Σχόλια

1 Ανακοίνωση (Αριθ.0544/21/ΑΣ/437/Μ. 4317): Το Υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει ότι στις 10 Ιουνίου 1998 έλαβε χώρα στη Σεούλ η ανταλλαγή των εγγράφων επικυρώσεως της Συμβάσεως μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Κορέας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 1995. Η παραπάνω Σύμβασις η οποία κυρώθηκε με τον 2571/1998 Νόμο που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 11/13.1.98βτ. Α’, τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28, παραγρ, 1 αυτής, την 10η Ιουλίου 1998.

Δημοσιεύθηκε στις : [ 11-03-2009 ]

ΝΟΜΟΣ 2571/1998 (Κορέα) Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας καιτης Δημοκρατίας της Κορέαςγια την αποφυγή της διπλής φορολογίας καιτην αποτροπή της φοροδιαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος.

(Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας καιτης Δημοκρατίας της Κορέαςγια την αποφυγή της διπλής φορολογίας καιτην αποτροπή της φοροδιαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος.)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών οικονομικών σχέσεων)

Σύμβαση ΕΛΛΑΔΑΣ-ΚΟΡΕΑΣ

 

ΝΟΜΟΣ ΥΠ'ΑΡΙΘ.2571/1998 ΦΕΚ Α'11 13.1.1998

Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας καιτης Δημοκρατίας της Κορέαςγια την αποφυγή της διπλής φορολογίας καιτην αποτροπή της φοροδιαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τονακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο πρώτο

Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Κορέας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 1995, το κείμενοτηςοποίαςσε πρωτότυποστηνελληνικήκαιαγγλικήγλώσσαέχειωςεξής:

ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣΔΙΠΛΗΣΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΤΡΟΠΗΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κορέας,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να συνάψουν Σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και τηναποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1 ΠΕΔΙΟΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στα πρόσωπα που είναι κάτοικοι του ενός ή και των δυο Συμβαλλόμενων Κρατών.

Άρθρο 2 ΦΟΡΟΙ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ

 1.Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των πολιτικών υποδιαιρέσεων του ή των τοπικών αρχών του. ανεξάρτητα από τον τρόπο επιβολής.

2. Φόροι εισοδήματος θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα ή σε στοιχεία του εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς κα των φάρων στην υπεραξία που προκύπτει από την ανατίμηση του κεφαλαίου.

3. Οι υφιστάμενοι φόροι στους oποίους εφαρμόζεται ειδικότερα η παρούσα Σύμβαση είναι:

α) Στηνπερίπτωση τηςΕλληνικής Δημοκρατίας

 (αα} ο φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπωνκαι

 (ββ) ο φόρος εισοδήματος τωννομικών προσώπων (στο εξής αναφερόμενοι ως

"Ελληνικός φόρος"), β} Στηνπερίπτωση τηςΚορέας: {αα} ο φόρος εισοδήματος, (ββ) ο Φόρος εταιρειών και (γγ) ο φόρος κατοίκου (στο εξής αναφερόμενοι ως "Κορεατικός φόρος').

 4. Η Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης επιπρόσθετα η αντί των υφισταμένων φόρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών γνωστοποιούν η μία στην άλλη οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή που έχει επέλθει στηναντίστοιχη φορολογική νομοθεσία τους.

Άρθρο 3 ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

 1. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το κείμενο: α) οι όροι "ένα Συμβαλλόμενο Κράτος" και "το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος" σημαίνουν τηνΕλληνική Δημοκρατία ή την Κορέα, όπωςορίζεται από το κείμενο,

β) ο όρος "Ελληνική Δημοκρατία" περιλαμβάνει το έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας και μέρος του θαλάσσιου βυθού και του υπεδάφους του κάτω από τη Μεσόγειο Θάλασσα, επί των οποίων η Ελληνική Δημοκρατία έχει κυριαρχικά δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο για σκοπούς εξερεύνησης, εξόρυξης ή εκμετάλλευσης των φυσικώνπόρωναυτών τωνπεριοχών,

γ) ο όρος 'Κορέα' σημαίνει το έδαφος της Δημοκρατίας της Κορέας, συμπεριλαμβανομένης κάθε περιοχής συνεχόμενης στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας της Κορέας, η οποία έχει χαρακτηρισθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο ή μπορεί -συμφωνά με το δίκαιο της Δημοκρατίας της Κορέας -να χαρακτηρισθεί ως περιοχή εντός της οποίας μπορούν να ασκηθούν κυριαρχικά δικαιώματα της Δημοκρατίας της Κορέας σχετικά με το θαλάσσιο βυθό, το υπέδαφος και τους φυσικούς πόρους τους,

δ) ο όρος "φόρος" σημαίνει Ελληνικός φόρος ή Κορεάτικος φόρος, όπως ορίζεται από το κείμενο,

ε) ο όρος "πρόσωπο" περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μία εταιρεία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων,

στ) ο όρος "εταιρεία" σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με μία εταιρεία,

ζ} οι όροι "επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους" και "επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους" υποδηλώνουν αντίστοιχα την επιχείρηση πουασκείται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και την επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,

η) ο όρος "υπήκοοι" σημαίνει:

αα) οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη.

ββ) οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, τις προσωπικές εταιρείες και τις ενώσεις προσώπων, που αποκτούν το νομικό καθεστώς τους από τους νόμους που ισχύουν σ' ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη,

θ) ο όρος "διεθνείς μεταφορές" σημαίνει οποιαδήποτε μεταφορά με πλοίο ή αεροσκάφος εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ περιοχών στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος,

ι) ο όρος "αρμόδια αρχή" σημαίνει:

αα) στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του,

ββ) στην περίπτωση της Κορέας τον Υπουργό των Οικονομικών και Οικονομίας ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του.

2. Όσον αφορά την εφαρμογή της Σύμβασης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος που δεν καθορίζεται σ’ αυτό το άρθρο έχει, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το κείμενο, την έννοια που έχει σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους αυτού σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο της Σύμβασης.

Άρθρο 4 ΚΑΤΟΙΚΟΣ

1                    Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος "κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους" σημαίνει το πρόσωπο που, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του Κράτους, υπόκειται σε φορολογία σ’ αυτό λόγω κατοικίας ή διαμονής του, κύριας έδρας ή τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρίου. Αλλά ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που φορολογείται στο Κράτος αυτό μόνο λόγω εισοδήματος από πηγές μέσα σ' αυτό το Κράτος.

2                    Στην περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε η νομική υπόσταση του καθορίζεται ωςεξής:

 

(α) Θεωρείται ότι είναι κάτοικος του Κράτους στο οποίο διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία. Αν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων).

 (β) Αν το Κράτος, στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του. δεν μπορεί να καθοριστεί ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους στο οποίο έχειτη συνήθη διαμονή του.

(γ) Αν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Κράτη ή δεν έχει σε κανένα από αυτά, θεωρείται κάτοικος του Κράτους, του οποίου είναι υπήκοος.

(δ) Αν είναι υπήκοος και των δύο Κρατών ή κανενός απ' αυτά, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.

3. Στην περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο, εκτός από φυσικό πρόσωπο, είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό Θεωρείται κάτοικος του Κράτους στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας του.

Σε περίπτωση αμφισβητήσεων οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών διευθετούν τοζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.

Άρθρο 5 ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

1                    Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο ορός "μόνιμη εγκατάσταση "σημαίνει έναν καθορισμένο τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας μέσω του οποίου διεξάγονται οι εργασίες της επιχείρησης εν όλω η εν μέρει.

2                    Ο όρος "μόνιμη εγκατάσταση" περιλαμβάνει κυρίως: α) έδρα διοίκησης β) υποκατάστημα γ) γραφείο δ) εργοστάσιο ε) εργαστήριο στ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιονδήποτε άλλον τόπο

 

εξόρυξης φυσικών πόρων.

1.      Ένα εργοτάξιο, ένα έργο κατασκευής, συναρμολόγησης ή εγκατάστασης ή έργο που συνίσταται στις δραστηριότητες επίβλεψης και παροχής οδηγιών αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση (από κοινού με άλλα σχετικά παρόμοια εργοτάξια σχετιζόμενα μεταξύ τους), εφόσονέχουνδιάρκεια περισσότερο από εννέα (9) μήνες.

2.      Μία επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, αν ουσιώδης εξοπλισμός χρησιμοποιείται σε αυτήν τη χώρα για περισσότερο από έξι (6) μήνες από αυτήν την επιχείρηση σε έρευνα ή εκμετάλλευση φυσικών πόρων.

3.      Ο όρος μόνιμη εγκατάσταση περιλαμβάνει επίσης την παροχή υπηρεσιών, που συνίσταται σε τεχνική βοήθεια και συμβουλευτικές υπηρεσίες, από μία επιχείρηση μέσω υπαλλήλων ή άλλου προσωπικού που απασχολείται από την επιχείρηση για το σκοπό αυτόν, εφόσον οι δραστηριότητες αυτής της μορφής συνεχίζονται για μία περίοδο ή περιόδους που ανέρχονται σε ή υπερβαίνουν συνολικά τις 183 ημέρες σε μία οποιαδήποτε περίοδο δώδεκα (12) μηνών.

4.      Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του άρθρου ο όρος 'μόνιμη εγκατάσταση' δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνει: α) τη χρήση εγκαταστάσεων αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση,

 

β) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό τηναποθήκευση, έκθεση ή παράδοση,

γ) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό τηνεπεξεργασία από άλλη επιχείρηση,

δ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά για το σκοπό της αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων ή της συγκέντρωσης πληροφοριών για τηνεπιχείρηση,

ε) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση για την επιχείρηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή επιβοηθητικού χαρακτήρα,

στ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό τη διεξαγωγή συνδυασμένων δραστηριοτήτων από τις αναφερόμενες στις υποπαραγράφους α' έως ε", εφόσον η όλη δραστηριότητα του καθορισμένου τόπου που απορρέει από αυτόν το συνδυασμό είναι προπαρασκευαστικού ή βοηθητικούχαρακτήρα.

1.      Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα πρόσωπο -εκτός από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 10 -ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει εξουσιοδότηση, που την ασκεί συστηματικά σ' ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη για να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα της επιχείρησης, η επιχείρηση αυτή θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Κράτος αυτό σε σχέση με τις δραστηριότητες που αναλαμβάνει το πρόσωπο αυτό για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριότητες του προσώπου αυτού περιορίζονται σε εκείνες που μνημονεύονται στην παράγραφο 6, οι οποίες ακόμη και αν ασκούνται μέσω ενός καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν τον καθορισμένο αυτόν τόπο μόνιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου.

2.      Ανεξάρτητα από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού και τις διατάξεις του άρθρου 14. ένα πρόσωπο που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και διεξάγει δραστηριότητες σχετικά με την έρευνα, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών πόρων που βρίσκονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρείται ότι διεξάγει, όσον αφορά αυτές τις δραστηριότητες, εργασία σ' αυτό το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης ή μιας καθορισμένης βάσης που βρίσκεται μέσα σ’ αυτά, εκτός αν αυτές οι δραστηριότητες διεξάγονται για χρονική περίοδο ή περιόδους που δεν ξεπερνούν τις ενενήντα (90) ημέρες συνολικά σε οποιαδήποτε περίοδο δώδεκα (12) μηνών. Γιατους σκοπούς αυτής της παραγράφου:

 

α) Στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες στο άλλο Κράτος συνδέεται με άλλη επιχείρηση και αυτή η άλλη επιχείρηση συνεχίζει ως μέρος του ίδιου έργου τις ίδιες δραστηριότητες που διεξάγονται ή διεξάγονταν από τηνπρώτη αναφερόμενη επιχείρηση και οι δραστηριότητες που ασκούνται και από τις δύο επιχειρήσεις διαρκούν -όταν συνυπολογισθούν -για μια περίοδο που υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες σε οποιαδήποτε περίοδο δώδεκα (12) μηνών, τότε κάθε επιχείρηση θεωρείται ότι ασκεί τις δραστηριότητες της για περίοδο που υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες σε περίοδο δώδεκα (12) μηνών.

β) Δύο επιχειρήσεις θεωρούνται ότι συνδέονται μεταξύ τους αν η μία ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από την άλλη ή και οι δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα.

1                    Μία ασφαλιστική εταιρεία ενός Συμβαλλόμενου Κράτους θεωρείται άτι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αν εισπράττει ασφάλιστρα σ' αυτό το άλλο Κράτος μέσω ενός πράκτορα -εκτός αυτού στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 7 -ή ασφαλίζει κινδύνους κείμενους σε αυτό το έδαφος μέσω ενός τέτοιου πράκτορα.

2                    Μία επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απλό και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες σε αυτό το Κράτος μέσω μεσίτη, γενικού αντιπροσώπου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια τηςδραστηριότητας τους.

3                    Το γεγονός ότι εταιρεία, που είναι κάτοικος σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή διεξάγει εργασίες σ' αυτό το άλλο Κράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλον τρόπο), δεν μπορεί αυτό και μόνο να καθιστά την καθεμία απότις εταιρείες μόνιμη εγκατάσταση της άλλης.

 

Άρθρο 6 ΕΙΣΟΔΗΜΑΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΗΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

1                    Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμβανομένου και του εισοδήματος από γεωργική ή δασική δραστηριότητα) που βρίσκεται στα άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ' αυτό τα άλλο Κράτος.

2                    Ο όρος "ακίνητη περιουσία" καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η περιουσία αυτή. Ο όρος περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση τα παραρτήματα της ακίνητης περιουσίας, ζώα και εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και στη δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της γενικής νομοθεσίας για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία ακίνητης περιουσίας και δικαιώματα τα οποία παρέχουν προσόδους μεταβαλλόμενες ή πάγιες ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση ή το δικαίωμα εκμετάλλευσης μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων. Πλοία, πλοιάρια καιαεροπλάνα δεν θεωρούνται ωςακίνητη περιουσία.

3                    Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στο εισόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρήσης της ακίνητης περιουσίας.

4                    Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχείρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρησιμοποιείται για την άσκηση μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών.

 

Άρθρο 7 ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

 1. Τα κέρδη επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό, εκτός αν η επιχείρηση ασκεί εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σ' αυτό. Αν η επιχείρηση ασκεί εργασίες κατ' αυτόν τον τρόπο, τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φορολογούνται στο άλλο Κράτος, αλλά μόνο ως προς το τμήμα αυτών, το οποίο αποδίδεται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση.

2. Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 3, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ασκεί εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης σ' αυτό, τότε σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη θεωρούνται ως κέρδη της μόνιμης αυτής εγκατάστασης τα κέρδη που υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε, αν αυτή ήταν μία ξεχωριστή και ανεξάρτητη επιχείρηση ασχολούμενη με την ίδια ή με παρόμοια δραστηριότητα κάτω

από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και συναλλάσσετο με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση κατ' ανεξάρτητο τρόπο.

3. Κατά τον καθορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης αφαιρούνται τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών και γενικών διαχειριστικών εξόδων, που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης είτε στο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτεαλλού.

4. Κανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει σε μόνιμη εγκατάσταση για το λόγο ότι η μόνιμη εγκατάσταση πραγματοποίησε απλή αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων για την επιχείρηση.

5. Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που αποδίδονται στη μόνιμη εγκατάσταση καθορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι για το αντίθετο.

6. Στις περιπτώσεις που στα κέρδη περιλαμβάνονται κατηγορίες εισοδήματος για τις οποίες γίνεται ιδιαίτερη μνεία σε άλλα άρθρα της παρούσας Σύμβασης, τότε οι διατάξεις των άρθρων αυτών δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

 

Άρθρο 8 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

1                    Εισόδημα που προκύπτει από την εκμετάλλευση πλοίου σε διεθνείς μεταφορές φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι νηολογημένο το πλοίο.

2                    Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, το εισόδημα που αποκτά μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκμετάλλευση πλοίου σε διεθνείς μεταφορές φορολογείται μόνο σ' αυτό τοΣυμβαλλόμενο Κράτος.

3                    Εισόδημα που αποκτά μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκμετάλλευση αεροσκάφους σε διεθνείς μεταφορές φορολογείται μόνο σ' αυτή τη χώρα.

4                    Οι διατάξεις τωνπροηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται επίσης στα κέρδη από τη συμμετοχή σε pool, σε κοινοπρακτικής μορφής εκμετάλλευση ή σε πρακτορείο που λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο.

 

Άρθρο 9 ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

 1. Αν:

α) επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή

β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις τους όροι διαφορετικοί από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί, θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί από μία από τις επιχειρήσεις, αλλά λόγω αυτών των όρων δεν πραγματοποιήθηκαν, μπορούν να περιλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.

 2. Αν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος περιλαμβάνει στα κέρδη μιας επιχειρήσεως του Κράτους αυτού -και φορολογεί αναλόγως -κέρδη για τα οποία μια επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους έχει φορολογηθεί στο άλλο Κράτος και κάτ΄ αυτόν τον τρόπο περιληφθέντα κέρδη είναι κέρδη τα οποία θα απεδίδοντο στην επιχείρηση του πρώτου μνημονευθέντος Κράτους αν οι τιθέμενοι μεταξύ των δύο επιχειρήσεων όροι ήταν οι ίδιοι, οι οποίοι θα ετίθεντο μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε αυτό το άλλο Κράτος προσαρμόζει αναλόγως το ποσό του φόρου, ο οποίος έχει επιβληθεί μέσα σ' αυτό πάνω σε εκείνα τα κέρδη. Κατά τον καθορισμό μιας τέτοιας προσαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι υπόλοιπες διατάξεις αυτής της Σύμβασης και οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών να συμβουλεύονται η μία τηνάλλη αν παραστεί ανάγκη.

Άρθρο 10 ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ

1                    Μερίσματα που καταβάλλονται από εταιρεία, η οποία είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορούν να φορολογούνται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2                    Όμως τα μερίσματα αυτά μπορούν επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος, του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος και σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του Κράτους, αλλά αν ο λήπτης είναι ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται μ' αυτόν τον τρόπο δεν πρέπει να υπερβαίνει:

 

α) Το 5% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων αν ο δικαιούχος είναι εταιρεία (εκτός από προσωπικές εταιρείες) που κατέχει άμεσα τουλάχιστον 25% του κεφαλαίου της εταιρείας που καταβάλλει τα μερίσματα.

β) Το 15% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογήςαυτών τωνπεριορισμών. Η παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει τη φορολογία της εταιρείας σε σχέση με τα κέρδη από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα.

1.      Ο όρος 'μερίσματα", όπως χρησιμοποιείται σ αυτό το άρθρο, σημαίνει εισόδημα από μετοχές, μετοχές "επικαρπίας" ή δικαιώματα "επικαρπίας", μετοχές μεταλλείων, ιδρυτικούς τίτλους ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη (κεφαλαιουχικής εταιρείας), τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από χρέη, καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα, το οποίο υπόκειται στην ίδια φορολογική μεταχείριση όπως και το εισόδημα από μετοχές, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του Κράτους, του οποίου η εταιρεία που διενεργεί τη διανομή είναι κάτοικος.

2.      Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ασκεί εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό ή αν παρέχει σ1 αυτό το άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ' αυτό και η συμμετοχή (HOLDING) δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά μ' αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ' αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με τηνπερίπτωση.

3.      Αν μια εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους πραγματοποιεί κέρδη ή αποκτά εισοδήματα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, το άλλο αυτό Κράτος μπορεί να μην επιβάλει κανένα φόρο στα μερίσματα που καταβάλλονται από την

 

εταιρεία, εκτός αν τα μερίσματα αυτά καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου αυτού Κράτους ή αν η συμμετοχή (holding) δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τη μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με μία μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που βρίσκεται στο άλλο αυτό Κράτος, ούτε μπορεί να υπαγάγει τα αδιανέμητα κέρδη της εταιρείας σε φόρο επί αδιανέμητων κερδών ακόμη και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα αδιανέμητα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν μέρει από κέρδη ή εισοδήματα που προκύπτουν σ' αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 11 ΤΟΚΟΙ

1                    Τόκοι που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2                    Όμως αυτοί οι τόκοι δύνανται να φορολογούνται επίσης στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους αυτού, αλλά, αν ο λήπτης είναι ο δικαιούχος των τόκων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 8% του ακαθάριστου ποσού τωντόκων.

3                    Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 2, τόκοι που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και προέρχονται από την Κυβέρνηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών υποδιαιρέσεων και τοπικών αρχών, την Κεντρική Τράπεζα αυτού του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή χρηματοδοτικούς οργανισμούς που εκτελούν λειτουργίες κυβερνητικής φύσεως, εξαιρούνται από το φόροστο πρώτο μνημονευόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος.

4                    Για τους σκοπούς της παραγράφου 3, οι όροι "Κεντρική Τράπεζα και Χρηματοδοτικοί Οργανισμοί" που εκτελούν λειτουργίες κυβερνητικής φύσεως σημαίνουν:

 

α) Στηνπερίπτωση τηςΚορέας:

(αα) τηνΤράπεζα της Κορέας,

(ββ) τηνΤράπεζα Εξαγωγών -Εισαγωγών της Κορέας,

(γγ) τηνΤράπεζα Επενδύσεωντης Κορέας,

β) Στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας: (αα) τηνΤράπεζα της Ελλάδος, (ββ) τον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών, (γγ) τηνΕλληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως.

1                    Ο όρος 'τόκοι', όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό σημαίνει εισόδημα από απαιτήσεις χρεών κάθε είδους, είτε εξασφαλίζονται είτε όχι με υποθήκη και είτε παρέχουν είτε δεν παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη και ιδιαίτερα εισόδημα από κρατικά χρεόγραφα και εισόδημα από ομολογίες με ή χωρίς ασφάλεια, περιλαμβανομένων των δώρων (PREMIUMS) και βραβείων τα οποία συνεπάγονται τα κρατικά χρεόγραφα και οι ομολογίες.

2                    Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται αν ο δικαιούχος των τόκων που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, ασκεί εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σ' αυτό ή αν παρέχει στο άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση σ' αυτή και η απαίτηση χρέους σε σχέση με την οποία καταβάλλονται οι τόκοι, συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με τηνπερίπτωση.

3                    Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Κράτος, μια πολιτική υποδιαίρεση, μια τοπική αρχή ή κάτοικος του Κράτους αυτού. Αν όμως το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, είτε αυτό είναι ή όχι κάτοικος του ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, έχει σ' ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μια μόνιμη εγκατάσταση ή μία καθορισμένη βάση, σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία καταβάλλονται οι τόκοι και σι τόκοι αυτοί βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε οι τόκοι αυτοί θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

4                    Σε περίπτωση που λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων, λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης για την οποία καταβάλλονται υπερβαίνει το ποσό που θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του οφειλέτη και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό.

 

Σ αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τη νομοθεσία κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.

Άρθρο 12 ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

1                    Δικαιώματα, που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογούνται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2                    Όμως τα δικαιώματα αυτά μπορεί να φορολογούνται επίσης και στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους αυτού, αλλά, αν ο λήπτης είναι ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ" αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 10% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενών Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.

3                    Ο όρος 'δικαιώματα" όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, σημαίνει: πληρωμές κάθε είδους που εισπράττονται ως αντάλλαγμα για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής, φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων κινηματογραφικών ταινιών και ταινιών ή μαγνητοταινιών για τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές, οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή τύπου, μηχανολογικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής ή για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης, βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού ή για πληροφορίες που αφορούνβιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία.

4                    Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα, μέσω μίας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό ή αν παρέχει στο άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που ευρίσκεται σ' αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία, σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα, συνδέεται ουσιαστικά μ' αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ' αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με τηνπερίπτωση.

5                    Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι αυτό τοίδιοτο Κράτος, μία πολιτική υποδιαίρεση, μιατοπική αρχή ή κάτοικος αυτού του Κράτους. Όταν όμως το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι κάτοικος ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, διατηρεί σ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση, σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα αυτά βαρύνουν αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε τα δικαιώματα αυτά θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή ηκαθορισμένη βάση.

6                    Σε περίπτωση που λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των δικαιωμάτων που καταβλήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση, το δικαίωμα χρήσης τις πληροφορίες, για τις οποίες αυτά καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό, το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σε αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τη νομοθεσία καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών διατάσεων της παρούσας Σύμβασης.

 

Άρθρο 13 ΩΦΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1                    Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας, που καθορίζεται στο άρθρο 6 και ευρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογηθεί σ' αυτό το άλλο Κράτος.

2                    Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί μέρος της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί μια επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή κινητής περιουσίας που ανήκει σε καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό της άσκησης μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή μαζί με όλη την επιχείρηση) ή μιας τέτοιας καθορισμένης βάσης, μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Κράτος.

3                    Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητής περιουσίας που ανήκει στην επιχείρηση που εκμεταλλεύεται αυτά τα πλοίο ή αεροσκάφη φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων η αεροσκαφών φορολογούνται συμφωνά με τις διατάξεις του άρθρου 8 της Σύμβασης αυτής.

4                    Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας, εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3. φορολογείται μονό στο Συμβαλλόμενο Κράτος, του οποίου είναι κάτοικος το πρόσωπο που εκποιείτην εν λόγω περιουσία.

 

Άρθρο 14 ΜΗΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

 1. Εισόδημα, που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από επαγγελματικές υπηρεσίες ή άλλες μη εξαρτημένες δραστηριότητες, φορολογείται μόνο σ’ αυτό το Κράτος, εκτός αν αυτός διατηρεί κατά συνήθη τρόπο καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό της άσκησης των

δραστηριοτήτων του. Αν αυτός διατηρεί μια τέτοια καθορισμένη βάση, το εισόδημα μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αλλά μόνο κατά το ποσό που ανήκει σ' αυτήν την καθορισμένη βάση.

2. Ο όρος "επαγγελματικές υπηρεσίες" περιλαμβάνει ειδικά μη εξαρτημένες επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες, όπως επίσης και τις μη εξαρτημένες δραστηριότητες των ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.

 

Άρθρο 15 ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 16,18.19. 20 και 21, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες αμοιβές παρόμοιας φύσης, που αποκτώνται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για εξαρτημένη εργασία, φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό, εκτός αν η εν λόγω εργασία ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος.

Αν η εργασία αυτή ασκείται με αυτόν τον τρόπο, η αμοιβή που αποκτάται απ' αυτήν μπορεί να φορολογείται σ αυτό το άλλο Κράτος.

2. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για εξαρτημένη εργασία που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος, αν:

 

α) ο δικαιούχος της αμοιβής ευρίσκεται στο άλλο Κράτος για χρονική περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 ημέρες σε οποιαδήποτε δωδεκάμηνη περίοδο, και

β) η αποζημίωση καταβάλλεται από ή για λογαριασμό εργοδότη, ο οποίος δεν είναι κάτοικος του άλλου Κράτους, και γ) η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση, την οποία ο εργοδότης διατηρεί στο άλλο Κράτος.

1.      Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, αμοιβή που αποκτάται για εξαρτημένη εργασία που ασκείται πάνω σε πλοίο ή αεροσκάφος σε διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου ή του αεροσκάφους φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 της παρούσας Σύμβασης.

2.      Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες αμοιβές που αποκτώνται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους που έχουν σχέση με απασχόληση συνδεόμενη με δραστηριότητες αναφερόμενες στην παράγραφο 8 του άρθρου 5 και οι οποίες ενεργούνται μέσω μόνιμης εγκατάστασης ή καθορισμένης βάσης στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

 

Άρθρο 16 ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛ1ΟΥ

Αμοιβές διοικητικού συμβουλίου και άλλες παρόμοιες πληρωμές που αποκτώνται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους με την ιδιότητα του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας, η οποία είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, φορολογούνται σ' αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 17 ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΕΣ

 

1                    Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας, όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή μουσικός ή ως αθλητής, από προσωπικές δραστηριότητες του. που ασκούνται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, φορολογείται σ αυτό το άλλο Κράτος.

2                    Στην περίπτωση κατά την οποία εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων ενός προσώπου, που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας η ενός αθλητή, με την ιδιότητα του αυτήν, δεν περιέρχεται σ' αυτό το ίδιο πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή στον ίδιο τον αθλητή, αλλά σε άλλο πρόσωπο, το εισόδημα αυτό μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 14 και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ήτου αθλητή.

3                    Ανεξάρτητα από τις διατάζεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εισόδημα που αποκτάται από πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες Ψυχαγωγίας ή από αθλητές οι οποίοι είναι κάτοικοι του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από τις δραστηριότητες που διεξάγονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, κάτω από ένα ειδικό πρόγραμμα πολιτιστικών ανταλλαγών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των Κυβερνήσεων των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, εξαιρούνται του φόρου στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος.

 

Άρθρο 18 ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ

1                    Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 19, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για υπηρεσίες που πρόσφερε στο παρελθόν, καθώς και κάθε παροχή που καταβάλλεται σε αυτόν τον κάτοικο φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.

2                    Ο όρος "παροχή" σημαίνει ένα καθορισμένο ποσό πληρωτέο περιοδικά σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα εφ όρου ζωής ή κατά τη διάρκεια προσδιορισμένης ή βεβαιωμένης χρονικής περιόδου λόγω υποχρέωσης για την πραγματοποίηση των πληρωμών έναντι επαρκούς και πλήρους χρηματικού ανταλλάγματος ή ανταλλάγματος δεκτικού αποτιμήσεως σε χρήμα.

 

Άρθρο 19 ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

 1. (α) Αμοιβές, εκτός από σύνταξη, που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού σε ένα φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που παρέχονται προς αυτό το Κράτος ή υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού, φορολογούνται μόνο σ' αυτό το Κράτος.

(β) Εν τούτοις, τέτοιες αμοιβές φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αν οι υπηρεσίες παρέχονται εντός αυτού του Κράτους και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικοςαυτού του Κράτους και: αα) είναι υπήκοος αυτού του Κράτους ή ββ) δεν έγινε υπήκοος του Κράτους αυτού αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της παροχής υπηρεσιών.

2. (α) Οποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού ή από Ταμεία που συστάθηκαν από αυτό

 

σε ένα φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που προσέφερε προς το Κράτος αυτό ή υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού φορολογείται μόνο στο Κράτος αυτό.

(β) Εν τούτοις, μία τέτοια σύνταξη φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αντο φυσικό πρόσωπο είναικάτοικος και υπήκοος του Κράτους αυτού.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 15,16 και 18 εφαρμόζονται σε αμοιβές και συντάξεις για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου εφαρμόζονται παρομοίως σε σχέση με αμοιβές ή συντάξεις που καταβάλλονται από:

α) στηνπερίπτωση της Κορέας:

την Τράπεζα της Κορέας, την Τράπεζα Εισαγωγών-Εξαγωγών της Κορέας, την Τράπεζα Ανάπτυξης της Κορέας και τον Οργανισμό Προώθησης Εμπορίου της Κορέας,

β) στην περίπτωση τηςΕλληνικής Δημοκρατίας:

την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών και την Ελληνική

Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης.

Άρθρο 20 ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ

Χρηματικά ποσά, τα οποία σπουδαστής ή μαθητευόμενος σε επάγγελμα, ο οποίος είναι ή ήταν, αμέσως πριν τη μετάβαση του σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο μνημονευόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσης ή εξάσκησής του, λαμβάνει για το σκοπό της συντήρησης, εκπαίδευσης ή εξάσκησης του, δεν φορολογούνται σ' αυτό το Κράτος, με την προϋπόθεση ότι τα καταβαλλόμενα αυτά ποσά προκύπτουν από πηγές που βρίσκονται εκτός του Κράτους αυτού.

Άρθρο 21 ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ

Ένα φυσικό πρόσωπο που είναι ή ήταν κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους αμέσως πριν τη μετάβαση του στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, το οποίο, με πρόσκληση Πανεπιστημίου, κολεγίου, σχολής ή παρόμοιου άλλου εκπαιδευτικού ιδρύματος ή ερευνητικού οργανισμού, που είναι αναγνωρισμένο ως μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, από την Κυβέρνηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, επισκέπτεται το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη από την ημερομηνία της πρώτης άφιξης στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της διδασκαλίας ή έρευνας ή και για τους δύο σκοπούς σε έναν τέτοιο Οργανισμό, απαλλάσσεται της φορολογίας στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για την αποζημίωση αυτής της διδασκαλίαςή έρευνας.

Άρθρο 22 ΑΛΛΑΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ

 

1                    Εισοδήματα κατοίκου ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, τα οποία δεν ρυθμίζονται στα προηγούμενα άρθρα της παρούσας Σύμβασης, φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.

2                    Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται στο εισόδημα, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6, αν ο δικαιούχος αυτού του εισοδήματος, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει επιχείρηση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης σ αυτό εγκατάστασης ή παρέχει σ αυτό το άλλο Κράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ' αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλεται το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση.

 

Σε αυτήν την περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 7 ή 14, ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 23 ΑΠΟΦΥΓΗ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

 1. Στην περίπτωση κατοίκου της Κορέας, η διπλή φορολογία αποτρέπεται ως ακολούθως:

Σύμφωνα με τους φορολογικούς νόμους της Κορέας, όσον αφορά την έκπτωση ως πίστωση από το φόρο της Κορέας του φόρου που καταβάλλεται σε άλλο Κράτος εκτός της Κορέας {το οποίο δεν επηρεάζει τη βασική αρχή του παρόντος), ο ελληνικός φόρος που καταβάλλεται (εξαιρουμένων, στην περίπτωση των μερισμάτων, του φόρου που καταβάλλεται όσον αφορά κέρδη από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα). σύμφωνα με τους νόμους της Ελληνικής Δημοκρατίας και σύμφωνα με αυτήν τη Σύμβαση, είτε απευθείας είτε με έκπτωση, όσον αφορά εισόδημα από πηγές της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπίπτονται ως πίστωση από το φόρο της Κορέας που καταβάλλεται όσον αφορά αυτό το εισόδημα. Εν τούτοις αυτή η πίστωση δεν υπερβαίνει το μέρος του Κορεάτικου φόρου που αντιστοιχεί στο εισόδημα από ελληνικές πηγές σε σχέση με το συνολικό εισόδημα που φορολογείται στηνΚορέα.

2. Στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η διπλή φορολογία αποτρέπεται ως ακολούθως:

Στην περίπτωση κατά την οποία κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας αποκτά εισόδημα το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, δύναται να φορολογηθεί στην Κορέα, η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ως έκπτωση από τον Ελληνικό φόρο εισοδήματος, αυτού του κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο εισοδήματος που καταβλήθηκε στην Κορέα. Εν τούτοις, η έκπτωση αυτή δεν υπερβαίνει το μέρος του ελληνικού φόρου, όπως υπολογίστηκε πριν από τηνέκπτωση, που αντιστοιχεί στο εισόδημα το οποίο δύναται να φορολογηθεί στην Κορέα.

3. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 ο φόρος που καταβάλλεται για μερίσματα, τόκους και δικαιώματα σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρείται ότι περιλαμβάνει το φόρο που είναι πληρωτέος σε αυτό το Κρότος, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, αλλά δεν έχει καταβληθεί σε αυτήν τη χώρα σε εφαρμογή των προγραμμάτων φορολογικών κινήτρων για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης.

 

Άρθρο 24 ΜΗΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

 

 1. Οι υπήκοοι του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική επιβάρυνση, η οποία είναι διαφορετική ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις στις οποίες υπόκεινται ή μπορεί να υπαχθούν οι υπήκοοι του άλλου αυτού Κράτους κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 1, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι κάτοικοι ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

2. Μη υπήκοοι που είναι κάτοικοι του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται σε κανένα Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση άμεσα συνδεόμενη, η οποία είναι διαφορετική ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις συνδεόμενες μ' αυτή επιβαρύνσεις, στην οποία οι υπήκοοι του ενδιαφερόμενου Κράτους κάτω από τις ίδιες συνθήκες υπόκεινται ή είναι δυνατόν να υπαχθούν.

3. Η φορολογία που επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση, την οποία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δεν θα είναι λιγότερο ευνοϊκή στο άλλο αυτό Κράτος από τη φορολογία που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις του άλλου αυτού Κράτους με τις ίδιες δραστηριότητες.

Η παρούσα διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς, λόγω προσωπικής καταστάσεως ή οικογενειακών υποχρεώσεων, τις οποίες παρέχει στους δικούς του κατοίκους.

4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 9, της παραγράφου 8 του άρθρου 11 και της παραγράφου 6 του άρθρου 12, τόκοι, δικαιώματα και άλλες πληρωμές που καταβάλλονται από επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους για τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών της εν λόγω επιχείρησης, εκπίπτονται με τους ίδιους όρους σαν να είχαν καταβληθεί σε κάτοικο του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.

5. Επιχειρήσεις του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, των οποίων το κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει ανήκει ή ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από έναν ή περισσότερους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, δεν υποβάλλονται στο πρώτο μνημονευόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτήν επιβάρυνση, η οποία είναι διαφορετική ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις στις οποίες υποβάλλονται ή μπορούν να υποβληθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.

6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται, ανεξάρτητα από διατάξεις του άρθρου 2, σε φόρους κάθε είδους και μορφής.

 

Άρθρο 25 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

 1. Στις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δυο Συμβαλλόμενων Κρατών συνεπάγονται γι' αυτό την επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών, να θέσει την περίπτωση του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή, αν εφαρμόζεται γι’ αυτό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του άρθρου 24 της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Η περίπτωση αυτή πρέπει να τεθεί υπόψη της ως άνω αρμόδιας αρχής του

Συμβαλλόμενου Κράτους μέσα σε τρία (3) έτη από την πρώτη κοινοποίηση της είσπράξης καταλογισμού φόρου, η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης.

2. Η αρμόδια αρχή προσπαθεί, αν θεωρεί βάσιμη την ένσταση και η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύσει τη διαφορά με αμοιβαία συμφωνία με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, με σκοπό την αποφυγή της φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τη Σύμβαση.

Οποιαδήποτε συμφωνία επιτυγχάνεται, εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τους οποιουσδήποτε χρονικούς περιορισμούς της εσωτερικής νομοθεσίας των Συμβαλλόμενων Κρατών.

3. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών προσπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης. Μπορούν επίσης να συσκέπτονται από κοινού για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τηνπαρούσα Σύμβαση.

 

3. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατώνμπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας με σκοπό να φθάσουν σε μία συμφωνία με την έννοια των προηγούμενων παραγράφων. Στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται σκόπιμο για την επίτευξη συμφωνίας να λάβει χώρα προφορική ανταλλαγή απόψεων, αυτή η ανταλλαγή μπορεί να γίνει μέσω μιας επιτροπής αποτελούμενης από αντιπροσώπους των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών.

Άρθρο 26 ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

 

1                    Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών ανταλλάσσουν πληροφορίες, οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης και των εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλόμενων Κρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από την παρούσα Σύμβαση, στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το άρθρο 1. Οποιεσδήποτε πληροφορίες που λαμβάνονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξηή τηνεκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Τα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.

2                    Σε καμιά περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε να επιβάλλουν σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη την υποχρέωση: α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,

 

β) να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν να αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη πρακτική της διοίκησης αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,

γ) να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική διαδικασία ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη με κανόνα δημόσιας τάξης (ordre public).

Άρθρο 27 ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΞΕΝΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ

Η παρούσα Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των διπλωματικών αντιπροσώπων ή των προξενικών λειτουργών τα οποία παρέχονται από τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή σύμφωνα με τις διατάξεις ειδικών συμφωνιών.

Άρθρο 28 ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ

1                    Η Σύμβαση αυτή θα επικυρωθεί και τα έγγραφα επικύρωσης θα ανταλλαγούν το ταχύτερο δυνατό. Η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά από την ημερομηνία ανταλλαγής τωνεγγράφων επικύρωσης.

2                    Αυτή η Σύμβαση τίθεται σε ισχύειδικότερα:

 

α) αναφορικά με τους παρακρατούμενους φόρους, κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους του επομένου εκείνου, από το οποίο αυτή η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ, και

β) αναφορικά με τους λοιπούς φόρους, για οικονομικά έτη που αρχίζουν κατά την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος μέσα στο οποίο τίθεται σε ισχύ αυτή η Σύμβαση.

Άρθρο 29 ΛΗΞΗ

Η Σύμβαση αυτή παραμένει σε ισχύ επ1 αόριστο, αλλά οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορεί, κατά την ή πριν από την 30ή ημέρα του Ιουνίου οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους μετά το πέμπτο έτος, που ακολουθεί το έτος μέσα στο οποίο τα έγγραφα επικύρωσης έχουν ανταλλαγεί, να επιδώσει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μέσω διπλωματικής οδού, γραπτή καταγγελία λήξης και, σε αυτή την περίπτωση, ηπαρούσα Σύμβαση παύεινα έχει ισχύ:

α) αναφορικά με τους παρακρατούμενους στην πηγή φόρους, κατά την ή μετά από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος μέσα στο οποίο επιδίδεται η καταγγελία, και

β) αναφορικά με τους λοιπούς φόρους, για οικονομικά έτη που αρχίζουν κατά την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος μέσα στο οποίο επιδίδεται αυτή η καταγγελία.

ΣΕ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ των ανωτέρω, οι υπογράφοντες νόμιμα εξουσιοδοτημένοι από τις αντίστοιχες Κυβερνήσεις τους για αυτό, υπέγραψαν αυτή τη Σύμβαση.

Έγινε σε δυο πρωτότυπα στην Αθήνα την 20ή ημέρα του Μαρτίου του 1995 στην ελληνική, κορεατική και αγγλική γλώσσα και όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.

Σε περίπτωση διάστασης ερμηνείας, το αγγλικό κείμενο υπερισχύει.

Για την Κυβέρνηση Για την Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας της Δημοκρατίας της Κορέας

CONVENTION BETWEEN THE HELLENIC REPUBLIC AND THE REPUBLIC OF KOREA FOR THE AVOIDANCE OF DOUBLE TAXATION AND THE  PREVENTION OF FISCAL EVASION WITH RESPECT TO TAXES ON INCOME

The Government of the Hellenic Republic and the Government of the Republic of Korea, Desiring to conclude a Convention for the avoidance of double taxation and the prevention of fiscal evasion with respect to taxes en income, Have agreed as follows:

Article 1 PERSONAL SCOPE

This Convention shall apply to persons who are residents of one or both of the Contracting States.

Article 2 TAXES COVERED

1. This Convention shall apply to taxes on income imposed on behalf of a Contracting State or of its political subdivisions or local authorities, irrespective of the manner in which they are levied.

2. There shall be regarded as taxes on income all taxes imposed on total income or on elements of income, including taxes on gains from the alienation of movable or immovable property, as well as taxes on capital appreciation,

3. The existing taxes to which the Convention shall apply are in particular: a) In the case of the Hellenic Republic:

(i) the income tax on natural persons; and

(ii) the income tax on legal persons;

 

(hereinafter referred to as "Greek tax"). b) In the case of Korea :

(i) the income tax;

(ii) the corporation tax; and

 

(iii) the inhabitant tax, (hereinafter referred to as "Korean tax").

4. The Convention shall apply also to any identical or substantially similar taxes which are imposed after the date of signature of the Convention in addition to, or in place of, the existing taxes. The competent authorities of the Contracting States shall notify each other of any substantial changes which have been made in their respective taxation laws.

Article 3 GENERAL DEFINITIONS

1. For the purposes of this Convention, unless the context otherwise requires : a) the terms "a Contracting State" and "the other Contracting State" mean the Hellenic Republic or Korea, as the context requires: b) the term "Hellenic Republic" comprises the territory of the Hellenic Republic and the part of the sea-bed  and its subsoil under the Mediterranean Sea, over which the Hellenic Republic has sovereign rights  in accordance with international law for the purpose of exploration, extraction or exploitation of the natural resources of such areas;  c) the term "Korea" means  the territory of the  Republic of Korea including any area adjacent to the territorial sea of the Republic of Korea which, in accordance with international law, has been or may hereafter be designated under the laws of the Republic of Korea as an area within which the sovereign rights of the Republic of Korea with respect to the sea-bed and subsoil and their natural resources may be exercised; d) the term "tax" means Greek  tax or Korean tax, as the context  requires; e) the term "person" includes an individual, a company and any other body of persons; f) the term "company" means any body corporate or any entity which is treated as a body corporate for tax purposes; g) the terms "enterprise of a Contacting State" and "enterprise of the other Contracting State" mean respectively an enterprise carried on by a resident of a Contracting State and an enterprise carried on by a resident of the other Contracting State; h) the term "nationals" means :

 

(i) any individual possessing the nationality of a Contracting State;

(ii) any legal person, partnership or association deriving its status as such from

 

the laws in force in Contracting State; i) the term "international traffic" means any transport by a ship or aircraft, except when the ship or aircraft is operated solely between places in a Contracting State; j) the term "competent authority" means:

(i) in the Hellenic Republic, the Minister of Finance or his authorised representative;

(ii) in Korea, the Minister of Finance and Economy or his authorised representative.

 

2. As regards the application of the Convention by a Contracting State, any term not defined therein shall, unless the context otherwise requites, have the meaning which it has under the law of the State concerning the taxes to which the Convention applies.

Article 4 RESIDENT

1. For the purposes of this Convention, the term "resident of a Contracting State means any person who under the laws of that State, is liable to tax therein by reason of his domicile, resident, place of head or main office, place of management, or any other criterion of a similar nature. But this term does not  include any person who is liable to tax in that State in respect only of income from sources in that State.

2. Where by reason of the provisions of paragraph 1 an individual is a resident of both Contracting States, then his status shall be determined as follows: a) he shall be deemed  to be a  resident of that State in which he has a permanent home available to him, if he has a permanent home available to him in both States, he

shall be deemed to be a resident of the State with which  his personal and economic relations are closer (centre of vital interests); b) if the State in which he has his centre of vital interests cannot be determined, or if he has not a permanent home available  to him  in either State he shall be deemed to be a resident of the State in which he has an habitual abode; c) if he has an habitual abode in both States or in neither of them, he shall be deemed to be a resident of the State of which he is a national; d) if he is a national of both States or of neither of them, the competent authorities of the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.

3. Where by reason of the provisions of paragraph 1 a person other than an individual is a resident of both Contracting States then it shall be deemed to be a resident of the State in which the place of effective management is situated. In case of doubts the competent authorities of the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.

 

Article 5 PERMANENT ESTABLISHMENT

1.      For the purposes of this Convention, the term "permanent establishment"  means  a fixed place of business through  which the business of an enterprise is wholly or partly carried on.

2.      The term "permanent establishment" includes especially: a) a place of management; b) a branch; c) in office; d) a factory; e) a workshop: and f) a mine, an oil or gas well, a quarry or any other place of extraction of natural resources.

3.      A building site, a construction, assembly or installation project or activities consisting of supervising or consulting in connection therewith constitute a permanent establishment only if the site, the project or the activities (together with other such sites, projects or activities connected with them) last more than nine (9) months.

4.      An enterprise shall be deemed to have a permanent establishment in a Contracting State if substantial equipment is being used in that State for more  than six   (6) months   by    that   enterprise in exploration or exploitation of natural resources.

5.      The term permanent establishment also includes the  furnishing of services, comprising technical assistance and consultancy services, by an enterprise  through employees  or other personnel  engaged by the enterprise for such purpose, where the activities of that nature continue for a period or periods amounting to or exceeding in the aggregate 183 days in any twelve-month period.

6.      Notwithstanding the preceding provisions of this Article, the term "permanent establishment shall be deemed not to include: a) the use of facilities solely for the purpose of storage, display or delivery of goods or merchandise belonging to the enterprise; b) the maintenance of a block of goods or merchandise belonging to the enterprise solely for the purpose of storage, display or delivery;

 

c) the maintenance of a stock of goods or merchandise or merchandise belonging to the enterprise solely for the  purpose of processing by enterprise;

c) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of purchasing goods or merchandise or of collecting information, for the enterprise;

e) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of carrying on for the enterprise, any other activity of a preparatory or auxiliary character;

f) the maintenance of a filed place of business solely for any combination of activities mentioned in sub-paragiaphs a) to e), provided that the overall activity of the fixed place of business resulting from this combination is of a preparatory or auxiliary character.

7. Notwithstanding the preceding provisions of paragraphs 1 and 2 where a person ­other than an agent of an independent status to whom paragraph 10 applies- is acting on behalf of an enterprise and has, and habitually exercises, in a Contracting State an authority to conclude contracts in the name of the enterprise, that enterprise shall be deemed to have a permanent establishment in that State in respect of any activities which undertakes for the enterprise, unless the activities of such person are limited to those mentioned in paragraph 6 which, if exercised through a fixed place of business, would not make this fixed place of business a permanent establishment under the provisions of that paragraph.

8. Notwithstanding the preceding provisions of this Article and the provisions of Article 14, a person who is a resident of a Contracting State and carries on activities in connection with exploration, extraction or exploitation of natural resources situated in the other Contracting State shall be deemed to be carrying on in respect of those activities a business in that other Contracting State through a permanent establishment or a fixed base situated therein unless such activities are carried on for a period or periods not exceeding 90 days in the aggregate in any twelve-month period. However, for the purposes of this paragraph: a) where an enterprise carrying on activities in the other State is related to another enterprise and that other enterprise continues as part of the same project the same activities that are or were being carried on by the first-mentioned enterprise, and the  activities carried on by both enterprises last - when added together - for a period exceeding 90 days in any twelve month period, then each enterprise shall be deemed to be carrying on its activities for a period exceeding 90 days in the twelve-month period; b) two enterprises shall be deemed to be related if one is controlled directly or indirectly by the other, or both are controlled directly or indirectly by a third person or persons.

9. An insurance enterprise of a Contracting State shall be deemed to have a permanent establishment in the other Contractors State if it collects premiums in that other State through an agent - other than an agent to whom paragraph 7 apples - or insures risk situated in that territory through such an agent.

10. An enterprise shall not be deemed to have a permanent establishment in a Contracting State merely because it carries on business in that State through a broker, general commission agent or any other agent of an independent status provided that such persons are acting in the ordinary course of their business.

11. The fact that a company which is a resident of a Contracting State controls or is controlled by a company which is a resident of the other Contracting State, or which carries on business in that other State whether through a permanent establishment or otherwise, shall not of itself constitute either company a permanent establishment of the other.

 

Article 6 INCOME FROM IMMOVABLE PROPERTY

1.       Income derived by a resident of a Contracting State from immovable property (including income from agriculture or forestry) situated in the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.       The term "immovable property" shall have the meaning which it has under the law of the Contracting State in which the property in question ii situated. The term shall in any case include property accessory to immovable property, livestock and equipment used in agriculture and forestry, rights to which the provisions of general law respecting landed property apply, usufruct of immovable property and rights to variable or fixed payments as consideration for the working of, or the right to work, mineral deposits, sources and other natural resources. Ships, boats and aircraft shall not be regarded as immovable properly.

3.      The provisions of paragraph I shall apply to income derived from the direct use, letting or use in any other form of immovable property.

4.      The provisions of paragraphs 1 and 3 shall also aptly to the income from immovable   property   of   an   enterprise   and   to   income   from immovable property of an enterprise used for the performance of independent personal services.

 

Article 7 BUSINESS PROFITS

1.      The profits of an enterprise of a Contracting State shall be taxable only in that State unless the enterprise carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein. If the  enterprise carries on business as aforesaid, the profits  of   the enterprise may be taxed in the other State but only so much of them as is attributable to that permanent establishment.

2.      Subject to the provisions of paragraph 3, where an enterprise of a contracting State carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein, there shall in each contracting State be attributed to that permanent establishment  the profits which it might be expected to make if it were a distinct and separate enterprise engaged in the same or similar activities under the same or similar conditions and dealing wholly independently with the enterprise of which it is a permanent establishment.

3.      In determining the profits of a permanent establishment, there shall be allowed as deductions expenses which are incurred for the purposes of  the permanent establishment, including executive  and general administrative expenses so incurred, whether in the State in which the permanent establishment is situated or elsewhere.

4.      No profits shall be attributed to a permanent establishment by reason of  the mere purchase  by that permanent establishment of goods  or merchandise for the enterprise.

5.      For the purposes of the  preceding paragraphs, the profits  to be attributed to the permanent  establishment shall be determined by the same method year by year unless there is good and sufficient reason to the contrary.

6.      Where profits include items of income which are dealt with separately in other Articles of this Convention, then the provisions of those Articles shall not be affected by the provisions of this Article.

 

Article 8

SHIPPING AND AIR TRANSPORT

1.      Income derived from the operation of a ship in international traffic shall  be taxable only in the Contracting State in which  the ship is registered.

2.      Subject to the provisions of paragraph  1, income derived by an enterprise  of a Contracting State  from the operation of a ship in international traffic shall be taxable only in that Contracting State.

3.      Income derived by an enterprise of a Contracting State from the operation of aircraft in international traffic shall be taxable only in that State.

4.      The provisions of the preceding paragraphs shall also apply to profits from the participation in a "pool", a joint business or an international operating agency.

 

Article 9 ASSOCIATED ENTERPRISES

1.       Where: a) an enterprise of a Contracting State participates directly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of this other Contracting State, or b) the same persons participate directly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of a Contracting State and an enterprise of the other Contracting State, and in either case conditions are made or imposed between the two enterprises in their commercial or financial relations which differ from those which would be made between independent enterprises, then any profits which would, but for those conditions, have accrued to one of the enterprises, but, by reason of those conditions have not so accrued, may be included in the profits of that enterprise and taxed accordingly.

2.       Where a Contracting State includes in the profits of an enterprise of the State – and taxes accordingly - profits on which an enterprise of the other Contracting State has been charged to tax in that other State and the profits so included are profits which would have accrued to the enterprise of the first-mentioned State if the conditions made between the two enterprises had been those which would have been made between independent enterprises, then that other State shall make an appropriate adjustment to the amount of the tax charged therein on those profits. In determining such adjustment, due regard shall be had to the other provisions of this Convention and the competent authorities of the Contracting States shall, if necessary, consult each other.

 

Article 10 DIVIDENDS

1.      Dividends paid by a company which is a resident of a Contracting State to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.      However, such dividends may also be taxed in the Contracting State of which the company paying the dividends is a resident and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the  dividends the tax so charged shall not exceed:

 

a) 5 per cent of the gross amount of the dividends if the beneficial owner is a company (other than partnership) which holds directly at least 25 per cent of the capital of the company paying the dividends;

b) 15 per cent of the gross amount of the dividends in all other cases.

The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of these limitations. This paragraph shall not affect the Oration of the company in respect of the profits out of which the dividends are paid.

1.      The term "dividends" as used  in this Article means  income from shares, "jouissance" shares or "jouissance" rights, mining   shares, founders' shares or other rights, not being debt-claims, participating in profits, as well as income from other corporate rights which is subjected to the same taxation treatment as income from shares by the laws of the State of which the company nuking the distribution is a resident.

2.      The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the dividends, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other contracting State of which the Company paying the dividends is a resident, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the holding in respect of which the dividends are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case, the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

3.       Where a company which is a resident of a Contracting Star derives profits or income from the other Contracting State, that other State may not impose any tax an the dividends paid by the company, except insofar as such dividends are paid to a resident of that other State or insofar as the holding in respect of which the dividends ire paid is effectively connected with a permanent establishment or a fixed base situated in that other State, nor subject the company's undistributed profits to a tax on undistributed profits, even if the dividends paid or the undistributed profits consist wholly or partly of profits or income arising in such other State.

 

Article 11 INTEREST

1. Interest arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other contracting State.

2. However, such interest may also be taxed in the Contracting State in which it arises and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the interest, the tax so charged shall not exceed 5  per cent of the gross amount of the interest.

3. Notwithstanding the provisions of paragraph 2, interest arising in a Contracting State and derived   by   the   Government of the other Contracting State including political subdivisions and  local authorities thereof, the Central Bank of that other Contracting State or financial institutions  performing  functions of a governmental  nature shall be exempt from tax in the first-mentioned Contracting State.

4. For the purposes of paragraph 3, the terms "the Central Bank  and financial institutions performing  functions of a governmental  nature" mean: a) in the case of Korea:

(i) the Bank of Korea;

(ii) the Export-Import Bank of Korea;

 

(iii) the Korea Development Bank.

b) in the case of the Hellenic Republic:

(i) the Bank of Greece;

(ii) the Exports Promotion Organisation;

 

(iii) the Hellenic Bank of Industrial Development.

1.      The term “interest” as used  in this Article means income from debt claims of every kind, whether or not secured by mortgage and whether or not carrying a right to participate in the debtor's profits, and in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures.

2.      The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the interest, being a resident of a Contracting State, carries on business in  the other Contracting State in which the interest arises, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other Contracting State independent personal services from a fixed base situated therein, and the debt-claim in respect of which the interest is paid is effectively connected with such permanent establishment  or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case way be, shall apply,

3.      Interest shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is that State itself, a political subdivision, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the interest, whether   he   is a   resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment  or a fixed base  in connection with which the indebtedness on which the interest is paid was incurred, and such interest is borne by such permanent establishment or fixed base, then such interest shall be deemed to arise in the State in which the permanent establishment of fixed base is situated.

4.       When, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the interest having regard to the debt-claim for which it is paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In such case, the excess part of the payments shall remain taxable according to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Convention.

 

Article 12 ROYALTIES

1. Royalties arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2. However, such royalties may also be taxed in the Contracting State in which they arise and according to the laws of  that State, but if the recipient is the beneficial owner of the royalties the tax so charged shall not  exceed  10  per  cent  of  the  gross amount  of the  royalties. The competent authorities  of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of applications of this limitation.

3. The term "royalties", as used in this Article, means payments of any kind received as a consideration for the use of, or the right to use any copyright  of literary, artistic or scientific work     including cinematography  films  and films or  tapes for television or   radio broadcasting, any patent, trade mark, design or model, plan, secret formula or process, or for the use of, or the right to use industrial, commercial  or scientific  equipment,  or for information concerning industrial, commercial or scientific experience.

4. The provisions of paragraphs 1 and 2 of this Article shall not apply if the beneficial owner of the royalties, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State in  which the royalties arise, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the right or properly in respect of which the royalties  are  paid is effectively connected   wild   such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

5. Royalties shall be deemed to arise in a Contracting State where the payer is that State itself, a political subdivision, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the royalties, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or fixed base in connection with which the obligation to pay the royalties was incurred and the royalties are borne by that permanent establishment or fixed base, then such royalties shall  be deemed to  arise in  the State  in which the permanent establishment or fixed base is situated.

6. Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the royalties, having regard to the use, right or information for which they are paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In such case, the excess part of the payments shall remain taxable according to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Convention.

 

Article 13 CAPITAL GAINS

1.       Gains derived by a resident of a Contracting State from the alienation of immovable property referred to in Article 6 and situated in the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.      Gains from the alienation of movable property forming part of the business property of a permanent establishment which an enterprise of a. Contracting State has in the other Contracting State or of movable property  pertaining to a fixed base available   to a   resident  of   a Contracting  State in the other Contracting State for the purpose of performing independent personal services, including such gains from the alienation of such a permanent  establishment (alone or with the whole enterprise) or of such fixed base, may be taxed in that other State.

3.      Gains from the alienation of ships or aircraft operated in international traffic or movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft shall be taxable only in the Contracting State in which the profits of such ships or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.

4.      Gains from the alienation of any properly other that referred to in paragraphs 1, 2 and 3, shall be taxable only in the Contracting State of which the alienator is a resident.

 

Article 14 INDEPENDENT PERSONAL SERVICES

 

1.      Income derived by a resident of a Contracting State in respect of professional services or other activities of an independent character shall be taxable only in that State unless he has a fixed base regularly available to him in the other Contracting State for the purpose of performing his activities. If he has such a fixed base, the income may be taxed in that other State but only so much of it as ii attributable to that fixed base.

2.      The term “professional services” includes especially independent scientific, literary, artistic, educational or teaching activities as well as the independent activities of physicians, lawyers, engineers, architects, dentists and accountants.

 

Article 15 DEPENDENT PERSONAL SERVICES

1. Subject to the provisions of Article» 16, 18, 19, 20 and 21, salaries, wages and other similar remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of art employment shall be taxable only in that State unless the employment is exercised in the other Contracting State. If the employment is so exercised, such remuneration as is derived therefrom may be taxed in that other State.

2. Notwithstanding the provisions of paragraph 1, remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment exercised in the other Contracting State shall be taxable only in the first-mentioned State if: a) the recipient is present in the other State for a period or periods not exceeding in the aggregate 183 days in any twelve-month period; and b) the remuneration is paid by, or on behalf of an employer who is not a resident of the other State; and c) the remuneration is not borne by a permanent establishment or a fixed base which the employer has in the other State.

3. Notwithstanding  the preceding provisions of this Article, remuneration derived in respect of an employment exercised aboard a ship or aircraft operated in international traffic, may be taxed in the Contracting State in which the profits from the operation of the ship or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.

4. Notwithstanding the  preceding provisions of this Article, salaries, wages and other remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment connected with activities mentioned in  paragraph 8 of Article 5 carried on through a permanent establishment or a fixed base in the other Contracting State, may be taxed in that other State.

 

Article 16 DIRECTORS' FEES

Directors' fees and other similar payments derived by a resident of a Contracting State in his capacity as a member of the board of directors of a company which is a resident of the other Contracting State may be taxed in that other Contracting State.

Article 17 ARTISTES AND SPORTSMEN

 

1.      Notwithstanding the provisions of Articles 14 and 15, income derived by a resident of a Contracting State as an entertainer, such as a theatre, motion picture, radio or television artiste, or a musician,  or as  a sportsman from his personal activities as such exercised in the other Contracting State, may be taxed in that other State.

2.      Where   income  in  respect of personal activities exercised by  an entertainer or a sportsman in his capacity u such accrues not to the entertainer or sportsman himself but to another person, that income may, notwithstanding the provisions of Articles 7, 14 and 15, be taxed in the Contracting State  in which the  activities of the entertainer or sportsman are exercised. 3 Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2 of this Article, income derived by entertainers or sportsmen who are residents of a Contracting State frorn the activities exercised in the other Contracting State under a special programme of cultural exchange agreed upon between the Governments of both Contracting States, shall be exempt from tax in that other State.

 

Article 18 PENSIONS AND ANNUITIES

1.      Subject to the provisions of paragraph 2 of Article 19, pensions and other similar remuneration paid in consideration of past employment to a resident of a Contracting State and any annuity paid to such a resident shall be taxable only in that State.

2.      The term "annuity" means a stated sum payable periodically at stated times during life or during a specified or ascertainable period of time under an obligation to make the payments in return for adequate and full consideration in money or money's worth.

 

Article 19 GOVERNMENT SERVICE

1. a) Remuneration, other than a pension, paid by a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or subdivision or authority shall be taxable only in that State.

b) However, such remuneration shall be taxable only in the other Contracting State if the services are rendered in that State and the individual is a resident of that State who:

(i) is a national of that State; or

(ii) did not become a resident of that State solely for the purpose of rendering the services.

 

2. a) Any pension paid by, or out of funds created by. a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or subdivision or authority shall be taxable  only in that State. b) However, such pension shall be taxable only in the other Contracting State if the individual is a resident of, and a national of, that State.

3. The provisions of Article 15, 16 and 18 shall apply to remuneration and pensions in respect of services rendered in connection with a business carried on by a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof.

4. The provisions of paragraphs 1 and 2 of this Article shall likewise apply in respect of remuneration or pensions paid by:

 

a) in the case of Korea: the Bank of Korea, the Export-Import Bank of Korea, the Korean Development Bank and the Korea Trade Corporation. b) in the case of Greece: the Bank of Greece, the Exports Promotion Organisation and the Hellenic Bank of Industrial Development.

Article 20 STUDENTS

Payments which a student or business apprentice who is or was immediately before visiting a Contracting State a resident of the other Contracting State and who is present in the first-mentioned Contracting State solely for the purpose of his education or training receives for the purpose of his maintenance, education or training shall not be taxed in that State, provided that such payments arise from sources outside that State.

Article 21 PROFESSORS AND TEACHERS

An individual who is or was a resident of a Contracting State immediately before making a visit to the other Contracting State, who, at the invitation of any university, college, school or other similar educational institution, or research institution, which is recognised as non- profitable by the Government of that other State, visits that other Contracting State for a period not exceeding two years from the date of his fist arrival in that other State, solely for the purpose of teaching or research or both at such Institution shall be exempt from tax in that other State on his remuneration for such teaching or research.

Article 22 OTHER INCOME

1 Items of income of a resident of a Contracting State, wherever arising, not dealt with in the foregoing Articles of this Convention shall be taxable only in that State.

2. The provisions of paragraph 1 shall not apply to income, other than income from immovable property as defined in paragraph 2 of Article 6, if the recipient of such income, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the right or property in respect of which the income is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

Article 23 ELIMINATION OF DOUBLE TAXATION

1. In the case of a resident of Korea, double taxation shall be avoided as follows: Subject to the provisions of Korean tax law regarding the allowance as a credit against Korean tax of tax payable in any country other than Korea (which shall not affect the general principle hereof), the Greek tax payable (excluding, in the case of dividends, tax payable in respect of profits out of which the dividends are paid) under the laws of the Hellenic Republic and in accordance with this Convention, whether directly or by deduction, in respect of income from sources within the Hellenic Republic shall be allowed as a credit against Korean tax payable in respect of that income. The credit shall not, however, exceed that proportion of Korean tax, which the income from sources within the Hellenic Republic bears to the entire income subject to Korean tax.

2. In the case of the Hellenic Republic, double taxation shall be avoided as follows: Where a resident of the Hellenic Republic derives income which, in accordance with the provisions of this Convention, may be taxed in Korea, the Hellenic Republic shall allow as a deduction from the Greek tax on the income of that resident, an amount equal to the income tax paid in Korea. Such deduction shall not, however, exceed that part of the Greek tax as computed before the deduction is given, which is attributable to the income which may be taxed in Korea.

3. For the purposes of paragraphs 1 and 2 the tax paid on dividends, interest of royalties in a Contracting State shall be deemed to include the tax which is payable in that State in accordance with the provisions of this Convention but has not been paid in that State in pursuance of its tax incentives programme for the promotion of economic development.

 

Article 24 NON-DISCRIMINATION

1.      Nationals of a Contracting State shall not be subjected in the other Contracting State to any taxation or any requirement connected therewith, which is other or more burdensome than the taxation arid connected requirements to which nationals of that other State in the same circumstances are or may be subjected. These provisions shall, notwithstanding the provisions of Article 1, also apply to persons who are not residents of one or both of the Contracting States.

2.      Stateless persons who are residents of a Contracting State shall not be subjected in either Contracting State to any taxation or any requirement connected therewith, which is other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which nationals of the State concerned in the same circumstances are or may be subjected.

3.      The taxation on a permanent establishment, which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State, shall not be less favourably levied in that other State than  the taxation levied on enterprise of that other State carrying on the same activities. This provision shall not be construed as obliging a Contracting State to grant to residents of the other Contracting State any personal allowances, reliefs and reductions for taxation purposes on account of civil status or family responsibilities which it grants to its own residents.

4.      Except where the provisions of paragraph 1 of Article 9, paragraph 8 of Article 11, or paragraph 6 of Article 12, apply, interest, royalties and other disbursements paid by an enterprise of a Contracting State to a resident  of the other Contracting State shall, for the purpose of determining the taxable profits of such enterprise, be deductible under the same conditions as if they had been paid to a resident of the first-mentioned State.

 

3. Enterprises of a Contracting State, the capital of which is wholly or partly owned or controlled, directly or indirectly, by one or more residents of the other Contracting State, shall not be subjected in the first-mentioned State to any taxation or any requirements connected therewith which is other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which other similar enterprises of the first-mentioned State are or may be subjected.

6. The provisions of this Article shall, notwithstanding the provisions of Article 2, apply to taxes of every kind and description.

Article 25 MUTUAL AGREEMENT PROCEDURE

1.      Where a person considers that the actions of one or both of the Contracting States result or will result for him in taxation not in accordance with the provisions of this Convention, he may, irrespective of the remedies provided by the domestic law of those States, present his case to the competent authority of the Contracting State of which he is a resident or, if his case comes under paragraph 1 of Article 24, to that of the Contracting State of which he is a national. The case must be presented within three years from the first notification of the action resulting in taxation not in accordance with the provisions of the Convention.

2.      The competent authority shall endeavour, if the objection appears to it to be justified and if it is not itself able to arrive at a satisfactory solution, to resolve the case by mutual agreement with the competent authority of the other Contracting State, with a view to the avoidance of taxation, which is not in accordance with the Convention. Any agreement reached shall be implemented notwithstanding any time limits in the domestic law of the Contracting States. 3 The competent authorities of the contracting States shall endeavour to resolve by mutual agreement any difficulties or doubts arising as to the interpretation or application of the Convention. They may also consult together for the elimination of double taxation in cases not provided for in the Convention.

 

4. The competent authorities of the Contracting States may communicate with each other directly for the purpose of reaching an agreement in the sense of the preceding paragraphs. When it seems advisable in order to reach agreement to have an oral exchange of opinions, such exchange may take place through a Commission consisting of representatives of the competent authorities of the Contracting States.

Article 26 EXCHANGE OF INFORMATION

1.      The competent authorities of the Contracting States shall exchange such information as is necessary for carrying out the provisions of this Convention or of the domestic laws of the Contracting States concerning taxes covered by the Convention insofar as the taxation thereunder is not contrary to the Convention. The exchange of information is not restricted by Article 1. Any information received by a Contracting State shall be treated as secret in the same manner as information obtained under the domestic laws of that State and shall be disclosed only to persons  or authorities (including courts and administrative  bodies) involved  in the assessment  or collection   of,  the   enforcement  or prosecution in respect of, or the determination of appeals in relation to, the taxes covered by the Convention. Such persons or authorities shall use the information only for such purposes. They may disclose  the information in public court proceedings or in judicial decisions.

2.      In no case shall the provisions of paragraph 1 be construed so as to impose on a Contracting State the obligation: a) to carry out administrative measures at variance with the laws and administrative practice of that or of the other Contracting State; b) to supply information which is not obtainable under the laws or in the normal course of the administration of that or of the other Contacting State; c) to supply information  which would disclose any  trade, business, industrial, commercial or professional secret or trade process, or information, the disclosure of which would be contrary to public policy (ordre public).

 

Article 27 DIPLOMATIC AGENTS AND CONSULAR OFFICERS

Nothing in this Convention shall affect the fiscal privileges of diplomatic agents or consular officers under the general rules of international law or under the provisions of special agreements.

Article 28 ENTRY INTO FORCE

1.      This Convention shall be ratified and the instruments of ratification shall be exchanged at Seoul as soon as possible. The Convention shall enter into force on the thirtieth day after the date of the exchange of the instruments of ratification.

2.      This Convention shall have effect: a) in respect of taxes withheld at source, on or after the first day of January  of the calendar  year  next following  that in which  this Convention enters into force; and b) in respect of other taxes, for taxable years beginning on or after the first day of January of the calendar year next following that in which this Convention enters into force.

 

Article 29 TERMINATION

This Convention shall remain in force indefinitely but either of the Contracting states may, on or before the thirtieth day of June in any calendar year from the fifth year, following that in which the instruments of ratification have been exchanged, give to the other Contracting State, through diplomatic channels, written notice of termination and, in such event, this Convention shall cease to have effect: a) in respect of taxes withheld at source, on or after the first day of January in the calendar year next following that in which the notice is given; and b) in respect of other taxes, for taxable years beginning on or after the first day of January in the calendar year next following that in which the notice is given.

IN WITNESS WHEREOF the undersigned, duly authorised thereto by their respective Governments have signed this Convention.

DONE in duplicate at Athens this 20 day of March of the year one thousand nine hundred and ninety five in the Greek, Korean and English languages, all texts being equally authentic. In case of divergency of interpretation, the English text shall prevail.

For the Government      For the Government of the Hellenic Republic of the Republic of Korea

Άρθρο δεύτερο

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Σύμβασης που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 28 αυτής.

Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 1998



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο