Σχόλια

Κατά την Ανακοίνωση του Υπ.Εξ. της 23.5/31.5.2005,ΦΕΚ Α 126, "To Υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει ότι η Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Κράτους του Κουβέιτ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που υπογράφηκε στην Πόλη του Κουβέιτ στις 2 Μαρτίου 2003 και κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον υπ' αριθμ. 3330/2005 Νόμο, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 82 Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, τεύχος Α΄, της 6ης Απριλίου 2005, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 30 αυτής, στις 20 Απριλίου 2005. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 30 της εν λόγω Σύμβασης οι διατάξεις της έχουν εφαρμογή και στα δύο ΣυμβαλλόμεναΚράτη: α) Σε σχέση με τους παρακρατούμενους φόρους στη πηγή, σε εισοδήματα που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους του επόμενου εκείνου, εντός του οποίου τίθεται σε ισχύ ηΣύμβαση. β) Αναφορικά με λοιπούς φόρους για οικονομικά έτη που αρχίζουν κατά την ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του επομένου ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος μέσα στο οποίο τίθεται σε ισχύ ηΣύμβαση.

Δημοσιεύθηκε στις : [ 11-03-2009 ]

ΝΟΜΟΣ 3330/2005 (Κουβέιτ) Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Κράτους του Κουβέιτ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας καιτην αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.

(Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Κράτους του Κουβέιτ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας καιτην αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών οικονομικών σχέσεων)

ΝΟΜΟΣ ΥΠ. ΑΡΙΘ. 3330 (ΦΕΚ 82/06.04.2005/τ.Α΄)

Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Κράτους του Κουβέιτ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας καιτην αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.

ΟΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Κράτους του Κουβέιτ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, που υπογράφηκε στην Πόλη του Κουβέιτ στις 2 Μαρτίου 2003, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ωςεξής:

ΣΥΜΦΩΝΙΑ Μεταξύ της Ελληνικής δημοκρατίαςκαι του Κράτους του Κουβέιτ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και τηναποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.

Η Κυβέρνηση της Ελληνικής δημοκρατίας και η Κυβέρνηση του Κράτους του Κουβέιτ επιθυμώντας να προωθήσουν τις αμοιβαίες οικονομικές σχέσεις μέσω της επίτευξης μιας Συμφωνίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου:

Συμφώνησαν τα ακόλουθα:

 

Άρθρο 1 ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η παρούσα Συμφωνία εφαρμόζεται επί προσώπων που είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.

 

Άρθρο 2 ΚΑΛΥΠΤΟΜΕΝΟΙ ΦΟΡΟΙ

1.      Η παρούσα Συμφωνία εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των πολιτικών υποδιαιρέσεων ή τωντοπικών αρχών του, ανεξάρτητα από το τρόπο επιβολής.

2.      Θεωρούνται ως φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο, ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, περιλαμβανομένων και των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς επίσης και των φόρων επί της υπεραξίας που προκύπτει από τηνανατίμηση του κεφαλαίου.

3.      Οι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους έχει εφαρμογή η Συμφωνία είναι ειδικότερα: α) Όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία:

 

(1) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου τωνφυσικώνπροσώπων

(2) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των νομικών προσώπων (εφεξής αναφερόμενος ως "Ελληνικός φόρος") β) Όσοναφορά το Κουβέιτ:

(1) φόρος στο καθαρό εισόδημα (καθαρά κέρδη) των νομικών προσώπων

(2) η καταβολή εισφοράς από τα καθαρά κέρδη των Κουβεϊτιανών μετοχικών εταιριών στο Κουβεϊτιανό Ίδρυμα για τηνΑνάπτυξη της Επιστήμης (KFAS).

(3) Ο ΖΑΚΑΤ (εφεξής αναφερόμενος ως "Κουβεϊτιανός φόρος").

 

4. Η Συμφωνία έχει επίσης εφαρμογή σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται, σύμφωνα με τους νόμους του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους μετά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας, επί πλέον ή σε αντικατάσταση των υφιστάμενων φόρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών θα γνωστοποιούν η μία στην άλλη οποιεσδήποτε ουσιαστικέςαλλαγές έχουν επέλθει στιςαντίστοιχες φορολογικές νομοθεσίες τους.

 

Άρθρο 3 ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

1. Για τους σκοπούς αυτής της Συμφωνίας, εκτός αν το κείμενο ορίζει διαφορετικά: α) Οι όροι "ένα Συμβαλλόμενο Κράτος" και το "άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος" υποδηλώνουν την Ελληνική Δημοκρατία ή το κράτος του Κουβέιτ όπως το κείμενο απαιτεί. β) Ο όρος "Ελληνική Δημοκρατία" περιλαμβάνει τα εδάφη της Ελληνικής Δημοκρατίας και το τμήμα της Θάλασσας, του θαλάσσιου βυθού και του υπεδάφους της κάτω από τη Μεσόγειο θάλασσα, επί των οποίων η Ελληνική Δημοκρατία έχει κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιοδοσία σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, προς το σκοπό εξερεύνησης, εξόρυξης ή εκμετάλλευσης των φυσικώνπόρωναυτών των περιοχών. γ) Ο όρος "Κουβέιτ" σημαίνει το έδαφος του Κράτους του Κουβέιτ συμπεριλαμβανομένης κάθε περιοχής πέραν των χωρικών υδάτων η οποία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έχει οριστεί ή ενδεχομένως οριστεί από εδώ και στο εξής, σύμφωνα με τους νόμους του Κουβέιτ ως μια περιοχή στην οποία το Κουβέιτ ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιοδοσία. δ) Ο όρος "πρόσωπο" περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μια εταιρία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων. ε) Ο όρος "εταιρεία " σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική μορφή, ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει τηνίδια φορολογική μεταχείριση με μια εταιρεία. ζ) Οι όροι "επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους" και "επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους" υποδηλώνουν αντίστοιχα μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους. η) ο όρος "υπήκοος" υποδηλώνει:

 

(1) Οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και

(2) Οποιαδήποτε προσωπική εταιρεία ή ένωση που αποκτά το νομικό καθεστώς του ωςτέτοιο από τους νόμους που ισχύουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος. θ) Όρος "διεθνείς μεταφορές" υποδηλώνει οιαδήποτε μεταφορά με πλοίο ή αεροσκάφος, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια ή πλόες αποκλειστικά μεταξύ τοποθεσιών μέσα σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος. ι) Ο όρος "φόρος" υποδηλώνει Ελληνικό φόρο ή Κουβεϊτιανό φόρο, όπως ορίζεται από το κείμενο. κ) ο όρος "αρμόδια αρχή" υποδηλώνει τον Υπουργό Οικονομικών ή έναν εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών.

 

2. Όσον αφορά την εφαρμογή της Συμφωνίας από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος ο οποίος δεν προσδιορίζεται σε αυτή θα έχει, εκτός αν το κείμενο ορίζει διαφορετικά, την έννοια που έχει κατά τη στιγμή της εφαρμογής σύμφωνα, με τους νόμους αυτού του Κράτους όσον αφορά τους φόρους στους οποίους εφαρμόζεται η Συμφωνία, οποιασδήποτε έννοια σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους φορολογικούς νόμους αυτού του Κράτους, υπερισχύουσας εκείνης της έννοιας που δίδεται σε αυτόν τον όρο σύμφωνα με άλλους νόμους του Κράτους αυτού.

Άρθρο 4 ΚΑΤΟΙΚΟΣ

1. Για τους σκοπούς αυτής της Συμφωνίας, ο όρος "κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους" υποδηλώνει: α) στην περίπτωση της Ελληνικής δημοκρατίας οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, υπόκειται σε φορολογία σ' αυτό λόγω της κατοικίας του, τόπου διαμονής του, τόπου διοίκησης των δραστηριοτήτων του ή άλλου κριτηρίου παρόμοιας φύσης, και περιλαμβάνει επίσης αυτό το Κράτος και οποιαδήποτε πολιτική υποδιαίρεση του ή τοπική αρχή του. Όμως ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που υπόκειται σε φορολογία στο Κράτος αυτό όσον αφορά μόνον εισόδημα από πηγές στο Κράτος αυτό ή κεφάλαιο που βρίσκεται σε αυτό. β) Στην περίπτωση του Κουβέιτ:

(1) Οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που έχει μόνιμη κατοικία στο Κουβέιτ και έχει Κουβεϊτιανή υπηκοότητα, και οποιαδήποτε εταιρεία που συστάθηκε στο Κουβέιτ.

(2) Το Κράτος και οποιαδήποτε πολιτική υποδιαίρεση του ή τοπική αρχή του.

(3) Κάθε νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος και όλο το κεφάλαιο του αποκτήθηκε σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος ή σε πολιτική υποδιαίρεση ή σε τοπική αρχή αυτού ή σε οποιοδήποτε κυβερνητικό ίδρυμα όπως αυτό καθορίζεται, στην παράγραφο 2, παράλληλα με άλλα κράτη.

 

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμπεριλαμβάνει κάθε κυβερνητικό ίδρυμα που ιδρύεται σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος σύμφωνα με το δημόσιο δίκαιο.

3. Αν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε η ιδιότητα του θα προσδιορισθεί ωςεξής: α) θα θεωρηθεί ότι είναι κάτοικος του Κράτους στο οποίο έχει μόνιμη οικογενειακή εστία, αν έχει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θα Θεωρηθεί ότι είναι

κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων), β) αν το Κράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του δεν μπορεί να προσδιορισθεί, ή αν δεν έχει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους στο οποίοι έχει τη συνήθη διαμονή του, γ) αν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Κράτη, ή σε κανένα από αυτά θεωρείται κάτοικος του Κράτους του οποί-ου είναι υπήκοος, δ) αν είναι υπήκοος και των δύο Κρατών, ή κανενός από τα δύο, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών θα διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.

4. Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο εκτός από φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίοσυστήθηκε.

 

Άρθρο 5 ΜΟΝΙΜΗΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

1. Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος "μόνιμη εγκατάσταση" υποδηλώνει ένα καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου οι εργασίες μιαςεπιχείρησης διεξάγονται εν όλο ή εν μέρει.

2. Ο όρος "μόνιμη εγκατάσταση " περιλαμβάνει ειδικότερα: α) έδρα διοίκησης, β) υποκατάστημα, γ) γραφείο, δ) εργοστάσιο, ε) εργαστήριο, και ζ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιοδήποτε άλλο τόπο εξερεύνησης, εξόρυξης ή εκμετάλλευσης φυσικών πόρων καθώς και οποιαδήποτε συναφή δραστηριότητα.

3. Ένα εργοτάξιο ή ένα έργο κατασκευής, συναρμολόγησης ή εγκατάστασης ή δραστηριότητες εποπτείας συνδεόμενες με αυτό που πραγματοποιείται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, συνιστά μόνιμη εγκατάσταση μόνο εάν αυτό το εργοτάξιο, σχέδιο ή δραστηριότητες συνεχίζονται για χρονικό διάστημα περισσότερο των έξι μηνών.

4. Η παροχή υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών συμβούλου και διοίκησης από μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους μέσω υπαλλήλων της ή άλλου προσωπικού που απασχολείται από την επιχείρηση για αυτό το σκοπό, στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι δραστηριότητες συνεχίζονται για το ίδιο ή για ένα συνδεόμενο έργο για μια περίοδο ή περιόδους που υπερβαίνουν αθροιστικά τους έξι μήνες κατά τη διάρκεια κάθε δωδεκάμηνης περιόδου.

5. Μια επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους θα θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος εάν ουσιαστικός τεχνικός, μηχανικός, επιστημονικός εξοπλισμός ή μηχανήματα χρησιμοποιούνται για περισσότερο από 6 μήνες κατά τη διάρκειακάθε 12μηνης περιόδου.

6. Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του άρθρου ο όρος "μόνιμη εγκατάσταση" θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει:

α) Τη χρήση διευκολύνσεων αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση β) Τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό τηναποθήκευση, έκθεση ή παράδοση γ) Τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό τηνεπεξεργασία από άλλη επιχείρηση δ) Τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων, ή για τη συλλογή πληροφοριών, για τηνεπιχείρηση ε) Τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα γιατην επιχείρηση ζ) Τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, αποκλειστικά για την άσκηση συνδυασμένων δραστηριοτήτων από τις αναφερόμενες στις υποπαραγράφους α) έως ε), εφόσον η συνολική δραστηριότητα του εν λόγω καθορισμένου τόπου που προκύπτει από αυτόν τον συνδυασμό είναι βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα.

7. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 αν ένα πρόσωπο -εκτός από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο έχει εφαρμογή η παράγραφος 8 -ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει, εξουσιοδότηση βάσει της οποίας ενεργεί, συστηματικά σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος για να συνάπτει συμβόλαια στο όνομα της εν λόγω επιχείρησης, αυτή η επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σ' αυτό το Κράτος όσον αφορά οποιεσδήποτε δραστηριότητες αναλαμβάνει για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριότητες αυτού του προσώπου περιορίζονται σ' εκείνες της παραγράφου 6 οι οποίες και, αν ακόμη ασκούνται μέσω καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν αυτόν τον καθορισμένο τόπο μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου.

8. Μια επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν θα θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος απλά και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μεσίτη, γενικού πράκτορα με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα με προμήθεια ή οποιαδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφ' όσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητας τους. Παρ' όλα αυτά, όταν οι δραστηριότητες ενός τέτοιου πράκτορα γίνονται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά για λογαριασμό αυτής της επιχείρησης αυτό το πρόσωπο δεν θα θεωρείται ανεξάρτητος πράκτορας σύμφωνα με το νόημα αυτής της παραγράφου.

9. Το γεγονός ότι μια επιχείρηση που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ελέγχει ή ελέγχεται από επιχείρηση που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή η οποία, διεξάγει εργασίες σ' αυτό το άλλο Κράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλο τρόπο), δεν καθιστά από μόνο του την κάθε μια από τις επιχειρήσεις μόνιμη εγκατάσταση της άλλης.

 

 

Άρθρο 6 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

1. Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο Συμβαλλόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος από γεωργία ή δασοκομία) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2. Ο όρος "ακίνητη περιουσία" θα έχει την έννοια που ορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω περιουσία. Ο όρος

περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση περιουσία παρεπόμενη της ακίνητης περιουσίας, τα ζώα και τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται στην γεωργία και δασοκομία, δικαιώματα στα οποία, εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού δικαίου για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία ακίνητης περιουσίας, δικαιώματα τα οποία παρέχουν προσόδους μεταβλητές ή σταθερές ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση, ή δικαιώματα εκμετάλλευσης, μεταλλευτικών κοιτασμάτων πηγών και άλλων φυσικών πόρων, πλοία, πλοιάρια και αεροσκάφη δεν θεωρούνται ως ακίνητη περιουσία.

3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε εισόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής χρήση ακίνητης περιουσίας.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 έχουν επίσης εφαρμογή στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχείρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρησιμοποιείται για την παροχή ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών.

 

 

Άρθρο 7 ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

1. Τα κέρδη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σ' αυτό το Κράτος εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό το άλλο Κράτος. Αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες ή έχει διεξάγει εργασίες με αυτό το τρόπο, τότε τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φορολογούνται στο άλλο Κράτος αλλά μόνο ως προς το τμήμα αυτών που αποδίδεται στηνμόνιμηεγκατάσταση.

2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, αν μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό, τότε στο κάθε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος αποδίδονται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση, τα κέρδη τα οποία υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε αν ήταν μια διαφορετική και ξεχωριστή επιχείρηση που ασχολείται με τις ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και συναλλάσσεται εντελώς ανεξάρτητα, με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3. Προσδιορίζοντας τα κέρδη μιας μόνιμης εγκατάστασης, αναγνωρίζονται για έκπτωση, αυτές οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης, περιλαμβανομένων των διαχειριστικών και γενικών διοικητικών εξόδων, είτε στο Συμβαλλόμενο Κράτος που βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού. Ωστόσο, καμιά έκπτωση δεν θα επιτρέπεται όσον αφορά τα ποσά εάν υπάρχουν, τα καταβαλλόμενα (εκτός από τις αποδόσεις των πραγματικών δαπανών) από τη μόνιμη εγκατάσταση προς την έδρα της επιχείρησης, ή προς κάποιο από τα άλλα της γραφεία, υπό μορφή δικαιωμάτων, αμοιβών ή άλλων παρομοίων καταβολών, σε αντάλλαγμα για τη χρήση ευρεσιτεχνίας ή άλλων δικαιωμάτων ή υπό μορφή προμήθειας, για παροχή ειδικών υπηρεσιών ή για διαχείριση ή εκτός των περιπτώσεων των τραπεζικών επιχειρήσεων, υπό μορφή τόκων που προκύπτουν από δανεισμό χρημάτων στη μόνιμη εγκατάσταση. Ομοίως, δεν λαμβάνονται υπόψη, κατά τον προσδιορισμό των κερδών μιας μόνιμης Εγκατάστασης, ποσά που έχουν χρεωθεί (εκτός από τις αποδόσεις των πραγματικών δαπανών), από τη μόνιμη εγκατάσταση προς το κεντρικό κατάστημα της επιχείρησης ή προς κάποιο από τα άλλα της γραφεία, υπό μορφή δικαιωμάτων, αμοιβής ή άλλων παρομοίων καταβολών σε αντάλλαγμα για τη χρήση ευρεσιτεχνίας ή άλλων δικαιωμάτων, ή υπό μορφή προμήθειας για παροχή ειδικών υπηρεσιών ή για διαχείριση, ή, εκτός των περιπτώσεων των τραπεζικών επιχειρήσεων, υπό μορφή τόκων που προκύπτουν από

δανεισμό χρημάτων στο κεντρικό κατάστημα της επιχείρησης ή σε κάποιο από τα άλλα της γραφεία.

4. Εφόσον συνηθίζεται σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να καθορίζονται τα κέρδη που αποδίδονται σε μια μόνιμη εγκατάσταση με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών μιας επιχείρησης στα διάφορα τμήματα της, οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εμποδίζουν αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος να προσδιορίζει τα φορολογητέα κέρδη με βάση αυτόν τον καταμερισμό όπως συνηθίζεται. Η υιοθετηθείσα όμως μέθοδος καταμερισμού πρέπει να είναι τέτοια ώστε το αποτέλεσμα να είναι σύμφωνο με τις αρχές που περιέχονται σ' αυτό το άρθρο.

5. Κανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει στη μόνιμη εγκατάσταση λόγω απλής αγοράς αγαθών και εμπορευμάτων από την μόνιμη εγκατάσταση για λογαριασμό της επιχείρησης.

6. Εάν οι διαθέσιμες πληροφορίες προς τις αρμόδιες αρχές του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους είναι ανεπαρκείς για να καθορίσουν τα κέρδη που θα αποδοθούν στη μόνιμη εγκατάσταση, τίποτε από αυτό το άρθρο δεν θα επηρεάζει την εφαρμογή κάποιου νόμου ή διάταξης αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους σχετικά με τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης αυτής της μόνιμης εγκατάστασης από τις αρμόδιες αρχές αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους υπολογίζοντας τα κέρδη που θα αποδοθούν σ' αυτή την μόνιμη εγκατάσταση, με την προϋπόθεση ότι τέτοιοι νόμοι ή διατάξεις θα εφαρμοσθούν, λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες προς τις αρμόδιες αρχές, σε συμφωνία με τιςαρχές τον άρθρου αυτού.

7. Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που αποδίδονται στη μόνιμη εγκατάσταση προσδιορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι, και επαρκείς λόγοι για το αντίθετο.

8. Σε περίπτωση που στα κέρδη, περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος που αντιμετωπίζονται χωριστά σε άλλα Άρθρα αυτής της Συμφωνίας, τότε οι διατάξεις αυτών των άρθρωνδενεπηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου.

 

 

Άρθρο 8 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

1.      Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι νηολογημένα τα πλοία ή απότο οποίο έχουν εφοδιασθεί προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα.

2.      Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση αεροσκάφους σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται ή έδρα της πραγματικής διοίκησηςτης επιχείρησης.

3.      Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 έχουν επίσης εφαρμογή στα κέρδη από συμμετοχή σε κοινοπρακτικής μορφής εκμετάλλευσης ή σε πρακτορείο που λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο.

 

Άρθρο 9 ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

1. Αν η επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενόυ Κράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μιας επιχείρησης άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις τους όροι οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία

θα είχαν πραγματοποιηθεί από μια από τις επιχειρήσεις, αλλά λόγω αυτών των όρων, δεν έχουν πραγματοποιηθεί, μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησηςκαι να φορολογούνται ανάλογα.

2. Αν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος περιλαμβάνει στα κέρδη μιας επιχείρησης αυτού του Κράτους -και φορολογεί ανάλογα -κέρδη για τα οποίαμια επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους έχει φορολογηθεί σ' αυτό το άλλο Κράτος και τα περιληφθέντα κατ' αυτόν τον τρόπο κέρδη είναι κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση του πρώτου -μνημονευθέντος Κράτους αν οι όροι που επικρατούν μεταξύ των δύο επιχειρήσεων ήταν οι ίδιοι με εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε αυτό το άλλο Κράτος προσαρμόζει ανάλογα το ποσό του φόρου που έχει επιβληθεί μέσα σ' αυτό το Κράτος επί εκείνων των κερδών. Κατά τον καθορισμό μιας τέτοιας προσαρμογής, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι λοιπές διατάξεις αυτής της Συμφωνίας και οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών θα συμβουλεύονται η μια την άλλη αν κριθεί απαραίτητο.

 

Άρθρο 10 ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ

1. Μερίσματα που καταβάλλονται από εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογηθούν σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2. Τέτοια μερίσματα μπορούν όμως, επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους αλλά, αν ο δικαιούχος των μερισμάτων είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ο φόρος που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 5% (πέντε τοις εκατό) του ακαθαρίστου ποσού των μερισμάτων. Οι όροι αυτής της παραγράφου δεν επηρεάζουν τη φορολόγηση της εταιρείας, όσον αφορά τα κέρδη από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα.

3. Ανεξάρτητα των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2, μερίσματα καταβαλλόμενα από μια εταιρεία η οποία είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν θα φορολογούνται σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος εάν ο δικαιούχος των μερισμάτων είναι: α) Το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους. β) ΗΚεντρική Τράπεζα του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους. γ) Άλλοι κυβερνητικοί οργανισμοί ή οικονομικά ιδρύματα όπως αυτά μπορούν να καθοριστούν και να συμφωνηθούν με ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των αρμοδίων αρχών των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

4. Ο όρος "μερίσματα", όπως χρησιμοποιείται σ' αυτό το Άρθρο, υποδηλώνει εισόδημα από μετοχές, μετοχές "επικαρπίας" ή δικαιώματα "επικαρπίας", μετοχές μεταλλείων ή ιδρυτικοί τίτλοι ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη, που δεν αποτελούν αποκτήσεις από χρέη καθώς επί-σης και εισόδημα από εταιρικά δικαιώματα τα οποία υπόκεινται στην ίδια φορολογική μεταχείριση με το εισόδημα από μετοχές σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους του οποίου είναι κάτοικος η εταιρεία πουδιενεργεί τη διανομή.

5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των μερισμάτων, όντας κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό, ή παρέχει ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες σ' αυτό το άλλο Κράτος μέσω

καθορισμένης βάσης που βρίσκεται σ' αυτό, και η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα μερίσματα, συνδέεται ουσιαστικά μ' αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ' αυτή τη περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 7 ή 14, ανάλογα με την περίπτωση.

6. Αν μια εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους πραγματοποιεί κέρδη ή αποκτά εισόδημα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αυτό το άλλο Κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει φόρο στα μερίσματα που καταβάλλονται από την εταιρεία, εκτός αν αυτά τα μερίσματα καταβάλλονται σε κάτοικο αυτού του άλλου Κράτους ή η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ' αυτό το άλλο Κράτος, ούτε μπορεί να υπάγει τα μη διανεμόμενα κέρδη σε φόρο επί μη διανεμόμενων κερδών, ακόμη και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα μη διανεμόμενα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν μέρει από κέρδη ή εισοδήματα που προκύπτουν σ' αυτό το άλλο Κράτος.

 

Άρθρο 11 ΤΟΚΟΙ

1. Τόκοι που προκύπτουν σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2. Αυτοί οι τόκοι μπορούν, όμως επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους, αλλά αν ο δικαιούχος των τόκων είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ο φόρος που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 5% (πέντε τοις εκατό) του ακαθάριστου ποσού τωντόκων.

3. Ανεξάρτητα των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2, τόκοι προκύπτοντες σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος δεν θα φορολογούνται σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος, εάν ο δικαιούχος των τόκων είναι: α) Το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους. β) ΗΚεντρική Τράπεζα αυτού του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους. γ) Άλλοι κρατικοί οργανισμοί ή οικονομικά ιδρύματα όπως αυτά μπορούν να καθοριστούν και να συμφωνηθούν με ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

4. Ο όρος "τόκοι", όπως χρησιμοποιείται σ' αυτό το Άρθρο υποδηλώνει εισόδημα από απαιτήσεις από χρέη κάθε είδους, είτε εξασφαλίζονται με υποθήκη ή όχι, είτε παρέχουν ή όχι δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη και ιδιαίτερα, εισόδημα από κρατικά, χρεόγραφα και εισόδημα από ομολογίες με ή χωρίς ασφάλεια, περιλαμβανομένων των δώρων (premius) και βραβείων που συνεπάγονται τέτοιου είδους χρεόγραφα και ομολογίες καθώς επίσης και οιοδήποτε εισόδημα που έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με εισόδημα, από τόκους σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία τον Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο προκύπτει το εν λόγω εισόδημα.

5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των τόκων, όντας κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες, στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό ή παρέχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ' αυτό και η απαίτηση χρέους σε σχέση με την οποία καταβάλλονται οι τόκοι συνδέεται ουσιαστικά μ' αυτήν την μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ' αυτή τη

περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των Άρθρων 7 ή 14, ανάλογα με την περίπτωση.

6. Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι κάτοικος αυτού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία καταβάλλονται οι τόκοι, και αυτοί οι τόκοι βαρύνουν αυτή την μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε αυτοί οι τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος που βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

7. Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών και άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων, λαμβανομένης υπ' όψη της αξίωσης από το χρέος για το οποίο καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις αυτού του άρθρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο αναφερθέν ποσόν. Σ' αυτή τη περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπ' όψη και των λοιπών διατάξεων της Συμφωνίας.

 

 

Άρθρο 12 ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

1.      Δικαιώματα που προκύπτουν σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2.      Τέτοια δικαιώματα μπορούν όμως, επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο εισπράττων είναι δικαιούχος των δικαιωμάτων ο φόρος που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 15% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.

3.      Ο όρος "δικαιώματα", όπως χρησιμοποιείται σ' αυτό το Άρθρο σημαίνει πληρωμές κάθε είδους που λαμβάνονται ως αντάλλαγμα για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης, οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής, φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων των κινηματογραφικών ταινιών, και εργασιών σε ταινίες, μαγνητοταινίες ή άλλων μέσων για αναπαραγωγή σε τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές, εκπομπές, οιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή προτύπου μηχανολογικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής, ή για τη χρήση, ή το δικαίωμα χρήσης, βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού, ή για πληροφορίες που αφορούν σε βιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία.

4.      Οι διατάξεις των Άρθρων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, όντας κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό, ή παρέχει σ' αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ' αυτό, και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα συνδέεται ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ' αυτή τη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των Άρθρων 7 ή 14, ανάλογα με την περίπτωση.

5.      Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος αν ο καταβάλλων είναι κάτοικος αυτού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα αυτά βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε τα εν λόγω δικαιώματα θα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος στο οποίο βρίσκεταιημόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

6.      Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου η μεταξύ αυτών και άλλου προσώπου το ποσόν των δικαιωμάτων, λαμβανομένου υπόψη της χρήσης ή του δικαιώματος χρήσης ή των πληροφοριών για τις οποίες καταβάλλονται τα δικαιώματα, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου, ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο αναφερθέν ποσόν. Σ' αυτή τη περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος της καταβολής φορολογείται σύμφωνα με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπ' όψη και των λοιπών διατάξεων της Συμφωνίας.

 

Άρθρο 13 ΩΦΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1.      Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 6 και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2.      Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί τμήμα, της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης που έχει μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή κινητής περιουσίας που ανήκει σε καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος τον ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διαθέτει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό της παροχής ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή με ολόκληρη την επιχείρηση) ή τέτοιας καθορισμένης βάσης, μπορεί να φορολογείται σ' αυτότο άλλο Κράτος.

3.      Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητής περιουσίας που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αεροσκαφών φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

4.      Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3 φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι κάτοικος ο εκποιών την περιουσία.

 

 

Άρθρο 14 ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.      Εισόδημα που αποκτά ένα φυσικό πρόσωπο, που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι επαγγελματικών υπηρεσιών ή άλλων δραστηριοτήτων ανεξάρτητου χαρακτήρα φορολογούνται μόνο σ' αυτό το Κράτος εκτός αν διατηρεί κατά συνήθη τρόπο μια καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό άσκησης των δραστηριοτήτων του. Αν έχει ή είχε μια τέτοια καθορισμένη βάση, το εισόδημα μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αλλά μόνο κατά το τμήμα εκείνο που αποδίδεται σ' αυτή την καθορισμένη βάση.

2.      Ο όρος "επαγγελματικές υπηρεσίες" περιλαμβάνει ιδιαίτερα ανεξάρτητες επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες καθώς επίσης και τις ανεξάρτητες δραστηριότητες ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.

 

 

Άρθρο 15 ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.      Με την επιφύλαξη των διατάξεων των Άρθρων 16,18 και 19, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης φορολογείται σ' αυτό το Κράτος εκτός αν η απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Αν η απασχόληση ασκείται έτσι η αμοιβή που αποκτάται από αυτήν, μπορεί να φορολογείται από το άλλο Κράτος.

2.      Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος εάν: α) Ό δικαιούχος της αμοιβής βρίσκεται στο άλλο Κράτος για περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 μέρες σε μία περίοδο 12 μηνών που αρχίζει ή τελειώνει στο οικείο ημερολογιακό έτος, και β) Η αμοιβή καταβάλλεται από, ή για λογαριασμό, εργοδότη που δεν είναι κάτοικος του άλλου Κράτους, και γ) Η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που διατηρεί ο εργοδότης στο άλλο Κράτος.

3.      Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, αμοιβή που αποκτάται από εξαρτημένη απασχόληση που ασκείται σε πλοίο ή αεροσκάφος στις διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη, από την εκμετάλλευση του πλοίου ή του αεροπλάνου σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

4.      Προσωπικό εδάφους τοποθετημένο από τα κεντρικά γραφεία εθνικής αεροπορικής εταιρείας του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος θα απαλλάσσεται από τους φόρους που επιβάλλονται στις αμοιβές τους σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος.

 

 

Άρθρο 16 ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΙΚΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ

Αμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες πληρωμές που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους υπό την ιδιότητα του ως μέλος του διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου παρόμοιου οργάνου εταιρείας που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους θα φορολογούνται μόνο στο πρώτο αναφερθέν Συμβαλλόμενο Κράτος.

Άρθρο 17 ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΕΣ

1.      Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των Άρθρων 14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας όπως, καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή ως μουσικός ή ως αθλητής, από την άσκηση αυτών των προσωπικών δραστηριοτήτων του στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορούν να φορολογούνται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2.      Αν εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων από πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή έναν αθλητή, υπό την ιδιότητα τους αυτή, δεν αποδίδεται στο ίδιο το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή στον ίδιο τον αθλητή αλλά σε άλλο πρόσωπο, αυτό το εισόδημα μπορεί ανεξάρτητα από τις διατάξεις των Άρθρων 7,14 και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται αυτές οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή τον αθλητή.

 

Άρθρο 18 ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ

1.      Με τις επιφυλάξεις των διατάξεων της παρ. 2 του Άρθρου 19, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται σε ένα φυσικό πρόσωπο που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι προηγούμενης απασχόλησης φορολογούνται μόνο σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος. Οι όροι "συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές" όπως χρησιμοποιούνται, σ' αυτή την παράγραφο υποδηλώνουν περιοδικές πληρωμές που καταβάλλονται μετά την συνταξιοδότηση λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη απασχόληση ή ακόμα αποζημιώσεις αναπηρίας που καταβάλλονται λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη απασχόληση.

2.      Με τις επιφυλάξεις των διατάξεων της παραγράφου 2 του Άρθρου 19 παροχές που αποκτώνται από ένα φυσικό πρόσωπο που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους θα φορολογούνται μόνο σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος. Ο όρος "παροχές" όπως χρησιμοποιείται σ' αυτή την παράγραφο σημαίνει καθορισμένο ποσό καταβαλλόμενο σε ένα πρόσωπο περιοδικά σε τακτά χρονικά διαστήματα στη διάρκεια της ζωής του, ή κατά την διάρκεια ορισμένης ρητά ή βεβαίας χρονικής περιόδου, ως συνέπεια ανειλημμένης υποχρέωσης για την πραγματοποίηση αυτών των καταβολών έναντι επαρκούς και πλήρους χρηματικού ανταλλάγματος ή ανταλλάγματος δεκτικού αποτίμησηςσε χρήμα.

 

 

Άρθρο 19 ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1. α) Μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές, εκτός από σύνταξη που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή μία τοπική αρχή αυτού σ' ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό ή την υποδιαίρεση ή την τοπική αρχή, φορολογούνται μόνο σ' αυτό το Κράτος. β) Εντούτοις, αυτοί οι μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές, φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αν οι υπηρεσίες παρέχονται μέσα σε αυτό το Κράτος και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος αυτού του Κράτους και ο οποίος:

(1) είναι υπήκοος αυτού του Κράτους, ή

(2) δεν έγινε κάτοικος αυτού του Κράτους αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό παροχής των υπηρεσιών.

 

1.      α) Οποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή από τοπική αρχή ή από ταμεία που συστάθηκαν από αυτά, σ' ένα φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό ή προς τηνυποδιαίρεση ή τηντοπική αρχήφορολογείται μόνο σ' αυτό το Κράτος. β) Μία τέτοια σύνταξη όμως, φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αν το φυσικό πρόσωπο είναι υπήκοος και κάτοικος του Κράτους αυτού.

2.      Οι διατάξεις των Άρθρων 15,16 και 18 εφαρμόζονται σε αμοιβές και συντάξεις για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με επαγγελματική δραστηριότητα που

 

διεξάγεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή τοπική αρχή ή πολιτική υποδιαίρεση αυτού.

 

Άρθρο 20 ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

Ένα φυσικό πρόσωπο που είναι ή ήταν αμέσως πριν από την επίσκεψη του μ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος κατόπιν προσκλήσεως της Κυβέρνησης του πρώτου αναφερόμενου Συμβαλλόμενου Κράτους ή ενός πανεπιστημίου, κολεγίου, σχολείου, μουσείου, ή άλλου πολιτιστικού ιδρύματος αυτού του πρώτου αναφερθέντος Συμβαλλόμενου Κράτους ή ενός επίσημου προγράμματος πολιτιστικών ανταλλαγών, βρίσκεται σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος για χρονική περίοδο μη υπερβαίνουσα τα δύο συνεχή χρόνια, αποκλειστικά για σκοπούς διδασκαλίας, διαλέξεων ή διεξαγωγή ερευνών σε αντίστοιχα ιδρύματα θα απαλλάσσεται από την φορολογία σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος για τις αμοιβές που λαμβάνει γι' αυτές τιςδραστηριότητες.

Άρθρο 21 ΜΑΘΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΜΕΝΟΙ

1.      Χρηματικά ποσά τα οποία μαθητής ή εκπαιδευόμενος, ο οποίος είναι ή ήταν αμέσως πριν από τη μετάβαση του στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος, βρίσκεται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσης ή εξάσκησης του, λαμβάνει για το σκοπό της συντήρησης, εκπαίδευσης ή εξάσκησης του δεν φορολογούνται σ' αυτό το Κράτος, με την προϋπόθεση ότι τα καταβαλλόμενα αυτά ποσά προκύπτουν από πηγές που βρίσκονται εκτός του Κράτους αυτού.

2.      Ανεξάρτητα των διατάξεων της παραγράφου 1, αμοιβές τις οποίες μαθητής ή εκπαιδευόμενος ο οποίος είναι ή ήταν αμέσως πριν από τη μετάβαση του στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσης ή εξάσκησης του προερχόμενες από προσωρινή απασχόληση παρεχόμενη στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος δεν θα φορολογείται σ' αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος, με την προϋπόθεση ότι αυτή η απασχόληση είναι σχετική με την εκπαίδευση ή επιμόρφωση του και αυτή η αμοιβή για την συγκεκριμένη απασχόληση είναι αναγκαία για να συμπληρώνει τους διαθέσιμους πόρους για την συντήρηση του.

 

Άρθρο 22 ΑΛΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ

1.      Εισοδήματα κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, που δεν αναφέρθηκαν στα προηγούμενα άρθρα αυτής της Συμφωνίας φορολογούνται μόνο στοΚράτος αυτό.

2.      Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται επί του εισοδήματος, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του 1 Άρθρου 6, αν ο δικαιούχος αυτού του εισοδήματος όντας κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει επιχείρηση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό, ή ασκεί σ' αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες από μία σταθερή βάση που βρίσκεται σ' αυτό, και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλεται το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε

 

μια τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του Άρθρου 7 ή του Άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 23 ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1.      Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από ακίνητη περιουσία όπως αναφέρεται στο Άρθρο 6, το οποίο ανήκει σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, δύναται να φορολογείται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2.      Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από κινητή περιουσία που αποτελεί τμήμα της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης την οποία μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή από κινητή περιουσία η οποία συνδέεται με σταθερή βάση την οποία διαθέτει κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό άσκησης ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών, δύναται να φορολογείται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

3.      Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από πλοία ή αεροσκάφη σε διεθνείς μεταφορές ή από κινητή περιουσία που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αεροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των ανωτέρω αναφερθέντων πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

4.      Όλα τα άλλα στοιχεία του κεφαλαίου κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σ' αυτό το Κράτος.

 

Άρθρο 24 ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

1.      Οι νόμοι που ισχύουν σε κάθε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα συνεχίσουν να διέπουν την φορολογία του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους εκτός αν διατάξεις αυτής της Συμφωνίας ορίζουν διαφορετικά.

2.      Συμφωνήθήκε ότι η διπλή φορολογία θα αποτρέπεται σύμφωνα, με τις ακόλουθες διατάξεις των παραγράφων αυτού του άρθρου α) Στηνπερίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας: Αν κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας αποκτά εισόδημα ή είναι κάτοχος κεφαλαίου το οποίο, σύμφωνα με την παρούσα Συμφωνία, μπορεί να φορολογηθεί στο Κουβέιτ, η Ελληνική Δημοκρατία θα χορηγεί σαν έκπτωση από τον φόρο εισοδήματος του εν λόγω κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο εισοδήματος που καταβλήθηκε στο Κουβέιτ, και σαν έκπτωση από το φόρο κεφαλαίου του κατοίκου αυτού, ποσό ίσο με το φόροκεφαλαίου που καταβλήθηκε στο Κουβέιτ. Μία τέτοια έκπτωση, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί, εν τούτοις, να υπερβαίνει το μέρος του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως υπολογίστηκε προτού δοθεί η έκπτωση, η οποία αντιστοιχεί, ανάλογα με την περίπτωση, στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο που μπορεί να φορολογείται στο Κουβέιτ. β) Στην περίπτωση του Κουβέιτ: Αν κάτοικος του Κουβέιτ αποκτά εισόδημα ή είναι κάτοχος κεφαλαίου το οποίο, σύμφωνα με την παρούσα Συμφωνία, μπορεί να φορολογηθεί και στην Ελληνική Δημοκρατία και στο Κουβέιτ, το Κουβέιτ θα χορηγεί σαν έκπτωση από τον φόρο εισοδήματος του εν λόγω κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο εισοδήματος που καταβλήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία, και σαν έκπτωση από το φόρο κεφαλαίου του κατοίκου αυτού, ποσό ίσο με το φόρο κεφαλαίου που καταβλήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία.

 

Μία τέτοια έκπτωση σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί, εν τούτοις, να υπερβαίνει το τμήμα του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπολογίστηκε, προτού δοθεί η έκπτωση, η οποία αντιστοιχεί, ανάλογα με την περίπτωση, στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο που μπορεί να φορολογείται στην Ελληνική Δημοκρατία.

2. Για τους σκοπούς της χορήγησης πίστωσης σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, ο καταβαλλόμενος φόρος στο έτερο Συμβαλλόμενό Κράτος θα περιλαμβάνει το φόρο ο οποίος είναι ούτως ή άλλως καταβλητέος σε αυτό το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, πλην όμως αυτός ο φόρος είτε δεν επιβάλλεται είτε είναι μειωμένος σε εφαρμογή ει­δικού νόμου περί επενδυτικών κινήτρων ή μέτρων που έχουν θεσπίσει για την οικονομικήανάπτυξη στο άλλο αυτό Συμβαλλόμενο Κράτος.

 

Άρθρο 25 ΜΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

1.      Οι υπήκοοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν θα υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική διαδικασία, η οποία είναι διαφορετική η περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές διαδικασίες στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν οι κάτοικοι του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους κάτω από τις αυτές συνθήκες. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 1, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης σε πρόσωπα τα οποία, δεν είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.

2.      Η φορολογία η οποία επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση την οποία μία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή σ' αυτό το άλλο Κράτος από εκείνη που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις αυτού του άλλου Κράτους που διεξάγουν τις ίδιες δραστηριότητες. Η διάταξη αυτή δεν ερμηνεύεται ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής κατάστασης ή οικογενειακών υποχρεώσεων τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.

3.      Ανεξάρτητα των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 αυτού του Άρθρου τίποτε δεν θα επηρεάζει το δικαίωμα του κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους να χορηγεί εξαίρεση ή μείωση της φορολογίας σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, διατάξεις ή διοικητική πρακτική στους υπηκόους του που είναι κάτοικοι αυτού του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους. Μία τέτοια εξαίρεση ή μείωση, ωστόσο, δεν θα εφαρμόζεται αναλογικά σε σχέση με το κεφάλαιο των εταιρειών που κατέχουν πρόσωπα που είναι υπήκοοι του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους.

4.      Καμία διάταξη αυτού του Άρθρου δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει νομική υποχρέωση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους να επεκτείνει στους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, τα ευεργετήματα κάθε μεταχείρισης, προτίμησης ή προνομίου τα οποία μπορεί να παραχωρούνται σε οποιοδήποτε άλλο Κράτος ή στους κατοίκους του με την αφορμή ίδρυσης τελωνειακής ένωσης, οικονομικής ένωσης, ειδικών συμφωνιών, ζωνών ελευθέρου εμπορίου ή με την αφορμή οποιωνδήποτε περιφερειακών ή υποπεριφερειακών ρυθμίσεων που σχετίζονται στο σύνολο ή κυρίως με την κίνηση κεφαλαίων και / ή φορολογία στην οποία υπόκεινται στο πρώτο αναφερόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος.

5.      Στο παρόν άρθρο, ο όρος "φορολογία" σημαίνει τους φόρους οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο της παρούσας Συμφωνίας.

 

Άρθρο 26 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

1.      Αν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δυο Συμβαλλομένων Κρατών έχουν ή θα έχουν γι' αυτό ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις αυτής της Συμφωνίας, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών, να θέσει την υπόθεση του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος, ή αν εφαρμόζεται στην περίπτωση του η παράγραφος 1 του Άρθρου 25, της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Η υπόθεση αυτή πρέπει να τεθεί υπόψη μέσα σε τρία χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού του φόρου η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Συμφωνίας.

2.      Η αρμόδια, αρχή προσπαθεί, αν η ένσταση θεωρηθεί απ' αυτήν ως βάσιμη και η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύει τη διαφορά με αμοιβαία συμφωνία με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους με σκοπό την αποφυγή φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Συμφωνίας. Οποιαδήποτε συμφωνία επιτευχθεί εφαρμόζεται λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιώνπου ορίζονται στην εσωτερική νομοθεσία, τωνΣυμβαλλομένων Κρατών.

3.      Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών προσπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Συμφωνίας. Μπορούν επίσης να συμβουλεύονται η μια την άλλη για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τη Συμφωνία.

4.      Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας, ή μέσω μιας κοινής επιτροπής αποτελούμενης από τις ίδιες ή τους αντιπροσώπους τους, με σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας κατά την έννοια των προηγουμένων παραγράφων.

 

Άρθρο 27 ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών ανταλλάσσουν πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Συμφωνίας ή των εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλομένων Κρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από τη Συμφωνία στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν εί­ναι αντίθετη με τη Συμφωνία. Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το Άρθρο 1. Όλες οι πληροφορίες που λαμβάνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Συμφωνία. Τα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.

2. Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος την υποχρέωση: α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,

β) να παρέχουν πληροφορίες που δεν μπορούν ν' αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη πρακτική της διοίκησης αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, γ) να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική διαδικασία, ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη με κανόνα δημόσιας τάξης (ordre public).

 

Άρθρο 28 ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.      Οι διατάξεις αυτής της Συμφωνία δεν θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ότι περιορίζουν κατά οιονδήποτε τρόπο κάθε εξαίρεση, απαλλαγή, μείωση, πίστωση ή άλλη έκπτωση στο παρόν ή στο μέλλον σύμφωνα με τους νόμους του ενός Συμβαλλομένου Κράτους στον καθορισμό της επιβολής φόρου από αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος.

2.      Οι αρμόδιες αρχές του κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να λάβουν μέτρα με σκοπό την εφαρμογή τωνόρωναυτής της Συμφωνίας.

 

Άρθρο 29 ΜΕΛΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΞΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Τίποτα σ' αυτή τη Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των μελών των διπλωματικών ή των προξενικών αποστολών τα οποία προβλέπονται από τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή από διατάξεις ειδικών συμφωνιών.

 

Άρθρο 30 ΘΕΣΗ ΣΕΙΣΧΥ

Το καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα γνωστοποιούν το ένα στο άλλο την ολοκλήρωση των διαδικασιών σύμφωνα με τις συνταγματικές του διατάξεις για τη θέση σε ισχύ αυτής της Συμφωνίας. Η παρούσα Συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ την ημερομηνία της τελευταίας από τις γνωστοποιήσεις και οι διατάξεις αυτής θα έχουν εφαρμογή από εκείνη τη στιγμή και στα δύο Συμβαλλόμενα Κράτη. α) Σε σχέση με τους παρακρατούμενους φόρους στη πηγή, σε εισοδήματα που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους του επομένου εκείνου, εντός του οποίου τίθεται σε ισχύ η Σύμβαση. β) Αναφορικά με τους λοιπούς φόρους, για οικονομικά έτη που αρχίζουν κατά την ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του επομένου ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος μέσα στο οποίο τίθεται σε ισχύ η Σύμβαση.

Άρθρο 31 ΔΙΑΡΚΕΙΑ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Αυτή η Σύμβαση παραμένει σε ισχύ για χρονική διάρκεια δέκα χρόνων και μπορεί να παραμείνει μέχρι να καταγγελθεί από το ένα Συμβαλλόμενο Κράτος. Καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορεί να καταγγείλει τη Συμφωνία, μέσω διπλωματικής οδού, κοινοποιώντας αναγγελία της καταγγελίας έξι τουλάχιστον μήνες πριν από το τέλος οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους. Σε αυτή τη περίπτωση, η Σύμβαση παύει να έχει εφαρμογή: α) αναφορικά με φόρους που παρακρατούνται στη πηγή, για εισοδήματα που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν κατά ή μετά την πρώτη ήμερα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους του επόμενου εκείνου στο οποίο κοινοποιήθηκε ηαναγγελία, β) αναφορικά με τους λοιπούς φόρους, για οικονομικά έτη που αρχίζουν κατά την ή μετά την πρώτη Ιανουαρίου του επομένου ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος μέσα στο οποίο κοινοποιήθηκε η αναγγελία καταγγελίας, Σε απόδειξη των ανωτέρω οι νόμιμα εξουσιοδοτούμενοι και των Συμβαλλομένων Κρατώνυπογράφουν την παρούσα Συμφωνία. Έγινε στην Πόλη του Κουβέιτ την 29η Thu AI-Hijja ημέρα Κυριακή του 1423Η (έτος Εγείρας) που αντιστοιχεί στην 2α Μαρτίου ημέρα Κυριακή του έτους 2003, εις διπλούν, στην Ελληνική, Αραβική και Αγγλική γλώσσα, όλων των κειμένων όντων εξίσου αυθεντικών. Σε περίπτωση διαφοροποίησης όσον αφορά την ερμηνεία του Ελληνικού και Κουβεϊτιανού κειμένου, υπερίσχυε, το Αγγλικό κείμενο.

ΓιατηνΚυβέρνησητου ΓιατηνΚυβέρνησητης Κράτους του Κουβέιτ Ελληνικής Δημοκρατίας

AGREEMENT between the Hellenic Republic and the State of Kuwait for the avoidance of double taxation and the prevention of fiscal evasion with respect to taxes on income and on capital.

The Government of the Hellenic Republic and

The Government of the State of Kuwait Desiring to promote their mutual economic relations through the conclusion between them of an agreement for the avoidance of double taxation and the prevention of fiscal evasion with respect to taxes on income and on capital Have agreed as follows:

Article 1 PERSONAL SCOPE

This Agreement shall apply to persons who are residents of one or both of the Contracting States.

Article 2 TAXES COVERED

1.       This Agreement shall apply to taxes on income and on capital imposed on behalf of a Contracting State or of its political subdivisions or local authorities, irrespective of the manner in which they are levied.

2.       There shall be regarded as taxes on income and on capital all taxes imposed on total income, on total capital, or on elements of income or of capital, including taxes on gains from the alienation of movable or immovable property, as well as taxes on capital appreciation.

3.       The existing taxes to which the Agreement shall apply are in particular: In the case of the Hellenic Republic:

 

(1) the income and capital tax on natural persons;

(2) the income and capital tax on legal persons; (hereinafter referred to as "Hellenic tax").  In the case of Kuwait:

(1) the corporate income tax;

(2) the contribution from the net profits of the Kuwaiti shareholding companies payable to the Kuwait Foundation for Advancement of Science (KFAS);

(3) theZakat; (hereinafter referred to as "Kuwaiti tax").

 

4. The Agreement shall apply also to any identical or substantially similar taxes which are imposed under the laws of a Contracting State after the date of signature of the Agreement in addition to, or in place of, the existing taxes. The competent authorities of the Contracting States shall notify each other of any substantial changes which have been made in their respective taxation laws.

Article 3 GENERAL DEFINITIONS

1. For the purposes of this Agreement, unless the context otherwise requires: a) the terms "a Contracting State" and "the other Contracting State" mean the Hellenic Republic or Kuwait as the context requires.

b) the term "Hellenic Republic" comprises the territory of the Hellenic Republic and the part of the sea, the sea-bed and its subsoil under the Mediterranean Sea, over which the Hellenic Republic, in accordance with international law, has sovereign rights or jurisdiction for the purpose of exploration, extraction or exploitation of the natural resources of such areas. c) the term "Kuwait" means the territory of the State of Kuwait including any area beyond the territorial sea which in accordance with international law has been or may hereafter be designated, under the laws of Kuwait, as an area over which Kuwait may exercise sovereign rights or jurisdiction; d) the term "person" includes an individual, a company and any other body of persons; e) the term "company" means any body corporate or any entity which is treated as a body corporate for tax purposes; f) the terms "enterprise of a Contracting State" and "enterprise of the other Contracting State" mean respectively an enterprise carried on by a resident of a Contracting State and an enterprise carried on by a resident of the other Contracting State; g) the term "national" means

(1) any individual possessing the nationality of a Contracting State;

(2) any legal person, partnership or association deriving its status as such from the laws in force in a Contracting State; h) the term "international traffic" means any transport by a ship or aircraft, except when the ship or aircraft is operated solely between places in a Contracting State;  i) the term "tax" means Hellenic tax or Kuwaiti tax, as the context requires; j) the term   "competent authority" means the Minister of Finance or an authorised representative of the Minister of Finance;

 

2. As regards the application of the Agreement at any time by a Contracting State, any term not defined therein shall, unless the context otherwise requires, have the meaning which it has at that time under the law of that State for the purposes of the taxes to which the Agreement applies, any meaning under the applicable tax laws of that State prevailing over a meaning given to the term under other laws of that State.

Article 4 RESIDENT

1. For the purposes of this Agreement, the term "resident of a Contracting State" means: a) in the case of the Hellenic Republic any person who, under the laws of that  State, is liable to tax therein by reason of his domicile, residence, place of management or any other criterion of a similar nature, and also includes that State and any political subdivision or local authority thereof. This term, however, does not include any person who is liable to tax in that State in respect only of income from sources in that State or capital, situated therein. b) in the case of Kuwait:

(1) an individual who has his domicile in Kuwait and is a Kuwaiti national, and a company which is incorporated in Kuwait;

(2) that State and any political subdivision or local authority thereof;

(3) any entity established in that Contracting State all the capital of which has been provided by that Contracting State or any political subdivision or local authority thereof or any governmental institution as defined in paragraph 2, together with other states.

 

 

1.       For the purposes of paragraph 1, a resident of a Contracting State shall include any governmental institution created in that Contracting State under public law.

2.       Where by reason of the provisions of paragraph 1 an individual is a resident of both Contracting States, then his status shall be determined as follows: a) he shall be deemed to be a resident only of the State in which he has a permanent home available to him; if he has a permanent home available to him in both States, he shall be deemed to be a resident of the State with which his personal and economic relations are closer (centre of vital interests); b) if the State in which he has his centre of vital interests cannot be determined or if he has not a permanent home available to him in either State, he shall deemed to be a resident only of the State in which he has an habitual abode; c) if he has an habitual abode in both States, or in neither of them, he shall be deemed to be a resident of the State of which he is a national; if he is a national of both States, or of neither of them, the competent authorities of the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.

3.       Where by reason of the provisions of paragraph 1 a person other than an individual is a resident of both Contracting States, then it shall be deemed to be a resident of the Contracting State where it was incorporated.

 

Article 5 PERMANENT ESTABLISHMENT

1. For the purposes of this Agreement, the term «permanent establishment" means a fixed place of business through which the business of an enterprise is wholly or partly carried on.

2. The term "permanent establishment" includes especially: a) a place of management; b) a branch; c) an office; d) a factory; e) a workshop, and f) a mine, an oil or gas well, a quarry or any other place of exploration for, or extraction of or exploitation of natural resources or any activities related thereto.

3. A building site, a construction, assembly or  installation project or a supervisory activities in connection therewith carried out in a Contracting State, constitutes a permanent establishment only if such site, project or activities continue for a period of more than six months.

4. The furnishing of services, including consultancy or managerial services, by an enterprise of a Contracting State through employees or other personnel engaged by the enterprise for such purpose,  in the other Contracting State constitutes a permanent establishment only if activities of that nature continue for a period or periods aggregating more than six months within any twelve-month period.

5. An enterprise of a Contracting State shall be deemed to have a permanent establishment in the other Contracting State if substantial technical, mechanical or scientific equipment or machinery is used for more than six months within any twelve-month period.

6. Notwithstanding  the preceding provisions  of this Article, the term "permanent establishment» shall be deemed not to include: a) the use of facilities solely for the purpose of storage, display or delivery of goods or merchandise belonging to the enterprise;

b) the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the enterprise solely for the purpose of storage, display or delivery; c) the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the enterprise solely for the purpose of processing by another enterprise; d) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of purchasing goods or merchandise, or of collecting information, for the enterprise; e) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of carrying on, for the enterprise, any other activity of a preparatory or auxiliary character; f) the maintenance of a fixed place of business solely for any combination of activities mentioned in subparagraphs a) to e), provided that the overall activity of the fixed place of business resulting from the combination is of a preparatory or auxiliary character.

7. Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2 where a person - other than an agent of an independent status to whom paragraph 8 applies - is acting on behalf of an enterprise and has, and habitually exercises, in a Contracting State an authority to conclude contracts in the name of the enterprise, that enterprise shall be deemed to have a permanent establishment in that State in respect of any activities which that person undertakes for the enterprise, unless the activities of such person are limited to those mentioned in paragraph 6 which, if exercised through a fixed place  of business, would not make  this fixed place of business  a permanent establishment under the provisions of that paragraph.

8. An enterprise of a Contracting State shall not be deemed to have a permanent establishment in the other Contracting State merely because it carries on business in that other Contracting State through a broker, general commission agent or any other agent of an independent status, provided that such persons are acting in the ordinary course of their business. However, when the activities of such an agent are devoted wholly or almost wholly on behalf of that enterprise that person shall not be considered an agent of an independent status within the meaning of this paragraph.

9. The fact that a company which is a. resident of a Contracting State controls or is controlled by a company which is a resident of the other Contracting State, or which carries on business in that other State  (whether through a permanent establishment or otherwise), shall not of itself constitute either company a permanent establishment of the other.

 

Article 6  INCOME FROM IMMOVABLE PROPERTY

1.       Income derived by a resident of a Contracting State from immovable property (including income from agriculture or forestry) situated in the other Contracting State may be taxed in that other Contracting State.

2.       The term "immovable property" shall have the meaning which it has under the law of the Contracting State in which the property in question is situated. The term shall in any case include property accessory to immovable property, livestock and equipment used in agriculture and forestry, rights to which the provisions of law respecting landed property apply, usufruct of immovable property and rights to variable or fixed payments as consideration for the working of, or the right to work, mineral deposits, sources and other natural resources; ships, boats and aircraft shall not be regarded as immovable property.

 

5. The provisions of paragraph 1 shall apply to income derived from the direct use, letting, or use in any other form of immovable property.

4. The provisions of paragraphs 1 and 3 shall also apply to the income from immovable property of an enterprise and to income from immovable property used for the performance of independent personal services.

Article 7 BUSINESS PROFITS

1. The profits of an enterprise of a Contracting State shall be taxable only in that State unless the enterprise carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated in that other Contracting State.  If the enterprise carries on or has carried on business in that manner, the profits of the enterprise may, be taxed in the other Contracting State but only so much of them as is attributable to that permanent establishment.

2. Subject to the provisions of paragraph 3, where an enterprise  of a Contracting State carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein, there shall in each Contracting State be attributed to that permanent establishment the profits which it might be expected to make if it were a distinct and separate enterprise engaged in the same or similar activities under the same or similar conditions and dealing wholly independently with the enterprise, of which it is a permanent establishment.

3. In determining the profits of a permanent establishment,  there shall be allowed as deductions those deductible expenses which are incurred for the purposes of the permanent establishment,  including executive and general administrative expenses so incurred, whether in the Contracting State in which the permanent establishment is situated or elsewhere. However, no such deduction shall be allowed in respect of amounts, if any, paid (otherwise than towards reimbursement of actual expenses) by the permanent establishment at the head office of the enterprise or any of its other offices, by way of royalties, fees or other similar payments in return for the use of patents or other rights, or by way of commission, for specific services performed or for management, or, except in the case of a banking enterprise, by way of interest on moneys lent to the permanent establishment. Likewise, no account shall be taken, in the determination of the profits of a permanent establishment, for amounts charged (otherwise than towards reimbursement of actual expenses), by the permanent establishment to the head office of the enterprise or any of its other offices, by way of royalties, fees or other similar payments in return for the use of patents or other rights, or by way of commission for specific services performed or for management, or, except in the case of a banking enterprise, by way of interest on money lent to the head office or any of its other offices.

4. Insofar as it has been customary in a Contracting State to determine the to be attributed to a permanent establishment on the basis of an apportionment of the total profits of the enterprise to its various parts, nothing in paragraph 2 shall preclude that Contracting State from determining the profits to be taxed by such an apportionment as may be customary; the method of apportionment adopted shall, however, be such that the result shall be in accordance with the principles contained in this Article.

5. No profits shall be attributed to a permanent establishment by reason of the mere purchase by that permanent establishment of goods or merchandise for the enterprise.

6. If the information available to the competent authority of a Contracting State is inadequate to determine the profits to be attributed to the permanent establishment, nothing in this Article shall affect the application of any law or regulations of that Contracting State relating to the determination of the tax liability of that permanent establishment by the competent authority of that Contracting State by making of an estimate of the profits to be attributable to that permanent establishment, provided that such law or regulations shall be applied, taking into account the information available to the competent authority, consistently with the principles of this Article.

7. For the purposes of the preceding paragraphs, the profits to be attributed to the permanent establishment shall be determined by the same method year by year unless there is good and sufficient reason to the contrary.

8. Where profits include items of income which are dealt with separately in other Articles of this Agreement, then the provisions of those Articles shall not be affected by the provisions of this Article.

 

Article 8 SHIPPING AND AIR TRANSPORT

1.       Profits derived from the operation of ships engaged in international traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the ships are registered or by which they are documented.

2.       Profits derived from the operation of aircraft in international traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the place of effective management of the enterprise is situated.

3.       The provisions of paragraph 1 and 2 shall also apply to profits form the participation in a pool, a joint business or an international operating agency.

 

Article 9 ASSOCIATED ENTERPRISES

1.       Where an enterprise of a Contracting State participates directly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of the other Contracting State, or the same persons participate directly of indirectly in the management, control or capital of an enterprise of a Contracting State and an enterprise of the other Contracting State, and in either case conditions are made or imposed between the two enterprises in their commercial or financial relations which differ from those which would be made between independent enterprises, then any profits which would, but for those conditions, have accrued to one of the enterprises, but, by reason of those conditions, have not so accrued, may be included in the profits of that enterprises and taxed accordingly.

2.       Where a Contracting State includes in the profits of an enterprise of that State - and taxes accordingly - profits on which an enterprise of the other Contracting State has been charged to tax in that other State and the profits so included are profits which would have accrued to the enterprise of the first -mentioned State if the conditions made between the two enterprises had been those which-would have been made between independent enterprises, then that other State shall make an appropriate adjustment to the amount of the tax charged therein on those profits. In determining such adjustment^ due regard shall be had to the other provisions of this Agreement and the competent authorities of the Contracting States shall if necessary consult each other.

 

Article 10 DIVIDENDS

1.       Dividends paid by a company which is a resident of a Contracting State to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other Contracting State.

2.       However, such dividends may also be taxed in the Contracting State of which the company paying the dividends is a resident and according to the laws of that Contracting State, but if the beneficial owner of the dividends is a resident of the other Contracting State, the tax so charged shall not exceed 5% (five per cent) of the gross amount of the dividends. The provisions of this paragraph shall not affect the taxation of the company in respect of the profits out of which the dividends are paid.

3.       Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2, dividends paid by a company which is a resident of a Contracting State shall not be taxable in that Contracting if the beneficial owner of the dividends is: α) the other Contracting State, a political subdivision or a local authority of that other Contracting State; b) the Central Bank of the other Contracting State; c) other governmental agencies or financial institutions as may be specified and agreed to in an exchange of notes between the competent authorities of the Contracting States.

4.       The term "dividends", as used in this Article, means income from shares, "jouissance" shares or "jouissance" rights, mining shares, founders' shares or other rights, not being debt-claims, participating in profits, as well as income from other corporate rights -which is subjected to the same taxation treatment as income from shares by the laws of the State of which the company making the distribution is a resident.

5.       The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the dividends, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State of which the company paying the dividends is a resident, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the holding in respect of which the dividends are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case, the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

6.       Where a company which is a resident of a Contracting State derives profits or income from the other Contracting State, that other State may not impose any tax on the, dividends paid by the company, except insofar as such dividends are paid to a resident of that other State or insofar as the holding in respect of which the dividends are paid is effectively connected with a permanent establishment or a fixed base situated in that other State, nor subject the company's undistributed profits to a tax on undistributed profits, even if the dividends paid or the undistributed profits consist wholly or partly of profits or income arising in such other State.

 

Article 11  INTEREST

1. Interest arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other Contracting State.

2. However, such interest may also be taxed in the Contracting State in which it arises and according to the laws of that Contracting State, but if the beneficial owner of the interest is a resident of the other Contracting State, the tax so charged shall not exceed 5% (five per cent) of the gross amount of the interest.

3. Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2, interest arising in a Contracting State shall not be taxable in that Contracting State if the beneficial owner of the interest is:

a) the other Contracting State, a political subdivision or a local authority of that other Contracting State; b) the Central Bank of the other Contracting State; c) other governmental agencies or financial institutions as may be specified and agreed to in an exchange of notes between the competent authorities of the Contracting States.

4. The term "interest", as used in this Article, means income from debt-claims of every kind, whether or not secured by mortgage, and whether or not carrying a right to participate in the debtor's profits, and in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures as well as any income that is treated as interest under the taxation law of the Contracting State in which such income arises.

5. The provisions of paragraphs I and 2 shall not apply if the beneficial owner of the interest, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State in which  the interest arises,  through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the debt-claim. in respect of which the interest is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case, the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

6. Interest shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is a resident of that State. Where, however, the person paying the interest, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or a fixed base in connection with which the indebtedness on which the interest is paid was incurred, and such interest is borne by such permanent establishment or fixed base, then such interest shall be deemed to arise in the State in which the permanent establishment or fixed base is situated.

7. Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the interest, having regard to the debt-claim for which it is paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In such case, the excess part of the payment shall remain taxable according the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Agreement.

 

Article 12 ROYALTIES

1. Royalties arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2. However, such royalties may also be taxed in the Contracting State in which they arise and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the royalties the tax so charged shall not exceed 15 per cent of the gross amount of the royalties. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of applications of this limitation.

3. The term "royalties", as used in this Article, means payments of any kind was a consideration for the use of, or the right to use, any copyright of literary, artistic or scientific work including cinematograph films and works on films, or other means of reproduction for use in connection with television or radio broadcasting, any patent, trade mark, design or model, plan, secret formula or process, or for the use of, or the right to use, industrial, commercial or scientific equipment, or for information concerning industrial, commercial or scientific experience.

4. The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the royalties, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State in- which the  royalties arise, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the right or property in respect of which the royalties are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

5. Royalties shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is a resident of that State. Where, however, the person paying the royalties, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or a fixed base in connection with which the obligation to pay the royalties was incurred and the royalties are borne by that permanent establishment or fixed base, then such royalties shall be deemed to arise in the State in which the permanent establishment or fixed base is situated.

6. Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the royalties, having regard to the use, right or information for which they are paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount.  In such case, the excess part of the payments shall remain taxable according to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Agreement.

 

Article 13  CAPITAL GAINS

1.       Gains derived by a resident of a Contracting State from the alienation of immovable property referred to in Article 6 and situated in the other Contracting State maybe taxed in that other State.

2.       Gains from the alienation of movable property forming part of the business property of a permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State or of movable property pertaining to a fixed base available to a resident of a Contracting State in the other Contracting State for the purpose of performing independent personal services, including such gains from the alienation of such a permanent establishment (alone or with the -whole enterprise) or of such fixed base, may be taxed in that other State.

3.       Gains from the alienation of ships or aircraft operated in international traffic or movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft shall be taxable only in the Contracting State in which the profits of such ships or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.

4.       Gains from the alienation of any property other than that referred to in paragraphs 1, 2 and 3, shall be taxable only in the Contracting State of which the alienator is a resident.

 

Article 14  INDEPENDENT PERSONAL SERVICES

1.       Income derived by an individual who is a resident of a Contracting State in respect of professional services or other activities of an independent character shall be taxable only in that State unless he has a fixed base regularly available to him in the other Contracting State for the purpose of performing his activities. If he has or had such a fixed base, the income may be taxed in the other State but only so much of it as is attributable to that fixed base.

2.       The term "professional services" includes, especially, independent scientific, literary, artistic, educational or teaching activities  as well as the independent activities of physicians, lawyers, engineers, architects, dentists and accountants.

 

Article 15 DEPENDENT PERSONAL SERVICES

1.       Subject to the provisions of Articles 16, 18 and 19, salaries, wages and other similar remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment shall be taxable only,, in that State unless the employment is exercised, in the other Contracting State.  If the employment is so exercised, such remuneration as is derived therefrom may be taxed in that other State.

2.       Notwithstanding the provisions of paragraph 1, remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment exercised in the other Contracting State shall be taxable only in the first-mentioned State if: a) The recipient is present in the other State for a period or periods not exceeding in the aggregate  183   days  in a period of twelve  months commencing or ending in the fiscal year concerned b) The remuneration is paid by or on behalf of, an employer who is not a resident of the other State, and c) The remuneration is not borne by a permanent establishment or a fixed base which the employer has in the other State.

3.       Notwithstanding the preceding provisions of this Article, remuneration derived in respect of an employment exercised aboard a ship or aircraft operated in international traffic, may be taxed in the Contracting State in which the profits from the operation of the ship or aircraft are taxable according to  the provisions of Article 8.

4.       Ground staff appointed from head office of national air carrier of a Contracting State to the other Contracting State shall be exempted from taxes levied on their remunerations in that other Contracting State.

 

Article 16  DIRECTORS' FEES

Directors' fees and other similar payments derived by a resident of a Contracting State in his capacity as a member of the board of directors or other similar organ of a company which is a resident of the other Contracting State shall be taxable only in the first-mentioned Contracting State.

Article 17 ARTISTES AND SPORTSMEN

1.       Notwithstanding the provisions of Articles 14 and 15, income derived by a resident of a Contracting State as an entertainer, such as a theatre, motion picture, radio or television artiste, or a musician,-or as a sportsman, from his personal activities as such exercised in the other Contracting State, may be taxed in that other State.

2.       Where income in respect of personal activities exercised by an entertainer or a sportsman, in his capacity as such accrues not to the entertainer or sportsman, himself but to another person, that income may, notwithstanding the provisions of Articles 7, 14 and 15, be taxed in the Contracting State in -which the activities of the entertainer or sportsman are exercised.

 

Article 18 PENSIONS AND ANNUITIES

1.       Subject to the provisions of paragraph 2 of Article 19, pensions and other similar remuneration paid to an individual who is a resident of a Contracting State in consideration of past employment shall be taxable only in that Contracting State. The terms "pensions and other similar remuneration" as used in this paragraph mean periodic payments made after retirement in consideration of past employment or by way of compensations for injuries received in connection with past employment.

2.       Subject to the provisions of paragraph 2 of Article 19, annuities derived by an individual who is a resident of a Contracting State shall be taxable only in that Contracting State. The term "annuities" as used in this paragraph means a stated sum payable to an individual periodically at stated times during life, or during a specified or ascertainable period of time, under an obligation to make the payments in return for adequate and full consideration in money or money's worth.

 

Article 19  GOVERNMENT SERVICES

1. a) Salaries, wages and other similar  remuneration,  other than a pension, paid by a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or subdivision or authority shall be taxable only in that State. b) However, such salaries, wages and other similar remuneration shall be taxable only in the other Contracting State if the services are rendered in that State and the individual is a resident of that State who either:

(1) is a national of that State;

(2) did not become a resident of that State solely for the purpose of rendering the services.

 

1.       a) Any pension paid by, or out of funds created by, a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or subdivision or authority shall be taxable only in that State. b) However, such pension shall be taxable only in the other Contracting State if the individual is a resident of, and a national of, that State.

2.       The provisions of Articles 15, 16 and 18 shall apply to remuneration and pensions in respect of services rendered in connection with a business carried on by a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof.

 

Article 20 TEACHERS AND RESEARCHERS

An individual who is or was immediately before visiting a Contracting State a resident of the other Contracting State and who, at the invitation of the Government of the first-mentioned Contracting State or of a university, college, school, museum or other cultural institution in that first-mentioned Contracting State or under an official program of cultural exchange, is present in that Contracting State for a period not exceeding two consecutive years solely for the purpose of teaching, giving lectures or carrying out research at such institution shall be exempt from tax in that Contracting State on his remuneration for such activity.

Article 21 STUDENTS AND TRAINEES

1.       Payments which a student or business apprentice who is or was immediately before visiting a Contracting State a resident of the other Contracting State and who is present in the first-mentioned Contracting State solely for the purpose of his education or training receives for the purpose of his maintenance, education or training shall not be taxed in that State, provided that such payments arise from sources outside that State.

2.       Notwithstanding the provisions of paragraph 1, remuneration which a student or business trainee who is or was immediately before visiting a Contracting State a resident of the other Contracting State and who is present in the first-mentioned Contracting State solely for the purpose of his education or training derives from temporary services rendered in the first-mentioned Contracting State shall not be taxed in that Contracting State, provided that such services are in connection with his education or training and that the remuneration for such services is necessary to supplement the resources available to him for the purpose of his maintenance.

 

Article 22 OTHER INCOME

1.       Items of income of a resident of a Contracting State, wherever arising, not dealt with, in the foregoing Articles of this Agreement shall be taxable only in that State.

2.       The provisions of paragraph 1 shall not apply to income, other than income from immovable property as defined in paragraph 2 of Article 6, if the recipient of such income being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the right or property in respect of which the income is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

 

Article 23

CAPITAL

1.       Capital represented by immovable property referred to in Article 6, owned by a resident of a Contracting State and situated in the other Contracting State, may be taxed in that other State.

2.       Capital represented by movable property forming part of-the -business property of a permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State or by movable property pertaining to fixed base available to a resident of a Contracting State in the other Contracting State for the r purpose of performing independent personal services, may be taxed in that other State.

3.       Capital represented by ships or aircraft operated in international traffic and by movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft, shall be taxable only in the Contracting State in which the profits from the aforesaid ships or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.

4.       All other elements of capital of a resident of a Contracting State shall be taxable only in that State.

 

Article 24 ELIMINATION OF DOUBLE TAXATION

1.       The laws in force in either of the Contracting States shall continue to govern the taxation in the respective Contracting State except where provisions to the contrary are made in this Agreement.

2.       It is agreed that double taxation shall be avoided in accordance with the following paragraphs of this Article: a) In the case of the Hellenic Republic: Where a resident of the Hellenic Republic derives income or owns capital which, in accordance with this Agreement, may be taxed in Kuwait, the Hellenic Republic shall allow as a deduction from the tax on the income of that resident, an amount equal to the income tax paid thereon in Kuwait, and as a deduction from the tax on the capital of that resident, an amount equal to the capital tax. paid thereon in Kuwait. Such deduction in either case shall not, however, exceed that part of the income or capital tax in the Hellenic Republic, as computed before the deduction is given, which is attributable, as the case may be, to the income or the capital which may be taxed in Kuwait. b) In the case of Kuwait: Where a resident of Kuwait derives income or owns capital-which, in accordance with this Agreement, may be taxed in both Hellenic Republic and Kuwait, Kuwait shall allow as a deduction from the tax on the income of that resident, an amount equal to the income tax paid in the Hellenic Republic; and as a deduction from the tax on the-capital of that resident, an amount equal to the capital tax paid in the Hellenic Republic. Such deduction in either case shall not, however, exceed that part of the tax on income or on capital, as computed before the deduction is given, which is attributable, as the case may be, to the income or the capital -which may be taxed in the Hellenic Republic.

3.       For the purposes of allowance as a credit in a Contracting State, the tax paid in the other Contracting State shall include the tax -which is otherwise payable in that other Contracting State, but has been waived or reduced in accordance with the special investment incentive law or measures designed to promote economic development in that other Contracting State.

 

Article 25 NON - DISCRIM1NATION

1.       Nationals of a Contracting State shall not be subjected in the other Contracting State to any taxation or any requirement connected therewith, which is other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which nationals of that other Contracting State in the same circumstances are or may be subjected. This provision shall, notwithstanding the provisions of Article 1, also apply to persons who are not residents of one or both of the Contracting States.

2.       The taxation on a permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State shall not be less favourably levied in that other Contracting State than the taxation levied on enterprises of that other Contracting State carrying on the same activities.  The provisions shall not be construed as obliging a Contracting State to grant to residents of the other Contracting State any personal allowances, reliefs and reductions for taxation purposes on account of civil status or family responsibilities which it grants to its own residents.

3.       Notwithstanding the provisions of paragraph 1 and 2 nothing in this Article shall affect the right of either Contracting State to grant an exemption or reduction of taxation in accordance with its domestic laws, regulations or administrative practices to its own nationals who are residents of that other Contracting State.  Such exemption or reduction, however, shall not apply in respect of such proportion of the capital of companies owned by persons who are nationals of the other Contracting State. .

4.       Nothing in this Article shall be construed as imposing a legal obligation on a Contracting State to extend to the residents of the other Contracting State, the benefit of any treatment, preference or privilege which may be accorded to any other state or its residents by virtue of the formation of a customs union, economic union, special agreements,  a free trade area or by virtue of any regional  or sub regional arrangement relating wholly or mainly to movement of capital and/or taxation to which the first-mentioned Contracting State may be a party.

5.       In this Article, the term "taxation" means taxes which are the subject of this Agreement.

 

Article 26 MUTUAL AGREEMENT PROCEDURE

1.       Where a person considers that the actions of one or both of the Contracting States result or will result for him in taxation not in accordance with this Convention, he may, irrespective of the remedies provided by the domestic law of those States, present his case to the competent authority of the Contracting State of which he is a resident or, if his case comes under paragraph 1 of Article 25, to that of the Contracting State of which he is a national. The case must be presented within three years from the first notification of the action resulting in taxation not in accordance with the provisions of the Convention.

2.       The competent authority shall endeavour, if the objection appears to it to be justified and if it is not itself able to arrive at a satisfactory solution, to resolve the case by mutual agreement with the competent authority of the other Contracting State, with a view to the avoidance of taxation which is not in accordance with the Convention. Any agreement reached shall be implemented notwithstanding any time limits in the domestic law of the Contracting States.

3.       The competent authorities of the Contracting States shall endeavour to resolve by mutual agreement any difficulties of doubts arising as to the interpretation or application of the Convention. They may also consult together for the elimination of double taxation in cases not provided for in the Convention.

4.       The competent authorities of the Contracting States may communicate with each other directly, including through a joint commission consisting of themselves or their representatives, for the purpose of reaching and agreement in the sense of the preceding paragraphs.

 

Article 27 EXCHANGE OF INFORMATION

1. The competent authorities of the Contracting States shall exchange such information as is necessary for carrying out the provisions of this Agreement or of the domestic laws of the Contracting States concerning taxes covered by the Agreement insofar as the taxation thereunder is not contrary to the Agreement.  The exchange of information is not restricted by Article 1. Any information received by a Contracting State shall be treated as secret in the same manner as information obtained under the domestic laws of that State and shall be disclosed only to persons or authorities (including courts and administrative bodies) involved in the assessment or collection of, the enforcement or prosecution in respect of, or the determination of appeals in relation to, the taxes covered by the Agreement. Such persons or authorities shall use the information only far such purposes, hey may disclose the information in public court proceedings or in judicial decisions.

2. In no case shall the provisions of paragraph 1 be construed so as to impose on a Contracting States the obligation: a) to carry out administrative measures at variance with the laws and administrative practice of that or of the other Contracting State; b) to supply information which is not obtainable under the laws or in the normal course of the administration of that or of the other Contracting State? c) to supply information which would disclose any trade, business, industrial, commercial or professional secret or trade process, or information, the disclosure of which would be contrary to public policy (ordre public).

 

Article 28  MISCELLANEOUS RULES

1.       The provisions of this Agreement shall not be construed to restrict in any manner any exclusion, exemption, deduction, credit or other allowance now or hereafter accorded by the laws of a Contracting State in the determination of the tax imposed by that Contracting State.

2.       The competent authorities of each Contracting State may prescribe regulations in order to carry out the provisions of this Agreement.

 

Article 29 MEMBERS OF DIPLOMA TIC MISSIONS AND CONSULAR POSTS

Nothing in this Agreement shall affect the fiscal privileges of members of diplomatic missions or consular posts under the general rules of international law or under the provisions of special agreements.

Article 30 ENTRY INTO FORCE

Each, of the Contracting States shall notify to the other the completion of its constitutional procedures for the entry into force of this Agreement. This Agreement shall enter into force on the date of the later of these notifications and its provisions shall thereupon have effect in both Contracting States: a) in respect of taxes withheld at source, for amounts paid or credited on or after the first day of January of the calendar year next following that in which the Agreement enters into force; b) in respect of other taxes, for taxable periods beginning on or after the first day of January of the calendar year next following that in which the Agreement enters into force.

Article 31  DURATION AND TERMINATION

This Agreement shall remain in force for a period of ten years and shall remain in force until terminated by a Contracting State.   Either Contracting State may terminate the Agreement, through diplomatic channels, by giving -notice of termination at least six months before the end of any calendar year.  In such event, the Agreement shall cease to have effect: a) in respect of taxes withheld at source, for amounts paid or credited on or after the first day of January of the calendar year next following that in which the notice is given; b) in respect of other taxes, for taxable periods beginning on or after the first day of January of the calendar year next following that in which the notice of termination is given. IN WITNESS WHEREOF the respective plenipotentiaries of both Contracting States have signed this Agreement. Done at 29 Thu Al-Hijja, Sunday, of the year 142 3 H corresponding to March 2nd, Sunday, of the year 2003, in two originals, in the Greek, Arabic and English languages, all texts being equally authentic. In case of divergency, the English text shall prevail.

For the Government  For the Government of the Hellenic Republic of the State of Kuwait

 

Άρθρο δεύτερο

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμφωνίας που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 30 αυτής.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο