Σχόλια

Aνακοίνωση για τη θέση σε ισχύ της «Συμφωνίας Ελλάδας-Τσεχοσλοβακίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος» (Αθήνα 13.10.1986)» (Φ.E.K. 177/23.6.1989, τ.A').
 Tο Yπουργείο των Eξωτερικών ανακοινώνει ότι η Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος, η οποία υπογράφηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 1986 και κυρώθηκε με τον υπ’ αριθ. 1838/1989 Νόμο που δημοσιεύθηκε στο υπ΄ αριθ. 86 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α’ της 28ης Μαρτίου 1989, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27, παρ. 2 αυτής, την 23η Μαΐου 1989..
 2 Η Συμφωνία αυτή ισχύει τόσο γιατη Δημοκρατία της Τσεχίας όσο και για τη Δημοκρατία της Σλοβακίας σύμφωνα με τις κάτωθι αναφερόμενες Ανακοινώσεις του Υπουργείου Εξωτερικών.
 Α) Ανακοίνωση για τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας (Φ.E.K. 23/7.2.1995, τ.A').
 Tο Yπουργείο Eξωτερικών ανακοινώνει ότι μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τσεχίας συνήφθη, δι’ανταλλαγής των από 30 Αυγούστου 1994 και 3 Οκτωβρίου 1994 ρηματικών διακοινώσεων, Συμφωνία δια της οποίας τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφώνησαν ότι οι Συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχίας και της Σλοβακίας και περιέχονται στις παρακάτω ρηματικές διακοινώσεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Τσεχίας. (Πράγα, 30 Αυγούστου 1994)
 Β) Ανακοίνωση ης υπογραφής πρωτοκόλλου μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Σλοβακίας, σχετικά με την επιβεβαίωση των μεταξύ τους συμβατικών σχέσεων (Φ.E.K.138/29.6.1995, τ.A').
 Tο Yπουργείο Eξωτερικών ανακοινώνει ότι μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Σλοβακίας υπεγράφη στη Μπρατισλάβα στις 2 Ιουνίου 1995 Πρωτόκολλο σχετικά με την επιβεβαίωση των συμβατικών σχέσεων μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Σλοβακίας με το οποίο τα δύο συμβαλλόμενα Μέρη συμφώνησαν ότι οι Συμβάσεις – Συμφωνίες και τα Πρωτόκολλα που συνήφθησαν μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Τσεχίας και Σλοβακίας και οι οποίες αναφέρονται στο συνημμένο στο Πρωτόκολλο Παράρτημα εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Σλοβακίας (Μπρατισλάβα, 2.6.1995)
 

Δημοσιεύθηκε στις : [ 22-02-2008 ]

NΟΜΟΣ 1838/1989 Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος

(Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών οικονομικών σχέσεων)

NΟΜΟΣ ΥΠ’ΑΡΙΘ. 1838/89 (ΦEK 86/28.3.1989/τ.A')
Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:


Άρθρο πρώτο
Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 1986, της οποίας το κείμενο σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ωςεξής:


ΣYMΦΩNIA
Mεταξύ της Kυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Kυβέρνησης της Tσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της
φοροδιαφυγής όσον αφορά τους φόρους εισοδήματος. H Kυβέρνηση της Eλληνικής Δημοκρατίας και η Kυβέρνηση της Tσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, επιθυμώντας να συνάψουν Συμφωνία για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος, συμφώνησαν τα ακόλουθα:

Άρθρο 1 ΠPOΣΩΠA EΠI TΩN OΠOIΩN EΦAPMOZETAI H ΣYMΦΩNIA
H παρούσα Συμφωνία εφαρμόζεται σε πρόσωπα που είναι κάτοικοι του ενός ή των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών.

Άρθρο 2 KAΛYΠTOMENOI ΦOPOI
1. H παρούσα Συμφωνία εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη ή των πολιτικών υποδιαιρέσεων ή των τοπικών αρχών αυτού, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβάλλονται.
2. Φόροι εισοδήματος θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, ή σε στοιχεία του εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων επί της υπεραξίας που προκύπτει από τηνανατίμηση του κεφαλαίου.

3. Oι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση ειδικότερα είναι: α) Στην περίπτωση της Eλληνικής Δημοκρατίας:
1. O φόρος εισοδήματος των φυσικώνπροσώπων
2. ο φόρος εισοδήματος των νομικών προσώπων
3. η εισφορά για τις επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, που υπολογίζεται στο ακαθάριστο

εισόδημα από οικοδομές (στο εξής αναφερόμενοι ως «ελληνικός φόρος»). β) Στηνπερίπτωση της Tσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας:
1. Oι φόροι επί των κερδών
2. ο φόρος επί τωνημερομισθίων
3. ο φόρος επί τωνεισοδημάτων από συγγραφικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες
4. ο αγροτικός φόρος
5. ο φόρος εισοδήματος επιτηδευματιών
6. ο φόρος επί τωνμισθωμάτων οικοδομών (στο εξής αναφερόμενοι ως «τσεχοσλοβακικός φόρος»).

4. H Σύμβαση αυτή εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας Σύμβασης επιπρόσθετα ή αντί των υφισταμένων φόρων. Στο τέλος εκάστου έτους, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών θα γνωστοποιούν η μία στην άλλη οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή που έχει επέλθει στην αντίστοιχη φορολογική νομοθεσία τους.

Άρθρο 3 ΓENIKOI OPIΣMOI
1. Στηνπαρούσα Συμφωνία εκτός αν ορίζει διαφορετικά το κείμενο:
α) ο όρος «Eλλάδα» σημαίνει την Eλληνική Δημοκρατία και, όταν χρησιμοποιείται με γεωγραφική έννοια, περιλαμβάνει τα εδάφη της Eλληνικής Δημοκρατίας και το τμήμα της υφαλοκρηπίδας και του υπεδάφους της κάτω από τη Mεσόγειο Θάλασσα, επί των οποίων η Eλληνική Δημοκρατία ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο·
β) ο όρος «Tσεχοσλοβακία» σημαίνει την Tσεχοσλοβακική Σοσιαλιστική Δημοκρατία·
γ) οι όροι «ένα Συμβαλλόμενο Kράτος» και το «άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος» σημαίνουν την Eλληνική Δημοκρατία και την Tσεχοσλοβακική Σοσιαλιστική Δημοκρατία όπως το κείμενο απαιτεί·
δ) ο όρος «πρόσωπο» περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μία εταιρεία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων·
ε) ο όρος «εταιρεία» σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με μία εταιρεία·
στ) οι όροι «επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους» και «Eπιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους» υποδηλούν αντίστοιχα την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους και την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους·
ζ) ο όρος «υπήκοοι» σημαίνει:
1. όλα τα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουντην ιθαγένεια ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη,
2. όλα τα νομικά πρόσωπα, τις προσωπικές εταιρείες και τις ενώσεις που αποκτούν το νομικό τους καθεστώς από τους νόμους που ισχύουνσ’ ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη,

η) ο όρος «διεθνείς μεταφορές» σημαίνει οποιαδήποτε μεταφορά με αεροσκάφος το οποίο εκμεταλλεύεται επιχείρηση που έχει την έδρα της πραγματικής της διεύθυνσης σ’ ένα Συμβαλλόμενο Kράτος ή με πλοίο που έχει τον τόπο νηολόγησής του σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή είναι εφοδιασμένο από το εν λόγω Kράτος με προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ σημείων του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους·
θ) ο όρος «αρμόδια αρχή» σημαίνει:
1. Στην περίπτωση της Eλληνικής Δημοκρατίας, τον Yπουργό Oικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του,
2. Στην περίπτωση της Tσεχοσλαβικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας τον Yπουργό Oικονομικών της Tσεχοσλαβικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.

2. Όσον αφορά την εφαρμογή της Συμφωνίας αυτής από ένα Συμβαλλόμενο Kράτος, κάθε όρος που δεν καθορίζεται σ’αυτό το άρθρο, θα έχει, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το κείμενο, την έννοια που έχει σύμφωνα με τους νόμους του Kράτους αυτού τους σχετικούς με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο της Συμφωνίας.

Άρθρο 4 ΦOPOΛOΓIKH KATOIKIA
1. Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ο όρος «κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους» σημαίνει το πρόσωπο που, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Kράτους, υπόκειται σε φορολογία σ’αυτό λόγω κατοικίας ή διαμονής του ή τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρίου.
Aλλά ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που φορολογείται στο Συμβαλλόμενο αυτό Kράτος, μόνονόσοναφορά εισόδημα που προέρχεται από πηγές μέσα σ’αυτό το Kράτος.
2. Aν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών, τότε η νομική του κατάσταση καθορίζεται ως εξής:

α) Θεωρείται ότι είναι κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους στο οποίο διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία. Aν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Συμβαλλόμενα Kράτη, θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων).
β) Aν το Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του δεν μπορεί να καθοριστεί, ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Συμβαλλόμενα κράτη, θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους στο οποίο έχει την συνήθη διαμονή του.
γ) Aν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Συμβαλλόμενα Kράτη ή σε κανένα από αυτά, θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Kράτους του οποίου είναι υπήκοος. δ) Aν είναι υπήκοος και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών ή κανενός απ’αυτά, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατώνδιευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.
3. Aν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο, εκτός από φυσικό πρόσωπο, είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται κάτοικος του Kράτους, στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησής του.

Άρθρο 5 MONIMH EΓKATAΣTAΣH
1. Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει ένα καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου διεξάγονται οι εργασίες της επιχείρησης ενόλω ή ενμέρει.
2. O όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει κυρίως: α) έδρα διοίκησης β) υποκατάστημα γ) γραφείο δ) εργοστάσιο ε) εργαστήριο στ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιοδήποτε άλλο τόπο εξόρυξης φυσικών
πόρων.
1. Ένα εργοτάξιο ή ένα έργο κατασκευής ή εγκατάστασης συνιστά μόνιμη εγκατάσταση μόνον αν διαρκεί περισσότερο από εννέα μήνες.
2. Aνεξαρτήτως των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου αυτού, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» δε θεωρείται ότι περιλαμβάνει: α) τη χρήση διευκολύνσεων αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση, β) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση, γ) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση, δ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά για τον σκοπό της αγοράς αγαθώνή εμπορευμάτων, ή της συγκέντρωσης πληροφοριών, για την επιχείρηση,

ε) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό διεξαγωγής, για την επιχείρηση, οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή επιβοηθητικού χαρακτήρα,
στ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά για τη διεξαγωγή οποιουδήποτε συνδυασμού δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στις υποπαραγράφους α' έως ε', υπό τον όρο ότι η όλη δραστηριότητα του καθορισμένου τόπου η απορρέουσα από αυτόν τον συνδυασμό είναι προπαρασκευαστικού ή επιβοηθητικού χαρακτήρα.
1. Ένα πρόσωπο που ενεργεί στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος για λογαριασμό μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους -πλην ανεξάρτητου πράκτορα στον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 6 -θεωρείται ότι αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση της επιχείρησης στο πρώτο Kράτος, εάν έχει εξουσιοδότηση και συνήθως την ενασκεί στο Kράτος αυτό για να συνάπτει συμφωνίες στο όνομα της επιχείρησης, εκτός αν οι δραστηριότητές του περιορίζονται στην αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων για τηνεπιχείρηση.
2. Mία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους δε θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος απλά και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες σ’αυτό το Kράτος μέσω μεσίτη, γενικού αντιπροσώπου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφ’όσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητάς τους.
3. Tο γεγονός ότι εταιρεία που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, ή διεξάγει εργασίες σ’αυτό το άλλο Kράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλο τρόπο) δεν μπορεί αυτό και μόνο να καθιστά την κάθε μία από τις εταιρείες μόνιμη εγκατάσταση της άλλης.


Άρθρο 6 EIΣOΔHMA AΠO AKINHTH ΠEPIOYΣIA
1. Eισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμβανομένου και του εισοδήματος από γεωργική ή δασική δραστηριότητα) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, μπορεί να φορολογείται σ’αυτό το άλλο Kράτος.
2. O όρος «ακίνητη περιουσία» έχει την έννοια η οποία καθορίζεται με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Kράτους στο οποίο βρίσκεται αυτή η περιουσία. O όρος οπωσδήποτε περιλαμβάνει περιουσία παρεπόμενη (Property Accesory) της ακίνητης περιουσίας, ζώα και εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και στη δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της γενικής νομοθεσίας για έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία σε ακίνητη περιουσία και δικαιώματα από τα οποία απορρέουν πληρωμές μεταβλητές ή καθορισμένες ως αντάλλαγμα για εκμετάλλευση, ή για το δικαίωμα εκμετάλλευσης, μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων, πλοία, πλοιάρια και αεροπλάνα δε θεωρούνται ως ακίνητη περιουσία.
3. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στο εισόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρήσης της ακίνητης περιουσίας.
4. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχείρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρησιμοποιείται για την άσκηση μη εξαρτημένων προσωπικώνυπηρεσιών.


Άρθρο 7 KEPΔH EΠIXEIPHΣEΩN
1. Tα κέρδη επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους φορολογούνται μόνο στο Kράτος αυτό, εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος μέσω μιάς μόνιμης εγκατάστασης σ’αυτό. Eάν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες κατ’αυτόν τον τρόπο, τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φορολογούνται στο άλλο Kράτος, αλλά μόνο ωςπρος το τμήμα αυτών το οποίο προέρχεται από τη μόνιμη αυτή εγκατάσταση.
2. Tηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 3, εάν μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης σ’αυτό, τότε σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη αποδίδονται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη που υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε, αν αυτή ήταν μια διαφορετική και ανεξάρτητη επιχείρηση που ασχολείται με την ίδια ή με παρόμοια δραστηριότητα κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και που ενεργεί τελείως ανεξάρτητα από την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.
3. Kατά τον καθορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης εκπίπτουν τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών και γενικών διαχειριστικών εξόδων, που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης είτε στο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.
4. Eφ’ όσον συνηθίζεται σ’ένα Συμβαλλόμενο Kράτος τα κέρδη που προέρχονται από κάποια μόνιμη εγκατάσταση να καθορίζονται με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών της επιχείρησης στα διάφορα τμήματά της, οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εμποδίζουν καθόλου το Kράτος αυτό να καθορίζει τα φορολογητέα κέρδη μ’αυτόν τον καταμερισμό, όπως συνηθίζεται παρ’ όλα αυτά, όμως, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος καταμερισμού πρέπει να είναι τέτοια, ώστε το αποτέλεσμα να συμφωνεί με τις αρχές που περιέρχονται στο παρόνάρθρο.
5. Kανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει σε μόνιμη εγκατάσταση για το λόγο ότι η μόνιμη εγκατάσταση έκανε απλή αγορά αγαθώνή εμπορευμάτων για τηνεπιχείρηση.
6. Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που προέρχονται από τη μόνιμη εγκατάσταση καθορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι να καθορίζονται διαφορετικά.
7. Στις περιπτώσεις που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος για τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία σ’άλλα άρθρα της παρούσας Συμφωνίας, τότε οι διατάξεις των άρθρων εκείνων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 8 NAYTIΛIAKEΣ KAI AEPOΠOPIKEΣ METAΦOPEΣ
1. Tα κέρδη που προέρχονται από την εκμετάλλευση αεροσκαφών σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διεύθυνσης της επιχείρησης.
2. Tα κέρδη που προέρχονται από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο τα πλοία έχουννηολογηθεί ή από το οποίο έχουν εφοδιαστεί με προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα.
3. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται επίσης σε κέρδη από τη συμμετοχή σε «POOL», κοινοπραξία ή σε επιχείρηση που λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο.


Άρθρο 9 ΣYNΔEOMENEΣ EΠIXEIPHΣEIΣ
Aν: α) Eπιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιαςεπιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, ή
β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους και μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, και σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές τους σχέσεις όροι διαφορετικοί από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί, θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί από μία από τις επιχειρήσεις, αλλά λόγω αυτών των όρων, δεν πραγματοποιήθηκαν, μπορούν να περιλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.

Άρθρο 10 MEPIΣMATA
1. Mερίσματα που καταβάλλονται από εταιρεία η οποία είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, φορολογούνται και στα δύο Συμβαλλόμενα Kρατη.
2. O όρος «μερίσματα», όπως χρησιμοποιείται σ’αυτό το άρθρο, σημαίνει το εισόδημα από μετοχές, μετοχές «επικαρπίας» ή δικαιώματα «επικαρπίας», μετοχές μεταλλείων, ιδρυτικούς τίτλους ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη (κεφαλαίου αρχικής εταιρείας) τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από χρέη, καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση όπως και το εισόδημα από μετοχές σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του Kράτους του οποίου η εταιρεία που διενεργεί τη διανομή είναι κάτοικος.
3. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται, αν ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ' αυτό, ή αν παρέχει σ’αυτό το άλλο Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’αυτό και η συμμετοχή (HOLDING) δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά μ’αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14 κατά περίπτωση.
4. Aν μία εταιρεία που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους πραγματοποιεί ή αποκτά εισοδήματα στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, το άλλο αυτό Kράτος δεν μπορεί να επιβάλει κανένα φόρο στα μερίσματα που καταβάλλονται από την εταιρεία, εκτός αν τα μερίσματα αυτά καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου αυτού Kράτους ή αν η συμμετοχή (HOLDING) δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με μία μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που βρίσκεται στο άλλο αυτό Kράτος, ούτε μπορεί να υπαγάγει τα αδιανέμητα κέρδη της εταιρείας σε φόρο επί αδιανεμήτων κερδών, ακόμη και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα αδιανέμητα κέρδη αποτελούνται ενόλω ή ενμέρει από κέρδη ή εισοδήματα που προκύπτουν σ’αυτό το άλλο Kράτος.


Άρθρο 11 TOKOI
1. Tόκοι που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους μπορούννα φορολογούνται σ’αυτό το άλλο Kράτος.
2. Mπορούν, όμως αυτοί οι τόκοι να φορολογούνται επίσης στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Kράτους αυτού, αλλά αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των τόκων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’αυτό τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 10% του ακαθαρίστου ποσού των τόκων. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.
3. Aνεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 2, τόκοι που προκύπτουν από δάνειο που χορηγήθηκε από την Kυβέρνηση ενός Συμβαλλόμενου Kράτους ή από μία Tράπεζα ή από οποιοδήποτε
άλλο ίδρυμα, επ’ονόματι, ή για λογαριασμό της Kυβέρνησης αυτής, φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος του οποίου ο δικαιούχος είναι κάτοικος.
4. O όρος «τόκοι», όπως χρησιμοποιείται στο παρόν άρθρο, σημαίνει εισόδημα από απαιτήσεις από χρέη οποιασδήποτε φύσης, ανεξάρτητα αν οι απαιτήσεις αυτές εξασφαλίζονται ή όχι με υποθήκη ή αν παρέχουν ή όχι δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, κυρίως όμως σημαίνει εισόδημα από κρατικά χρεόγραφα και εισόδημα από ομολογίες με ή χωρίς ασφάλεια συμπεριλαμβανομένων και των δώρων (PREMIUMS) και βραβείων που συνεπάγονται τα ανωτέρω χρεόγραφα και ομολογίες. Πρόστιμα για εκπρόθεσμη πληρωμή δε θεωρούνται ωςτόκοι για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
5. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται αν ο δικαιούχος των τόκων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σ’αυτό ή αν παρέχει στο άλλο Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση σ’αυτό και η αξίωση χρέους σε σχέση με την οποία καταβάλλονται οι τόκοι συνδέεται ουσιαστικά μ’αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’αυτή την περίπτωση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14 κατά περίπτωση.
6. Tόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Κράτος, μία πολιτική υποδιαίρεση, μια τοπική αρχή ή κάτοικος του Kράτους αυτού. Aν όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, είτε αυτό είναι ή όχι κάτοικος ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη, έχει σ’ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη μία μόνιμη εγκατάσταση ή μια καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία καταβάλλονται οι τόκοι και οι τόκοι αυτοί βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε οι τόκοι αυτοί θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.
7. Σε περίπτωση, που λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων, λαμβανομένης υπόψη της αξίωσης από χρέος για την οποία καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό που θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του οφειλέτη και του δικαιούχου ελλείψει μιάς τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σ’αυτή την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με την νομοθεσία κάθε Συμβαλλόμενου Kράτους, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας.


Άρθρο 12 ΔIKAIΩMATA
1. Δικαιώματα που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, μπορούννα φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Kράτος.
2. Mπορούν, όμως, τα δικαιώματα που αναφέρονται στην υποπαράγραφο α' της παραγράφου 3 να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία του Kράτους αυτού, αλλά ο φόρος που επιβάλλεται κατ’αυτό τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 10% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.
3. O όρος «δικαιώματα», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, σημαίνει πληρωμές κάθε είδους που εισπράχθηκαν ως αντάλλαγμα για τη χρήση ή για το δικαίωμα χρήσης, οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή τύπου, μηχανολογικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής, ή βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού ή για πληροφορίες που αφορούν βιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία, οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής
φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων κινηματογραφικών ταινιών και ταινιώνή μαγνητοταινιών για τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές.
4. Oι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα μέσω μιάς μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’αυτό ή αν παρέχει στο άλλο Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα συνδέεται ουσιαστικά μ’αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’αυτή την περίπτωση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14 κατά περίπτωση.
5. Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Kράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Kράτος, μία πολιτική υποδιαίρεση, μια τοπική αρχή ή κάτοικος του Συμβαλλόμενου αυτού Kράτους. Όταν όμως το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι κάτοικος ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη, διατηρεί σ’ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα αυτά βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε τα δικαιώματα αυτά θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.
6. Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των δικαιωμάτων που καταβλήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση, το δικαίωμα χρήσης ή τις πληροφορίες για τις οποίες αυτά καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ελλείψει μιάς τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σ’αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με την νομοθεσία καθενός Συμβαλλόμενου Kράτους, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας.


Άρθρο 13 ΩΦEΛEIA AΠO KEΦAΛAIO
1. Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Kράτους από εκποίηση ακίνητης περιουσίας όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 6 και η οποία βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Kράτος.
2. Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί μέρος της επαγγελματικής περιουσίας μιάς μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί μία επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος ή κινητής περιουσίας που ανήκει σε καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος για το σκοπό της άσκησης μη εξαρτημένων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της ωφέλειας από την εκποίηση μιάς τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή μαζί με όλη την επιχείρηση) ή μιάς τέτοιας καθορισμένης βάσης, μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Kράτος.
3. Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητής περιουσίας που ανήκει στην επιχείρηση που εκμεταλλεύεται αυτά τα πλοία ή αεροσκάφη φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 της Συμφωνίας αυτής.
4. Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3 φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Kράτος του οποίου είναι κάτοικος το πρόσωπο που εκποιεί τηνενλόγω περιουσία.


Άρθρο 14 MH EΞAPTHMENEΣΠPOΣΩΠIKEΣ YΠHPEΣIEΣ
1. Eισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για επαγγελματικές υπηρεσίες ή άλλες δραστηριότητες μη εξαρτημένου χαρακτήρα φορολογείται μόνο σ’αυτό το Kράτος, εκτός αν αυτός διατηρεί κατά συνήθη τρόπο καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος για το σκοπό της άσκησης των δραστηριοτήτων του. Aν αυτός διατηρεί μια τέτοια καθορισμένη βάση, το εισόδημα μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος αλλά μόνο κατά το ποσό που ανήκει σ’αυτήν τηνκαθορισμένη βάση.
2. O όρος «επαγγελματικές υπηρεσίες» περιλαμβάνει ειδικά με εξαρτημένες επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες, όπως επίσης και τις μη εξαρτημένες δραστηριότητες των γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.


Άρθρο 15 EΞAPTHMENEΣΠPOΣΩΠIKEΣ YΠHPEΣIEΣ
1. Mε την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 16, 18 και 19, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες αμοιβές παρόμοιας φύσης που αποκτώνται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για εξαρτημένη εργασία φορολογούνται μόνο στο Kράτος αυτό εκτός αν η εν λόγω εργασία προσφέρεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος. Aν η εργασία ασκείται έτσι, η αμοιβή που αποκτάται απ’αυτή μπορεί να φορολογείται σ’αυτό το άλλο Kράτος.
2. Aνεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για εξαρτημένη εργασία που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Kράτος αν:
α) ο δικαιούχος της αμοιβής βρίσκεται στο άλλο Kράτος, για χρονική περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν, συνολικά, τις 183 μέρες κατά το οικείο οικονομικό έτος, β) η αποζημίωση καταβάλλεται από, ή για λογαριασμό, εργοδότη ο οποίος δεν είναι κάτοικος του άλλου Kράτους, και γ) η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση την οποία ο εργοδότης διατηρεί στο άλλο Kράτος.
3. Aνεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, αμοιβή που αποκτάται για εξαρτημένη εργασία που προσφέρεται πάνω σε πλοίο ή αεροσκάφος σε διεθνείς μεταφορές μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου ή του αεροσκάφους φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 της παρούσας Συμφωνίας.


Άρθρο 16 AMOIBEΣΔIEYΘYNTΩN
Aμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες πληρωμές που αποκτώνται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους με την ιδιότητά του σαν μέλος του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας η οποία είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Kράτος.
Άρθρο 17 KAΛΛITEXNEΣ KAI AΘΛHTEΣ

1. Aνεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή μουσικός ή ως αθλητής, από τις προσωπικές δραστηριότητες του που ασκήθηκαν στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, μπορεί να φορολογείται σ’αυτό το άλλο Kράτος.
2. Όταν εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων ενός προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας, ή ενός αθλητή, με την ιδιότητά του αυτή, δεν περιέρχεται σ’ αυτό το ίδιο πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή στον ίδιο τον αθλητή, αλλά σε άλλο πρόσωπο, το εισόδημα αυτό μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 14 και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσία ψυχαγωγίας ή του αθλητή.
3. Aνεξάρτητα από τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, εισόδημα που αποκτάται από τις δραστηριότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες ασκούνται μέσα στα πλαίσια μορφωτικών ανταλλαγών μεταξύ των Συμβαλλομένων Kρατών, εξαιρείται της φορολογίας στο Συμβαλλόμενο Kράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες αυτές.


Άρθρο 18 ΣYNTAΞEIΣ
Tηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 19, οι συντάξεις και άλλες αμοιβές παρόμοιας φύσης που καταβάλλονται σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους για υπηρεσίες που προσέφερε στο παρελθόν φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Kράτος.

Άρθρο 19 KYBEPNHTIKEΣ YΠHPEΣIEΣ
1. α) Αμοιβές, εκτός από σύνταξη, που καταβάλλονται από το ένα Συμβαλλόμενο Kράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού σε ένα φυσικό πρόσωπο για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν προς αυτό το Kράτος ή υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού φορολογούνται μόνο σ’αυτό το Kράτος.
β) Eν τούτοις, μια τέτοια αμοιβή φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αν οι υπηρεσίες παρέχονται εντός αυτού του Kράτους και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος αυτού του Kράτους και:
(ι) είναι υπήκοος του Kράτους αυτού, ή (ιι) δεν έγινε κάτοικος του Kράτους αυτού αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της παροχής των υπηρεσιών.
2. α) Oποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από το ένα Συμβαλλόμενο Kράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού, ή από ταμεία που συστάθηκαν από αυτό, σ’ ένα φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που προσέφερε προς το Kράτος αυτό ή υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού φορολογείται μόνο στο Kράτος αυτό.
β) Eν τούτοις, μια τέτοια σύνταξη φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος, αν το φυσικό πρόσωπο είναι υπήκοος, και κάτοικος, του Kράτους αυτού.
3. Oι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και 18 εφαρμόζονται σε αμοιβές και συντάξεις για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού.


Άρθρο 20 KAΘHΓHTEΣ KAI ΣΠOYΔAΣTEΣ
1. Aμοιβές τις οποίες κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους λαμβάνει για τη διεξαγωγή έρευνας ή μελέτης ανώτερου επιπέδου, ή για τη διδασκαλία, κατά τη διάρκεια πρόσκαιρης διαμονής που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, σε πανεπιστήμιο, ερευνητικό κέντρο ή σε άλλο όμοιο οργανισμό ανώτατης ή ανώτερης εκπαίδευσης στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος δε φορολογείται στο τελευταίο αυτό Kράτος.
2. Xρηματικά ποσά τα οποία σπουδαστής ή μαθητευόμενος ο οποίος είναι ή ήταν αμέσως πριν από τη μετάβασή του σ’ένα Συμβαλλόμενο Kράτος κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο αναφερόμενο Συμβαλλόμενο Kράτος αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσης ή εξάσκησής του λαμβάνει για το σκοπό της συντήρησης, εκπαίδευσης ή εξάσκησής του δε φορολογούνται σ’αυτό το Kράτος, με την προϋπόθεση ότι τα καταβαλλόμενα αυτά ποσά προκύπτουν από πηγές που βρίσκονται εκτός του Kράτους αυτού.


Άρθρο 21 AΛΛA EIΣOΔHMATA
1. Eισοδήματα κατοίκου ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, τα οποία δεν αναφέρθηκαν στα προηγούμενα άρθρα της παρούσας Συμφωνίας, φορολογούνται μόνο στο Kράτος αυτό.
2. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται επί εισοδήματος, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6, αν ο δικαιούχος αυτού του εισοδήματος, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους, διεξάγει επιχείρηση στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος μέσω μόνιμης σ’αυτό εγκατάστασης ή ασκεί σ’ αυτό το άλλο Kράτος μη εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλεται το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε μια τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14 ανάλογα με την περίπτωση.


Άρθρο 22 AΠOΦYΓH ΔIΠΛHΣΦOPOΛOΓIAΣ
1. Στην Eλλάδα, η διπλή φορολογία θα αποφεύγεται με τον ακόλουθο τρόπο: Στις περιπτώσεις που κάτοικος Eλλάδας αποκτά εισόδημα το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της Συμφωνίας, μπορεί να φορολογείται στην Tσεχοσλοβακία, η Eλλάδα χορηγεί έκπτωση από το φόρο εισοδήματος του κατοίκου αυτού ποσό ίσο με το φόρο που καταβλήθηκε στην Tσεχοσλοβακία. H έκπτωση όμως αυτή δεν υπερβαίνει το τμήμα εκείνο του (ελληνικού φόρου) υπολογιζομένου πριν από την έκπτωση, το οποίο (τμήμα φόρου) αναλογεί στο εισόδημα που μπορεί να φορολογείται στην Tσεχοσλοβακία.
2. Στην Tσεχοσλοβακία, η διπλή φορολογία θα αποφεύγεται με τον ακόλουθο τρόπο:
α) Στις περιπτώσεις που κάτοικος Tσεχοσλοβακίας, αποκτά εισόδημα το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της Συμφωνίας, μπορεί να φορολογείται στην Eλλάδα, η Tσεχοσλοβακία, τηρουμένων των διατάξεων της υποπαραγράφου β' της παραγράφου αυτής, απαλλάσσει το εισόδημα αυτό από τη φορολογία αλλά δύναται, κατά τον υπολογισμό του φόρου στο υπόλοιπο εισόδημα του προσώπου αυτού να εφαρμόζει το φορολογικό συντελεστή που θα εφαρμοζόταν, εάν το απαλλασσόμενο εισόδημα δεν είχε έτσι απαλλαγεί.
β) H Tσεχοσλοβακία κατά την επιβολή φόρου σε κάτοικό της μπορεί να περιλάβει στο φορολογητέο εισόδημα στο οποίο θα επιβληθεί ο φόρος αυτός τα εισοδήματα τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 16 και 17 της Συμφωνίας αυτής μπορεί επίσης να φορολογηθούν στην Eλλάδα, αλλά θα χορηγεί ως έκπτωση, από το ποσό του φόρου που αναλογεί σ’ αυτό το φορολογητέο εισόδημα, ένα ποσό ίσο με το φόρο που καταβλήθηκε στην Eλλάδα. H έκπτωση όμως αυτή δεν υπερβαίνει το τμήμα εκείνο του Tσεχοσλαβικού φόρου υπολογιζομένου πριν από την έκπτωση, το οποίο (τμήμα φόρου) αντιστοιχεί στο εισόδημα που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 16 και 17 αυτής της Συμφωνίας, μπορεί να φορολογείται στην Eλλάδα.
3. Στην περίπτωση που εισόδημα στο οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις της Συμφωνίας αυτής έχει απαλλαγή σύμφωνα με τη Nομοθεσία του ενός από τα Συμβαλλόμενα Kράτη εν όλω ή εν μέρει της φορολογίας για τον υπολογισμό στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος της έκπτωσης από το φόρο, όπως αναφέρεται στιςπροηγούμενες παραγράφους, ο φόρος αυτός θεωρείται ότι έχει καταβληθεί.

Άρθρο 23 MH ΔIAKPITIKH METAXEIPIΣH
1. Oι υπήκοοι του ενός Συμβαλλομένου Kράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική επιβάρυνση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν οι υπήκοοι του άλλου αυτού Kράτους κάτω από τις αυτές συνθήκες. Aνεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 1, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι κάτοικοι ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Kρατών.
2. H φορολογία που επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση την οποία επιχείρηση ενός Συμβαλλομένου Kράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Kράτος δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή στο άλλο αυτό Kράτος από τη φορολογία που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις του άλλου αυτού Kράτους με τις αυτές δραστηριότητες. H παρούσα διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Kράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής καταστάσεως ή οικογενειακών υποχρεώσεων, τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.
3. Eκτός των περιπτώσεων για τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 9, της παραγράφου 7 του άρθρου 11, ή της παραγράφου 6 του άρθρου 12, τόκοι, δικαιώματα και άλλες πληρωμές που καταβάλλονται από επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, για τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών της εν λόγω επιχείρησης, εκπίπτονται με τους ίδιους όρους σαν να είχαν καταβληθεί σε κάτοικο του πρώτου μνημονευόμενου Kράτους.
4. Eπιχειρήσεις του ενός Συμβαλλόμενου Kράτους των οποίων το κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, άμεσα ή έμμεσα από έναν ή περισσότερους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, δεν υποβάλλονται στο πρώτο μνημονευόμενο Kράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτή επιβάρυνση η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις στις οποίες υποβάλλονται ή μπορούν να υποβληθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου μνημονευόμενου Kράτους.
5. Oι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 2, σε φόρους κάθε είδους και μορφής.

Άρθρο 24 ΔIAΔIKAΣIA AMOIBAIOY ΔIAKANONIΣMOY

1. Στις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Kρατών έχουν ή θα έχουν γι’ αυτό σαν αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις αυτής της Συμφωνίας, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Kρατών, να θέτει την περίπτωσή του υπ’όψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Kράτους του οποίου είναι κάτοικος ή, αν εφαρμόζεται γι’ αυτό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του άρθρου 23, της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Kράτους του οποίου είναι υπήκοος. H περίπτωση αυτή πρέπει να τεθεί υπόψη μέσα σε τρία χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού φόρου η επιβολή του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Συμφωνίας.
2. H αρμόδια αρχή προσπαθεί, αν θεωρήσει βάσιμη την ένσταση και αν η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύσει τη διαφορά με αμοιβαία συμφωνία με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους, με σκοπό την αποφυγή της φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τη Συμφωνία. Oποιαδήποτε συμφωνία επιτευχθεί εφαρμόζεται μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από τηνεσωτερική νομοθεσία τωνΣυμβαλλόμενων Kρατών.
3. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών προσπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συμφωνίας. Eπίσης, μπορούν να διαβουλεύονται για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις που δενπροβλέπονται από τη Συμφωνία.
4. Oι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απ’ ευθείας με σκοπό να φθάσουν σε μία συμφωνία με την έννοια των προηγουμένων παραγράφων. Όταν κρίνεται σκόπιμο για την επίτευξη συμφωνίας να λάβει χώρα προφορική ανταλλαγή μπορεί να γίνει μέσω μιας Eπιτροπής που θα αποτελείται από αντιπροσώπους των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλόμενων Kρατών.


Άρθρο 25 ANTAΛΛAΓH ΠΛHPOΦOPIΩN
1. Oι αρμόδιες Aρχές των Συμβαλλόμενων Kρατών ανταλλάσσουν πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Συμφωνίας ή των εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλόμενων Kρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από την παρούσα Συμφωνία στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Συμφωνία. H ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το άρθρο 1. Όλες οι πληροφορίες, που λαμβάνονται από ένα Συμβαλλόμενο Kράτος, θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Kράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με την βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Συμφωνία. Tα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές της χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Mπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά τηνεπ’ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.
2. Σε καμιά περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη τηνυποχρέωση: α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους,

β) να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν να αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη πρακτική της διοίκησης αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Kράτους,
γ) να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική διαδικασία ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίωνθα ήταν αντίθετη σε κανόνα δημόσιας τάξης (ORDRE PUBLIC).

Άρθρο 26 ΔIΠΛΩMATIKOI ANTIΠPOΣΩΠOI KAI ΠPOΞENIKOI ΛEITOYPΓOI
Tίποτα σ’ αυτή τη Συμφωνία δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των διπλωματικών αντιπροσώπων ή των προξενικών λειτουργών κατά τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή κατά τις διατάξεις ειδικών συμφωνιών.

Άρθρο 27 ΘEΣH ΣE IΣXY
1. Oι Kυβερνήσεις των Συμβαλλομένων Kρατών θα γνωστοποιήσουν επίσημα η μία στην άλλη την πλήρωση των συνταγματικών προϋποθέσεων για τη θέση σε ισχύτης παρούσας Συμφωνίας.
2. H Συμφωνία τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της τελευταίας από τις γνωστοποιήσεις, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι διατάξεις της έχουν εφαρμογή και στα δύο Συμβαλλόμενα Kράτη για εισοδήματα που προκύπτουν σε κάθε φορολογική περίοδο που αρχίζει κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Iανουαρίου του ημερολογιακού έτους, που ακολουθεί αμέσως μετά το έτος κατά το οποίο τίθεται σε ισχύ η Συμφωνία.

Άρθρο 28 ΛHΞH
H παρούσα Συμφωνία παραμένει σε ισχύ μέχρι να καταγγελθεί από ένα Συμβαλλόμενο Kράτος. Kαθένα από τα Συμβαλλόμενα Kράτη μπορεί να καταγγείλει τη Συμφωνία, μέσω της διπλωματικής οδού, επιδίδοντας απαγγελία για τη λήξη έξι τουλάχιστο μήνες πριν από το τέλος οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους. Σ’αυτή την περίπτωση, η Συμφωνία παύει να ισχύει και στα δύο Συμβαλλόμενα Kράτη για εισοδήματα που προκύπτουν σε κάθε φορολογική περίοδο, που αρχίζει κατά την μετά την πρώτη ημέρα του Iανουαρίου του ημερολογιακού έτους, που ακολουθεί αμέσως μετά το έτος, κατά το οποίο επιδίδεται η αναγγελία της λήξης. Σε πίστωση των ανωτέρω οι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό, υπέγραψαν τηνπαρούσα Συμφωνία.
Έγινε σε δύο αντίτυπα στην Aθήνα στις 23.10.1986 στηναγγλική γλώσσα.
Για την Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας Για την Κυβέρνηση της Τσεχοσλαβικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας
Άρθρο δεύτερο
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της δε κυρουμένης συμφωνίας μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 27 αυτής.

AGREEMENT
between the Government of the Hellenic Republic and the Government of the Czechoslovak Socialist Republic for the avoidance of double taxation and the prevention of fiscal evasion with respect to taxes on income.
The Government of the Hellenic Republic and the Government of the Czechoslovak Socialist Republic.
Desiring to conclude an Agreement for the avoidance of double taxation and the prevention of fiscal evasion with respect to taxes on income, have agreed as follows:
Article 1 Personal scope
This Agreement shall apply to persons who are residents of one or both of the Contracting States.
Article 2 Taxes covered
1. This Agreement shall apply to taxes on income imposed on behalf of a Contracting State or of its political subdivisions or local authorities, irrespective of the manner in which they are levied.
2. There shall be regarded as taxes on income all taxes imposed on total income, or on elements of income, including taxes on gains from the alienation of movable or immovable property, as well as taxes on capital appreciation.
3. The existing taxes to which the Agreement shall apply are, in particular:

(a) in the case of the Hellenic Republic:
(i) the income tax on natural persons;
(ii) the income tax on legal persons;

(iii) the contribution for the Water Supply and Drainage Agencies calculated on the gross income
from buildings (hereinafter referred to as "Greek tax");
(b) in the case of the Czechoslovak Socialist Republic:
(i) the taxes on profits;
(ii) the wages tax;

(iii) the tax on income from literary and artistic activities;
(iv) the agricultural tax;
(v) the tax on population income;
(vi) the house tax (hereinafter referred to as "Czechoslovak tax").

4. This Agreement shall apply also to any identical or substantially similar taxes which are imposed after the date of signature of this Agreement in addition to, or in place of, the existing taxes. At the end of each year, the competent authorities of the Contracting States shall notify to each other any significant changes which have been made in their respective taxation laws.
Article 3 General definitions
1. In this Agreement, unless the context otherwise requires:
(a) the term "Greece" means the Hellenic Republic and, when used in a geographical sense, comprises the territories of the Hellenic Republic and the part of the seabed and its subsoil under the Mediterranean Sea over which the Hellenic Republic has sovereign rights in accordance with international law;
(b) the term "Czechoslovakia" means the Czechoslovak Socialist Republic;
(c) the terms "a Contracting State" and the "other Contracting State" mean the Hellenic Republic and the Czechoslovak Socialist Republic as the context requires;
(d) the term "person" includes an individual, a company and any other body of persons;
(e) the term "company" means any body corporate or any entity which is treated as a body corporate for tax purposes;
(f) the terms "enterprise of a Contracting State" and "enterprise of the other Contracting State" mean, respectively, an enterprise carried on by a resident of a Contracting State and an enterprise carried on by a resident of the other Contracting State;
(g) the term "nationals" means:
(1) all individuals possessing the nationality of a Contracting State;
(2) all legal persons, partnerships and associations deriving their status as such from the laws in force in a Contracting State;
(h) the term "international traffic" means any transport by an aircraft operated by an enterprise which has its place of effective management in a Contracting State or by a ship which has its place of registration in, or which has been documented by, a Contracting State, except when the ship or aircraft is operated solely between places in the other Contracting State;
(i) the term "competent authority" means:
(1) in the case of the Hellenic Republic the Minister of Finance or his authorized representative;
(2) in the case of the Czechoslovak Socialist Republic the Minister of Finance of the Czechoslovak Socialist Republic or his authorized representative.

2. As regards the application of the Agreement by a Contracting State, any term not defined therein shall, unless the context otherwise requires, have the meaning which it has under the laws of that State concerning the taxes to which the Agreement applies.
Article 4 Fiscal domicile
1. For the purposes of this Agreement, the term "resident of a Contracting State" means any person who, under the law of that State, is liable to taxation therein by reason of his domicile, residence, place of management or any other criterion of a similar nature. But this term does not include any person who is liable to tax in that Contracting State in respect only of income from sources in that State.
2. Where by reason of the provisions of paragraph 1 an individual is a resident of both Contracting States, then his status shall be determined as follows:


(a) he shall be deemed to be a resident of the Contracting State in which he has a permanent home available to him. If he has a permanent home available to him in both Contracting States, he shall be deemed to be a resident of the Contracting State with which his personal and economic relations are closer (centre of vital interests);
(b) if the Contracting State in which he has his centre of vital interests cannot be determined, or if he has not a permanent home available to him in either Contracting State, he shall be deemed to be a resident of the Contracting State in which he has an habitual abode;
(c) if he has an habitual abode in both Contracting States or in neither of them, he shall be deemed to be a resident of the Contracting State of which he is a national;
(d) if he is a national of both Contracting States or of neither of them, the competent authorities of the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.

3. Where by reason of the provisions of paragraph 1 a person other than an individual is a resident of both Contracting States, then it shall be deemed to be a resident of the Contracting State in which its place of effective management is situated.
Article 5 Permanent establishment
1. For the purposes of this Agreement, the term "permanent establishment" means a fixed place of business through which the business of the enterprise is wholly or partly carried on.
2. The term "permanent establishment" shall include especially:

(a) a place of management;
(b) a branch;
(c) an office;
(d) a factory;
(e) a workshop;
(f) a mine, an oil or gas well, a quarry or any other place of extraction of natural resources.

1. A building site or construction or installation project constitutes a permanent establishment only if it lasts more than nine months.
2. Notwithstanding the preceding provisions of this Article, the term "permanent establishment" shall be deemed not to include:

(a) the use of facilities solely for the purpose of storage, display or delivery of goods or merchandise belonging to the enterprise;
(b) the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the enterprise solely for the purpose of storage, display or delivery;
(c) the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the enterprise solely for the purpose of processing by another enterprise;
(d) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of purchasing goods or merchandise, or of collecting information, for the enterprise;
(e) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of carrying on, for the enterprise, any other activity of a preparatory or auxiliary character;
(f) the maintenance of a fixed place of business solely for any combination of activities mentioned in sub-paragraphs (a) to (e), provided that the overall activity of the fixed place of business resulting from this combination is of a preparatory or auxiliary character.


1. A person acting in a Contracting State on behalf of an enterprise of the other Contracting State - other than an agent of an independent status to whom paragraph 6 applies - shall be deemed to be a permanent establishment in the first-mentioned State if he has, and habitually exercises in that State, an authority to conclude contracts in the name of the enterprise, unless his activities are limited to the purchase of goods or merchandise for the enterprise.
2. An enterprise of a Contracting State shall not be deemed to have a permanent establishment in the other Contracting State merely because it carries on business in that other State through a broker, general commission agent or any other agent of an independent status, where such persons are acting in the ordinary course of their business.
3. The fact that a company which is a resident of a Contracting State controls or is controlled by a company which is a resident of the other Contracting State, or which carries on business in that other State (whether through a permanent establishment or otherwise), shall not of itself constitute either company or a permanent establishment of the other.

Article 6 Income from immovable property
1. Income derived by a resident of a Contracting State from immovable property (including income from agriculture or forestry) situated in the other Contracting State may be taxed in that other State.
2. The term "immovable property" shall have the meaning which it has under the law of the Contracting State in which the property in question is situated. The term shall in any case include property accessory to immovable property, livestock and equipment used in agriculture and forestry, rights to which the provisions of general law respecting landed property apply, usufruct of immovable property and rights to variable or fixed payments as consideration for the working of, or the right to work, mineral deposits, sources and other natural resources; ships, boats and aircraft shall not be regarded as immovable property.
3. The provisions of paragraph 1 shall apply to income derived from the direct use, letting or use in any other form of immovable property.
4. The provisions of paragraphs 1 and 3 shall also apply to the income from immovable property of an enterprise and to income from immovable property used for the performance of independent personal services.

Article 7 Business profits

1. The profits of an enterprise of a Contracting State shall be taxable only in that State unless the enterprise carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein. If the enterprise carries on business as aforesaid, the profits of the enterprise may be taxed. In the other State but only so much of them as is attributable to that permanent establishment.
2. Subject to the provisions of paragraph 3, where an enterprise of a Contracting State carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein, there shall in each Contracting State be attributed to that permanent establishment the profits which it might be expected to make if it were a distinct and separate enterprise engaged in the same or similar activities under the same or similar conditions and dealing wholly independently with the enterprise of which it is a permanent establishment.
3. In determining the profits of a permanent establishment, there shall be allowed as deductions expenses which are incurred for the purposes of the permanent establishment, including executive and general administrative expenses so incurred, whether in the State in which the permanent establishment is situated or elsewhere.
4. Insofar as it has been customary in a Contracting State to determine the profits to be attributed to a permanent establishment on the basis of an apportionment of the total profits of the enterprise to its various parts, nothing in paragraph 2 shall preclude that Contracting State from determining the profits to be taxed by such an apportionment as may be customary; the method of apportionment adopted shall, however, be such that the result shall be in accordance with the principles contained in this Article.
5. No profits shall be attributable to a permanent establishment by reason of the mere purchase by that permanent establishment of goods or merchandise for the enterprise.
6. For the purposes of the preceding paragraphs, the profits to be attributed to the permanent establishment shall be determined by the same method year by year unless there is good and sufficient reason to the contrary.
7. Where profits include items of income which are dealt with separately in other Articles of this Agreement, then the provisions of those Articles shall not be affected by the provisions of this Article.

Article 8 Shipping and air transport
1. Profits derived from the operation of aircraft in international traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the place of effective management of the enterprise is situated.
2. Profits derived from the operation of ships engaged in international traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the ships are registered or by which they are documented.
3. The provisions of paragraph 1 shall also apply to profits derived from the participation in a pool, a joint business or in an international operating agency.

Article 9 Associated enterprises
Where
(a) an enterprise of a Contracting State participates directly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of the other Contracting State, or
(b) the same persons participate directly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of a Contracting State and an enterprise of the other Contracting State, and in either case conditions are made or imposed between the two enterprises in their commercial or financial relations which differ from those which would be made between independent enterprises, then any profits which would, but for those conditions, have accrued to one of the enterprises, but, by reason of those conditions, have not so accrued, may be included in the profits of that enterprise and taxed accordingly.

Article 10 Dividends
1. Dividends paid by a company which is a resident of a Contracting State to a resident of the other Contracting State are taxed in both Contracting States.
2. The term "dividends" as used in this Article means income from shares, "jouissance" shares or "jouissance" rights, mining shares, founders' shares or other rights, not being debt-claims, participating in profits, as well as income from other corporate rights, which is subjected to the same taxation treatment as income from shares by the taxation laws of the State of which the company making the distribution is a resident.
3. The provisions of paragraph 1 shall not apply if the beneficial owner of the dividends, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State of which the company paying the dividends is a resident, through a permanent establishment situated therein or performs in that other State professional services from a fixed base situated therein and the holding in respect of which the dividends are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such a case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.
4. Where a company which is a resident of a Contracting State derives profits or income from the other Contracting State, that other State may not impose any tax on the dividends paid by the company, except insofar as such dividends are paid to a resident of that other State or insofar as the holding in respect of which the dividends are paid is effectively connected with a permanent establishment or a fixed base situated in that other State, nor subject the company's undistributed profits to a tax on the company's undistributed profits even if the dividends paid or the undistributed profits consist wholly or partly of profits or income arising in such other State.

Article 11 Interest
1. Interest arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.
2. However, such interest may also be taxed in the Contracting State in which it arises and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the interest, the tax so charged shall not exceed 10% of the gross amount of the interest. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of this limitation.
3. Notwithstanding the provision of paragraph 2, interest arising from a loan granted by the Government of a Contracting State or a bank or any other institution, in the name of, or on behalf of, such Government, shall be taxable only in the Contracting State of which the recipient is a resident.
4. The term "interest" as used in this Article means income from debt-claims, of every kind, whether or not secured by mortgage, and whether or not carrying a right to participate in the debtor's profits, and in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures. Penalty charges for late payment shall not be regarded as interest for the purpose of this Article.
5. The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the interest, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State in which the interest arises, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the debt-claim in respect of which the interest is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such a case, the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.
6. Interest shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is that State itself, a political subdivision, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the interest, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or a fixed base in connection with which the indebtedness on which the interest is paid was incurred and such interest is borne by such permanent establishment or fixed base, then such interest shall be deemed to arise in the Contracting State in which the permanent establishment or fixed base is situated.
7. Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the interest having regard to the debt-claim for which it is paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In such case, the excess part of the payments shall remain taxable according to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Agreement.

Article 12 Royalties

1. Royalties arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.
2. However, royalties of the kind referred to in subparagraph (a) of paragraph 3 may be taxed in the Contracting State in which they arise, and according to the law of that State, but the tax so charged shall not exceed 10% of the gross amount of the royalties. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of this limitation.
3. The term "royalties" as used in this Article means payments of any kind received as a consideration for the use of, or the right to use,


(a) any patent, trade mark, design or model, plan, secret formula or process, or any industrial, commercial, or scientific equipment, or for information concerning industrial, commercial or scientific experience;
(b) any copyright of literary, artistic or scientific work including cinematograph films, and films or tapes for television or radio broadcasting.

1. The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the royalties, being a resident of a Contracting State, carries on in the other Contracting State in which the royalties arise a business through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State professional services from a fixed base situated therein, and the right or property in respect of which the royalties are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such a case, the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.
2. Royalties shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is that Contracting State itself, a political subdivision, a local authority or a resident of that Contracting State. Where, however, the person paying the royalties, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or a fixed base in connection with which the liability to pay the royalties was incurred, and such royalties are borne by such permanent establishment or fixed base, such royalties shall be deemed to arise in the Contracting State in which the permanent establishment or fixed base is situated.
3. Where, owing to a special relationship between the payer and the recipient or both of them and some other person, the amount of the royalties paid, having regard to the use, right of information for which they are paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the recipient in the absence of such relationship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In that case, the excess part of the payments shall remain taxable according to the law of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Agreement.

Article 13 Capital gains
1. Gains derived by a resident of a Contracting State from the alienation of immovable property referred to in Article 6 and situated in the other Contracting State may be taxed in that other State.
2. Gains from the alienation of movable property forming part of the business property of a permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State or of movable property pertaining to a fixed base available to a resident of a Contracting State in the other Contracting State for the purpose of performing independent personal services, including such gains from the alienation of such a permanent establishment (alone or with the whole enterprise) or of such a fixed base, may be taxed in that other State.
3. Gains from the alienation of ships or aircraft operated in international traffic and movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft shall be taxable only in the Contracting State in which profits of such ships or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8 of this Agreement.
4. Gains from the alienation of any property other than those mentioned in paragraphs 1, 2 and 3 shall be taxable only in the Contracting State of which the alienator is a resident.

Article 14 Independent personal services
1. Income derived by a resident of a Contracting State in respect of professional services or other activities of an independent character shall be taxable only in that State unless he has a fixed base regularly available to him in the other Contracting State for the purpose of performing his activities. If he has such a fixed base, the income may be taxed in the other State but only so much of it as is attributable to that fixed base.
2. The term "professional services" includes especially independent scientific, literary, artistic, educational or teaching activities as well as the independent activities of physicians, lawyers, engineers, architects, dentists and accountants.

Article 15 Dependent personal services
1. Subject to the provisions of Articles 16, 18 and 19, salaries, wages and other similar remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment shall be taxable only in that State unless the employment is exercised in the other Contracting State. If the employment is so exercised, such remuneration as is derived therefrom may be taxed in that other State.
2. Notwithstanding the provisions of paragraph 1, remuneration derived by a resident of a Contracting State in respect of an employment exercised in the other Contracting State shall be taxable only in the first-mentioned State if:

(a) the recipient is present in the other State for a period or periods not exceeding in the aggregate 183 days in the fiscal year concerned; and
(b) the remuneration is paid by, or on behalf of, an employer who is not a resident of the other State; and
(c) the remuneration is not borne by a permanent establishment or a fixed base which the employer has in the other State.

3. Notwithstanding the preceding provisions of this Article, remuneration derived in respect of an employment exercised aboard a ship or aircraft operated in international traffic may be taxed in the Contracting State in which the profits from the operations of the ship or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8 of this Agreement.
Article 16 Directors' fees
Directors' fees and other similar payments derived by a resident of a Contracting State in this capacity as a member of the board of directors of a company which is a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.
Article 17 Artists and athletes
1. Notwithstanding the provisions of Articles 14 and 15, income derived by a resident of a Contracting State as an entertainer, such as a theatre, motion picture, radio or television artist, or a musician, or as an athlete, from his personal activities as such exercised in the other Contracting State, may be taxed in that other State.
2. Where income in respect of personal activities exercised by an entertainer or an athlete, in his capacity as such, accrues not to the entertainer or athlete himself but to another person, that income may, notwithstanding the provisions of Articles 7, 14 and 15, be taxed in the Contracting State in which the activities of the entertainer or athlete are exercised.
3. Notwithstanding the provisions of the preceding paragraphs, income derived from such activities, as defined in paragraph 1, performed within the framework of cultural exchange between the Contracting States, shall be exempt from tax in the Contracting State, in which these activities are exercised.

Article 18 Pensions
Subject to the provisions of paragraph 2 of Article 19, pensions and other similar remuneration paid to a resident of a Contracting State in consideration of past employment shall be taxable only in that State.
Article 19 Government service
1. (a) Remuneration, other than a pension, paid by a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or subdivision or local authority thereof shall be taxable only in that State.
(b) However, such remuneration shall be taxable only in the other Contracting State if the services are rendered in that State and the individual is a resident of that State who:
(i) is a national of that State; or
(ii) did not become a resident of that State solely for the purpose of rendering the services.

2. (a) Any pension paid by, or out of funds created by, a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof to an individual in respect of services rendered to that State or subdivision or authority shall be taxable only in that State.
(b) However, such pension shall be taxable only in the other Contracting State if the individual is a national of, and a resident of, that State.
3. The provisions of Articles 15, 16 and 18 shall apply to remuneration and pensions in respect of services rendered in connection with a business carried on by a Contracting State or a political subdivision or a local authority thereof.
Article 20 Professors and students
1. Remuneration which a resident of a Contracting State receives for undertaking study or research at a high level or for teaching, during a period of temporary residence not exceeding two years, at a university, research institute or other similar establishment for highest or higher education in the other Contracting State shall not be taxable in the latter State.
2. Payments which a student or business apprentice, who is or was immediately before visiting a Contracting State a resident of the other Contracting State and who is present in the first-mentioned Contracting State solely for the purpose of his education or training, receives for the purpose of his maintenance, education or training, shall not be taxed in that State, provided that such payments arise from sources outside that State.

Article 21 Other income
1. Items of income of a resident of a Contracting State, wherever arising, not dealt with in the foregoing Articles of this Agreement shall be taxable only in that State.
2. The provisions of paragraph 1 shall not apply to income, other than income from immovable property as defined in paragraph 2 of Article 6 if the recipient of such income, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Contracting State through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the right or property in respect of which the income is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such a case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

Article 22 Elimination of double taxation
1. In Greece, double taxation will be avoided in the following manner: Where a resident of Greece derives income which, in accordance with the provisions of this Agreement, may be taxed in Czechoslovakia, Greece shall allow, as a deduction from the tax on the income of that resident, an amount equal to the tax paid in Czechoslovakia. Such deduction shall not, however, exceed that part of the tax, as computed before the deduction is given, which is attributable to the income which may be taxed in Czechoslovakia.
2. In Czechoslovakia, double taxation will be avoided in the following manner:


(a) Where a resident of Czechoslovakia derives income which, in accordance with the provisions of this Agreement, may be taxed in Greece, Czechoslovakia shall, subject to the provisions of subparagraph (b) of this paragraph, exempt such income from tax but may, in calculating tax on the remaining income of that person, apply the rate of tax which would have been applicable if the exempted income had not been so exempted.
(b) Czechoslovakia, when imposing taxes on its residents, may include in the tax base upon which such taxes are imposed the items of income which according to the provisions of Articles 10, 11, 12, 16 and 17 of this Agreement may also be taxed in Greece but shall allow as a deduction from the amount of tax computed on such a base an amount equal to the tax paid in Greece. Such deduction shall not, however, exceed that part of the Czechoslovak tax, as computed before the deduction is given, which is appropriate to the income which, in accordance with the provisions of Articles 10, 11, 12, 16 and 17 of this Agreement may be taxed in Greece.

3. Where, under the laws of one of the Contracting States, any tax to which this Agreement applies has been wholly or partly relieved, then for the purpose of calculating in the other Contracting State the deduction from the tax as referred to in the preceding paragraphs such tax shall be deemed to have been paid.
Article 23 Non-discrimination
1. Nationals of a Contracting State shall not be subjected in the other Contracting State to any taxation or any requirement connected therewith, which is other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which nationals of that other State in the same circumstances are or may be subjected. This provision shall, notwithstanding the provisions of Article 1, also apply to persons who are not residents of one or both of the Contracting States.
2. The taxation on a permanent establishment which an enterprise of a Contracting State has in the other Contracting State shall not be less favourably levied in that other State than the taxation levied on enterprises of that other State carrying on the same activities. This provision shall not be construed as obliging a Contracting State to grant to residents of the other Contracting State any personal allowances, reliefs and reductions for taxation purposes on account of civil status or family responsibilities which it grants to its own residents.
3. Except where the provisions of Article 9, paragraph 7 of Article 11, or paragraph 6 of Article 12, apply, interest, royalties and other disbursements paid by an enterprise of a Contracting State to a resident of the other Contracting State shall, for the purpose of determining the taxable profits of such enterprise, be deductible under the same conditions as if they had been paid to a resident of the first-mentioned State.
4. Enterprises of a Contracting State, the capital of which is wholly or partly owned or controlled, directly or indirectly, by one or more residents of the other Contracting State, shall not be subjected in the first-mentioned State to any taxation or any requirement connected therewith which is other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which other similar enterprises of that first-mentioned State are or may be subjected.
5. The provisions of this Article shall, notwithstanding the provisions of Article 2, apply to taxes of every kind and description.

Article 24 Mutual agreement procedure
1. Where a person considers that the actions of one or both of the Contracting States result or will result for him in taxation not in accordance with this Agreement, he may, irrespective of the remedies provided by the domestic law of those States, present his case to the competent authority of the Contracting State of which he is a resident or, if his case comes under paragraph 1 of Article 23, to that of the Contracting States of which he is a national. The case must be presented within three years from the first notification of the action resulting in taxation not in accordance with the provisions of the Agreement.
2. The competent authority shall endeavour, if the objection appears to it to be justified and if it is not itself able to arrive at a satisfactory solution, to resolve the case by mutual agreement with the competent authority of the other Contracting State, with a view to the avoidance of taxation which is not in accordance with the Agreement. Any agreement reached shall be implemented within the time limits in the domestic law of the Contracting States.
3. The competent authorities of the Contracting States shall endeavour to resolve by mutual agreement any difficulties or doubts arising as to the interpretation or allocation of the Agreement. They may also consult together for the elimination of double taxation in cases not provided for in the Agreement.
4. The competent authorities of the Contracting States may communicate with each other directly for the purpose of reaching an agreement in the sense of the preceding paragraphs. When it seems advisable in order to reach agreement to have an oral exchange of opinions, such exchange may take place through a Commission consisting of representatives of the competent authorities of the Contracting States.

Article 25 Exchange of information
1. The competent authorities of the Contracting States shall exchange such information as is necessary for carrying out the provisions of this Agreement or of the domestic laws of the Contracting States concerning taxes covered by the Agreement insofar as the taxation thereunder is not contrary to the Agreement. The exchange of information is not restricted by Article 1. Any information received by a Contracting State shall be treated as secret in the same manner as information obtained under the domestic laws of that State and shall be disclosed only to persons or authorities (including courts and administrative bodies) involved in the assessment or collection of, the enforcement or prosecution in respect of, or the determination of appeals in relation to, the taxes covered by the Agreement. Such persons or authorities shall use the information only for such purposes. They may disclose the information in public court proceedings or in judicial decisions.
2. In no case shall the provisions of paragraph 1 be construed so as to impose on one of the Contracting States the obligation:


(a) to carry out administrative measures at variance with the laws and administrative practice of that or of the other Contracting State;
(b) to supply information which is not obtainable under the laws or in the normal course of the administration of that or of the other Contracting State;
(c) to supply information which would disclose any trade, business, industrial, commercial or professional secret or trade process, or information, the disclosure of which would be contrary to public policy (ordre public).

Article 26 Diplomatic agents and consular officers
Nothing in this Agreement shall affect the fiscal privileges of diplomatic agents or consular officers under the general rules of international law or under the provisions of special agreements.
Article 27 Entry into force
1. The Governments of the Contracting States shall notify to each other that the constitutional requirements for the entry into force of this Agreement have been complied with.
2. The Agreement shall enter into force on the date of the later of the notifications referred to in paragraph 1 and its provisions shall be applicable in both Contracting States as respects income for any taxable year beginning on or after the first day of January of the calendar year next following that in which the Agreement enters into force.

Article 28 Termination
This Agreement shall remain in force until terminated by a Contracting State. Either Contracting State may terminate the Agreement through diplomatic channels, by giving notice of termination at least six months before the end of any calendar year. In such event, the Agreement shall cease to be effective in both Contracting States as respects income for any taxable year beginning on or after the first day of January of the calendar year next following that in which the notice of termination is given.
In witness whereof the undersigned, duly authorized thereto, have signed this Agreement.
Done in duplicate at Athens on the 23rd of October 1986 in the English language.
For the Government of the Hellenic Republic For the Government of the Czechoslovak Socialist Republic
 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο