων, τρία κράτη μέλη, η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, δεν υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για μεταβατική περίοδο, αλλά θα εφαρμόζουν φόρο παρακράτησης στα εισοδήματα απόαποταμιεύσεις που καλύπτονται από την οδηγία.

4. Η «παρακράτηση φόρου στην πηγή» για την οποία γίνεται λόγος στην οδηγία, στην εσωτερική

νομοθεσία του Γκέρνζυ θα αναφέρεται ως «παρακράτηση φόρου». Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, οι δύο αυτοί όροι -«παρακράτηση φόρου στην πηγή»/«παρακράτηση φόρου» θεωρούνται συνώνυμοι.

5. ΤοΓκέρνζυσυμφώνησενα εφαρμόσει παρακράτηση φόρουαπό την 1ηΙανουαρίου 2005, υπό τονόρο ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την οδηγία και ότι τηρούνται εν γένει οι απαιτήσεις του άρθρου 17 τηςοδηγίαςκαι του άρθρου 17, παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας.

6. Το Γκέρνζυ συμφώνησε να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα με τα οριζόμεναστο άρθρο 10, παράγραφος 2 τηςοδηγίας.

7. Το Γκέρνζυ διαθέτει νομοθεσία σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων η οποία θεωρείται ισότιμη ως προς τα αποτελέσματα της με την κοινοτική νομοθεσία που αναφέρεται στα άρθρα 2 και 6 τηςοδηγίας.

 

Το Γκέρνζυ και η Ελληνική Δημοκρατία, καλούνται στο εξής «συμβαλλόμενο μέρος» ή

«συμβαλλόμενα μέρη», εκτός εάν προκύπτειάλλωςαπότασυμφραζόμενα,

Συμφώνησαν να συνάψουν την ακόλουθη συμφωνία, η οποία περιέχει υποχρεώσεις από την πλευρά των συμβαλλομένων μερών μόνοκαιπροβλέπει:

α) τηναυτόματηανταλλαγήπληροφοριώναπότηναρμόδιααρχήτηςΕλληνικής Δημοκρατίας προς τηναρμόδιααρχήτουΓκέρνζυόπωςακριβώςκαιπροςτηναρμόδια αρχή κράτουςμέλους,

β) τηνεφαρμογήαπότοΓκέρνζυ, κατάτημεταβατικήπερίοδοπουορίζεταιστοάρθρο 10 της οδηγίας, παρακράτησης φόρου από την ίδια ημερομηνία και με τους ίδιους όρους που περιλαμβάνονταισταάρθρα 11 και 12 τηςοδηγίαςαυτής,

γ) τηναυτόματηανταλλαγήπληροφοριώναπότηναρμόδιααρχήτουΓκέρνζυπροςτηναρμόδιααρχή τηςΕλληνικήςΔημοκρατίαςσύμφωναμετοάρθρο 13 τηςοδηγίας, δ) τη μεταφορά από την αρμόδια αρχή του Γκέρνζυ προς την αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίαςτου 75% τωνεσόδωναπότηνπαρακράτησηφόρου.

όσον αφορά τόκους που καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος σε φυσικό πρόσωποπουκατοικείσεάλλοσυμβαλλόμενομέρος.

Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ο όρος «αρμόδια αρχή», όταν ισχύει για τα συμβαλλόμενα μέρη σημαίνει «Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών» όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία και «the

Administrator of Income Tax» όσοναφοράτοΓκέρνζυ.

Άρθρο1 Παρακράτησηφόρουαπόφορείςπληρωμής

Οι τόκοι, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας Συμφωνίας, τους οποίους καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στο Γκέρνζυ σε πραγματικούς δικαιούχους κατά την έννοια του άρθρου 5 της παρούσας Συμφωνίας οι οποίοι είναι κάτοικοι της Ελληνικής Δημοκρατίας υπόκεινται, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της παρούσας Συμφωνίας, σε παρακράτηση από το ποσό του τόκου κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 14 της παρούσας Συμφωνίας, αρχής γενομένης απότην ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 15 της παρούσαςΣυμφωνίας. Τοποσοστότηςπαρακράτησης φόρου ανέρχεται σε 15% κατάτατρίαπρώταέτητηςμεταβατικήςπεριόδου, σε 20% γιαταεπόμενατρίαέτηκαισε35% στησυνέχεια.

Άρθρο 2 Διαβίβαση πληροφοριών από φορείςπληρωμής

(1) Σε περίπτωση πληρωμής τόκων, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας Συμφωνίας, από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο στην Ελληνική Δημοκρατία σε πραγματικούς δικαιούχους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας, οι οποίοι κατοικούν στο Γκέρνζυ, ή σε περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, ο φορέαςπληρωμήςενημερώνει τηναρμόδιααρχήτου σχετικάμεταεξής:

α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονται

σύμφωναμετοάρθρο 6 τηςπαρούσαςσυμφωνίας,

β) το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής,

γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της

απαίτησης πουαποτελεί γενεσιουργόαιτίατωνκαταβαλλόμενωντόκων,

δ) πληροφορίες σχετικά με την πληρωμή των τόκων που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας. Εντούτοις, κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να περιορίσει το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής σχετικά με την καταβολή τόκων στο συνολικό ποσό των τόκων ή του εισοδήματος και στοσυνολικό ποσότωνεσόδων απότην πώληση, την εξαγορά ήτηνεξόφληση,

καιηΕλληνικήΔημοκρατίασυμμορφώνεταιμετηνπαράγραφοτουπαρόντοςάρθρου.

(2) Εντός εξαμήνου από τη λήξη του φορολογικού τους έτους, η αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του Γκέρνζυ, αυτομάτως, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημεία α) έως δ) του παρόντος άρθρου, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκανκατάτηδιάρκειατουεν λόγωέτους.

Άρθρο 3 Εξαιρέσεις απότη διαδικασία παρακράτησης φόρου

(1) Το Γκέρνζυ, όταν εφαρμόζει παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίας, προβλέπει μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι πραγματικοί δικαιούχοιμπορούνναζητήσουννα μηνπραγματοποιηθείπαρακράτηση φόρου: α) διαδικασίαηοποίαεπιτρέπειστονπραγματικόδικαιούχο, όπωςορίζεταιστοάρθρο 5 της παρούσας

Συμφωνίας, να αποφύγει την παρακράτηση φόρου που διευκρινίζεται στο άρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίαςεξουσιοδοτώνταςρητάτονφορέαπληρωμής τουνα υποβάλειτιςπληρωμέςτόκωνστην αρμόδιααρχήτουσυμβαλλόμενουμέρουςστοοποίοείναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής. Αυτήηεξουσιοδότησηθα καλύπτειόλεςτις πληρωμές τόκων προς τον πραγματικό δικαιούχο από τονεν λόγωφορέαπληρωμής,

β) διαδικασίαπουδιασφαλίζειότιδενεπιβάλλεταιπαρακράτησηφόρουότανο πραγματικόςδικαιούχος υποβάλλειστονφορέαπληρωμήςπιστοποιητικόστοόνομα τουπουτουχορηγείηαρμόδιααρχήτου συμβαλλόμενουμέρουςτηςφορολογικής κατοικίαςτουσύμφωναμετηνπαράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

(2) Μετά από αίτηση του πραγματικού δικαιούχου, η αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους της φορολογικήςκατοικίαςτουεκδίδειπιστοποιητικόστοοποίοαναφέρονται:

Text Box: i) το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή, αν δεν υπάρχει, η ημερομηνία και οτόπος γέννησης του πραγματικού δικαιούχου, ii) το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής, iii) ο αριθμός λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, εάν δεν υπάρχει, τα στοιχεία του τίτλου που ενσωματώνει την απαίτηση.

Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον πραγματικό δικαιούχο που το έχει ζητήσει πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνώναπότηνυποβολήτηςαιτήσεως.

(3) Στις. περιπτώσειςπου εφαρμόζεταιηπαράγραφος 1 στοιχείο α) τουπαρόντοςάρθρου, ηαρμόδια αρχή του Γκέρνζυ στην οποία είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της τιαρούσας Συμφωνίας, ως χώρας κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Αυτές οι κοινοποιήσεις διεξάγονται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το έτος, εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους που ορίζεται βάσει της νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατάτηδιάρκειατουσυγκεκριμένουέτους.

Άρθρο 4 Βάση αξιολόγησης για την παρακράτηση φόρου

(1) Φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στο Γκέρνζυ επιβάλλει φόρο παρακράτησης σύμφωνα με το άρθρο 1 τηςπαρούσας συμφωνίας, ωςεξής: α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας: επίτου ακαθάριστου ποσού τωνκαταβληθέντων ήπιστωθέντων τόκων, β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ήδ) της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό του τόκου ή του εισοδήματος που αναφέρεται στα στοιχεία β) ήδ) αυτού του εδαφίου ή με εισφορά ισοδύναμου αποτελέσματος που θα βαρύνει τον δικαιούχο επί του συνολικού ποσού τωνεσόδων απότηνπώληση, τηνεξαγοράήτην εξόφληση, γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσαςΣυμφωνίας: στο ποσό τωντόκωνπουαναφέρεταιστοεν λόγωεδάφιο, δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό του τόκου που αναλογεί σε κάθε μέλος της έννομης οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας το οποίο πληροί τους όρους του άρθρου 5 παράγραφος 1 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

ε) σε περίπτωση που το Γκέρνζυ ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 5 της παρούσαςΣυμφωνίας: στο ποσότωνανοιγμένων σεετήσια βάσητόκων.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, η παρακράτηση φόρου εκπίπτει κατ'αναλογία για την περίοδο κατά την οποία ο πραγματικός δικαιούχος κατείχε τον χρεωστικό τίτλο. Εάν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει την περίοδο κατοχής με βάση τις πληροφορίες που του διατίθενται, ο φορέας πληρωμής μεταχειρίζεται τον πραγματικό δικαιούχο ως έχοντα στην κατοχή του τον χρεωστικό τίτλο καθ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του, εκτόςεάν οτελευταίος παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ημερομηνία αγοράς.

(3) Η επιβολή παρακράτησης φόρου από το Γκέρνζυ δεν εμποδίζει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου να φορολογήσει το εισόδημα σύμφωνα με την εθνικήτουνομοθεσία.

(4) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το Γκέρνζυ μπορεί να προβλέπει ότι ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους, ή εξασφαλίζει την καταβολή των τόκων, σε έννομη οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρείται ως ο φορέας πληρωμής για λογαριασμό της οντότητας και θα επιβάλει την παρακράτηση φόρου επί των τόκων αυτών, εκτός εάν η οντότητα έχει επισήμως δεχθεί να κοινοποιούνται σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας η επωνυμία της, η διεύθυνσή της και το συνολικό ποσότωντόκωνπουτηςκαταβάλλονταιήεξασφαλίζονταιγιαλογαριασμότης.

 

Άρθρο 5 Ορισμός του πραγματικού δικαιούχου

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για ίδιο σκοπό ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν το εν λόγω φυσικό πρόσωπο μπορεί να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν έχει εισπράξει ήεξασφαλίσειτην πληρωμήτόκων για δικό του λογαριασμό. Ένα φυσικό πρόσωποδενθεωρείταιπραγματικόςδικαιούχοςόταν: α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας, β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οντότητας που φορολογείται επί των κερδών της βάσει των γενικών ρυθμίσεων περί φορολογίας των επιχειρήσεων, ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένου σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ ή ισοδύναμου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένου στο Γκέρνζυ, ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, και, στην τελευταία περίπτωση, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και ο τελευταίος διαβιβάζει, εν συνεχεία, αυτές τις πληροφορίεςστηναρμόδιααρχήτουσυμβαλλομένουμέρουςτηςεγκατάστασης,

γ) ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτειστονφορέαπληρωμήςταστοιχείαταυτότηταςτουπραγματικούδικαιούχου.

(2) Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται, ή τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς ναυπάρχουνσυμβατικέςσχέσεις, από 1ηςΙανουαρίου 2004 καιεξής, οφορέαςπληρωμήςεξακριβώνει την ταυτότητατουπραγματικούδικαιούχου, ήτοιτο όνομα, τη διεύθυνση και, εάν υπάρχει, τον αριθμό φορολογικούμητρώουστοκράτοςμέλος τηςφορολογικήςκατοικίαςτου. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να προσδιορίζονται βάσει του διαβατηρίου ή του επίσημου δελτίου ταυτότητας που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν η διεύθυνση δεν αναγράφεται στο εν λόγω διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας, εξακριβώνεται βάσει οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν ο αριθμός φορολογικού μητρώου δεν αναγράφεται στο διαβατήριο, ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή σε άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας, ενδεχομένως στο πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας, που υποβάλλει οπραγματικός δικαιούχος, ταστοιχείαταυτότηταςσυμπληρώνονταιμετηνημερομηνίακαιτον τόπο γέννησης τουπραγματικού δικαιούχου που προκύπτουν από το διαβατήριο ή το επίσημο δελτίο ταυτότητας.

(3) Οφορέαςπληρωμήςπροσδιορίζειτηνκατοικίατουπραγματικούδικαιούχουβάσει ελάχιστων κανόνων πουποικίλλουνανάλογαμετοχρόνοέναρξηςτωνσχέσεωνμεταξύ τουφορέα πληρωμής και του δικαιούχουτωντόκων. Μετηνεπιφύλαξητωνκατωτέρω, ως κατοικία θεωρείται η χώρα στην οποία ο πραγματικός δικαιούχος έχειτη μόνιμηδιεύθυνσήτου:

 

α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχείαπουέχειστηδιάθεσήτου, ιδίωςκατ' εφαρμογήτωνισχυόντωνστηχώραεγκατάστασηςτου κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ισοδύναμηςνομοθεσίαςστηνπερίπτωσητουΓκέρνζυ,

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται ή, τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, οι φορείς πληρωμής προσδιορίζουν την κατοικία του δικαιούχου βάσει της διεύθυνσης που αναγράφεται στο διαβατήριο ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή, εν ανάγκη, βάσει οιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου το οποίο παρουσιάζει ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζουν διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας που έχει εκδώσει κράτος μέλος και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται βάσει πιστοποιητικού φορολογικής κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δηλώνει ότι κατοικεί. Εφόσον δεν υπάρχειτέτοιο πιστοποιητικό, θεωρείται ως τόπος κατοικίας το κράτος μέλος το οποίο εξέδωσετο διαβατήριοήτο άλλοεπίσημοέγγραφο ταυτότητας.

Άρθρο 7 Ορισμός του φορέα πληρωμής

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «φορέας πληρωμής» νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν ο φορέας αυτός είναι ο οφειλέτης της απαίτησης ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος την πληρωμή τωντόκωνήτην εξασφάλισηαυτήςτηςπληρωμής.

(2) Κάθε οντότηταεγκατεστημένη σεσυμβαλλόμενο μέροςστοοποίοκαταβάλλονταιτόκοιήγιατο οποίο εξασφαλίζεται η καταβολή τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής κατά την εν λόγω πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται αν ο οικονομικός φορέας έχει λόγους να πιστεύει, βάσειεπίσημωναποδεικτικώνστοιχείων πουυποβάλλει ηοντότητα, ότι: α) είναι νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο5 τουπαρόντοςάρθρου, ή β) τακέρδητουφορολογούνταιβάσειτωνγενικώνρυθμίσεωνφορολογίαςτωνεπιχειρήσεων, ή γ) πρόκειται για ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου ή

ισοδύναμου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένου στο Γκέρνζυ.

Ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους σε μια τέτοια οντότητα εγκατεστημένη σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος, και θεωρούμενη ως φορέα πληρωμής βάσει της παρούσας παραγράφου ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων για αυτή, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που της κατέβαλε ή των οποίων εξασφάλισε την καταβολή στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους εγκατάστασής της, η οποία στη συνέχεια

διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους εγκατάστασης της

οντότητας.

(3) Η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έχει, ωστόσο, το δικαίωμα να επιλέγει, για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, να τυγχάνει μεταχείρισης ως ΟΣΕΚΑ ή ως ισοδύναμος οργανισμός, κατά την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο γ). Η άσκηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί αντικείμενο πιστοποιητικού που εκδίδεται από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η οντότητα, υποβάλλεται δε από αυτήν την οντότητα στον οικονομικό φορέα. Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες άσκησης αυτού του δικαιώματος για τις οντότητες τις εγκατεστημένες στο έδαφός τους.

(4) Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο συμβαλλόμενο μέρος, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης της οντότητας, όταν ενεργεί ως φορέας πληρωμής, προς τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας.

(5) Τα νομικά πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου είναι: α) στη Φινλανδία: avoin yhtiö (Ay) και kommandiittiyhtiö (Ky)/ öppet bolag και kommanditbolag, β) στη Σουηδία: handelsbolag (HB) και kommanditbolag (KB).

 

Άρθρο 8 Ορισμός των τόκων

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «τόκοι» νοούνται:

α) οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, είτε συνοδεύονται είτε όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ωφελημάτων και λαχνών που τα συνοδεύουν. Οι τόκοι υπερημερίας δεν θεωρούνται τόκοι,

β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση τωναπαιτήσεων πουαναφέρονται στοστοιχείο α), γ) το εισόδημα που προκύπτει από τόκους, είτε άμεσα είτε μέσω οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας, τοοποίοδιανέμεταιαπό

i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένοσύμφωναμετηνοδηγία 85/611 /ΕΟΚ. τουΣυμβουλίου, ή ii) ισοδύναμο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένο στο Γκέρνζυ,

iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 τηςπαρούσας Συμφωνίας,

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρουτης 299 και εκτόςτου Γκέρνζυ.

δ) εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση μονάδων ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και οντότητες, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή οντοτήτων που αναφέρονται κατωτέρω, ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικού τους σε απαιτήσεις που αναφέρονται οτο στοιχείο α):

i) ΟΣΕΚΑεγκεκριμένουςσύμφωναμετηνοδηγία85/611/ΕΟΚ, ή ii) ισοδύναμοοργανισμόσυλλογικώνεπενδύσεωνεγκατεστημένοστοΓκέρνζυ, iii) οντότητεςπουεπωφελούνταιαπότοδικαίωμαπουπροβλέπεταιστοάρθρο 7 παράγραφος 3 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρου της299 καιεκτόςτουΓκέρνζυ.

«·

Ωστόσο, τασυμβαλλόμεναμέρημπορούνναμηνπεριλαμβάνουνστονορισμότωντόκωντο εισόδημα που αναφέρεταιστηνπαράγραφοΙστοιχείοδ) τουπαρόντοςάρθρουπαρά μόνο κατά την αναλογία που το εισόδημααυτόαντιστοιχείσεεισόδημαπου, άμεσαή έμμεσα, προέρχεταιαπόπληρωμέςτόκωνκατάτηνέννοια τωνστοιχείωνα) καιβ) της παραγράφου1 τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ένας φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεση του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από πληρωμήτόκων, τοσυνολικόποσότουεισοδήματος.θεωρείταιωςπληρωμήτόκων.

(3) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεση του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε απαιτήσεις ή σε μονάδες ή μερίδια που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40%. Εάν δεν μπορεί να προσδιορίσει το ποσό του εισοδήματος που συγκεντρώνει ο πραγματικός δικαιούχος, τοεισόδημαθεωρείταιότιαντιστοιχείστοπροϊόντηςπώλησης, τηςεπιστροφήςήτηςεξόφλησης τωνμετοχώνήμεριδίων.

(4) Όταν οι τόκοι, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καταβάλλονται ή πιστώνονται σε

λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, αν η εν λόγω οντότηταδενεπωφελείταιαπύτοδικαίωμαπουπροβλέπεταιστο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας, οιενλόγωτόκοιθεωρούνταιως πληρωμέςτόκωναπότηνενλόγωοντότητα.

(5) Όσοναφοράτηνπαράγραφο1 στοιχείαβ) καιδ) τουπαρόντοςάρθρου, τασυμβαλλόμεναμέρη έχουν το δικαίωμαναζητούναπότουςφορείςπληρωμήςπουείναιεγκατεστημένοιστοέδαφός τουςναυπολογίζουν τουςτόκουςσεετήσιαβάσηκατάτηδιάρκειαπεριόδουπουδενυπερβαίνει τοέτοςκαιναθεωρούντους ετήσιουςαυτούςτόκουςωςπληρωμήτόκωνακόμηκαιανδενδιενεργηθεί πώληση, επιστροφή ή εξόφληση κατάτηδιάρκειααυτήςτηςπεριόδου.

(6) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στις συγκεκριμένες διατάξεις από οργανισμούς ή οντότητες που εδρεύουν εντός του εδάφους τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το 15%. Ομοίως, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τους τόκους που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, εάν η οντότητα αυτή δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας και είναι εγκατεστημένη στο έδαφός τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρουδενυπερβαίνειτο 15%.

Η άσκηση αυτού του δικαιώματος από συμβαλλόμενο μέρος είναι δεσμευτική και για τα άλλα συμβαλλόμεναμέρη.

(7) Από την 1η Ιανουαρίου 2011, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντοςάρθρουκαιστηνπαράγραφο 3 τουπαρόντοςάρθρουείναι 25%.

(8) Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής, όπως ορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων ή, ελλείψει αυτών, βάσει της πραγματικήςσύνθεσηςτουενεργητικούτους.

 

Άρθρο 9 Κατανομή των εσόδων απότην παρακράτηση φόρου

(1) Το Γκέρνζυ παρακρατεί το 25% της παρακράτησης φόρου που εκπίπτει δυνάμει της παρούσας Συμφωνίαςκαιμεταβιβάζειτουπόλοιπο 75% τωνεσόδωνστο άλλοσυμβαλλόμενομέρος.

(2) Το Γκέρνζυ που επιβάλλει παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας παρακρατεί το 25% των εσόδων και μεταβιβάζει το 75% στην Ελληνική Δημοκρατία με την αναλογία που ισχύει για τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται κατ'εφαρμογή τηςπαραγράφου 1 τουπαρόντοςάρθρου.

(3) Η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται για κάθε έτος σε μία δόση, το αργότερο εντός εξαμήνουμετάτο τέλοςτουφορολογικούέτουςπουορίζεταιαπότηνομοθεσίατουΓκέρνζυ.

(4) Το Γκέρνζυ που επιβάλλει παρακράτηση φόρου λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει τηνορθήλειτουργίατουσυστήματοςκατανομήςεσόδων.

 

Άρθρο 10 Εξάλειψη τηςδιπλής φορολογίας

(1) Το συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας που ενδεχομένως να προκύπτει από την επιβολή, από το Γκέρνζυ, της παρακράτησης φόρου στην οποία αναφέρεται η παρούσα Συμφωνία σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις: i) όταν επί των τόκων που εισπράττει ένας πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος στο Γκέρνζυ, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος χορηγεί, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό. Αν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία φόρου, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος επιστρέφει τοεπιπλέονποσότουπαρακρατηθέντοςφόρουστονπραγματικό δικαιούχο,

ii) αν, πέραν τηςπαρακράτησηςφόρουόπωςπροβλέπεται στοάρθρο 4 τηςπαρούσας Συμφωνίας, επί των τόκων που εισπράττονται από πραγματικό δικαιούχο έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε άλλη παρακράτησηφόρου/παρακράτησηφόρουστηνπηγήκαιτοσυμβαλλόμενο μέροςτηςφορολογικής κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για την εν λόγω παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, το ποσό αυτής της άλλης παρακράτησης φόρου/παρακράτησης φόρου στην πηγή πιστώνεται πριν από την εφαρμογή τηςδιαδικασίας πουπροβλέπεταιστοστοιχείο i) τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Το συμβαλλόμενο μέλος που είναι το κράτος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου μπορεί να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της πίστωσης φόρου που αναφέρεται στην παράγραφο 1) του

παρόντος άρθρου με την επιστροφή της παρακράτησης φόρου που αναφέρεται στο άρθρο 1 της

παρούσαςΣυμφωνίας.

Άρθρο 11 Μεταβατικέςδιατάξειςγιατουςδιαπραγματεύσιμους χρεωστικούςτίτλους

(1) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 14 της παρούσας Συμφωνίας και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 το αργότερο, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ήπουταενημερωτικάφυλλάδιαγιατηνεισαγωγήτουςστοχρηματιστήριοαξιών έχουνεγκριθείπριν από την ημερομηνία αυτή από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ή από αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες, δεν θεωρούνται ως απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής. Εάν όμως η μεταβατική περίοδος παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2010, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν μόνον για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους αυτού τουείδους:

-πουπεριέχουνρήτρεςεπανενσωμάτωσης τουεκπεσθέντοςφόρουκαι

-εφόσον ο φορέας πληρωμής είναι εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει την παρακράτηση φόρου και ο εν λόγω φορέας πληρωμής καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο εγκατεστημένο σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκωνπροςάμεσοόφελοςαυτού.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ως δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, όπως ορίζεται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, η συνολική έκδοση αυτών των τίτλων, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και τις νέες εκδόσεις, θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοιατου άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείοα) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από το δεύτερο εδάφιο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείοα) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

(2) Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να φορολογούν το εισόδημα από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο 1) σύμφωνα με τηνεθνικήνομοθεσίατους.

Άρθρο 12 Διαδικασίααμοιβαίαςσυμφωνίας

Εάν προκύψουν δυσχέρειες ή αμφιβολίες μεταξύ των μερών όσον αφορά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας Συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να επιλύσουν το θέμα μεαμοιβαίασυμφωνία.

Άρθρο13 Απόρρητο

(1) Όλες οι πληροφορίες που παρέχει και λαμβάνει η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους κρατούνται απόρρητες.

(2) Οι πληροφορίες που παρέχονται στην αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς πέραν εκείνων της άμεσης φορολογίας χωρίς προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση τουάλλουσυμβαλλόμενουμέρους.

(3) Οι παρεχόμενες πληροφορίες κοινοποιούνται μόνο στα αφορώμενα πρόσωπα ή αρχές για σκοπούς άμεσης φορολογίας και χρησιμοποισύνται από τα εν λόγω πρόσωπα ή αρχές μόνο για τέτοιουςοκοπούς ή για σκοπούς επιτήρησης, περιλαμβανομένης της έκβασης τυχόν προσφυγών. Για τους σκοπούς αυτούς, μπορούν να κοινοποιούνται πληροφορίες σε ακροαματικέςδιαδικασίεςήσεδικαστικέςενέργειες.

(4) Όταν η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους θεωρεί ότι οι πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μπορεί να τις διαβιβάζει σε αυτή την αρμόδια αρχή, με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής που παρέσχε τιςπληροφορίες.

 

Άρθρο 14 Μεταβατική περίοδος

Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας, το Γκέρνζυ σταματά να εφαρμόζει την παρακράτηση φόρου και την κατανομή των εσόδων που προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία και αρχίζει να εφαρμόζει έναντι του άλλου συμβαλλόμενου μέρους τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας. Εάν κατά τη μεταβατική περίοδο το Γκέρνζυ επιλέξει να εφαρμόσει τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας, δεν θα εφαρμόζει πλέον την παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή και την κατανομή των εσόδων που προβλέπεται στοάρθρο 9 τηςπαρούσας Συμφωνίας.

Άρθρο 15 Έναρξη ισχύος

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 της παρούσας Συμφωνίας, η Συμφωνία τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2005.

Άρθρο 16 Λήξη

(1) Ηπαρούσα Συμφωνίαπαραμένει σε ισχύ εφόσονδεν την καταγγείλει ένααπότα συμβαλλόμενα μέρη.

(2) Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος δύναται να καταγγείλει την παρούσα Συμφωνία με γραπτή κοινοποίηση προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση. Στην περίπτωση αυτή, η Συμφωνία παύει να ισχύει 12 μήνες μετά την ημερομηνία γνωστοποίησης.

 

Άρθρο 17 Εφαρμογή και αναστολή της εφαρμογής

(1) Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εξαρτάται από την έγκριση και εφαρμογή από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ελβετία, την Ανδόρα, το Λιχτενστάιν, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο και από όλα τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αντίστοιχα, μέτρων σύμφωνων ή ισοδύναμων με τα προβλεπόμενα στην οδηγία ή στην παρούσα Συμφωνία, και τον καθορισμό των ίδιων ημερομηνιών εφαρμογής.

(2) Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν, με κοινή συμφωνία, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας, κατά πόσον ο όρος που τίθεται στην παράγραφο 1 πληρούται όσον αφορά τις ημερομηνίες έναρξης ισχύος των σχετικών μέτρων στα κράτη μέλη, στις προαναφερθείσες τρίτες χώρες και στα εξηρτημένα ή συνδεδεμέναεδάφη.

(3) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 12 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας ή μερών αυτής με άμεση ισχύ, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος στην οποία διευκρινίζονταν οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση εφόσον η οδηγία παύει να ισχύει είτε προσωρινά είτε μόνιμα σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή σε περίπτωση που κράτος μέλος αναστείλει την εφαρμογή των οικείων εκτελεστικών διατάξεων. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλιςπαύσουν νασυντρέχουνοισυνθήκεςπουοδήγησανστηναναστολή.

(4) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 12 της παρούσας

 

Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την

εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας μέσω κοινοποίησης στο άλλο μέρος, διευκρινίζοντας τις συνθήκες

πουοδήγησανστηνεν λόγωκοινοποίησηεφόσον μία από τιςτρίτεςχώρεςήτα εδάφη που αναφέρονται

στην παράγραφο 1 παύσουν στη συνέχεια να εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην εν λόγω

παράγραφο. Η αναστολή της εφαρμογής πραγματοποιείται το νωρίτερο δύο μήνες μετά τη

γνωστοποίηση. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις αποκατασταθούν και τα μέτρα από

τηνενλόγωτρίτηχώραήέδαφος.

Συντάχθηκε στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα και τα κείμενα σε όλες αυτές τις γλώσσες είναι

εξίσουαυθεντικά.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογοςτων «εξομοιούμενωνοργανισμών» στουςοποίουςαναφέρεταιτο άρθρο 11

Για τους σκοπούς του άρθρου 11 της παρούσας συμφωνίας, οι ακόλουθοι οργανισμοί θεωρούνται ως εξομοιούμενοι προςδημόσιααρχήήτων οποίωνορόλοςαναγνωρίζεταιαπόδιεθνήσυνθήκη»:

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙΕΝΤΟΣΤΗΣΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣΕΝΩΣΗΣ: Bέλγιο -Région flamande (Vlaams Gewest) (φλαμανδική περιοχή) -Région wallonne (περιοχή της Βαλλονίας) -Région de Bruxelles Capitale/Brussels Hoofdstedelijk Gewest (περιοχή των Βρυξελλών

Πρωτευούσης) -Communauté française (γαλλική κοινότητα) -Communauté flamande (Vlaamse Gemeenschap) (φλαμανδική κοινότητα) -Communauté germanophone (Deutschsprachige Gemeinschaft) (γερμανόφωνη κοινότητα)

Ισπανία

-Xunta de Galicia (κυβέρνηση τηςαυτόνομης κοινότητας της Γαλισίας) -Junta de Andalucía (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας τηςΑνδαλουσίας) -Junta de Extremadura (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας τηςΕξτρεμαδούρας) -Junta de Castilla-La Mancha (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης-Λαμάντσα) -Junta de Castilla y León (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας τηςΚαστίλης και Λεόν) -Gobierno Foral de Navarra (κυβέρνηση της Ναβάρας) -Govern de les Illes Balears (κυβέρνηση των Βαλεαρίδων Νήσων) -Generalitat de Catalunya (κυβέρνηση της Καταλονίας) -Generalitat de Valencia (κυβέρνηση της Βαλένσιας) -Diputación General de Aragón (κυβέρνηση της Αραγκόν) -Gobierno de las Islas Canarias (κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων) -Gobierno de Murcia (κυβέρνηση της Μουρθίας) -Gobierno de Madrid (κυβέρνηση της Μαδρίτης) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (κυβέρνηση τηςαυτόνομηςκοινότητας

της χώρας τωνΒάσκων) -Diputación Foral de Guipúzcoa (επαρχιακό συμβούλιο του Γκουϊπούσκοα) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (επαρχιακό συμβούλιο της Βισκάγιας) -Diputación Foral de Alava (επαρχιακό συμβούλιο της Αλάβα) -Ayuntamiento de Madrid (δήμος της Μαδρίτης) -Ayuntamiento de Barcelona (δήμος της Βαρκελώνης) -Cabildo Insular de Gran Canaria (συμβούλιο της Νήσου Γκραν Κανάρια) -Cabildo Insular de Tenerife (συμβούλιο της Νήσου Τενερίφης) -Instituto de Crédito Oficial (πιστωτικό δημόσιο Ίδρυμα) -Instituto Catalán de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Καταλονίας) -Instituto Valenciano de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Βαλένσιας)

Ελλάδα

-Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδας -Оργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού

Γαλλία

-La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (ταμείο απόσβεσης κοινωνικού χρέους) -L'Agence française de développement (AFD) (γαλλικός οργανισμός ανάπτυξης) -Réseau Ferré de France (RFF) (δίκτυο σιδηροδρόμων της Γαλλίας) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (εθνικό ταμείο αυτοκινητοδρόμων) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (δημόσια περίθαλψη, νοσοκομεία των Παρισίων) -Charbonnages de France (CDF) (ανθρακωρυχεία της Γαλλίας) -Entreprise minière et chimique (EMC) (μεταλλευτική και χημική επιχείρηση)

Iταλία

-Regions (περιοχές) -Provinces (επαρχίες) -Municipalities (δήμοι) -Cassa Depositi e Prestiti (ταμείο παρακαταθηκών και δανείων)

Λετονία

-Pašvaldības (τοπικές κυβερνήσεις)

Πολωνία

-gminy (κοινότητες) -powiaty (περιφέρειες) -województwa (επαρχίες) -związki gmin (ενώσεις κοινοτήτων) -związki powiatów (ενώσεις περιφερειών) -związki województw (ενώσεις επαρχιών) -miasto stołeczne Warszawa (πρωτεύουσα πόλη της Βαρσοβίας) -Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Οργανισμός για την αναδιάρθρωση και τον

εκσυγχρονισμό της γεωργίας) -Agencja Nieruchomości Rolnych (Οργανισμός γεωργικής ιδιοκτησίας)

Πορτογαλία

-Região Autónoma da Madeira (αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας) -Região Autónoma dos Açores (αυτόνομη περιοχή των Αζορών) -Municipalities (δήμοι)

Σλοβακία

-mestá a obce (δήμοι) -Železnice Slovenskej republiky (Σλοβακική εταιρεία σιδηροδρόμων) -Štátny fond cestného hospodárstva (Εθνικό ταμείο διαχείρισης οδών) -Slovenské elektrárne (σλοβακικοί σταθμοί ηλεκτρικού ρεύματος) -Vodohospodárska výstavba (Εταιρεία της ορθολογικής χρήσεως των υδάτων)

ΔΙΕΘΝΕΙΣΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ:

-Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης -Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων -Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης -Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Παγκόσμια Τράπεζα /ΔΤΑΑ / ΔΝΤ -ΔιεθνήςΟργανισμόςΧρηματοδότησης -Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης -EΥΡΑΤΟΜ -Ευρωπαϊκή Κοινότητα -Χρηματοδοτική Συνεργασία για την Ανάπτυξη των Άνδεων (CAF)

Text Box: - Ευρωπαϊκή εταιρεία για τη Χρηματοδότηση σιδηροδρομικού υλικού - Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα - Επενδυτική Τράπεζα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών - Αναπτυξιακή Τράπεζα της Καραϊβικής

Οι διατάξεις του άρθρου 11 δεν θίγουν τυχόν διεθνείς υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει έναντι των προαναφερόμενων διεθνών οργανισμών.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ :

Οι εν λόγω οργανισμοί πληρούν τα εξής κριτήρια:

1) Ο οργανισμός θεωρείται σαφώς ως δημόσιος σύμφωνα με τα εθνικά κριτήρια.

2) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός δραστηριοποιείται εκτός του εμπορικού τομέα, διαχειρίζεται και χρηματοδοτεί ομάδα κοινωφελών δραστηριοτήτων παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες εκτός του εμπορικού τομέα και ελέγχεται όντως από τη γενική κυβέρνηση.

3) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός εκδίδει τακτικά και μεγάλα ομολογιακά δάνεια. 4) Το συγκεκριμένο κράτος είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι ο δημόσιος αυτός οργανισμός δεν θα προβεί σε πρόωρη εξόφληση.

ΟΡΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ:

Ο κατάλογος των εξομοιούμενων οργανισμών του παρόντος Παραρτήματος είναι δυνατό να τροποποιηθεί με αμοιβαία συμφωνία.

ΣΥΜΦΩΝ1Α ΥΠΟΜΟΡΦΗΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ

Α. Επιστολή της Ελληνικής Δημοκρατίας

Κύριε, Λαμβάνω την τιμή να αναφερθώ στα κείμενα «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» και «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την παρακράτηση φόρου στην πηγή κατά τη μεταβατική περίοδο», που προέκυψαν από τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές των Νήσων σχετικά με συμφωνία για φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και επισυνάπτονται, ως παράρτημα Ι και παράρτημα II αντιστοίχως, στα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12 Μαρτίου (έγγρ. 7408/04 FISC 58).

Ενόψει των προαναφερθέντων κειμένων, έχω την τιμή να σας υποβάλω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπως περιλαμβάνεται στο Προσάρτημα 1 της παρούσας επιστολής, και να σας γνωστοποιήσω την αμοιβαία μας δέσμευση για ευθυγράμμιση των εσωτερικών μας συνταγματικών διαδικασιών το συντομότερο δυνατό ώστε να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω Συμφωνία και για αμοιβαία ενημέρωση αμέσως μόλις ολοκληρωθούν αυτές οι διατυπώσεις.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι προαναφερθείσες εσωτερικές διαδικασίες και να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», έχω την τιμή να σας εισηγηθώ η Ελληνική Δημοκρατία και η Νήσος του Μαν να εφαρμόσουν προσωρινά αυτή τη συμφωνία, σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές μας απαιτήσεις, από την 1η Ιανουαρίου 2005, ή από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, όποια εκτων δύο είναι μεταγενέστερη.

Έχω την τιμή να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή και η επιβεβαίωσησαςνααποτελέσουναπόκοινούσυμφωνίαμεταξύΕλληνικήςΔημοκρατίαςκαιΝήσουτουΜαν.

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

ΓιατηνΕλληνικήΔημοκρατία

Έγινε στις 19 Μαϊου 2004, στηνΑθήνα

Β. ΕπιστολήτηςΝήσουτουΜαν

Κύριε,

Έχωτηντιμήνασαςγνωστοποιήσωτηλήψητηςσημερινήςεπιστολήςσας, ηοποίαέχειωςακολούθως: «Κύριε, Λαμβάνω την τιμή να αναφερθώ στα κείμενα «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» και «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την παρακράτηση φόρου στην πηγή κατά τη μεταβατική περίοδο», που προέκυψαν από τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές των Νήσων σχετικά με συμφωνία για φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και επισυνάπτονται, ως παράρτημα Ι και παράρτημα II αντιστοίχως, στα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Μαρτίου (έγγρ. 7408/04 FISC 58).

Ενόψει των προαναφερθέντων κειμένων, έχω την τιμή να σας υποβάλω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπως περιλαμβάνεται στο Προσάρτημα 1 της παρούσας επιστολής, και να σας γνωστοποιήσω την αμοιβαία μας δέσμευση για ευθυγράμμιση των εσωτερικών μας συνταγματικών διαδικασιών το συντομότερο δυνατό ώστε να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω Συμφωνία και για αμοιβαίαενημέρωσηαμέσωςμόλιςολοκληρωθούναυτέςοι διατυπώσεις.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι προαναφερθείσες εσωτερικές διαδικασίες και να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», έχω την τιμή να σας εισηγηθώ η Ελληνική Δημοκρατία και ηΝήσος του Μαν να εφαρμόσουν προσωρινά αυτή τη συμφωνία, σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές μας απαιτήσεις, από την 1η Ιανουαρίου 2005, ή από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας 2003/48/ΕΚ τοο Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτωναπόαποταμιεύσεις, όποιαεκ τωνδύο είναι μεταγενέστερη.

Θα επιθυμούσα να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή και η επιβεβαίωσή σας να αποτελέσουν από κοινού συμφωνία μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Νήσου του Μαν.

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,» ΕπιβεβαιώνωότιηΝήσοςτουΜανσυμφωνείμετοπεριεχόμενοτηςεπιστολήςσας.

Μεεξαιρετική εκτίμηση,

ΓιατηΝήσοτουΜαν Έγινεστο Douglas 19.11.2004

Προσάρτημα1

ΣΥΜΦΩΝΙΑΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ

ΜΕΤΑΞΥΝΗΣΟΥΤΟΥΜΑΝ

ΚΑΙΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣΤΑΕΞΗΣ:

1. Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/48/ΕΟΚ («η οδηγία») του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («το Συμβούλιο») για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις ορίζει ότι πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία και ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2005, υπότονόροότι-«

(i) η Ελβετική Συνομοσπονδία, το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου, τοΠριγκιπάτοτουΜονακόκαιτοΠριγκιπάτοτηςΑνδόρας, εφαρμόζουναπότηναυτήημερομηνία μέτρα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, κατ'εφαρμογή συμφωνιών που θα συνάψουνμετηνΕυρωπαϊκή Κοινότητα, κατόπινομόφωνωναποφάσεωντουΣυμβουλίου,

(ii) όλες οι συμφωνίες ή άλλοι διακανονισμοί που υφίστανται και προβλέπουν ότι τα εξηρτημένα ή συνδεδεμέναεδάφηεφαρμόζουναπότηναυτήημερομηνίατηναυτόματηανταλλαγή πληροφοριών με τον ίδιο τρόπο που θεσπίζει το κεφάλαιο II της παρούσας οδηγίας, (ή, κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 10, επιβάλλουν παρακράτηση του φόρου στην πηγή με τους ίδιους όρους που ορίζονταισταάρθρα11 και 12)».

 

2. Οι σχέσεις της Νήσου του Μαν με την ΕΕ καθορίζονται από το Πρωτόκολλο 3 της Συνθήκης

Προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Βάσει των όρων του Πρωτοκόλλου τηςΝήσουτουΜανδενυπάγεταιστοφορολογικόέδαφοςτηςΕΕ.

3. Η Νήσος του Μαν σημειώνει ότι, παρότι ο απώτερος στόχος των κρατών μελών της ΕΕ είναι η θέσπιση πραγματικής φορολογίας των τόκων στο κράτος μέλος που έχει φορολογική κατοικία ο πραγματικός δικαιούχος μέσω της μεταξύ τους ανταλλαγής πληροφοριών περί τόκων, τρία κράτη μέλη, η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, δεν υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για μεταβατική περίοδο, αλλά θα εφαρμόζουν φόρο παρακράτησης στα εισοδήματα από αποταμιεύσεις που καλύπτονται από την οδηγία.

4. Η «παρακράτηση φόρου στην πηγή» για την οποία γίνεται λόγος στην οδηγία, στην εσωτερική νομοθεσία της Νήσου του Μαν θα αναφέρεται ως «παρακράτηση φόρου». Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, οι δύο αυτοί όροι -«παρακράτηση φόρου στην πηγή»/ «παρακράτηση φόρου» θεωρούνταισυνώνυμοι.

5. Η Νήσος του Μαν συμφώνησε να εφαρμόσει παρακράτηση φόρου από την 1η Ιανουαρίου 2005, υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την οδηγία και ότι τηρούνται εν γένει οι απαιτήσεις του άρθρου 17 τηςοδηγίαςκαιτουάρθρου 17, παράγραφος 2 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

6. Η Νήσος του Μαν συμφώνησε να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα με τα οριζόμεναστοάρθρο 10, παράγραφος2 τηςοδηγίας.

7. Η Νήσος του Μαν διαθέτει νομοθεσία σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων η οποία θεωρείται ισότιμη ως προς τα αποτελέσματα της με την κοινοτική νομοθεσία που αναφέρεται στα άρθρα 2 και 6 τηςοδηγίας.

 

Η Νήσος του Μαν και η Ελληνική Δημοκρατία, καλούνται στο εξής «συμβαλλόμενο μέρος» ή συμβαλλόμενα μέρη», εκτόςεάνπροκύπτειάλλωςαπότασυμφραζόμενα,

Συμφώνησαν να συνάψουν την ακόλουθη συμφωνία, η οποία περιέχει υποχρεώσεις από την πλευρά των συμβαλλομένωνμερώνμόνοκαιπροβλέπει:

α) την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών από την αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας προς την αρμόδιααρχήτηςΝήσουτουΜανόπωςακριβώςκαιπροςτην αρμόδιααρχήκράτουςμέλους,

β) την εφαρμογή από τη Νήσο του Μαν, κατά τη μεταβατική περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 10 της οδηγίας, παρακράτησηςφόρουαπότηνίδιαημερομηνίακαιμετουςίδιουςόρους πουπεριλαμβάνονται σταάρθρα 11 και 12 τηςοδηγίαςαυτής,

γ) την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών από την αρμόδια αρχή της Νήσου του Μαν προς την αρμόδια αρχήτηςΕλληνικήςΔημοκρατίαςσύμφωναμετοάρθρο 13 τηςοδηγίας, δ) τη μεταφορά από την αρμόδια αρχή της Νήσου του Μαν προς την αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίαςτου 75% τωνεσόδωναπότηνπαρακράτηση φόρου.

όσον αφορά τόκους που καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος σε φυσικό πρόσωποπουκατοικείσεάλλοσυμβαλλόμενο μέρος.

Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ο όρος «αρμόδια αρχή», όταν ισχύει για τα συμβαλλόμενα μέρη σημαίνει «ΥπουργόςΟικονομίαςκαι Οικονομικών» όσοναφοράτηνΕλληνική Δημοκρατία και «Chief Financial Officer of the Treasury or his delegate» όσοναφοράτηΝήσοτουΜαν.

Άρθρο 1 Παρακράτησηφόρουαπόφορείςπληρωμής

Οι τόκοι, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας Συμφωνίας, τους οποίους καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στη Νήσο του Μαν σε πραγματικούς δικαιούχους κατά την έννοια του άρθρου 5 της παρούσας Συμφωνίας οι οποίοι είναι κάτοικοι της Ελληνικής Δημοκρατίας υπόκεινται, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της παρούσας Συμφωνίας, σε παρακράτηση από το ποσό του τόκου κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 14 της παρούσας Συμφωνίας, αρχής γενομένης από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας. Το ποσοστό της παρακράτησης φόρου ανέρχεται σε 15% κατά τα τρία πρώτα έτη της μεταβατικής περιόδου, σε 20% για τα επόμενα τρία έτη και σε 35% στησυνέχεια.

Άρθρο 2 Διαβίβαση πληροφοριών από φορείς πληρωμής

(1) Σε περίπτωση πληρωμής τόκων, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας Συμφωνίας, από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο στην Ελληνική Δημοκρατία σε πραγματικούς δικαιούχους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας, οι οποίοι κατοικούν στη Νήσο του Μαν, ή σε περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, ο φορέας πληρωμής ενημερώνει την αρμόδια αρχή του σχετικά

Text Box: με τα εξής: α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 της παρούσας συμφωνίας, β) το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής, γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της απαίτησης που αποτελεί γενεσιουργό αιτία των καταβαλλόμενων τόκων, δ) πληροφορίες σχετικά με την πληρωμή των τόκων που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας. Εντούτοις, κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να περιορίσει το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής σχετικά με την καταβολή τόκων στο συνολικό ποσό των τόκων ή του εισοδήματος και στο συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση,

και ηΕλληνική Δημοκρατία συμμορφώνεται με την παράγραφο του παρόντος άρθρου.

(2) Εντός εξαμήνου από τη λήξη του φορολογικού τους έτους, η αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή της Νήσου του Μαν, αυτομάτως, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημεία α) έως δ) του παρόντος άρθρου, όσοναφοράτοσύνολοτωντόκωνπουκαταβλήθηκαν κατάτη διάρκειατου ενλόγωέτους.

Άρθρο 3 Εξαιρέσεις απότη διαδικασίαπαρακράτησης φόρου

(1) Η Νήσος του Μαν, όταν εφαρμόζει παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίας, προβλέπει μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίσει ότι οιπραγματικοί δικαιούχοι μπορούνναζητήσουνναμηνπραγματοποιηθείπαρακράτηση φόρου:

α) διαδικασία η οποία επιτρέπει στον πραγματικό δικαιούχο, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας, να αποφύγει την παρακράτηση φόρου που διευκρινίζεται στο άρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίας εξουσιοδοτώντας ρητά τον φορέα πληρωμής του να υποβάλει τις πληρωμές τόκων στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής. Αυτή η εξουσιοδότηση θα καλύπτει όλες τις πληρωμές τόκων προς τον πραγματικό δικαιούχοαπότονεν λόγωφορέα πληρωμής,

β) διαδικασία που διασφαλίζει ότι δεν επιβάλλεται παρακράτηση φόρου όταν ο πραγματικός δικαιούχος υποβάλλει στον φορέα πληρωμής πιστοποιητικό στο όνομά του που του χορηγεί η αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους της φορολογικής κατοικίας του σύμφωνα με την παράγραφο 2 τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Μετά από αίτηση του πραγματικού δικαιούχου, η αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους τηςφορολογικής κατοικίαςτουεκδίδειπιστοποιητικόστοοποίοαναφέρονται: i) το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή, αν δεν υπάρχει, η ημερομηνίακαιοτόποςγέννησηςτουπραγματικούδικαιούχου, ii) το όνομακαι τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής, iii) ο αριθμός λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, εάν δεν υπάρχει, τα στοιχεία του

τίτλουπουενσωματώνειτηναπαίτηση.

Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον πραγματικό δικαιούχο που το έχει ζητήσει πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύομηνώναπότηνυποβολήτηςαιτήσεως.

(3) Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεταιηπαράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντοςάρθρου, ηαρμόδιααρχή της Νήσου του Μαν στην οποία είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας, ως χώρας κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Αυτές οι κοινοποιήσεις διεξάγονται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το έτος, εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους που ορίζεται βάσει της νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.

Άρθρο4 Βάσηαξιολόγησηςγιατηνπαρακράτησηφόρου

(1) Φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στη Νήσο του Μαν επιβάλλει φόρο παρακράτησης σύμφωνα με το άρθρο1 τηςπαρούσαςσυμφωνίας, ωςεξής:

α) σεπερίπτωσηκαταβολήςτόκωνκατάτηνέννοιατουάρθρου8 παράγραφος1 στοιχείοα) τηςπαρούσας Συμφωνίας: επίτουακαθάριστουποσούτωνκαταβληθέντωνήπιστωθέντωντόκων,

β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ήδ) της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό του τόκου ή του εισοδήματος που αναφέρεται στα στοιχεία β) ήδ) αυτού του εδαφίου ή με εισφορά ισοδύναμου αποτελέσματος που θα βαρύνει τον δικαιούχο επί του συνολικούποσούτωνεσόδωναπότηνπώληση, τηνεξαγοράήτηνεξόφληση,

γ) σεπερίπτωσηκαταβολήςτόκωνκατάτηνέννοιατουάρθρου8 παράγραφος1 στοιχείογ) τηςπαρούσας Συμφωνίας: στοποσότωντόκωνπουαναφέρεταιστοενλόγωεδάφιο,

δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό του τόκου που αναλογεί σε κάθε μέλος της έννομης οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας το οποίο πληροί τους όρους του άρθρου 5 παράγραφος1 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

ε) σε περίπτωση που η Νήσος του Μαν ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 5 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας: στοποσότωνανοιγμένωνσεετήσιαβάσητόκων.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, η παρακράτηση φόρου εκπίπτεικατ'αναλογίαγιατηνπερίοδοκατάτηνοποίαοπραγματικόςδικαιούχος κατείχετονχρεωστικό τίτλο. Εάνοφορέαςπληρωμήςαδυνατείναπροσδιορίσειτηνπερίοδοκατοχήςμεβάσητιςπληροφορίες που του διατίθενται, ο φορέας πληρωμής μεταχειρίζεται τον πραγματικό δικαιούχο ως έχοντα στην κατοχήτουτονχρεωστικότίτλοκαθ' όλητηδιάρκειατηςύπαρξήςτου, εκτόςεάνοτελευταίοςπαράσχει αποδεικτικάστοιχείασχετικάμετηνημερομηνίααγοράς.

(3) ΗεπιβολήπαρακράτησηςφόρουαπότηΝήσοτουΜανδενεμποδίζειτοάλλοσυμβαλλόμενομέροςτης φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου να φορολογήσει το εισόδημα σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.

(4) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η Νήσος του Μαν μπορεί να προβλέπει ότι ο

 

οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους, ή εξασφαλίζει την καταβολή των τόκων, σε έννομη οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρείται ως ο φορέας πληρωμής για λογαριασμό της οντότητας και θα επιβάλει την παρακράτηση φόρου επίτωντόκων αυτών, εκτός εάν ηοντότητα έχει επισήμως δεχθεί να κοινοποιούνται σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας η επωνυμία της, η διεύθυνσή της και το συνολικό ποσό των τόκων που της καταβάλλονται ήεξασφαλίζονται γιαλογαριασμότης.

Άρθρο 5 Ορισμόςτουπραγματικούδικαιούχου

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για ίδιο σκοπό ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν το εν λόγω φυσικό πρόσωπο μπορεί να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν έχει εισπράξει ή εξασφαλίσει την πληρωμή τόκων για δικό του λογαριασμό. Ένα φυσικό πρόσωποδενθεωρείταιπραγματικόςδικαιούχοςόταν: α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας, β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οντότητας που φορολογείται επί των κερδών της βάσει των γενικώνρυθμίσεωνπερίφορολογίας τωνεπιχειρήσεων, ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένου σύμφωνα μετην οδηγία 85/611/ΕΟΚ ή ισοδύναμου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένου στη Νήσο του Μαν, ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, και, στην τελευταία περίπτωση, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και ο τελευταίος διαβιβάζει, εν συνεχεία, αυτές τις πληροφορίεςστηναρμόδιααρχήτουσυμβαλλομένουμέρουςτηςεγκατάστασης,

γ) ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχας και αποκαλύπτειστονφορέαπληρωμήςταστοιχείαταυτότηταςτουπραγματικούδικαιούχου.

(2) Στηνπερίπτωσηπουοφορέαςπληρωμήςέχει στηδιάθεσήτουστοιχείαπουοδηγούνστοσυμπέρασμαότι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος και που δεν εφαρμόζεται ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο α) ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, το εν λόγω φυσικό πρόσωπο θεωρείται ως πραγματικός δικαιούχος.

Άρθρο 6 Στοιχείαταυτότητας και κατοικίατουπραγματικούδικαιούχου

(1) Κάθε Μέρος προβαίνει στη θέσπιση και διασφαλίζει την εφαρμογή στο έδαφός του των αναγκαίων διαδικασιών που επιτρέπουν στον φορέα πληρωμής να προσδιορίζει τους πραγματικούς δικαιούχους και την κατοικία τους για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας. Οιδιαδικασίεςαυτέςπληρούντουςελάχιστουςκανόνεςπουκαθορίζονταιστιςπαραγράφους 2 και 3.

(2) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου συναρτήσει ελαχίστων κανόνων οι οποίοι ποικίλλουν ανάλογα με τον χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ φορέα πληρωμήςκαιδικαιούχουτωντόκων, ωςεξής: α) όσοναφοράτιςσυμβατικέςσχέσειςπουέχουνσυναφθείπριναπότην 1ηΙανουαρίου 2004, οφορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα και τη διεύθυνσή του, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντωνστη χώραεγκατάστασής του κανονισμών καιτης οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην περίπτωση της Ελληνικής ΔημοκρατίαςήισοδύναμηςνομοθεσίαςστηνπερίπτωσητηςΝήσουτουΜαν,

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται, ή τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται

χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, ο φορέας πληρωμής εξακριβώνει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα, τη διεύθυνση και, εάν υπάρχει, τον αριθμό φορολογικού μητρώου στο κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να προσδιορίζονται βάσει του διαβατηρίου ή του επίσημου δελτίου ταυτότητας που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν η διεύθυνση δεν αναγράφεται στο εν λόγω διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας, εξακριβώνεται βάσει οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν ο αριθμός φορολογικού μητρώου δεν αναγράφεται στο διαβατήριο, ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή σε άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας, ενδεχομένως στο πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας, που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος, τα στοιχεία ταυτότητας συμπληρώνονται με την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου που προκύπτουν από το διαβατήριο ή το επίσημο δελτίο ταυτότητας.

(3) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου βάσει ελάχιστων κανόνων που ποικίλλουν ανάλογα με το χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ του φορέα πληρωμής και του δικαιούχου των τόκων. Με την επιφύλαξη των κατωτέρω, ως κατοικία θεωρείται η χώρα στην οποία ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη μόνιμη διεύθυνσή του: α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στη χώρα εγκατάστασης του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ισοδύναμης νομοθεσίας στην περίπτωση της Νήσου του Μαν,

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται ή, τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, οι φορείς πληρωμής προσδιορίζουντηνκατοικίατουδικαιούχουβάσειτηςδιεύθυνσηςπουαναγράφεταιστοδιαβατήριοή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή, εν ανάγκη, βάσει οιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου το οποίο παρουσιάζει ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζουν διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας που έχει εκδώσει κράτος μέλος και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται βάσει πιστοποιητικού φορολογικής κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δηλώνει ότι κατοικεί. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο πιστοποιητικό, θεωρείται ως τόπος κατοικίας το κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε το διαβατήριο ή το άλλο επίσημο έγγραφοταυτότητας.

Άρθρο7 Ορισμόςτουφορέα πληρωμής

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «φορέας πληρωμής» νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν ο φορέας αυτός είναι ο οφειλέτης της απαίτησης ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχοςτηνπληρωμήτωντόκωνήτηνεξασφάλισηαυτήςτηςπληρωμής.

(2) Κάθε οντότητα εγκατεστημένη σε συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η καταβολή τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής κατά την εν λόγω πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται αν ο οικονομικός φορέας έχει λόγους να πιστεύει, βάσειεπίσημωναποδεικτικώνστοιχείωνπουυποβάλλειηοντότητα, ότι:

 

α) είναι νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5

τουπαρόντοςάρθρου, ή β) τακέρδητουφορολογούνταιβάσειτωνγενικώνρυθμίσεωνφορολογίαςτωνεπιχειρήσεων, ή γ) πρόκειται για ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/61 1/ΕΟΚ του Συμβουλίου ή

ισοδύναμουοργανισμούσυλλογικώνεπενδύσεωνεγκατεστημένουστηΝήσοτουΜαν.

Ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους σε μια τέτοια οντότητα εγκατεστημένη σε άλλο

συμβαλλόμενο μέρος, και θεωρούμενη ως φορέα πληρωμής βάσει της παρούσας παραγράφου ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων για αυτή, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που της κατέβαλε ή των οποίων εξασφάλισε την καταβολή στην αρμόδιααρχήτουσυμβαλλόμενουμέρουςεγκατάστασηςτης, ηοποίαστησυνέχειαδιαβιβάζειταστοιχεία αυτάστηναρμόδιααρχήτουσυμβαλλόμενουμέρουςεγκατάστασηςτηςοντότητας.

(3) Η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έχει, ωστόσο, το δικαίωμα να επιλέγει, για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, να τυγχάνει μεταχείρισης ως ΟΣΕΚΑ ή ως ισοδύναμος οργανισμός, κατά την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο γ). Ηάσκηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί αντικείμενο πιστοποιητικού που εκδίδεται από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η οντότητα, υποβάλλεται δε από αυτήν την οντότητα στον οικονομικό φορέα. Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες άσκησης αυτού του δικαιώματος για τις οντότητεςτιςεγκατεστημένεςστοέδαφόςτους.

(4) Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο συμβαλλόμενο μέρος, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης της οντότητας, ότανενεργείωςφορέαςπληρωμής, προςτιςδιατάξειςτηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

(5) Τα νομικά πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 2 στοιχείο α) του παρόντοςάρθρουείναι: α) στη Φινλανδία: avoin yhtiö (Ay) και kommandiittiyhtiö (Ky)/ öppet bolag και

 

kommanditbolag,  β) στη Σουηδία: handelsbolag (HB) και kommanditbolag (KB).

Άρθρο 8 Ορισμός των τόκων

(1) Γιατους σκοπούςτης παρούσας Συμφωνίας, ως «τόκοι» νοούνται: α) οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, είτε συνοδεύονται είτε όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ωφελημάτων και λαχνών που τα συνοδεύουν. Οι τόκοι υπερημερίας δεν θεωρούνται τόκοι, β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α), γ) το εισόδημα που προκύπτει από τόκους, είτε άμεσα είτε μέσω οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας, τοοποίοδιανέμεταιαπό i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚτου Συμβουλίου, ή ii) ισοδύναμοοργανισμόσυλλογικώνεπενδύσεων εγκατεστημένο στηΝήσοτουΜαν, iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρου της 299 και εκτόςτης Νήσου του Μαν.

δ) εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση μονάδων ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και οντότητες, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή οντοτήτων που αναφέρονται κατωτέρω, ποσοστό ανώτεροτου 40% του ενεργητικού τους σε απαιτήσεις που αναφέρονταιστο στοιχείο α):

i) ΟΣΕΚΑεγκεκριμένους σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ, ή ii) ισοδύναμοοργανισμόσυλλογικώνεπενδύσεωνεγκατεστημένοστηΝήσοτουΜαν, iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος

3 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η .συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρου

της 299 καιεκτόςτηςΝήσουτου Μαν.

Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να μην περιλαμβάνουν στον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου παρά μόνο κατά την αναλογία που το εισόδημα αυτό αντιστοιχεί σε εισόδημα που, άμεσα ή έμμεσα, προέρχεται από πληρωμές τόκων κατά την έννοια των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

(2) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ένας φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεταιαπόπληρωμήτόκων, τοσυνολικόποσότουεισοδήματοςθεωρείταιωςπληρωμήτόκων.

(3) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεση του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε απαιτήσεις ή σε μονάδες ή μερίδια που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40%. Εάν δεν μπορεί να προσδιορίσει το ποσό του εισοδήματος που συγκεντρώνει ο πραγματικός δικαιούχος, το εισόδημα θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο προϊόν της πώλησης, της επιστροφής ή της εξόφλησηςτωνμετοχώνήμεριδίων.

(4) Όταν οι τόκοι, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, αν η εν λόγω οντότητα δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας, οι εν λόγω τόκοι θεωρούνται ωςπληρωμέςτόκωναπότηνενλόγωοντότητα.

(5) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία β) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να υπολογίζουν τους τόκους σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει το έτος και να θεωρούν τους ετήσιους αυτούς τόκους ως πληρωμή τόκων ακόμη καιανδενδιενεργηθείπώληση, επιστροφήήεξόφλησηκατάτηδιάρκειααυτήςτηςπεριόδου.

(6) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στις συγκεκριμένες διατάξεις από οργανισμούς ή οντότητες που εδρεύουν εντός του εδάφους τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το 15%. Ομοίως, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τους τόκους που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, εάν η οντότητα αυτή δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας και είναι εγκατεστημένη στο έδαφός τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στηνπαράγραφο1 στοιχείοα) τουπαρόντοςάρθρουδενυπερβαίνειτο 15%.

 

Η άσκηση αυτού του δικαιώματος από συμβαλλόμενο μέρος είναι δεσμευτική και για τα άλλα συμβαλλόμεναμέρη.

(7) Από την 1η Ιανουαρίου 2011, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντοςάρθρουκαιστηνπαράγραφο3 τουπαρόντοςάρθρουείναι 25%.

(8) Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην

 

παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής, όπως ορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτωνή, ελλείψειαυτών, βάσειτηςπραγματικήςσύνθεσηςτουενεργητικούτους.

Άρθρο 9 Κατανομή τωνεσόδωναπότηνπαρακράτησηφόρου

(1) Η Νήσος του Μαν παρακρατεί το 25% της παρακράτησης φόρου που εκπίπτει δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας και μεταβιβάζει το υπόλοιπο 75% των εσόδων στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

(2) Η Νήσος του Μαν που επιβάλλει παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας παρακρατεί το 25% των εσόδων και μεταβιβάζει το 75% στην Ελληνική Δημοιφατία με την αναλογία που ισχύει για τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνταικατ' εφαρμογήτηςπαραγράφου1 τουπαρόντοςάρθρου.

(3) Η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται για κάθε έτος σε μία δόση, το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους που ορίζεται από τη νομοθεσία της Νήσου τουΜαν.

(4) Η Νήσος του Μαν που επιβάλλει παρακράτηση φόρου λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένουναδιασφαλίσειτηνορθήλειτουργίατουσυστήματοςκατανομήςεσόδων.

 

Άρθρο 10 Εξάλειψητηςδιπλήςφορολογίας

 (1) Τοσυμβαλλόμενομέροςτηςφορολογικήςκατοικίαςτουπραγματικούδικαιούχου διασφαλίζειτηνεξάλειψητηςδιπλήςφορολογίαςπουενδεχομένωςναπροκύπτειαπότηνεπιβολή, απότη Νήσο τον Μαν, της παρακράτησης φόρου στην οποία αναφέρεται η παρούσα Συμφωνία σύμφωνα με τιςακόλουθεςδιατάξεις: i) όταν επί των τόκων που εισπράττει ένας πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος στη

Νήσο του Μαν, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος χορηγεί, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, πίστωσηφόρουίσημετοπαρακρατηθένστηνπηγήποσό. Αντo ποσό αυτό υπερβαίνειτο ποσό του οφειλόμενουσύμφωναμετηνεθνικήνομοθεσίαφόρου, τοάλλοσυμβαλλόμενομέροςεπιστρέφειτο επιπλέονποσότουπαρακρατηθέντοςφόρουστονπραγματικόδικαιούχο,

ii) αν, πέραν της παρακράτησης φόρου όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της παρούσας Συμφωνίας, επί των τόκων που εισπράττονται από πραγματικό δικαιούχο έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε άλλη παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή και το συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για την εν λόγω παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, το ποσό αυτής της άλλης παρακράτησης φόρου/παρακράτησης φόρου στην πηγή πιστώνεται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο στοιχείο i) τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Το συμβαλλόμενο μέρος που είναι το κράτος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου μπορεί να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της πίστωσης φόρου που αναφέρεται στην παράγραφο 1) τουπαρόντοςάρθρουμετηνεπιστροφήτηςπαρακράτησηςφόρουπουαναφέρεται στοάρθρο 1 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

Άρθρο 11 Μεταβατικέςδιατάξεις γιατουςδιαπραγματεύσιμουςχρεωστικούςτίτλους

(1) Κατάτηδιάρκειατηςμεταβατικήςπεριόδουπουαναφέρεταιστοάρθρο 14 τηςπαρούσας Συμφωνίαςκαιμέχριτις 31 Δεκεμβρίου 2010 τοαργότερο, οιεγχώριεςκαιδιεθνείςομολογίεςκαι άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών έχουν εγκριθεί πριν από την ημερομηνία αυτή από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ήαπόαρμόδιεςαρχέςσετρίτεςχώρες, δενθεωρούνταιωςαπαιτήσειςκατάτηνέννοιατου άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής. Εάν όμως η μεταβατική περίοδος παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2010, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν μόνον για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούςτίτλουςαυτούτουείδους:

-πουπεριέχουνρήτρεςεπανενσωμάτωσης τουεκπεσθέντοςφόρουκαι

-εφόσον ο φορέας πληρωμής είναι εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει την παρακράτηση φόρου και ο εν λόγω φορέας πληρωμής καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο εγκατεστημένο σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσοόφελοςαυτού.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ως δημόσια αρχή ήτων οποίων ορόλοςαναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, όπωςορίζεται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, η συνολική έκδοση αυτών των τίτλων, αποτελούμενη από την αρχικήέκδοσηκαιτιςνέεςεκδόσεις, θεωρείταιωςαπαίτησηκατάτηνέννοιατουάρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείοα) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από το δεύτερο εδάφιο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος1 στοιχείοα) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

(2) Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να φορολογούν το εισόδημα από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο1) σύμφωναμετηνεθνικήνομοθεσίατους.

Άρθρο12 Διαδικασίααμοιβαίαςσυμφωνίας

Εάν προκύψουν δυσχέρειες ή αμφιβολίες μεταξύ των μερών όσον αφορά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσαςΣυμφωνίας, τασυμβαλλόμεναμέρηκαταβάλλουνκάθεδυνατήπροσπάθεια ναεπιλύσουντοθέμαμεαμοιβαίασυμφωνία.

Άρθρο 13 Απόρρητο

(1) Όλες οι πληροφορίες που παρέχει και λαμβάνει η αρμόδια «ρχή συμβαλλόμενου μέρους κρατούνταιαπόρρητες.

(2) Οι πληροφορίες που παρέχονται στην αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς πέραν εκείνων της άμεσης φορολογίας χωρίς προηγούμενηγραπτήσυγκατάθεσητουάλλουσυμβαλλόμενουμέρους.

(3) Οιπαρεχόμενεςπληροφορίεςκοινοποιούνταιμόνοστααφορώμεναπρόσωπαήαρχέςγιασκοπούςάμεσης φορολογίας και χρησιμοποιούνται από τα εν λόγω πρόσωπα ή αρχές μόνο για τέτοιους σκοπούς ή για σκοπούς επιτήρησης, περιλαμβανομένης της έκβασης τυχόν προσφυγών. Για τους σκοπούς αυτούς,

μπορούννακοινοποιούνταιπληροφορίεςσεακροαματικέςδιαδικασίεςήσεδικαστικέςενέργειες.

(4) Όταν η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους θεωρεί ότι οι πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την αρμόδια αρχή άλλουκράτουςμέλους, μπορείνατιςδιαβιβάζεισεαυτήτηναρμόδιααρχή, με τησύμφωνηγνώμητης αρμόδιαςαρχής πουπαρέσχετιςπληροφορίες.

 

Άρθρο 14 Μεταβατική περίοδος

Στοτέλοςτηςμεταβατικήςπεριόδου, όπωςαυτήορίζεταιστοάρθρο 10 παράγραφος 2 τηςοδηγίας, η Νήσος του Μαν σταματά να εφαρμόζει την παρακράτηση φόρου και την κατανομή των εσόδων που προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία και αρχίζει να εφαρμόζει έναντι του άλλου συμβαλλόμενου μέρους τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II τηςοδηγίας. Εάν κατά τη μεταβατική περίοδο η Νήσος του Μαν επιλέξει να εφαρμόσει τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας, δεν θαεφαρμόζει πλέον την παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή και την κατανομή των εσόδων που προβλέπεται στοάρθρο 9 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

Άρθρο 15 Έναρξη ισχύος

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.της παρούσας Συμφωνίας, η Συμφωνία τίθεται σε ισχύ την 1ηΙανουαρίου 2005.

Άρθρο 16 Λήξη

(1) Η παρούσα Συμφωνία παραμένει σε ισχύ εφόσον δεν την καταγγείλει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

(2) Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος δύναται να καταγγείλει την παρούσα Συμφωνία με γραπτή κοινοποίηση προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση. Στην περίπτωση αυτή, η Συμφωνία παύει να ισχύει 12 μήνες μετάτηνημερομηνίαγνωστοποίησης.

 

Άρθρο17 Εφαρμογήκαιαναστολήτηςεφαρμογής

(1) Ηεφαρμογήτηςπαρούσαςσυμφωνίαςεξαρτάταιαπότηνέγκρισηκαιεφαρμογήαπόόλατακράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ελβετία, την Ανδόρα, το Αιχτενστάιν, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο και από όλα τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αντίστοιχα, μέτρων σύμφωνων ή ισοδύναμων με τα προβλεπόμενα στην οδηγία ή στην παρούσαΣυμφωνία, καιτονκαθορισμότωνίδιωνημερομηνιώνεφαρμογής.

(2) Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν, με κοινή συμφωνία, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας, κατά πόσον ο όρος που τίθεται στην παράγραφο 1 πληρούται όσον αφορά τις ημερομηνίες έναρξης ισχύος των σχετικών μέτρων στα κράτη μέλη, στις προαναφερθείσες τρίτες χώρες και στα εξηρτημένα ή

συνδεδεμέναεδάφη.

(3) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 12 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας ή μερών αυτής με άμεση ισχύ, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση εφόσον η οδηγία παύει να ισχύει είτε προσωρινά είτε μόνιμα σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή σε περίπτωση που κράτος μέλος αναστείλει την εφαρμογή των οικείων εκτελεστικών διατάξεων. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις παύσουν να συντρέχουνοισυνθήκεςπουοδήγησανστηναναστολή.

(4) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 12 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας μέσω κοινοποίησης στο άλλο μέρος, διευκρινίζοντας τις συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση εφόσον μία από τις τρίτες χώρες ή τα εδάφη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παύσουν στη συνέχεια να εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Η αναστολή της εφαρμογής πραγματοποιείται το νωρίτερο δύο μήνες μετά τη γνωστοποίηση. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις αποκατασταθούνκαιταμέτρααπότηνενλόγωτρίτηχώραήέδαφος.

 

Συντάχθηκε στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα και τα κείμενα σε όλες αυτές τις γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος των «εξομοιούμενων οργανισμών» στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 11

Για τους σκοπούς του άρθρου 11 της παρούσας συμφωνίας, οι ακόλουθοι οργανισμοί θεωρούνται ως «εξομοιούμενοιπροςδημόσια αρχήήτωνοποίωνορόλος αναγνωρίζεταιαπόδιεθνήσυνθήκη»:

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙΕΝΤΟΣΤΗΣΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣΕΝΩΣΗΣ: Bέλγιο -Région flamande (Vlaams Gewest) (φλαμανδική περιοχή) -Région wallonne (περιοχή της Βαλλονίας) -Région de Bruxelles Capitale/Brussels Hoofdstedelijk Gewest (περιοχή των Βρυξελλών

Πρωτευούσης) -Communauté française (γαλλική κοινότητα) -Communauté flamande (Vlaamse Gemeenschap) (φλαμανδική κοινότητα) -Communauté germanophone (Deutschsprachige Gemeinschaft) (γερμανόφωνη κοινότητα)

Ισπανία

-Xunta de Galicia (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Γαλισίας) -Junta de Andalucía (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Ανδαλουσίας) -Junta de Extremadura (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας τηςΕξτρεμαδούρας) -Junta de Castilla-La Mancha (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης-Λαμάντσα) -Junta de Castilla y León (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας τηςΚαστίλης και Λεόν) -Gobierno Foral de Navarra (κυβέρνηση της Ναβάρας) -Govern de les Illes Balears (κυβέρνηση των Βαλεαρίδων Νήσων) -Generalitat de Catalunya (κυβέρνηση της Καταλονίας) -Generalitat de Valencia (κυβέρνηση της Βαλένσιας) -Diputación General de Aragón (κυβέρνηση της Αραγκόν)

-Gobierno de las Islas Canarias (κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων) -Gobierno de Murcia (κυβέρνηση της Μουρθίας) -Gobierno de Madrid (κυβέρνηση της Μαδρίτης) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας

της χώρας των Βάσκων) -Diputación Foral de Guipúzcoa (επαρχιακό συμβούλιο του Γκουϊπούσκοα) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (επαρχιακό συμβούλιο της Βισκάγιας) -Diputación Foral de Alava (επαρχιακό συμβούλιο της Αλάβα) -Ayuntamiento de Madrid (δήμος της Μαδρίτης) -Ayuntamiento de Barcelona (δήμος της Βαρκελώνης) -Cabildo Insular de Gran Canaria (συμβούλιο της Νήσου Γκραν Κανάρια) -Cabildo Insular de Tenerife (συμβούλιο της Νήσου Τενερίφης) -Instituto de Crédito Oficial (πιστωτικό δημόσιο Ίδρυμα) -Instituto Catalán de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Καταλονίας) -Instituto Valenciano de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Βαλένσιας)

Ελλάδα

-Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδας -Оργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού

Γαλλία

-La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (ταμείο απόσβεσης κοινωνικού χρέους) -L'Agence française de développement (AFD) (γαλλικός οργανισμός ανάπτυξης) -Réseau Ferré de France (RFF) (δίκτυο σιδηροδρόμων της Γαλλίας) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (εθνικό ταμείο αυτοκινητοδρόμων) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (δημόσια περίθαλψη, νοσοκομεία των Παρισίων) -Charbonnages de France (CDF) (ανθρακωρυχεία της Γαλλίας) -Entreprise minière et chimique (EMC) (μεταλλευτική και χημική επιχείρηση)

Iταλία

-Regions (περιοχές) -Provinces (επαρχίες) -Municipalities (δήμοι) -Cassa Depositi e Prestiti (ταμείο παρακαταθηκών και δανείων)

Λετονία

-Pašvaldības (τοπικές κυβερνήσεις)

Πολωνία

-gminy (κοινότητες) -powiaty (περιοχές) -województwa (επαρχίες) -związki gmin (ενώσεις κοινοτήτων) -związki powiatów (ενώσεις περιφερειών) -związki województw (ενώσεις επαρχιών) -miasto stołeczne Warszawa (πρωτεύουσα πόλη τηςΒαρσοβίας) -Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Οργανισμός για την αναδιάρθρωση και τον

εκσυγχρονισμό της γεωργίας) -Agencja Nieruchomości Rolnych (Οργανισμός γεωργικής ιδιοκτησίας)

Πορτογαλία

-Região Autónoma da Madeira (αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας) -Região Autónoma dos Açores (αυτόνομη περιοχή των Αζορών) -Municipalities (δήμοι)

Σλοβακία

-mestá a obce (δήμοι)

-Železnice Slovenskej republiky (Σλοβακική εταιρεία σιδηροδρόμων) -Štátny fond cestného hospodárstva (Εθνικό ταμείο διαχείρισης οδοποιϊας) -Slovenské elektrárne (σλοβακικοί σταθμοί ηλεκτρικού ρεύματος) -Vodohospodárska výstavba (Εταιρεία της ορθολογικής χρήσεως των υδάτων)

ΔΙΕΘΝΕΙΣΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ:

-Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης -Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων -Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης -Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Παγκόσμια Τράπεζα /ΔΤΑΑ / ΔΝΤ -ΔιεθνήςΟργανισμόςΧρηματοδότησης -Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης -EΥΡΑΤΟΜ -Ευρωπαϊκή Κοινότητα -Χρηματοδοτική Συνεργασία για την Ανάπτυξη των Άνδεων (CAF) -Ευρωπαϊκή εταιρεία για τη Χρηματοδότηση σιδηροδρομικού υλικού -Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα -Επενδυτική Τράπεζα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών -Αναπτυξιακή Τράπεζα της Καραϊβικής

Οι διατάξεις του άρθρου 11 δεν θίγουν τυχόν διεθνείς υποχρεώσεις που τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αναλάβει έναντι των προαναφερόμενων διεθνών οργανισμών.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ :

Οι εν λόγω οργανισμοί πληρούν τα εξής κριτήρια: 1) Ο οργανισμός θεωρείται σαφώς ως δημόσιος σύμφωνα με τα εθνικά κριτήρια. 2) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός δραστηριοποιείται εκτός του εμπορικού τομέα, διαχειρίζεται και

χρηματοδοτεί ομάδα κοινωφελών δραστηριοτήτων παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες εκτός του

εμπορικού τομέα και ελέγχεται όντως από τη γενική κυβέρνηση. 3) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός εκδίδει τακτικά και μεγάλα ομολογιακά δάνεια. 4) Το συγκεκριμένο κράτος είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι ο δημόσιος αυτός οργανισμός δεν θα

προβεί σε πρόωρη εξόφληση.

ΟΡΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ:

Ο κατάλογος των εξομοιούμενων οργανισμών του παρόντος Παραρτήματος είναι δυνατό να τροποποιηθεί με αμοιβαία συμφωνία.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΟΜΟΡΦΗΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ

Α. Επιστολή της Ελληνικής Δημοκρατίας

Κύριε,

Λαμβάνω την τιμή να αναφερθώ στα κείμενα «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» και «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την παρακράτηση φόρου στην πηγή κατά τη μεταβατική περίοδο», που προέκυψαν από τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές των Νήσων σχετικά με συμφωνία για φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και επισυνάπτονται, ως παράρτημα Ι και παράρτημα II αντιστοίχως, στα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12 Μαρτίου (έγγρ. 7408/04 FISC 58).

Ενόψει των προαναφερθέντων κειμένων, έχω την τιμή να σας υποβάλω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπως περιλαμβάνεται στο Προσάρτημα 1 της παρούσας επιστολής, και να σας γνωστοποιήσω την αμοιβαία μας δέσμευση για ευθυγράμμιση των εσωτερικών μας συνταγματικών διαδικασιών το συντομότερο δυνατό ώστε να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω Συμφωνίακαιγια αμοιβαία ενημέρωση αμέσως μόλις ολοκληρωθούν αυτέςοι διατυπώσεις.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι προαναφερθείσες εσωτερικές διαδικασίες και να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», έχω την τιμή να σας εισηγηθώ η Ελληνική Δημοκρατία και το Τζέρσεϋ να εφαρμόσουν προσωρινά αυτή τη συμφωνία, σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές μας απαιτήσεις, από την 1η Ιανουαρίου 2005, ή από την .ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, όποια εκτων δύο είναιμεταγενέστερη.

Έχω την τιμή να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή και η επιβεβαίωσησαςνααποτελέσουναπόκοινούσυμφωνίαμεταξύΕλληνικήςΔημοκρατίαςκαιΤζέρσεϋ.

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

ΓιατηνΕλληνικήΔημοκρατία

Έγινεστις19 Μαϊου 2004, στηνΑθήνα

Β. ΕπιστολήτουΤζέρσεΰ

Κύριε,

Έχωτηντιμή νασαςγνωστοποιήσωτη λήψητηςσημερινήςεπιστολήςσας, ηοποίαέχειωςακολούθως:

«Κύριε, Λαμβάνω την τιμή να αναφερθώ στα κείμενα «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζυ, Μαν και Τζέρσεϋ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» και «Προτεινόμενο υπόδειγμα συμφωνίας μεταξύ εκάστης των νήσων Γκέρνζΰ, Μαν και Τζέρσεΰ και εκάστου κράτους μέλους της ΕΕ που πρόκειται να εφαρμόσει την παρακράτηση φόρου στην πηγή κατά τη μεταβατική περίοδο», που προέκυψαν από τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές των Νήσων σχετικά με συμφωνία για φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και επισυνάπτονται, ως παράρτημα Ι και παράρτημα Π αντιστοίχως, στα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Μαρτίου (έγγρ. 7408/04 FISC 58).

Ενόψει των προαναφερθέντων κειμένων, έχω την τιμή να σας υποβάλω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπως περιλαμβάνεται στο Προσάρτημα 1 της παρούσας επιστολής, και να σας γνωστοποιήσω την αμοιβαία μας δέσμευση για ευθυγράμμιση των εσωτερικών μας συνταγματικών διαδικασιών το συντομότερο δυνατό ώστε να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω Συμφωνίακαιγιααμοιβαίαενημέρωση αμέσωςμόλιςολοκληρωθούναυτέςοιδιατυπώσεις.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι προαναφερθείσες εσωτερικές διαδικασίες και να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», έχω την τιμή να σας εισηγηθώ η Ελληνική Δημοκρατία και το Τζέρσεϋ να εφαρμόσουν προσωρινά αυτή τη συμφωνία, σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές μας απαιτήσεις, από την 1η Ιανουαρίου 2005, ή από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτωναπόαποταμιεύσεις, όποιαεκτωνδύοείναιμεταγενέστερη.

Θα επιθυμούσα να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή και η επιβεβαίωσήσαςνααποτελέσουναπόκοινούσυμφωνίαμεταξύΕλληνικήςΔημοκρατίαςκαιΤζέρσεϋ.

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,»

ΕπιβεβαιώνωότιτοΤζέρσεϋσυμφωνείμετοπεριεχόμενοτηςεπιστολήςσας.

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

ΓιατοΤζέρσεϋ ΈγινεστοSt. Helier 19.11.2004.

Προσάρτημα1

ΣΥΜΦΩΝΙΑΓΙΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥΤΖΕΡΣΕΫ ΚΑΙΕΛΛΗΝΙΚΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣΤΑΕΞΗΣ:

1. Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/48/ΕΟΚ («η οδηγία») του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («το Συμβούλιο») για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις ορίζει ότι πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία και ότι οι διατάξειςαυτέςεφαρμόζονταιαπότην1ηΙανουαρίου 2005, υπότονόροότι-«

i) ηΕλβετικήΣυνομοσπονδία, τοΠριγκιπάτοτουΛιχτενστάιν, ηΔημοκρατίατουΑγίουΜαρίνου, το Πριγκιπάτο του Μονακό και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία μέτρα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, κατ' εφαρμογή συμφωνιών που θα συνάψουν με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κατόπιν ομόφωνων αποφάσεων τουΣυμβουλίου,

ii) όλεςοισυμφωνίεςήάλλοιδιακανονισμοίπουυφίστανταικαιπροβλέπουνότιτα εξηρτημέναή συνδεδεμένα εδάφη εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριώνμε τον ίδιο τρόπο που θεσπίζει το κεφάλαιο II της παρούσαςοδηγίας, (ή, κατά τη

μεταβατικήπερίοδοτουάρθρου 10, επιβάλλουνπαρακράτησητουφόρουστηνπηγήμετους

ίδιουςόρουςπουορίζονταισταάρθρα 11 και 12)».

1                    Οι σχέσεις του Τζέρσεϋ με την ΕΕ καθορίζονται από το Πρωτόκολλο 3 της Συνθήκης Προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Βάσει των όρων του Πρωτοκόλλου του Τζέρσεϋ δενυπάγεταιστοφορολογικόέδαφοςτηςΕΕ.

2                    Το Τζέρσεϋ σημειώνει ότι, παρότι ο απώτερος στόχος των κρατών μελών της ΕΕ είναι η θέσπιση πραγματικής φορολογίας των τόκων στο κράτος μέλος που έχει φορολογική κατοικία ο πραγματικός δικαιούχος μέσω της μεταξύ τους ανταλλαγής πληροφοριών περί τόκων, τρία κράτη μέλη, η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, δεν υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για μεταβατική περίοδο, αλλά θα εφαρμόζουν φόρο παρακράτησης στα εισοδήματα απόαποταμιεύσειςπου καλύπτονται απότηνοδηγία.

3                    Η «παρακράτηση φόρου στην πηγή» για την οποία γίνεται λόγος στην οδηγία, στην εσωτερική νομοθεσία του Τζέρσεϋ θα αναφέρεται ως «παρακράτηση φόρου». Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, οι δύο αυτοί όροι -«παρακράτηση φόρου στην πηγή»/«παρακράτηση φόρου» θεωρούνταισυνώνυμοι.

4                    Το Τζέρσεϋ συμφώνησε να εφαρμόσει παρακράτηση φόρου από την 1η Ιανουαρίου 2005, υπότον όρο ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την οδηγία και ότι τηρούνται εν γένει οι απαιτήσεις του άρθρου 17 τηςοδηγίαςκαιτου άρθρου 17, παράγραφος 2 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

5                    Το Τζέρσεϋ συμφώνησε να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στοάρθρο 10, παράγραφος 2 τηςοδηγίας.

6                    Το Τζέρσεϋ διαθέτει νομοθεσία σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων η οποία θεωρείται ισότιμη ως προς τα αποτελέσματα της με την κοινοτική νομοθεσία που αναφέρεται στα άρθρα 2 και 6 τηςοδηγίας.

 

Το Τζέρσεϋ και η Ελληνική Δημοκρατία, καλούνται στο εξής «συμβαλλόμενο μέρος» ή «συμβαλλόμενα μέρη», εκτόςεάν προκύπτει άλλωςαπότασυμφραζόμενα,

Συμφώνησαννασυνάψουντηνακόλουθησυμφωνία, ηοποίαπεριέχειυποχρεώσειςαπότηνπλευρά των συμβαλλομένωνμερώνμόνο καιπροβλέπει:

α) τηναυτόματηανταλλαγήπληροφοριώναπότηναρμόδιααρχήτηςΕλληνικής Δημοκρατίας προς την αρμόδιααρχήτουΤζέρσεϋόπωςακριβώςκαιπροςτηναρμόδιααρχήκράτους μέλους,

β) την εφαρμογή από το Τζέρσεϋ, κατά τη μεταβατική περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 10 της οδηγίας, παρακράτησηςφόρουαπότηνίδιαημερομηνίακαιμετουςίδιουςόρους που περιλαμβάνονται στα άρθρα 11 και 12 τηςοδηγίαςαυτής,

γ) τηναυτόματηανταλλαγήπληροφοριώναπότηναρμόδιααρχήτουΤζέρσεϋπροςτηναρμόδια αρχή τηςΕλληνικήςΔημοκρατίας-σόμφωναμετοάρθρο 13 τηςοδηγίας, δ) τη μεταφορά από την αρμόδια αρχή του Τζέρσεϋ προς την αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας του 75% τωνεσόδωναπότηνπαρακράτησηφόρου.

όσον αφορά τόκους που καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος σε φυσικό πρόσωποπουκατοικείσεάλλοσυμβαλλόμενομέρος.

Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ο όρος «αρμόδια αρχή», όταν ισχύει για τα συμβαλλόμενα μέρη σημαίνει «Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών» όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία και «the Comptroller of Income Tax» όσοναφοράτοΤζέρσεϋ.

Άρθρο 1 Παρακράτηση φόρουαπόφορείςπληρωμής

Οι τόκοι, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας Συμφωνίας, τους οποίους καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στο Τζέρσεϋ σε πραγματικούς δικαιούχους κατά την έννοια του άρθρου 5 της παρούσας Συμφωνίας οι οποίοι είναι κάτοικοι της Ελληνικής Δημοκρατίας υπόκεινται, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της παρούσας Συμφωνίας, σε παρακράτηση από το ποσό του τόκου κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 14 της παρούσας Συμφωνίας, αρχής γενομένης από την ημερομηνία πρυ αναφέρεται στο άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας. Το ποσοστό της παρακράτησης φόρουανέρχεταισε 15% κατάτατρίαπρώταέτητηςμεταβατικήςπεριόδου, σε 20% γιαταεπόμενατρίαέτη καισε 35% στησυνέχεια.

Άρθρο 2 Διαβίβαση πληροφοριών απόφορείςπληρωμής

(1) Σε περίπτωση πληρωμής τόκων, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας Συμφωνίας, από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο στην Ελληνική Δημοκρατία σε πραγματικούς δικαιούχους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας, οι οποίοι κατοικούν στο Τζέρσεϋ, ή σε περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, ο φορέαςπληρωμήςενημερώνειτην αρμόδια αρχήτου σχετικάμε ταεξής:

α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονται

σύμφωναμετοάρθρο 6 τηςπαρούσαςσυμφωνίας, β) το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής, γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της απαίτησης

που αποτελεί γενεσιουργό αιτίατων καταβαλλόμενων τόκων,

δ) πληροφορίες σχετικά με την πληρωμή των τόκων που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας. Εντούτοις, κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να περιορίσει το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής σχετικά με την καταβολή τόκων.στο συνολικό ποσό των τόκων ή του εισοδήματος και στοσυνολικό ποσότων εσόδων απότην πώληση, την εξαγορά ήτηνεξόφληση,

και ηΕλληνική Δημοκρατία συμμορφώνεταιμετην παράγραφο του παρόντος άρθρου.

(3) Εντός εξαμήνου από τη λήξη του φορολογικού τους έτους, η αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του Τζέρσεϋ, αυτομάτως, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημεία α) έως δ) του παρόντος άρθρου, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τηδιάρκειατου εν λόγω έτους.

Άρθρο 3 Εξαιρέσεις από τη διαδικασία παρακράτησης φόρου

(1) Το Τζέρσεϋ, όταν εφαρμόζει παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίας, προβλέπει μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι πραγματικοί δικαιούχοιμπορούνναζητήσουννα μην πραγματοποιηθεί παρακράτηση φόρου:

α) διαδικασία η οποία επιτρέπει στον πραγματικό δικαιούχο, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας, να αποφύγει την παρακράτηση φόρου που διευκρινίζεται στο άρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίας εξουσιοδοτώντας ρητά τον φορέα πληρωμής του να υποβάλει τις πληρωμές τόκων στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής. Αυτή η εξουσιοδότηση θα καλύπτει όλες τις πληρωμές τόκωνπροςτονπραγματικόδικαιούχοαπότονενλόγωφορέαπληρωμής,

β) διαδικασία που διασφαλίζει ότι δεν επιβάλλεται παρακράτηση φόρου όταν ο πραγματικός δικαιούχος υποβάλλει στον φορέα πληρωμής πιστοποιητικό στο όνομά του που του χορηγεί η αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους της φορολογικής κατοικίας του σύμφωνα με την παράγραφο 2 τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Μετά από αίτηση του πραγματικού δικαιούχου, η αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους της φορολογικήςκατοικίαςτουεκδίδειπιστοποιητικόστο οποίοαναφέρονται: i) το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή, αν δεν υπάρχει, η

ημερομηνίακαιοτόποςγέννησηςτουπραγματικούδικαιούχου, ii) τοόνομακαιτηδιεύθυνσητουφορέα πληρωμής, iii) οαριθμός λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, εάν δεν υπάρχει, τα στοιχεία του τίτλου

που ενσωματώνειτηναπαίτηση.

Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον πραγματικό δικαιούχο που το έχει ζητήσει πραγματοποιείται εντός προθεσμίαςδύο μηνώναπότηνυποβολήτηςαιτήσεως.

(3) Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή του Τζέρσεϋ στην οποία είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας, ωςχώραςκατοικίαςτου πραγματικούδικαιούχου. Αυτές οι κοινοποιήσεις διεξάγονται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το έτος, εντός εξαμήνουμετάτο τέλος του φορολογικού έτους που ορίζεται βάσει της νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφοράτοσύνολοτωντόκωνπουκαταβλήθηκανκατάτηδιάρκεια τουσυγκεκριμένουέτους.

Άρθρο 4 Βάση αξιολόγησης για την παρακράτηση φόρου

(1) Φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στο Τζέρσεϋ επιβάλλει φόρο παρακράτησης σύμφωνα με το άρθρο 1 της παρούσας συμφωνίας, ως εξής:

α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας: επίτου ακαθάριστου ποσού τωνκαταβληθέντων ήπιστωθέντων τόκων,

β) σεπερίπτωση καταβολής τόκων κατά τηνέννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ήδ) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας: στοποσότουτόκουήτουεισοδήματοςπουαναφέρεται στα στοιχείαβ) ήδ) αυτούτουεδαφίουήμεεισφοράισοδύναμουαποτελέσματοςπουθα βαρύνει τονδικαιούχοεπίτου συνολικούποσούτωνεσόδωναπότην πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση,

γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσαςΣυμφωνίας: στο ποσό τωντόκωνπουαναφέρεταιστοεν λόγωεδάφιο,

δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό του τόκου που αναλογεί σε κάθε μέλος της έννομης οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας το οποίο πληροί τους όρους του άρθρου 5 παράγραφος 1 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

ε) σε περίπτωση που το Τζέρσεϋ ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 5 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας: στο ποσό των ανοιγμένων σεετήσια βάση τόκων.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, η παρακράτηση φόρου εκπίπτει κατ'αναλογία για την περίοδο κατά τηνοποία οπραγματικός δικαιούχος κατείχε τον χρεωστικό τίτλο. Εάν ο φορέαςπληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει την περίοδο κατοχής με βάση τις πληροφορίες που του διατίθενται, ο φορέας πληρωμής μεταχειρίζεται τον πραγματικό δικαιούχο ως έχοντα στην κατοχή του τον χρεωστικό τίτλο καθ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, εκτός εάν ο τελευταίος παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικάμε τηνημερομηνία αγοράς.

(3) Η επιβολή παρακράτησης φόρου από το Τζέρσεϋ δεν εμποδίζει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου να φορολογήσει το εισόδημα σύμφωναμετηνεθνικήτουνομοθεσία.

(4) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το Τζέρσεϋ μπορεί να προβλέπει ότι ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους, ή εξασφαλίζει την καταβολή των τόκων, σε έννομη οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρείται ως ο φορέας πληρωμής για λογαριασμό της οντότητας και θα επιβάλει την παρακράτηση φόρου επί των τόκων αυτών, εκτός εάν η οντότητα έχει επισήμως δεχθεί να κοινοποιούνται σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρουπαράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας η επωνυμία της, η διεύθυνση της και το συνολικό ποσότωντόκωνπουτης καταβάλλονταιήεξασφαλίζονταιγιαλογαριασμότης.

 

Άρθρο 5 Ορισμόςτουπραγματικούδικαιούχου

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για ίδιο σκοπό ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν το εν λόγω φυσικό πρόσωπο μπορεί να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν έχει εισπράξει ή εξασφαλίσει την πληρωμή τόκων για δικό του λογαριασμό. Έναφυσικόπρόσωποδενθεωρείταιπραγματικόςδικαιούχοςόταν:

α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας,

β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οντότητας που φορολογείται επί των κερδών της βάσει των γενικών ρυθμίσεων περί φορολογίας των επιχειρήσεων, ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένου σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ ή ισοδύναμου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένου στο Τζέρσεϋ, ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, και, στην τελευταία περίπτωση, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και ο τελευταίος διαβιβάζει, εν συνεχεία, αυτές τιςπληροφορίεςστηναρμόδιααρχήτου συμβαλλομένουμέρουςτηςεγκατάστασης,

γ) ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτειστονφορέαπληρωμήςταστοιχείαταυτότηταςτουπραγματικούδικαιούχου.

(2) Στην περίπτωση που ο φορέας πληρωμής έχει στη διάθεσή του στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος και που δεν εφαρμόζεται ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο α) ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, το εν λόγω φυσικό πρόσωπο θεωρείται ως πραγματικός δικαιούχος.

Άρθρο 6 Στοιχεία ταυτότητας και κατοικία του πραγματικού δικαιούχου

(1) Κάθε Μέρος προβαίνει στη θέσπιση και διασφαλίζει την εφαρμογή στο έδαφός του των αναγκαίων διαδικασιών που επιτρέπουν στον φορέα πληρωμής να προσδιορίζει τους πραγματικούς δικαιούχους και την κατοικία τους για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας.Οι διαδικασίες αυτές πληρούν τους ελάχιστουςκανόνες που καθορίζονταιστις παραγράφους 2 και 3.

(2) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου συναρτήσει ελαχίστων κανόνων οι οποίοι ποικίλλουν ανάλογα με τον χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ φορέα πληρωμής και δικαιούχου των τόκων, ως εξής:

 

α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα και τη διεύθυνσή του, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στη χώρα εγκατάστασής του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ισοδύναμης νομοθεσίας στην περίπτωση του Τζέρσεϋ,

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται, ή τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, ο φορέας πληρωμής

εξακριβώνει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα, τη διεύθυνση και, εάν υπάρχει, τον αριθμό φορολογικού μητρώου στο κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να προσδιορίζονται βάσει του διαβατηρίου ή του επίσημου δελτίου ταυτότητας που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν η διεύθυνση δεν αναγράφεται στο εν λόγω διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας, εξακριβώνεται βάσει οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν ο αριθμός φορολογικού μητρώου δεν αναγράφεται στο διαβατήριο, ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή σε άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας, ενδεχομένως στο πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας, που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος, τα στοιχεία ταυτότητας συμπληρώνονται με την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου που προκύπτουν από το διαβατήριο ή το επίσημο δελτίο ταυτότητας.

(3) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου βάσει ελάχιστων κανόνων που ποικίλλουν ανάλογα με το χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ του φορέα πληρωμής και του δικαιούχου των τόκων. Με την επιφύλαξη των κατωτέρω, ως κατοικία θεωρείται η χώρα στην οποία οπραγματικός δικαιούχος έχει τη μόνιμη διεύθυνσή του:

α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στη χώρα εγκατάστασής του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ισοδύναμης νομοθεσίας στην περίπτωση του Τζέρσεϋ,

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται ή, τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, οι φορείς πληρωμής προσδιορίζουντηνκατοικίατουδικαιούχουβάσειτης διεύθυνσηςπουαναγράφεταιστοδιαβατήριοή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή, εν ανάγκη, βάσει οιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου το οποίο παρουσιάζει ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζουν διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας που έχει εκδώσει κράτος μέλος και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται βάσει πιστοποιητικού φορολογικής κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δηλώνει ότι κατοικεί. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο πιστοποιητικό, θεωρείται ως τόπος κατοικίας το κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε το διαβατήριο ή το άλλο επίσημο έγγραφοταυτότητας.

Άρθρο7 Ορισμόςτουφορέαπληρωμής

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «φορέας πληρωμής» νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν ο φορέας αυτός είναι ο οφειλέτης της απαίτησης ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχοςτηνπληρωμήτωντόκωνήτηνεξασφάλισηαυτήςτηςπληρωμής.

(2) Κάθε οντότητα εγκατεστημένη σε συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η καταβολή τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής κατά την εν λόγω πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται αν ο οικονομικός φορέας έχει λόγους να πιστεύει, βάσειεπίσημωναποδεικτικώνστοιχείωνπουυποβάλλειηοντότητα, ότι:

 

α) είναι νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5

τουπαρόντοςάρθρου, ή β) τακέρδητουφορολογούνταιβάσειτωνγενικώνρυθμίσεωνφορολογίαςτωνεπιχειρήσεων, ή γ) πρόκειταιγιαΟΣΕΚΑεγκεκριμένοσύμφωναμετηνοδηγία 85/611/ΕΟΚτουΣυμβουλίουή

ισοδύναμουοργανισμούσυλλογικώνεπενδύσεωνεγκατεστημένουστοΤζέρσεϋ.

Ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους σε μια τέτοια οντότητα εγκατεστημένη σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος, και θεωρούμενη ως φορέα πληρωμής βάσει της παρούσας παραγράφου ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων για αυτή, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που της κατέβαλε ή των οποίων εξασφάλισε την καταβολή στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους εγκατάστασής της, η οποία στη συνέχεια διαβιβάζει τα στοιχεία αυτάστηναρμόδιααρχήτουσυμβαλλόμενουμέρους εγκατάστασηςτηςοντότητας.

Η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έχει, ωστόσο, το δικαίωμα να επιλέγει, γιατουςσκοπούςτηςπαρούσαςΣυμφωνίας, νατυγχάνειμεταχείρισηςωςΟΣΕΚΑήωςισοδύναμος οργανισμός, κατά την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο γ). Η άσκηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί αντικείμενο πιστοποιητικού που εκδίδεται από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η οντότητα, υποβάλλεται δε από αυτήν την οντότητα στον οικονομικό φορέα. Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες άσκησης αυτού του δικαιώματος για τις οντότητες τις εγκατεστημένες στοέδαφόςτους.

Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο συμβαλλόμενο μέρος, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης της οντότητας, όταν ενεργεί ως φορέας πληρωμής, προςτιςδιατάξειςτηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

Τα νομικά πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου είναι: α) στη Φινλανδία: avoin yhtiö (Ay) και kommandiittiyhtiö (Ky)/ öppet bolag και kommanditbolag, β) στη Σουηδία: handelsbolag (HB) και kommanditbolag (KB).

Άρθρο8 Ορισμόςτωντόκων

(1) ΓιατουςσκοπούςτηςπαρούσαςΣυμφωνίας, ως«τόκοι» νοούνται:

α) οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, είτε συνοδεύονται είτε όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετωνωφελημάτωνκαιλαχνώνπουτασυνοδεύουν. Οιτόκοιυπερημερίαςδενθεωρούνταιτόκοι,

β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση των απαιτήσεωνπουαναφέρονταιστοστοιχείοα),

γ) τοεισόδημαπουπροκύπτειαπότόκους, είτεάμεσαείτεμέσωοντότηταςπουαναφέρεται στοάρθρο7 παράγραφος2 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας, τοοποίοδιανέμεταιαπό

1                    ΟΣΕΚΑεγκεκριμένοσύμφωναμετηνοδηγία 85/611/ΕΟΚτουΣυμβουλίου, ή

2                    ισοδύναμοοργανισμόσυλλογικώνεπενδύσεωνεγκατεστημένοστοΤζέρσεϋ,

3                    οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσαςΣυμφωνίας,

4                    οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρου της 299 καιεκτόςτουΤζέρσεϋ.

 

δ) εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση μονάδων ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και οντότητες, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή οντοτήτων που αναφέρονται κατωτέρω, ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικούτουςσεαπαιτήσειςπουαναφέρονταιστοστοιχείοα):

i) ΟΣΕΚΑεγκεκριμένους σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ, ή ii) ισοδύναμοοργανισμόσυλλογικών επενδύσεωνεγκατεστημένο στο Τζέρσεϋ, iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας,

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρουτης 299 καιεκτόςτουΤζέρσεϋ.

Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να μην περιλαμβάνουν στον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου παρά μόνο κατά την αναλογία που το εισόδημα αυτό αντιστοιχεί σε εισόδημα που, άμεσα ή έμμεσα, προέρχεται από πληρωμέςτόκωνκατάτηνέννοιατωνστοιχείωνα) καιβ) τηςπαραγράφου 1 τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ένας φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεταιαπόπληρωμή τόκων, το συνολικό ποσότουεισοδήματοςθεωρείται ως πληρωμή τόκων.

(3) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε απαιτήσεις ή σε μονάδες ή μερίδια που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο, το ποσοστό αυτό

θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40%. Εάν δεν μπορεί να προσδιορίσει το ποσό του εισοδήματος που συγκεντρώνει ο πραγματικός δικαιούχος, το εισόδημα θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο προϊόν της πώλησης, τηςεπιστροφής ήτηςεξόφλησηςτωνμετοχώνήμεριδίων.

(4) Όταν οι τόκοι, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, αν η εν λόγω οντότητα δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 τηςπαρούσας Συμφωνίας, οιενλόγωτόκοι θεωρούνταιωςπληρωμέςτόκωναπότηνεν λόγωοντότητα.

(5) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία β) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να υπολογίζουν τους τόκους σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει το έτος και να θεωρούν τους ετήσιους αυτούς τόκους ως πληρωμή τόκων ακόμη καιανδενδιενεργηθείπώληση, επιστροφήήεξόφληση κατάτηδιάρκειααυτήςτηςπεριόδου.

(6) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στις συγκεκριμένες διατάξεις από οργανισμούς ή οντότητες που εδρεύουν εντός του εδάφους τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το 15%. Ομοίως, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τους τόκους που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, εάν η οντότητα αυτή δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας και είναι εγκατεστημένη στο έδαφός τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντοςάρθρουδενυπερβαίνει το 15%.

Η άσκηση αυτού του δικαιώματος από συμβαλλόμενο μέρος είναι δεσμευτική και για τα άλλα συμβαλλόμεναμέρη.

(7) Από την 1η Ιανουαρίου 2011, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρουκαιστην παράγραφο 3 τουπαρόντος άρθρουείναι 25%.

(8) Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής, όπως ορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτωνή, ελλείψειαυτών, βάσειτηςπραγματικής σύνθεσηςτου ενεργητικού τους.

 

Άρθρο9 Κατανομήτωνεσόδωναπότηνπαρακράτησηφόρου

(1) Το Τζέρσεϋ παρακρατεί το 25% της παρακράτησης φόρου που εκπίπτει δυνάμει της παρούσας Συμφωνίαςκαιμεταβιβάζειτουπόλοιπο 75% τωνεσόδωνστοάλλασυμβαλλόμενομέρος.

(2) Το Τζέρσεϋ που επιβάλλει παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας παρακρατεί το 25% των εσόδων και μεταβιβάζει το 75% στην Ελληνική Δημοκρατία με την αναλογία που ισχύει για τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντοςάρθρου.

(3) Η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται για κάθε έτος σε μία δόση το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλοςτουφορολογικούέτουςπουορίζεταιαπότηνομοθεσίατουΤζέρσεϋ.

(4) ΤοΤζέρσεϋ πουεπιβάλλειπαρακράτησηφόρουλαμβάνειτααναγκαία μέτραπροκειμένουναδιασφαλίσει τηνορθήλειτουργίατουσυστήματοςκατανομήςεσόδων.

 

Άρθρο 10 Εξάλειψητηςδιπλήςφορολογίας

(1) Το συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας που ενδεχομένως να προκύπτει από την επιβολή, από το Τζέρσεϋ, της παρακράτησης φόρου στην οποία αναφέρεται η παρούσα Συμφωνία σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

i) όταν επί των τόκων που εισπράττει ένας πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος στο Τζέρσεϋ, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος χορηγεί, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό. Αν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία φόρου, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος επιστρέφει τοεπιπλέονποσότουπαρακρατηθέντοςφόρουστονπραγματικόδικαιούχο,

ii) αν, πέραν της παρακράτησης φόρου όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της παρούσας Συμφωνίας, επί των τόκων που εισπράττονται από πραγματικό δικαιούχο έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε άλλη παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή και το συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για την εν λόγω παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, το ποσό αυτής της άλλης παρακράτησης φόρου/παρακράτησης φόρου στην πηγή πιστώνεται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο στοιχείο i) τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Το συμβαλλόμενο μέρος που είναι το κράτος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου μπορεί να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της πίστωσης φόρου που αναφέρεται στην παράγραφο 1) του παρόντος άρθρου με την επιστροφή της παρακράτησης φόρου που αναφέρεται στο άρθρο 1 της παρούσαςΣυμφωνίας.

Άρθρο 11 Μεταβατικές διατάξειςγιατουςδιαπραγματεύσιμουςχρεωστικούςτίτλους

(1) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 14 της παρούσας Συμφωνίας και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 το αργότερο, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοιχρεωστικοίτίτλοιπουέχουνεκδοθείγιαπρώτηφοράπριναπότην 1ηΜαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών έχουν εγκριθεί πριν από την ημερομηνία αυτή από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ή από αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες, δεν θεωρούνται ως απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 καιεξής. Εάν όμως η μεταβατική περίοδος παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2010, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν μόνον για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούςτίτλουςαυτούτουείδους: -πουπεριέχουνρήτρεςεπανενσωμάτωσηςτουεκπεσθέντοςφόρουκαι -εφόσον ο φορέας πληρωμής είναι εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει την παρακράτηση φόρου και ο εν λόγω φορέας πληρωμής καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο εγκατεστημένο σε άλλοσυμβαλλόμενο μέρος ήεξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελοςαυτού.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την Ιη Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ως δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, όπως ορίζεται στο Παράρτημα τηςπαρούσας Συμφωνίας, ησυνολική έκδοση αυτών τωντίτλων, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και τις νέες εκδόσεις, θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) τηςπαρούσας Συμφωνίας.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσεων χρεωστικώντίτλωναπότην1ηΜαρτίου 2002 καιεξήςαπόάλλοεκδότηπουδενκαλύπτεταιαπότοδεύτερο εδάφιο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

(2) Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να φορολογούν το εισόδημα από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο 1) συμφωνά με την εθνική νομοθεσία τους.

Άρθρο 12 Διαδικασία αμοιβαίας συμφωνίας

Εάν προκύψουν δυσχέρειες ή αμφιβολίες μεταξύ των μερών όσον αφορά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας Συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να επιλύσουν το θέμα με αμοιβαία συμφωνία.

Άρθρο 13 Απόρρητο

(1) Όλες οι πληροφορίες που παρέχει και λαμβάνει η αρμόδια οφχή συμβαλλόμενου μέρους κρατούνται απόρρητες.

(2) Οι πληροφορίες που παρέχονται στην αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς πέραν εκείνων της άμεσης φορολογίας χωρίς προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

(3) Οι παρεχόμενες πληροφορίες κοινοποιούνται μόνο στα αφορώμενα πρόσωπα ή αρχές για σκοπούς άμεσης φορολογίας και χρησιμοποιούνται από τα εν λόγω πρόσωπα ήαρχές μόνο για τέτοιους σκοπούς ή για σκοπούς επιτήρησης, περιλαμβανομένης της έκβασης τυχόν προσφυγών. Για τους σκοπούς αυτούς, μπορούν να κοινοποιούνταιπληροφορίεςσεακροαματικέςδιαδικασίεςήσεδικαστικέςενέργειες.

(4) Όταν η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους θεωρεί ότι οι πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μπορεί να τις διαβιβάζει σε αυτή την αρμόδια αρχή, με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής που παρέσχε τιςπληροφορίες.

 

Άρθρο14 Μεταβατικήπερίοδος

Στοτέλοςτηςμεταβατικήςπεριόδου, όπωςαυτήορίζεταιστοάρθρο10 παράγραφος 2 τηςοδηγίας, τοΤζέρσεϋ σταματά να εφαρμόζει την παρακράτηση φόρου και την κατανομή των εσόδων που προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία και αρχίζει να εφαρμόζει έναντι του άλλου συμβαλλόμενου μέρους τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας. Εάν κατά τη μεταβατική περίοδο το Τζέρσεϋ επιλέξει να εφαρμόσει τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας, δεν θα εφαρμόζει πλέον την παρακράτηση φόρου/παρακράτηση φόρου στην πηγή και την κατανομή των εσόδων που προβλέπεται στο άρθρο9 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

Άρθρο15 Έναρξηισχύος

Μετηνεπιφύλαξητωνδιατάξεωντουάρθρου17 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας, ηΣυμφωνίατίθεταισεισχύτην1η Ιανουαρίου 2005.

Άρθρο 16 Λήξη

(1) ΗπαρούσαΣυμφωνίαπαραμένεισεισχύεφόσονδεντηνκαταγγείλειένααπότασυμβαλλόμενα μέρη.

(2) Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος δύναται να καταγγείλει την παρούσα Συμφωνία με γραπτή κοινοποίηση

 

προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησανστην εν λόγω κοινοποίηση. Στηνπερίπτωσηαυτή, ηΣυμφωνίαπαύειναισχύειμετάτηνημερομηνίαγνωστοποίησης.

Άρθρο 17 Εφαρμογήκαιαναστολήτηςεφαρμογής

(1) Ηεφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εξαρτάται από την έγκριση και εφαρμογή από όλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ελβετία, την Ανδόρα, το Λιχτενστάιν, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο και από όλα τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αντίστοιχα, μέτρων σύμφωνων ή ισοδύναμων με τα προβλεπόμενα στην οδηγία ή στην παρούσα Συμφωνία, και τον καθορισμό των ίδιων ημερομηνιών εφαρμογής.

(2) Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν, με κοινή συμφωνία, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ημερομηνία πουαναφέρεταιστοάρθρο 15 τηςπαρούσαςΣυμφωνίας, κατάπόσονοόροςπου τίθεται στην παράγραφο 1 πληρούται όσον αφορά τις ημερομηνίες έναρξης ισχύος των σχετικών μέτρων στα κράτη μέλη, στιςπροαναφερθείσεςτρίτεςχώρεςκαισταεξαρτημέναήσυνδεδεμέναεδάφη.

(3) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 12 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας ή μερών αυτής με άμεση ισχύ, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση εφόσον η οδηγία παύει να ισχύει είτε προσωρινά είτε μόνιμα σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή σε περίπτωση που κράτος μέλος αναστείλει την εφαρμογή των οικείων εκτελεστικών διατάξεων. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις παύσουννασυντρέχουνοισυνθήκεςπουοδήγησανστηναναστολή.

(4) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 12 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίαςμέσωκοινοποίησηςστοάλλομέρος, διευκρινίζονταςτιςσυνθήκεςπουοδήγησανστηνενλόγω κοινοποίηση εφόσον μία από τις τρίτες χώρες ή τα εδάφη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παύσουν στη συνέχεια να εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Η αναστολή της εφαρμογής πραγματοποιείται το νωρίτερο δύο μήνες μετά τη γνωστοποίηση. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταταιμόλις αποκατασταθούνκαιταμέτρααπότηνενλόγωτρίτηχώραήέδαφος.

 

Συντάχθηκε στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα και τα κείμενα σε όλες αυτές τις γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος των «εξομοιούμενων οργανισμών» στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 11

Για τους σκοπούς του άρθρου 11 της παρούσας συμφωνίας, οι ακόλουθοι οργανισμοί θεωρούνται ως «εξομοιούμενοι προς δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη»:

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙΕΝΤΟΣΤΗΣΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣΕΝΩΣΗΣ: Bέλγιο -Région flamande (Vlaams Gewest) (φλαμανδική περιοχή) -Région wallonne (περιοχή της Βαλλονίας) -Région de Bruxelles Capitale/Brussels Hoofdstedelijk Gewest (περιοχή των Βρυξελλών

Πρωτευούσης) -Communauté française (γαλλική κοινότητα) -Communauté flamande (Vlaamse Gemeenschap) (φλαμανδική κοινότητα) -Communauté germanophone (Deutschsprachige Gemeinschaft) (γερμανόφωνη κοινότητα)

Ισπανία

-Xunta de Galicia (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Γαλισίας) -Junta de Andalucía (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Ανδαλουσίας)

-Junta de Extremadura (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Εξτρεμαδούρας) -Junta de Castilla-La Mancha (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης-Λαμάντσα) -Junta de Castilla y León (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης και Λεόν) -Gobierno Foral de Navarra (κυβέρνηση της Ναβάρας) -Govern de les Illes Balears (κυβέρνηση των Βαλεαρίδων Νήσων) -Generalitat de Catalunya (κυβέρνηση της Καταλονίας) -Generalitat de Valencia (κυβέρνηση της Βαλένσιας) -Diputación General de Aragón (κυβέρνηση της Αραγκόν) -Gobierno de las Islas Canarias (κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων) -Gobierno de Murcia (κυβέρνηση της Μουρθίας) -Gobierno de Madrid (κυβέρνηση της Μαδρίτης) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (κυβέρνηση της αυτόνομης

κοινότητας της χώρας των Βάσκων) -Diputación Foral de Guipúzcoa (επαρχιακό συμβούλιο του Γκουϊπούσκοα) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (επαρχιακό συμβούλιο της Βισκάγιας) -Diputación Foral de Alava (επαρχιακό συμβούλιο της Αλάβα) -Ayuntamiento de Madrid (δήμος της Μαδρίτης) -Ayuntamiento de Barcelona (δήμος της Βαρκελώνης) -Cabildo Insular de Gran Canaria (συμβούλιο της Νήσου Γκραν Κανάρια) -Cabildo Insular de Tenerife (συμβούλιο της Νήσου Τενερίφης) -Instituto de Crédito Oficial (πιστωτικό δημόσιο Ίδρυμα) -Instituto Catalán de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Καταλονίας) -Instituto Valenciano de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Βαλένσιας)

Ελλάδα

-Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδας -Оργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού

Γαλλία

-La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (ταμείο απόσβεσης κοινωνικού χρέους) -L'Agence française de développement (AFD) (γαλλικός οργανισμός ανάπτυξης) -Réseau Ferré de France (RFF) (δίκτυο σιδηροδρόμων της Γαλλίας) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (εθνικό ταμείο αυτοκινητοδρόμων) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (δημόσια περίθαλψη, νοσοκομεία των Παρισίων) -Charbonnages de France (CDF) (ανθρακωρυχεία της Γαλλίας) -Entreprise minière et chimique (EMC) (μεταλλευτική και χημική επιχείρηση)

Iταλία

-Regions (περιοχές) -Provinces (επαρχίες) -Municipalities (δήμοι) -Cassa Depositi e Prestiti (ταμείο παρακαταθηκών και δανείων)

Λετονία

-Pašvaldības (τοπικές κυβερνήσεις)

Πολωνία

-gminy (κοινότητες) -powiaty (περιοχές) -województwa (επαρχίες) -związki gmin (ενώσεις κοινοτήτων) -związki powiatów (ενώσειςπεριφερειών) -związki województw (ενώσεις επαρχιών) -miasto stołeczne Warszawa (πρωτεύουσα πόλη της Βαρσοβίας) -Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Οργανισμός για την αναδιάρθρωση και τον

εκσυγχρονισμό τηςγεωργίας) -Agencja Nieruchomości Rolnych (Οργανισμός γεωργικής ιδιοκτησίας)

Πορτογαλία

-Região Autónoma da Madeira (αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας) -Região Autónoma dos Açores (αυτόνομη περιοχή των Αζορών) -Municipalities (δήμοι)

Σλοβακία

-mestá a obce (δήμοι) -Železnice Slovenskej republiky (Σλοβακική εταιρεία σιδηροδρόμων) -Štátny fond cestného hospodárstva (Εθνικό ταμείο διαχείρισης οδών) -Slovenské elektrárne (σλοβακικοί σταθμοί ηλεκτρικού ρεύματος) -Vodohospodárska výstavba (Εταιρεία της ορθολογικής χρήσεως των υδάτων)

ΔΙΕΘΝΕΙΣΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ:

-Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης -Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων -Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης -Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Παγκόσμια Τράπεζα /ΔΤΑΑ / ΔΝΤ -Διεθνής Οργανισμός Χρηματοδότησης -Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης -EΥΡΑΤΟΜ -Ευρωπαϊκή Κοινότητα -Χρηματοδοτική Συνεργασία για την Ανάπτυξη των Άνδεων (CAF) -Ευρωπαϊκή εταιρεία για τη Χρηματοδότηση σιδηροδρομικού υλικού -Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα -Επενδυτική Τράπεζα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών -Αναπτυξιακή Τράπεζα της Καραϊβικής

Οι διατάξεις του άρθρου 11 δεν θίγουν τυχόν διεθνείς υποχρεώσεις που τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αναλάβει έναντι των προαναφερόμενων διεθνών οργανισμών.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΡΙΤΩΝΧΩΡΩΝ :

Οι εν λόγω οργανισμοί πληρούν τα εξής κριτήρια:

(1) Ο οργανισμός θεωρείται σαφώς ως δημόσιος σύμφωνα με τα εθνικά κριτήρια.

(2) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός δραστηριοποιείται εκτός του εμπορικού τομέα, διαχειρίζεται και χρηματοδοτεί ομάδα κοινωφελών δραστηριοτήτων παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες εκτός του εμπορικού τομέα και ελέγχεται όντως από τηγενική κυβέρνηση.

(3) Οδημόσιοςαυτός οργανισμός εκδίδει τακτικά και μεγάλα ομολογιακά δάνεια.

(4) Το συγκεκριμένο κράτος είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι ο δημόσιος αυτός οργανισμός δεν θα προβεί σε πρόωρη εξόφληση.

 

ΟΡΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ:

Ο κατάλογος των εξομοιούμενων οργανισμών του παρόντος Παραρτήματος είναι δυνατό να τροποποιηθεί με αμοιβαία συμφωνία.

AGREEMENT IN THE FORM OF AN EXCHANGE OF LETTERS ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME AND THE PROVISIONAL APPLICATION THEREOF

A. Letter from the Hellenic Republic

Sir,

I have the honour to refer to the texts of respectively the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU Member State that is to apply automatic exchange of information" and the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU Member State that is to apply the withholding tax in the transitional period", that resulted from the negotiations with the Island Authorities on a Savings Tax Agreement, and that were annexed, respectively as Annex I and Annex II, to the Outcome of Proceedings of the High Level Working Party of the Council of Ministers of the European Union of 12 March (Doc. 7408/04 FISC 58).

In view of the above mentioned agreed texts, I have the honour to propose to you the "Agreement on the taxation of savings income" as contained in Appendix 1 to this letter, and our mutual undertaking to comply at the earliest possible date with our internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement and to notify each other without delay when such formalities are completed.

Pending the completion of these internal procedures and the entry into force of this "Agreement on the taxation of savings income", I have the honour to propose to you that the Hellenic Republic and Jersey apply this Agreement provisionally, within the framework of our respective domestic constitutional requirements,  as from 1 January 2005, or the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, whichever is later.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and Jersey.  Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,

For the Hellenic Republic

Done at Athens, on 24 April 2004, in the English language in three copies.

B.Letter from Jersey

Sir,

I have the honour to acknowledge receipt of your letter of today's date, which reads as follows:

 " Sir,

I have the honour to refer to the texts of respectively the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU member State that is to apply automatic exchange of information" and the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU member State that is to apply the withholding tax in the transitional period", that resulted from the negotiations with the Island Authorities on a Savings Tax Agreement, and that were annexed, respectively as Annex I and Annex II, to the Outcome of Proceedings of the High Level Working Party of the Council of Ministers of the European Union of 12 March (Doc. 7408/04 FISC 58).

In view of the above mentioned agreed texts, I have the honour to propose to you the "Agreement on the taxation of savings income" as contained in Appendix 1 to this letter, and our mutual undertaking to comply at the earliest possible date with our internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement and to notify each other without delay when such formalities are completed.

Pending the completion of these internal procedures and the entry into force of this "Agreement on the taxation of savings income", I have the honour to propose to you that the Hellenic Republic and Jersey apply this Agreement provisionally as from 1 January 2005, or the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, whichever is later.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and Jersey.

Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,"

I am able to confirm that Jersey is in agreement with the contents of your letter.

Please accept, Sir, the assurance of my highest consideration,

For Jersey

Done at St. Helier  19.11.2004.

Appendix 1

AGREEMENT ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME BETWEEN JERSEY

AND THE HELLENIC REPUBLIC

WHEREAS:

1. Article 17 of Directive 2003/48/EEC (“the Directive”) of the Council of the European Union (“the Council”) on taxation of savings income provides that before 1 January 2004 Member States shall adopt and publish the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive which provisions shall be applied from the 1 January 2005 provided that:

(i) the Swiss Confederation, the Principality of Liechtenstein, the Republic of San Marino, the Principality of Monaco and the Principality of Andorra apply from that same date measures equivalent to those contained in this Directive, in accordance with agreements entered into by them with the European Community, following unanimous decisions of the Council;

(ii)all agreements or other arrangements are in place, which provide that all the relevant dependent or associated territories apply from that same date automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of this Directive, (or, during the transitional period defined in Article 10, apply a withholding tax on the same terms as are contained in Articles 11 and 12)”.

1                    The relationship of Jersey with the EU is determined by Protocol 3 of the Treaty of Accession of the United Kingdom to the European Community. Under the terms of the Protocol Jersey is not within the EU fiscal territory.

2                    Jersey notes that, while it is the ultimate aim of the EU Member States to bring about effective taxation of interest payments in the beneficial owner’s Member State of residence for tax purposes through the exchange of information concerning interest payments between themselves, three Member States, namely Austria, Belgium and Luxembourg, during a transitional period, shall not be required to exchange information but shall apply a withholding tax to the savings income covered by the Directive.

3                    The “withholding tax” referred to in the Directive will be referred to as the “retention tax” in Jersey’s domestic legislation. For the purposes of this Agreement the two terms therefore are to be read conterminously as “withholding/retention tax” and shall have the same meaning.

4                    Jersey has agreed to apply a retention tax with effect from the 1 January 2005 provided the Member States have adopted the laws, regulations, and administrative provisions necessary to comply with the Directive, and the requirements of Article 17 of the Directive and Article 17(2) of this Agreement have generally been met.

5                    Jersey has agreed to apply automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive from the end of the transitional period as defined in Article 10 (2) of the Directive.

6                    Jersey has legislation relating to undertakings for collective investment that is deemed to be equivalent in its effect to the EC legislation referred to in Articles 2 and 6 of the Directive.

 

Jersey and the Hellenic Republic hereinafter referred to as a “contracting party” or the “contracting parties” unless the context otherwise requires,

Have agreed to conclude the following agreement which contains obligations on the part of the contracting parties only and provides for:

 

(a) the automatic exchange of information by the competent authority of the Hellenic  Republic to the competent authority of Jersey in the same manner as to the competent  authority of a Member State;    

(b) the application by Jersey, during the transitional period defined in Article 10 of the Directive, of a retention tax from the same date and on the same terms as are contained in Articles 11 and 12 of that Directive;

(c) the automatic exchange of information by the competent authority of Jersey to the competent authority of the Hellenic Republic in accordance with Article 13 of the Directive;

(d) the transfer by the competent authority of Jersey to the competent authority of the Hellenic Republic of 75% of the revenue of the retention tax;

 

in respect of interest payments made by a paying agent established in a contracting party to an individual resident in the other contracting party.

For the purposes of this Agreement the term ‘competent authority’ when applied to the contracting parties means “Ministry of Economy and Finance” in respect of the Hellenic Republic and “the Comptroller of Income Tax” in respect of Jersey.

Article 1 Retention of Tax by Paying Agents

Interest payments as defined in Article 8 of this Agreement which are made by a paying agent established in Jersey to beneficial owners within the meaning of Article 5 of this Agreement who are residents of the Hellenic Republic shall, subject to Article 3 of this Agreement, be subject to a retention from the amount of interest payment during the transitional period referred to in Article 14 of this Agreement starting at the date referred to in Article 15 of this Agreement. The rate of retention tax shall be 15% during the first three years of the transitional period, 20% for the subsequent three years and 35% thereafter.

Article 2 Reporting of Information by Paying Agents

(1) Where interest payments, as defined in Article 8 of this Agreement, are made by a paying agent established in the Hellenic Republic to beneficial owners, as defined in Article 5 of this Agreement, who are residents of Jersey, or where the provisions of Article 3(1)(a) of this Agreement apply, the paying agent shall report to its competent authority:

(a) the identity and residence of the beneficial owner established in accordance with Article 6 of this Agreement;

(b) the name and address of the paying agent;

(c) the account number of the beneficial owner or, where there is none, identification of the debt claim giving rise to the interests;

(d) information concerning the interest payment specified in Article 4(1) of this Agreement. However each contracting party may restrict the minimum amount of information concerning interest payment to be reported by the paying agent to the total amount of interest or income and to the total amount of the proceeds from sale, redemption or refund;

 

and the Hellenic Republic will comply with paragraph (2) of this Article.   

(2) Within six months following the end of the tax year, the competent authority of the Hellenic Republic shall communicate to the competent authority of Jersey, automatically, the information referred to in paragraph (1) (a) – (d) of this Article, for all interest payments made during that year. 

Article 3 Exceptions to the Retention Tax Procedure

(1) Jersey when levying a retention tax in accordance with Article 1 of this Agreement shall provide for one or both of the following procedures in order to ensure that the beneficial owners may request that no tax be retained:

(a) a procedure which allows the beneficial owner as defined in Article 5 of this Agreement to avoid the retention tax specified in Article 1 of this Agreement by expressly authorising his paying agent to report the interest payments to the competent authority of the contracting party in which the paying agent is established. Such authorisation shall cover all interest payments made to the beneficial owner by that paying agent;

(b) a procedure which ensures that retention tax shall not be levied where the beneficial owner presents to his paying agent a certificate drawn up in his name by the competent authority of the contracting party of residence for tax purposes in accordance with paragraph (2) of this Article.

(2) At the request of the beneficial owner, the competent authority of the contracting party of the country of residence for tax purposes shall issue a certificate indicating:

(i) the name, address and tax or other identification number or, failing such, the date and place of birth of the beneficial owner;

(ii) the name and address of the paying agent;

 

(iii) the account number of the beneficial owner or, where there is none, the identification of the security.

Such certificate shall be valid for a period not exceeding three years. It shall be issued to any beneficial owner who requests it, within two months following such request.

(3) Where paragraph (1)(a) of this Article applies, the competent authority of Jersey in which the paying agent is established shall communicate the information referred to in Article 2 (1)  of this Agreement to the competent authority of the Hellenic Republic as  the country of residence of the beneficial owner. Such communications shall be automatic and shall take place at least once a year, within six months following the end of the tax year established by the laws of a contracting party, for all interest payments made during that year.

Article 4 Basis of assessment for retention tax

(1) A paying agent established in Jersey shall levy retention tax in accordance with Article 1 of this Agreement as follows:

(a) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement: on the gross amount of interest paid or credited;

(b) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1) (b) or (d) of this Agreement: on the amount of interest or income referred to in (b) or (d) of that paragraph or by a levy of equivalent effect to be borne by the recipient on the full amount of the proceeds of the sale, redemption or refund;

(c) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1)(c) of this Agreement: on the amount of interest referred to in that sub-paragraph;

(d) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(4) of this Agreement: on the amount of interest attributable to each of the members of the entity referred to in Article 7(2) of this Agreement who meet the conditions of Article 5(1) of this Agreement;

(e) where Jersey exercises the option under Article 8(5) of this Agreement: on the amount of annualised interest.

(2) For the purposes of sub-paragraphs (a) and (b) of paragraph (1) of this Article, the retention tax shall be deducted on a pro rata basis to the period during which the beneficial owner held the debt-claim. If the paying agent is unable to determine the period of holding on the basis of the information made available to him, the paying agent shall treat the beneficial owner as having been in possession of the debt-claim for the entire period of its existence, unless the latter provides evidence of the date of the acquisition.

(3) The imposition of retention tax by Jersey shall not preclude the other contracting party of residence for tax purposes of the beneficial owner from taxing income in accordance with its national law.

(4) During the transitional period, Jersey may provide that an economic operator paying interest to, or

 

securing interest for, an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement in the other contracting party shall be considered the paying agent in place of the entity and shall levy the retention tax on that interest, unless the entity has formally agreed to its name, address and the total amount of the interest paid to it or secured for it being communicated in accordance with the last paragraph of Article 7(2) of this Agreement.

Article 5 Definition of beneficial owner

(1) For the purposes of this Agreement, “beneficial owner” shall mean any individual who receives an interest payment or any individual for whom an interest payment is secured, unless such individual can provide evidence that the interest payment was not received or secured for his own benefit. An individual is not deemed to be the beneficial owner when he:

(a) acts as a paying agent within the meaning of Article 7(1) of this Agreement;

(b) acts on behalf of a legal person, an entity which is taxed on its profits under the general arrangements for business taxation, an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC or an equivalent undertaking for collective investment established in Jersey, or an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement and, in the last mentioned case, discloses the name and address of that entity to the economic operator making the interest payment and the latter communicates such information to the competent authority of its contracting party of establishment;

(c) acts on behalf of another individual who is the beneficial owner and discloses to the paying agent the identity of that beneficial owner.

(2) Where a paying agent has information suggesting that the individual who receives an interest payment or for whom an interest payment is secured may not be the beneficial owner, and where neither paragraph (1)(a) nor (1)(b) of this Article applies, it shall take reasonable steps to establish the identity of the beneficial owner. If the paying agent is unable to identify the beneficial owner, it shall treat the individual in question as the beneficial owner.

 

Article 6 Identity and residence of beneficial owners

(1) Each Party shall, within its territory, adopt and ensure the application of the procedures necessary to allow the paying agent to identify the beneficial owners and their residence for the purposes of this Agreement. Such procedures shall comply with the minimum standards established in paragraphs

(2) and (3).

(2) The paying agent shall establish the identity of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into, as follows:

(a) for contractual relations entered into before the 1 January 2004, the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of his name and address, by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Council Directive 91/308/EEC of 10th June, 1991 in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of Jersey on prevention of the use of the financial system for the purpose of money laundering;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January, 2004 the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of the name, address and, if there is one, the tax identification number allocated by the Member State of residence for tax purposes. These details should be established on the basis of the passport or of the official identity card presented by the beneficial owner. If it does not appear on that passport or official identity card, the address shall be established on the basis of any other documentary proof of identity presented by the beneficial owner. If the tax identification number is not mentioned on the passport, on the official identity card or any other documentary proof of identity, including, possibly the certificate of residence for tax purposes, presented by the beneficial owner, the identity shall be supplemented by a reference to the latter’s date and place of

 

birth established on the basis of his passport or official identification card.

(3) The paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into. Subject to the conditions set out below, residence shall be considered to be situated in the country where the beneficial owner has his permanent address:

(a) for contractual relations entered into before 1 January, 2004 the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Directive 91/308/EEC in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of Jersey;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January, 2004, the paying agents shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of the address mentioned on the passport, on the official identity card or, if necessary, on the basis of any documentary proof of identity presented by the beneficial owner and according to the following procedure: for individuals presenting a passport or official identity card issued by a Member State who declare themselves to be resident in a third country, residence shall be established by means of a tax residence certificate issued by the competent authority of the third country in which the individual claims to be resident. Failing the presentation of such a certificate, the Member State which issued the passport or other official identity document shall be considered to be the country of residence.

 

Article 7 Definition of paying agent

(1) For the purposes of this Agreement, ‘paying agent’ means any economic operator who pays interest to or secures the payment of interest for the immediate benefit of the beneficial owner, whether the operator is the debtor of the debt claim which produces the interest or the operator charged by the debtor or the beneficial owner with paying interest or securing the payment of interest.

(2) Any entity established in a contracting party to which interest is paid or for which interest is secured for the benefit of the beneficial owner shall also be considered a paying agent upon such payment or securing of such payment. This provision shall not apply if the economic operator has reason to believe, on the basis of official evidence produced by that entity that:

(a) it is a legal person with the exception of those legal persons referred to in paragraph (5) of this Article; or

(b) its profits are taxed under the general arrangements for business taxation; or

(c) it is an UCITS recognised in accordance with Directive 85/611/EEC of the Council or an equivalent undertaking for collective investment established in Jersey.

 

An economic operator paying interest to, or securing interest for, such an entity established in the other contracting party which is considered a paying agent under this paragraph shall communicate the name and address of the entity and the total amount of interest paid to, or secured for, the entity to the competent authority of its contracting party of establishment, which shall pass this information on to the competent authority of the contracting party where the entity is established.

(3) The entity referred to in paragraph (2) of this Article shall, however, have the option of being treated for the purposes of this Agreement as an UCITS or equivalent undertaking as referred to in sub­paragraph (c) of paragraph (2) of this Article. The exercise of this option shall require a certificate to be issued by the contracting party in which the entity is established and presented to the economic operator by that entity. A contracting party shall lay down the detailed rules for this option for entities established in its territory.

(4) Where the economic operator and the entity referred to in paragraph (2) of this Article are established in the same contracting party, that contracting party shall take the necessary measures to ensure that the entity complies with the provisions of this Agreement when it acts as a paying agent.

(5) The legal persons exempted from sub- paragraph (a) of paragraph (2) of this Article are

(a) in Finland: avoin yhtio (Ay) and kommandiittiyhtio (Ky)/oppet bolag and kommanditbolag;

(b) in Sweden: handelsbolag (HB) and kommanditbolag (KB).

 

Article 8 Definition of interest payment

(1) For the purposes of this Agreement “interest payment” shall mean:

(a) interest paid, or credited to an account, relating to debt claims of every kind, whether or not secured by mortgage and whether or not carrying a right to participate in the debtor’s profits, and, in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures; penalty charges for late payment shall not be regarded as interest payment;

(b) interest accrued or capitalised at the sale, refund or redemption of the debt claims referred to in (a);

(c) income deriving from interest payments either directly or through an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement, distributed by:

(i) an UCITS authorised in accordance with EC Directive 85/611/EEC of the Council;

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in Jersey;

(iii) entities which qualify for the option under Article 7(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside Jersey.

(d) income realised upon the sale, refund or redemption of shares or units in the following undertakings and entities, if they invest directly or indirectly, via other undertakings for collective investment or entities referred to below, more than 40% of their assets in debt claims as referred to in (a):

(i) an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC;

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in Jersey.

 

(iii) entities which qualify for the option under Article 7(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside Jersey.

However, the contracting parties shall have the option of including income mentioned under paragraph (1)(d) of this Article in the definition of interest only to the extent that such income corresponds to gains directly or indirectly deriving from interest payments within the meaning of paragraphs (1) (a) and (b) of this Article.

(2) As regards paragraphs (1) (c) and (d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the proportion of the income which derives from interest payments, the total amount of the income shall be considered an interest payment.

(3) As regards paragraph (1)(d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the percentage of the assets invested in debt claims or in shares or units as defined in that paragraph, that percentage shall be considered to be above 40%. Where he cannot determine the amount of income realised by the beneficial owner, the income shall be deemed to correspond to the proceeds of the sale, refund or redemption of the shares or units.

(4) When interest, as defined in paragraph (1) of this Article, is paid to or credited to an account held by an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement, such entity not having qualified for the option under Article 7(3) of this Agreement, such interest shall be considered an interest payment by such entity.

(5) As regards paragraphs (1)(b) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of requiring paying agents in its territory to annualise the interest over a period of time which may not exceed one year, and treating such annualised interest as an interest payment even if no sale, redemption or refund occurs during that period.

(6) By way of derogation from paragraphs (1) (c) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment any income referred to in those provisions from undertakings or entities established within its territory where the investment in debt claims referred to in paragraph (1)(a) of this Article of such entities has not exceeded 15% of their assets. Likewise, by way of derogation from paragraph (4) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment in paragraph (1) of this Article interest paid or credited to an account of an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement which has not qualified for the option under Article 7(3) of this Agreement and is established within its territory, where the investment of such an entity in debt claims referred to in paragraph (1) (a) of this Article has not exceeded 15% of its assets. The exercise of such option by one contracting party shall be binding on the other contracting party.

(7) The percentage referred to in paragraph (1)(d) of this Article and paragraph (3) of this Article shall from 1 January, 2011 be 25%.

(8) The percentages referred to in paragraph (1) (d) of this Article and in paragraph (6) of this Article shall be determined by reference to the investment policy as laid down in the fund rules or instruments of incorporation of the undertakings or entities concerned or, failing which, by reference to the actual composition of the assets of the undertakings or entities concerned.

 

Article 9 Retention Tax Revenue sharing

 

(1) Jersey shall retain 25% of the retention tax deducted under this Agreement and transfer the remaining 75% of the revenue to the other contracting party.

(2) Jersey levying retention tax in accordance with Article 4(4) of this Agreement shall retain 25% of the revenue and transfer 75% to the Hellenic Republic proportionate to the transfers carried out pursuant to paragraph (1) of this Article.

(3) Such transfers shall take place for each year in one instalment at the latest within a period of six months following the end of the tax year established by the laws of Jersey.

(4) Jersey levying retention tax shall take the necessary measures to ensure the proper functioning of the revenue sharing system.

 

Article 10 Elimination of double taxation

(1) A contracting party in which the beneficial owner is resident for tax purposes shall ensure the elimination of any double taxation which might result from the imposition by Jersey of the retention tax to which this Agreement refers in accordance with the following provisions:

(i) if interest received by a beneficial owner has been subject to retention tax in Jersey, the other contracting party shall grant a tax credit equal to the amount of the tax retained in accordance with its national law. Where this amount exceeds the amount of tax due in accordance with its national law, the other contracting party shall repay the excess amount of tax retained to the beneficial owner;

(ii) if, in addition to the retention tax referred to in Article 4 of this Agreement, interest received by a beneficial owner has been subject to any other type of withholding/retention tax and the contracting party of residence for tax purposes grants a tax credit for such withholding/retention tax in accordance with its national law or double taxation conventions, such other withholding/retention tax shall be credited before the procedure in sub-paragraph (i) of this Article is applied.

(2) The contracting party which is the country of residence for tax purposes of the beneficial owner may

 

replace the tax credit mechanism referred to in paragraph (1) of this Article by a refund of the retention tax referred to in Article 1 of this Agreement.

Article 11 Transitional provisions for negotiable debt securities

(1) During the transitional period referred to in Article 14 of this Agreement, but until 31 December 2010 at the latest, domestic and international bonds and other negotiable debt securities which have been first issued before 1 March 2001 or for which the original issuing prospectuses have been approved before that date by the competent authorities within the meaning of Council Directive 80/390/EEC or by the responsible authorities in third countries shall not be considered as debt claims within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement, provided that no further issues of such negotiable debt securities are made on or after 1 March, 2002. However, should the transitional period continue beyond 31 December 2010, the provisions of this Article shall only continue to apply in respect of such negotiable debt securities:

-which contain gross up and early redemption clauses; and,

-where the paying agent is established in a contracting party applying retention tax and that paying agent pays interest to, or secures the payment of interest for the immediate benefit of a beneficial owner resident in the other contracting party.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by a Government or a related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty, as defined in the Annex to this Agreement, the entire issue of such security, consisting of the original issue and any further issue, shall be considered a debt claim within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by any other issuer not covered by the second sub-paragraph, such further issue shall be considered a debt claim within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement.

(2) Nothing in this Article shall prevent the contracting parties from taxing the income from the negotiable debt securities referred to in paragraph (1) in accordance with their national laws.

Article 12 Mutual agreement procedure

Where difficulties or doubts arise between the parties regarding the implementation or interpretation of this Agreement, the contracting parties shall use their best endeavours to resolve the matter by mutual agreement.

Article 13 Confidentiality

(1) All information provided and received by the competent authority of a contracting party shall be kept confidential.

(2) Information provided to the competent authority of a contracting party may not be used for any purpose other than for the purposes of direct taxation without the prior written consent of the other contracting party.

(3) Information provided shall be disclosed only to persons or authorities concerned with the purposes of direct taxation, and used by such persons or authorities only for such purposes or for oversight purposes, including the determination of any appeal. For these purposes, information may be disclosed in public court proceedings or in judicial proceedings.

(4) Where a competent authority of a contracting party considers that information which it has received from the competent authority of the other contracting party is likely to be useful to the competent authority of another Member State, it may transmit it to the latter competent authority with the agreement of the competent authority which supplied the information.

 

Article 14 Transitional Period

At the end of the transitional period as defined in Article 10(2) of the Directive, Jersey shall cease to apply the retention tax and revenue sharing provided for in this Agreement and shall apply in respect of the other contracting party the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive. If during the transitional period Jersey elects to apply the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive it shall no longer apply the withholding/retention tax and the revenue sharing provided for in Article 9 of this Agreement.

Article 15 Entry into force

Subject to the provisions of Article 17 of this Agreement, this Agreement shall come into force on 1 January 2005.

Article 16 Termination

(1) This Agreement shall remain in force until terminated by either contracting party.

(2) Either contracting party may terminate this Agreement by giving notice of termination in writing to the other contracting party, such notice to specify the circumstances leading to the giving of such notice. In such a case, this Agreement shall cease to have effect 12 months after the serving of notice.

 

Article 17 Application and suspension of application

(1) The application of this Agreement shall be conditional on the adoption and implementation by all the Member States of the European Union, by the United States of America, Switzerland, Andorra, Liechtenstein, Monaco and San Marino, and by all the relevant dependent and associated territories of the Member States of the European Community, respectively, of measures which conform with or are equivalent to those contained in the Directive or in this Agreement, and providing for the same dates of implementation.

(2) The contracting parties shall decide, by common accord, at least six months before the date referred to in Article 15 of this Agreement, whether the condition set out in paragraph (1) will be met having regard to the dates of entry into force of the relevant measures in the Member States, the named third countries and the dependent or associated territories concerned.

(3) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 12 of this Agreement, the application of this Agreement or parts thereof may be suspended by either contracting party with immediate effect through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification should the Directive cease to be applicable either temporarily or permanently in accordance with European Community law or in the event that a Member State should suspend the application of its implementing legislation. Application of the Agreement shall resume as soon as the circumstances leading to the suspension no longer apply.

(4) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 12 of this Agreement either contracting party may suspend the application of this Agreement through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification in the event that one of the third countries or territories referred to in paragraph (1) should subsequently cease to apply the measures referred to in that paragraph. Suspension of application shall take place no earlier than two months after notification. Application of the Agreement shall resume as soon as the measures are reinstated by the third country or territory in question.

 

Done in the Greek and English languages, all texts being equally authentic.

For Jersey For the Hellenic Republic

ANNEX  

List of related entities referred to in Article 11

For the purposes of Article 11 of this Agreement, the following entities will be considered to be a "related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty":

ENTITIES WITHIN THE EUROPEAN UNION:

Belgium

-Vlaams Gewest (Flemish Region) -Région wallonne (Walloon Region) -Région bruxelloise/Brussels Gewest (Brussels Region) -Communauté française (French Community) -Vlaamse Gemeenschap (Flemish Community) -Deutschsprachige Gemeinschaft (German-speaking Community)

Spain

-Xunta de Galicia (Regional Executive of Galicia) -Junta de Andalucía (Regional Executive of Andalusia) -Junta de Extremadura (Regional Executive of Extremadura) -Junta de Castilla- La Mancha (Regional Executive of Castilla- La Mancha) -Junta de Castilla- León (Regional Executive of Castilla- León) -Gobierno Foral de Navarra (Regional Government of Navarre) -Govern de les Illes Balears (Government of the Balearic Islands) -Generalitat de Catalunya (Autonomous Government of Catalonia) -Generalitat de Valencia (Autonomous Government of Valencia) -Diputación General de Aragón (Regional Council of Aragon) -Gobierno de las Islas Canarias (Government of the Canary Islands) -Gobierno de Murcia (Government of Murcia) -Gobierno de Madrid (Government of Madrid) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (Government of the 

      Autonomous Community of the Basque Country) -Diputación Foral de Guipúzcoa (Regional Council of Guipúzcoa) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (Regional Council of Vizcaya) -Diputación Foral de Alava (Regional Council of Alava) -Ayuntamiento de Madrid (City Council of Madrid) -Ayuntamiento de Barcelona (City Council of Barcelona) -Cabildo Insular de Gran Canaria (Island Council of Gran Canaria) -Cabildo Insular de Tenerife (Island Council of Tenerife) -Instituto de Crédito Oficial (Public Credit Institution) -Instituto Catalán de Finanzas (Finance Institution of Catalonia) -Instituto Valenciano de Finanzas (Finance Institution of Valencia)

-Greece -Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδος (National Telecommunications Organisation) -Оργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (National Railways Organisation) -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Public Electricity Company)

-France -La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (Social Debt Redemption Fund) -L'Agence française de développement (AFD) (French Development Agency) -Réseau Ferré de France (RFF)(French Rail Network) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (National Motorways Fund) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (Paris Hospitals Public Assistance) -Charbonnages de France (CDF) (French Coal Board)

-Entreprise minière et chimique (EMC)(Mining and Chemicals Company)

-Italy -Regions -Provinces -Municipalities -Cassa Depositi e Prestiti (Deposits and Loans Fund)

-Latvia -Pašvaldības (Local governments)

-Poland

-gminy (communes)

-powiaty (districts)

-województwa (provinces)

-związki gmin (associations of communes)

-powiatów (association of districts)

-województw (association of provinces)

-miasto stołeczne Warszawa (capital city of Warsaw)

-Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Agency for Restructuring and         Modernisation of Agriculture)

-Agencja Nieruchomości Rolnych (Agricultural Property Agency)

-Portugal -Região Autónoma da Madeira (Autonomous Region of Madeira) -Região Autónoma dos Açores (Autonomous Region of Azores) -Municipalities

-Slovakia -mestá a obce (municipalities) -Železnice Slovenskej republiky (Slovak Railway Company) -Štátny fond cestného hospodárstva (State Road Management Fund) -Slovenské elektrárne (Slovak Power Plants) -Vodohospodárska výstavba (Water Economy Building Company)

INTERNATIONAL ENTITIES:

-European Bank for Reconstruction and Development -European Investment Bank -Asian Development Bank -African Development Bank -World Bank / IBRD / IMF -International Finance Corporation -Inter-American Development Bank -Council of Europe Social Development Fund -EURATOM -European Community -Corporación Andina de Fomento (CAF) (Andean Development Corporation) -Eurofima -European Coal & Steel Community -Nordic Investment Bank -Caribbean Development Bank

The provisions of Article 11 are without prejudice to any international obligations that the Contracting Parties may have entered into with respect to the above mentioned international entities.

ENTITIES IN THIRD COUNTRIES :

The entities that meet the following criteria :

1) The entity is clearly considered to be a public entity according to the national criteria.

2) Such public entity is a non-market producer which administers and finances a group of activities, principally providing non-market goods and services, intended for the benefit of the community and which are effectively controlled by general government.

3) Such public entity is a large and regular issuer of debt.  4) The State concerned is able to guarantee that such public entity will not exercise early redemption in the event of gross-up clauses.

CONDITIONS FOR AMENDING THE PRESENT ANNEX:

The list of related entities in this Annex may be amended by mutual agreement.

AGREEMENT IN THE FORM OF AN EXCHANGE OF LETTERS ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME AND THE PROVISIONAL APPLICATION THEREOF

A. Letter from the Hellenic Republic

Sir,

I have the honour to refer to the texts of respectively the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU Member State that is to apply automatic exchange of information" and the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU Member State that is to apply the withholding tax in the transitional period", that resulted from the negotiations with the Island Authorities on a Savings Tax Agreement, and that were annexed, respectively as Annex I and Annex II, to the Outcome of Proceedings of the High Level Working Party of the Council of Ministers of the European Union of 12 March (Doc. 7408/04 FISC 58).

In view of the above mentioned texts, I have the honour to propose to you the "Agreement on the taxation of savings income" as contained in Appendix 1 to this letter, and our mutual undertaking to comply at the earliest possible date with our internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement and to notify each other without delay when such formalities are completed.

Pending the completion of these internal procedures and the entry into force of this "Agreement on the taxation of savings income", I have the honour to propose to you that the Hellenic Republic and the Isle of Man apply this Agreement provisionally, within the framework of our respective domestic constitutional requirements,  as from 1 January 2005, or the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, whichever is later.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and the Isle of Man.  Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,

For the Hellenic Republic

Done at Athens, on 24 April 2004, in the English language in three copies.

B.Letter from the Isle of Man

Sir,

I have the honour to acknowledge receipt of your letter of today's date, which reads as follows:

"Sir,

I have the honour to refer to the texts of respectively the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU member State that is to apply automatic exchange of information" and the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU member State that is to apply the withholding tax in the transitional period", that resulted from the negotiations with the Island Authorities on a Savings Tax Agreement, and that were annexed, respectively as Annex I and Annex II, to the Outcome of Proceedings of the High Level Working Party of the Council of Ministers of the European Union of 12 March (Doc. 7408/04 FISC 58).

In view of the above mentioned texts, I have the honour to propose to you the "Agreement on the taxation of savings income" as contained in Appendix 1 to this letter, and our mutual undertaking to comply at the earliest possible date with our internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement and to notify each other without delay when such formalities are completed.

Pending the completion of these internal procedures and the entry into force of this "Agreement on the taxation of savings income", I have the honour to propose to you that the Hellenic Republic and the Isle of Man apply this Agreement provisionally, within the framework of our respective domestic constitutional requirements, as from 1 January 2005, or the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, whichever is later.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and the Isle of Man.

Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,"

I am able to confirm that the Isle of Man is in agreement with the contents of your letter.

Please accept, Sir, the assurance of my highest consideration,

For the Isle of Man

Done at Douglas, on 19.11.2004, in the English language in three copies.

Appendix 1

AGREEMENT ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME BETWEEN THE ISLE OF MAN AND THE HELLENIC REPUBLIC

WHEREAS:

1. Article 17 of Directive 2003/48/EEC (“the Directive”) of the Council of the European Union (“the Council”) on taxation of savings income provides that before 1 January 2004 Member States shall adopt and publish the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive which provisions shall be applied from the 1 January 2005 provided that:  “(i) the Swiss Confederation, the Principality of Liechtenstein, the Republic of San Marino, the

Principality of Monaco and the Principality of Andorra apply from that same date measures equivalent to those contained in this Directive, in accordance with agreements entered into by them with the European Community, following unanimous decisions of the Council;

(ii) all agreements or other arrangements are in place, which provide that all the relevant dependent or associated territories apply from that same date automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of this Directive, (or, during the transitional period defined in Article 10, apply a withholding tax on the same terms as are contained in Articles 11 and 12)”.

1                    The relationship of the Isle of Man with the EU is determined by Protocol 3 of the Treaty of Accession of the United Kingdom to the European Community. Under the terms of the Protocol the Isle of Man is not within the EU fiscal territory.

2                    The Isle of Man notes that, while it is the ultimate aim of the EU Member States to bring about effective taxation of interest payments in the beneficial owner’s Member State of residence for tax purposes through the exchange of information concerning interest payments between themselves, three Member States, namely Austria, Belgium and Luxembourg, during a transitional period, shall not be required to exchange information but shall apply a withholding tax to the savings income covered by the Directive.

3                    The “withholding tax” referred to in the Directive will be referred to as the “retention tax” in the Isle of Man’s domestic legislation. For the purposes of this Agreement the two terms therefore are to be read conterminously as “withholding/retention tax” and shall have the same meaning.

4                    The Isle of Man has agreed to apply a retention tax with effect from the 1 January 2005 provided the Member States have adopted the laws, regulations, and administrative provisions necessary to comply with the Directive, and the requirements of Article 17 of the Directive and Article 17(2) of this Agreement have generally been met.

5                    The Isle of Man has agreed to apply automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive from the end of the transitional period as defined in Article 10 (2) of the Directive.

6                    The Isle of Man has legislation relating to undertakings for collective investment that is deemed to be equivalent in its effect to the EC legislation referred to in Articles 2 and 6 of the Directive.

 

The Isle of Man and the Hellenic Republic hereinafter referred to as a “contracting party” or the “contracting parties” unless the context otherwise requires,

Have agreed to conclude the following agreement which contains obligations on the part of the contracting parties only and provides for:

(a) the automatic exchange of information by the competent authority of the Hellenic Republic to the  competent authority of the Isle of Man in the same manner as to the competent authority of a  Member State;    

(b) the application by the Isle of Man, during the transitional period defined in Article 10 of the Directive, of a  retention tax from the same date and on the same terms as are contained in Articles 11 and 12 of that Directive;

(c) the automatic exchange of information by the competent authority of the Isle of Man to the competent authority of the Hellenic Republic in accordance with Article 13 of the Directive;

(d) the transfer by the competent authority of the Isle of Man to the competent authority of the Hellenic Republic of 75% of the revenue of the retention tax;

 

in respect of interest payments made by a paying agent established in a contracting party to an individual resident in the other contracting party.

For the purposes of this Agreement the term ‘competent authority’ when applied to the contracting parties means “Ministry of Economy and Finance” in respect of the Hellenic Republic and “the Chief Financial Officer of the Treasury or his delegate” in respect of the Isle of Man.

Article 1     Retention of Tax by Paying Agents

Interest payments as defined in Article 8 of this Agreement which are made by a paying agent established in the Isle of Man to beneficial owners within the meaning of Article 5 of this Agreement who are residents of the Hellenic Republic shall, subject to Article 3 of this Agreement, be subject to a retention from the amount of interest payment during the transitional period referred to in Article 14 of this Agreement starting at the date referred to in Article 15 of this Agreement.

The rate of retention tax shall be 15% during the first three years of the transitional period, 20% for the subsequent three years and 35% thereafter.

Article 2 Reporting of Information by Paying Agents

(1) Where interest payments, as defined in Article 8 of this Agreement, are made by a paying agent established in the Hellenic Republic to beneficial owners, as defined in Article 5 of this Agreement, who are residents of the Isle of Man, or where the provisions of Article 3(1)(a) of this Agreement apply, the paying agent shall report to its competent authority:

(a) the identity and residence of the beneficial owner established in accordance with Article 6 of this Agreement;

(b) the name and address of the paying agent;

(c) the account number of the beneficial owner or, where there is none, identification of the    debt claim giving rise to the interests;

(d) information concerning the interest payment specified in Article 4(1) of this Agreement. However each contracting party may restrict the minimum amount of information concerning interest payment to be reported by the paying agent to the total amount of interest or income and to the total amount of the proceeds from sale, redemption or refund;

 

and the Hellenic Republic will comply with paragraph (2) of this Article.   

(2) Within six months following the end of the tax year, the competent authority of the Hellenic Republic shall communicate to the competent authority of the Isle of Man, automatically, the information referred to in paragraph (1) (a) – (d) of this Article, for all interest payments made during that year. 

Article 3 Exceptions to the Retention Tax Procedure

(1) The Isle of Man when levying a retention tax in accordance with Article 1 of this Agreement shall provide for one or both of the following procedures in order to ensure that the beneficial owners may request that no tax be retained:

(a) a procedure which allows the beneficial owner as defined in Article 5 of this Agreement to avoid the retention tax specified in Article 1 of this Agreement by expressly authorising his paying agent to report the interest payments to the competent authority of the contracting party in which the paying agent is established. Such authorisation shall cover all interest payments made to the beneficial owner by that paying agent;

(b) a procedure which ensures that retention tax shall not be levied where the beneficial owner presents to his paying agent a certificate drawn up in his name by the competent authority of the contracting party of residence for tax purposes in accordance with paragraph (2) of this Article.

(2) At the request of the beneficial owner, the competent authority of the contracting party of the country of residence for tax purposes shall issue a certificate indicating:

(i) the name, address and tax or other identification number or, failing such, the date and place of birth of the beneficial owner;

(ii) the name and address of the paying agent;

 

(iii) the account number of the beneficial owner or, where there is none, the identification of the security.

Such certificate shall be valid for a period not exceeding three years. It shall be issued to any beneficial owner who requests it, within two months following such request.

(3) Where paragraph (1)(a) of this Article applies, the competent authority of the Isle of Man in which the paying agent is established shall communicate the information referred to in Article 2 (1)  of this Agreement to the competent authority of the Hellenic Republic as  the country of residence of the beneficial owner. Such communications shall be automatic and shall take place at least once a year, within six months following the end of the tax year established by the laws of a contracting party, for all interest payments made during that year.

Article 4 Basis of assessment for retention tax

(1) A paying agent established in the Isle of Man shall levy retention tax in accordance with Article 1 of this Agreement as follows:

(a) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement: on the gross amount of interest paid or credited;

(b) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1) (b) or (d) of this Agreement: on the amount of interest or income referred to in (b) or (d) of that paragraph or by a levy of equivalent effect to be borne by the recipient on the full amount of the proceeds of the sale, redemption or refund;

(c) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1)(c) of this Agreement: on the amount of interest referred to in that sub-paragraph;

(d) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(4) of this Agreement: on the amount of interest attributable to each of the members of the entity referred to in Article 7(2) of this Agreement who meet the conditions of Article 5(1) of this Agreement;

(e) where the Isle of Man exercises the option under Article 8(5) of this Agreement: on the amount of annualised interest.

(2) For the purposes of sub-paragraphs (a) and (b) of paragraph (1) of this Article, the retention tax shall be deducted on a pro rata basis to the period during which the beneficial owner held the debt-claim. If the paying agent is unable to determine the period of holding on the basis of the information made available to him, the paying agent shall treat the beneficial owner as having been in possession of the debt-claim for the entire period of its existence, unless the latter provides evidence of the date of the acquisition.

(3) The imposition of retention tax by the Isle of Man shall not preclude the other contracting party of residence for tax purposes of the beneficial owner from taxing income in accordance with its national law.

(4) During the transitional period, the Isle of Man may provide that an economic operator paying interest to, or securing interest for, an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement in the other contracting party shall be considered the paying agent in place of the entity and shall levy the retention tax on that interest, unless the entity has formally agreed to its name, address and the total amount of the interest paid to it or secured for it being communicated in accordance with the last paragraph of Article 7(2) of this Agreement.

 

Article 5 Definition of beneficial owner

(1) For the purposes of this Agreement, “beneficial owner” shall mean any individual who receives an interest payment or any individual for whom an interest payment is secured, unless such individual can provide evidence that the interest payment was not received or secured for his own benefit. An individual is not deemed to be the beneficial owner when he:

(a) acts as a paying agent within the meaning of Article 7(1) of this Agreement;

(b) acts on behalf of a legal person, an entity which is taxed on its profits under the general arrangements for business taxation, an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC or an equivalent undertaking for collective investment established in the Isle of Man, or an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement and, in the last mentioned case, discloses the name and address of that entity to the economic operator making the interest payment and the latter communicates such information to the competent authority of its contracting party of establishment;

(c) acts on behalf of another individual who is the beneficial owner and discloses to the paying agent the identity of that beneficial owner.

(2) Where a paying agent has information suggesting that the individual who receives an interest payment or for whom an interest payment is secured may not be the beneficial owner, and where neither paragraph (1)(a) nor (1)(b) of this Article applies, it shall take reasonable steps to establish the identity of the beneficial owner. If the paying agent is unable to identify the beneficial owner, it shall treat the individual in question as the beneficial owner.

 

Article 6 Identity and residence of beneficial owners

(1) Each Party shall, within its territory, adopt and ensure the application of the procedures necessary to allow the paying agent to identify the beneficial owners and their residence for the purposes of this Agreement. Such procedures shall comply with the minimum standards established in paragraphs (2) and (3).

(2) The paying agent shall establish the identity of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into, as follows:

(a) for contractual relations entered into before the 1 January 2004, the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of his name and address, by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Council Directive 91/308/EEC of the 10th June, 1991 in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of the Isle of Man on prevention of the use of the financial system for the purpose of money laundering;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January, 2004 the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of the name, address and, if there is one, the tax identification number allocated by the Member State of residence for tax purposes. These details should be established on the basis of the passport or of the official identity card presented by the beneficial owner. If it does not appear on that passport or official identity card, the address shall be established on the basis of any other documentary proof of identity presented by the beneficial owner. If the tax identification number is not mentioned on the passport, on the official identity card or any other documentary proof of identity, including, possibly the certificate of residence for tax purposes, presented by the beneficial owner, the identity shall be supplemented by a reference to the latter’s date and place of birth established on the basis of his passport or official identification card.

(3) The paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the

 

interest are entered into. Subject to the conditions set out below, residence shall be considered to be situated in the country where the beneficial owner has his permanent address:

(a) for contractual relations entered into before 1 January, 2004 the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Directive 91/308/EEC in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of the Isle of Man;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January, 2004, the paying agents shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of the address mentioned on the passport, on the official identity card or, if necessary, on the basis of any documentary proof of identity presented by the beneficial owner and according to the following procedure: for individuals presenting a passport or official identity card issued by a Member State who declare themselves to be resident in a third country, residence shall be established by means of a tax residence certificate issued by the competent authority of the third country in which the individual claims to be resident. Failing the presentation of such a certificate, the Member State which issued the passport or other official identity document shall be considered to be the country of residence.

 

Article 7 Definition of paying agent

(1) For the purposes of this Agreement, ‘paying agent’ means any economic operator who pays interest to or secures the payment of interest for the immediate benefit of the beneficial owner, whether the operator is the debtor of the debt claim which produces the interest or the operator charged by the debtor or the beneficial owner with paying interest or securing the payment of interest.

(2) Any entity established in a contracting party to which interest is paid or for which interest is secured for the benefit of the beneficial owner shall also be considered a paying agent upon such payment or securing of such payment. This provision shall not apply if the economic operator has reason to believe, on the basis of official evidence produced by that entity that:

(a) it is a legal person with the exception of those legal persons referred to in paragraph (5) of this Article; or

(b) its profits are taxed under the general arrangements for business taxation; or

(c) it is an UCITS recognised in accordance with Directive 85/611/EEC of the Council or an equivalent undertaking for collective investment established in the Isle of Man.

 

An economic operator paying interest to, or securing interest for, such an entity established in the other contracting party which is considered a paying agent under this paragraph shall communicate the name and address of the entity and the total amount of interest paid to, or secured for, the entity to the competent authority of its contracting party of establishment, which shall pass this information on to the competent authority of the contracting party where the entity is established.

(3) The entity referred to in paragraph (2) of this Article shall, however, have the option of being treated for the purposes of this Agreement as an UCITS or equivalent undertaking as referred to in sub­paragraph (c) of paragraph (2) of this Article. The exercise of this option shall require a certificate to be issued by the contracting party in which the entity is established and presented to the economic operator by that entity. A contracting party shall lay down the detailed rules for this option for entities established in its territory.

(4) Where the economic operator and the entity referred to in paragraph (2) of this Article are established in the same contracting party, that contracting party shall take the necessary measures to ensure that the entity complies with the provisions of this Agreement when it acts as a paying agent.

(5) The legal persons exempted from sub- paragraph (a) of paragraph (2) of this Article are

(a) in Finland: avoin yhtio (Ay) and kommandiittiyhtio (Ky)/oppet bolag and kommanditbolag;

(b) in Sweden: handelsbolag (HB) and kommanditbolag (KB).

 

Article 8 Definition of interest payment

(1) For the purposes of this Agreement “interest payment” shall mean:

(a) interest paid, or credited to an account, relating to debt claims of every kind, whether or not secured by mortgage and whether or not carrying a right to participate in the debtor’s profits, and, in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures; penalty charges for late payment shall not be regarded as interest payment;

(b) interest accrued or capitalised at the sale, refund or redemption of the debt claims referred to in (a);

(c) income deriving from interest payments either directly or through an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement, distributed by:

(i) an UCITS authorised in accordance with EC Directive 85/611/EEC of the Council;

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in the Isle of Man;

 

(iii) entities which qualify for the option under Article 7(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside the Isle of Man.

(d) income realised upon the sale, refund or redemption of shares or units in the following undertakings and entities, if they invest directly or indirectly, via other undertakings for collective investment or entities referred to below, more than 40% of their assets in debt claims as referred to in (a):

(i) an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC;

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in the Isle of Man.

 

(iii) entities which qualify for the option under Article 7(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside the Isle of Man.

However, the contracting parties shall have the option of including income mentioned under paragraph (1)(d) of this Article in the definition of interest only to the extent that such income corresponds to gains directly or indirectly deriving from interest payments within the meaning of paragraphs (1) (a) and (b) of this Article.

(2) As regards paragraphs (1) (c) and (d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the proportion of the income which derives from interest payments, the total amount of the income shall be considered an interest payment.

(3) As regards paragraph (1)(d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the percentage of the assets invested in debt claims or in shares or units as defined in that paragraph, that percentage shall be considered to be above 40%. Where he cannot determine the amount of income realised by the beneficial owner, the income shall be deemed to correspond to the proceeds of the sale, refund or redemption of the shares or units.

(4) When interest, as defined in paragraph (1) of this Article, is paid to or credited to an account held by an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement, such entity not having qualified for the option under Article 7(3) of this Agreement, such interest shall be considered an interest payment by such entity.

(5) As regards paragraphs (1)(b) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of requiring paying agents in its territory to annualise the interest over a period of time which may not exceed one year, and treating such annualised interest as an interest payment even if no sale, redemption or refund occurs during that period.

(6) By way of derogation from paragraphs (1) (c) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment any income referred to in those

 

provisions from undertakings or entities established within its territory where the investment in debt claims referred to in paragraph (1) (a) of this Article of such entities has not exceeded 15% of their assets. Likewise, by way of derogation from paragraph (4) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment in paragraph (1) of this Article interest paid or credited to an account of an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement which has not qualified for the option under Article 7(3) of this Agreement and is established within its territory, where the investment of such an entity in debt claims referred to in paragraph

(1) (a) of this Article has not exceeded 15% of its assets.

The exercise of such option by one contracting party shall be binding on the other contracting party.

(7) The percentage referred to in paragraph (1) (d) of this Article and paragraph (3) of this Article shall from 1 January, 2011 be 25%.

(8) The percentages referred to in paragraph (1) (d) of this Article and in paragraph (6) of this Article shall be determined by reference to the investment policy as laid down in the fund rules or instruments of incorporation of the undertakings or entities concerned or, failing which, by reference to the actual  composition of the assets of the undertakings or entities concerned.

 

Article 9 Retention Tax Revenue sharing

(1) The Isle of Man shall retain 25% of the retention tax deducted under this Agreement and transfer the remaining 75% of the revenue to the other contracting party.

(2) The Isle of Man levying retention tax in accordance with Article 4(4) of this Agreement shall retain 25% of the revenue and transfer 75% to the Hellenic Republic proportionate to the transfers carried out pursuant to paragraph (1) of this Article.

(3) Such transfers shall take place for each year in one instalment at the latest within a period of six months following the end of the tax year established by the laws of the Isle of Man.

(4) The Isle of Man levying retention tax shall take the necessary measures to ensure the proper functioning of the revenue sharing system.

 

Article 10 Elimination of double taxation

(1) A contracting party in which the beneficial owner is resident for tax purposes shall ensure the elimination of any double taxation which might result from the imposition by the Isle of Man of the retention tax to which this Agreement refers in accordance with the following provisions:

(i) if interest received by a beneficial owner has been subject to retention tax in the Isle of Man, the other contracting party shall grant a tax credit equal to the amount of the tax retained in accordance with its national law. Where this amount exceeds the amount of tax due in accordance with its national law, the other contracting party shall repay the excess amount of tax retained to the beneficial owner;

(ii) if, in addition to the retention tax referred to in Article 4 of this Agreement, interest received by a beneficial owner has been subject to any other type of withholding/retention tax and the contracting party of residence for tax purposes grants a tax credit for such withholding/retention tax in accordance with its national law or double taxation conventions, such other withholding/retention tax shall be credited before the procedure in sub-paragraph

(i) of this Article is applied.

(2) The contracting party which is the country of residence for tax purposes of the beneficial owner may replace the tax credit mechanism referred to in paragraph (1) of this Article by a refund of the retention tax referred to in Article 1 of this Agreement.

 

Article 11 Transitional provisions for negotiable debt securities

(1) During the transitional period referred to in Article 14 of this Agreement, but until 31 December 2010 at the latest, domestic and international bonds and other negotiable debt securities which have been first issued before 1 March 2001 or for which the original issuing prospectuses have been approved before that date by the competent authorities within the meaning of Council Directive 80/390/EEC or by the responsible authorities in third countries shall not be considered as debt claims within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement, provided that no further issues of such negotiable debt securities are made on or after 1 March 2002. However, should the transitional period continue beyond 31 December 2010, the provisions of this Article shall only continue to apply in respect of such negotiable debt securities:

-which contain gross up and early redemption clauses; and,

-where the paying agent is established in a contracting party applying retention tax and that paying agent pays interest to, or secures the payment of interest for the immediate benefit of a beneficial owner resident in the other contracting party.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by a Government or a related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty, as defined in the Annex to this Agreement, the entire issue of such security, consisting of the original issue and any further issue, shall be considered a debt claim within the meaning of Article 8(1) (a) of this Agreement.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by any other issuer not covered by the second sub-paragraph, such further issue shall be considered a debt claim within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement.

(2) Nothing in this Article shall prevent the contracting parties from taxing the income from the negotiable debt securities referred to in paragraph (1) in accordance with their national laws.

Article 12 Mutual agreement procedure

Where difficulties or doubts arise between the parties regarding the implementation or interpretation of this Agreement, the contracting parties shall use their best endeavours to resolve the matter by mutual agreement.

Article 13 Confidentiality

(1) All information provided and received by the competent authority of a contracting party shall be kept confidential.

(2) Information provided to the competent authority of a contracting party may not be used for any purpose other than for the purposes of direct taxation without the prior written consent of the other contracting party.

(3) Information provided shall be disclosed only to persons or authorities concerned with the purposes of direct taxation, and used by such persons or authorities only for such purposes or for oversight purposes, including the determination of any appeal. For these purposes, information may be disclosed in public court proceedings or in judicial proceedings.

(4) Where a competent authority of a contracting party considers that information which it has received from the competent authority of the other contracting party is likely to be useful to the competent authority of another Member State, it may transmit it to the latter competent authority with the agreement of the competent authority which supplied the information.

 

Article 14 Transitional Period

At the end of the transitional period as defined in Article 10(2) of the Directive, the Isle of Man shall cease to apply the retention tax and revenue sharing provided for in this Agreement and shall apply in respect of the other contracting party the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive. If during the transitional period the Isle of Man elects to apply the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive it shall no longer apply the withholding/retention tax and the revenue sharing provided for in Article 9 of this Agreement.

Article 15 Entry into force

Subject to the provisions of Article 17 of this Agreement, this Agreement shall come into force on 1 January 2005.

Article 16 Termination

(1) This Agreement shall remain in force until terminated by either contracting party.

(2) Either contracting party may terminate this Agreement by giving notice of termination in writing to the other contracting party, such notice to specify the circumstances leading to the giving of such notice. In such a case, this Agreement shall cease to have effect 12 months after the serving of notice.

 

Article 17 Application and suspension of application

(1) The application of this Agreement shall be conditional on the adoption and implementation by all the Member States of the European Union, by the United States of America, Switzerland, Andorra, Liechtenstein, Monaco and San Marino, and by all the relevant dependent and associated territories of the Member States of the European Community, respectively, of measures which conform with or are equivalent to those contained in the Directive or in this Agreement, and providing for the same dates of implementation.

(2) The contracting parties shall decide, by common accord, at least six months before the date referred to in Article 15 of this Agreement, whether the condition set out in paragraph (1) will be met having regard to the dates of entry into force of the relevant measures in the Member States, the named third countries and the dependent or associated territories concerned.

(3) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 12 of this Agreement, the application of this Agreement or parts thereof may be suspended by either contracting party with immediate effect through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification should the Directive cease to be applicable either temporarily or permanently in accordance with European Community law or in the event that a Member State should suspend the application of its implementing legislation. Application of the Agreement shall resume as soon as the circumstances leading to the suspension no longer apply.

(4) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 12 of this Agreement either

 

contracting party may suspend the application of this Agreement through notification to the other

specifying the circumstances leading to such notification in the event that one of the third countries

or territories referred to in paragraph (1) should subsequently cease to apply the measures referred

to in that paragraph. Suspension of application shall take place no earlier than two months after

notification. Application of the Agreement shall resume as soon as the measures are reinstated by

the third country or territory in question.

Done in the Greek and English languages, all texts being equally authentic.

For the Isle of Man

For the Hellenic Republic

ANNEX  

List of related entities referred to in Article 11

For the purposes of Article 11 of this Agreement, the following entities will be considered to be a "related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty":

ENTITIES WITHIN THE EUROPEAN UNION:

Belgium

-Vlaams Gewest (Flemish Region) -Région wallonne (Walloon Region) -Région bruxelloise/Brussels Gewest (Brussels Region) -Communauté française (French Community) -Vlaamse Gemeenschap (Flemish Community) -Deutschsprachige Gemeinschaft (German-speaking Community)

Spain

-Xunta de Galicia (Regional Executive of Galicia) -Junta de Andalucía (Regional Executive of Andalusia) -Junta de Extremadura (Regional Executive of Extremadura) -Junta de Castilla- La Mancha (Regional Executive of Castilla- La Mancha) -Junta de Castilla- León (Regional Executive of Castilla- León) -Gobierno Foral de Navarra (Regional Government of Navarre) -Govern de les Illes Balears (Government of the Balearic Islands) -Generalitat de Catalunya (Autonomous Government of Catalonia) -Generalitat de Valencia (Autonomous Government of Valencia) -Diputación General de Aragón (Regional Council of Aragon) -Gobierno de las Islas Canarias (Government of the Canary Islands) -Gobierno de Murcia (Government of Murcia) -Gobierno de Madrid (Government of Madrid) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (Government of the 

      Autonomous Community of the Basque Country) -Diputación Foral de Guipúzcoa (Regional Council of Guipúzcoa) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (Regional Council of Vizcaya) -Diputación Foral de Alava (Regional Council of Alava) -Ayuntamiento de Madrid (City Council of Madrid) -Ayuntamiento de Barcelona (City Council of Barcelona)

-Cabildo Insular de Gran Canaria (Island Council of Gran Canaria) -Cabildo Insular de Tenerife (Island Council of Tenerife) -Instituto de Crédito Oficial (Public Credit Institution) -Instituto Catalán de Finanzas (Finance Institution of Catalonia) -Instituto Valenciano de Finanzas (Finance Institution of Valencia)

-Greece -Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδος (National Telecommunications Organisation) -Оργανισμός ΣιδηροδρόμωνΕλλάδος (National Railways Organisation) -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Public Electricity Company)

-France -La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (Social Debt Redemption Fund) -L'Agence française de développement (AFD) (French Development Agency) -Réseau Ferré de France (RFF)(French Rail Network) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (National Motorways Fund) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (Paris Hospitals Public Assistance) -Charbonnages de France (CDF) (French Coal Board) -Entreprise minière et chimique (EMC)(Mining and Chemicals Company)

-Italy -Regions -Provinces -Municipalities -Cassa Depositi e Prestiti (Deposits and Loans Fund)

-Latvia -Pašvaldības (Local governments)

-Poland -gminy (communes) -powiaty (districts) -województwa (provinces) -związki gmin (associations of communes) -powiatów (association of districts) -województw (association of provinces) -miasto stołeczne Warszawa (capital city of Warsaw) -Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Agency for Restructuring and

       Modernisation of Agriculture) -Agencja Nieruchomości Rolnych (Agricultural Property Agency)

-Portugal -Região Autónoma da Madeira (Autonomous Region of Madeira) -Região Autónoma dos Açores (Autonomous Region of Azores) -Municipalities

-Slovakia -mestá a obce (municipalities) -Železnice Slovenskej republiky (Slovak Railway Company) -Štátny fond cestného hospodárstva (State Road Management Fund) -Slovenské elektrárne (Slovak Power Plants) -Vodohospodárska výstavba (Water Economy Building Company)

INTERNATIONAL ENTITIES:

-European Bank for Reconstruction and Development -European Investment Bank

-Asian Development Bank -African Development Bank -World Bank / IBRD / IMF -International Finance Corporation -Inter-American Development Bank -Council of Europe Social Development Fund -EURATOM -European Community -Corporación Andina de Fomento (CAF) (Andean Development Corporation) -Eurofima -European Coal & Steel Community -Nordic Investment Bank -Caribbean Development Bank

The provisions of Article 11 are without prejudice to any international obligations that the Contracting Parties may have entered into with respect to the above mentioned international entities.

ENTITIES IN THIRD COUNTRIES :

The entities that meet the following criteria :

5) The entity is clearly considered to be a public entity according to the national criteria.

6) Such public entity is a non-market producer which administers and finances a group of activities,

principally providing non-market goods and services, intended for the benefit of the community

and which are effectively controlled by general government.

7) Such public entity is a large and regular issuer of debt.

8) The State concerned is able to guarantee that such public entity will not exercise early redemption

in the event of gross-up clauses.

CONDITIONS FOR AMENDING THE PRESENT ANNEX:

The list of related entities in this Annex may be amended by mutual agreement.

AGREEMENT IN THE FORM OF AN EXCHANGE OF LETTERS ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME AND THE PROVISIONAL APPLICATION THEREOF

A. Letter from the Hellenic Republic

Sir,

I have the honour to refer to the texts of respectively the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU Member State that is to apply automatic exchange of information" and the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU Member State that is to apply the withholding tax in the transitional period", that resulted from the negotiations with the Island Authorities on a Savings Tax Agreement, and that were annexed, respectively as Annex I and Annex II, to the Outcome of Proceedings of the High Level Working Party of the Council of Ministers of the European Union of 12 March (Doc. 7408/04 FISC 58).

In view of the above mentioned agreed texts, I have the honour to propose to you the "Agreement on the taxation of savings income" as contained in Appendix 1 to this letter, and our mutual undertaking to comply at the earliest possible date with our internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement and to notify each other without delay when such formalities are completed.

Pending the completion of these internal procedures and the entry into force of this "Agreement on the taxation of savings income", I have the honour to propose to you that the Hellenic Republic and Guernsey apply this Agreement provisionally, within the framework of our respective domestic constitutional requirements, as from 1 January 2005, or the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, whichever is later.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and Guernsey.  Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,

For the Hellenic Republic

Done at Athens, on 24 April 2004, in the English language in three copies.

B.Letter from Guernsey

Sir,

I have the honour to acknowledge receipt of your letter of today's date, which reads as follows:

"Sir,

I have the honour to refer to the texts of respectively the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU member State that is to apply automatic exchange of information" and the "Proposed Model Agreement between each of Guernsey, Isle of Man, and Jersey and each individual EU member State that is to apply the withholding tax in the transitional period", that resulted from the negotiations with the Island Authorities on a Savings Tax Agreement, and that were annexed, respectively as Annex I and Annex II, to the Outcome of Proceedings of the High Level Working Party of the Council of Ministers of the European Union of 12 March (Doc. 7408/04 FISC 58).

In view of the above mentioned agreed texts, I have the honour to propose to you the "Agreement on the taxation of savings income" as contained in Appendix 1 to this letter, and our mutual undertaking to comply at the earliest possible date with our internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement and to notify each other without delay when such formalities are completed.

Pending the completion of these internal procedures and the entry into force of this "Agreement on the taxation of savings income", I have the honour to propose to you that the Hellenic Republic and Guernsey apply this Agreement provisionally, within the framework of our respective domestic constitutional requirements, as from 1 January 2005, or the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, whichever is later.

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and Guernsey.

Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,"

I am able to confirm that Guernsey is in agreement with the contents of your letter.

Please accept, Sir, the assurance of my highest consideration,

For Guernsey

Done at St. Peter Port, on 19.11.2004, in the English language in three copies. 

Appendix 1

AGREEMENT ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME BETWEEN GUERNSEY AND THE HELLENIC REPUBLIC

WHEREAS:

1. Article 17 of Directive 2003/48/EEC (“the Directive”) of the Council of the European Union (“the Council”) on taxation of savings income provides that before 1 January 2004 Member States shall adopt and publish the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive which provisions shall be applied from the 1 January 2005 provided that:  “(i) the Swiss Confederation, the Principality of Liechtenstein, the Republic of San Marino, the

Principality of Monaco and the Principality of Andorra apply from that same date measures equivalent to those contained in this Directive, in accordance with agreements entered into by them with the European Community, following unanimous decisions of the Council;

(ii) all agreements or other arrangements are in place, which provide that all the relevant dependent or associated territories apply from that same date automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of this Directive, (or, during the transitional period defined in Article 10, apply a withholding tax on the same terms as are contained in Articles 11 and 12)”.

2. The relationship of Guernsey with the EU is determined by Protocol 3 of the Treaty of Accession of the United Kingdom to the European Community. Under the terms of the Protocol Guernsey is not within the EU fiscal territory.

3. Guernsey notes that, while it is the ultimate aim of the EU Member States to bring about effective taxation of interest payments in the beneficial owner’s Member State of residence for tax purposes through the exchange of information concerning interest payments between themselves, three Member States, namely Austria, Belgium and Luxembourg, during a transitional period, shall not be required to exchange information but shall apply a withholding tax to the savings income covered by the Directive.

4. The “withholding tax” referred to in the Directive will be referred to as the “retention tax” in Guernsey’s domestic legislation. For the purposes of this Agreement the two terms therefore are to be read conterminously as “withholding/retention tax” and shall have the same meaning.

5. Guernsey has agreed to apply a retention tax with effect from the 1 January 2005 provided the Member States have adopted the laws, regulations, and administrative provisions necessary to comply with the Directive, and the requirements of Article 17 of the Directive and Article 17(2) of this Agreement have generally been met.

6. Guernsey has agreed to apply automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive from the end of the transitional period as defined in Article 10 (2) of the Directive.

7. Guernsey has legislation relating to undertakings for collective investment that is deemed to be equivalent in its effect to the EC legislation referred to in Articles 2 and 6 of the Directive.

 

Guernsey and the Hellenic Republic hereinafter referred to as a “contracting party” or the “contracting parties” unless the context otherwise requires,

Have agreed to conclude the following agreement which contains obligations on the part of the contracting parties only and provides for:

(a) the automatic exchange of information by the competent authority of the Hellenic  Republic to

the competent authority of Guernsey in the same manner as to the  competent  authority of a     Member State;    

(b) the application by Guernsey, during the transitional period defined in Article 10 of the Directive, of a  retention tax from the same date and on the same terms as are contained in Articles 11 and 12 of that Directive;

(c) the automatic exchange of information by the competent authority of Guernsey to the competent authority of the Hellenic Republic in accordance with Article 13 of the Directive;

(d) the transfer by the competent authority of Guernsey to the competent authority of the Hellenic Republic of 75% of the revenue of the retention tax;

 

in respect of interest payments made by a paying agent established in a contracting party to an individual resident in the other contracting party.

For the purposes of this Agreement the term ‘competent authority’ when applied to the contracting parties means “Ministry of Economy and Finance” in respect of the Hellenic Republic and “the Administrator of Income Tax” in respect of Guernsey.

Article 1 Retention of tax by Paying Agents

Interest payments as defined in Article 8 of this Agreement which are made by a paying agent established in Guernsey to beneficial owners within the meaning of Article 5 of this Agreement who are residents of the Hellenic Republic shall, subject to Article 3 of this Agreement, be subject to a retention from the amount of interest payment during the transitional period referred to in Article 14 of this Agreement starting at the date referred to in Article 15 of this Agreement. The rate of retention tax shall be 15% during the first three years of the transitional period, 20% for the subsequent three years and 35% thereafter.

Article 2 Reporting of Information by Paying Agents

(1) Where interest payments, as defined in Article 8 of this Agreement, are made by a paying agent established in the Hellenic Republic to beneficial owners, as defined in Article 5 of this Agreement, who are residents of  Guernsey, or where the provisions of Article 3(1)(a) of this Agreement apply, the paying agent shall report to its competent authority:

(a)  the identity and residence of the beneficial owner established in accordance with Article 6 of this Agreement;

(b) the name and address of the paying agent;

(c) the account number of the beneficial owner or, where there is none, identification of the debt claim giving rise to the interests;

(e) information concerning the interest payment specified in Article 4(1) of this Agreement. However each contracting party may restrict the minimum amount of information concerning interest payment to be reported by the paying agent to the total amount of interest or income and to the total amount of the proceeds from sale, redemption or refund;

 

and the Hellenic Republic will comply with paragraph (2) of this Article.   

(2) Within six months following the end of the tax year, the competent authority of the Hellenic Republic shall communicate to the competent authority of Guernsey, automatically, the information referred to in paragraph (1) (a) – (d) of this Article, for all interest payments made during that year. 

Article 3 Exceptions to the Retention Tax Procedure

(1) Guernsey when levying a retention tax in accordance with Article 1 of this Agreement shall provide for one or both of the following procedures in order to ensure that the beneficial owners may request that no tax be retained:

(a) a procedure which allows the beneficial owner as defined in Article 5 of this Agreement to avoid the retention tax specified in Article 1 of this Agreement by expressly authorising his paying agent to report the interest payments to the competent authority of the contracting party in which the paying agent is established. Such authorisation shall cover all interest payments made to the beneficial owner by that paying agent;

(b) a procedure which ensures that retention tax shall not be levied where the beneficial owner presents to his paying agent a certificate drawn up in his name by the competent authority of

 

the contracting party of residence for tax purposes in accordance with paragraph (2) of this Article.

(2) At the request of the beneficial owner, the competent authority of the contracting party of the country of residence for tax purposes shall issue a certificate indicating:

(i) the name, address and tax or other identification number or, failing such, the date and place of birth of the beneficial owner;

(ii) the name and address of the paying agent;

 

(iii) the account number of the beneficial owner or, where there is none, the identification of the security.

Such certificate shall be valid for a period not exceeding three years. It shall be issued to any beneficial owner who requests it, within two months following such request.

(3) Where paragraph (1)(a) of this Article applies, the competent authority of Guernsey in which the paying agent is established shall communicate the information referred to in Article 2 (1)  of this Agreement to the competent authority of the Hellenic Republic as  the country of residence of the beneficial owner. Such communications shall be automatic and shall take place at least once a year, within six months following the end of the tax year established by the laws of a contracting party, for all interest payments made during that year.

Article 4 Basis of assessment for retention tax

(1) A paying agent established in Guernsey shall levy retention tax in accordance with Article 1 of this Agreement as follows:

(a) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement: on the gross amount of interest paid or credited;

(c) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1) (b) or (d) of this Agreement: on the amount of interest or income referred to in (b) or (d) of that paragraph or by a levy of equivalent effect to be borne by the recipient on the full amount of the proceeds of the sale, redemption or refund;

(c) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(1)(c) of this Agreement: on the amount of interest referred to in that sub-paragraph;

(d) in the case of an interest payment within the meaning of Article 8(4) of this Agreement: on the amount of interest attributable to each of the members of the entity referred to in Article 7(2) of this Agreement who meet the conditions of Article 5(1) of this Agreement;

(e) where Guernsey exercises the option under Article 8(5) of this Agreement: on the amount of annualised interest.

(2) For the purposes of sub-paragraphs (a) and (b) of paragraph (1) of this Article, the retention tax shall be deducted on a pro rata basis to the period during which the beneficial owner held the debt-claim. If the paying agent is unable to determine the period of holding on the basis of the information made available to him, the paying agent shall treat the beneficial owner as having been in possession of the debt-claim for the entire period of its existence, unless the latter provides evidence of the date of the acquisition.

(3) The imposition of retention tax by Guernsey shall not preclude the other contracting party of residence for tax purposes of the beneficial owner from taxing income in accordance with its national law.

(4) During the transitional period, Guernsey may provide that an economic operator paying interest to, or securing interest for, an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement in the other contracting party shall be considered the paying agent in place of the entity and shall levy the retention tax on that interest, unless the entity has formally agreed to its name, address and the total amount of the interest paid to it or secured for it being communicated in accordance with the last paragraph of Article 7(2) of this Agreement.

 

Article 5 Definition of beneficial owner

(1) For the purposes of this Agreement, “beneficial owner” shall mean any individual who receives an interest payment or any individual for whom an interest payment is secured, unless such individual can provide evidence that the interest payment was not received or secured for his own benefit. An individual is not deemed to be the beneficial owner when he:

(a) acts as a paying agent within the meaning of Article 7(1) of this Agreement;

(b) acts on behalf of a legal person, an entity which is taxed on its profits under the general arrangements for business taxation, an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC or an equivalent undertaking for collective investment established in Guernsey, or an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement and, in the last mentioned case, discloses the name and address of that entity to the economic operator making the interest payment and the latter communicates such information to the competent authority of its contracting party of establishment;

(c) acts on behalf of another individual who is the beneficial owner and discloses to the paying agent the identity of that beneficial owner.

(2) Where a paying agent has information suggesting that the individual who receives an interest payment or for whom an interest payment is secured may not be the beneficial owner, and where neither paragraph (1)(a) nor (1)(b) of this Article applies, it shall take reasonable steps to establish

 

the identity of the beneficial owner. If the paying agent is unable to identify the beneficial owner, it shall treat the individual in question as the beneficial owner.

Article 6 Identity and residence of beneficial owners

(1) Each Party shall, within its territory, adopt and ensure the application of the procedures necessary to allow the paying agent to identify the beneficial owners and their residence for the purposes of this Agreement. Such procedures shall comply with the minimum standards established in paragraphs (2) and (3).

(2) The paying agent shall establish the identity of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into, as follows:

(a) for contractual relations entered into before the 1 January 2004, the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of his name and address, by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Council Directive 91/308/EEC of 10 June 1991 in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of Guernsey  on prevention of the use of the financial system for the purpose of money laundering;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January, 2004 the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of the name, address and, if there is one, the tax identification number allocated by the Member State of residence for tax purposes. These details should be established on the basis of the passport or of the official identity card presented by the beneficial owner. If it does not appear on that passport or official identity card, the address shall be established on the basis of any other documentary proof of identity presented by the beneficial owner. If the tax identification number is not mentioned on the passport, on the official identity card or any other documentary proof of identity, including, possibly the certificate of residence for tax purposes, presented by the beneficial owner, the identity shall be supplemented by a reference to the latter’s date and place of birth established on the basis of his passport or official identification card.

(3) The paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into. Subject to the conditions set out below, residence shall be considered to be situated in the country where the beneficial owner has his permanent address:

(a) for contractual relations entered into before 1 January, 2004 the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Directive 91/308/EEC in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of Guernsey;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January, 2004, the paying agents shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of the address mentioned on the passport, on the official identity card or, if necessary, on the basis of any documentary proof of identity presented by the beneficial owner and according to the following procedure: for individuals presenting a passport or official identity card issued by a Member State who declare themselves to be resident in a third country, residence shall be established by means of a tax residence certificate issued by the competent authority of the third country in which the individual claims to be resident. Failing the presentation of such a certificate, the Member State which issued the passport or other official identity document shall be considered to be the country of residence.

 

Article 7 Definition of paying agent

(1) For the purposes of this Agreement, ‘paying agent’ means any economic operator who pays interest to or secures the payment of interest for the immediate benefit of the beneficial owner, whether the operator is the debtor of the debt claim which produces the interest or the operator charged by the debtor or the beneficial owner with paying interest or securing the payment of interest.

(2) Any entity established in a contracting party to which interest is paid or for which interest is secured for the benefit of the beneficial owner shall also be considered a paying agent upon such payment or securing of such payment. This provision shall not apply if the economic operator has reason to believe, on the basis of official evidence produced by that entity that:

(a) it is a legal person with the exception of those legal persons referred to in paragraph (5) of this Article; or

(b) its profits are taxed under the general arrangements for business taxation; or

(c) it is an UCITS recognised in accordance with Directive 85/611/EEC of the Council or an equivalent undertaking for collective investment established in Jersey.

 

An economic operator paying interest to, or securing interest for, such an entity established in the other contracting party which is considered a paying agent under this paragraph shall communicate the name and address of the entity and the total amount of interest paid to, or secured for, the entity to the competent authority of its contracting party of establishment, which shall pass this information on to the competent authority of the contracting party where the entity is established.

 

(3) the entity referred to in paragraph (2) of this Article shall, however, have the option of being treated for the purposes of this Agreement as an UCITS or equivalent undertaking as referred to in sub­paragraph (c) of paragraph (2) of this Article. The exercise of this option shall require a certificate to be issued by the contracting party in which the entity is established and presented to the economic operator by that entity. A contracting party shall lay down the detailed rules for this option for entities established in its territory.

(4) Where the economic operator and the entity referred to in paragraph (2) of this Article are established in the same contracting party, that contracting party shall take the necessary measures to ensure that the entity complies with the provisions of this Agreement when it acts as a paying agent.

(5) The legal persons exempted from sub- paragraph (a) of paragraph (2) of this Article are

(a) in Finland: avoin yhtio (Ay) and kommandiittiyhtio (Ky)/oppet bolag and kommanditbolag;

(b) in Sweden: handelsbolag (HB) and kommanditbolag (KB).

 

Article 8 Definition of interest payment

(1) For the purposes of this Agreement “interest payment” shall mean:

(a) interest paid, or credited to an account, relating to debt claims of every kind, whether or not secured by mortgage and whether or not carrying a right to participate in the debtor’s profits, and, in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures; penalty charges for late payment shall not be regarded as interest payment;

(b) interest accrued or capitalised at the sale, refund or redemption of the debt claims referred to in (a);

(c) income deriving from interest payments either directly or through an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement, distributed by:

(i) an UCITS authorised in accordance with EC Directive 85/611/EEC of the Council;

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in Guernsey ;

(iii) entities which qualify for the option under Article 7(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside Guernsey.

(d) income realised upon the sale, refund or redemption of shares or units in the following undertakings and entities, if they invest directly or indirectly, via other undertakings for collective investment or entities referred to below, more than 40% of their assets in debt claims as referred to in (a):

(i) an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC;

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in Guernsey.

 

(iii) entities which qualify for the option under Article 7(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside Guernsey.

However, the contracting parties shall have the option of including income mentioned under paragraph (1)(d) of this Article in the definition of interest only to the extent that such income corresponds to gains directly or indirectly deriving from interest payments within the meaning of paragraphs (1) (a) and (b) of this Article.

 

(2) As regards paragraphs (1) (c) and (d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the proportion of the income which derives from interest payments, the total amount of the income shall be considered an interest payment.

(3) As regards paragraph (1)(d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the percentage of the assets invested in debt claims or in shares or units as defined in that paragraph, that percentage shall be considered to be above 40%. Where he cannot determine the amount of income realised by the beneficial owner, the income shall be deemed to correspond to the proceeds of the sale, refund or redemption of the shares or units.

(4) When interest, as defined in paragraph (1) of this Article, is paid to or credited to an account held by an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement, such entity not having qualified for the option under Article 7(3) of this Agreement, such interest shall be considered an interest payment by such entity.

(5) As regards paragraphs (1)(b) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of requiring paying agents in its territory to annualise the interest over a period of time which may not exceed one year, and treating such annualised interest as an interest payment even if no sale, redemption or refund occurs during that period.

(6) By way of derogation from paragraphs (1) (c) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment any income referred to in those provisions from undertakings or entities established within its territory where the investment in debt claims referred to in paragraph (1)(a) of this Article of such entities has not exceeded 15% of their assets. Likewise, by way of derogation from paragraph (4) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment in paragraph (1) of this Article interest paid or credited to an account of an entity referred to in Article 7(2) of this Agreement which

 

has not qualified for the option under Article 7(3) of this Agreement and is established within its territory, where the investment of such an entity in debt claims referred to in paragraph (1) (a) of this Article has not exceeded 15% of its assets.

The exercise of such option by one contracting party shall be binding on the other contracting party.

(7) The percentage referred to in paragraph (1)(d) of this Article and paragraph (3) of this Article shall from 1 January, 2011 be 25%.

(8) The percentages referred to in paragraph (1) (d) of this Article and in paragraph (6) of this Article shall be determined by reference to the investment policy as laid down in the fund rules or instruments of incorporation of the undertakings or entities concerned or, failing which, by reference to the actual composition of the assets of the undertakings or entities concerned.

 

Article 9 Retention Tax Revenue sharing

(1) Guernsey shall retain 25% of the retention tax deducted under this Agreement and transfer the remaining 75% of the revenue to the other contracting party.

(2) Guernsey levying retention tax in accordance with Article 4(4) of this Agreement shall retain 25% of the revenue and transfer 75% to the Hellenic Republic proportionate to the transfers carried out pursuant to paragraph (1) of this Article.

(3) Such transfers shall take place for each year in one instalment at the latest within a period of six months following the end of the tax year established by the laws of Guernsey.

(4) Guernsey levying retention tax shall take the necessary measures to ensure the proper functioning of the revenue sharing system.

 

Article 10 Elimination of double taxation

(1) A contracting party in which the beneficial owner is resident for tax purposes shall ensure the elimination of any double taxation which might result from the imposition by Guernsey of the retention tax to which this Agreement refers in accordance with the following provisions:

(i) if interest received by a beneficial owner has been subject to retention tax in Guernsey, the other contracting party shall grant a tax credit equal to the amount of the tax retained in accordance with its national law. Where this amount exceeds the amount of tax due in accordance with its national law, the other contracting party shall repay the excess amount of tax retained to the beneficial owner;

(ii) if, in addition to the retention tax referred to in Article 4 of this Agreement, interest received by a beneficial owner has been subject to any other type of withholding/retention tax and the contracting party of residence for tax purposes grants a tax credit for such withholding/retention tax in accordance with its national law or double taxation conventions, such other withholding/retention tax shall be credited before the procedure in sub-paragraph

(i) of this Article is applied.

(2) The contracting party which is the country of residence for tax purposes of the beneficial owner may replace the tax credit mechanism referred to in paragraph (1) of this Article by a refund of the retention tax referred to in Article 1 of this Agreement.

 

Article 11 Transitional provisions for negotiable debt securities

(1) During the transitional period referred to in Article 14 of this Agreement, but until 31 December 2010 at the latest, domestic and international bonds and other negotiable debt securities which have been first issued before 1 March 2001 or for which the original issuing prospectuses have been approved before that date by the competent authorities within the meaning of Council Directive 80/390/EEC or by the responsible authorities in third countries shall not be considered as debt claims within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement, provided that no further issues of such negotiable debt securities are made on or after 1 March, 2002. However, should the transitional period continue beyond 31 December 2010, the provisions of this Article shall only continue to apply in respect of such negotiable debt securities:

-which contain gross up and early redemption clauses; and,

-where the paying agent is established in a contracting party applying retention tax and that paying agent pays interest to, or secures the payment of interest for the immediate benefit of a beneficial owner resident in the other contracting party.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by a Government or a related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty, as defined in the Annex to this Agreement, the entire issue of such security, consisting of the original issue and any further issue, shall be considered a debt claim within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement.

If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by any other issuer not covered by the second sub-paragraph, such further issue shall be considered a debt claim within the meaning of Article 8(1)(a) of this Agreement.

(2) Nothing in this Article shall prevent the contracting parties from taxing the income from the negotiable debt securities referred to in paragraph (1) in accordance with their national laws.

Article 12 Mutual agreement procedure

Where difficulties or doubts arise between the parties regarding the implementation or interpretation of this Agreement, the contracting parties shall use their best endeavours to resolve the matter by mutual agreement.

Article 13 Confidentiality

 

(1) All information provided and received by the competent authority of a contracting party shall be kept confidential.

(2) Information provided to the competent authority of a contracting party may not be used for any purpose other than for the purposes of direct taxation without the prior written consent of the other contracting party.

(3) Information provided shall be disclosed only to persons or authorities concerned with the purposes of direct taxation, and used by such persons or authorities only for such purposes or for oversight purposes, including the determination of any appeal. For these purposes, information may be disclosed in public court proceedings or in judicial proceedings.

(4) Where a competent authority of a contracting party considers that information which it has received from the competent authority of the other contracting party is likely to be useful to the competent authority of another Member State, it may transmit it to the latter competent authority with the agreement of the competent authority which supplied the information.

 

Article 14 Transitional Period

At the end of the transitional period as defined in Article 10(2) of the Directive, Guernsey shall cease to apply the retention tax and revenue sharing provided for in this Agreement and shall apply in respect of the other contracting party the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive. If during the transitional period Guernsey elects to apply the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive, it shall no longer apply the withholding/retention tax and the revenue sharing provided for in Article 9 of this Agreement.

Article 15 Entry into force

Subject to the provisions of Article 17 of this Agreement, this Agreement shall come into force on 1 January 2005.

Article 16 Termination

(1) This Agreement shall remain in force until terminated by either contracting party.

(2) Either contracting party may terminate this Agreement by giving notice of termination in writing to the other contracting party, such notice to specify the circumstances leading to the giving of such notice. In such a case, this Agreement shall cease to have effect 12 months after the serving of notice.

 

Article 17 Application and suspension of application

(1) The application of this Agreement shall be conditional on the adoption and implementation by all the Member States of the European Union, by the United States of America, Switzerland, Andorra, Liechtenstein, Monaco and San Marino, and by all the relevant dependent and associated territories of the Member States of the European Community, respectively, of measures which conform with or are equivalent to those contained in the Directive or in this Agreement, and providing for the same dates of implementation.

(2) The contracting parties shall decide, by common accord, at least six months before the date referred to in Article 15 of this Agreement, whether the condition set out in paragraph (1) will be met having regard to the dates of entry into force of the relevant measures in the Member States, the named third countries and the dependent or associated territories concerned.

(3) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 12 of this Agreement, the application of this Agreement or parts thereof may be suspended by either contracting party with immediate effect through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification should the Directive cease to be applicable either temporarily or permanently in accordance with European Community law or in the event that a Member State should suspend the application of its implementing legislation. Application of the Agreement shall resume as soon as the circumstances leading to the suspension no longer apply.

(4) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 12 of this Agreement either contracting party may suspend the application of this Agreement through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification in the event that one of the third countries or territories referred to in paragraph (1) should subsequently cease to apply the measures referred to

 

in that paragraph. Suspension of application shall take place no earlier than two months after

notification. Application of the Agreement shall resume as soon as the measures are reinstated by the

third country or territory in question.

Done in the Greek and English languages, all texts being equally authentic.

ANNEX  

List of related entities referred to in Article 11

For the purposes of Article 11 of this Agreement, the following entities will be considered to be a "related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty":

ENTITIES WITHIN THE EUROPEAN UNION:

Belgium

-Vlaams Gewest (Flemish Region) -Région wallonne (Walloon Region) -Région bruxelloise/Brussels Gewest (Brussels Region) -Communauté française (French Community) -Vlaamse Gemeenschap (Flemish Community) -Deutschsprachige Gemeinschaft (German-speaking Community)

Spain

-Xunta de Galicia (Regional Executive of Galicia) -Junta de Andalucía (Regional Executive of Andalusia) -Junta de Extremadura (Regional Executive of Extremadura) -Junta de Castilla- La Mancha (Regional Executive of Castilla- La Mancha) -Junta de Castilla- León (Regional Executive of Castilla- León) -Gobierno Foral de Navarra (Regional Government of Navarre) -Govern de les Illes Balears (Government of the Balearic Islands) -Generalitat de Catalunya (Autonomous Government of Catalonia) -Generalitat de Valencia (Autonomous Government of Valencia) -Diputación General de Aragón (Regional Council of Aragon) -Gobierno de las Islas Canarias (Government of the Canary Islands) -Gobierno de Murcia (Government of Murcia) -Gobierno de Madrid (Government of Madrid) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (Government of the 

      Autonomous Community of the Basque Country) -Diputación Foral de Guipúzcoa (Regional Council of Guipúzcoa) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (Regional Council of Vizcaya) -Diputación Foral de Alava (Regional Council of Alava) -Ayuntamiento de Madrid (City Council of Madrid) -Ayuntamiento de Barcelona (City Council of Barcelona) -Cabildo Insular de Gran Canaria (Island Council of Gran Canaria) -Cabildo Insular de Tenerife (Island Council of Tenerife) -Instituto de Crédito Oficial (Public Credit Institution) -Instituto Catalán de Finanzas (Finance Institution of Catalonia) -Instituto Valenciano de Finanzas (Finance Institution of Valencia)

-Greece -Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδος (National Telecommunications Organisation) -Оργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (National Railways Organisation) -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Public Electricity Company)

-France -La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (Social Debt Redemption Fund) -L'Agence française de développement (AFD) (French Development Agency) -Réseau Ferré de France (RFF)(French Rail Network) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (National Motorways Fund) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (Paris Hospitals Public Assistance) -Charbonnages de France (CDF) (French Coal Board) -Entreprise minière et chimique (EMC)(Mining and Chemicals Company)

-Italy -Regions -Provinces -Municipalities -Cassa Depositi e Prestiti (Deposits and Loans Fund)

-Latvia -Pašvaldības (Local governments)

-Poland

-gminy (communes)

-powiaty (districts)

-województwa (provinces)

-związki gmin (associations of communes)

-powiatów (association of districts)

-województw (association of provinces)

-miasto stołeczne Warszawa (capital city of Warsaw)

-Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Agency for Restructuring and         Modernisation of Agriculture)

-Agencja Nieruchomości Rolnych (Agricultural Property Agency)

-Portugal -Região Autónoma da Madeira (Autonomous Region of Madeira) -Região Autónoma dos Açores (Autonomous Region of Azores) -Municipalities

-Slovakia -mestá a obce (municipalities) -Železnice Slovenskej republiky (Slovak Railway Company) -Štátny fond cestného hospodárstva (State Road Management Fund) -Slovenské elektrárne (Slovak Power Plants) -Vodohospodárska výstavba (Water Economy Building Company)

INTERNATIONAL ENTITIES:

-European Bank for Reconstruction and Development -European Investment Bank -Asian Development Bank -African Development Bank -World Bank / IBRD / IMF -International Finance Corporation -Inter-American Development Bank -Council of Europe Social Development Fund -EURATOM -European Community -Corporación Andina de Fomento (CAF) (Andean Development Corporation) -Eurofima -European Coal & Steel Community -Nordic Investment Bank -Caribbean Development Bank

The provisions of Article 11 are without prejudice to any international obligations that the Contracting Parties may have entered into with respect to the above mentioned international entities.

ENTITIES IN THIRD COUNTRIES :

The entities that meet the following criteria :

9) The entity is clearly considered to be a public entity according to the national criteria.

10) Such public entity is a non-market producer which administers and finances a group of activities,

principally providing non-market goods and services, intended for the benefit of the community

and which are effectively controlled by general government.

11) Such public entity is a large and regular issuer of debt.

12) The State concerned is able to guarantee that such public entity will not exercise early redemption

in the event of gross-up clauses.

CONDITIONS FOR AMENDING THE PRESENT ANNEX:

The list of related entities in this Annex may be amended by mutual agreement.

Άρθροδεύτερο

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και των Συμφωνιώνπουκυρώνονταιαπότην1ηΙουλίου 2005. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμουτουΚράτους.

Αθήνα, 21 Ιουνίου 2005

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΡΟΛΟΣΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣΚΑΙΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ Γ. ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ Π. ΜΟΛΥΒΙΑΤΗΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο