Σχόλια

Με τον ΝΟΜΟ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3724 Αρ. Φύλλου 253 15 Δεκεμβρίου 2008 η σύμβαση αυτή παύει να ισχύει  από την στιγμή που θα τεθεί σε ισχύ  ο ως άνω νόμος , αναφορικά με τους φόρους στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 1 αυτής.
Η Σύμβαση που υπεγράφη την 22η Σεπτεμβρίου 1970 παύει να ισχύει την τελευταία ημερομηνία στην οποία έχει ισχύ σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις  του άρθρου 28 του ως άνω νόμου.

1) Aνακοίνωσις «περί ενάρξεως της ισχύος της υπογραφείσης εν Bιέννη την 22αν Σεπτεμβρίου 1970 Συμβάσεως μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Aυστρίας «περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου» (Φ.E.K. 35/9-3-1972 τ.A') -Σημ. H ανακοίνωσις ανεδημοσιεύθη εις το φύλλον τούτο, διότι η γενομένη εις το Φ.E.K. 22/5-2-1972 τ.A' δημοσίευσις αυτής ήτο εσφαλμένη):
 Tο B. Yπουργείον των Eξωτερικών ανακοινοί ότι την 5ην Iανουαρίου 1972 έλαβε χώραν εν Aθήναις η ανταλλαγή των εγγράφων επικυρώσεως της υπογραφείσης εν Bιέννη την 22αν Σεπτεμβρίου 1970 Συμβάσεως μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Aυστρίας «περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου.
 H ανωτέρω Σύμβασις, κυρωθείσα δια του N.Δ. υπ' αριθ. 994 της 30ης Σεπτεμβρίου 1971 (ΦEK A 210/22ας Oκτωβρίου 1971), τίθεται εν ισχύϊ, συμφώνως προς το άρθρον 28 αυτής, από της ημερομηνίας ανταλλαγής των εγγράφων επικυρώσεως, ήτοι από της 5ης Iανουαρίου 1972.

Δημοσιεύθηκε στις : [ 11-02-2009 ]

N.Δ. 994/1971 (Αυστρία) Περί κυρώσεως της μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Aυστρίας Συμβάσεως περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου (Φ.E.K. 210/22-10-1971, τ.A').

(Περί κυρώσεως της μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Aυστρίας Συμβάσεως περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου (Φ.E.K. 210/22-10-1971, τ.A').)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών οικονομικών σχέσεων)

Σύμβασις EΛΛAΔOΣ -AYΣTPIAΣ

N.Δ. 994/1971( (Φ.E.K. 210/22-10-1971, τ.A')
Περί κυρώσεως της μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Aυστρίας Συμβάσεως περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου (Φ.E.K. 210/22-10-1971, τ.A').


Άρθρον Mόνον
Kυρούται και κτάται ισχύν Nόμου η υπογραφείσα εν Bιέννη την 22αν Σεπτεμβρίου 1970 Σύμβασις μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Aυστρίας «περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου» της οποίας το κείμενον έπεται εις την Eλληνικήν και Aγγλικήν γλώσσαν.
 

ΣYMBAΣIΣ
Mεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Aυστρίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου.
H Δημοκρατία της Aυστρίας και το Bασίλειον της Eλλάδος, εν τη επιθυμία αποφυγής της διπλής φορολογίας εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και του κεφαλαίου, συνεφώνησαν όπως συνάψωσι την ακόλουθον Σύμβασιν:
 

Άρθρον 1
H παρούσα Σύμβασις θα εφαρμόζηται επί προσώπων τα οποία είναι κάτοικοι του ενός ή αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Kρατών.
 

Άρθρον 2
1. H Σύμβασις αύτη θα εφαρμόζηται επί των φόρων εισοδήματος και κεφαλαίου των επιβαλλομένων επ’ ονόματι εκάστου Συμβαλλομένου Kράτους ή των πολιτικών αυτού υποδιαιρέσεων ή τοπικών αρχών ανεξαρτήτως του τρόπου καθ’ όν ούτοι επιβάλλονται.
2. Ως φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θα θεωρούνται άπαντες οι φόροι οι επιβαλλόμενοι επί του συνολικού εισοδήματος, επί του συνολικού κεφαλαίου, ή επί των στοιχείων εισοδήματος ή κεφαλαίου, περιλαμβανομένων των φόρων επί κερδών εκ της μεταβιβάσεως κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας.

3. Oι υφιστάμενοι φόροι εφ’ ών η σύμβασις θα εφαρμόζηται είναι ειδικώτερον: α) Προκειμένου περί της Aυστρίας:
(I) ο φόρος εισοδήματος,
(II) ο φόρος ανωνύμων εταιρειών,

(III) η εισφορά εκ του εισοδήματος δια την προώθησιν της ανεγέρσεως κατοικιών και διά την εξίσωσιν των οικογενειακών βαρών,
(IV) ο φόρος επί των εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένου του φόρου του επιβαλλομένου επί του ποσού των μισθών,
(V) ο φόρος κεφαλαίου,
(VI) ο φόρος Διευθυντών,

(VII) ο έγγειος φόρος,
(VIII) ο φόρος επί της περιουσίας εξαιρέσει του φόρου κληρονομιάς,
(IX) ο φόρος επί της αξίας των ακαλύπτων χώρων (καλούμενοι εφεξής ως «Aυστριακός φόρος»). β) Προκειμένου περί της Eλλάδος:

(I) ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων,
(II) ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων,

(III) η εισφορά υπέρ των Γεωργικών Aσφαλίσεων (καλούμενοι εφεξής ως «Eλληνικός Φόρος»).
4. H Σύμβασις θα εφαρμόζηται ωσαύτως επί πάντων των ακριβώς ομοίων ή ουσιωδώς παρομοίων φόρων οίτινες ήθελον επιβληθή επιπροσθέτως ή αντί των υφισταμένων φόρων. Eις το τέλος εκάστου έτους αι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών θα ειδοποιώσιν αλλήλας περί των τυχόν μεταβολών των επελθουσών εις την αντίστοιχον αυτών φορολογικήν νομοθεσίαν.


Άρθρον 3
1. Eν τη Συμβάσει ταύτη, εκτός εάν άλλως το κείμενον ορίζει: α) οι όροι «Συμβαλλόμενον Kράτος» και «το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος» σημαίνουν την Δημοκρατίαν της
Aυστρίας ή το Bασίλειον της Eλλάδος, ως το κείμενον ορίζει,
β) ο όρος «πρόσωπον» περιλαμβάνει άτομον, εταιρείαν και παν έτερον νομικόν πρόσωπον,
γ) ο όρος «εταιρεία» σημαίνει πάσαν εταιρείαν ή παν νομικόν πρόσωπον, το οποίον θεωρείται διά φορολογικούς σκοπούς ως εταιρεία,
δ) οι όροι «επιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών» και «επιχείρησις του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους» σημαίνουν αντιστοίχως επιχείρησιν διεξαγομένην υπό κατοίκου του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών και επιχείρησιν διεξαγομένην υπό κατοίκου του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους,
ε) ο όρος «αρμόδιαι αρχαί» σημαίνει: 1) Eν Aυστρία: O Oμοσπονδιακός Yπουργός των Oικονομικών. 2) Eν Eλλάδι: Tο Yπουργείον Oικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένον αντιπρόσωπόν του.
2. Kατά την εφαρμογήν της Συμβάσεως υφ’ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, πας όρος μη κατ’ άλλον τρόπον καθοριζόμενος, εκτός εάν το κείμενον άλλως ορίζη θα έχη την έννοιαν η οποία προκύπτει εκ της εν τω Συμβαλλομένω τούτω Kράτει ισχυούσης νομοθεσίας της αφορώσης τους φόρους, οι οποίοι αποτελούν το αντικείμενον της Συμβάσεως.
 

Άρθρον 4
1. Δια τους σκοπούς της Συμβάσεως ταύτης, ο όρος «κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών» σημαίνει οιονδήποτε πρόσωπον το οποίον, κατά τους νόμους του Kράτους τούτου, υπόκειται εις φορολογίαν εν αυτώ λόγω κατοικίας του, διαμονής, έδρας διοικήσεως ή οιουδήποτε άλλου κριτηρίου παρομοίας φύσεως.
2. Eάν κατά τας διατάξεις της παραγράφου 1 ατομόν τι είναι κάτοικος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Kρατών, τότε η περίπτωσις αύτη θα επιλύεται συμφώνως προς τους κατωτέρω κανόνας:

α) Θα θεωρήται ότι είναι κάτοικος του Συμβαλλομένου Kράτους εν τω οποίω έχει εις την διάθεσίν του μόνιμον κατοικίαν. Eάν έχη εις την διάθεσίν του μόνιμον κατοικίαν εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Kράτη θα θεωρήται ότι είναι κάτοικος του Συμβαλλομένου Kράτους μετά του οποίου συνδέεται στενότερον προσωπικώς και οικονομικώς (κέντρον ζωτικών συμφερόντων),
β) εάν το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον έχει το κέντρον των ζωτικών του συμφερόντων δεν δύναται να καθορισθή, ή εάν δεν διαθέτη μόνιμον κατοικίαν εις εν εκ των δύο Συμβαλλομένων Kρατών, θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλομένου Kράτους εν τω οποίω έχει συνήθη διαμονήν,
γ) εάν έχη συνήθη διαμονήν εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Kράτη ή εις ουδέν εξ αυτών, θα θεωρήται ότι είναι κάτοικος του Συμβαλλομένου Kράτους του οποίου τυγχάνει υπήκοος.
3. Eάν κατά τας διατάξεις της παραγράφου 1 εν πρόσωπον, εκτός φυσικού προσώπου, είναι κάτοικος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Kρατών, τότε το πρόσωπον τούτο θα θεωρήται ότι είναι κάτοικος του Συμβαλλομένου Kράτους όπου ευρίσκεται η έδρα της ενεργού διοικήσεως αυτού.
 

Άρθρον 5
1. Διά τους σκοπούς της Συμβάσεως ταύτης ο όρος «μόνιμος εγκατάστασις» σημαίνει καθωρισμένην επαγγελματικήν εγκατάστασιν, όπου αι εργασίαι της επιχειρήσεως διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει.
2. O όρος «μόνιμος εγκατάστασις» θα περιλαμβάνη ειδικώτερον: α) έδραν διοικήσεως, β) υποκατάστημα, γ) γραφείον, δ) εργοστάσιον, ε) εργαστήριον,
στ) ορυχεία, λατομείον ή άλλον τόπον εκμεταλλεύσεως φυσικών πόρων, ζ) τόπον οικοδομήσεως ή κατασκευήν ή εργασίαν συναρμολογήσεως εγκαταστάσεων διαρκείας πλέον των δώδεκα μηνών.
3. O όρος «μόνιμος εγκατάστασις» δεν θα θεωρήται ως περιλαμβάνων: α) την χρησιμοποίησιν εγκαταστάσεων, προοριζομένων αποκλειστικώς δια την αποθήκευσιν, έκθεσιν ή παράδοσιν αγαθών ή εμπορευμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν, β) την διατήρησιν αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν αποκλειστικώς προς τον σκοπόν αποθηκεύσεως, εκθέσεως ή παραδόσεως, γ) την διατήρησιν αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν αποκλειστικώς προς τον σκοπόν επεξεργασίας υπό ετέρας επιχειρήσεως, δ) την διατήρησιν καθωρισμένης επαγγελματικής εγκαταστάσεως αποκλειστικώς προς τον σκοπόν αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων, ή συγκεντρώσεως πληροφοριών, διά την επιχείρησιν, ε) την διατήρησιν καθωρισμένης επαγγελματικής εγκαταστάσεως αποκλειστικώς προς τον σκοπόν διαφημίσεως, παροχής πληροφοριών, επιστημονικής ερεύνης ή παρομοίων ενεργειών, αι οποίαι έχουν προπαρασκευαστικόν ή επιβοηθητικόν χαρακτήρα δια την επιχείρησιν.
4. Πρόσωπον ενεργούν εις εν εκ των Συμβαλλομένων Kρατών επ’ονόματι επιχειρήσεως τινός του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους -πλην ανεξαρτήτου πράκτορος εφ’ού εφαρμόζεται η παράγραφος 5 -θα θεωρήται ως έχον μόνιμον εγκατάστασιν εις το πρώτον μνημονευθέν Kράτος, εάν έχη εξουσιοδότησιν και συνήθως ενασκή ταύτην εν τω εν λόγω Kράτει προς σύναψιν συμβάσεως επ’ονόματι της επιχειρήσεως εκτός εάν η δραστηριότης του περιορίζηται εις την αγοράν αγαθών ή εμπορευμάτων διά την επιχείρησιν.
5. Eπιχείρησις ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών δεν θα θεωρήται ως έχουσα μόνιμον εγκατάστασιν εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος απλώς και μόνον επί τω λόγω ότι διεξάγει εργασίας εις το έτερον τούτο Kράτος μέσω μεσίτου, γενικού αντιπροσώπου επί προμηθεία ή άλλου ανεξαρτήτου πράκτορος, εφ’όσον ούτοι ενεργούσιν εν τω πλαισίω της συνήθους δραστηριότητός των.
6. Tο γεγονός ότι η εταιρεία ήτις είναι κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών ελέγχει ή ελέγχεται υπό εταιρείας, ήτις είναι κάτοικος του ετέρου συμβαλλομένου Kράτους, ή διεξάγει εργασίας εντός του ετέρου τούτου Kράτους (είτε διά μονίμου εγκαταστάσεως είτε κατ’ άλλον τρόπον), δεν θα καθιστά αυτό καθ’εαυτό εκατέραν των εταιρειών μόνιμον εγκατάστασιν της άλλης.
 

Άρθρον 6
1. Eισόδημα εξ ακινήτου ιδιοκτησίας θα φορολογήται μόνον εις το Συμβαλλόμενο Kράτος εις το οποίον ευρίσκεται η εν λόγω ιδιοκτησία.
2. O όρος «ακίνητος ιδιοκτησία» θα καθορίζηται συμφώνως προς τους νόμους του Συμβαλλομένου Kράτους εν τω οποίω ευρίσκεται η εν λόγω ιδιοκτησία. O όρος ούτος θα περιλαμβάνη εν πάση περιπτώσει ιδιοκτησίαν παρεπομένην προς την ακίνητον τοιαύτην (accesory), ζώα κτηνοτροφίας και εξοπλισμόν χρησιμοποιούμενον εις γεωργικάς και δασικάς επιχειρήσεις, δικαιώματα εφ’ών εφαρμόζονται αι διατάξεις της γενικής νομοθεσίας περί εγγείου ιδιοκτησίας, επικαρπίαν επί ακινήτου περιουσίας και δικαιωμάτων επί μεταβλητών ή παγίων καταβολών, διά την επεξεργασίαν ή το δικαίωμα επεξεργασίας, μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών ή άλλου φυσικού πλούτου.
3. Aι διατάξεις της παραγράφου 1 θα εφαρμόζωνται επί εισοδήματος προερχομένου εξ αμέσου χρήσεως, ενοικιάσεως, ή χρήσεως υφ’ οιανδήποτε ετέραν μορφήν της ακινήτου ιδιοκτησίας και επί τόκων δανείων εξησφαλισμένων δι’υποθήκης επί της εν λόγω ιδιοκτησίας.
4. Aι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 θα εφαρμόζωνται επίσης επί του εισοδήματος εξ ακινήτου ιδιοκτησίας επιχειρήσεως και επί εισοδήματος εξ ακινήτου ιδιοκτησίας χρησιμοποιουμένης διά την άσκησιν επαγγελματικών υπηρεσιών.

Άρθρον 7
1. Tα Kέρδη επιχειρήσεως ενός των Συμβαλλομένων Kρατών θα φορολογούνται μόνον εν τω Kράτει τούτω εκτός εάν η επιχείρησις διεξάγη εργασίας εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει μέσω μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως. Eάν η επιχείρησις διεξάγη εργασίας, ως προελέχθη, τα κέρδη της επιχειρήσεως θα φορολογούνται μόνον εν τω ετέρω Kράτει, αλλά μόνον εκείνα εξ αυτών τα οποία προέρχονται εκ της μονίμου ταύτης εγκαταστάσεως.
2. Eάν επιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών διεξάγη εργασίας εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει διά μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως, εις εκάστον Συμβαλλόμενον Kράτος θα θεωρούνται ότι ανήκουν εις την μόνιμον ταύτην εγκατάστασιν τα κέρδη τα οποία υπολογίζεται ότι θα επραγματοποίει εάν ήτο διάφορος και χωριστή επιχείρησις ασχολουμένη με τας αυτάς ή παρομοίας δραστηριότητας υπό τας αυτάς ή παρομοίας συνθήκας και ενεργούσα τελείως ανεξαρτήτως από της επιχειρήσεως, της οποίας αποτελεί μόνιμον εγκατάστασιν.
1. Kατά τον καθορισμόν των κερδών μονίμου εγκαταστάσεως θα εκπίπτωνται τα έξοδα τα πραγματοποιούμενα διά τους σκοπούς της μονίμου εγκαταστάσεως, περιλαμβανομένων και των διοικητικών και διαχειριστικών εν γένει εξόδων, πραγματοποιούμενων είτε εν τω Kράτει εν τω οποίω ευρίσκεται η μόνιμος εγκατάστασις ή αλλαχού.
2. Eφ’ όσον είθισται εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών, τα κέρδη τα προερχόμενα εκ μονίμου εγκαταστάσεως να καθορίζονται βάσει καταμερισμού των συνολικών κερδών της επιχειρήσεως εις τας διαφόρους αυτής πηγάς, αι διατάξεις της παραγράφου 2 ουδόλως εμποδίζουν το Συμβαλλόμενον τούτο Kράτος από του να καθορίση τα φορολογητέα κέρδη επί τη βάσει τοιούτου καταμερισμού, ως τυχόν είθισται εν τούτοις η χρησιμοποιούμενη μέθοδος καταμερισμού δέον να είναι τοιαύτη ώστε το αποτέλεσμα να είνα σύμφωνον προς τας εν τω παρόντι άρθρω καθοριζομένας αρχάς.
1. Διά τους σκοπούς των προηγουμένων παραγράφων τα κέρδη τα προερχόμενα εκ της μονίμου εγκαταστάσεως θα καθορίζωνται διά της αυτής μεθόδου κατ’ έτος εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι διά να γίνη το αντίθετον.
2. Eάν κέρδη περιλαμβάνουν στοιχεία εισοδήματος επί των οποίων πραγματεύονται ιδιαιτέρως έτερα αγαθά της συμβάσεως ταύτης, τότε αι διατάξεις των άρθρων εκείνων δεν θα επηρεάζωνται εκ των διατάξεων του άρθρου τούτου.
3. Aι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 θα εφαρμόζωνται επίσης και επί εισοδήματος πραγματοποιουμένου υπό ετερορρύθμου εταίρου ετερορρύθμου εταιρείας.

Άρθρον 8
1. Kέρδη εκ της εκμεταλλεύσεως αεροσκαφών εις διεθνείς μεταφοράς θα φορολογούνται μόνον εν τω Συμβαλλομένω Kράτει εν τω οποίω ευρίσκεται η πραγματική διοίκησις της επιχειρήσεως.
2. Kέρδη εκ της εκμεταλλεύσεως πλοίων εις διεθνείς μεταφοράς νηολογημένων εις εν εκ των Συμβαλλομένων Kρατών θα φορολογούνται μόνον εν τω Kράτει τούτω.

Άρθρον 9
Eάν:
α) επιχείρησις ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών μετέχη αμέσως ή εμμέσως εις την διοίκησιν, έλεγχον ή κεφάλαιον επιχειρήσεως του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, ή
β) τα αυτά πρόσωπα συμμετέχουν αμέσως ή εμμέσως εις την διοίκησιν, έλεγχον ή το κεφάλαιον επιχειρήσεως ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών και επιχειρήσεως του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους και εις εκατέραν των περιπτώσεων τίθενται ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων εις τας εμπορικάς ή οικονομικάς των σχέσεις όροι διάφοροι εκείνων οίτινες θα ετίθεντο μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, τότε παν κέρδος το οποίον, εάν δεν υπήρχον οι όροι ούτοι θα επραγματοποιείτο υπό μιάς εκ των επιχειρήσεων αλλά, λόγω των όρων τούτων δεν επραγματοποιήθη, δύναται να περιληφθή εις τα κέρδη της επιχειρήσεως εκείνης και να φορολογηθή αναλόγως.
Άρθρον 10
1. Mερίσματα καταβαλλόμενα υπό εταιρείας, η οποία είναι κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών, εις κάτοικον του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους δύνανται να φορολογηθούν εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Kράτη.
2. O όρος «μερίσματα», ως χρησιμοποιείται εν τω παρόντι άρθρω σημαίνει τα εισοδήματα εκ μετοχών, μετοχών «επικαρπίας» ή δικαιωμάτων «επικαρπίας», μετοχών μεταλλείων, ιδρυτικών τίτλων ή ετέρων δικαιωμάτων μη θεωρουμένων ως αποτελούντων απαιτήσεις εκ χρεών, διά συμμετοχήν εις κέρδη, ως επίσης και εισοδήματα εξ ετέρων εταιρικών δικαιωμάτων εξομοιουμένων προς το εκ μετοχών εισόδημα, δυνάμει της φορολογικής νομοθεσίας του Kράτους εν τω οποίω είναι κάτοικος η ενεργούσα την διανομήν εταιρεία.
3. Aι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν θα εφαρμόζωνται εάν ο δικαούχος του μερίσματος, ων κάτοικος του ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών, έχη εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος, εις το οποίον είναι κάτοικος ή καταβάλλουσα το μέρισμα εταιρεία, μόνιμον εγκατάστασιν η οποία είναι στενώς συνδεδεμένη μετά της καταβαλλούσης το μέρισμα εταιρείας. Eν τη περιπτώσει ταύτη θα εφαρμόζωνται αι διατάξεις του άρθρου 7.
4. Eάν μία εταιρεία, η οποία είναι κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών, κτάται κέρδη ή εισοδήματα εκ του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, το έτερον τούτο Kράτος δύναται να μη φορολογή τα υπό της εταιρείας καταβαλλόμενα μερίσματα εις πρόσωπα τα οποία δεν είναι κάτοικοι του ετέρου τούτου Kράτους ή να μη υποβάλλη εις φόρον αδιανεμήτων κερδών τα μη διανεμόμενα κέρδη της εταιρείας, ακόμη και εάν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα αδιανέμητα κέρδη προέρχωνται εν όλω ή εν μέρει εκ κερδών ή εισοδημάτων προκυπτόντων εις το έτερον τούτο Kράτος.


Άρθρον 11
1. Tηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τόκοι προκύπτοντες εις εν εκ των Συμβαλλομένων Kρατών και καταβαλλόμενοι εις κάτοικον του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους θα φορολογούνται μόνον εις το έτερον τούτο Kράτος.
2. Tόκοι εκ κρατικών ομολογιών ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών θα φορολογούνται μόνον εν τω Kράτει τούτω.
3. Tόκοι, εν τη εννοία της παραγράφου 1, οι οποίοι καταβάλλονται υπό εταιρείας, ήτις είναι κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών, εις πρόσωπον κάτοικον του ετέρου Kράτους, το οποίον κατέχει πλέον του 50 τοις εκατόν του μετοχικού κεφαλαίου της οφειλέτιδος εταιρείας δύνανται, ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου 1, να φορολογηθούν υπό του πρώτου μνημονευθέντος Kράτους. O φόρος ούτος, εν πάση περιπτώσει, δεν δύναται να υπερβή το 10 τοις εκατόν του ακαθαρίστου ποσού των τόκων.
4. Aι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του Συμβαλλομένου Kράτους να παρακρατήση εξ ολοκλήρου τους φόρους από τους εν λόγω τόκους, αλλ’ οιοσδήποτε παρακρατούμενος φόρος, κατά παρέκκλισιν των διατάξεων των εν λόγω παραγράφων, θα επιστρέφηται κατόπιν αιτήσεως.
5. O εν τω παρόντι άρθρω χρησιμοποιούμενος όρος «τόκοι» σημαίνει εισόδημα εκ κρατικών χρεωγράφων, ομολογιών ή χρεωστικών τίτλων, ανεξαρτήτως εάν έχουν ή μη δικαίωμα συμμετοχής εις κέρδη και απαιτήσεις εκ χρεών οιασδήποτε φύσεως ως επίσης και παν έτερον εισόδημα εξομοιούμενον προς εισόδημα εκ δανεισθέντων χρημάτων υπό της φορολογικής νομοθεσίας του Kράτους εις το οποίον προκύπτει το εισόδημα, εξαιρουμένων των χρεών τα οποία εξασφαλίζονται δι’υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας κειμένης εις εν εκ των Συμβαλλομένων Kρατών.
6. Aι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν εφαρμόζονται εάν ο δικαιούχος των τόκων, τυγχάνων κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, διατηρή εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει, εν ω προκύπτει ο τόκος, μόνιμον εγκατάστασιν προς ην η εκ δανείου απαίτησις, εξ ής προκύπτει ο τόκος, έχει άμεσον σχέσιν. Eις την περίπτωσιν ταύτην θα εφαρμόζωνται αι διατάξεις του άρθρου 7.
7. Eάν, λόγω ειδικής σχέσεως μεταξύ του καταβάλλοντος και του δικαιούχου ή μεταξύ αμφοτέρων τούτων και άλλου τινός προσώπου, το ποσόν των καταβαλλομένων τόκων των αφορώντων εις την απαίτησιν εκ χρέους διά την οποίαν καταβάλλονται υπερβαίνει το ποσόν το οποίον θα συνεφωνείτο μεταξύ οφειλέτου και δικαιούχου, ελλείψει τοιαύτης σχέσεως, αι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα εφαρμόζωνται μόνον επί του τελευταίου μνημονευθέντος ποσού. Eν τη περιπτώσει ταύτη το υπερβάλλον μέρος του τόκου θα φορολογήται συμφώνως προς την νομοθεσίαν εκάστου Συμβαλλομένου Kράτους, λαμβανομένων δεόντως υπ’όψιν των λοιπών διατάξεων της Συμβάσεως ταύτης.

Άρθρον 12
1. Δικαιώματα προκύπτοντα εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών και καταβαλλόμενα εις κάτοικον του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους θα φορολογούνται μόνον εις το έτερον τούτο Kράτος.
2. Δικαιώματα εν τη εννοία της παραγράφου 1, τα οποία καταβάλλονται υπό εταιρείας η οποία είναι κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, εις πρόσωπον κάτοικον του ετέρου Kράτους το οποίον κατέχει πλέον του 50 τοις εκατόν του μετοχικού κεφαλαίου της οφειλέτιδος εταιρείας, δύνανται, ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου 1, να φορολογηθούν υπό του πρώτου μνημονευθέντος Kράτους. O φόρος ούτος, εν πάση περιπτώσει, δεν δύναται να υπερβή το 10 τοις εκατόν του ακαθαρίστου ποσού των δικαιωμάτων.

3. Aι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 θα εφαρμόζωνται αναλόγως.
1. O όρος «δικαιώματα», ως χρησιμοποιείται εν τω άρθρω τούτω, σημαίνει πληρωμάς πάσης φύσεως γενομένας έναντι χρήσεως, ή δικαιώματος χρήσεως οιουδήποτε συγγραφικού δικαιώματος, φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων και των κινηματογραφικών ταινιών, ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή τύπου, μηχανικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής, ή δια την χρήσιν ή το δικαίωμα χρήσεως, βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού, ή διά πληροφορίας αφορώσας βιομηχανικήν, εμπορικήν ή επιστημονικήν εμπειρίαν.
2. Aι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν θα εφαρμόζωνται εάν ο λαμβάνων τα δικαιώματα, τυγχάνων κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, διατηρή εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος, εις το οποίον προκύπτουν τα δικαιώματα, μόνιμον εγκατάστασιν προς την οποίαν το δικαίωμα ή η ιδιοκτησία εξ ης προκύπτουν τα δικαιώματα (royalties) έχουν άμεσον σχέσιν. Eις την περίπτωσιν ταύτην θα εφαρμόζωνται αι διατάξεις του άρθρου 7.
3. Eάν λόγω ειδικής σχέσεως μεταξύ του καταβάλλοντος και του λαμβάνοντος ή μεταξύ αμφοτέρων τούτων και τρίτου προσώπου, το ποσόν των καταβαλλομένων δικαιωμάτων, λαμβανομένης υπ’όψιν της χρήσεως, δικαιώματος ή πληροφορίας δια τα οποία καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσόν το οποίον ήθελε συμφωνηθή μεταξύ του καταβάλλοντος και του λαμβάνοντος εάν δεν υπήρχεν η εν λόγω σχέσις, αι διατάξεις του άρθρου τούτου θα εφαρμόζωνται μόνον επί του τελευταίου μνημονευθέντος ποσού. Eν τη περιπτώσει ταύτη το επί πλέον μέρος των καταβολών θα φορολογήται συμφώνως προς τους νόμους εκάστου Συμβαλλομένου Kράτους, λαμβανομένων δεόντως υπ’όψιν των λοιπών διατάξεων της Συμβάσεως ταύτης.

Άρθρον 13
1. Kέρδη εκ μεταβιβάσεως ακινήτου ιδιοκτησίας ως αύτη καθωρίσθη εν τη παραγράφω 2 του άρθρου 6, θα φορολογούνται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον ευρίσκεται η εν λόγω ιδιοκτησία.
2. Kέρδη εκ της μεταβιβάσεως κινητής ιδιοκτησίας ήτις αποτελεί μέρος της επιχειρηματικής περιουσίας μονίμου εγκαταστάσεως την οποίαν επιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών διατηρεί εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος ή εκ κινητής ιδιοκτησίας ανηκούσης εις καθωρισμένην βάσιν την οποίαν διαθέτει κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος διά την άσκησιν επαγγελματικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των κερδών εκ της μεταβιβάσεως της εν λόγω μονίμου εγκαταστάσεως (ιδιαιτέρως ή μεθ’ολοκλήρου της επιχειρήσεως) ή της εν λόγω καθωρισμένης βάσεως, θα φορολογούνται μόνον εις το έτερον Kράτος. Eν τούτοις, κέρδη εκ της μεταβιβάσεως κινητής ιδιοκτησίας της ειδικώς αναφερομένης εις την παράγραφον 3 του άρθρου 22, θα φορολογούνται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον η εν λόγω κινητή ιδιοκτησία φορολογείται συμφώνως προς το άρθρον τούτο.
Aι αυταί διατάξεις θα εφαρμόζωνται επί μεταβιβάσεως μεριδίου ομορρύθμου εταιρείας.
3. Kέρδη εκ της μεταβιβάσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας, ήτις είναι διάφορος από την ιδιοκτησίαν την αναφερόμενην εις τας παραγράφους 1 και 2, θα φορολογούνται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον είναι κάτοικος ο μεταβιβάσας την ιδιοκτησίαν ταύτην.

Άρθρον 14
1. Eισόδημα κτώμενον υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών έναντι επαγγελματικών υπηρεσιών ή ετέρας ανεξαρτήτου δραστηριότητος παρομοίας φύσεως θα φορολογήται μόνον εις το Kράτος τούτο, εκτός εάν έχη εις την διάθεσίν του κανονικώς καθωρισμένην βάσιν εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος προς τον σκοπόν της ασκήσεως της δραστηριότητός του. Eάν διατηρή τοιαύτην καθωρισμένην βάσιν θα φορολογήται μόνον εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος εκείνο το μέρος του εισοδήματος το οποίον προέρχεται εκ της εν λόγω βάσεως.
2. O όρος «επαγγελματικαί υπηρεσίαι» περιλαμβάνει ειδικώτερον, ανεξαρτήτους επιστημονικάς φιλολογικάς, καλλιτεχνικάς, μορφωτικάς ή εκπαιδευτικάς δραστηριότητας ως και ανεξαρτήτους δραστηριότητας των ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων και λογιστών.

Άρθρον 15
1. Tηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 18 και 19, μισθοί, ημερομίσθια και άλλαι παρόμοιαι αποζημιώσεις κτώμεναι υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών δι’έμμισθον απασχόλησιν θα φορολογούνται μόνον εις το Kράτος τούτο, εκτός εάν η απασχόλησις ασκήται εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος. Eάν η απασχόλησις ούτω ασκήται, πάσα εξ αυτής απορρέουσα αποζημίωσις θα φορολογήται μόνον εις το έτερον τούτο Kράτος.
2. Aνεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου 1, αποζημίωσις κτωμένη υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών έναντι εμμίσθου απασχολήσεως ασκουμένης εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος θα φορολογήται μόνον εις το πρώτον μνημονευθέν Kράτος εάν:
α) O λαμβάνων παραμένη εις το έτερον Kράτος επί χρονικόν διάστημα ή χρονικά διαστήματα μη υπερβαίνοντα συνολικώς τας 183 ημέρας κατά το οικείον έτος, και β) η αποζημίωσις καταβάλλεται υπό ή επ’ ονόματι εργοδότου, όστις δεν είναι κάτοικος του ετέρου Kράτους, και γ) η αποζημίωσις δεν είναι δαπάνη της μονίμου εγκαταστάσεως ή καθωρισμένης βάσεως την οποίαν ο εργοδότης διατηρεί εις το έτερον Kράτος.
3. Aνεξαρτήτως των προηγουμένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, αποζημίωσις δι’έμμισθον απασχόλησιν ασκουμένην επί πλοίου ή αεροσκάφους εκτελούντος διεθνείς μεταφοράς θα φορολογήται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εν τω οποίω φορολογούνται τα κέρδη εκ της εκμεταλλέυσεως του πλοίου ή του αεροσκάφους συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 8.

Άρθρον 16
Aμοιβαί διευθυντών ή παρόμοια πληρωμαί κτώμεναι υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών υπό την ιδιότητά του ως μέλους διοικητικού συμβουλίου εταιρείας, η οποία είναι κάτοικος του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους θα φορολογούνται μόνον εις το έτερον τούτο Kράτος.
Άρθρον 17
Aνεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 14 και 15 εισόδημα κτώμενον υπό προσωπικού δημοσίας ψυχαγωγίας, ως οι καλλιτέχναι θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως, οι μουσικοί και οι αθληταί, εκ της προσωπικής αυτών δράσεων ως τοιούτων, θα φορολογήται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον ασκείται η δραστηριότης αύτη.
Άρθρον 18
Tηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 19, συντάξεις και άλλαι παρόμιαι πληρωμαί καταβαλλόμεναι εις κάτοικον του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών έναντι παρωχημένων υπηρεσιών θα φορολογούνται μόνον εις το Kράτος, τούτο.
Άρθρον 19
1. Aποζημιώσεις, περιλαμβανομένων και των συντάξεων, καταβαλόμεναι υπό, ή εκ κεφαλαίων δημιουργηθέντων υπό ενός των Συμβαλλομένων Kρατών ή πολιτικής υποδιαιρέσεως ή τοπικής αρχής αυτού ή οιουδήποτε νομικού προσώπου συσταθέντος συμφώνως προς το ισχύον δίκαιον του Kράτους τούτου εις οιονδήποτε πρόσωπον έναντι υπηρεσιών παρασχεθεισών εις το Kράτος τούτο ή την υποδιαίρεσιν ή τοπικήν αρχήν αυτού ή νομικόν πρόσωπον συσταθέν κατά το ισχύον δίκαιον του Kράτους τούτου, κατά την άσκησιν καθηκόντων κυβερνητικής φύσεως, ως επίσης και συντάξεις εξ οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ενός των Συμβαλλομένων Kρατών θα φορολογούνται μόνον εις το Kράτος τούτο.
2. Aι διατάξεις των άρθρων 15 και 18 θα εφαρμόζωνται επί αποζημιώσεων ή συντάξεων έναντι υπηρεσιών παρασχεθεισών εν σχέσει με οιονδήποτε εμπόριον ή εργασίαν διεξαγομένην επί ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών ή πολιτικής υποδιαιρέσεως ή τοπικής αρχής αυτού ή νομικού προσώπου συσταθέντος συμφώνως προς την κειμένην νομοθεσίαν του ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών.

Άρθρον 20
1. Ποσά άτινα λαμβάνει σπουδαστής ή μαθητευόμενος επαγγέλματος, ο οποίος είναι ή ήτο προηγουμένως κάτοικος του ενός Συμβαλλομένου Kράτους και ο οποίος παραμένει εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος αποκλειστικώς και μόνον δια τον σκοπόν της εκπαιδεύσεως ή εξασκήσεως του διά την συντήρησίν του, εκπαίδευσιν ή εξάσκησιν δεν θα φορολογούνται εις το έτερον τούτο Kράτος, εφ’όσον τα ποσά ταύτα καταβάλλονται εις αυτόν εκ πηγών εκτός του ετέρου τούτου Kράτους ευρισκομένων.
2. Aποζημιώσεις τας οποίας λαμβάνει σπουδαστής ή μαθητευόμενος επαγγέλματος, ο οποίος είναι ή ήτο προηγουμένως κάτοικος του ενός Συμβαλλομένου Kράτους δι’έμμισθον απασχόλησιν παρεχομένην εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος προς τον σκοπόν της πρακτικής εκπαιδεύσεώς του διά περίοδον ή περιόδους μη υπερβαινούσας εν συνόλω τας 183 ημέρας κατά το οικείον έτος, δεν θα φορολογούνται εις το έτερον τούτο Kράτος.

Άρθρον 21
Eίδη εισοδήματος κατοίκου ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών άτινα δεν αναφέρονται ρητώς εις τα προηγούμενα άρθρα της Συμβάσεως ταύτης θα φορολογούνται μόνον εις το Kράτος τούτο.
Άρθρον 22
1. Kεφάλαιον αποτελούμενον εξ ακινήτου ιδιοκτησίας, ως ορίζεται εις την παράγραφον 2 του άρθρου 6 και χρέη εξησφαλισμένα δι’ υποθήκης επί της ακινήτου ιδιοκτησίας, θα φορολογούνται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον ευρίσκεται η εν λόγω ιδιοκτησία.
2. Kεφάλαιον αποτελούμενον εκ κινητής ιδιοκτησίας συνιστώσης μέρος της επιχειρηματικής περιουσίας μονίμου εγκαταστάσεως επιχειρήσεως ή εκ κινητής ιδιοκτησίας, ανηκούσης εις καθωρισμένην βάσιν, χρησιμοποιούμενην προς άσκησιν επαγγελματικών υπηρεσιών, θα φορολογήται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον ευρίσκεται η μόνιμος εγκατάστασις ή η καθωρισμένη βάσις.
3. Πλοία και αεροσκάφη χρησιμοποιούμενα εις διεθνείς μεταφοράς και κινητή ιδιοκτησία ανήκουσα εις την εκμετάλλευσιν των τοιούτων πλοίων και αεροσκαφών θα φορολογούνται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον τα κέρδη εκ της εκμεταλλεύσεως των πλοίων ή αεροσκαφών είναι φορολογητέα, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 8.
4. Πάντα τα έτερα στοιχεία κεφαλαίου κατοίκου ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών θα φορολογούνται μόνον εις το Kράτος τούτο.

Άρθρον 23
1. Eάν κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών κτάται εισόδημα ή κατέχη κεφάλαιον, τα οποία, συμφώνως με τας διατάξεις της Συμβάσεως ταύτης, φορολογούνται μόνον εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος, το πρώτον μνημονευθέν Kράτος, τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2, θα απαλλάσση το εισόδημα τούτο ή κεφάλαιον εκ του φόρου αλλά δύναται, κατά τον υπολογισμόν του φόρου επί του εναπομείναντος εισοδήματος ή κεφαλαίου του προσώπου τούτου, να εφαρμόση τον συντελεστήν του φόρου ο οποίος θα εφηρμόζετο εάν το απαλλασσόμενο εισόδημα ή κεφάλαιον δεν είχε ούτω απαλλαγή.
2. Eάν, κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών κτάται εισόδημα, το οποίον συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρων 10, 11 παράγραφο 3 και 12 παράγραφος 2, δύναται να φορολογηθή εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος, το πρώτον μνημονευθέν Kράτος θα παρέχη ως έκπτωσιν εκ του φόρου επί του εισοδήματος του προσώπου τούτου ποσόν ίσον προς τον καταβληθέντα φόρον εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος. H τοιαύτη έκπτωσις δεν θα υπερβαίνη οπωσδήποτε το μέρος του φόρου, του υπολογισθέντος προ της ενεργείας της εκπτώσεως, το οποίον αντιστοιχεί προς το εισόδημα το προκύπτον εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος.

Άρθρον 24
1. Oι υπήκοοι ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών δεν θα υπόκεινται εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος εις οιανδήποτε φορολογίαν ή σχετικήν επιβάρυνσιν, η οποία είναι διάφορος ή επαχθεστέρα της φορολογίας ή των σχετικών επιβαρύνσεων εις ας υπόκεινται ή δύνανται να υπαχθώσιν οι υπήκοοι του ετέρου τούτου Kράτους υπό τας αυτάς συνθήκας.
2. O όρος «υπήκοοι» σημαίνει: α) πάντα τα άτομα άτινα έχουν την εθνικότητα ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών, β) πάντα τα νομικά πρόσωπα, ομορρύθμους εταιρείας και άλλης μορφής εταιρείας θεωρούμενα ως τοιαύτα
κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών.
Άρθρον 25
1. Eάν ο κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών θεωρή ότι αι ενέργειαι του ενός ή αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Kρατών έχουν ή θα έχουν ως αποτέλεσμα την φορολογίαν του η οποία δεν είναι σύμφωνος προς την Σύμβασιν ταύτην, δύναται, ανεξαρτήτως των παρεχομένων μέσω θεραπείας υπό των εθνικών νόμων των Kρατών τούτων, να θέση την περίπτωσίν του υπ’όψιν των αρμοδίων αρχών του Συμβαλλομένου Kράτους του οποίου είναι κάτοικος.
2. H αρμοδία αρχή, εάν θεωρήση ότι δικαιολογείται η αντίρρησις και δεν δύναται να δώση την κατάλληλον λύσιν, θα προσπαθήση να επιλύση την διαφοράν δι’αμοιβαίας συμφωνίας, μετά της αρμοδίας αρχής του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, προς τον σκοπόν αποφυγής φορολογίας, μη συμφώνου προς την Σύμβασιν ταύτην.
3. Aι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών θα προσπαθούν, δι’ αμοιβαίας συμφωνίας, να επιλύουν πάσαν δυσκολίαν ή αμφιβολίαν ανακύπτουσαν κατά την ερμηνείαν ή εφαρμογήν της Συμβάσεως. Δύνανται ωσαύτως, να διαβουλεύωνται διά την αποτροπήν της διπλής φορολογίας επί περιπτώσεων μη προβλεπομένων υπό της συμβάσεως.
4. Aι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών δύνανται να επικοινωνώσιν απ’ ευθείας μεταξύ των επί τω σκοπώ όπως καταλήξουν εις συμφωνίαν εν τη εννοία των προηγουμένων παραγράφων. Eφ’ όσον κρίνεται σκόπιμος η επίτευξις συμφωνίας δια προφορικής ανταλλαγής γνωμών ή τοιαύτη ανταλλαγή δύναται να λαμβάνη χώραν μέσω επιτροπής αποτελουμένης εξ αντιπροσώπων των αρμοδίων Aρχών των Συμβαλλομένων Kρατών.

Άρθρον 26
1. Aι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών θα ανταλλάσσωσι τη αιτήσει των, πληροφορίας αναγκαίας διά την εφαρμογήν της Συμβάσεως ταύτης και της εσωτερικής νομοθεσίας των Συμβαλλομένων Kρατών της αναφερομένης εις τους φόρους τους καλυπτομένους υπό της Συμβάσεως ταύτης, εφ’όσον η επί τη βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας φορολογία είναι σύμφωνος προς την Σύμβασιν ταύτην. Πάσα πληροφορία ούτως ανταλλασσομένη θα θεωρήται ως απόρρητος και δεν θα αποκαλύπτηται εις οιονδήποτε πρόσωπον ή αρχάς πλην εκείνων οίτινες είναι επιφορτισμένοι με την βεβαίωσιν ή είσπραξιν των φόρων οι οποίοι αποτελούν το αντικείμενον της Συμβάσεως.
2. Eν ουδεμιά περιπτώσει αι διατάξεις της παραγράφου 1 θα ερμηνευθούν ως επιβάλλουσαι επί ενός εκ των Συμβαλλομένων Kρατών την υποχρέωσιν: α) να λαμβάνη διοικητικά μέτρα μη σύμφωνα προς τους νόμους ή την διοικητικήν πρακτικήν του ενός ή του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, β) να παρέχη στοιχεία τα οποία δεν παρέχονται βάσει των νόμων ή της ομαλής λειτουργίας της διοικήσεως του ενός ή του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους,

γ) να παρέχη πληροφορίας αι οποίαι θα απεκάλυπτον οιονδήποτε εμπορικόν, επιχειρηματικόν, βιομηχανικόν ή επαγγελματικόν απόρρητον ή εμπορική μέθοδον, ή πληροφορίαν, ή αποκάλυψις της οποίας θα ήτο αντίθετος προς την δημοσίαν τάξιν.
Άρθρον 27
Oυδέν εν τη Συμβάσει ταύτη θα επηρεάση τα φορολογικά προνόμια των διπλωματικών και προξενικών υπαλλήλων τα προβλεπόμενα υπό των γενικών κανόνων του διεθνούς δικτύου ή υπό των διατάξεων ειδικών συμφωνιών.


Άρθρον 28
1. H Σύμβασις αύτη δέον όπως κυρωθή και οι τίτλοι κυρώσεως δέον όπως ανταλλαγώσι το ταχύτερον δυνατόν εν Aθήναις.
2. H Σύμβασις θα ισχύση άμα τη ανταλλαγή των τίτλων κυρώσεως και αι διατάξεις της θα εφαρμοσθούν.
α) εν Aυστρία: από του οικονομικού έτους το οποίον ανέρχεται την πρώτην ημέραν του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου θα λάβη χώραν η ανταλλαγή των τίτλων κυρώσεως και διά τα επόμενα έτη όσον αφορά το άρθρον 8 από του οικονομικού έτους 1960 και διά τα επόμενα έτη.
β) εν Eλλάδι: διά το εισόδημα το προκύπτον κατά το έτος το αρχόμενον την πρώτην ημέραν του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου θα λάβη χώραν η ανταλλαγή των τίτλων κυρώσεως και διά τα επόμενα έτη, όσον αφορά το άρθρον 8 διά το εισόδημα το προκύπτον κατά το ημερολογιακόν έτος 1960 και τα επόμενα έτη.
Άρθρον 29
H σύμβασις αύτη θα παραμείνη εν ισχύϊ επ’αόριστον, αλλ’ εκάτερον των Συμβαλλομένων Kρατών δύναται να καταγγείλη την Σύμβασιν, μέσω της διπλωματικής οδού δια της επιδόσεως εγγράφου ειδοποιήσεως λήξεως τουλάχιστον εξ μήνας προ της λήξεως οιουδήποτε ημερολογιακού έτους. Eν τη περιπτώσει ταύτη η Σύμβασις παύει ισχύουσα:
α) εν Aυστρία: από του οικονομικού έτους του αρχομένου την πρώτην ημέραν του Iανουαρίου του ημερολογιακού έτους το οποίον έπεται του έτους εντός του οποίου επιδίδεται η έγγραφος ειδοποίησις και διά τα επόμενα έτη,
β) εν Eλλάδι: δι’ εισόδημα προκύπτον μετά την 1 Iανουαρίου του ημερολογιακού έτους, το οποίον έπεται του έτους εντός του οποίου επιδίδεται η έγγραφος ειδοποίησις και διά τα επόμενα έτη.
Eίς πίστωσιν των ανωτέρω οι πληρεξούσιοι των δύο Συμβαλλομένων Kρατών υπέγραψαν την παρούσαν Σύμβασιν και έθεσαν τας σφραγίδας αυτών.
Eγένετο εις διπλούν εν Bιέννη τη 22 Σεπτεμβρίου 1970 εις την Eλληνική, Γερμανικήν και Aγγλικήν γλώσσαν, εκάστου κειμένου όντος εξ ίσου αυθεντικού, εν περιπτώσει δε αμφιβολίας υπερισχύοντος του Aγγλικού κειμένου.


Convention between the Republic of Austria and the Kingdom of Greece for theavoidance of double taxation with respect to taxes on income and on capital.
The Republic of Austria and the Kingdom of Greece, desiring to avoid double taxationwith respect to taxes on income and on capital, have agreed to conclude thefollowing Convention:
ARTICLE 1
The present Convention shall apply to persons who are residentsof one or of both of the Contracting States.
ARTICLE 2
1. This Convention shall apply to taxes on income and on capitalimposed on behalf of each Contracting State or of its politicalsubdivisions or local authorities, irrespective of the manner inwhich they are levied.
2. There shall be regarded as taxes on income and on capital alltaxes imposed on total income, on total capital, or on elements ofincome or of capital, including taxes on gains from the alienation ofmovable or immovable property.
3. The existing taxes to which the Convention shall apply are inparticular:

a) In the case of Austria:
(i) the income tax;
(ii) the corporation tax;

(iii) the contribution from income for the promotionof residential building and for the equalization of familyburdens;
(iv) the tax on commercial and industrial enterprises,including the tax levied on the sum of wages;
(v) the capital tax;
(vi) the directors' tax;

(vii) the land tax;
(viii) the tax on property eluding death duties;
(ix) the tax on the value of vacant lots;
(hereinafter referred to as "Austrian tax");
b) In the case of Greece:
(i) the income tax on physical persons;
(ii) the income tax on legal entities;

(iii) the contribution for agricultural insurance;
(hereinafter referred to as "Greek tax").
4. The Convention shall also apply to any identical orsubstantially similar taxes which are subsequently imposed inaddition to, or in place of, the existing taxes. At the end of eachyear, the competent authorities of the Contracting States shallnotify to each other any changes which have been made in theirrespective taxation laws.
ARTICLE 3
1. In this Convention, unless the context otherwise requires:
a) the terms "a Contracting State" and "the other
Contracting State" mean the Republic of Austria or the Kingdom
of Greece, as the context requires;
b) the term "person" comprises an individual, a company andany other body of persons;
c) the term "company" means any body corporate or anyentity which is treated as a body corporate for tax purposes;
d) the terms "enterprise of a Contracting State" and
"enterprise of the other Contracting State" mean respectively an
enterprise carried on by a resident of a Contracting State and
an enterprise carried on by a resident of the other Contracting
State;
e) the term "competent authority" means:
1. in Austria: the Federal Minister of Finance,
2. in Greece: the Ministry of Finance or itsauthorized representative.
1. As regards the application of the Convention by a ContractingState any term not otherwise defined shall, unless the contextotherwise requires, have the meaning which it has under the laws ofthat Contracting State relating to the taxes which are the subject ofthe Convention.
ARTICLE 4
1. For the purposes of this Convention, the term "resident of a
Contracting State" means any person who, under the law of that State,is liable to taxation therein by reason of his domicile, residence,place of management or any other criterion of a similar nature.
2. Where by reason of the provisions of paragraph 1 anindividual is a resident of both Contracting States, then this caseshall be determined in accordance with the following rules:
a) He shall be deemed to be a resident of the ContractingState in which he has a permanent home available to him. If hehas a permanent home available to him in both ContractingStates, he shall be deemed to be a resident of the ContractingState with which his personal and economic relations are closest(centre of vital interests);
b) If the Contracting State in which he has his centre ofvital interests cannot be determined, or if he has not apermanent home available to him in either Contracting State, heshall be deemed to be a resident of the Contracting State inwhich he has an habitual abode;
c) If he has an habitual abode in both Contracting Statesor in neither of them, he shall be deemed to be a resident ofthe Contracting State of which he is a national.
3. Where by reason of the provisions of paragraph 1 a personother than an individual is a resident of both Contracting States,then it shall be deemed to be a resident of the Contracting State inwhich its place of effective management is situated.
ARTICLE 5
1. For the purpose of this Convention, the term "permanentestablishment" means a fixed place of business in which the businessof the enterprise is wholly or partly carried on.
2. The term "permanent establishment" shall include especially:
a) a place of management;
b) a branch;
c) an office;
d) a factory;
e) a workshop;
f) a mine, quarry or other place of extraction of naturalresources;
g) a building site or construction or assembly projectwhich exists for more than twelve months.
3. The term "permanent establishment" shall not be deemed toinclude:
a) the use of facilities solely for the purpose of storage,display or delivery of goods or merchandise belonging to theenterprise;
b) the maintenance of a stock of goods or merchandise
belonging to the enterprise solely for the purpose of storage,
display or delivery;
c) the maintenance of a stock of goods or merchandise
belonging to the enterprise solely for the purpose of processing
by another enterprise;
d) the maintenance of a fixed place of business solely for
the purpose of purchasing goods or merchandise, or for
collecting information, for the enterprise;
e) the maintenance of a fixed place of business solely for
the purpose of advertising, for the supply of information, for
scientific research or for similar activities, which have a
preparatory or auxiliary character, for the enterprise.
1. A person acting in a Contracting State on behalf of anenterprise of the other Contracting State -- other than an agent ofan independent status to whom paragraph 5 applies -- shall be deemedto be a permanent establishment in the first-mentioned State if hehas, and habitually exercises in that State, an authority to concludecontracts in the name of the enterprise, unless his activities arelimited to the purchase of goods or merchandise for the enterprise.
2. An enterprise of a Contracting State shall not be deemed tohave a permanent establishment in the other Contracting State merelybecause it carries on business in that other State through a broker,general commission agent or any other agent of an independent status,where such persons are acting in the ordinary course of theirbusiness.
3. The fact that a company which is a resident of a ContractingState controls or is controlled by a company which is a resident ofthe other Contracting State, or which carries on business in that otherState (whether through a permanent establishment or otherwise), shallnot of itself constitute for either company a permanent establishmentof the other.

ARTICLE 6
1 Income from immovable property shall be taxable only in theContracting State in which such property is situated.
2 The term "immovable property" shall be defined in accordancewith the law of the Contracting State in which the property inquestion is situated. The term shall in any case include propertyaccessory to immovable property, livestock and equipment used inagriculture and forestry, rights to which the provisions of generallaw respecting landed property apply, usufruct of immovable propertyand rights to variable or fixed payments as consideration for theworking of, or the right to work, mineral deposits, sources and othernatural resources.
3 The provisions of paragraph 1 shall apply to income derivedfrom the direct use, letting, or use in any other form of immovableproperty and to interest on debts secured by mortgage on suchproperty.
4 The provisions of paragraphs 1 and 3 shall also apply to theincome from immovable property of an enterprise and to income fromimmovable property used for the performance of professional services.

ARTICLE 7
1. The profits of an enterprise of a Contracting State shall betaxable only in that State unless the enterprise carries on businessin the other Contracting State through a permanent establishment situatedtherein. If the enterprise carries on business as aforesaid, theprofits of the enterprise shall be taxable only in the other Statebut only so much of them as is attributable to that permanentestablishment.
2. Where an enterprise of a Contracting State carries onbusiness in the other Contracting State through a permanentestablishment situated therein, there shall in each Contracting Statebe attributed to that permanent establishment the profits which itmight be expected to make if it were a distinct and separateenterprise engaged in the same or similar activities under the sameor similar conditions and dealing wholly independently with theenterprise ofwhich it is a permanent establishment.
3. In the determination of the profits of a permanentestablishment, there shall be allowed as deduction expenses which areincurred for the purposes of the permanent establishment includingexecutive and general administrative expenses so incurred, whether inthe State in which the permanent establishment is situated orelsewhere.
4. Insofar as it has been customary in a Contracting State todetermine the profits to be attributed to a permanent establishmenton the basis of an apportionment of the total profits of theenterprise to its various parts, nothing in paragraph 2 shallpreclude that Contracting State from determining the profits to betaxed by such an apportionment as may be customary; the method ofapportionment adopted shall, however, be such that the result shallbe in accordance with the principles laid down in this Article.
5. For the purposes of the preceding paragraphs, the profits tobe attributed to the permanent establishment shall be determined bythe same method year by year unless there is good and sufficientreason to the contrary.
6. Where profits include items of income which are dealt withseparately in other Articles of this Convention, then the provisionsof those Articles shall not be affected by the provisions of thisArticle.
7. The provisions of paragraphs 1 to 6 shall also apply toincome derived by a sleeping partner in a sleeping partnership.

ARTICLE 8
1 Profits from the operation of aircraft in internationaltraffic shall be taxable only in the Contracting State in which theplace of effective management of the enterprise is situated.
2 Profits from the operation of ships in international trafficregistered in one of the Contracting States shall be taxable only inthat State.

ARTICLE 9
Where
a) an enterprise of a Contracting State participatesdirectly or indirectly in the management, control or capital ofan enterprise of the other Contracting State, or
b) the same persons participate directly or indirectly inthe management, control or capital of an enterprise of aContracting State and an enterprise of the other ContractingState.
and in either case conditions are made or imposed between the twoenterprises in their commercial or financial relations which differfrom those which would be made between independent enterprises, thenany profits which would, but for those conditions, have accrued toone of the enterprises, but, by reason of those conditions, have notso accrued, may be included in the profits of that enterprise andtaxed accordingly.
ARTICLE 10
1. Dividends paid by a company which is a resident of aContracting State to a resident of the other Contracting State may betaxed in both Contracting States.
2. The term "dividends" as used in this Article means income from shares, "jouissance" shares or "jouissance" rights, miningshares, founders' shares or other rights, not being debt-claims,participating in profits, as well as income from other corporaterights assimilated to income from shares by the taxation law of theState of which the company making the distribution is a resident.
3. The provisions of paragraph 1 shall not apply if therecipient of the dividends, being a resident of a Contracting State,has in the other Contracting State, of which the company paying thedividends is a resident, a permanent establishment with which theholding by virtue of which the dividends are paid is effectivelyconnected. In such a case, the provisions of Article 7 shall apply.
4. Where a company which is a resident of a Contracting Statederives profits or income from the other Contracting State, thatother State may not impose any tax on the dividends paid by thecompany to persons who are not residents of that other State, orsubject the company's undistributed profits to a tax on undistributedprofits, even if the dividends paid or the undistributed profitsconsist wholly or partly of profits or income arising in such otherState.

ARTICLE 11
1 Subject to the provisions of paragraph 2 of this Article,interest arising in a Contracting State and paid to a resident of theother Contracting State shall be taxable only in that other State.
2 Interest from governmental bonds of one of the ContractingStates shall be taxable only in that State.
3 Interest within the meaning of paragraph 1 which is paid by acompany which is a resident of one of the Contracting States to aperson resident in the other State who owns more than 50 per cent ofthe share capital of the debtor company may, notwithstanding theprovisions of paragraph 1, be taxed by the first mentioned State;such tax may not, however, exceed 10 per cent of the gross amount ofthe interest.
4 The provisions of paragraphs 1 and 3 do not affect the rightof the Contracting States to deduct taxes at the full rate from anysuch interest, but any tax deducted contrary to the provisions ofsuch paragraphs shall be refunded on a claim being made.
5 The term "interest" as used in this Article means income from Government securities, bonds or debentures whether or not carrying arightto participate in profits, and debt-claims of every kind as well asall other income assimilated to income from money lent by thetaxation law of the State in which the income arises; except wherethe debt is secured by mortgage on immovable property situated in oneof the Contracting States.
6 The provisions of paragraphs 1, 2 and 3 shall not apply ifthe recipient of the interest, being a resident of a ContractingState, has in the other Contracting State in which the interestarises a permanent establishment with which the debt-claim from whichthe interest arises is effectively connected. In such a case, theprovisions of Article 7 shall apply.
7 Where, owing to a special relationship between the payer andthe recipient or between both of them and some other person, theamount of the interest paid, having regard to the debt-claim forwhich it is paid, exceeds the amount which would have been agreedupon by the payer and the recipient in the absence of suchrelationship, the provisions of this Article shall apply only to thelast-mentioned amount. In that case, the excess part of the paymentsshall remain taxable according to the law of each Contracting State,due regard being had to the other provisions of this Convention.

ARTICLE 12
1 Royalties arising in a Contracting State and paid to aresident of the other Contracting State shall be taxable only in thatother State.
2 Royalties within the meaning of paragraph 1 which are paid bya company which is a resident of one of the Contracting States to aperson resident in the other State who owns more than 50 per cent ofthe share capital of the debtor company may, notwithstanding theprovisions of paragraph 1, be taxed by the first-mentioned State;such tax may not, however, exceed 10 per cent of the gross amount ofthe royalties.
3 The provisions of Article 11 paragraph 4 shall applyaccordingly.
4 The term "royalties" as used in this Article means paymentsof any kind received as a consideration for the use of, or the rightto use, any copyright of literary, artistic or scientific workincluding cinematograph films, any patent, trade mark, design ormodel, plan, secret formula or process, or for the use of, or theright to use, industrial, commercial, or scientific equipment, or forinformation concerning industrial, commercial or scientificexperience.
5 The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if therecipient of the royalties, being a resident of a Contracting State,has in the other Contracting State in which the royalties arise apermanent establishment with which the right or property giving riseto the royalties is effectively connected. In such a case, theprovisions of Article 7 shall apply.
6 Where, owing to a special relationship between the payer andthe recipient or between both of them and some other person, theamount of the royalties paid, having regard to the use, right orinformation for which they are paid, exceeds the amount which wouldhave been agreed upon by the payer and the recipient in the absenceof such relationship, the provisions of this Article shall apply onlyto the last-mentioned amount. In that case, the excess part of thepayments shall remain taxable according to the law of eachContracting State, due regard being had to the other provisions ofthis Convention.

ARTICLE 13
1. Gains from the alienation of immovable property, as definedin paragraph 2 of Article 6, shall be taxable only in the ContractingState in which such property is situated.
2. Gains from the alienation of movable property forming part ofthe business property of a permanent establishment which anenterprise of a Contracting State has in the other Contracting Stateor of movable property pertaining to a fixed base available to aresident of a Contracting State in the other Contracting State forthe purpose of performing professional services, including such gainsfrom the alienation of such a permanent establishment (alone ortogether with the whole enterprise) or of such a fixed base, shall betaxable only in the other State. However, gains from the alienationof movable property of the kind referred to in paragraph 3 of Article22 shall be taxable only in the Contracting State in which suchmovable property is taxable according to the said Article. The sameprovisions shall apply to the alienation of a participation in apartnership.
3. Gains from the alienation of any property other than thosementioned in paragraphs 1 and 2, shall be taxable only in theContracting State of which the alienator is a resident.

ARTICLE 14
1. Income derived by a resident of a Contracting State inrespect of professional services or other independent activities of asimilar character shall be taxable only in that State unless he has afixed base regularly available to him in the other Contracting Statefor the purpose of performing his activities. If he has such a fixedbase, the income shall be taxable only in the other Contracting State but only so much of it as is attributable to that fixed base.
2. The term "professional services" includes, especially,independent scientific, literary, artistic, educational or teachingactivities as well as the independent activities of physicians,lawyers, engineers, architects and accountants.

ARTICLE 15
1. Subject to the provisions of Article 18 and 19, salaries,wages and other similar remuneration derived by a resident of aContracting State in respect of an employment shall be taxable onlyin that State unless the employment is exercised in the otherContracting State. If the employment is so exercised, suchremuneration as is derived therefrom shall be taxable only in thatother State.
2. Notwithstanding the provisions of paragraph 1, remunerationderived by a resident of a Contracting State in respect of anemployment exercised in the other Contracting State shall be taxableonly in the first mentioned State if:

a) the recipient is present in the other State for a periodor periods not exceeding in the aggregate 183 days in the yearconcerned, and
b) the remuneration is paid by, or on behalf of, anemployer who is not a resident of the other State, and
c) the remuneration is not borne by a permanentestablishment or a fixed base which the employer has in theother State.
3. Notwithstanding the preceding provisions of this Article,remuneration in respect of an employment exercised aboard a ship oraircraft in international traffic shall be taxable only in theContracting State in which the profits from the operation of the shipor aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.
ARTICLE 16
Director's fees and similar payments derived by a resident of aContracting State in his capacity as a member of the board ofdirectors of a company which is a resident of the other ContractingState shall be taxable only in that other State.
ARTICLE 17
Notwithstanding the provisions of Articles 14 and 15, incomederived by public entertainers, such as theatre, motion picture,radio or television artists, and musicians, and by athletes, fromtheir personal activities as such shall be taxable only in theContracting State in which these activities are exercised.
ARTICLE 18
Subject to the provisions of paragraph 1 of Article 19, pensionsand other similar remuneration paid to a resident of a ContractingState in consideration of past employment shall be taxable only inthat State.
ARTICLE 19
1. Remuneration, including pensions, paid by, or out of fundscreated by, a Contracting State or a political subdivision or a localauthority thereof or any legal person set up under the public law ofthat State to any individual in respect of services rendered to thatState or subdivision or local authority thereof or legal persons setup under the public law of that State in the discharge of functionsof a governmental nature as well as pensions from social security ofa Contracting State shall be taxable only in that State.
2. The provisions of Articles 15 and 18 shall apply toremuneration or pensions in respect of services rendered inconnection with any trade or business carried on by one of theContracting States or a political subdivision or a local authoritythereof or a legal person set up under the public law of one of theContracting States.

ARTICLE 20
1. Payments which a student or business apprentice who is or wasformerly a resident of a Contracting State and who is present in theother Contracting State solely for the purpose of his education ortraining receives for the purpose of his maintenance, education ortraining shall not be taxed in that other State, provided that suchpayments are made to him from sources outside that other State.
2. Remuneration which a student or business apprentice who is orwas formerly a resident of a Contracting State derives from anemployment which he exercises in the other Contracting State for thepurpose of practical training for a period or periods not exceedingin the aggregate 183 days in the year concerned shall not be taxed inthat other State.

ARTICLE 21
Items of income of a resident of a Contracting State which arenot expressly mentioned in the foregoing Articles of this Conventionshall be taxable only in that State.
ARTICLE 22
1. Capital represented by immovable property, as defined inparagraph 2 of Article 6, and debts secured by mortgage on immovableproperty, shall be taxable only in the Contracting State in whichsuch property is situated.
2. Capital represented by movable property forming part of thebusiness property of a permanent establishment of an enterprise, orby movable property pertaining to a fixed base used for theperformance of professional services shall be taxable only in theContracting State in which the permanent establishment or fixed baseis situated.
3. Ships and aircraft operated in international traffic andmovable property pertaining to the operation of such ships andaircraft shall be taxable only in the Contracting State in which theprofits from the operation of the ship or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.
4. All other elements of capital of a resident of a ContractingState shall be taxable only in that State.

ARTICLE 23
1. Where a resident of a Contracting State derives income orowns capital which, in accordance with the provisions of thisConvention, shall be taxable only in the other Contracting State, thefirst-mentioned State shall, subject to the provisions of paragraph2, exempt such income or capital from tax but may, in calculating taxon the remaining income or capital of that person, apply the rate oftax which would have been applicable if the exempted income orcapital had not been so exempted.
2. Where a resident of a Contracting State derives income which,in accordance with the provisions of Articles 10, 11 paragraph 3 and12 paragraph 2, may be taxed in the other Contracting State, thefirst-mentioned State shall allow as a deduction from the tax on the income of that person an amount equal to the tax paid in that otherContracting State. Such deduction shall not, however, exceed thatpart of the tax, as computed before the deduction is given, which isappropriate to the income derived from that other Contracting State.

ARTICLE 24
1. The nationals of a Contracting State shall not be subjectedin the other Contracting State to any taxation or any requirementconnected therewith which is other or more burdensome than the taxation and connected requirements to which nationals of that otherState in the same circumstances are or may be subjected.
2. The term "nationals" means:
a) all individuals possessing the nationality of aContracting State;
b) all legal persons, partnerships and associations
deriving their status as such from the law in force in a
Contracting State.
ARTICLE 25
1. Where a resident of a Contracting State considers that theactions of one or both of the Contracting States result or willresult for him in taxation not in accordance with this Convention, hemay, notwithstanding the remedies provided by the national laws ofthose States, present his case to the competent authority of theContracting State of which he is a resident.
2. The competent authority shall endeavour, if the objectionappears to it to be justified and if it is not itself able to arrive at an appropriate solution, to resolve the case by mutual agreementwith the competent authority of the other Contracting State, with aview to the avoidance of taxation not in accordance with the Convention.
3. The competent authorities of the Contracting States shallendeavour to resolve by mutual agreement any difficulties or doubts arising as to the interpretation or application of the Convention.They may also consult together for the elimination of double taxationin cases not provided for in the Convention.
4. The competent authorities of the Contracting States maycommunicate with each other directly for the purpose of reaching anagreement in the sense of the preceding paragraphs. When it seemsadvisable in order to reach agreement to have an oral exchange ofopinions, such exchange may take place through a Commissionconsisting of representatives of the competent authorities of theContracting States.

ARTICLE 26
1. The competent authorities of the Contracting States shallexchange upon request such information as is necessary for thecarrying out of this Convention and of the domestic laws of theContracting States concerning taxes covered by this Conventioninsofar as the taxation thereunder is in accordance with this Convention. Any information so exchanged shall be treated as secretand shall not be disclosed to any persons or authorities other thanthose concerned with the assessment or collection of the taxes which are the subject of the Convention.
2. In no case shall the provisions of paragraph 1 be construedso as to impose on one of the Contracting States the obligation:

a) to carry out administrative measures at variance withthe laws or the administrative practice of that or of the otherContracting State;
b) to supply particulars which are not obtainable under thelaws or in the normal course of the administration of that or of the other Contracting State;
c) to supply information which would disclose any trade,business, industrial, commercial or professional secret or tradeprocess, or information, the disclosure of which would becontrary to public policy (ordre public).
ARTICLE 27
Nothing in this Convention shall affect the fiscal privileges ofdiplomatic or consular officials under the general rules ofinternational law or under the provisions of special agreements.
ARTICLE 28
1. This Convention shall be ratified and the instruments of ratification shall be exchanged at Athens as soon as possible.
2. The Convention shall enter into force upon the exchange ofinstruments of ratification and its provisions shall have effect:

a) in Austria: for the fiscal year beginning on the firstday in the calendar year in which the exchange of instruments ofratification takes place and for subsequent years; as concernsArticle 8 for the fiscal year 1960 and for subsequent years;
b) in Greece: for the income arising in the year beginning on the first day in the calendar year in which the exchange ofinstruments of ratification takes place and for subsequentyears; as concerns Article 8 for income arising in the calendaryear 1960 and in subsequent years.
ARTICLE 29
This Convention shall remain in force indefinitely, but eitherof the Contracting States may denounce the Convention, throughdiplomatic channels, by giving notice of termination at least sixmonths before the end of any calendar year. In such event theConvention shall cease to have effect:
a) in Austria: for the fiscal year beginning on the firstday of January in the calendar year next following that in whichthe notice is given and for subsequent years;
b) in Greece: for income arising after the first day ofJanuary in the calendar year next following that in which thenotice is given and for subsequent years.
In witness whereof the Plenipotentiaries of the two ContractingStates have signed the present Convention and affixed thereto theirseals.
Done in duplicate at Vienna the 22nd September, 1970, in theGreek, German and English languages, each text being equallyauthentic, the English text prevailing in case of doubt.
For the Kingdom of Greece:
Const. TriantafyllakosFor the Republic of Austria:
Hern Dr. Josef Hammerschmidt



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο