Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-03-2009 ]

ΝΟΜΟΣ 3360/2005 Κύρωση της Συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

(Κύρωση της Συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών οικονομικών σχέσεων)

 

 ΝΟΜΟΣΥΠ’ AΡΙΘ. 3360

ΦΕΚ 156/τ.Α΄/23.06.2005

Κύρωση της Συμφωνίας υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

ΟΠΡΟΕΔΡΟΣΤΗΣΕΛΛΗΝΙΚΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕκδίδομετονακόλουθονόμοπουψήφισεηΒουλή:

Άρθροπρώτο

Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία, υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις -σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚτου Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτωναπόαποταμιεύσεις, ηοποίαενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3312/2005 (ΦΕΚ 35 Α') -, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσαέχει ωςεξής:

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΟΜΟΡΦΗΑΝΤΑΛΛΑΓΉΣΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΑΤΗΦΟΡΟΛΟΓΉΣΗΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ

Α. Επιστολή τηςΕλληνικής Δημοκρατίας

Κύριε,

Αναφέρομαι στο κείμενο του προτεινόμενου υποδείγματος «Συμφωνία για τη φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις μεταξύ των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και κράτους μέλους της Ε.Ε. που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» που εγκρίθηκαν από την Ομάδα Εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσηςστις 22 Ιουνίου 2004 (έγγρ. 10398/04 FISC 127).

Ενόψει των προαναφερθέντωνσυμφωνηθέντων κειμένων, έχωτην τιμή

-να σας προτείνω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπωςπεριλαμβάνεται στοΠροσάρτημα 1 τηςπαρούσας επιστολής,

-να σας προτείνω να τεθεί σε ισχύ η Συμφωνία αυτή κατά την ημερομηνία εφαρμογής της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία ημερομηνία υπόκειται στους όρους που έχουν τεθεί στο Άρθρο 17 (2) της Οδηγίας, και στον όρο της αμοιβαίας ενημέρωσης για την ολοκλήρωση των εσωτερικών συνταγματικών διαδικασιών προκειμένου να τεθεί σε ισχύ ηενλόγω Συμφωνία,

-να προτείνω την αμοιβαία μας δέσμευση για ανταπόκριση, το συντομότερο δυνατό, στις εσωτερικές μας συνταγματικές διαδικασίες, καθώς και για αμοιβαία ενημέρωση μέσω της επίσημηςοδούαμέσωςμόλις ολοκληρωθούναυτέςοι διατυπώσεις.

Έχω την τιμή να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή συνοδευόμενη από το Προσάρτημα 1, και η επιβεβαίωση σας να αποτελέσουν από κοινού Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων.

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

ΓιατηνΕλληνικήΔημοκρατία 8 Νοεμβρίου 2004 στηνελληνικήκαι αγγλική γλώσσασε τρία

αντίγραφα

Β. Επιστολή της Κυβέρνησης τωνΒρετανικών Παρθένων Νήσων

Κύριε,

Έχωτηντιμήνασαςγνωστοποιήσωτηλήψητηςαπό 8 Νοεμβρίου 2004 επιστολήςσας, ηοποία έχει ωςακολούθως:

«Κύριε, Αναφέρομαι στο κείμενο του προτεινόμενου υποδείγματος «Συμφωνία για τη φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις μεταξύ των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και κράτους μέλους της Ε.Ε. που πρόκειται να εφαρμόσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών» που εγκρίθηκαν από την Ομάδα Εργασίας Υψηλού Επιπέδου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 22 Ιουνίου 2004 (έγγρ. 10398/04 FISC 127).

Ενόψει των προαναφερθέντων συμφωνηθέντων κειμένων, έχωτην τιμή

-να σας προτείνω τη «Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», όπωςπεριλαμβάνεται στοΠροσάρτημα 1 της παρούσας επιστολής,

-να σας προτείνω να τεθεί σε ισχύ η Συμφωνία αυτή κατά την ημερομηνία εφαρμογής της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία ημερομηνία υπόκειται στους όρους που έχουν τεθεί στο Άρθρο 17 (2) της Οδηγίας, και στον όρο της αμοιβαίας ενημέρωσης για την ολοκλήρωση των εσωτερικών συνταγματικών διαδικασιών προκειμένου να τεθεί σε ισχύ ηενλόγωΣυμφωνία,

-να προτείνω την αμοιβαία μας δέσμευση για ανταπόκριση, το συντομότερο δυνατό, στις εσωτερικές μαςσυνταγματικέςδιαδικασίες, καθώςκαιγια αμοιβαίαενημέρωση μέσωτης επίσημηςοδού αμέσως μόλιςολοκληρωθούν αυτέςοι διατυπώσεις.

Έχω την τιμή να εισηγηθώ, εάν η Κυβέρνηση σας αποδέχεται τα ανωτέρω, η παρούσα επιστολή συνοδευόμενη από το Προσάρτημα 1, και η επιβεβαίωση σας να αποτελέσουν από κοινού Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων.

Μεεξαιρετική εκτίμηση».

ΕίμαισεθέσηναεπιβεβαιώσωότιηΚυβέρνησητωνΒρετανικών ΠαρθένωνΝήσωνσυμφωνείμετο περιεχόμενο τηςεπιστολήςσας.

·

Μεεξαιρετικήεκτίμηση,

ΓιατηνΚυβέρνησητωνΒρετανικώνΠαρθένωνΝήσων

Έγινε στην Τόρτολα, 11.4.2005 στην ελληνική και αγγλική γλώσσασε τρία αντίγραφα

Προσάρτημα1

ΣΥΜΦΩΝΙΑΠΑΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝΠΑΡΘΕΝΩΝΝΗΣΩΝΚΑΙΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑΕΞΗΣ:

1.   Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/48/ΕΟΚ (στο εξής καλούμενο ως «η οδηγία») του Συμβουλίου τηςΕυρωπαϊκήςΈνωσης (στο εξής καλούμενο ως «το Συμβούλιο») για τη φορολόγησητωνυπόμορφήτόκωνεισοδημάτωναπόαποταμιεύσειςορίζειότιπριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούνμε την παρούσαοδηγίακαιότι οιδιατάξεις αυτές εφαρμόζονται από την 1ηΙανουαρίου 2005, υπό τον όρο ότι:

«i) η Ελβετική Συνομοσπονδία, το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου, το Πριγκιπάτο του Μονακό και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία μέτρα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, κατ' εφαρμογή συμφωνιών που θα συνάψουν με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κατόπιν ομόφωνων αποφάσεων του Συμβουλίου,

(ii) όλες οι συμφωνίες ή άλλοι διακανονισμοί που υφίστανται και προβλέπουν ότι τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών με τον ίδιο τρόπο που θεσπίζει το κεφάλαιο II της παρούσας οδηγίας, (ή, κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 10, επιβάλλουν παρακράτηση του φόρου στην πηγή με τους ίδιους όρους που ορίζονταισταάρθρα 11 και 12)».

2.   Οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι («ΒΠΝ») δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν υπάγονται στο φορολογικό έδαφος της ΕΕ, αλλά η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείουζήτησε από την κυβέρνηση τωνΒΠΝ να εφαρμόσει οικειοθελώς τιςδιατάξεις της οδηγίας.

 

1                    Οι ΒΠΝ σημειώνουν ότι, παρότι ο απώτερος στόχος των κρατών μελών της ΕΕ είναι η θέσπιση πραγματικής φορολογίας των τόκων στο κράτος μέλος που έχει φορολογική κατοικία ο πραγματικός δικαιούχος μέσω της μεταξύ τους ανταλλαγής πληροφοριών περί τόκων, τρία κράτη μέλη, η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, δεν υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για μεταβατική περίοδο, αλλά θα εφαρμόζουν φόρο παρακράτησης στα εισοδήματα από αποταμιεύσεις που καλύπτονται απότηνοδηγία.

2                    Οι ΒΠΝ συμφώνησαν να εφαρμόσουν παρακράτηση φόρου με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2005, υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την οδηγίακαιότιτηρούνταιενγένειοιαπαιτήσειςτουάρθρου 17 της οδηγίας.

3                    Οι ΒΠΝ συμφώνησαν να εφαρμόσουν την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, σύμφωναμε ταοριζόμενα στο άρθρο 10, παράγραφος 2 της οδηγίας.

4                    Οι ΒΠΝ διαθέτουν νομοθεσία σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων η οποία θεωρείται ισότιμη ως προς τα αποτελέσματά της με την κοινοτική νομοθεσία που αναφέρεται σταάρθρα 2 και 6 τηςοδηγίας.

 

Οι ΒΠΝ και η Ελληνική Δημοκρατία, (καλούνται στο εξής «συμβαλλόμενο μέρος» ή «συμβαλλόμενα μέρη», σύμφωναμετασυμφραζόμενα),

Συμφώνησαν να συνάψουν την ακόλουθη συμφωνία, η οποία περιέχει υποχρεώσεις από την πλευρά των συμβαλλομένων μερώνμόνοκαιπροβλέπει: α) την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών από την αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας προς την αρμόδια αρχή των ΒΠΝ όπως ακριβώς και προς την αρμόδια αρχήκράτουςμέλους, β) την εφαρμογή από τις ΒΠΝ, κατά τη μεταβατική περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 10 της οδηγίας, παρακράτησης φόρου από την ίδια ημερομηνία και με τους ίδιους όρουςπου περιλαμβάνονται σταάρθρα 11 και 12 της οδηγίαςαυτής, γ) την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών από την αρμόδια αρχή των ΒΠΝ προς την αρμόδια αρχήτηςΕλληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας,

δ) τη μεταφορά από την αρμόδια αρχή των ΒΠΝ προς την αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας του 75% των εσόδων από την παρακράτηση φόρου, όσον αφορά τόκους που καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στις ΒΠΝ σε φυσικόπρόσωποπουκατοικείστηνΕλληνική Δημοκρατία.

Άρθρο 1 Ορισμοί

Γιατουςσκοπούςτηςπαρούσας Συμφωνίας, οόρος: (α) «αρμόδιααρχή», ότανισχύειγια τασυμβαλλόμενα μέρη σημαίνει,

i. όσοναφοράτιςΒΠΝ, the Financial Secretary,

ii. όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών,

(β) «κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» σημαίνει την Ελληνική Δημοκρατία,

(γ) «κατοικία», όσον αφορά τον πραγματικό δικαιούχο, σημαίνει τη χώρα ή το έδαφος όπου έχει τη μόνιμη κατοικία του, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 7 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας,

(δ) «ΟΣΕΚΑ» σημαίνει τον οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου της ΕΕ, της 20ης Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων τωνσχετικών μεοργανισμούςσυλλογικών επενδύσεωνσε κινητές αξίες.

Άρθρο 2 Παρακράτηση φόρουαπόφορείς πληρωμής

Οι τόκοι, όπως ορίζονται στο άρθρο 9 της παρούσας Συμφωνίας, τους οποίους καταβάλλει φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στις ΒΠΝ σε πραγματικούς δικαιούχους κατά την έννοια του άρθρου 6 της παρούσας Συμφωνίας οι οποίοι είναι κάτοικοι της Ελληνικής Δημοκρατίας υπόκεινται, με την επιφύλαξη του άρθρου 4 της παρούσας Συμφωνίας, σε παρακράτηση από το ποσό του τόκου κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας, αρχής γενομένης από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 16 της παρούσας Συμφωνίας. Το ποσοστό της παρακράτησης φόρου ανέρχεται σε 15% κατά τα τρία πρώτα έτη της μεταβατικής περιόδου, σε 20% για τα επόμενα τρία έτη και σε 35% στησυνέχεια.

Άρθρο 3 Διαβίβαση πληροφοριών απόφορείςπληρωμής

 

(1) Σε περίπτωση πληρωμής τόκων, όπως ορίζονται στο άρθρο 9 της παρούσας Συμφωνίας, από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο στην Ελληνική Δημοκρατία σε πραγματικούς δικαιούχους, όπως ορίζονται στο άρθρο 6 της παρούσας Συμφωνίας, οι οποίοι κατοικούν στις ΒΠΝ, ή σε περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας ο φορέας πληρωμής ενημερώνει τηναρμόδια αρχήτουσχετικά μεταεξής: α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονται σύμφωναμετοάρθρο 7 της παρούσαςσυμφωνίας, β) το όνομακαιτη διεύθυνση τουφορέαπληρωμής, γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της απαίτησης πουαποτελεί γενεσιουργόαιτίατωνκαταβαλλόμενων τόκων, δ) πληροφορίες σχετικά με την πληρωμή των τόκων που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1 της παρούσας συμφωνίας. Εντούτοις, κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να περιορίσει το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής σχετικά με την καταβολή τόκων στο συνολικό ποσό των τόκων ή του εισοδήματος και στο συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση, την εξαγοράήτηνεξόφληση,

καιηΕλληνικήΔημοκρατίασυμμορφώνεταιμετηνπαράγραφο 2 τουπαρόντοςάρθρου.

(2) Εντός εξαμήνου από τη λήξη του φορολογικού τους έτους, η αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή των ΒΠΝ, αυτομάτως, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημεία α) έως δ) του παρόντος άρθρου, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους.

 

Άρθρο 4 Εξαιρέσειςαπότη διαδικασία παρακράτησηςφόρου

(1) Οι ΒΠΝ, όταν εφαρμόζουν παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 2 της παρούσας Συμφωνίας, προβλέπουν μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι μπορούν να ζητήσουν να μηνπραγματοποιηθείπαρακράτησηφόρου:

α) διαδικασία η οποία επιτρέπει στον πραγματικό δικαιούχο, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 της παρούσας Συμφωνίας, να αποφύγει την παρακράτηση φόρου που διευκρινίζεται στο άρθρο 2 της παρούσας Συμφωνίας εξουσιοδοτώντας ρητά τον φορέα πληρωμής του να υποβάλει τις πληρωμές τόκων στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής. Αυτή η εξουσιοδότηση θα καλύπτει όλες τις πληρωμές τόκων προς τον πραγματικό δικαιούχο από τονενλόγωφορέαπληρωμής,

β) διαδικασία που διασφαλίζει ότι δεν επιβάλλεται παρακράτηση φόρου όταν ο πραγματικός δικαιούχος υποβάλλει στον φορέα πληρωμής πιστοποιητικό στο όνομά του που του χορηγεί η αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους της φορολογικής κατοικίαςτουσύμφωνα με τηνπαράγραφο 2 του παρόντοςάρθρου.

(2) Μετά από αίτηση του πραγματικού δικαιούχου, η αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρουςτηςφορολογικής κατοικίαςτουεκδίδει πιστοποιητικό στοοποίοαναφέρονται: i) τοόνομα, ηδιεύθυνσηκαιοαριθμόςφορολογικούμητρώουή, ανδενυπάρχει, η

ημερομηνίακαιοτόποςγέννησηςτουπραγματικούδικαιούχου, ii) τοόνομακαι τη διεύθυνση τουφορέαπληρωμής, iii) οαριθμόςλογαριασμούτουπραγματικού δικαιούχουή, εάνδενυπάρχει, τα

στοιχεία τουτίτλουπουενσωματώνειτηναπαίτηση.

Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον πραγματικό δικαιούχο που το έχει ζητήσει πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υποβολή της αιτήσεως και περιλαμβάνει την ημερομηνία αιτήσεως, καθώς και την ημερομηνία έκδοσης και εφαρμόζεται στις πληρωμές τόκων που έλαβανχώρα μετά απότην ημερομηνία αιτήσεως.

(3) Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή των ΒΠΝ στην οποία είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας, ως χώρας κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Αυτές οι κοινοποιήσεις διεξάγονται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το έτος, εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους που ορίζεται βάσει της νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένουέτους.

Άρθρο 5 Βάση αξιολόγησης για την παρακράτηση φόρου

(1) Φορέας πληρωμής εγκατεστημένος στις ΒΠΝ επιβάλλει φόρο παρακράτησης σύμφωναμετο άρθρο 2 τηςπαρούσαςσυμφωνίας, ωςεξής:

α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας: επί του ακαθάριστου ποσού των καταβληθέντωνήπιστωθέντων τόκων,

β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο β) ήδ) της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό του τόκου ή του εισοδήματος που αναφέρεται στα στοιχεία β) ήδ) αυτού του εδαφίου ή με εισφορά ισοδύναμου αποτελέσματος που θα βαρύνει τον δικαιούχο επί του συνολικού ποσού των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση, όπως βεβαιώνεται από το φορέα πληρωμήςστηνδικήτουαρμόδιααρχή,

γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό των τόκων που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο,

δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό του τόκου που αναλογεί σε κάθε μέλος της έννομης οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας το οποίο πληροίτουςόρους του άρθρου 6 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας, και

ε) σε περίπτωση που οι ΒΠΝ ασκούν το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 5 της παρούσας Συμφωνίας: στο ποσό των ανοιγμένων σε ετήσια βάση τόκων.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, η παρακράτηση φόρου εκπίπτει κατ' αναλογία για την περίοδο κατά την οποία ο πραγματικός δικαιούχος κατείχε τον χρεωστικό τίτλο. Εάν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει την περίοδο κατοχής με βάση τις πληροφορίες που του διατίθενται, ο φορέας πληρωμής μεταχειρίζεται τον πραγματικό δικαιούχο ως έχοντα στην κατοχή του τον χρεωστικό τίτλο καθ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του, εκτός εάν ο τελευταίος παράσχει αποδεικτικάστοιχεία σχετικάμετηνημερομηνίααγοράς.

(3) Η επιβολή παρακράτησης φόρου από τις ΒΠΝ δεν εμποδίζει την Ελληνική Δημοκρατία να φορολογήσειτο εισόδημα σύμφωνα με τηνεθνικήτης νομοθεσία.

(4) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, οι ΒΠΝ μπορούν να προβλέπουν ότι ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους, ήεξασφαλίζει τηνκαταβολή των τόκων, σε έννομη οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρείται ως ο φορέας πληρωμής για λογαριασμό της οντότητας και θα επιβάλει την παρακράτηση φόρου επί των τόκων αυτών, εκτός εάν η οντότητα έχει επισήμως δεχθεί να κοινοποιούνται σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 8 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας η επωνυμία της, η διεύθυνσή της και το συνολικό ποσό των τόκων που της καταβάλλονται ή εξασφαλίζονται για λογαριασμό της.

 

Άρθρο6 Ορισμόςτουπραγματικούδικαιούχου

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για ίδιο σκοπό ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν το εν λόγω φυσικό πρόσωπο μπορεί να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν έχει εισπράξει ή εξασφαλίσει την πληρωμή τόκων για δικό του λογαριασμό. Ένα φυσικό πρόσωπο δενθεωρείται πραγματικός δικαιούχος όταν:

α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 της παρούσαςΣυμφωνίας,

β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οντότητας που φορολογείται επί των κερδών της βάσει των γενικών ρυθμίσεων περί φορολογίας των επιχειρήσεων, ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένου σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ ή ισοδύναμου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένου στις ΒΠΝ, ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, και, στην τελευταία περίπτωση, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και ο τελευταίος διαβιβάζει, εν συνεχεία, αυτές τις πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του συμβαλλομένου μέρους της εγκατάστασης,

γ) ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτει στον φορέα πληρωμής τα στοιχεία ταυτότητας του

πραγματικού δικαιούχου.

(2) Στην περίπτωση που ο φορέας πληρωμής έχει στη διάθεσή του στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος και που δεν εφαρμόζεται ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο α) ούτε η παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, το εν λόγω φυσικό πρόσωπο θεωρείταιωςπραγματικός δικαιούχος.

Άρθρο7 Στοιχεία ταυτότηταςκαικατοικίατουπραγματικούδικαιούχου

(1) Κάθε Μέρος προβαίνει στη θέσπιση και διασφαλίζει την εφαρμογή στο έδαφός του των αναγκαίων διαδικασιών που επιτρέπουν στον φορέα πληρωμής να προσδιορίζει τους πραγματικούς δικαιούχους και την κατοικία τους για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας. Οι διαδικασίες αυτές πληρούν τους ελάχιστους κανόνες που καθορίζονταιστιςπαραγράφους 2 και 3.

(2) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου συναρτήσει ελαχίστων κανόνων οι οποίοι ποικίλλουν ανάλογα με τον χρόνο έναρξης τωνσχέσεωνμεταξύ φορέαπληρωμήςκαι δικαιούχου των τόκων, ωςεξής:

 

α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα και τη διεύθυνσή του, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στη χώρα εγκατάστασής του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ισοδύναμης νομοθεσίας στην περίπτωση των ΒΠΝ για την αποτροπή της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδωναπό παράνομεςδραστηριότητες.

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται, ή τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, ο φορέας πληρωμής εξακριβώνει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα, τη διεύθυνση και, εάν υπάρχει, τον αριθμό φορολογικού μητρώου στο κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να προσδιορίζονται βάσει του διαβατηρίου ή του επίσημου δελτίου ταυτότητας που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν η διεύθυνση δεν αναγράφεται στο εν λόγω διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας, εξακριβώνεται βάσει οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν ο αριθμός φορολογικού μητρώου δεν αναγράφεται στο διαβατήριο, ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή σε άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας, ενδεχομένως στο πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας, που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος, τα στοιχεία ταυτότητας συμπληρώνονται με την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου που προκύπτουν από το διαβατήριο ή το επίσημο δελτίο ταυτότητας.

(3) Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου βάσει ελάχιστων κανόνων που ποικίλλουν ανάλογα με το χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ του φορέα πληρωμής και του δικαιούχου των τόκων. Με την επιφύλαξη των κατωτέρω, ως κατοικία θεωρείται η χώρα στην οποία ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη μόνιμηδιεύθυνσητου:

α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στη χώρα εγκατάστασης του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας ή ισοδύναμης νομοθεσίας στηνπερίπτωσητωνΒΠΝ.

β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται ή, τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, οι φορείς πληρωμής προσδιορίζουν την κατοικία του δικαιούχου βάσει της διεύθυνσης που αναγράφεται στο διαβατήριο ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή, εν ανάγκη, βάσει οιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου το οποίο παρουσιάζει ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζουν διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας που έχει εκδώσει κράτος μέλος και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται βάσει πιστοποιητικού φορολογικής κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δηλώνει ότι κατοικεί. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο πιστοποιητικό, θεωρείται ως τόπος κατοικίας το κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε το διαβατήριο ή το άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας.

Άρθρο 8 Ορισμός του «φορέα πληρωμής»

 

(1) Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ως «φορέας πληρωμής» νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν ο φορέας αυτός είναι ο οφειλέτης της απαίτησης ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος την πληρωμή των τόκων ή την εξασφάλισηαυτήςτηςπληρωμής.

(2) Κάθε οντότητα εγκατεστημένη σε συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η καταβολή τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής κατά την εν λόγω πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται αν ο οικονομικός φορέας έχει λόγους να πιστεύει, βάσειεπίσημωναποδεικτικώνστοιχείωνπουυποβάλλει ηοντότητα, ότι:

 

α) είναι νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων που αναφέρονται στηνπαράγραφο 5 τουπαρόντοςάρθρου, ή β) τα κέρδη του φορολογούνται βάσει των γενικών ρυθμίσεων φορολογίας των επιχειρήσεων, ή γ) πρόκειται για ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΈΟΚ του Συμβουλίου ή ισοδύναμου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένου στις ΒΠΝ.

Ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους σε μια τέτοια οντότητα εγκατεστημένη στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος και θεωρούμενη ως φορέας πληρωμής βάσει της παρούσας παραγράφου, ή που εξασφαλίζει την καταβολή τόκων για αυτή, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση της οντότητας καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που της κατέβαλε ή των οποίων εξασφάλισε την καταβολή στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους εγκατάστασής της, η οποία στη συνέχεια διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου μέρους εγκατάστασης της οντότητας.

(3) Η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έχει, ωστόσο, το δικαίωμα να επιλέγει, για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, να τυγχάνει μεταχείρισης ως ΟΣΕΚΑ ή ως ισοδύναμος οργανισμός, κατά την έννοια της

παραγράφου 2 στοιχείο γ) του παρόντος. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί αντικείμενο πιστοποιητικού που εκδίδεται από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η οντότητα, υποβάλλεται δε από αυτήν την οντότητα στον οικονομικό φορέα. Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες άσκησης αυτού του δικαιώματος για τιςοντότητες τιςεγκατεστημένες στοέδαφός τους.

(4) Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και η οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο συμβαλλόμενο μέρος, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης της οντότητας, όταν ενεργεί ως φορέας πληρωμής, προς τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας.

(5) Τα νομικά πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 2 στοιχείο α) του παρόντοςάρθρουείναι:

 

α) στηΦινλανδία: avoin yhtiö (Ay) και kommandiittiyhtiö (Ky)/ öppet bolag και kommanditbolag,  β) στηΣουηδία: handelsbolag (HB) και kommanditbolag (KB).

Άρθρο 9 Ορισμός των τόκων

(1) Γιατουςσκοπούς τηςπαρούσας Συμφωνίας, ως «τόκοι» νοούνται: α) οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, είτε συνοδεύονται είτε όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ωφελημάτων και λαχνών που τα συνοδεύουν, εξαιρουμένων όμως των τόκων δανείων μεταξύ φυσικών προσώπων που δεν ενεργούν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Οι τόκοιυπερημερίας δενθεωρούνται τόκοι, β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την επιστροφήήτηνεξόφλησητωναπαιτήσεωνπουαναφέρονταιστο στοιχείοα), γ) το εισόδημα που προκύπτει από τόκους, είτε άμεσα είτε μέσω οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, το οποίο διανέμεται από:

i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου,

ή ii) ισοδύναμοοργανισμόσυλλογικώνεπενδύσεωνεγκατεστημένοστιςΒΠΝ, iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 8

παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας,

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρουτης 299 και εκτόςτων ΒΠΝ.

δ) εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την επιστροφή ή την εξόφληση μονάδων ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και οντότητες, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή οντοτήτων που αναφέρονται κατωτέρω, ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικού τους σε απαιτήσειςπου αναφέρονταιστοστοιχείοα):

i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με τηνοδηγία 85/611/ΕΟΚ, ή ii) ισοδύναμο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένο στις ΒΠΝ, iii) οντότητες που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 τηςπαρούσας Συμφωνίας,

iv) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένους εκτός του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δυνάμει του άρθρου της 299 και εκτός των

Ωστόσο, τα συμβαλλόμενη μέρη μπορούν να μην περιλαμβάνουν στον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στην παράγραφο Ι στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου παρά μόνο κατά τηναναλογία που τοεισόδημα αυτόαντιστοιχεί σε εισόδημα που, άμεσα ή έμμεσα, προέρχεται από πληρωμές τόκων κατά την έννοια των στοιχείωνα) καιβ) τηςπαραγράφου 1 του παρόντοςάρθρου.

(2) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που

ένας φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεση του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από πληρωμή τόκων, το συνολικό ποσό του εισοδήματος θεωρείταιωςπληρωμή τόκων.

(3) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεση του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε απαιτήσεις ή σε μονάδες ή μερίδια που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40%. Εάν δεν μπορεί να προσδιορίσει το ποσό του εισοδήματος που συγκεντρώνει ο πραγματικός δικαιούχος, το εισόδημα θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο προϊόν της πώλησης, της επιστροφής ήτηςεξόφλησηςτωνμετοχώνήμεριδίων.

(4) Όταν οι τόκοι, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, αν η εν λόγω οντότητα δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας, οι εν λόγω τόκοι θεωρούνται ωςπληρωμέςτόκωναπότηνενλόγω οντότητα.

(5) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία β) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος τους να υπολογίζουν τους τόκους σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει το έτος και να θεωρούν τους ετήσιους αυτούς τόκους ως πληρωμή τόκων ακόμη και αν δεν διενεργηθεί πώληση, επιστροφή ή εξόφληση κατά τη διάρκεια αυτήςτηςπεριόδου.

(6) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων

 

το εισόδημα που αναφέρεται στις συγκεκριμένες διατάξεις από οργανισμούς ή οντότητες που εδρεύουν εντός του εδάφους τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το 15%. Ομοίως, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τους τόκους που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της παρούσας Συμφωνίας, εάν η οντότητα αυτή δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας και είναι εγκατεστημένη στο έδαφός τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οντοτήτων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντοςάρθρουδενυπερβαίνειτο 15%.

Ηάσκηση αυτού του δικαιώματος από συμβαλλόμενο μέρος είναι δεσμευτική και για τα άλλασυμβαλλόμενα μέρη.

(7) Από την 1η Ιανουαρίου 2011, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου είναι 25%.

(8) Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής, όπως ορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω οργανισμών ή οντοτήτων ή, ελλείψει αυτών, βάσει της πραγματικής σύνθεσης του ενεργητικού τους.

 

Άρθρο 10 Κατανομή τωνεσόδων απότηνπαρακράτηση φόρου

(1) Οι ΒΠΝ παρακρατούν το 25% της παρακράτησης φόρου που εκπίπτει δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας και μεταβιβάζουν το υπόλοιπο 75% των εσόδων στην Ελληνική Δημοκρατία.

(2) Οι ΒΠΝ που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 της παρούσας Συμφωνίας παρακρατούν το 25% των εσόδων και μεταβιβάζουν το 75% στην Ελληνική Δημοκρατία με την αναλογία που ισχύει για τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνταικατ' εφαρμογήτηςπαραγράφου 1 τουπαρόντοςάρθρου.

(3) Η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται για κάθε έτος σε μία δόση, το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους που ορίζεται από τη νομοθεσία των ΒΠΝ.

(4) Οι ΒΠΝ που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν την ορθή λειτουργία του συστήματος κατανομής εσόδων.

 

Άρθρο11 Εξάλειψητηςδιπλήςφορολογίας

(1) Το συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας που ενδεχομένως να προκύπτει από την επιβολή, από τις ΒΠΝ, της παρακράτησης φόρου στην οποία αναφέρεται η παρούσα Συμφωνίασύμφωναμετιςακόλουθεςδιατάξεις:

α) όταν επί των τόκων που εισπράττει ένας πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος στις ΒΠΝ, η Ελληνική Δημοκρατία χορηγεί, σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο, πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό. Αν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία φόρου, η Ελληνική Δημοκρατία επιστρέφειτοεπιπλέονποσότουπαρακρατηθέντοςφόρουστονπραγματικόδικαιούχο,

β) αν, πέραν της παρακράτησης φόρου όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας, επί των τόκων που εισπράττονταν από πραγματικό δικαιούχο έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε άλλη παρακράτηση φόρου και το συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για την εν λόγω παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, το ποσό αυτής της άλλης παρακράτησης φόρου πιστώνεται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο στοιχείο α) του παρόντοςάρθρου.

(2) Το συμβαλλόμενο μέλος που είναι το κράτος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου μπορεί να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της πίστωσης φόρου που αναφέρεται στην παράγραφο 1) του παρόντος άρθρου με την επιστροφή της παρακράτησης φόρουπουαναφέρεταιστοάρθρο 5 τηςπαρούσας Συμφωνίας.

Άρθρο 12 Μεταβατικές διατάξεις για τους διαπραγματεύσιμουςχρεωστικούς τίτλους

(1) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 το αργότερο, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών έχουν εγκριθεί πριν από την ημερομηνία αυτή από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ή από αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες, δεν θεωρούνται ως απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας Συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής. Εάν όμως η μεταβατική περίοδος παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2010, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν μόνον για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούςτίτλουςαυτούτου είδους: α) που περιέχουν ρήτρεςεπανενσωμάτωσης του εκπεσθέντος φόρου, και

β) εφόσον ο φορέας πληρωμής, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 της παρούσας Συμφωνίας, είναι εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει την παρακράτηση φόρου και ο εν λόγω φορέας πληρωμής καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο εγκατεστημένο σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσοόφελοςαυτού.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ως δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, όπως ορίζεται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, ησυνολικήέκδοσηαυτώντωντίτλων, αποτελούμενηαπότηναρχικήέκδοσηκαιτις νέες εκδόσεις, θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από το δεύτερο εδάφιο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται ως απαίτησηκατάτηνέννοιατουάρθρου9 παράγραφος1 στοιχείοα) τηςπαρούσαςΣυμφωνίας.

(2) Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να φορολογούν το εισόδημα από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο1) σύμφωναμετηνεθνικήνομοθεσίατους.

Άρθρο13 Διαδικασίααμοιβαίαςσυμφωνίας

Εάν προκύψουν δυσχέρειες ή αμφιβολίες μεταξύ των μερών όσον αφορά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας Συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ναεπιλύσουντο θέμα με αμοιβαίασυμφωνία.

Άρθρο 14 Απόρρητο

(1) Όλες οι πληροφορίες που παρέχει και λαμβάνει η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρουςκρατούνταιαπόρρητες.

(2) Οι πληροφορίες που παρέχονται στην αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς πέραν εκείνων της άμεσης φορολογίας χωρίςπροηγούμενηγραπτήσυγκατάθεσητουάλλουσυμβαλλόμενουμέρους.

(3) Οι παρεχόμενες πληροφορίες κοινοποιούνται μόνο στα πρόσωπα που αφορούν ή αρχές για σκοπούς άμεσης φορολογίας και χρησιμοποιούνται από τα εν λόγω πρόσωπα ή αρχές μόνο για τέτοιους σκοπούς ή για σκοπούς επιτήρησης, περιλαμβανομένης της έκβασης τυχόν προσφυγών. Για τους σκοπούς αυτούς, μπορούν να κοινοποιούνται πληροφορίες σε ακροαματικές διαδικασίες ή σε δικαστικέςενέργειες.

(4) Όταν η αρμόδια αρχή συμβαλλόμενου μέρους θεωρεί ότι οι πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή τουάλλου συμβαλλόμενου μέρους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μπορεί να τις διαβιβάζει σε αυτή την αρμόδια αρχή, με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής που παρέσχε τις πληροφορίες.

 

Άρθρο 15 Μεταβατικήπερίοδος

Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας, οι ΒΠΝ σταματούν να εφαρμόζουν την παρακράτηση φόρου και την κατανομή των εσόδων που προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία και αρχίζουν να εφαρμόζουν έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας. Ανεξάρτητα από το άρθρο 4 της παρούσας Συμφωνίας, εάν κατά τη μεταβατική περίοδο οι ΒΠΝ επιλέξουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο II της οδηγίας, δεν θα εφαρμόζουν πλέον την παρακράτηση φόρου και την κατανομή τωνεσόδωνπουπροβλέπεταιστοάρθρο 10 τηςπαρούσας Συμφωνίας.

Άρθρο 16 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα Συμφωνία τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία χρονικώς ημερομηνία κατά την οποία οι οικείες κυβερνήσεις θα έχουν γνωστοποιήσει αμοιβαία γραπτώς ότι έχουν ολοκληρωθεί οι συνταγματικώς απαιτούμενες διατυπώσεις, και οι διατάξεις της παράγουν αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία εφαρμόζεται η οδηγίασύμφωναμε τιςπαραγράφους 2 και 3 του άρθρου 17 τηςοδηγίας.

Άρθρο 17 Λήξη

(1) Η παρούσα Συμφωνία παραμένει σε ισχύ εφόσον δεν την καταγγείλει ένα από τα συμβαλλόμεναμέρη.

(2) Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος δύναται να καταγγείλει την παρούσα Συμφωνία με γραπτή κοινοποίηση προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση. Στην περίπτωση αυτή, η Συμφωνία παύειναισχύει12 μήνεςμετάτηνημερομηνίαγνωστοποίησης.

 

Άρθρο18 Εφαρμογήκαιαναστολήτηςεφαρμογής

(1) Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εξαρτάται από την έγκριση και εφαρμογή από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ελβετία, την Ανδόρα, το Λιχτενστάιν, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο και από όλα τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αντίστοιχα, μέτρων σύμφωνων ή ισοδύναμων με τα προβλεπόμενα στην οδηγία ή στην παρούσα Συμφωνία, και τον καθορισμό των ίδιων ημερομηνιών εφαρμογής.

(2) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 13 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας ή μερών αυτής με άμεση ισχύ, με κοινοποίηση στο άλλο μέρος στην οποία διευκρινίζονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην εν λόγω κοινοποίηση εφόσον η οδηγία παύει να ισχύει είτε προσωρινά είτε μόνιμα σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή σε περίπτωση που κράτος μέλος αναστείλει την εφαρμογή των οικείων εκτελεστικών διατάξεων. Η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις παύσουν να συντρέχουνοισυνθήκεςπουοδήγησανστηναναστολή.

(3) Με την επιφύλαξη της διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 13 της παρούσας Συμφωνίας, οιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας μέσω κοινοποίησης στο άλλο μέρος, διευκρινίζονταςτιςσυνθήκεςπουοδήγησανστηνενλόγωκοινοποίησηεφόσονμίααπότιςτρίτες χώρες ή τα εδάφη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παύσουν στη συνέχεια να εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Η αναστολή της εφαρμογής πραγματοποιείται το νωρίτερα δύο μήνες μετά τη γνωστοποίηση. ΗεφαρμογήτηςΣυμφωνίας αποκαθίσταταιμόλιςαποκατασταθούνκαιταμέτρααπότηνενλόγωτρίτηχώραήέδαφος.

 

ΣΕΠΙΣΤΩΣΗΤΩΝΑΝΩΤΕΡΩ, οικάτωθιυπογεγραμμένοι, δεόντωςεξουσιοδοτημένοι προςτούτο, υπέγραψαντηνπαρούσαΣύμβαση.

Συντάχθηκε στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα και τα κείμενα σε όλες αυτές τις γλώσσεςείναιεξίσουαυθεντικά..

ΓιατηνΚυβέρνησητωνΒρετανικώνΠαρθένωνΝήσων

Γιατην ΕλληνικήΔημοκρατία

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος των «εξομοιούμενων» οργανισμών

Για τους σκοπούς του άρθρου 12 της παρούσας συμφωνίας, οι ακόλουθοι οργανισμοί θεωρούνται ως «εξομοιούμενοι προς δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη»

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙΕΝΤΟΣΤΗΣΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣΕΝΩΣΗΣ:

Bέλγιο -Vlaams Gewest (φλαμανδική περιοχή) -Région wallonne (περιοχή της Βαλλονίας) -Région bruxelloise/Brussels Gewest (περιοχή των Βρυξελλών) -Communauté française (γαλλική κοινότητα) -Vlaamse Gemeenschap (φλαμανδική κοινότητα) -Deutschsprachige Gemeinschaft (γερμανόφωνη κοινότητα)

Ισπανία

-Xunta de Galicia (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Γαλισίας) -Junta de Andalucía (κυβέρνηση τηςαυτόνομης κοινότητας τηςΑνδαλουσίας) -Junta de Extremadura (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Εξτρεμαδούρας) -Junta de Castilla-La Mancha (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης­

Λαμάντσα) -Junta de Castilla y León (κυβέρνησητης αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης και

Λεόν) -Gobierno Foral de Navarra (κυβέρνηση της Ναβάρας) -Govern de les Illes Balears (κυβέρνηση των Βαλεαρίδων Νήσων) -Generalitat de Catalunya (κυβέρνηση της Καταλονίας) -Generalitat de Valencia (κυβέρνησητης Βαλένσιας) -Diputación General de Aragón (κυβέρνηση τηςΑραγκόν) -Gobierno de las Islas Canarias (κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων) -Gobierno de Murcia (κυβέρνηση της Μουρθίας) -Gobierno de Madrid (κυβέρνηση τηςΜαδρίτης) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (κυβέρνηση της

αυτόνομης κοινότητας τηςχώρας των Βάσκων) -Diputación Foral de Guipúzcoa (επαρχιακό συμβούλιο του Γκουϊπούσκοα) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (επαρχιακό συμβούλιο της Βισκάγιας) -Diputación Foral de Alava (επαρχιακό συμβούλιο της Αλάβα) -Ayuntamiento de Madrid (δήμος της Μαδρίτης) -Ayuntamiento de Barcelona (δήμος της Βαρκελώνης) -Cabildo Insular de Gran Canaria (συμβούλιο της Νήσου ΓκρανΚανάρια) -Cabildo Insular de Tenerife (συμβούλιο της Νήσου Τενερίφης) -Instituto de Crédito Oficial (πιστωτικό δημόσιο Ίδρυμα) -Instituto Catalán de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Καταλονίας) -Instituto Valenciano de Finanzas (χρηματοδοτικό ίδρυμα της Βαλένσιας)

Ελλάδα

-Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδας -Оργανισμός ΣιδηροδρόμωνΕλλάδας -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού

Γαλλία

-La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (ταμείο απόσβεσης κοινωνικού χρέους)

-L'Agence française de développement (AFD) (γαλλικός οργανισμός ανάπτυξης) -Réseau Ferré de France (RFF) (δίκτυο σιδηροδρόμωντης Γαλλίας) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (εθνικό ταμείο αυτοκινητοδρόμων) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (δημόσια περίθαλψη, νοσοκομεία των Παρισίων) -Charbonnages de France (CDF) (ανθρακωρυχεία της Γαλλίας) -Entreprise minière et chimique (EMC) (μεταλλευτική και χημική επιχείρηση)

Iταλία

-Regions (περιοχές) -Provinces (επαρχίες) -Municipalities (δήμοι) -Cassa Depositi e Prestiti (ταμείο παρακαταθηκών και δανείων)

Λετονία

-Pašvaldības (τοπικές κυβερνήσεις)

Πολωνία

-gminy (κοινότητες) -powiaty (περιφέρειες) -województwa (επαρχίες) -związki gmin (ενώσεις κοινοτήτων) -związki powiatów (ενώσεις περιφερειών) -związki województw (ενώσεις επαρχιών) -miasto stołeczne Warszawa (πρωτεύουσα πόλη της Βαρσοβίας) -Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Οργανισμός για την αναδιάρθρωση και τον

εκσυγχρονισμό της γεωργίας) -Agencja Nieruchomości Rolnych (Οργανισμός γεωργικής ιδιοκτησίας)

Πορτογαλία

-Região Autónoma da Madeira (αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας) -Região Autónoma dos Açores (αυτόνομη περιοχήτωνΑζορών) -Municipalities (δήμοι)

Σλοβακία

-mestá a obce (δήμοι) -Železnice Slovenskej republiky (Σλοβακική εταιρεία σιδηροδρόμων) -Štátny fond cestného hospodárstva (Εθνικό ταμείο διαχείρισης οδών) -Slovenské elektrárne (σλοβακικοί σταθμοί ηλεκτρικού ρεύματος) -Vodohospodárska výstavba (Εταιρεία της ορθολογικής χρήσεως των υδάτων)

ΔΙΕΘΝΕΙΣΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ:

-Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης -Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων -Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης -Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Παγκόσμια Τράπεζα /ΔΤΑΑ / ΔΝΤ -Διεθνής Οργανισμός Χρηματοδότησης -Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης -Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης -EΥΡΑΤΟΜ -Ευρωπαϊκή Κοινότητα -Χρηματοδοτική Συνεργασία για την Ανάπτυξη των Άνδεων (CAF) -Ευρωπαϊκή εταιρεία γιατη Χρηματοδότηση σιδηροδρομικού υλικού -Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα -Επενδυτική Τράπεζα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών -Αναπτυξιακή Τράπεζα της Καραϊβικής

Οι διατάξεις του άρθρου 12 δεν θίγουν τυχόν διεθνείς υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη έχουναναλάβει έναντι τωνπροαναφερόμενων διεθνών οργανισμών.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ :

Οι ενλόγω οργανισμοί πληρούν τα εξής κριτήρια:

1) Οοργανισμός θεωρείταισαφώς ωςδημόσιος σύμφωνα με τα εθνικά κριτήρια.

2) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός δραστηριοποιείται εκτός του εμπορικού τομέα, διαχειρίζεται και χρηματοδοτεί ομάδα κοινωφελών δραστηριοτήτων παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες εκτός του εμπορικού τομέα και ελέγχεται όντως από τη γενική κυβέρνηση.

3) Οδημόσιος αυτός οργανισμός εκδίδει τακτικά και μεγάλα ομολογιακά δάνεια.

4) Το συγκεκριμένο κράτος είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι ο δημόσιος αυτός οργανισμός δεν θα προβεί σε πρόωρη εξόφληση σε περίπτωση ρητρών αποζημίωσης του επενδυτή

(gross-up clauses) .

AGREEMENT IN THE FORM OF AN EXCHANGE OF LETTERS ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME

A. Letter from the Hellenic Republic

Sir,

I refer to the text of the proposed model “Agreement on the Taxation of Savings Income between the Government of The British Virgin Islands and EU Member State that is to apply Automatic Exchange of Information” that was approved by the High Level Working Party (Taxation of Savings) of the Council of Ministers of the European Union on 22 June 2004 (DOC 10398/1/04 FISC 127).

In view of the above mentioned text, I have the honour

•                      to propose to you the “Agreement on the taxation of savings income”, as contained in Appendix 1 to this letter;

•                      to propose that the Agreement may come into effect on the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, which date shall be subject to the conditions set out in Article 17(2) of the Directive, subject to the notification to each other that the internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement are completed;

•                      to propose our mutual commitment to comply at the earliest date with our said internal constitutional formalities and to notify each other without delay through the formal channels when such formalities are completed.

 

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter together with its Appendix 1 and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and the British Virgin Islands.

Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration,

For the Hellenic Republic

Done at Athens, on 8.11.2004 , in the Greek and English  languages in three copies.

B. Letter from the Government of the British Virgin Islands

Sir,

I have the honour to acknowledge receipt of your letter of  8.11.2004 , which reads as follows:

“Sir,

I refer to the text of the proposed model “Agreement on the Taxation of Savings Income between the Government of The British Virgin Islands and EU Member State that is to apply Automatic Exchange of Information” that was approved by the High Level Working Party (Taxation of Savings) of the Council of Ministers of the European Union on 22 June 2004(DOC 10398/1/04 FISC 127).

In view of the above mentioned text, I have the honour

•                      to propose to you the “Agreement on the taxation of savings income”, as contained in  Appendix 1 to this letter;

•                      to propose that the Agreement may come into effect on the date of application of Council Directive 2003/48/EC of 3 June 2003 on taxation of savings income in the form of interest payments, which date shall be subject to the conditions set out in Article 17(2) of the Directive, subject to the notification to each other that the internal constitutional formalities for the entry into force of this Agreement  are completed;

•                      to propose our mutual commitment to comply at the earliest date with our said internal constitutional formalities and to notify each other without delay through the formal channels when such formalities are completed.

 

I have the honour to propose that, if the above is acceptable to your Government, this letter together with its Appendix 1 and your confirmation shall together constitute an Agreement between the Hellenic Republic and the British Virgin Islands.

Please accept, Sir, the assurance of our highest consideration”.

I am able to confirm that the Government of the British Virgin Islands is in agreement with the contents of your letter.

Please accept, Sir, the assurance of my highest consideration,

For the Government of the British Virgin Islands

Done at Tortola, on 11.4.2005, in the Greek and English languages, in three copies.

APPENDIX 1

AGREEMENT ON THE TAXATION OF SAVINGS INCOME BETWEEN THE GOVERNMENT OF THE BRITISH VIRGIN ISLANDS AND THE HELLENIC REPUBLIC

WHEREAS:

1. Article 17 of Directive 2003/48/EC (hereinafter referred to as “the Directive”) of the Council of the European Union (hereinafter referred to as “the Council”) on taxation of savings income provides that before 1 January, 2004 Member States shall adopt and publish the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with the Directive with effect from 1st January, 2005 provided that:

“(i) the Swiss Confederation, the Principality of Liechtenstein, the Republic of San Marino, the Principality of Monaco and the Principality of Andorra apply from that same date measures equivalent to those contained in this Directive, in accordance with agreements entered into by them with the European Community, following unanimous decisions of the Council;

(ii) all agreements or other arrangements are in place, which provide that all the relevant dependent or associated territories apply from that same date automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of this Directive, (or, during the transitional period defined in Article 10, apply a withholding tax on the same terms as are contained in Articles 11 and 12)”;

2. The British Virgin Islands (“BVI”) is not a member of the European Union and not within the European Union fiscal territory, but the Government of the United Kingdom has requested the Government of the BVI to voluntarily apply the provisions of the Directive;

3. The BVI notes that, while it is the ultimate aim of the EU Member States to bring about effective taxation of interest payments in the beneficial owner’s Member State of residence for tax purposes through the exchange of information concerning interest payments between themselves, three Member States, namely Austria, Belgium and Luxembourg, during a transitional period, shall not be required to exchange information but shall apply a withholding tax to the savings income covered by the Directive;

4. The BVI has agreed to apply a withholding tax with effect from 1st January, 2005, provided the European Union Member States have adopted the laws, regulations, and administrative provisions necessary to comply with the Directive, and the requirements of Article 17 of the Directive have generally been met;

5. The BVI has agreed to apply automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive from the end of the transitional period as defined in Article 10(2) of the Directive;

6. The BVI has legislation relating to undertakings for collective investment that is deemed to be equivalent in its effect to the EC legislation referred to in Articles 2 and 6 of the Directive.

 

NOW THEREFORE, the Government of the BVI and the Government of the Hellenic Republic (hereinafter referred to as a “contracting party” or the “contracting parties” as the context requires), have agreed to conclude this agreement which contains obligations on the part of the contracting parties only and provides for

(a) the automatic exchange of information by the competent authority of the Hellenic Republic to the competent authority of the BVI in the same manner as to the competent authority of a Member State;

(b) the application by the BVI, during the transitional period defined in Article 10 of the Directive, of a withholding tax from the same date and on the same terms as are contained in Articles 11 and 12 of that Directive;

(c) the automatic exchange of information by the competent authority of the BVI to the competent authority of the Hellenic Republic in accordance with Article 13 of the Directive;

(d) the transfer by the competent authority of the BVI to the competent authority of the Hellenic Republic of 75% of the revenue of the withholding tax in respect of interest payments made by a paying agent established in the BVI to an individual resident in the Hellenic Republic.

 

Article 1 Definitions

For the purposes of this Agreement, the term:

(a) “competent authority”, when applied to the contracting parties means,

(i) in the case of the BVI, the Financial Secretary; and

(ii) in the case of the Hellenic Republic, the Ministry of Economy and Finance;

(b) “Member State of EU” means the Hellenic Republic;

(c) “residence”, in relation to a beneficial owner, means the country or territory where his permanent address is located, subject to the conditions set out in Article 7(3) of this Agreement; 

(d) “UCITS” means an undertaking for collective investment in transferable securities that is recognised in accordance with the Directive of the Council of the European Union known as Council Directive 85/611/EEC of 20th December, 1985 on the co­ordination of laws, regulations and administrative provisions relating to undertakings for collective investment in transferable securities.

 

Article 2 Withholding of Tax by Paying Agents

Interest payments as defined in Article 9 of this Agreement which are made by a paying agent established in the BVI to beneficial owners within the meaning of Article 6 of this Agreement who are residents of the Hellenic Republic shall, subject to Article 4 of this Agreement, be subject to a withholding tax from the amount of interest payment during the transitional period referred to in Article 15 of this Agreement starting at the date referred to in Article 16 of this Agreement. The rate of withholding tax shall be 15% during the first three years of the transitional period, 20% for the subsequent three years and 35% thereafter. 

Article 3 Reporting of Information by Paying Agents

(1) Where interest payments, as defined in Article 9 of this Agreement, are made by a paying agent established in the Hellenic Republic to beneficial owners, as defined in Article 6 of this Agreement, who are residents of the BVI, or where the provisions of Article 4(1)(a) of this Agreement apply, the paying agent shall report to its competent authority

 

(a) the identity and residence of the beneficial owner established in accordance with Article 7 of this Agreement,

(b) the name and address of the paying agent,

(c) the account number of the beneficial owner or, where there is none, identification of the debt claim giving rise to the interests, and

(d) information concerning the interest payment specified in Article 5(1) of this Agreement. However, each contracting party may restrict the minimum amount of information concerning interest payment to be reported by the paying agent to the total amount of interest or income and to the total amount of the proceeds from sale, redemption or refund paid to the beneficial owner within the tax year,

 

and the Hellenic Republic shall comply with paragraph (2) of this Article.

(2) Within six months following the end of their tax year, the competent authority of the Hellenic Republic shall communicate to the competent authority of the BVI, automatically, the information referred to in paragraph 1 (a) – (d) of this Article, for all interest payments made during that year.

Article 4 Exceptions to the withholding tax procedure

(1) The BVI when levying a withholding tax in accordance with Article 2 of this Agreement shall provide for one or both of the following procedures in order to ensure that the beneficial owners may request that no tax be withheld:

(a) a procedure which allows the beneficial owner as defined in Article 6 of this Agreement  to avoid the withholding tax specified in Article 2 of this Agreement by expressly authorising his paying agent to report the interest payments to the competent authority of the contracting party in which the paying agent is established. Such authorisation shall cover all interest payments made to the beneficial owner by that paying agent;

(b) a procedure which ensures that withholding tax shall not be levied where the beneficial owner presents to his paying agent a certificate drawn up in his name by the competent authority of the contracting party of residence for tax purposes in accordance with paragraph 2 of this Article. 

(2) At the request of the beneficial owner, the competent authority of the contracting party of the country of residence for tax purposes shall issue a certificate indicating

(i) the name, address and tax or other identification number or, failing such, the date and place of birth of the beneficial owner;

(ii) the name and address of the paying agent; and

 

(iii) the account number of the beneficial owner or, where there is none, the identification of the security.

Such certificate shall be valid for a period not exceeding three years. It shall be issued to any beneficial owner who requests it, within two months following such request, shall bear the date of request as well as the date of issue and shall be applicable in relation to payments made after that date of request.

(3) Where paragraph (1)(a) of this Article applies, the competent authority of the BVI in which the paying agent is established shall communicate the information referred to in Article 3(1) of this Agreement to the competent authority of the Hellenic Republic as the country of residence of the beneficial owner. Such communications shall be automatic and shall take place at least once a year, within six months following the end of the tax year established by the laws of a contracting party, for all interest payments made during that year.

Article 5 Basis of assessment for withholding tax

(1) A paying agent established in the BVI shall levy withholding tax in accordance with Article 2 of this Agreement as follows:

(a) in the case of an interest payment within the meaning of Article 9(1)(a) of this Agreement: on the amount of interest paid or credited;

(b) in the case of an interest payment within the meaning of Article 9(1)(b) or (d) of this Agreement: on the amount of interest or income referred to in (b) or (d) of that sub­paragraph or by a levy of equivalent effect to be borne by the recipient on the full amount of the proceeds of the sale, redemption or refund as certified by the paying agent to its competent authority;

(c) in the case of an interest payment within the meaning of Article 9(1)(c) of this Agreement: on the amount of interest referred to in that sub-paragraph;

(d) in the case of an interest payment within the meaning of Article 9(4) of this Agreement:  on the amount of interest attributable to each of the members of the entity referred to in Article 8(2) of this Agreement who meet the conditions of Article 6(1) of this Agreement; and

(e) where the BVI exercises the option under Article 9(5) of this Agreement: on the amount of annualised interest.

(2) For the purposes of sub-paragraphs (a) and (b) of paragraph 1 of this Article, the withholding tax shall be deducted on a pro rata basis to the period during which the beneficial owner held the debt-claim. If the paying agent is unable to determine the period of holding on the basis of the information made available to him, the paying agent shall treat the beneficial owner as having been in possession of the debt-claim for the entire period of its existence, unless the latter provides evidence of the date of the acquisition.

(3) The imposition of withholding tax by the BVI shall not preclude the Hellenic Republic from taxing income in accordance with its national law.

(4) During the transitional period, the BVI may provide that an economic operator paying interest to, or securing interest for, an entity referred to in Article 8(2) of this Agreement in the other contracting party shall be considered the paying agent in place of the entity and shall levy the withholding tax on that interest, unless the entity has formally agreed to its name, address and the total amount of the interest paid to it or secured for it being communicated in accordance with the last paragraph of Article 8(2) of this Agreement.

 

Article 6 Definition of “beneficial owner”

(1) For the purposes of this Agreement, “beneficial owner” means an individual who receives an interest payment or any individual for whom an interest payment is secured, unless such individual can provide evidence that the interest payment was not received or secured for his own benefit. An individual is not the beneficial owner when he

(a) acts as a paying agent within the meaning of Article 8(1) of this Agreement;

(b) acts on behalf of a legal person, an entity which is taxed on its profits under the general arrangements for business taxation, an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC or an equivalent undertaking for collective investment established in the BVI, or an entity referred to in Article 8(2) of this Agreement and, in the last mentioned case, discloses the name and address of that entity to the economic operator making the interest payment and the latter communicates such information to the competent authority of its contracting party of establishment; or

(c) acts on behalf of another individual who is the beneficial owner and  discloses to the paying agent the identity of that beneficial owner.

(2) Where a paying agent has information suggesting that the individual who receives an interest payment or for whom an interest payment is secured may not be the beneficial owner, and

 

where neither paragraph 1(a) nor 1(b) of this Article applies, it shall take reasonable steps to establish the identity of the beneficial owner. If the paying agent is unable to identify the beneficial owner, it shall treat the individual in question as the beneficial owner.

Article 7 Identity and residence of beneficial owners

(1) Each Party shall, within its territory, adopt and ensure the application of the procedures necessary to allow the paying agent to identify the beneficial owners and their residence for the purposes of this Agreement. Such procedures shall comply with the minimum standards established in paragraphs (2) and (3);

(2) The paying agent shall establish the identity of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into, as follows:

(a) for contractual relations entered into before 1st January, 2004, the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of his name and address, by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Council Directive 91/308/EEC of 10th June, 1991 in the case of the Hellenic Republic or equivalent legislation in the case of the BVI on prevention of the use of the financial system for the purpose of money laundering;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1st January, 2004 the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of the name, address and, if there is one, the tax identification number allocated by the Member State of residence for tax purposes. These details should be established on the basis of the passport or of the official identity card presented by the beneficial owner.  If it does not appear on that passport or official identity card, the address shall be established on the basis of any other documentary proof of identity presented by the beneficial owner. If the tax identification number is not mentioned on the passport, on the official identity card or any other documentary proof of identity, including, possibly the certificate of residence for tax purposes, presented by the beneficial owner, the identity shall be supplemented by a reference to the latter’s date and place of birth established on the basis of his passport or official identification card.

(3) The paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into. Subject to the conditions set out below, residence shall be considered to be situated in the country where the beneficial owner has his permanent address:

(a) for contractual relations entered into before 1st January, 2004 the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its country of establishment and to Directive 91/308/EEC in the case of the Hellenic Republic, or equivalent legislation in the case of the BVI;

(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1st January, 2004, the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of the address mentioned on the passport, on the official identity card or, if necessary, on the basis of any documentary proof of identity presented by the beneficial owner and according to the following procedure: for individuals presenting a passport or official identity card issued by a Member State who declare themselves to be resident in a third country, residence shall be established by means of a tax residence certificate issued by the competent authority of the third country in which the individual claims to be resident.  Failing the presentation of such a certificate, the Member State which issued the passport or other official identity document shall be considered to be the country of residence.

 

Article 8 Definition of “paying agent”

 

(1) For the purposes of this Agreement, “paying agent” means any economic operator who pays interest to or secures the payment of interest for the immediate benefit of the beneficial owner, whether the operator is the debtor of the debt claim which produces the interest or the operator charged by the debtor or the beneficial owner with paying interest or securing the payment of interest.

(2) Any entity established in a contracting party to which interest is paid or for which interest is secured for the benefit of the beneficial owner shall also be considered a paying agent upon

 

such payment or securing of such payment. This provision shall not apply if the economic operator has reason to believe, on the basis of official evidence produced by that entity,  that

(a) it is a legal person with the exception of those legal persons referred to in paragraph

(5) of this Article;

(b) its profits are taxed under the general arrangements for business taxation; or

(c) it is an UCITS recognised in accordance with Directive 85/611/EEC of the Council or an equivalent undertaking for collective investment established in the BVI.

 

An economic operator paying interest to, or securing interest for, such an entity established in the other contracting party which is considered a paying agent under this paragraph shall communicate the name and address of the entity and the total amount of interest paid to, or secured for, the entity to the competent authority of its contracting party of establishment, which shall pass this information on to the competent authority of the contracting party where the entity is established.

(3) The entity referred to in paragraph (2) of this Article shall, however, have the option of being treated for the purposes of this Agreement as an UCITS or equivalent undertaking as referred to in sub-paragraph (c) of paragraph (2) of this Article. The exercise of this option shall require a certificate to be issued by the contracting party in which the entity is established and presented to the economic operator by that entity. A contracting party shall lay down the detailed rules for this option for entities established in their territory.

(4) Where the economic operator and the entity referred to in paragraph (2) of this Article are established in the same contracting party, that contracting party shall take the necessary measures to ensure that the entity complies with the provisions of this Agreement when it acts as a paying agent.

(5) The legal persons exempted from sub- paragraph (a) of paragraph (2) of this Article are,

(a) in Finland: avoin yhtio (Ay) and kommandiittiyhtio (Ky)/oppet bolag and kommanditbolag;

(b) in Sweden: handelsbolag (HB) and kommanditbolag (KB).

 

Article 9 Definition of “interest payment”

(1) For the purposes of this Agreement, “interest payment” means

 

 (a) interest paid, or credited to an account, relating to debt claims of every kind, whether or not secured by mortgage and whether or not carrying a right to participate in the debtor’s profits, and, in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures; penalty charges for late payment shall not be regarded as interest payment; 

(b) interest accrued or capitalised at the sale, refund or redemption of the debt claims referred to in sub-paragraph (a);

(c) income deriving from interest payments either directly or through an entity referred to in Article 8(2) of this Agreement, distributed by: 

(i) an UCITS authorised in accordance with EC Directive 85/611/EEC of the Council; or

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in the BVI;

(iii) entities which qualify for the option under Article 8(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside the BVI; and

(d) income realised upon the sale, refund or redemption of shares or units in the following undertakings and entities, if they invest directly or indirectly, via other undertakings for collective investment or entities referred to below, more than 40% of their assets in debt claims as referred to in sub-paragraph (a):

(i) an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC; or

(ii) an equivalent undertaking for collective investment established in the BVI;

 

(iii) entities which qualify for the option under Article 8(3) of this Agreement;

(iv) undertakings for collective investment established outside the territory to which the Treaty establishing the European Community applies by virtue of Article 299 thereof and outside the BVI.

  However, the contracting parties shall have the option of including income mentioned under paragraph (1)(d) of this Article in the definition of interest only to the extent that such income corresponds to gains directly or indirectly deriving from interest payments within the meaning of paragraph (1)(a) and (b) of this Article.

 

(2) As regards paragraph (1)(c) and (d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the proportion of the income which derives from interest payments, the total amount of the income shall be considered an interest payment.

(3) As regards paragraph (1)(d) of this Article, when a paying agent has no information concerning the percentage of the assets invested in debt claims or in shares or units as defined in that paragraph, that percentage shall be considered to be above 40%.  Where he cannot determine the amount of income realised by the beneficial owner, the income shall be deemed to correspond to the proceeds of the sale, refund or redemption of the shares or units.

(4) When interest, as defined in paragraph (1) of this Article, is paid to or credited  to an account held by an entity referred to in Article 8(2) of this Agreement, such entity not having qualified for the option under Article 8(3) of this Agreement, such interest shall be considered an interest payment by such entity.

(5) As regards paragraph (1)(b) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of requiring paying agents in its territory to annualise the interest over a period of time which may not exceed one year, and treating such annualised interest as an interest payment even if no sale, redemption or refund occurs during that period.

(6) By way of derogation from paragraph (1) (c) and (d) of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment any income referred to in those provisions from undertakings or entities established within its territory where the investment in debt claims referred to in paragraph 1(a) of this Article of such entities has not exceeded 15% of their assets. Likewise, by way of derogation from paragraph 4 of this Article, a contracting party shall have the option of excluding from the definition of interest payment in paragraph (1) of this Article interest paid or credited to an account of an entity referred to in Article 8(2) of this Agreement which has not qualified for the option under Article 8(3) of this Agreement and is established within its territory, where the investment of such an entity in debt claims referred to in paragraph 1(a) of this Article has not exceeded 15% of its assets. The exercise of such option by one contracting party shall be binding on the other contracting party.

(7) The percentage referred to in paragraph 1(d) of this Article and paragraph (3) of this Article shall from 1st January, 2011 be 25%.

(8) The percentages referred to in paragraph 1(d) of this Article and in paragraph (6) of this Article shall be determined by reference to the investment policy as laid down in the fund rules or instruments of incorporation of the undertakings or entities concerned or, failing which, by reference to the actual composition of the assets of the undertakings or entities concerned.

 

Article 10 Withholding tax revenue sharing

(1) The BVI shall retain 25% of the withholding tax deducted under this Agreement and transfer the remaining 75% of the revenue to the Hellenic Republic.

(2) The BVI levying withholding tax in accordance with Article 5(4) of this Agreement shall retain 25% of the revenue and transfer 75% to the Hellenic Republic proportionate to the transfers carried out pursuant to paragraph (1) of this Article.

(3) Such transfers shall take place for each year in one instalment at the latest within a period of six months following the end of the tax year established by the laws of the BVI.

(4) The BVI levying withholding tax shall take the necessary measures to ensure the proper functioning of the revenue sharing system.

 

Article 11 Elimination of double taxation

(1) A contracting party in which the beneficial owner is resident for tax purposes shall ensure the elimination of any double taxation which might result from the imposition by the BVI of the withholding tax to which this Agreement refers in accordance with the following provisions;

(a) if interest received by a beneficial owner has been subject to withholding tax in the BVI, the Hellenic Republic shall grant a tax credit equal to the amount of the tax retained in accordance with its national law.  Where this amount exceeds the amount of tax due in accordance with its national law, the Hellenic Republic shall repay the excess amount of tax withheld to the beneficial owner;

(b) if, in addition to the withholding tax referred to in Article 5 of this Agreement, interest received by a beneficial owner has been subject to any other type of withholding tax and the contracting party of residence for tax purposes grants a tax credit for such withholding tax in accordance with its national law or double taxation conventions, such other withholding tax shall be credited before the procedure in sub-paragraph (a) of this Article is applied.

(2) The contracting party which is the country of residence for tax purposes of the beneficial owner may replace the tax credit mechanism referred to in paragraph (1) of this Article by a refund of the withholding tax referred to in Article 5 of this Agreement.

 

Article 12 Transitional provisions for negotiable debt securities

(1) During the transitional period referred to in Article 15 of this Agreement, but until 31st December, 2010 at the latest, domestic and international bonds and other negotiable debt securities which have been first issued before 1st March, 2001 or for which the original issuing prospectuses have been approved before that date by the competent authorities within the meaning of Council Directive 80/390/EEC or by the responsible authorities in third countries shall not be considered as debt claims within the meaning of Article 9(1)(a) of this Agreement, provided that no further issues of such negotiable debt securities are made on or after 1st March, 2002. However, should the transitional period continue beyond 31st December, 2010, the provisions of this Article shall only continue to apply in respect of such negotiable debt securities

(a) which contain gross up and early redemption clauses; and

(b) where the paying agent as defined in Article 8 of this Agreement is established in a contracting party applying withholding tax and that paying agent pays interest to, or secures the payment of interest for the immediate benefit of a beneficial owner resident in the other contracting party.

 

If a further issue is made on or after 1st March, 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by a Government or a related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty, as defined in the Annex to this Agreement, the entire issue of such security, consisting of the original issue and any further issue, shall be considered a debt claim within the meaning of Article 9(1)(a) of this Agreement.

If a further issue is made on or after 1st March, 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by any other issuer not covered by the second sub-paragraph, such further issue shall be considered a debt claim within the meaning of Article 9(1)(a) of this Agreement.

(2) Nothing in this Article shall prevent the contracting parties from taxing the income from the negotiable debt securities referred to in paragraph (1) in accordance with their national laws.

Article 13 Mutual agreement procedure

Where difficulties or doubts arise between the parties regarding the implementation or interpretation of this Agreement, the contracting parties shall use their best endeavours to resolve the matter by mutual agreement.

Article 14 Confidentiality

(1) All information provided and received by the competent authority of a contracting party shall be kept confidential.

(2) Information provided to the competent authority of a contracting party shall not be used for any purpose, other than for the purposes of direct taxation, without the prior written consent of the other contracting party.

(3) Information provided shall be disclosed only to persons or authorities concerned with the purposes of direct taxation, and used by such persons or authorities only for such purposes or for oversight purposes, including the determination of any appeal. For these purposes, information may be disclosed in public court proceedings or in judicial proceedings.

(4) Where a competent authority of a contracting party considers that information which it has received from the competent authority of the other contracting party is likely to be useful to the competent authority of another Member State, it may transmit it to the latter competent authority with the agreement of the competent authority which supplied the information.

 

Article 15 Transitional Period

At the end of the transitional period as defined in Article 10(2) of the Directive the BVI shall cease to apply the withholding tax and revenue sharing provided for in this Agreement and shall apply in respect of the Hellenic Republic the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive. Without prejudice to Article 4 of this Agreement, if during the transitional period the BVI elects to apply the automatic exchange of information provisions in the same manner as is provided for in Chapter II of the Directive it shall no longer apply the withholding tax and the revenue sharing provided for in Article 10 of this Agreement.

Article 16 Entry into force

This Agreement shall enter into force on the thirtieth day after the latter of the dates on which the respective Governments have notified each other in writing that the formalities constitutionally required have been complied with, and its provisions shall have effect from the date from which the Directive is applicable according to paragraphs (2) and (3) of Article 17 of the Directive.

Article 17 Termination

(1) This Agreement shall remain in force until terminated by either contracting party.

(2) Either contracting party may terminate this Agreement by giving notice of termination in writing to the other contracting party, such notice to specify the circumstances leading to the giving of such notice. In such a case, this Agreement shall cease to have effect 12 months after the serving of notice.

 

Article 18 Application and suspension of application

(1) The application of this Agreement shall be conditional on the adoption and implementation by all the Member States of the European Union, by the United States of America, Switzerland, Andorra, Liechtenstein, Monaco and San Marino, and by all the relevant dependent and associated territories of the Member States of the European Community, respectively, of measures which conform with or are equivalent to those contained in the Directive or in this Agreement, and providing for the same dates of implementation.

(2) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 13 of this Agreement, the application of this Agreement or parts thereof may be suspended by either contracting party with immediate effect through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification should the Directive cease to be applicable either temporarily or permanently in accordance with European Community law or in the event that a Member State should suspend the application of its implementing legislation. Application of the Agreement shall resume as soon as the circumstances leading to the suspension no longer apply.

(3) Subject to the mutual agreement procedure provided for in Article 13 of this Agreement, either contracting party may suspend the application of this Agreement through notification to the other specifying the circumstances leading to such notification in the event that one of the third countries or territories referred to in paragraph (1) should subsequently cease to apply the measures referred to in that paragraph. Suspension of application shall take place no earlier than two months after notification. Application of the Agreement shall resume as soon as the measures are reinstated by the third country or territory in question.

 

ENTERED into this day of , 2004

Done in the Greek and English languages, all texts being equally authentic.

For the Government of the British Virgin Islands

For the Hellenic Republic

ANNEX LIST OF RELATED ENTITIES REFERRED TO IN ARTICLE 12

For the purposes of Article 12, the following entities will be considered to be a “related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty”:

ENTITIES WITHIN THE EUROPEAN UNION:

Belgium

-Vlaams Gewest (Flemish Region) -Région wallonne (Walloon Region) -Région bruxelloise/Brussels Gewest (Brussels Region) -Communauté française (French Community) -Vlaamse Gemeenschap (Flemish Community) -Deutschsprachige Gemeinschaft (German-speaking Community)

Spain

-Xunta de Galicia (Regional Executive of Galicia) -Junta de Andalucía (Regional Executive of Andalusia) -Junta de Extremadura (Regional Executive of Extremadura) -Junta de Castilla- La Mancha (Regional Executive of Castilla- La Mancha) -Junta de Castilla- León (Regional Executive of Castilla- León) -Gobierno Foral de Navarra (Regional Government of Navarre) -Govern de les Illes Balears (Government of the Balearic Islands) -Generalitat de Catalunya (Autonomous Government of Catalonia) -Generalitat de Valencia (Autonomous Government of Valencia) -Diputación General de Aragón (Regional Council of Aragon) -Gobierno de las Islas Canarias (Government of the Canary Islands) -Gobierno de Murcia (Government of Murcia) -Gobierno de Madrid (Government of Madrid) -Gobierno de la Comunidad Autónoma del País Vasco/Euzkadi (Government of the

Autonomous Community of the Basque Country) -Diputación Foral de Guipúzcoa (Regional Council of Guipúzcoa) -Diputación Foral de Vizcaya/Bizkaia (Regional Council of Vizcaya) -Diputación Foral de Alava (Regional Council of Alava) -Ayuntamiento de Madrid (City Council of Madrid) -Ayuntamiento de Barcelona (City Council of Barcelona) -Cabildo Insular de Gran Canaria (Island Council of Gran Canaria) -Cabildo Insular de Tenerife (Island Council of Tenerife) -Instituto de Crédito Oficial (Public Credit Institution) -Instituto Catalán de Finanzas (Finance Institution of Catalonia) -Instituto Valenciano de Finanzas (Finance Institution of Valencia)

Greece

-Оργανισμός Тηλεπικοινωνιών Ελλάδος (National Telecommunications Organisation) -Оργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (National Railways Organisation) -Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Public Electricity Company)

France

-La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (Social Debt Redemption Fund) -L'Agence française de développement (AFD) (French Development Agency)

-Réseau Ferré de France (RFF) (French Rail Network) -Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (National Motorways Fund) -Assistance publique Hôpitaux de Paris (APHP) (Paris Hospitals Public Assistance) -Charbonnages de France (CDF) (French Coal Board) -Entreprise minière et chimique (EMC) (Mining and Chemicals Company)

Italy

-Regions -Provinces -Municipalities -Cassa Depositi e Prestiti (Deposits and Loans Fund)

Latvia

-Pašvaldības (Local governments)

Poland

-gminy (communes)

-powiaty (districts)

-województwa (provinces)

-związki gmin (associations of communes)

-powiatów (association of districts)

-województw (association of provinces)

-miasto stołeczne Warszawa (capital city of Warsaw)

-Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Agency for Restructuring and Modernisation of Agriculture)

-Agencja Nieruchomości Rolnych (Agricultural Property Agency)

Portugal

-Região Autónoma da Madeira (Autonomous Region of Madeira) -Região Autónoma dos Açores (Autonomous Region of Azores) -Municipalities

Slovakia

-mestá a obce (municipalities) -Železnice Slovenskej republiky (Slovak Railway Company) -Štátny fond cestného hospodárstva (State Road Management Fund) -Slovenské elektrárne (Slovak Power Plants) -Vodohospodárska výstavba (Water Economy Building Company)

INTERNATIONAL ENTITIES:

-European Bank for Reconstruction and Development -European Investment Bank -Asian Development Bank -African Development Bank -World Bank / IBRD / IMF -International Finance Corporation -Inter-American Development Bank -Council of Europe Social Development Fund -EURATOM -European Community -Corporación Andina de Fomento (CAF) (Andean Development Corporation) -Eurofima -European Coal & Steel Community -Nordic Investment Bank -Caribbean Development Bank

The provisions of Article 12 are without prejudice to any international obligations that the Contracting Parties may have entered into with respect to the above mentioned international entities.

ENTITIES IN THIRD COUNTRIES :

The entities that meet the following criteria :

1) The entity is clearly considered to be a public entity according to the national criteria.

2) Such public entity is a non-market producer which administers and finances a group of activities, principally providing non-market goods and services, intended for the benefit of the community and which are effectively controlled by general government.

3) Such public entity is a large and regular issuer of debt.

4) The State concerned is able to guarantee that such public entity will not exercise early redemption in the event of gross-up clauses.

Άρθρο δεύτερο

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμφωνίαςπουκυρώνεται σύμφωνα μετα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 αυτής.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και τηνεκτέλεση του ως νόμουτουΚράτους.

Αθήνα, 21 Ιουνίου2005

ΟΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣΚΑΙΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ Γ. ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ Π. ΜΟΛΥΒΙΑΤΗΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο