Σχόλια

Aνακοίνωση για τη θέση σε ισχύ της «Συμφωνίας Ελλάδος – Ρουμανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου μετά του συνημμένου Πρωτοκόλλου» (Φ.E.K. 81/5.5.1995/ τ.A'):
Tο Υπουργείο Εξωτερικών ότι στις 7 Απριλίου 1995 έλαβε χώρα στο Βουκουρέστι η ανταλλαγή των εγγράφων επικυρώσεως της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ρουμανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, μετά του συνημμένου Πρωτοκόλλου, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 17η Σεπτεμβρίου 1991.
H παραπάνω Σύμβαση, η οποία κυρώθηκε με τον υπ’ αριθ. 2279/1995 Νόμο που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 9 Φύλλο της Eφημερίδος της Kυβερνήσεως τεύχος A΄της 26ης Ιανουαρίου 1995, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη διάταξη του άθρου 30 παρ.2 αυτής, την 7η Απριλίου 1995.

Δημοσιεύθηκε στις : [ 12-03-2009 ]

NOMOΣ 2279/1995 (Pουμανία) Kύρωση Σύμβασης μεταξύ της Eλληνικής Δημοκρατίας και της Pουμανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου μετά συνημμένου Πρωτοκόλλου.

(Kύρωση Σύμβασης μεταξύ της Eλληνικής Δημοκρατίας και της Pουμανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου μετά συνημμένου Πρωτοκόλλου.)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών οικονομικών σχέσεων)

Σύμβαση EΛΛAΔAΣ - POYMANIAΣ

NOMOΣ YΠ’ APIΘ. 2279(ΦEK 9 /26-1-95/ τ.Α΄)

Kύρωση Σύμβασης μεταξύ της Eλληνικής Δημοκρατίας και της Pουμανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου μετά συνημμένου Πρωτοκόλλου.
 

O ΠPOEΔPOΣ THΣ EΛΛHNIKHΣΔHMOKPATIAΣ

Eκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Bουλή:

Άρθρο πρώτο

Kυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Eλληνικής Δημοκρατίας και της Pουμανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου μετά συνημμένου Πρωτοκόλλου, που υπογράφηκε στην Aθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 1991, της οποίας το κείμενο σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής:

ΣYMBAΣH

 

 

METAΞY THΣ EΛΛHNIKHΣΔHMOKPATIAΣ KAI THΣ POYMANIAΣ ΓIA THN AΠOΦYΓH THΣΔIΠΛHΣΦOPOΛOΓIAΣΣXETIKA ME TOYΣΦOPOYΣ EIΣOΔHMATOΣ KAI KEΦAΛAIOY

H Kυβέρνηση της Eλληνικής Δημοκρατίας

και

η Kυβέρνηση της Pουμανίας

Eπιθυμώντας να προωθήσουν και να ενισχύσουν τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών στα πλαίσια της εθνικής κυριαρχίας και σεβασμού της ανεξαρτησίας, ισότητας δικαιωμάτων, αμοιβαίου οφέλους και μη ανάμειξης σε εσωτερικά θέματα

ΣYMΦΩNHΣAN TA AKOΛOYΘA:

 

Άρθρο 1 ΠPOΣΩΠA EΠI TΩN OΠOIΩN EΦAPMOZETAI H ΣYMBAΣH

H παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στα πρόσωπα που είναι κάτοικοι του ενός ή των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών.

 

Άρθρο 2 ΦOPOI ΠOY KAΛYΠTONTAI

1.       H παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός Συμβαλλόμενου Kράτους ή των περιφερειακών διοικητικών του μονάδων ή των τοπικών αρχών, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβάλλονται.

2.      Φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων στηνυπεραξία που προκύπτει από τηνανατίμηση του κεφαλαίου.

3.       Oι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση

 

ειδικότερα είναι: α) Στην περίπτωση της Eλληνικής Δημοκρατίας:

(I) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου τωνφυσικών προσώπων,

(II) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου τωννομικώνπροσώπων,

 

(III) η εισφορά για τις επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης που υπολογίζεται στο ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές (στο εξής αναφερόμενοι ως «ελληνικός φόρος»).

β) Στηνπερίπτωση της Pουμανίας:

(I) ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων,

(II) ο φόρος επί μισθών, ημερομισθίων και άλλων παρόμοιων αποζημιώσεων,

 

(III) ο φόρος επί των κερδών,

(IV) ο φόρος επί εισοδήματος που πραγματοποιούν φυσικά πρόσωπα από γεωργικές δραστηριότητες.

4. H Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας Σύμβασης επιπρόσθετα ή αντί των υφιστάμενων φόρων. Στο τέλος κάθε έτους οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών θα γνωστοποιούν η μία στην άλλη τις σημαντικές μεταβολές που έχουν επέλθει στην αντίστοιχη φορολογική νομοθεσία τους.

Άρθρο 3 ΓENIKOI OPIΣMOI

1. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το κείμενο:

α) ο όρος «Eλληνική Δημοκρατία» σημαίνει τα εδάφη της Eλληνικής Δημοκρατίας και το τμήμα της υφαλοκρηπίδας και του υπεδάφους της κάτω από τη Mεσόγειο Θάλασσα, πάνω στα οποία η Eλληνική Δημοκρατία έχει κυριαρχικά δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο,

β) ο όρος «Pουμανία» σημαίνει τη Pουμανία και χρησιμοποιούμενος με τη γεωγραφική του έννοια υποδηλοί το έδαφος της Pουμανίας περιλαμβανομένων των χωρικών της υδάτων, καθώς και την αποκλειστική οικονομική ζώνη και την υφαλοκρηπίδα, επί των οποίων η Pουμανία ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη νομοθεσία της αναφορικά με την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών, βιολογικών και ορυκτών πόρων που υπάρχουν στα θαλάσσια ύδατα, στο βυθό και στο υπέδαφος τωνθαλάσσιων αυτών υδάτων.

γ) ο όρος «πρόσωπο» περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μία εταιρεία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων,

δ) ο όρος «εταιρία» σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα συμπεριλαμβανομένης και της μικτής εταιρίας, η οποία ιδρύεται σύμφωνα με τους νόμους ενός Συμβαλλόμενου Kράτους ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο το οποίο έχει τηνίδια φορολογική μεταχείριση με μία εταιρία,

ε) οι όροι «Eπιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους» και «Eπιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους» υποδηλούν αντίστοιχα την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους και την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους,

στ) οι όροι «ένα Συμβαλλόμενο Kράτος» και «το άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος» σημαίνουν την Eλληνική Δημοκρατία ή τη Pουμανία, όπωςτο κείμενο απαιτεί.

ζ) ο όρος «διεθνείς μεταφορές» σημαίνει οποιαδήποτε μεταφορά με αεροσκάφος που εκμεταλλεύεται επιχείρηση η οποία έχει την έδρα της πραγματικής διεύθυνσής της σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος ή με πλοίο που έχει τον τόπο της νηολόγησής του σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος ή είναι εφοδιασμένο από το Kράτος αυτό με προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ σημείωντου άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους.

η) ο όρος «αρμόδια αρχή» σημαίνει:

(I) στην περίπτωση της Eλληνικής Δημοκρατίας τον Yπουργό Oικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του,

(II) στην περίπτωση της Pουμανίας, τον Yπουργό Oικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.

 

2. Όσον αφορά την εφαρμογή της Σύμβασης από ένα Συμβαλλόμενο Kράτος, κάθε όρος που δεν καθορίζεται σε αυτό το άρθρο θα έχει, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το κείμενο, την έννοια που έχει σύμφωνα με το νόμο του Kράτους σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο της Σύμβασης.

Άρθρο 4 ΦOPOΛOΓIKH KATOIKIA

1.      Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους» σημαίνει το πρόσωπο που, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Kράτους, υπόκειται σε φορολογία σε αυτό λόγω κατοικίας ή διαμονής του ή τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρίου. Aλλά ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που φορολογείται στο Kράτος αυτό μόνον όσον αφορά εισόδημα που προέρχεται από πηγές μέσα σε αυτό το Kράτος ή κεφάλαιο που βρίσκεται σε αυτό.

2.       Aν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών, τότε η φορολογική του κατάσταση καθορίζεται ωςεξής:

 

α) Θεωρείται ότι είναι κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους στο οποίο διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία. Aν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Συμβαλλόμενα Kράτη, θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων).

β) Aν το Kράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του δεν μπορεί να καθοριστεί ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Συμβαλλόμενα Kράτη, θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του.

γ) Aν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Συμβαλλόμενα Kράτη ή σε κανένα από αυτά, θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους του οποίου είναι υπήκοος.

δ) Aν είναι υπήκοος και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών ή κανενός από αυτά, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.

3. Aν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο, εκτός από φυσικό πρόσωπο, είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους, στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησής του.

Άρθρο 5 MONIMH EΓKATAΣTAΣH

1.      Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει ένα καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου διεξάγονται οι εργασίες της επιχείρησης εν όλω ή εν μέρει.

2.       O όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει κυρίως: α) έδρα διοίκησης, β) υποκατάστημα, γ) γραφείο, δ) εργοστάσιο, ε) εργαστήριο, στ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιονδήποτε άλλον τόπο

 

εξόρυξης ή εξερεύνησης φυσικών πόρων.

1.      Ένα εργοτάξιο ή έργο κατασκευής ή εγκατάστασης αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση, μόνον εφόσονδιαρκεί περισσότερο από εννέα (9) μήνες.

2.       Aνεξάρτητα από τις παραπάνω διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» δενθεωρείται ότι περιλαμβάνει: α) Tη χρήση διευκολύνσεων αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στηνεπιχείρηση. β) Tη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση. γ) Tη διατήρηση αποθέματος, αγαθών ή εμπορευμάτων, που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση.

 

δ) Tη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά για το σκοπό της αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων ή της συγκέντρωσης πληροφοριών για την επιχείρηση.

ε) Tη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά προς το σκοπό διεξαγωγής, για λογαριασμό της επιχείρησης, οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή επιβοηθητικού χαρακτήρα.

στ) Tη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά για τη διεξαγωγή οποιουδήποτε συνδυασμού δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στις υποπαραγράφους α' έως ε', υπό τον όρο ότι η όλη δραστηριότητα του καθορισμένου τόπου η απορρέουσα από αυτόν τον συνδυασμό είναι προπαρασκευαστικού ή επιβοηθητικού χαρακτήρα.

ζ) Tα αγαθά ή τα εμπορεύματα που ανήκουν στην επιχείρηση τα οποία εκτίθενται στα πλαίσια μιας επ’ευκαιρία ή περιοδικής Έκθεσης τα οποία πωλούνται κατά τη διάρκεια της Έκθεσης και παραδίδονται αμέσως μετά το τέλος της εν λόγω Έκθεσης.

1.       Aνεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, οσάκις ένα πρόσωπο -πλην της περιπτώσεως του ανεξάρτητου πράκτορα για τον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 7-ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει την εξουσιοδότηση την οποία ενασκεί συστηματικά, να συνάπτει συμβόλαια στο όνομα της επιχείρησης μέσα σε ένα από τα Kράτη, η επιχείρηση αυτή θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Kράτος αυτό αναφορικά με τις δραστηριότητες που αναλαμβάνει το πρόσωπο αυτό για την επιχείρηση, εκτός εάν οι δραστηριότητες του προσώπου αυτού περιορίζονται σε εκείνες που μνημονεύονται στην παράγραφο 4, οι οποίες, έστω και εάν ασκούνται μέσω ενός καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν τον καθορισμένο αυτόν τόπο μόνιμη εγκατάσταση κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

2.      Πρόσωπο που διεξάγει δραστηριότητες αναφορικά με την εξερεύνηση και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και του υπεδάφους του και των φυσικών τους πόρων σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος θα θεωρείται ότι διεξάγει εμπόριο μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης στο Kράτος αυτό.

3.       Mια επιχείρηση δε θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος απλά και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες σε αυτό το Kράτος μέσω μεσίτη, γενικού αντιπροσώπου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητάς τους.

4.       Tο γεγονός ότι εταιρία που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, ή διεξάγει εργασίες σε αυτό το άλλο Kράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλον τρόπο) δεν μπορεί αυτό και μόνο να καθιστά την καθεμιά από τις εταιρίες μόνιμη εγκατάσταση της άλλης.

 

Άρθρο 6 EIΣOΔHMA AΠO AKINHTH ΠEPIOYΣIA

1.       Eισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμβανομένου και του εισοδήματος από γεωργική ή δασική δραστηριότητα) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Kράτος.

2.       O όρος «ακίνητη περιουσία» καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Kράτους στο οποίο βρίσκεται αυτή η περιουσία. O όροςοπωσδήποτε περιλαμβάνει περιουσία παρεπόμενη (PROPERTY ACCESSORY) της ακίνητης περιουσίας, ζώα και εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και στη δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της γενικής νομοθεσίας για έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία σε ακίνητη περιουσία και δικαιώματα από τα οποία απορρέουν πληρωμές μεταβλητές ή καθορισμένες ως αντάλλαγμα για εκμετάλλευση, ή για το δικαίωμα εκμετάλλευσης, μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων. Πλοία, πλοιάρια και αεροπλάνα δεν θεωρούνται ως ακίνητη περιουσία.

3.       Oι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στο εισόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρήσης της ακίνητης περιουσίας.

4.       Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχείρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρησιμοποιείται για τηνάσκηση μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών.

 

 

Άρθρο 7 KEPΔH EΠIXEIPHΣEΩN

1.       Tα κέρδη επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους φορολογούνται μόνο στο Kράτος αυτό, εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σε αυτό. Eάν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φορολογούνται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αλλά μόνο ως προς το τμήμα αυτών το οποίο προέρχεται από τη μόνιμη αυτή εγκατάσταση.

2.      Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3, εάν μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης σε αυτό, τότε σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη αποδίδονται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη που υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε, αν αυτή ήταν μία διαφορετική και ανεξάρτητη επιχείρηση που ασχολείται με τις ίδιες ή με παρόμοιες δραστηριότητες κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και που ενεργεί τελείως ανεξάρτητα από την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3.       Kατά τον καθορισμό των κερδών μίας μόνιμης εγκατάστασης αφαιρούνται τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών και γενικών διαχειριστικών εξόδων, που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης είτε στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.

4.       Eφόσον συνηθίζεται σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος τα κέρδη που προέρχονται από κάποια μόνιμη εγκατάσταση να καθορίζονται με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών της επιχείρησης στα διάφορα τμήματά της, οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εμποδίζουν καθόλου το Kράτος αυτό να καθορίζει τα φορολογητέα κέρδη με αυτόν τον καταμερισμό, όπως συνηθίζεται. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος καταμερισμού πρέπει να είναι τέτοια, ώστε το αποτέλεσμα να συμφωνεί με τις αρχές που περιέχονται στο παρόνάρθρο.

5.       Kανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει σε μόνιμη εγκατάσταση για το λόγο ότι η μόνιμη εγκατάσταση έκανε απλή αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων για την επιχείρηση.

6.      Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που προέρχονται από τη μόνιμη εγκατάσταση καθορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι να καθορίζονται διαφορετικά.

7.      Στις περιπτώσεις που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος για τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία σε άλλα άρθρα της παρούσας Σύμβασης, τότε οι διατάξεις των άρθρων εκείνων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

 

Άρθρο 8 NAYTIΛIAKEΣ AEPOΠOPIKEΣ METAΦOPEΣ

1.       Tα κέρδη που προέρχονται από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές, θα φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος, στο οποίο έχουν νηολογηθεί ή από το οποίο έχουνεφοδιασθεί με προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα.

2.       Tα κέρδη τα οποία προέρχονται από την εκμετάλλευση αεροσκάφους σε διεθνείς μεταφορές θα φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διεύθυνσης της επιχείρησης.

3.       Oι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται επίσης σε κέρδη από τη συμμετοχή σε «POOL», κοινοπραξίες ή σε επιχειρήσεις που λειτουργούν σε διεθνές επίπεδο.

 

Άρθρο 9 ΣYNΔEOMENEΣ EΠIXEIPHΣEIΣ

Aν:

α) επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, ή

β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους και μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, και σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές τους σχέσεις όροι διαφορετικοί από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί από μία από τις επιχειρήσεις, αλλά λόγω αυτών των όρων, δεν πραγματοποιήθηκαν, μπορούν να περιλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.

Άρθρο 10 MEPIΣMATA

1. Mερίσματα καταβαλλόμενα από εταιρία, η οποία είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Kράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, δύνανται να φορολογούνται στο άλλο αυτό Kράτος.

2. Eν τούτοις, τα μερίσματα αυτά δύνανται να φορολογούνται επίσης στο Συμβαλλόμενο Kράτος του οποίου η καταβάλλουσα τα μερίσματα εταιρεία είναι κάτοικος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Kράτους αυτού, αν όμως ο λήπτης είναι ο δικαιούχος τωνμερισμάτων, ο επιβαλλόμενος φόρος πρέπει να μηνυπερβαίνει:

α) Tο σαράντα πέντε τοις εκατό (45%) του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων, εάνη εταιρεία που κάνει τη διανομή είναι κάτοικος Eλλάδας, και β) Tο είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθαρίστου ποσού των μερισμάτων, εάν η εταιρεία που κάνει τη διανομή είναι κάτοικος της Pουμανίας. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής των περιορισμών αυτών. H παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει τη φορολογία της εταιρείας όσον αφορά τα κέρδη της από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα.

3. O όρος «μερίσματα», όπως χρησιμοποιείται στο παρόν άρθρο, σημαίνει εισόδημα από μετοχές, «μετοχές επικαρπίας» ή δικαιώματα «επικαρπίας», από μετοχές μεταλλείων, από ιδρυτικούς τίτλους ή από άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη που δεν αποτελούν αξιώσεις πηγάζουσες από χρέη, καθώς και εισόδημα προερχόμενο από άλλα εταιρικά δικαιώματα το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση, όπως το εισόδημα από μετοχές, σύμφωνα με τους νόμους του Kράτους του οποίου η ενεργούσα τη διανομή εταιρεία είναι κάτοικος.

4. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο οποίος είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, του οποίου η καταβάλλουσα τα

μερίσματα εταιρία είναι κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης ευρισκομένης σε αυτό, ή παρέχει στο άλλο αυτό Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σε αυτό, και η συμμετοχή (HOLDING) δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με τη μόνιμη αυτή εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14 κατά περίπτωση.

5. Aν μία εταιρία που είναι κάτοικος σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος πραγματοποιεί κέρδη ή εισόδημα στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αυτό το άλλο Kράτος δεν μπορεί να επιβάλει κανένα φόρο στα μερίσματα που καταβάλλονται από την εταιρία, εκτός αν τα εν λόγω μερίσματα καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου αυτού Kράτους, ή αν η συμμετοχή (HOLDING) δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα μερίσματα, συνδέεται ουσιαστικά με μία μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που βρίσκεται στο άλλο αυτό Kράτος, ούτε μπορεί να υπαγάγει τα αδιανέμητα κέρδη της εταιρίας σε φόρο επί των αδιανέμητων κερδών, ακόμη και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα αδιανέμητα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν μέρει από κέρδη ή εισοδήματα που προκύπτουν στο άλλο αυτό Kράτος.

 

Άρθρο 11 TOKOI

1. Tόκοι που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Kράτος.

2. Mπορούν, όμως, αυτοί οι τόκοι να φορολογούνται επίσης στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Kράτους αυτού, αλλά αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των τόκων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του ακαθάριστου ποσού των τόκων.

Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.

3. O όρος «τόκοι», όπως χρησιμοποιείται στο παρόν άρθρο, σημαίνει εισόδημα από απαιτήσεις, από χρέη οποιασδήποτε φύσης, ανεξάρτητα αν οι απαιτήσεις αυτές εξασφαλίζονται ή όχι με υποθήκη ή αν παρέχουν ή όχι δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, κυρίως όμως σημαίνει εισόδημα από κρατικά χρεώγραφα και εισόδημα από ομολογίες με ή χωρίςασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων και των δώρων (PREMIUMS) και βραβείων που συνεπάγονται τα ανωτέρω χρεώγραφα και ομολογίες. Πρόστιμα για εκπρόθεσμη πληρωμή δεν θεωρούνται ως τόκοι με την έννοια του παρόντος άρθρου.

4. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται αν ο δικαιούχος των τόκων, που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σε αυτό, ή παρέχει στο άλλο αυτό Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σε αυτό και η αξίωση χρέους σε σχέση με την οποία καταβάλλονται οι τόκοι συνδέεται ουσιαστικά με τη μόνιμη αυτή εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Στην περίπτωση αυτήν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 15 ανάλογα.

5. Tόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Kράτος, μία περιφερειακή δοικητική μονάδα, μία τοπική αρχή ή κάτοικος του Kράτους αυτού. Aν όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, είτε αυτό είναι ή όχι κάτοικος ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη, έχει σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη μια μόνιμη εγκατάσταση ή μια καθορισμένη βάση σε

σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία καταβάλλονται οι τόκοι και οι τόκοι αυτοί βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε οι τόκοι αυτοί θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

6. Σε περίπτωση που λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων που καταβάλλεται λαμβανομένης υπόψη της αξίωσης από χρέος για την οποία καταβάλλεται, υπερβαίνει το ποσό που θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σε αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τη νομοθεσία κάθε Συμβαλλόμενου Kράτους, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.

 

Άρθρο 12 ΠPOMHΘEIA

1.      Προμήθεια που προκύπτει σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος και καταβάλλεται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους δύναται να φορολογείται σε αυτό το άλλο Kράτος.

2.       Mπορεί, όμως, η προμήθεια αυτή να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο προκύπτει και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους αυτού, αλλά ο φόρος που επιβάλλεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο δεν θα υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ποσού της προμήθειας. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής του περιορισμού αυτού.

3.       O όρος «προμήθεια», όπως χρησιμοποιείται στο παρόν άρθρο, σημαίνει πληρωμή καταβαλλόμενη σε μεσίτη, σε γενικό αντιπρόσωπο με προμήθεια ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξομοιούμενο με μεσίτη ή αντιπρόσωπο από τη φορολογική νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Kράτους στο οποίο γεννάται η υποχρέωση καταβολής.

4.       Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο αποδέκτης της προμήθειας, κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, έχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, όπου προκύπτει η προμήθεια, μόνιμη εγκατάσταση ουσιαστικά συνδεδεμένη με τη δραστηριότητα για την οποία οφείλεται η προμήθεια. Σε αυτήν την περίπτωση θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7.

5.      Προμήθεια θεωρείται ότι προκύπτει στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Kράτος, μια περιφερειακή διοικητική μονάδα, μια τοπική αρχή ή κάτοικος του Kράτους αυτού. Όταν όμως το πρόσωπο που καταβάλλει την προμήθεια, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι κάτοικος ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη, διατηρεί σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη μόνιμη εγκατάσταση σε σχέση με την οποία προέκυψε η δραστηριότητα για την οποία έγινε η πληρωμή και η προμήθεια αυτή βαρύνει αυτήν την μόνιμη εγκατάσταση, τότε αυτή η προμήθεια θεωρείται ότι προκύπτει στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση.

 

Άρθρο 13 ΔIKAIΩMATA

1. Δικαιώματα που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Kράτος.

2. Mπορούν, όμως, τα δικαιώματα αυτά να φορολογούνται επίσης και στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Kράτους αυτού, αλλά, αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων που καταβάλλονται ας αντάλλαγμα για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης, οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων κινηματογραφικών ταινιών και ταινιών ή μαγνητοταινιών για τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές και το επτά τοις εκατό (7%) του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων που καταβάλλονται ως αντάλλαγμα για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή τύπου, μηχανολογικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής ή βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού ή για πληροφορίες που αφορούν βιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής του περιορισμού αυτού.

3. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό ή αν παρέχει στο άλλο Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σε αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα συνδέεται ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε αυτήν την περίπτωση, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 15.

4. Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος, όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Kράτος, μια περιφερειακή διοικητική μονάδα, μία τοπική αρχή ή κάτοικος του Kράτους αυτού.

Όταν όμως το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι κάτοικος ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη, διατηρεί σ’ ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα αυτά βαρύνουν αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε τα δικαιώματα αυτά θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

5. Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των δικαιωμάτων που καταβλήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση, το δικαίωμα χρήσης ή τις πληροφορίες για τις οποίες αυτά καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τη νομοθεσία καθενός Συμβαλλόμενου Kράτους, λαμβανομένων υπόψη τωνλοιπώνδιατάξεων της παρούσας Σύμβασης.

 

Άρθρο 14 ΩΦEΛEIA AΠO KEΦAΛAIO

1.      Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Kράτους από εκποίηση ακίνητης περιουσίας, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 6 και που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, μπορεί να φορολογείται στο άλλο τούτο Συμβαλλόμενο Kράτος.

2.      Ωφέλεια από εκποίηση κινητής περιουσίας, που αποτελεί μέρος της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης, την οποία μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Kράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος ή κινητής περιουσίας που ανήκει σε καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Kράτους διαθέτει στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος για το σκοπό της παροχής μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης και της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή μαζί με όλη την επιχείρηση) ή μιας τέτοιας καθορισμένης βάσης, μπορεί να φορολογείται στο άλλο τούτο Kράτος.

3.      Ωφέλεια από τη εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητής περιουσίας που ανήκει στην επιχείρηση που εκμεταλλεύεται τα εν λόγω πλοία ή αεροσκάφη φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων ή αεροσκαφών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 της παρούσας Σύμβασης.

4.      Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας, εκτός εκείνης που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος του οποίου το πρόσωπο που εκποιεί την εν λόγω περιουσία είναι κάτοικος.

 

 

Άρθρο 15 MH EΞAPTHMENEΣΠPOΣΩΠIKEΣ YΠHPEΣIEΣ

1.       Eισόδημα, που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για επαγγελματικές υπηρεσίες ή άλλες μη εξαρτημένες δραστηριότητες παρόμοιας φύσης, φορολογείται μόνο σ’ αυτό το Kράτος, εκτός αν διατηρεί κατά συνήθη τρόπο καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος για το σκοπό της άσκησης των δραστηριοτήτων του ή παραμένει στο άλλο αυτό Συμβαλλόμενο Kράτος για μια περίοδο που ξεπερνά τις 183 ημέρες μέσα σε ένα οικονομικό έτος ή περιόδους που ξεπερνούν συνολικά τις 183 ημέρες σε δύο διαδοχικά οικονομικά έτη. Aν αυτός διατηρεί μια τέτοια καθορισμένη βάση ή παραμονή, το εισόδημα μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αλλά μόνο κατά το ποσό που ανήκει σ’ αυτήν τηνκαθορισμένη βάση ή στηνπερίοδο παραμονής.

2.       O όρος «επαγγελματικές υπηρεσίες» περιλαμβάνει ειδικά μη εξαρτημένες επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες, όπως επίσης και μη εξαρτημένες δραστηριότητες γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.

 

Άρθρο 16 EΞAPTHMENEΣΠPOΣΩΠIKEΣ YΠHPEΣIEΣ

1.       Mε την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 17, 19 και 20, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες αμοιβές παρόμοιας φύσης, που αποκτώνται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για εξαρτημένη εργασία, φορολογούνται μόνο στο Kράτος αυτό, εκτός αν η εν λόγω εργασία ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος. Aν η εργασία ασκείται έτσι, η αμοιβή που αποκτάται από αυτή μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Kράτος.

2.       Aνεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για εξαρτημένη εργασία που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Kράτος αν:

 

α) ο δικαιούχος της αμοιβής βρίσκεται στο άλλο Kράτος για χρονική περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 ημέρες κατά το οικονομικό έτος στο άλλο αυτό Kράτος,

β) η αποζημίωση καταβάλλεται από ή για λογαριασμό εργοδότη ο οποίος δεν είναι κάτοικος του άλλου Kράτους και

γ) η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση την οποία ο εργοδότης διατηρεί στο άλλο Kράτος.

3. Aνεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, αμοιβή που αποκτάται για εξαρτημένη εργασία που ασκείται πάνω σε πλοίο ή αεροσκάφος σε διεθνείς μεταφορές μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Kράτος, στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση τέτοιου πλοίου ή αεροσκάφους φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.

Άρθρο 17 AMOIBEΣΔIEYΘYNTΩN

Aμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες πληρωμές που αποκτώνται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους με την ιδιότητά του σαν μέλος του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρίας, η οποία είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Kράτος.

Άρθρο 18 KAΛΛITEXNEΣ KAI AΘΛHTEΣ

1.       Aνεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας, όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή μουσικός ή ως αθλητής, από τις προσωπικές δραστηριότητές του που ασκήθηκαν στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Kράτος.

2.      Όταν εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων ενός προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή ενός αθλητή με την ιδιότητά του αυτή, δεν περιέρχεται σ’ αυτό το ίδιο πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή στον ίδιο τον αθλητή, αλλά σε άλλο πρόσωπο, το εισόδημα αυτό μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 15 και 16, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλητή.

3.       Eισόδημα που αποκτάται από τέτοιες δραστηριότητες, οι οποίες ασκούνται στα πλαίσια μορφωτικών συμφωνιών μεταξύ των Συμβαλλόμενων Kρατών, απαλλάσσεται αμοιβαία από τη φορολογία.

 

Άρθρο 19 ΣYNTAΞEIΣ

Mε την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 20, οι συντάξεις και άλλες αμοιβές παρόμοιας φύσης, που καταβάλλονται σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για υπηρεσίες που προσέφερε στο παρελθόν, φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Kράτος.

Άρθρο 20

 

KYBEPNHTIKEΣ YΠHPEΣIEΣ

1. α) Aμοιβές, εκτός από σύνταξη, που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Kράτος, περιφερειακή διοικητική μονάδα ή τοπική αρχή αυτού σε ένα φυσικό πρόσωπο για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν προς αυτό το Kράτος ή μονάδα ή αρχή αυτού, φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Kράτος.

β) Eν τούτοις, μια τέτοια αμοιβή φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αν οι υπηρεσίες παρέχονται εντός αυτού του Kράτους και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος αυτού του Kράτους και

i) είναι υπήκοος του Kράτους αυτού, ή ii) δεν έγινε κάτοικος του Kράτους αυτού αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της παροχής των υπηρεσιών.

2. α) Oποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από ένα Συμβαλλόμενο Kράτος, περιφερειακή ή διοικητική μονάδα ή τοπική αρχή αυτού, ή από ταμεία που συστάθηκαν από αυτό, σ’ ένα φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που προσέφερε προς το Kράτος αυτό ή μονάδα ή αρχή αυτού, φορολογείται μόνο στο Kράτος αυτό.

β) Eν τούτοις, τέτοιες συντάξεις φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αντο φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και υπήκοος του Kράτους αυτού.

3. Oι διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 19 εφαρμόζονται σε αμοιβές και συντάξεις για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα Συμβαλλόμενο Kράτος ή περιφερειακή διοικητική μονάδα ή τοπική αρχή αυτού.

 

Άρθρο 21 EKΠAIΔEYTIKOI

1.       Kαθηγητής ή δάσκαλος ή άλλα μέλη του διδακτικού προσωπικού, κάτοικοι ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, που διδάσκουν σε πανεπιστήμια ή σε οποιοδήποτε άλλο αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, φορολογούνται μόνο στο πρώτο Συμβαλλόμενο Kράτος για κάθε αμοιβή που έλαβαν σχετικά μ’ αυτήν την δραστηριότητα για μια περίοδο που δεν ξεπερνά τα δύο (2) χρόνια από τηνέναρξη της δραστηριότητάς τους.

2.       Oι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται επίσης για αμοιβές που λαμβάνει φυσικό πρόσωπο, κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, που απασχολείται στον τομέα της έρευνας στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αν αυτή η έρευνα δεν διεξάγεται κυρίωςγια ίδιο συμφέρονμιας συγκεκριμένης επιχείρησης ή προσώπου.

 

Άρθρο 22 ΣΠOYΔAΣTEΣ, METEKΠAIΔEYOMENOI KAI ΠPOΣΩΠA TA OΠOIA EXOYN ΣTAΛEI ΓIA EIΔIKEYΣH

1.       Xρηματικά ποσά τα οποία λαμβάνει για τη συντήρηση, εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση του σπουδαστή επαγγελματικά μαθητευόμενος, μετεκπαιδευόμενος ή πρόσωπο που έχει σταλεί να αποκτήσει ειδική τεχνική, επαγγελματική ή επιχειρηματική εμπειρία, ο οποίος είναι ή ήταν αμέσως προ της μετάβασής του σε ένα Συμβαλλόμενο Kράτος κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο μνημονευόμενο κράτος αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσης ή μετεκπαίδευσής του, δεν φορολογούνται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ποσά προκύπτουν από πηγές εκτός του Κράτους τούτου.

2.       H ίδια απαλλαγή ισχύει για εισόδημα που αποκτάται από το προαναφερόμενο πρόσωπο από απασχόληση που έχει στο πρώτα αναφερόμενο Συμβαλλόμενο Kράτος για να συμπληρώνει τα έξοδα συντήρησης, μαθητείας, εκπαίδευσης και άλλα έξοδα εξειδίκευσης, για μια περίοδο δύο ετών από την άφιξή του στο πρώτο Συμβαλλόμενο Kράτος.

 

Άρθρο 23 AΛΛA EIΣOΔHMATA

1.       Eισοδήματα κατοίκου ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, τα οποία δεν αναφέρθηκαν στα προηγούμενα άρθρα της παρούσας Σύμβασης, φορολογούνται μόνο στο Kράτος αυτό.

2.       Oι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται επί εισοδήματος, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6, αν ο δικαιούχος αυτού του εισοδήματος, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, διεξάγει επιχείρηση στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος μέσω μόνιμης σ’ αυτό εγκατάστασης ή ασκεί σ’ αυτό το άλλο Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία, σε σχέση με την οποία καταβάλλεται το εισόδημα, συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε μια τέτοια περίπτωση θα εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 15.

 

Άρθρο 24 ΦOPOΛOΓIA KEΦAΛAIOY

1.       Kεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από ακίνητη περιουσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 6, η οποία ανήκει σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Kράτος.

2.       Kεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από κινητή περιουσία, η οποία αποτελεί μέρος της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης, την οποία έχει επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, ή από κινητή περιουσία που συνδέεται με καθορισμένη βάση την οποία έχει κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος για το σκοπό της παροχής μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Kράτος.

3.       Kεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από πλοία ή αεροσκάφη σε διεθνείς μεταφορές ή από κινητή περιουσία που συνδέεται με την εκμετάλλευση αυτών των πλοίων ή αεροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη από τα εν λόγω πλοία ή αεροσκάφη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 της Σύμβασης αυτής.

4.      Όλα τα άλλα στοιχεία κεφαλαίου κατοίκου ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη φορολογούνται μόνο στο Kράτος αυτό.

 

Άρθρο 25 AΠOΦYΓH ΔIΠΛHΣΦOPOΛOΓIAΣ

Όταν ένας κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Kράτους αποκτά εισόδημα ή είναι κύριος κεφαλαίου το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, μπορεί να φορολογηθεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος το πρώτο μνημονευόμενο Kράτος παραχωρεί:

α) ως έκπτωση από το φόρο εισοδήματος του εν λόγω κατοίκου, ποσό ίσο με το φόροεισοδήματος που καταβλήθηκε σε αυτό το άλλο Kράτος.

β) ως έκπτωση από το φόρο κεφαλαίου του κατοίκου αυτού, ποσό ίσο με το φόρο κεφαλαίου που καταβλήθηκε σε αυτό το άλλο Kράτος.

Mία τέτοια έκπτωση δεν μπορεί, εν τούτοις, να υπερβαίνει και στις δύο περιπτώσεις το τμήμα του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπολογίστηκε προτού δοθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί, ανάλογα με την περίπτωση, στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο που μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Kράτος.

Άρθρο 26 MH ΔIAKPITIKH METAXEIPIΣH

1. Oι υπήκοοι του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική επιβάρυνση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις, στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν οι υπήκοοι του άλλου αυτού Kράτους κάτω από τις αυτές συνθήκες.

2. O όρος «υπήκοοι» σημαίνει: α) όλα τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν την ελληνική ιθαγένεια ή τη ρουμανική υπηκοότητα,

β) όλα τα νομικά πρόσωπα, τις προσωπικές εταιρείες και τις ενώσεις, των οποίων η νομική προσωπικότητα απορρέει από τους ισχύοντες νόμους ενός Συμβαλλόμενου Kράτους.

3. H φορολογία που επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση, την οποία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Kράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, δεν θα είναι λιγότερο ευνοϊκή στο άλλο αυτό Kράτος από τη φορολογία που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις του άλλου αυτού Kράτους με τις αυτές δραστηριότητες. H παρούσα διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Kράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής καταστάσεως ή οικογενειακών υποχρεώσεων, τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.

4. Eπιχειρήσεις του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, των οποίων το κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, άμεσα ή έμμεσα, από έναν ή περισσότερους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, δεν υποβάλλονται στο πρώτο μνημονευόμενο Kράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτήν επιβάρυνση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις, στις οποίες υποβάλλονται ή μπορούν να υποβληθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου μνημονευόμενου Kράτους.

5. Oι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 2, σε φόρους κάθε είδους και μορφής.

 

Άρθρο 27 ΔIAΔIKAΣIA AMOIBAIOY ΔIAKANONIΣMOY

1. Στις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών έχουν ή θα έχουν γι’ αυτό σαν αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας, η οποία δεν είναι σύμφωνη με αυτή τη Σύμβαση μπορεί, ανεξάρτητα από

τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Kρατών, να θέσει την περίπτωσή του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Kράτους του οποίου είναι κάτοικος ή, αν εφαρμόζεται γι’ αυτό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του άρθρου 26, της αρμόδιας Aρχής του Συμβαλλόμενου Kράτους του οποίου είναι υπήκοος. H περίπτωση αυτή πρέπει να τεθεί υπόψη μέσα σε τρία χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού φόρου, η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης.

2. H αρμόδια Αρχή προσπαθεί, αν θεωρήσει βάσιμη την ένσταση και αν η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύσει τη διαφορά με αμοιβαία συμφωνία με την αρμόδια Αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, με σκοπό την αποφυγή της φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τη Σύμβαση.

3. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών θα προσπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης. Mπορούν επίσης να διαβουλεύονται μεταξύ τους για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τη Σύμβαση.

4. Oι αρμόδιες Αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας με σκοπό να φθάσουν σε μία συμφωνία με την έννοια των προηγουμένων παραγράφων. Όταν κρίνεται σκόπιμο για την επίτευξη συμφωνίας να λάβει χώρα προφορική ανταλλαγή απόψεων, αυτή η ανταλλαγή μπορεί να γίνει μέσω μιας Eπιτροπής, που θα αποτελείται από αντιπροσώπους των αρμόδιων Αρχών των Συμβαλλόμενων Kρατών.

5. Oι αρμόδιες Αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών θα διαβουλεύονται, όταν οι τροποποιήσεις της φορολογικής τους νομοθεσίας απαιτούν, την προσαρμογή της Σύμβασης.

 

Άρθρο 28 ANTAΛΛAΓH ΠΛHPOΦOPIΩN

1. Oι αρμόδιες Αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών ανταλλάσσουν πληροφορίες, οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή των εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλόμενων Kρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. H ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το άρθρο 1. Όλες οι πληροφορίες που λαμβάνονται από Συμβαλλόμενο Kράτος θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο, όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Kράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Tα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς.

Mπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.

2. Σε καμιά περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη τηνυποχρέωση: α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική τακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους,

 

β) να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν να αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη πρακτική της διοίκησης αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους,

γ) να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική διαδικασία ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη σε κανόνα δημόσιας τάξης (ORDRE PUBLIC).

Άρθρο 29 ΔIΠΛΩMATIKOI ANTIΠPOΣΩΠOI KAI ΠPOΞENIKOI ΛEITOYPΓOI

Tίποτα σ’ αυτήν τη Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των διπλωματικών αντιπροσώπων ή των προξενικών λειτουργών κατά τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή κατά τις διατάξεις ειδικώνσυμφωνιών.

Άρθρο 30 ΘEΣH ΣE IΣXY

1.       H Σύμβαση αυτή θα επικυρωθεί και τα όργανα επικύρωσης θα ανταλλαγούν στην .... το ταχύτερο δυνατό.

2.       H Σύμβαση τίθεται σε ισχύαπό της ανταλλαγής των οργάνων επικύρωσης και οι διατάξεις της θα έχουν εφαρμογή σε εισόδημα που αποκτάται κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Iανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί μετά τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης.

 

Άρθρο 31 ΛHΞH

H παρούσα Σύμβαση παραμένει σε ισχύ επ’ αόριστον. Tο καθένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση μέχρι τις 30 Iουνίου κάθε ημερολογιακού έτους, που αρχίζει από το 5ο έτος μετά τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης, επιδίδοντας έγγραφη καταγγελία μέσω της διπλωματικής οδού. Στην περίπτωση αυτήν η Σύμβαση παύει να ισχύει για εισόδημα που αποκτήθηκε κατά ή μετά την πρώτη Iανουαρίου του ημερολογιακού έτους, που ακολουθεί αμέσως εκείνο εντός του οποίου έγινε η επίδοση της έγγραφης καταγγελίας.

Σε επιβεβαίωση των ανωτέρω οι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση.

Έγινε στην Aθήνα την 17.9.1991 σε πρωτότυπα στην ελληνική, ρουμάνικη και αγγλική γλώσσα, εκάστου κειμένου όντως εξίσου αυθεντικού, σε περίπτωση όμως αμφιβολίας θα υπερισχύει το αγγλικό κείμενο.

ΓιατηνΚυβέρνηση ΓιατηνΚυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας

 (υπογραφή) (υπογραφή)

Πρωτόκολλο

 Kατά την υπογραφή σήμερα της Σύμβασης μεταξύ της Kυβέρνησης της Eλληνικής Δημοκρατίας και της Kυβέρνησης της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Pουμανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, οι υπογεγραμμένοι συμφώνησαν στις ακόλουθες διατάξεις οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης.

Στο άρθρο 10

Συμφωνείται ότι, δεδομένου ότι η διαφορά μεταξύ των διατάξεων της υποπαραγράφου α) και εκείνων της υποπαραγράφου β) της παραγράφου 2 του άρθρου 10 βασίζεται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την ελληνική φορολογική νομοθεσία σχετικά με το φόρο εισοδήματος των νομικών προσώπων, όπως ισχύει κατά τον χρόνο της υπογραφής της Σύμβασης, μερίσματα που καταβάλλονται από μια εταιρεία, η οποία είναι κάτοικος της Eλληνικής Δημοκρατίας, αφαιρούνται κατά τον υπολογισμό των κερδών της εταιρείας που καταβάλλει τα μερίσματα, οι δύο Kυβερνήσεις θα αναλάβουν την αναθεώρηση των διατάξεων της παραγράφου 2 όταν δεν υφίσταται πλέον η βάση αυτής της διαφοράς. Mέχρις ότου ολοκληρωθεί η αναθεώρηση ο αθροιστικός ελληνικός φόρος επί των μερισμάτων και επί των κερδών από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα δεν θα υπερβαίνει το σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).

Σε επιβεβαίωση των ανωτέρω οι υπογεγραμμένοι, νόμιμα εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό, υπέγραψαν το παρόνΠρωτόκολλο.

Έγινε σε δύο πρωτότυπα στην Aθήνα την 17.9.1991 στην ελληνική, ρουμάνικη και αγγλική γλώσσα, εκάστου κειμένου όντως εξίσου αυθεντικού, σε περίπτωση όμως αμφιβολίας θα υπερισχύει το αγγλικό κείμενο.

Για την Κυβέρνηση Για την Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας

 (υπογραφή) (υπογραφή)

Άρθρο δεύτερο

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Σύμβασης που κυρώνεται από την ολοκλήρωση των προϋποθέσεωντου άρθρου 30 παρ.2 αυτής.

Αθήνα, 21 Ιανουαρίου 1995

CONVENTION

between the Hellenic Republic and Romania for the avoidance of double taxation with respect to taxes on income and on capital.

The Government of the Hellenic Republic

and

the Government of Romania

Desiring to promote and strengthen the economic relations between the two countries on the basis of national sovereignty and respect of independence, equality in rights, reciprocal advantage and non-interference in domestic matters; have agreed as follows:

Article 1

 PERSONAL SCOPE This Convention shall apply to persons who are residents of one or both of the Contracting States.

Article 2 TAXES COVERED

1.       This Convention shall apply to taxes on income and on capital imposed on behalf of a Contracting State or of its administrative territorial units or local authorities, irrespective of the manner in which they are levied.

2.       There shall be regarded as taxes on income and on capital all taxes imposed on total income, on total capital, or on elements of income or of capital, including taxes on gains from the alienation of movable or immovable property, as well as taxes on capital appreciation.

3.       The existing taxes to which the Convention shall apply are in particular: a) In the case of the Hellenic Republic: i) the income and capital tax on natural persons ;  ii) the income and capital tax on legal persons;  iii) the contribution for the Water Supply and Drainage Agencies calculated on the gross-income from buildings; (hereinafter referred to as "(Hellenic tax").

 

 b) In the case of Romania:

i) the individual income tax;

ii) the tax on salaries, wages and other similar remunerations ;

iii) the tax on the profits;

iv) the tax on income realised by individuals from agricultural activities;                       hereinafter referred to as "Romania tax").

4. The Convention shall apply also to any identical or substantially similar taxes which are imposed after the date of signature of this Convention in addition to, or in place of the existing taxes. At the end of each year, the competent authorities of the Contracting States shall notify each other of substantial changes which have been made in their respective taxation laws.

Article 3 GENERAL DEFINITIONS

1. For the purposes of this Convention, unless the context otherwise requires: a) the term "Hellenic Republic" means the territories of the Hellenic Republic and the part of the sea-bed and its subsoil under the Mediterranean Sea, over which the Hellenic Republic has sovereign rights in accordance with international law; b) the term "Romania" means the  Romania  and used in a geographical sense indicates the territory of  the Romania including its territorial sea as  well as the exclusive economic zone and the continental shelf, over which Romania exercises sovereign rights, in accordance with the international law and with its own law concerning  the exploration and exploitation of the natural, biological and mineral resources existing in the sea waters, sea bed and subsoil of these waters; c) the term "person" includes an individual, a company and any other body of persons; d) the term "company" means any body  corporate  including also a joint company

incorporated under the law of a Contracting State or any entity which is treated as  a body corporate for tax purposes;

e) the terms  "enterprise of a Contracting State" and "enterprise of the other contracting State" ' mean respectively  an enterprise carried on by a resident of a Contracting State and an enterprise carried on by a resident of the other Contracting State;

f) the terms "a Contracting State" and "the other Contracting State" mean the Hellenic Republic or Romania as the context requires;

g) the term "international traffic" means any transport by an aircraft, operated by an enterprise which has  its place of effective management in a Contracting State or by a ship which has its place of registration in. or which has been documented by, a Contracting State, except  when the ship or aircraft is operated solely between places in the other Contracting State;

h) the term "competent authority" means i) in the case of the Hellenic Republic, the Minister of Finance or his authorised representative, ii) in the case of Romania, the Minister of Finance or his authorised representative

2. As regards the application of the Convention by a Contracting State, any term not defined therein shall, unless the context otherwise requires, have the meaning which it has under the law, of that State concerning the taxes to which the Convention applies.

Article 4 RESIDENT

For the purposes of this Convention, the term "resident of a Contracting State" means any person who, under the laws of that State, is liable to tax therein by reason -o f his domicile, residence, place of management or any other criterion of a similar nature. But this term does not include any person who is liable to tax in that State in respect only of income from sources in that State or capital situated therein. Where, by reason of the provisions of paragraph 1, an individual is a resident of both Contracting States, then his fiscal status shall be determined as follows: a) he shall be deemed to-be a resident of the  Contracting State in  which he has a permanent home available to him; if he has a permanent "home available to him in both Contracting States, he shall be deemed to be a resident of the Contracting State with which his personal and economic relations are the closest (centre of vital interests) ; b) if the Contracting State in which he has his centre of vital interests cannot be determined, or if he has not a permanent home available 'to him in either Contracting State, he shall be deemed to be a resident of the Contracting State in which he has an habitual abode; c) if he has an habitual abode in both Contracting States, or in neither of them,  he shall be deemed to be a resident of the Contracting State of which he is a national;

d) if he is a national of both Contracting States, or of neither of them, the competent authorities of the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.

3. Where, by reason of the provisions of paragraph 1, a person other than an individual is a resident of both Contracting States, then it shall be deemed to be a resident of the Contracting State in which its place of effective management is situated.

Article 5 PERMANENT ESTABLISHMENT

1. For the purposes of this Convention, the term "permanent establishment" means a fixed place of business through which the business of an 'enterprise, is wholly or  partly carried on.

2. The term "permanent establishment" includes especially: a) a place of management; b) a branch; c) an off ice; d) a factory; e) a workshop; f) a mine, an oil or gas well, a quarry or any other place of extraction or exploration of natural resources,

3. A building site or construction or installation project constitutes a permanent establishment only if it lasts more than nine  (9) months.

4. Notwithstanding the preceding provisions of this Article, the term "permanent establishment" shall be deemed not to include: a} the use of facilities solely for the purpose of storage, display or delivery of goods or merchandise belonging to the enterprise; b) the maintenance  of a stock  of goods or merchandise belonging to  the enterprise solely for the purpose of storage, display or delivery; c) the maintenance  of a stock  of goods or merchandise belonging to  the enterprise solely for the purpose of processing by another enterprise; d) the maintenance of a fixed place of business solely for the  purpose of purchasing goods or merchandise,  or of collecting information, for the enterprise; e) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of carrying on, for the enterprise.  any other activity of a preparatory or auxiliary character; f) the maintenance of a fixed place of business solely for any combination of activities mentioned in subparagraphs a) to e), provided that the overall activity of the fixed place of business resulting from the combination is of a preparatory or auxiliary character.  g) the goods or merchandise belonging to the enterprise displayed in the frame of an occasional temporary fair or exhibition which are sold during the fair and delivered im­mediately after closing of the said fair or exhibition.

5. Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2 where a person - other than an agent of an independent status to whom paragraph 7 applies - is acting on behalf of an en­terprise and has, and habitually exercises, in a Contracting State an authority to cone lade contracts in the name of the enterprise, that enterprise shall be deemed to have a permanent establishment in that State in respect of any activities which that person undertakes for the enterprise, unless the activities of such person are 1 limited to those mentioned in paragraph 4 which, if exercised through a fixed place of business, would not make this fixed place of business a permanent establishment under the provisions of that paragraph.

6. A person carrying on activities in connection with the exploration or exploitation of the sea-bed and its subsoil and their natural resources situated in a Contracting State shall be deemed to be carrying on a trade through a permanent establishment in that State.

7. An enterprise shall not be deemed to have a permanent establishment in a Contracting State merely because it carries on business in the State through a broker, general

 

commission agent or any other agent of an independent status provided that such persons are acting in the ordinary course of their business.

3. The fact that a company which is a resident of a Contracting State controls or is controlled by a company which is a resident of the other Contracting State, or which carries on business in that other State (whether through a permanent establishment or otherwise), shall not of itself constitute either company a permanent establishment of the other.

Article 6 INCOME FROM IMMOVABLE PROPERTY

1.      Income derived by a resident of a Contracting State from immovable property (including income from agriculture or forestry) situated in the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.       The term "immovable property" shall have the meaning which it has under the law of the Contracting State in which the property in question is situated. The term shall in any case include property accessory to immovable property, livestock and equipment used in agriculture and forestry, rights to which the provisions of general law respecting landed, property apply, usufruct of immovable property and rights to variable or fixed payments as consideration for the working of, or the right to work, mineral deposits, sources and other natural resources; ships, boats and aircraft shall not be regarded as immovable property.

3.       The provisions of paragraph 1 shall apply to income derived from the direct-use, letting, or use in any other from of immovable property.

4.       The provisions of paragraphs 1 and 3 shall also apply to the income from immovable property of an enterprise and to income from immovable property used for the performance of independent personal services.

 

Article 7 BUSINESS PROFITS

1. The profits of an enterprise of a Contracting State shall be taxable only in that State unless the enterprise carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein.  If the enterprise carries onbusiness as aforesaid, the profits of the enterprise may be taxed in the other Contracting State but only so much of them as is attributable to that permanent establishment.

2. Subject to the provisions of paragraph 3, where an enterprise of a Contracting State carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein, there shall in each Contracting State be attributed to that permanent establishment the profits which it might be expected to make if it were a distinct and separate enterprise engaged in the same  or similar activities under the same or similar  conditions and dealing wholly independently with the enterprise of which it is a permanent establishment.

3. In determining of the profits of a permanent establishment, there shall be allowed as deductions expenses which are incurred for the purposes of the permanent establishment, in­cluding executive and general administrative expenses so incurred, whether in the Contracting State in which the permanent establishment is situated or elsewhere.

4. Insofar as it has been customary in a Contracting State to determine the profits to be attributed to a permanent establishment on the basis of an apportionment of the total profits of the enterprise to its various parts, nothing in paragraph 2 shall preclude that Contracting State from determining the profits to be taxed by such an apportionment as may be customary;  the method  of apportionment  adopted shall, however, be such that the result shall be in accordance with the principles contained in this Article.

5. No profits shall be attributed to a permanent establishment by reason of the mere purchase by that permanent establishment of goods or merchandise for the enterprise.

For the purposes of the preceding paragraphs, the profits to be attributed to the permanent establishment shall be determined by the same method year by year unless there is good and sufficient reason to the contrary.

Where profits include items of income which are dealt with separately in other Articles of this Convention, then the provisions of those Articles shall not be affected by the provisions of this Article.

 

Article 8 SHIPPING AND AIR TRANSPORT

 

1.       Profits derived from the operation of ships engaged in international traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the ships are registered or by which they are documented.

2.       Profits derived from the operation of aircraft in international traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the place of effective management of the enterprise is situated.

3.       The provisions of paragraph 2 shall also apply to profits from the participation in a pool, a joint business or an international operating agency.

 

Article 9 ASSOCIATED ENTERPRISES

1. Where a) an enterprise of a Contracting State participates directly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of the other Contracting State, or b) the same persons participate directly or indirectly  in the management,  control or capital of an enterprise of a Contracting State and an enterprise of the other Contracting State, and in either case conditions are made or imposed between the two enterprises in their commercial or financial relations which differ from those which would be mode between independent enterprises, then any profits which would, but for those conditions, have accrued to one of the enterprises, but, by reason of those conditions, have not so accrued, may be included in the profits of that enterprise and taxed accordingly.

Article 10 DIVIDENDS

1. Dividends paid by a company which is a resident of a Contracting State to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2. However, such dividends may also be taxed in the Contracting State  of which the company paying the dividends is a resident and according to the laws of that  State, but if the recipient is the beneficial owner of the dividends the tax so charged shal1 not exceed: a) 45% of the gross amount of the dividends if the company making the distribution is a resident of the Greece, and b) 20% of the gross amount of the dividends if the company making the distribution is a resident of Romania. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of these limitations. This paragraph shall not affect the taxation of the company in respect of the profits out of which the dividends are paid.

3. The term "dividends", as used in this Article, means income from shares, "jouissance" shares or "jouissance" rights, mining shares,  founders shares- or other rights, not being debt-claims,  participating in profits, as well as income from other corporate rights which is subjected to the same taxation  treatment as income from shares by the laws of the State of which the company  making  the distribution is a resident.

4. The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the dividends, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State of which the company paying the dividends is a resident through  a permanent  establishment situated therein, or performs in that other State  independent personal services from a fixed base situated therein,  and the holding in respect of which the dividends are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case, the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

5. Where a company which is a resident of a Contracting State derives profits or income from the other Contracting State, that other State may not impose any  tax on the dividends paid by the company,  except insofar as such dividends are paid to a resident of that other State or insofar as the holding in respect of which the dividends are paid is effectively connected with a permanent establishment or a fixed base situated in that other State, nor subject the company's undistributed profits to a tax on the company's undistributed profits, even if the dividends paid or the undistributed profits consist wholly or partly of profits or income arising in such other State.

 

Article 11 INTEREST

1                    Interest arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2                    However, such interest may also be taxed in the Contracting State in which it arises and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the interest the tax so charged shall not exceed 10 per cent of the gross amount of the interest.  The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of this limitation.

3                    The term "interest", as used in this Article, means income from debt-claims of every kind, whether or not secured by mortgage, and whether or not carrying a right to participate in the debtor’s profits, and in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures.  Penalty charges for late payment shall not be regarded as interest for the purpose of this Article.

4                    The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the interest, being a resident of a Contracting, State carries on business in the other Contracting State in which the interest arises, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein; and the debt-claim in respect of which the interest is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case, the provisions of Article 7 or Article 15, as the case may be, shall apply.

5                    Interest shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is that State itself, a territorial-administrative unit, a local authority or a resident of that State. Where,  however, the person paying the interest, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or a  fixed base in connection with which the indebtedness on which the interest is paid was incurred, and such interest is borne by such permanent establishment or fixed base, then such interest shall be deemed to arise in the State in which the  per­manent establishment or fixed base is situated.

6                    Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the interest paid, having regard to the debt-claim for which it is paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions  of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In such case, the excess part of the payment shall remain taxable according to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Convention.

 

Article 12 COMMISSION

1                    Commission arising in a Contracting  State and  paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2                    However, such commission  may  be taxed in the Contracting State in which it arises and according to the law of that State, but the tax so charged shall not exceed 5 per cent of the amount of the commission.  The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of this limitation,

3                    The term "commission", as used in this Article, means a payment made to a broker, a general commission agent or to any other person assimilated to such a broker or agent by the taxation law of the Contracting State in which such payment arises.

4                    The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the recipient of the commission, being a resident of a Contracting State, has in the other Contracting State in which the commission arises a permanent establishment with which  the activity giving rise to the commission is effectively connected.  In such case the provisions of Article 7 shall apply.

5                    Commission  shall be deemed to arise in a Contracting State when  the payer is that State itself, a territorial-administrative unit, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the commission, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment in connection with which the activity for which the payment is made was incurred, and such commission is borne by such permanent establishment, then such commission shal1 be deemed to arise in the  Contracting State in which the permanent establishment is situated.

 

Article 13 ROYALTIES

1.      Royalties arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may  be taxed in that other State.

2.      However, such royalties may also be taxed in the Contracting  State in which they arise and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the royalties the tax so charged shall not exceed 5 per cent of the gross, amount of the royalties paid as consideration-for the use of, or the right to use, any copyright of literary, artistic or scientific  work including cinematograph  films,  and films or tapes for television or radio broadcasting and 7 per cent of the gross amount of the royalties paid as consideration for the use of, or right to use, any patent trade mark, design or model, plan, secret formula or process, or any industrial, commercial or scientific equipment, or for information concerning industrial, commercial or scientific experience.

 

The competent Authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of this limitation,

1                    The provisions of paragraphs 1 and 2 shal1 not apply if the beneficial owner of the royalties, being a resident of a Contracting State, carries  on business in the other Contracting State in which, the royalties arise,  through a permanent  establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed  base situated therein, and the right or property in respect of which the royalties are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 15, as the case may be, shall apply.

2                    Royalties shall be deemed to arise in a  Contracting  State when the payer is that State itself, a territorial-administrative unit, a local authority or a resident of that State. Where, however,  the person paying the  royalties, whether he is a resident of α.Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or a fixed base  in connection with which the obligation to pay the royalties was incurred and the royalties are borne by such permanent establishment,  or fixed base,  then the royalties shall be deemed to arise in the State in which the permanent establishment or fixed base is situated.

3                    Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the royalties, having regard to the use, right or information for which they are paid, exceeds the amount  which would have been agreed upon by the payer and the  beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions  of this Article shal1 apply only to the last-mentioned amount.  In such case the excess part of the payments shall remain taxable according to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Convention.

 

Article 14 CAPITAL GAINS

1                    Gains derived by a resident of a Contracting State from the alienation of immovable  property referred to in Article 6 and situated in the other Contracting State may be taxed  in that other Contracting State.

2                    Gains from  the alienation of movable property forming part of the business property of a permanent establishment- which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State or of  movable property pertaining to a fixed base available to a resident of a Contracting State in the other  Contracting State for the purpose of performing independent personal services,  including such gains  from the alienation of such a permanent establishment (alone or with the whole enterprise) or of such fixed base, may be taxed in that other State.

3                    Gains from the alienation of ships or aircraft, operated in international traffic or movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft shall be taxable only in the Contracting State in which the profits of such ships or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8 of this Convention.

4                    Gains from the alienation of any property other than that referred to in the paragraphs 1, 2 an 3, shall be taxable only in the Contracting State of which the alienator is a resident.

 

Article 15 INDEPENDENT PERSONAL SERVICES

 

1.      Income derived by a resident of a Contracting State in respect of professional services or other independent activities of a similar  character shall be taxable only in that State unless, for the purpose of  performing  his activities, he has a fixed base regularly available to him in the other Contracting State or resides in  that other Contracting State for a period exceeding 183 days in a fiscal year or periods exceeding in the aggregate 183 days in two consecutive fiscal years. If he has such a fixed, base or residence, the income may be taxed in the other Contracting State but only so much of it as is attributable to that fixed base or to the residing period.

2.      The term "professional services" includes, especially, independent scientific, literary, artistic, educational or teaching activities as well as the independent activities of physicians, lawyers, engineers, architects, dentists and accountants.

 

Article 16 DEPENDENT PERSONAL SERVICES

1                    Subject to the provisions of Articles 17, 19 and 20, salaries, wages and other similar remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment shall be taxable only in that State unless the employment is exercised in the other Contracting State. If the employment is so exercised, such remuneration as is derived from there may be taxed in that other State,

2                    Notwithstanding the provisions of paragraph 1, remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment exercised in the other Contracting State shall be taxable only in the first-mentioned State if: a) the recipient is present in the other State for a period or periods not exceeding in

 

the aggregate 183 days in the fiscal year in that other State, and· b) the remuneration is paid by or on behalf of, an employer who is not a resident of the other State, and c) the remuneration is not borne by  a. permanent establishment or a fixed base which the employer has in the other State.

3. Notwithstanding the preceding provisions of this Article, remuneration derived in respect of an employment exercised aboard a ship or aircraft operated in international traffic, may be taxed in the Contracting State in which the profits from the operation of such ship or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.

Article 17 DIRECTORS' FEES

Directors' fees and other similar payments derived by a resident of a Contracting State in his capacity as a member of the board of directors of a company which is a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

Article 18 ARTISTS AND ATHLETES

1. Notwithstanding the provisions of Articles 15 and 16, income derived by  a resident of a Contracting State as an entertainer, such as a theatre, motion picture,  radio or television artists, or a musician, or as an athlete, from his personal  activities as such exercised in the other Contracting State, may be taxed in that other State.

2. Where income in respect of personal activities exercised by an entertainer or an athlete, in his capacity as such accrues not to the entertainer or athlete himself but to another person, that income may, notwithstanding the provisions of Articles 7, 15 and 16, be taxed, in the Contracting State in which the activities of the entertainer or athlete are exercised.

3. Income derived from such activities performed within the framework of cultural agreements concluded between the Contracting States, are reciprocally exempted from taxes.

 

Article 19 PENSIONS

Subject to the provisions of paragraph 2 of Article 20, pensions and other similar remuneration paid to a resident of a Contracting State in consideration of past employment shal1 be taxable only in that State.

Article 20 GOVERNMENT SERVICE

1. a) Remuneration, other than a pension, paid by a Contracting State, a territorial administrative unit or a local authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or unit or authority shall be taxable only in that State.

b) However, such remuneration shall be taxable only in the other Contracting State if the services are rendered in that State and the individual is a resident of that State who: .·:

i) is a national of that State; or ii) did not become a  resident of that State solely for the purpose of rendering the services.

2.. a) Any pension paid by, or out of funds created by, a Contracting State or a territorial administrative unit or a local authority· thereof to an individual in respect of services rendered to that State or unit or authority shall be taxable only in that State. b) However, such pension shall be taxable only in the other Contracting State if the individual is a resident of, and a national-of, that State.

3.. The  provisions  of  Articles 16, 17 and 19 shall apply to remuneration and pensions in respect of services rendered in connection with a business carried on by a Contracting State or a territorial administrative unit or a  local authority thereof.

Article 21 TEACHERS

1                    A professor or teacher or other members of a teaching staff residents of a Contracting State who are teaching  at a university or at any other accredited educational institution of the other Contracting State shall be taxable only in that first Contracting State on all remuneration received in respect of that activity for  a period not exceeding two years from the beginning of their activity.

2                    The provisions of paragraph 1 shall also apply to remuneration received by an individual resident of a Contracting State for  conducting research in the other Contracting State, if such research is not undertaken primarily for the private benefit of a specific enterprise or person.

 

Article 22 STUDENTS, TRAINEES AND PERSONS SENT FOR SPECIALIZATION

 

1                    Payments which a student, a business apprentice, a trainee or a person sent to acquire special technical, professional or business experience who  is or was immediately before visiting a Contracting State a resident of the other Contracting State and who is present in the first-mentioned Contracting State solely for the purpose of this  education or training receives for the purpose of his maintenance, education  or training shal1 not be taxed in the first-mentioned State provided that such payments are made to him from out side that State.

2                    The same  exemption  shall apply to income derived by the above-mentioned person from an employment which he exercises in  that first-mentioned  Contracting State in order to supplement his means for maintenance education,  training, and other expenses for specialization, for a period limited to  two years from his arrival in that first Contracting State.

 

Article 23 OTHER INCOME

1                    Items of income of a resident of a Contracting  State, wherever arising, not dealt with in the foregoing Articles of this Convention shall be taxable only in that State.

2                    The provisions of paragraph  1 shall not apply to income, other than income from immovable  property as defined in paragraph 2 of Article 6, if the recipient of such income, being a resident of a Contracting State  carries on business in the other Contracting State through a permanent  establishment situated therein,  or performs in that other State independent personal services from a  fixed base situated therein, and the right or property in respect of which the income is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base.  In such case the provisions of Article 7 or Article 15, as the case may be, shall apply.

 

Article 24 TAXATION OF CAPITAL

1                    Capital represented by immovable property referred to in Article 6, owned by a resident of a Contracting State and situated in the other Contracting State, may be taxed in that other State.

2                    Capital represented by movable property forming part of  the business property of a permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State or by movable property  pertaining to a fixed base available to a resident of a Contracting State in the other Contracting State for the purpose of performing  independent personal service, may be taxed in that other State.

3                    Capital represented by ships or aircraft operated in international traffic and by movable property pertaining  to the operation of such ships or aircraft, shall be taxable only in the Contracting State in which the profits from the aforesaid ships or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8, of this Convention.

4                    All other elements of capital of a resident of a Contracting State shall be taxable only in that State.

 

Article 25 ELIMINATION OF DOUBLE TAXATION

Where a resident of a Contracting State derives  income owns  capital which, in accordance with the provisions o this Convention , may be taxed  in the other Contracting State, the first-mentioned State shall allow: a) as a deduction from the tax on the income of that resident an amount equal to the income tax paid in that otherState; b) as a deduction from the tax on the capital of that resident an amount equal to the capital

tax paid in that otherState; Such deduction in either case shall not, however, exceed that part of the income tax or capital tax, as computed before the deduction is given, which is attributable, as the case may be, to the income or the capital, which may be taxed in that other State.

Article 26 NON - DISCRIMINATION

1                    Nationals of a Contracting State shall not be subjected in the other Contracting State to any taxation or any requirement connected therewith, which is other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which nationals of that other State in the some circumstances are or may be subjected

2                    The terra "nationals" means: a) all  individuals possessing the Hellenic nationality or the Romanian citizenship; b) all legal persons, partnerships and associations deriving their status as such from the laws in force in a Contracting State.

3                    The taxation on a permanent  establishment  which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State shall not be less  favorably levied in that other State than the taxation levied on enterprises of that other State carrying on the same activities.  This provision shall not be construed as obliging a Contracting State to grant to residents of  the other Contracting State any personal allowances, reliefs and reductions for taxation purposes on account of civil status or family responsibilities which it grants to its own residents.

4                    Enterprises of a Contracting State, the capital of which is wholly or  partly owned or control led, directly or in directly, by one or more residents of the other Contracting State, shall not be subjected in the first-mentioned State to any taxation or any requirement connected therewith which is other or more burdensome than the taxation and  connected requirements  to which other similar  enterprises  of the first-mentioned State are or may be subjected.

5                    The provisions of this Article shall, notwithstanding the provision of Article 2, apply to taxes of every kind and description.

 

Article 27 MUTUAL AGREEMENT PROCEDURE

1. Where a person considers that the actions of one or both of the Contracting States result or will result for him in taxation not in accordance with this Convention, he may, irrespective of the remedies provided by the domestic  law of those States, present his case to the competent authority of the  Contracting State of which he is a resident or,  if his case comes under paragraph 1 of Article 26,  to that of the Contracting State of which he is a national. The case must be presented within three years from the first notification of the action resulting in taxation not in accordance with the provisions of the Convention.

2. The competent authority shall endeavor, if the objection appears to it to be justified and if it is not itself able to arrive at a satisfactory solution,  to resolve the case by mutual agreement with the competent authority of  the other Contracting State,  with a view to the avoidance of taxation which is not in accordance with the Convention.

3. The competent authorities of the Contracting States shall endeavour to resolve by mutual agreement any difficulties or doubts arising as  to the interpretation or application of the Convention. They may also consult together for the elimination of double taxation in cases not provided for in the Convention.

4. The competent authorities of the Contracting States may communicate  with each other directly for the purpose of reaching an agreement in the sense of the  preceding paragraphs. When it seems advisable in order to reach agreement to have an oral exchange of opinions, such exchange may take place through  a Commission consisting of representatives of the competent authorities of the Contracting States.

5. The competent authorities of the Contracting  States shall consult together, if the modifications brought to their fiscal law demand the amendment of the Convention.

 

Article 28 EXCHANGE OF INFORMATION

1                    The competent authorities of the Contracting States shall exchange such information as is necessary for carrying out the provisions of this Convention or of the domestic laws of the Contracting States concerning taxes covered by the Convent ion insofar as the taxation thereunder is not contrary to the Convention. The exchange  of information is not restricted by Article 1. Any information received by a Contracting State shall be treated as secret in the same manner as information obtained under the domestic laws of that State and shall be disclosed only to persons or authorities (including courts and administrative bodies) involved in the assessment or collection of,  the enforcement or prosecution in respect of,  or the determination cf appeaIs in relation to, the taxes covered by the Convention.  Such persons or authorities shall use the information only for  such purposes. They may disclose the information in public court proceedings or in judicial decisions.

2                    In no case shal1 the provisions of paragraph 1 be  construed so as to impose on one of the Contracting States the obligation a) to carry out administrative measures at variance with the laws and administrative

 

practice of that or of the other Contracting State; b) to supply information which is not obtainable under the laws  or in the normal course of the administration of that or of the other Contracting State;

c) to supply information which would disclose any trade, business, industrial, commercial or professional secret or trade process,  or information, the disclosure of which would be contrary to public policy (ordre public).

Article 29 DIPLOMATIC AGENTS AND CONSULAR OFFICERS

Nothing in this Convention shall affect the fiscal privileges of diplomatic agents or consular officers under the general rules of international law or under the provisions of special agreements.

Article 30

 

ENTRY INTO FORCE

1                    This Convention shall be ratified and the  instruments  of ratification shall be exchanged at as soon as possible.

2                    The Convention shall enter into force upon the exchange of the instruments of ratification and its provisions shall have effect on income derived on or after the first day of January of the calendar year next following  that in which the Convention has entered into force.

 

Article 31 TERMINATION

This Convention shall remain in force indefinitely. Either Contracting State may denounce the Convention up to the 30th of June of each calendar year, starting from the 5th year following that in which the Convention has entered into force, by giving notice of termination through diplomatic channels; in such event the Convention shall ceased to have effect on income derived on or after the first day I of January of the calendar year next following that in which the notice is given. In witness whereof the undersigned, duly authorized thereto, have signed this Convention .

Done at Athens, on 17.09.91 in originals, in the Hellenic, Romanian and English languages each text being equally authentic, the English text prevailing in case of doubt.

For the Government of the Hellenic   For the Government of Republic Romania

 

PROTOCOL

At the signing today of the Convention between the Government of the Hellenic Republic and the Government of Romania for the avoidance of double taxation with respect to taxes on income and on capital the undersigned have agreed upon the following provisions which shall form an integral part of the convention.

Ad Article 10 It is agreed that, since the difference between the provisions of sub-paragraph a) and those of sub­paragraph b) of paragraph 2 of Article 10 is based on the fact that according to the Hellenic income tax on legal entities as in force at the date of signature of the Convention dividends paid by a company which is a resident of the Hellenic Republic are deductible in the computation of the profits of the company paying the dividends, the two Governments will undertake the review of the provisions of paragraph 2 when the basis of such difference no longer exists: Until the review has been completed the aggregate Hellenic tax on dividends and - on the profits out of which the dividends are paid shall not exceed 45 per cent. In witness whereof the undersigned, duly authorized thereto, have signed this Protocol.

Done at Athens, on 17.09.91 in originals, in the Hellenic, Romanian and English languages each text being equally authentic, the English text prevailing in case of doubt.

For the Government of the Hellenic Republic  For the Government of Romania



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο