Δημοσιεύθηκε στις : [ 27-10-1992 ]

ΠΟΛ.1232/27.10.1992 Διευκρινήσεις και οδηγίες για τη πάταξη της φοροδιαφυγής Αρθρα 44-64 Ν. 2065/1992

(Διευκρινήσεις και οδηγίες για τη πάταξη της φοροδιαφυγής Αρθρα 44-64 Ν. 2065/1992)



ΠΟΛ. 1232/27.10.92 Διευκρινήσεις και οδηγίες για τη πάταξη της φοροδιαφυγής Άρθρα 44-64 Ν. 2065/1992

Σας κοινοποιούμε κατωτέρω τα άρθρα 44 έως και 64 που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΣT «Μέτρα νια την πάταξη της φοροδιαφυγής», του νόμου 2065/1992, ο οποίος δημοσιεύθηκε την 30 Ιουνίου 1992, στο ΦΕΚ113 Τ.Α και παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις και οδηγίες για την ενιαία, ομοιόμορφη και ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Ι. ΓΕΝΙΚΑ

Το κεφάλαιο ΣΤ του Ν. 2065/1992, περιλαμβάνει μια σειρά πρόσθετων μέτρων, τα οποία συμπληρώνουν το πλαίσιο των διατάξεων για την πάταξη της φοροδιαφυγής και αποβλέπουν στην αύξηση των εσόδων από την περιστολή της φοροδιαφυγής και αποβλέπουν στην αύξηση των εσόδων από την περιστολή της φοροδιαφυγής που έχει λάβει σήμερα στη χώρα μας μεγάλες διαστάσεις.

Τα βασικά μέτρα που αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτό, είναι τα ακόλουθα:

α. Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής με προσωρινή και μέχρι περατώσεως του ελέγχου απαγόρευση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 44).

β. Επιβολή ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση μη απόδοσης εισπραττομένων και παρακρατουμένων φόρων (άρθρο 45).

γ. Ενεργοποίηση του εντάλματος προσωπικής κράτησης ως μέτρα διοικητικής εκτέλεσης για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (άρθρου 46).

δ. Γνωστοποίηση φορολογικών παραβάσεων στις Φορολογικές Αρχές που διαπιστώνονται από άλλες Αρχές (άρθρο 47).

ε. Αναστολή λειτουργίας καταστήματος και αφαίρεση άδειας άσκησης επαγγέλματος (άρθρο 48).

στ. Προσυπογραφή φορολογικών δηλώσεων από λογιστή (άρθρου 49).

ζ. Έλεγχος κέντρων διασκέδασης και από όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης (άρθρου 52).

η. Τρόπος προσδιορισμού του κόστους οικοδομών για τον έλεγχο και απόδοση του ΦΠΑ από τους ιδιοκτήτες κατασκευαστές (άρθρο 53).

θ. Ποινικές κυρώσεις για ειδικά αδικήματα φοροδιαφυγής (άρθρο 54).

ι. Ειδικές υποχρεώσεις σε συμβολαιογράφους, συλλόγους, οργανώσεις, σωματεία κ,λπ. (άρθρο 55).

ια. Μέτρα για την προστασία του κύρους των φοροτεχνικών υπαλλήλων (άρθρο 56).

ιβ. Ρύθμιση οργανωτικών και διοικητικών θεμάτων ΔΟΥ (άρθρο 57).

ιγ. Καθιέρωση συνυπευθυνότητας για τους ιδιώτες (αγοραστές) και επιβολή προστίμων για αγορά ειδών ή αποδοχή υπηρεσιών χωρίς φορολογικά στοιχεία (άρθρο 58).

ιδ. Τρόπος βεβαίωσης εσόδων από παραβάσεις Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρο 59).

ιε. Αύξηση της φορολογικής διαφοράς για άσκηση εφέσεως κατά αποφάσεων Διοικητικών Πρωτοδικείων (άρθρο 60).

ιστ. Ρύθμιση διαφόρων διαδικαστικών, διαχειριστικών και άλλων θεμάτων (άρθρο 61).

ιζ. Ανάθεση προανακριτικών καθηκόντων σε υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 62).

ιθ. Καθορισμός πρόσθετου φόρου σε περίπτωση υποβολής συμπληρωματικής δήλωσης τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση και αναγνώριση χρηματικών ποσών από ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία (άρθρο 63).

ικ. Καθιέρωση ειδικών υποχρεώσεων σε γιατρούς και δικηγόρους (άρθρο 64).

II. ΕΙΔΙΚΑ

Ειδικότερα για κάθε άρθρο του κοινοποιούμενου κεφαλαίου ΣΤ' του Ν. 2065/92, παρέχονται οι πιο κάτω διευκρινίσεις:

'Αρθρο 44

Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής (ισχύει από 30.6.92)

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λαμβάνονται μέτρα και διασφαλίζονται τα συμφέροντα του Δημοσίου σε περίπτωση μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής.

2. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού θεσπίστηκαν για να αντιμετωπιστούν πολλές περιπτώσεις που, ενώ διαπιστώθηκε μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή δεν κατέστη δυνατή η είσπραξη των οφειλομένων φόρων. Και αυτό οφείλεται στις υπάρχουσες χρονοβόρες διαδικασίες ολοκλήρωσης του ελέγχου και καταλογισμού, και βεβαίωσης των φόρων, κατά το διάστημα των οποίων οι υπόχρεοι μεταβιβάζουν σε συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα τα περιουσιακά στοιχεία τους ή προέβησαν σε άλλες πράξεις με τις οποίες απέφυγαν να πληρώσουν τους φόρους, που βεβαιώθηκαν σε βάρος τους, για αποκρυβέντα κέρδη, καθώς και παρακρατηθέντες και μη αποδοθέντες στο Δημόσιο φόρους.

3. Η πολιτεία σε μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή πρέπει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, προκειμένου τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν με κέρδη προερχόμενα από φοροδιαφυγή να μην εκποιούνται πριν από τον καταλογισμό και καταβολή των φόρων.

Ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής:

Α. Παράγραφος 1

α. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του κοινοποιούμενου άρθρου ορίζεται ότι, κάθε φορά που η Φορολογική Αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις από τις οποίες με βάση ειδική έκθεση ελέγχου προκύπτει διαφορά φορολογητέας ύλης πάνω από τριακόσια εκατομμύρια (300.000.000) δρχ. ή δεν έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο παρακρατούμενοι φόροι - τέλη ή εισφορές πάνω από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δρχ. απαγορεύεται στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις και να εκδίδουν πιστοποιητικά που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Παράλληλα, αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου, το απόρρητο των καταθέσεων και του περιεχομένου θυρίδων του φορολογουμένου σε Τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το 50% αυτών.

Τα παραπάνω ποσά δύναται να αυξομειώνονται με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι της 15 Φεβρουαρίου κάθε χρόνου.

β. Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη λήψη των ανωτέρω μέτρων θα ακολουθείται η διαδικασία που ορίζεται από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του ανωτέρω άρθρου.

Β. Παράγραφος 2

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού:

α. Η μεν Φορολογική Αρχή που θα διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις από τις οποίες προκύπτει διαφορά φορολογητέας ύλης πάνω από 300.000.000 δρχ. ή μη απόδοση από παρακρατούμενων φόρων, τελών εισφορών πάνω από 50.000.000 δρχ. πρέπει να συντάξει ειδική έκθεση ελέγχου και να υποβάλει αντίγραφο αυτής στη Δ/νση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών για να προβεί στις δικές της ενέργειες, προκειμένου να ενημερωθούν όλες οι ΔΟΥ για να μην παραλαμβάνουν δηλώσεις μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ούτε να εκδίδουν πιστοποιητικά, οι δε Τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα να δεσμεύουν το 50% των καταθέσεων.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι δεν πρόκειται για δήμευση περιουσιακών στοιχείων, όπως παρουσιάστηκε στον Τύπο, αλλά για απαγόρευση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων επί ένα εξάμηνο μέχρι που να περαιωθεί ο έλεγχος και να καταλογιστούν οι φόροι.

β. Η Φορολογική Αρχή για τις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να ενεργεί άμεσα και κατ' απόλυτη προτεραιότητα και να συντάσσει αν είναι δυνατόν την ίδια ημέρα την ειδική έκθεση ελέγχου (σχέδιο της οποίας επισυνάπτουμε στην εγκύκλιο αυτή), την οποία θα στείλει με fax ή ειδικό αγγελιοφόρο στη Δ/νση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών για να προβαίνει στις δικές της περαιτέρω ενέργειες. Η επίσπευση των παραπάνω ενεργειών πρέπει να γίνεται γιατί είναι γνωστό ότι ο παραβάτης θα φροντίζει να μεταβιβάζει εγκαίρως τα περιουσιακά του στοιχεία και να αποσύρει τις καταθέσεις του από τις τράπεζες και συνεπώς, θα καθίσταται αδύνατη η είσπραξη των φόρων που αναλογούν, στα αποκρυβέντα κέρδη και τους παρακρατηθέντες και μη αποδοθέντες στο Δημόσιο φόρους, που θα βεβαιωθούν μετά το φορολογικό έλεγχο.

γ. Σημειώνεται ότι για τη σύνταξη της ειδικής έκθεσης ελέγχου δεν απαιτείται να διενεργηθεί τακτικός έλεγχος ούτε να γίνει πλήρης διασταύρωση των στοιχείων. Αν από τις φορολογικές παραβάσεις που θα διαπιστωθούν ή τα επισχεθέντα βιβλία και στοιχεία, προκύπτει μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή είναι υποχρεωτικό η Φορολογική Αρχή να προβεί στις παραπάνω ενέργειες. Και τούτο γιατί σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η είσπραξη των φόρων, λόγω μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων και ανάληψης των καταθέσεων από τον υπόχρεο, ο προϊστάμενος της Φορολογικής Αρχής επέχει βαρύτατη ευθύνη για τη ζημία που θα υποστεί το Δημόσιο.

Γ. Παράγραφος 3

α. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3, ορίζεται ότι η Δ/νση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών υποχρεούται να γνωστοποιήσει κάθε ενέργεια που θα κάνει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό και στο φορολογούμενο, στην κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησης του.

Ο φορολογούμενος μπορεί μέσα σε ένα μήνα από της ειδοποίησης του, να ζητήσει με αίτηση του προς τον υπουργό των Οικονομικών, την άρση των απαγορευτικών σε βάρος του μέτρων.

β. Τα μέτρα που έχουν επιβληθεί μπορεί να αρθούν, εν μέρει ή στο σύνολο τους, με απόφαση του υπουργού Οικονομικών μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 48 του Ν. 2065/92. Δ. Παράγραφος 4

α. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4, ορίζεται ότι η αρμόδια Φορολογική Αρχή που θα διαπιστώσει τη φοροδιαφυγή και θα συντάξει την ειδική έκθεση ελέγχου υποχρεούται κατά προτεραιότητα να ενεργήσει τακτικό φορολογικό έλεγχο και να κοινοποιήσει στο φορολογούμενο τα φύλλα ελέγχου ή πράξεις καταλογισμού των φόρων, μέσα σε έξι (6) μήνες. Εάν δεν έχουν εκδοθεί τα φύλλα ελέγχου ή οι πράξεις μέσα στην προθεσμία αυτή τότε αίρονται αυτοδικαίως οι συνέπειες και οι απαγορεύσεις που επεβλήθηκαν με το άρθρο αυτό.

β. Η δέσμευση αυτή της Φορολογικής Αρχής είναι απαραίτητη γιατί δεν μπορεί για πολύ χρόνο να ισχύουν οι απαγορεύσεις που προβλέπονται από το άρθρο αυτό.

γ. Επισημαίνεται ότι μετά την κοινοποίηση των φύλλων ελέγχου ή πράξεων καταλογισμού των φόρων, προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου θα λαμβάνονται τα μέτρα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του Ν. 356/1974 (ΚΕΔΕ).

Ε. Παράγραφος 5

Με τις διατάξεις της τελευταίας παραγράφου 5 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων ισχύουν από 1ης Ιουνίου 1991. Δηλαδή, οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τις υποθέσεις που ελέγχθηκαν από την 1η Ιουνίου και μετά και διαπιστώθηκε μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή, σύμφωνα με τα πιο πάνω. Επίσης με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι η ανωτέρω προθεσμία των έξι (6) μηνών, της υποχρέωσης δηλαδή της αρμόδιας Φορολογικής Αρχής να ενεργήσει και να περατώσει τον έλεγχο, λήγει για τις εκκρεμείς αυτές υποθέσεις έξι (6) μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν εκδοθούν τα φύλλα ελέγχου και οι πράξεις, όπως είναι ευνόητο, αίρονται και για τις υποθέσεις αυτές αυτοδικαίως οι συνέπειες και οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν σε βάρος των παραβατών.

Άρθρο 45

Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων (ισχύει από 30.6.92)

1. Από τους ελέγχους που ενεργούν οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες έχει διαπιστωθεί ότι πολλοί επιτηδευματίες καίτοι παρακρατούν και εισπράττουν από τρίτους το φόρο εισοδήματος, όπως ορίζεται από τις κείμενες διατάζεις, καθώς και το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας ή άλλους φόρους, τέλη και εισφορές, δεν αποδίδουν τα παρακρατούμενα ή εισπραττόμενα ποσά στο Δημόσιο ή τα αποδίδουν εκπρόθεσμα ή ανακριβώς.

Με τον τρόπο αυτόν ιδιοποιούνται χρήματα του Δημοσίου και η πράξη αυτή συνιστά το αδίκημα της υπεξαίρεσης.

2. Με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου προβλέπονται ποινικές και διοικητικές κυρώσεις σε βάρος των υπόχρεων που δεν αποδίδουν στο Δημόσιο εκπρόθεσμα ή υποβάλλουν ανακριβή δήλωση για την απόδοση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ή άλλων φόρων, τελών και εισφορών που παρακρατούνται ή εισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής:

Α. Παράγραφος 1

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις σε βάρος των παρακάτω παραβατών.

α. Όποιος δεν υποβάλλει δήλωση, που προβλέπεται από τις κείμενες φορολογικές διατάξεις, για την απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας ή άλλων φόρων, τελών και εισφορών που παρακρατούνται ή εισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο.

β. Όποιος υποβάλλει εκπρόθεσμη δήλωση, μετά την παρέλευση τριών μηνών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας, για την απόδοση των φόρων, τελών και εισφορών που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση α΄.

γ. Όποιος υποβάλλει ανακριβή δήλωση, με βάση τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται από αυτόν, για την απόδοση των ανωτέρω φόρων, τελών και εισφορών.

Β. Παράγραφος 2

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 ορίζεται ότι δε διώκεται ο υπόχρεος όταν το ποσό των μη αποδοθέντων φόρων, τελών και εισφορών που έχει υποχρέωση ο επιτηδευματίας να δηλώσει και να αποδώσει στο Δημόσιο είναι κατώτερο των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ., ενώ στην περίπτωση της ανακριβούς δήλωσης, εφόσον το ποσό αυτό που δεν αποδόθηκε είναι κατώτερο κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του οφειλόμενου και μη αποδοθέντος ποσού, με την προϋπόθεση όμως, ότι τούτο δεν είναι ανωτέρω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ.

2. Για καλύτερη κατανόηση παραθέτουμε τα παρακάτω παραδείγματα:

α. Έστω ότι από την εκκαθαριστική δήλωση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας της ΟΕ «Α» προκύπτουν:

Φόρος εκροών δρχ. 3.910.000.

Φόρος εισροών δρχ. 3.805.000.

Φόρος που καταβλήθηκε με τις δηλώσεις δρχ. 105.000.

Από τον έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι ο φόρος των εισροών ανήρχετο σε 3.505.000 δρχ. και έτσι η διαφορά του φόρου ανέρχεται σε 3.190.000 μείον 3.505.000, ήτοι δρχ. 405.000.

Στο παράδειγμα αυτό έχουμε:

αα) Η διαφορά του φόρου των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ. ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα τέσσερα μηδέν επτά τοις εκατό (74,07%) του οφειλομένου φόρου και

αβ) Το ποσόν του οφειλομένου φόρου είναι ανώτερο των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

β. Η ΕΠΕ «Β» πραγματοποίησε τη διαχειριστική περίοδο 1 /1 έως 31/12/1989 καθαρά κέρδη δρχ. 10.500.000 και παρακράτησε φόρο δρχ. 10.500.000 Χ 0,15= 1.575.000 δρχ.

Η εταιρία αυτή, αντί να αποδώσει το παραπάνω ποσό φόρου δρχ. 1.575.000 απέδωσε το ποσό των δρχ. 1.275.000 και συνεπώς το ποσόν που δεν αποδόθηκε ανέρχεται σε δρχ. (1.575.000 μείον 1.275.000) = 300.000 το οποίο αντιπροσωπεύει ποσοστό δεκαεννέα μηδέν τέσσερα τοις εκατό (19,04%) του οφειλομένου φόρου. Παράλληλα, όμως, δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.

Γ. Παράγραφος 3

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου ορίζεται ότι υπόχρεοι για την απόδοση στο Δημόσιο των φόρων, τελών και εισφορών, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του ιδίου άρθρου, στα νομικά πρόσωπα και στις αλλοδαπές επιχειρήσεις, είναι:

α. Στα νομικά πρόσωπα

Οι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου, καθώς και όλα τα πρόσωπα που μπορεί να προσωποκρατηθούν για χρέη του νομικού προσώπου προς το Δημόσιο.

β. Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής

Τα πρόσωπα που έχουν οριστεί, από τις επιχειρήσεις αυτές, ως εκπρόσωποι τους στην Ελλάδα.

Δ. Παράγραφος 4

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού ορίζονται τα πρόσωπα τα οποία διώκονται και τιμωρούνται ως αυτουργοί του αδικήματος και τα οποία είναι:

α. Το πρόσωπο που υπογράφει τη δήλωση με εξουσιοδότηση ή πληρεξουσιότητα προς τη ΔΟΥ ή το πρόσωπο που έχει την υποχρέωση να ενεργήσει για να υποβληθεί η δήλωση ή να αποδοθούν οι οφειλόμενοι φόροι.

β. Ο επίτροπος, ο κηδεμών και ο διοικητής αλλότριων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις πράξεις ή παραλείψεις αυτών κατά την εκτέλεση του λειτουργήματος τους ή από την ιδιότητα τους αυτή.

γ. Ο λογιστής της επιχείρησης, εφόσον αποδειχθεί ότι συνέταξε ανακριβή δήλωση ή παρέλειψε να συντάξει ή συνέταξε τη δήλωση και δεν την παρέδωσε στον υπόχρεο επιτηδευματία για την υποβολή της και την καταβολή των σχετικών φόρων.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται επίσης ότι εκτός από την ευθύνη των προσώπων που αναφέρονται πιο πάνω δεν εκλείπει και η ευθύνη των λοιπών αυτουργών και συμμετοχών.

Ε. Παράγραφος 5

Τέλος, με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του ανωτέρω άρθρου ορίζεται ότι οι περί συμμετοχής διατάξεις του Ποινικού Κώδικα έχουν εφαρμογή και στο αδίκημα του άρθρου αυτού.

Στ. Παράγραφος 6

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ορίζεται ότι μετατροπή της επιβαλλόμενης ποινής, που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού, δεν επιτρέπεται, η δε άσκηση της έφεσης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός από την περίπτωση της διοικητικής επίλυσης της φορολογικής διαφοράς, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου αυτού, οι οποίες αναφέρονται παρακάτω.

Ζ. Παράγραφος 7

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ, όταν διαπιστώσει με οποιοδήποτε τρόπο τη διάπραξη της παράβασης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υποχρεούται να υποβάλλει αμέσως σχετική μηνυτήρια αναφορά (σχέδιο της οποίας επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή προς διευκόλυνση σας), στον αρμόδιο εισαγγελέα Πρωτοδικών, άλλως υποπίπτει σε βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα. Αν η παράλειψη ενέργειας αποδειχθεί ότι οφείλεται σε πρόθεση τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 259 του ποινικού κώδικα. Στη μηνυτήρια αναφορά θα επισυνάπτονται όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της παράβασης (δήλωση, έκθεση ελέγχου, φύλλο ελέγχου ή πράξη καταλογισμού του φόρου κ.λπ.).

2. Τα εγκλήματα του άρθρου αυτού υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελιοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η αρμόδια ΔΟΥ. Το αδίκημα αυτό της υπεξαίρεσης χρημάτων του Δημοσίου κρίθηκε από το νομοθέτη με επιείκεια και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος.

Η. Παράγραφος 8

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι για τη δίωξη του αδικήματος του άρθρου αυτού αρκεί η έκδοση της πράξης καταλογισμού του παρακρατούμενου φόρου, χωρίς να απαιτείται οριστικοποίηση της πράξης της Φορολογικής Αρχής ή υπηρεσίας που καταλογίζει τη σχετική φορολογική παράβαση, ούτε περαίωση της τυχόν κύριας ή συναφούς φορολογικής ή άλλης δίκης, αλλά αρκεί η έκδοση και κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού του φόρου.

θ. Παράγραφος 9

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, η διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς δεν ασκεί επίδραση στην ποινική υπόθεση και συνεπώς η μηνυτήρια αναφορά πρέπει να υποβληθεί. Όμως, εάν επιτευχθεί συμβιβασμός και ο υπόχρεος καταβάλλει εφάπαξ το σύνολο των οφειλομένων φόρων, μέχρι την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης, τότε η καταγιγνωσκομένη ποινή μπορεί να μετατραπεί σε χρήμα.

Ι. Παράγραφος 10

Η διάταξη της παραγράφου αυτής αναφέρεται στην παραγραφή των αδικημάτων του άρθρου αυτού και ορίζει ότι η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο τελέστηκε το αδίκημα.

ΙΑ. Παράγραφος 11

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, η εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου, για τις νέες επιχειρήσεις που λειτουργούν για πρώτη φορά αρχίζει έξι (6) μήνες από τη χρονολογία υποβολής της δήλωσης έναρξης άσκησης επιτηδεύματος, στην αρμόδια ΔΟΥ.

IB. Παράγραφος 12

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής η καταδίκη για το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο αυτό επιφέρει αυτοδικαίως, σε βάρος τόσο του φυσικού προσώπου που καταδικάστηκε, όσο και του υπόχρεου νομικού προσώπου, σε περίπτωση που η καταδίκη του φυσικού προσώπου έγινε για υποχρεώσεις που δεν εκπληρώθηκαν από το νομικό πρόσωπο, τις εξής διοικητικές κυρώσεις:

α. Την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοπρασίες του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των κοινοφελών ιδρυμάτων και οργανισμών κοινής ωφελείας για χρονικό διάστημα ενός έτους.

β. Την απώλεια του δικαιώματος λήψης πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας για χρονικό διάστημα ενός έτους.

γ. Την απαγόρευση για περίοδο τριών (3) ετών της σύναψης συμβάσεων με το κράτος ή άλλους δημόσιους οργανισμούς ή φορείς.

δ. Την απώλεια του δικαιώματος για περίοδο τριών (3) ετών λήψης δανείων με την εγγύηση του Δημοσίου ή δημοσίων επιχορηγήσεων ή κρατικών πιστώσεων.

ΙΓ. Παράγραφος 13

Τέλος, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, για την άμεση υλοποίηση των ανωτέρω διοικητικών κυρώσεων, ορίζεται ότι απόσπασμα της καταδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου παραδίδεται, μέσα σε πέντε ημέρες από την έκδοση της, από το γραμματέα της έδρας του δικαστηρίου στην αρμόδια ΔΟΥ η οποία επιμελείται αμέσως για την κοινοποίηση της στις αρμόδιες Αρχές.

Ευνόητο είναι ότι με την κοινοποίηση της απόφασης, θα γίνεται γνωστό στις Αρχές στις οποίες και θα επισημαίνεται ο λόγος της κοινοποίησης, καθώς και οι πιο πάνω διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο σε βάρος των ανωτέρω προσώπων, για την επιβολή των οποίων είναι αρμόδιες οι Αρχές αυτές.

ΧΡΟΝΟΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΑΥΤΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 77 του κοινοποιούμενου νόμου σε συνδυασμό και με την παράγραφο 11 του ανωτέρω άρθρου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 30.6.92, εκτός από τις νέες επιχειρήσεις, που λειτουργούν για πρώτη φορά για τις οποίες η εφαρμογή των διατάξεων αυτών αρχίζει έξι (6) μήνες από τη χρονολογία υποβολής στην αρμόδια ΔΟΥ της δήλωσης έναρξης επιτηδεύματος.

Διευκρινίζεται ότι για τη διάπραξη του αδικήματος αυτού δε θα λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος στον οποίο αφορούν οι φόροι, τα τέλη ή οι εισφορές που δεν αποδόθηκαν ή αποδόθηκαν εκπρόθεσμα ή ανακριβώς, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο διαπιστώνεται το αδίκημα, γιατί τότε λαμβάνει γνώση η Φορολογική Αρχή, η οποία και υποχρεούται να προβεί σε όλες τις ενέργειες που προβλέπει το ανωτέρω άρθρο του Ν. 2065/92.

Άρθρο 46

Τροποποίηση και συμπλήρωση του Ν. 1867/1989 (ισχύει από 1.10.92)

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, που πολυσυζητήθηκε μέσα και έξω από τη Βουλή, τροποποιούνται και συμπληρώνονται οι διατάξεις του Ν. 1867/1989, προκειμένου να επιτευχθεί η είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν βεβαιωθεί στις ΔΟΥ και δεν καταβάλλονται οι ληξιπρόθεσμες δόσεις τους. Τα χρέη αυτά σήμερα ανέρχονται σε 580 δισ. δρχ. περίπου.

2. Η τροποποίηση των ανωτέρω διατάξεων και η συμπλήρωση τους με διατάξεις όμοιες με εκείνες του Ν.Δ. 356/1974, που είχαν καταργηθεί, κρίθηκε αναγκαία, δεδομένου ότι το νομοθετικό αυτό διάταγμα ίσχυσε και εφαρμόστηκε επί μια δεκαπενταετία περίπου με πολύ καλά αποτελέσματα, χωρίς τη δημιουργία προβλημάτων σε βάρος των οφειλετών. Αντίθετα με την κατάργηση ορισμένων διατάξεων του νόμου αυτού, σχετικά με την προσωποκράτηση του οφειλέτη και την καθιέρωση πολύπλοκων και αναποτελεσματικών διαδικασιών, η είσπραξη των χρεών του Δημοσίου κατέστη προβληματική.

3. Εξάλλου, με την ποινικοποίηση της μη καταβολής οφειλομένων φόρων, με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1989, εκκρεμούν σήμερα πάνω από 30.000 μηνυτήριες αναφορές στα ποινικά δικαστήρια χωρίς να είναι δυνατή η εκδίκαση τους και ο εξαναγκασμός των υπόχρεων για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους προς το Δημόσιο.

4. Σημειώνεται εδώ ότι και το ΙΚΑ, μετά την κατάργηση του εντάλματος προσωπικής κράτησης, αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα, με το Δημόσιο για την είσπραξη των εσόδων του. Για το λόγο δε αυτό, οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου αναφέρονται και στα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το ΙΚΑ.

5. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, δόθηκαν οδηγίες με τις υπ' αριθμ. 1080944/8399/0016/πολ. 1155/18.8.922, 1095900/9395/0016/πολ. 1205/1.10.91 εγκυκλίους, στις οποίες και παραπέμπουμε. Τα διαλαμβανόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου δύο (2) της πρώτης εγκυκλίου, καταργούνται και με σκοπό τη διευκόλυνση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και των φορολογικών υπηρεσιών ορίζουμε ότι οι μηνυτήριες αναφορές για προσωποκράτηση του οφειλέτη δε θα διαβιβάζονται στην κεντρική υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αλλά θα υποβάλλονται απευθείας στον αρμόδιο πρόεδρο του διοικητικού Πρωτοδικείου με κοινοποίηση στα κατά τόπους δικαστικά γραφεία και όπου δεν υπάρχουν δικαστικά γραφεία, στους δικηγόρους του Δημοσίου.

Τονίζεται ότι πριν από την υποβολή της αίτησης στον αρμόδιο πρόεδρο του διοικητικού Πρωτοδικείου για την προσωποκράτηση του οφειλέτη πρέπει να ειδοποείται ο οφειλέτης και εφόσον δεν προσέλθει για εξόφληση της οφειλής μέσα στην προθεσμία που θα του οριστεί με την πρόσκληση, τότε να υποβάλλεται στον πρόεδρο του διοικητικού Πρωτοδικείου η αίτηση με την οποία θα ζητείται η προσωποκράτηση αυτών.

Άρθρο 47

Γνωστοποίηση φορολογικών παραβάσεων που διαπιστώνονται από δημόσιες υπηρεσίες και άλλα πρόσωπα (ισχύει από 30.6.92)

1. Με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου υποχρεούνται οι ορκωτοί ελεγκτές ή άλλα ελεγκτικά όργανα ανωνύμων εταιριών που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 75 του ν. 1969/91, να αναγράφουν στο σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου τις οποιεσδήποτε παραβάσεις των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας που διαπιστώνουν κατά τους ελέγχους τους. Το πιστοποιητικό με τις παραβάσεις που κοινοποιούν στη Δ/νση Ελέγχων του υπ. Οικονομικών.

2. Επίσης, παρέχεται το δικαίωμα στα αγορανομικά και αστυνομικά όργανα, καθώς και στους υπαλλήλους του υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορίου, να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων του ΚΒΣ, κατά τη διενέργεια ελέγχων στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους και θεσπίζεται υποχρέωση των προσώπων αυτών να γνωστοποιούν στην ανωτέρω Δ/νση του υπ. Οικονομικών, τις παραβάσεις που τυχόν διαπιστώνουν και αφορούν τη μη έκδοση στοιχείων ή στοιχείων με εμφανείς υποτιμολογήσεις ή την ανεύρεση αποθεμάτων που δεν καλύπτονται από φορολογικά στοιχεία.

3. Εξάλλου, με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι κάθε παράλειψη των ελεγκτών των ανωνύμων εταιριών, σχετικά με τις ανωτέρω υποχρεώσεις, διώκεται και τιμωρείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η δε παράλειψη γνωστοποίησης των παραβάσεων από τους υπαλλήλους των ανωτέρω δημόσιων υπηρεσιών, αποτελεί βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα αυτών.

4. Για την αποφυγή της γραφειοκρατίας, δηλαδή της σύνταξης έκθεσης ελέγχου και κατά τις ΔΟΥ που θα περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις των παραπάνω προσώπων, ορίζεται με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού ότι οι προβλεπόμενες από τις φορολογικές διατάξεις κυρώσεις και άλλα μέτρα σε βάρος του παραβάτη επιβάλλονται με βάση τα έγγραφα των προσώπων αυτών και δεν απαιτείται σύνταξη ειδικής έκθεσης από τη Φορολογική Αρχή.

5. Όπως είναι ευνόητο, στις περιπτώσεις που κριθεί απαραίτητο μπορεί να συνταχθεί σχετική συνοπτική έκθεση ελέγχου από τη φορολογική υπηρεσία, για το συσχετισμό των διαφόρων εγγράφων του φακέλου ή την παροχή ορισμένων διευκρινίσεων. Στην έκθεση αυτή, θα αναφέρονται οπωσδήποτε τα έγγραφα των προσώπων που διαπίστωσαν την παράβαση.

Τέλος, ενόψει των ως άνω ρυθμίσεων, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 47, καταργείται το άρθρο 17 του Ν. 1563/1985, στο οποίο είχαν καθιερωθεί συναφείς υποχρεώσεις των ορκωτών λογιστών.

6. Επισημαίνεται ότι τα στοιχεία των παραπάνω οργάνων είναι απαραίτητα στη Φορολογική Αρχή, γιατί πρέπει να γνωστοποιούνται έγκαιρα οι φορολογικές παραβάσεις, προκειμένου να ακολουθήσει την επιβολή κυρώσεων και ο καταλογισμός των φόρων.

'Αρθρο 48

Αναστολή λειτουργίας καταστημάτων επιτηδευματιών (ισχύει από 30.6.92)

1. Στα μέτρα που πάρθηκαν από το υπουργείο Οικονομικών με τις διατάξεις του νόμου που κοινοποιείται, για την πάταξη της φοροδιαφυγής, περιλαμβάνεται και το μέτρο αναστολής λειτουργίας του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου ή εργαστηρίου των επιτηδευματιών σε βάρος των οποίων διαπιστώνονται οι παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό.

2. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, προκειμένου να θεσπιστεί η διάταξη αυτή, μελετήθηκαν και οι νομοθεσίες των άλλων κρατών της ΕΟΚ αλλά και των ΗΠΑ, στις οποίες υπάρχουν αυστηρότερες διατάξεις για τις παραβάσεις αυτές.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής:

Α. Παράγραφος 1

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού προβλέπεται η λήψη του μέτρου αναστολής λειτουργίας του καταστήματος μόνο για τέσσερις χαρακτηριστικές περιπτώσεις φορολογικών παραβάσεων, με τις οποίες διαπιστώνεται ότι οι παραβάτες αποσκοπούσαν -χωρίς καμία αμφισβήτηση- στη διάπραξη φοροδιαφυγής.

Οι περιπτώσεις αυτές είναι:

α. έκδοση πλαστών ή εικονικών τιμολογίων,

β. τήρηση ανεπίσημων βιβλίων και στοιχείων,

γ. μη έκδοση του φορολογικού στοιχείου για την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών,

δ. η χωρίς άδεια της αρμόδιας Φορολογικής Αρχής άσκηση επαγγέλματος, η άσκηση επαγγέλματος σε διεύθυνση που δε δηλώθηκε ή σε διαφορετικό από αυτή που δηλώθηκε.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, έχουν εφαρμογή μόνο στις παραπάνω τέσσερις περιπτώσεις, γιατί πρόκειται για σοβαρές παραβάσεις, οι οποίες μετά τη διαπίστωση δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση.

2. Περαιτέρω ορίζεται ότι με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών μπορεί να διατάσσεται μέχρι ένα μήνα, η παύση λειτουργίας του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου ή εργαστηρίου των επιτηδευματιών, σε βάρος των οποίων διαπιστώνεται μια από τις πιο πάνω φορολογικές παραβάσεις.

Β. Παράγραφος 2

Η απόφαση του υπουργού Οικονομικών της παραπάνω παραγράφου του άρθρου αυτού, εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού που αποτελείται από:

α. έναν πρόεδρο Εφετών διοικητικών δικαστηρίων, ως πρόεδρο,

β. έναν Εφέτη διοικητικών δικαστηρίων,

γ. το γενικό διευθυντή Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας του υπουργείου Οικονομικών,

δ. το γενικό διευθυντή Επιθεώρησης και Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών,

ε. έναν ορκωτό ελεγκτή που ορίζεται από τον υπουργό Οικονομικών.

Τα υπό στοιχεία α΄ και β΄ μέλη διορίζονται με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην επιτροπή μετέχει ως εισηγητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου ο διευθυντής της Διεύθυνσης Βιβλίων και Στοιχείων του υπουργείου Οικονομικών. Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος της Διεύθυνσης Βιβλίων και Στοιχείων του υπουργείου Οικονομικών. Η επιτροπή συνεδριάζει εφόσον μετέχει ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τουλάχιστον δύο μέλη. Η γνωμοδότηση της επιτροπής αυτής εκδίδεται μετά προηγούμενη κλήση, από τη Διεύθυνση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών, του παραβάτη προς διατύπωση των απόψεων του επί των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν σε βάρος του. Η κλήση επιδίδεται από επιμελητή οποιασδήποτε υπηρεσίας του υπουργείου Οικονομικών.

Δ. Παράγραφος 3

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, η απόφαση του υπουργού Οικονομικών αποστέλλεται στην αρμόδια αστυνομική Αρχή, η οποία υποχρεούται να την εκτελέσει και να αναφέρει σχετικά στη Δ/νση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών.

2. Η απόφαση του υπουργού Οικονομικών πρέπει να κοινοποιείται και στη Φορολογική Αρχή που διαπίστωσε την παράβαση, καθώς και στον παραβάτη φορολογούμενο.

Γ. Παράγραφος 4

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, για να εκδοθεί η απόφαση του υπουργού που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, η Φορολογική Αρχή που θα διαπιστώσει μια από τις παραπάνω παραβάσεις, υποχρεούται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη διαπίστωση της παράβασης, να υποβάλει στη Διεύθυνση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών εμπεριστατωμένη έκθεση ελέγχου.

2. Όπως ορίζεται στην παράγραφο αυτή οι αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών, εκδίδονται χωρίς να απαιτείται οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

3. Η κατά τα ανωτέρω ταχύτατη διαδικασία θεσπίστηκε για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής για τις παραπάνω σοβαρές παραβάσεις, χωρίς να απαιτείται ολοκλήρωση της διαδικασίας επιβολής των κυρώσεων που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις και οριστικοποίηση αυτών. Γιατί η παύση λειτουργίας του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου κ.λπ. είναι διοικητική κύρωση ανεξάρτητη από άλλες κυρώσεις, όπως ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού.

4. Επισημαίνεται ότι λόγω του είδους της προβλεπόμενης κύρωσης, για τις ανωτέρω παραβάσεις και τις διαδικασίες επιβολής της, ο έλεγχος στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να είναι εμπεριστατωμένος και οι παραβάσεις πλήρως αιτιολογημένες, χωρίς να επιδέχονται αμφισβητήσεις.

Ε. Παράγραφος 5

Η παράγραφος αυτή ορίζει, ότι η κύρωση που προβλέπει το άρθρο αυτό είναι Διοικητική και επιβάλλεται ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

ΣΤ. Παράγραφος 6

1. Η παράγραφος αυτή προβλέπει την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης των υπουργών Οικονομικών και Δημοσίας Τάξης, που να καθορίζει τον τρόπο, τη διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

2. Σε εξουσιοδότηση της διαταγής αυτής θα εκδοθεί κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης.

Ζ. Παράγραφος 7

Στην παράγραφο αυτή ορίζεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, δεν ασκεί καμία επίδραση στις ενοχικές σχέσεις του επιτηδευματία με το προσωπικό, που διέπονται από τις κείμενες διατάξεις και συνεπώς το κλείσιμο του καταστήματος, γραφείου κ.λπ. με την απόφαση του υπουργού Οικονομικών, δεν επιφέρει καμία επίπτωση στις σχέσεις αυτές.

4. Χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του άρθρου αυτού

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2065/92, η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 30 Ιουνίου 1992.

Συνεπώς, οι Φορολογικές Αρχές εφόσον, από 30 Ιουνίου 1992 μέχρι σήμερα, έχουν διαπιστώσει σε βάρος επιτηδευματιών παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, υποχρεούνται να στείλουν στη Διεύθυνση Ελέγχων εμπεριστατωμένη έκθεση ελέγχου, σύμφωνα με το συνοπτικό περίγραμμα που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή.

Αρθρο 49

Προσυπογραφή δηλώσεως φόρου εισοδήματος και παρακρατούμενων φόρων από το λογιστή (ισχυεί από 30/6/92)

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού θεσπίζεται υποχρέωση, για την υπογραφή των δηλώσεων φόρου εισοδήματος και παρακρατουμένων φόρων των επιτηδευματιών και από τον προϊστάμενο του λογιστηρίου ή από τον υπεύθυνο λογιστή που τηρεί τα βιβλία αυτών ή, αν δεν ασχολείται λογιστής από το πρόσωπο που συμπράττει στη σύνταξη των δηλώσεων και οι οποίοι βεβαιώνουν ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στη δήλωση συμφωνούν με τα δεδομένα των βιβλίων και ότι το εισόδημα που δηλώνεται έχει προσδιοριστεί συμφωνά με τις ισχύουσες διατάξεις.

2. Επίσης, με τις διατάξεις αυτές ορίζονται και τα εξής:

Κάτω από την υπογραφή του προσώπου που υπογράφει τις δηλώσεις σύμφωνα με τα πιο πάνω, αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση αυτού και ο αριθμός της ταυτότητας του.

Ο προϊστάμενος του λογιστηρίου του επιτηδευματία ή άλλα πρόσωπα, που υπογράφει την παραπάνω δήλωση, έχει όλες τις ευθύνες, που προβλέπονται από το ν. 1599/1986. Η παράλειψη της υπογραφής του λογιστή πρέπει να αιτιολογείται από το φορολογούμενο με δήλωση του ν. 1599/1986.

Σημειώνεται ότι ο Νόμος 1599/86 ορίζει στο άρθρο 22 παρ. 6 αυτού ότι: « Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εάν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Σε περίπτωση ανάκλησης της υπεύθυνης δήλωσης του εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 227 του Ποινικού Κώδικα».

3. Η θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων κρίθηκε απαραίτητη, γιατί δεν μπορεί να νοηθεί το πρόσωπο που συμπράττει με το φορολογούμενο, για την εκπλήρωση των φορολογικών του υποχρεώσεων, να είναι χωρίς ευθύνη απέναντι του Δημοσίου αλλά και του ίδιου του επιτηδευματία.

4. Διευκρινίζεται εδώ ότι μέχρι να τυπωθούν τα νέα έντυπα δηλώσεων, στα οποία θα αναγράφεται το περιεχόμενο της ως άνω βεβαιώσεως του προσώπου που θα υπογράφει τη δήλωση, η αναγραφή της σχετικής ένδειξης θα γίνεται -στα έντυπα των δηλώσεων που είναι σε χρήση- από τον βίο το φορολογούμενο.

5. Επίσης επισημαίνεται ότι, όπως είναι αυτονόητο, η ανωτέρω βεβαίωση ότι το εισόδημα που δηλώνεται έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προκύπτει από τα στοιχεία και τα δεδομένα αυτών, τα οποία αναμφισβήτητα θα πρέπει να γνωρίζει το πρόσωπο που υπογράφει τη δήλωση, εφόσον συντάσσει αυτήν ή συμπράττει στη σύνταξη της.

Άρθρο 50

Κίνητρα ειλικρίνειας (ισχύει από 30/6/92)

1. Με σκοπό την εμπέδωση αμοιβαίας εμπιστοσύνης κράτους και πολίτη και την αντιμετώπιση των φαινομένων δωροδοκίας, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού καθιερώνονται κίνητρα ειλικρινείας.

2. Ειδικότερα με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι, στην περίπτωση που καταγγελθεί από επιτηδευματία ή άλλο φορολογούμενο και αποδειχθεί, με συμμετοχή της αστυνομικής ή άλλης Αρχής, δωροδοκία τελούμενη από υπάλληλο Φορολογικής Αρχής κατά την άσκηση των καθηκόντων του γενικώς ή του φορολογικού ελέγχου ειδικότερα, ο επιτηδευματίας ή άλλος φορολογούμενος από τον οποίο ζητήθηκε η δωροδοκία απαλλάσσεται των προστίμων προσαυξήσεων και ποινικών κυρώσεων για τις παραβάσεις εκείνες που εσκοπείτο η συγκάλυψη.

Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος στην επιχείρηση του καταγγέλλοντας φορολογουμένου συνεχίζεται υποχρεωτικά, σε όλες τις ανέλεγκτες χρήσεις και για πέντε ακόμη συνεχή έτη, από υπαλλήλους άλλης ΔΟΥ, που ορίζονται με απόφαση του Προϊσταμένου της οικείας επιθεώρησης ΔΟΥ, ο οποίος και προΐσταται του ελέγχου.

Άρθρο 51

Αμοιβή σε υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών που διαπιστώνουν μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή (ισχύει από 30/6/92)

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού θεσπίζονται παρεμφερείς διατάξεις με αυτές που ισχύουν σε περίπτωση ανακάλυψης λαθρεμπορίου και για την περίπτωση που διαπιστώνεται μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή, με βάση ανεπίσημα στοιχεία, από υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών και ορίζεται ότι στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί, με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών, να παρέχεται αμοιβή στους υπαλλήλους αυτούς.

2. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι:

Σε περίπτωση που από υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών διαπιστώνεται φοροδιαφυγή βάσει ανεπίσημων στοιχείων και βεβαιώνεται με βάση αμετάκλητο τίτλο διαφορά φόρου, προστίμων και προσαυξήσεων ποσού μεγαλύτερου των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, μπορεί με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών να παρέχεται αμοιβή στους υπαλλήλους αυτούς, αναλόγως της συμβολής εκάστους στη διαπίστωση της φοροδιαφυγής και της προσφοράς του αυτής που θα είναι πέρα από τα συνήθη όρια των υπηρεσιακών καθηκόντων.

3. Όταν υπάρξουν τέτοιες περιπτώσεις, η Φορολογική Αρχή πρέπει να ζητήσει, με ειδική αναφορά, που θα σταλεί στη Διεύθυνση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών, την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και να ζητήσει τη χορήγηση αμοιβής στους υπαλλήλους που διαπίστωσαν τη φοροδιαφυγή.

Άρθρο 52

Έλεγχος επιχειρήσεων και από τους Δήμους (ισχύει από 30/6/92)

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού παρέχεται η δυνατότητα στους Δήμους και τις Κοινότητες να ενεργούν έλεγχο, με υπαλλήλους τους, σε επιχειρήσεις της περιφερείας τους οι οποίες υπόκεινται σε τέλος παρεπιδημούντων, για την κανονική έκδοση από αυτές των προβλεπομένων από τις κείμενες διατάξεις φορολογικών στοιχείων.

2. Οι υπάλληλοι που ενεργούν στον ανωτέρω έλεγχο υποχρεούνται να γνωστοποιούν τις φορολογικές παραβάσεις που διαπιστώνουν στη Δ/νση Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών, όπως αναφέρουμε πιο πάνω στο άρθρο 47. Η μη γνωστοποίηση των παραβάσεων αποτελεί βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα.

3. Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε γιατί η τοπική Αυτοδιοίκηση έχει έννομο συμφέρον και πρέπει να ενεργεί ελέγχους για την παρακολούθηση της είσπραξης και καταβολής του τέλους παρεπιδημούντων.

'Αρθρο 53

Συμπλήρωση διατάξεων (ισχύει από 30/6/92)

1. Όπως είναι γνωστό, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 1882/90 λήφθηκαν ορισμένα μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και καθιερώθηκε η υποχρέωση υποβολής στοιχείων από διάφορες υπηρεσίες και ορισμένα επαγγέλματα για την παρακολούθηση της δραστηριότητας τους, όπως είναι τα τουριστικά γραφεία, οι εκπαιδευτές οδηγών, οι ηλεκτρολόγοι, οι ιδιοκτήτες οικοδομής, οι εργολάβοι κατασκευής οικοδομής κ.λπ.

2. Ειδικότερα, για τους ιδιοκτήτες οικοδομής ή τους εργολάβους καθιερώθηκε η υποχρέωση να υποβάλλουν δηλώσεις με τα στοιχεία των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες που έγιναν στην οικοδομή (εκσκαφές, μπετά, κτισίματα κ.λπ.), όπως αυτές περιγράφονται στις οδηγίες συμπλήρωσης του εντύπου Ε. 283. Ερμηνεία των διατάξεων εφαρμογής του ως άνω άρθρου έχουν δοθεί με τις πολ. 1165/26.7.90 και πολ. 1216/30.10.90 εγκυκλίους στις οποίες και παραπέμπουμε.

3. Στην πράξη διαπιστώθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των οικοδομών, στα έντυπα Ε. 283, που υποβάλλουν, δεν ανέγραφαν τα πραγματικά ποσά που διέθεταν για κάθε οικοδομική εργασία, με αποτέλεσμα να αποκρύπτεται το πραγματικό κόστος της οικοδομής και να μη καταβάλλεται ο ΦΠΑ. Για τις ενέργειες αυτές προβάλλονται διάφορες δικαιολογίες.

Για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού, κατέστη απαραίτητο να τροποποιηθούν οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1882/90 και να καθοριστεί αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού του κόστους κατασκευής κάθε οικοδομής.

4. Ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου 53 τροποποιούνται και συμπληρώνονται οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 2 του Ν. 1882 και θεσπίζεται υποχρέωση των ιδιοκτητών που αναγείρουν οικοδομές να υποβάλουν στη Φορολογική Αρχή και φωτοαντίγραφο της αδείας ανέγερσης της οικοδομής, καθώς και στοιχεία απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στην αξία του κόστους κατασκευής και δεν αποδόθηκε. Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στο άρθρο 8 του Ν. 1882/90 και παρασχέθηκαν λεπτομερείς οδηγίες με τις παραπάνω ερμηνευτικές εγκυκλίους του νόμου αυτού.

5. Τονίζεται ότι το φωτοαντίγραφο της οικοδομικής άδειας έχει μεγάλη σημασία για τη Φορολογική Αρχή και πρέπει να τίθεται στον φάκελο του φορολογούμενου για το «ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ» και για να παρακολουθείται εάν δηλώθηκε η οικοδομή ως ιδιοκατοικούμενη ή εκμισθούμενη.

6. Οίκοθεν νοείται ότι εάν δεν προσκομισθεί άδεια οικοδομής, δε θα θεωρείται η δήλωση του ηλεκτρολόγου για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.

7. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, το κόστος της οικοδομής, που βρίσκεται στην περιοχή που ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, θα προσδιορίζεται ως εξής:

Το κόστος κατασκευής της οικοδομής που βρίσκεται στις περιοχές που ισχύει το αντικειμενικό σύστημα θα προσδιορίζεται όπως και τις μεταβιβάσεις ακινήτων, χωρίς όμως να υπολογίζεται συντελεστής εμπορικότητας.

Από την αξία που θα προσδιοριστεί θα αφαιρείται η αξία του οικοπέδου και ποσοστό 20% ως εμπορικό κέρδος στην περίπτωση που η οικοδομή αναγείρεται από τον ιδιοκτήτη.

Η αξία που θα προσδιοριστεί θα συγκριθεί με τα στοιχεία (τιμολόγια, δηλώσεις εντύπου Ε. 283 κ.λπ.) που θα έχει υποβάλει ο ιδιοκτήτης και σε περίπτωση που υπάρχει διαφορά τότε θα κληθεί ο ιδιοκτήτης να καταβάλει το ΦΠΑ της αξίας αυτής.

Ο ιδιοκτήτης της οικοδομής δεν υποχρεούται να αποδώσει ΦΠΑ, αν η διαφορά που θα προκύψει μεταξύ του συνολικού κόστους κατασκευής και των στοιχείων είναι μικρότερη κατά ποσοστό είκοσι τα εκατό (20%).

Για καλύτερη κατανόηση παραθέτουμε το παρακάτω παράδειγμα:

Έστω ότι το συνολικό κόστος κατασκευής μιας οικοδομής, με το αντικειμενικό σύστημα, είναι 21.000.000 δραχμές και από τον ιδιοκτήτη υποβλήθηκαν στοιχεία που αναφέρονται στις εγκυκλίους πολ. 1165/26.7.91 και πολ. 1216/30.10.905 (Δηλώσεις Ε. 283, τιμολόγια αγοράς υλικών κ.λπ.) αξίας 20.000.000 δραχμές.

Η διαφορά μεταξύ κόστους κατασκευής και στοιχείων είναι (21.000.000 - 20.000.000) = 1.000.000 μικρότερη από 20% και συνεπώς δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ.

Για τον προσδιορισμό του κόστους κατασκευής των οικοδομών με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, παραθέτουμε παρακάτω παραδείγματα για περιοχές της Αττικής όπου ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων:

α) Η τιμή της ζώνης (Τ.Ζ.) εκφράζει την αξία κατασκευής ενός τετραγωνικού μέτρου (1m2) καινούριου κτίσματος (κατοικίας, διαμερίσματος ή επαγγελματικής στέγης) και την αξία του αντιστοίχου ποσοστού οικοπέδου που αναλογεί το τετραγωνικό αυτό μέτρο κτίσματος.

β) Η αναλογία οικοπέδου που αντιστοιχεί σε ένα τετραγωνικό (1m2) κτίσματος υπολογίζεται αν διαιρέσουμε τη μονάδα (1) δια του ΣΑΟ (ΣΑΟ είναι ο γνωστός πολεοδομικός όρος, Συντελεστής Δόμησης).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

1. Κοινότητα Εκάλης

Έστω οικόπεδο μη γωνιακό, εμβαδού 1.000 τ.μ. το οποίο δε βλέπει σε πλατεία με ισόγειο οικοδομή 200 μ.

Τ.Ζ. = 320.000 δρχ./m2, ΣΑΟ = 0,40.

Αναλογία οικοπέδου σε ένα τετρ. μέτρο κτίσματος 1: ΣΑΟ-1: 0,40 =2,5 μ. οικοπέδου.

Τιμή οικοπέδου ανά τετρ. μέτρο σύμφωνα με τους συντελεστές της αντικειμενικής αξίας=0,95Χ320.000ΧΟ,65ΧΟ,40 = 79.040 δρχ./m2.

Συμμετοχή οικοπέδου ανά τετρ. μέτρο κτίσματος:

2,5m2 X 79.040 δρχ./m2 = 197.600 δρχ./m2.

Αντικειμενική αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων: 0,90X320.000X1,05X200=60.480.000 δρχ.

Αντικειμενική αξία οικοπέδου που αναλογεί

στο ανωτέρω κτίσμα: 200X2,5Χ 79.040 = 39.520.000 δρχ.

Κόστος κατασκευής: 60.480.000-39.520.000 = 20.960.000 δρχ.

Εμπορικό κέρδος: 20.960.000-20.960.000: 1,20 = 3.493.333 δρχ.

Άρα το κόστος κατασκευής, όπως αυτό προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων είναι:

Κόστος κατασκευής χωρίς εμπορικό κέρδος = 20.960.000 - 3.493.333 = 17.466.667 δρχ.

2. Δήμος Γλυφάδας

Έστω οικόπεδο μη γωνιακό, εμβαδού 400m2 , το οποίο δε βλέπει σε πλατεία με ισόγειο οικοδομή 120m2.

Τ.Ζ. = 200.000 δρχ./m2, Σ.Α.Ο.= 0,60.

Αναλογία οικοπέδου σε ένα τετρ. μέτρο κτίσματος:

1:ΣΑΟ=1:0,60=1,67 m2 οικοπέδου.

Τιμή οικοπέδου ανά τετρ. μέτρο, σύμφωνα με τους συντελεστές της αντικειμενικής αξίας: 0,75X200.000X0,48X0,60=43.200 δρχ./m2.

Συμμετοχή οικοπέδου ανά τετρ. μέτρο κτίσματος:

1,67X43.200 δρχ./m2-72.144 δρχ.

Αντικειμενική αξία όπως αυτή προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων: 0,90X200.000X1,00X120 = 21.600.000 δρχ,

Αντικειμενική αξία οικοπέδου που αναλογεί στο ανωτέρω κτίσμα: 120X1,67X43.200 = 8.657.280δρχ.

Κόστος κατασκευής 21.600.000 -8.657.280 = 12.942.720δρχ.

Εμπορικό κέρδος: 12.942.720 -12.942.720 : 1,20 = 2.157.120δρχ.

Άρα το κόστος κατασκευής, όπως αυτό προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων, είναι:

Κόστος κατασκευής χωρίς εμπορικό κέρδος:

12.942.720-2.157.120=10.785.600 δρχ.

3. Δήμος Παιανίας

Έστω οικόπεδο μη γωνιακό, εμβαδού 260 m2, το οποίο δε βλέπει σε πλατεία, με ισόγειο οικοδομή 143m2 (β' Ζώνη).

Τ.Ζ. = 110.000 δρχ,/m2, ΣΑΟ -1,10.

Αναλογία οικοπέδου σε ένα τετρ. μέτρο κτίσματος, 1: ΣΑΟ = 1:1,10 = 0,909 m2 οικοπέδου. Τιμή οικοπέδου ανά τερ. μέτρο σύμφωνα με τους συντελεστές της αντικειμενικής αξίας = 0,75Χ 110.000X0,25X1,10=22.688 δρχ./m2.

Συμμετοχή οικοπέδου ανά τετρ. μέτρο κτίσματος:

0,90X22.688=20.623 δρχ./m2.

Αντικειμενική αξία όπως αυτή προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων = 0,90X110.ΟΟΟΧ 1,00X143 = 14.157.000δρχ.

Αντικειμενική αξία οικοπέδου που αναλογεί στο ανωτέρω κτίσμα: 143X0,909X22.688 = 2.949.145δρχ.

Κόστος κατασκευής: 14.157.000-2.949.145 = 11.207.855 δρχ.

Εμπορικό κέρδος: 11.207.855 - 11.207.855:

1,20 = 1.867.976 δρχ.

Άρα το κόστος κατασκευής, όπως αυτό προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων, είναι:

Κόστος κατασκευής χωρίς εμπορικό κέρδος:

11.207.855 - 1.876.976=9.339.879 δρχ.

5. Δ.Φ.Ν. 1990, σελ. 1405.1992

4.1ο Διαμέρισμα Αθηνών (Λόφος Στρέφη)

Έστω οικόπεδο μη γωνιακό, εμβαδού 300 m2, το οποίο δε βλέπει σε πλατεία, με ισόγειο οικοδομή 126 m2 (KE' Ζώνη).

Τ.Ζ.= 147.000 δρχ./m2, ΣΑΟ=2,10.

Αναλογία οικοπέδου σε ένα τετρ. μέτρο κτίσματος:

1:ΣΑΟ = 1: 2,10=0,476 m2 οικοπέδου.

Τιμή οικοπέδου ανά τετρ. μέτρο, σύμφωνα με τους συντελεστές της αντικειμενικής αξίας= 0,65X147.000X0,30X2,10=60.197 δρχ./m2.

Συμμετοχή οικοπέδου ανά τετρ. μέτρο κτίσματος: 0,476X60.197 = 28.654 δρχ./m2.

Αντικειμενική αξία όπως αυτή προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων = 0,90X147.000X1,00X126 = 16.669.800δρχ.

Αντικειμενική αξία οικοπέδου που αναλογεί στο ανωτέρω κτίσμα: 126X0,476X60.197 = 3.610.375δρχ.

Κόστος κατασκευής: 16.669.800 -3.610.375 = 13.059.425 δρχ.

Εμπορικό κέρδος: 13.059.425 - 13.059.425: 1,20=2.176.571 δρχ.

Άρα το κόστος κατασκευής, όπως αυτό προσδιορίζεται για την επιβολή του φόρου μεταβίβασης ακινήτων, είναι:

Κόστος κατασκευής χωρίς εμπορικό κέρδος: 13.059.425 - 2.176.571 =10.882.854 δρχ.

9. Επισημαίνουμε ότι η αξία των οικοδομών που βρίσκονται εκτός του αντικειμενικού συστήματος θα προσδιορίζεται με βάση τα τεχνικά στοιχεία κάθε περιοχής.

Ο τρόπος προσδιορισμού της αξίας του κόστους κατασκευής της οικοδομής έχει εφαρμογή και για τις οικοδομές των οποίων η άδεια εκδόθηκε από την 23 Μαρτίου 1990 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 1882/1990.

Με τα νέα μέτρα που λήφθηκαν τώρα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού μπορεί να ελεγχθεί το κόστος κατασκευής κάθε οικοδομής και να Καταβληθεί ο ΦΠΑ που στην περίπτωση αυτή υπάρχει μεγάλη καταστρατήγηση.

Άρθρο 54 (ισχύει από 30/6/92)

Ποινικές κυρώσεις για άλλες πράξεις φοροδιαφυγής:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού θεσπίζονται ποινικές κυρώσεις και προβλέπεται η επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος προσώπων, τα οποία ενεργούν τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό με σκοπό τη φοροδιαφυγή των ιδίων ή τρίτων προσώπων.

2. Υπενθυμίζεται ότι με την εγκύκλιο πολ. 1217/30.10.90 κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1884/90 αναφορικά με την ποινικοποίηση πλαστών και εικονικών τιμολογίων, παρασχέθηκαν οδηγίες που έγινε αναφορά και λεπτομερής καταγραφή των μέχρι τότε μέτρων που πάρθηκαν και αφορούσαν την ποινικοποίηση των αδικημάτων της φοροδιαφυγής. Πέραν τούτου δόθηκαν διευκρινιστικές οδηγίες σε διαδικαστικά θέματα, γι' αυτό δεν παρίσταται ανάγκη επανάληψης των θεμάτων αυτών.

3. Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις του παραπάνω άρθρου, καταγράφονται ορισμένα αδικήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στις υφιστάμενες διατάξεις και για τα οποία όποιος τα διαπράξει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) χρόνια, καθώς και με χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δρχ. μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) δρχ., εκτός αν οι πράξεις αυτές τιμωρούνται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.

Τα αδικήματα για τα οποία επιβάλλονται οι παραπάνω ποινές είναι:

α) Η κατακράτηση οποιουδήποτε βιβλίου ή εγγράφου ή στοιχείου σχετικού με την επαγγελματική δραστηριότητα ή την οικονομική ή την περιουσιακή κατάσταση φορολογουμένου.

β) Η καταστροφή βιβλίων, στοιχείων ή εγγράφων που αναφέρονται και αφορούν τόσο τις δραστηριότητες όσο και την περιουσιακή κατάσταση φορολογουμένων.

γ) Η πλαστογράφηση βιβλίων, στοιχείων ή εγγράφων.

Τα αδικήματα των παραπάνω περιπτώσεων, μπορεί να προέρχονται και να προκύπτουν είτε από επίσημα δηλαδή θεωρημένα από τις αρμόδιες υπηρεσίες βιβλία, έγγραφα ή στοιχεία, είτε από ανεπίσημα δηλαδή μη θεωρημένα, τα οποία κατακρατήθηκαν και δε δόθηκαν για έλεγχο ή καταστράφηκαν εσκεμμένα προκειμένου να μην εμφανισθούν συναλλαγές ή στοιχεία από τα οποία θα προέκυπτε φορολογητέα ύλη, είτε ακόμη έχουν πλαστογραφηθεί για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την απόκρυψη ή αλλοίωση του ύψους της φορολογητέας ύλης.

δ) Η σύνταξη ψευδούς δήλωσης: Είναι προφανές ότι το αδίκημα αυτό καταρχήν διαπράττεται από τον ίδιο το φορολογούμενο ο οποίος έχει την ευθύνη της ορθής και ακριβούς σύνταξης της δήλωσης του. Δεν αποκλείεται όμως να διαπραχθεί το αδίκημα αυτό με τη συνδρομή και συνεργία άλλου ή άλλων προσώπων. Όμως στις περιπτώσεις αυτές το βάρος της απόδειξης φέρει αυτός τον οποίο αφορά η δήλωση και ο οποίος υπογράφει και υποβάλλει τη δήλωση και όχι ο συνεργήσας στη σύνταξη.

Υφίσταται αδίκημα και στις περιπτώσεις που οι παραλείψεις προέρχονται και οφείλονται σε πραγματικά στοιχεία τα οποία είναι γνωστά στο φορολογούμενο και δε δηλώθηκαν.

ε) Η υπογραφή ψευδούς βεβαίωσης και πιστοποιητικού και η αποδοχή αυτών, όταν σε αυτά δεν απεικονίζονται πραγματικά στοιχεία ή περιστατικά εφόσον είναι γνωστά στον αποδέκτη.

Είναι αυτονόητο ότι οι βεβαιώσεις και τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο νόμο, αφορούν και καλύπτουν τις περιπτώσεις που με αυτά αποκρύπτονται φορολογικά ή περιουσιακά στοιχεία ή άλλα στοιχεία με βάση τα οποία προσδιορίζεται φορολογητέα ύλη και συνεπώς δεν καταβάλλεται ο φόρος που πρέπει να καταβληθεί.

Το μέγεθος και η επιμέτρηση της ποινής (φυλάκισης και χρηματικής) προσδιορίζεται και καθορίζεται από το αρμόδιο δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης από τον αρμόδιο προϊστάμενο της ΔΟΥ μετά τη διαπίστωση του αδικήματος. Η άσκηση ποινικής δίωξης γίνεται με μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο εισαγγελέα.

4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του κοινοποιουμένου άρθρου ορίζεται ότι όποιος αποπειράται να:

- εξαγοράσει το φοροτεχνικό υπάλληλο που διενεργεί φορολογικό έλεγχο ή με

- βίαια μέσα ή απειλές, να δυσχεράνει ή να παρεμποδίσει ή να εκφοβίσει το εντεταλμένο όργανο για τη διενέργεια ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας, ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 235 και 236 του Ποινικού Κώδικα.

Εκτός από την ποινή που προβλέπουν τα άρθρα αυτά του ποινικού κώδικα, επιβάλλεται και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο μέχρι πέντε εκατομμύρια δραχμές.

Για καθένα από τα παραπάνω αδικήματα η Φορολογική Αρχή υποχρεούται να υποβάλλει μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο εισαγγελέα.

Ειδικότερα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 και 2 του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής:

α. Παράγραφος 1

Όποιος κατακρατεί, καταστρέφει, πλαστογραφεί οποιαδήποτε βιβλία, έγγραφο ή στοιχείο ή συντάσσει ψευδή δήλωση ή αποδέχεται ή υπογράφει ψευδή δήλωση ή πιστοποιητικό σε σχέση με την περιουσιακή ή οικονομική γενικά κατάσταση του φορολογουμένου ή άλλου προσώπου υπόχρεου σε καταβολή φόρου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο έτη και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές, εκτός εάν οι πράξεις αυτές τιμωρούνται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.

β. Παράγραφος 2

Όποιος αποπειράται με εξαγορά ή με βίαια μέσα ή με απειλές να δυσχεράνει ή να παρεμποδίσει ή να εκφοβίσει φοροτεχνικό υπάλληλο να ενεργήσει έλεγχο για την εφαρμογή των φορολογικών νόμων, τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167, 235 και 236 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο επιβάλλει και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, εκτός εάν οι πράξεις αυτές τιμωρούνται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.

5. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι για τα ανωτέρω αδικήματα δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της επιβαλλόμενης ποινής και ότι η άσκηση εφέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Οι παραπάνω διατάξεις είναι σαφείς, αναφέρονται σε συγκεκριμένα αδικήματα που χαρακτηρίζονται ως ποινικά, αποβλέπουν στην αποτροπή τέλεσης τέτοιων πράξεων αλλά και στην αυστηρή τιμωρία αυτών που διαπράττουν αδικήματα αυτού του είδους, με τελικό σκοπό την εμπέδωση της φορολογικής συνείδησης και την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών προς το κράτος.

6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 καθορίζονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται στις περιπτώσεις που δεν αναγράφονται και κατά συνέπεια αποκρύπτονται περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα σε οποιαδήποτε φορολογική δήλωση. Ως φορολογική δήλωση νοείται τόσο η δήλωση φορολογίας εισοδήματος όσο και οι λοιπές δηλώσεις, όπως π.χ. φόρου προστιθέμενης αξίας, φόρου μεταβίβασης ακινήτων, φόρου κληρονομιών κ.λπ. Ορίζεται δε ότι οποιοδήποτε πρόσωπο που συντάσσει ή υπογράφει φορολογική δήλωση, έχει όλες τις συνέπειες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1599/1986 υπό την προϋπόθεση ότι η διαφορά του φόρου, που θα προκύψει και θα οφείλεται, υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές.

Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος 1599/86 ορίζει, στο άρθρο 22 παράγραφος 6, ότι: «Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εάν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσκομίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Σε περίπτωση ανάκλησης της υπεύθυνης δήλωσης του εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 227 του Ποινικού Κώδικα».

Τονίζεται ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή για όλες τις περιπτώσεις που τα ποσά και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δε δηλώθηκαν είναι γνωστά στο φορολογούμενο και δεν αφορούν τυχόν διαφορές που προκύπτουν από οποιονδήποτε φορολογικό έλεγχο.

7. Τέλος, με τις διατάξεις της παραγράφου 5, προστίθεται παράγραφος 7 στο άρθρο 41 του Ν. 1884/1990 με την οποία προβλέπεται ότι τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό για έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων, διώκονται αυτεπαγγέλτως αδιάφορα αν τελέστηκαν από δόλο ή αμέλεια. Επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις που εκδίδονται εικονικά ή πλαστά φορολογικά στοιχεία δε νοείται ύπαρξη ελαφρυντικού, αφού οι ενέργειες αυτές τελούνται ενσυνείδητα και εν επιγνώσει του διαπραττόμενου αδικήματος της φοροδιαφυγής.

Άρθρο 55

Ειδικές υποχρεώσεις ορισμένων φυσικών ή νομικών προσώπων(ισχύει από 30/6/92)

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού θεσπίζονται διάφορες υποχρεώσεις σε ορισμένες κατηγορίες επιτηδευματιών και άλλων φορέων.

Ειδικότερα οι διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζουν τα ακόλουθα:

Α. Παράγραφος 1

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ορίζεται ότι στα αντίγραφα των συμβολαίων που εκδίδονται και χορηγούνται, για διάφορες χρήσεις, από τους συμβολαιογράφους, πρέπει να αναγράφεται το ποσό της αμοιβής που εισπράχθηκε και ο αριθμός της σχετικής απόδειξης παροχής υπηρεσιών. Η υποχρέωση αυτή των συμβολαιογράφων υφίσταται μόνο για τις συμβολαιογραφικές πράξεις που αναγράφεται σε αυτές αμοιβή.

2. Η αναγραφή της αμοιβής ή του αριθμού της απόδειξης παροχής υπηρεσιών, θα γίνεται στο τέλος κάθε αντιγράφου συμβολαίου ή άλλης συμβολαιογραφικής πράξης, γιατί σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δε γίνει η αναγραφή, οι εκδιδόμενες ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις δε θα έχουν αποδεικτική ισχύ. Για το λόγο αυτό συνιστάται προσεκτική εφαρμογή της διατάξεως αυτής, κυρίως από τους συμβολαιογράφους αλλά και τους λοιπούς πολίτες που κάνουν χρήση αντιγράφων συμβολαίων ή συμβολαιογραφικών πράξεων.

Β. Παράγραφος 2

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 ορίζεται ότι οι σύλλογοι, τα σωματεία, τα ιδρύματα, οι διάφοροι οργανισμοί και γενικά κάθε οργάνωση ή ένωση προσώπων που αναλαμβάνουν και πραγματοποιούν χορούς ή συγκεντρώσεις (συνεστιάσεις κ.λπ.) ή δεξιώσεις σε κέντρο διασκέδασης ή σε ξενοδοχείο, ΥΠΟΧΡΕΟΥΝΤΑΙ να υποβάλλουν αίτηση στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) που υπάγεται και φορολογείται το κέντρο διασκέδασης ή το ξενοδοχείο.

Στην αίτηση επισυνάπτεται και το συμφωνητικό έγγραφο που καταρτίζεται μεταξύ του συλλόγου κ.λπ. και του κέντρου ή του ξενοδοχείου. Στο συμφωνητικό αυτό θα αναγράφεται ο σκοπός της διοργανωμένης εκδήλωσης, η επιβάρυνση του κάθε ατόμου που θα συμμετέχει στην εκδήλωση και ο αριθμός των προσκλήσεων που έχουν εκδοθεί.

2. Μετά το πέρας της πραγματοποιηθείσας συγκέντρωσης ή εκδήλωσης, οι σύλλογοι κ.λπ. υποχρεούνται να υποβάλλουν στη Δ.Ο.Υ. που φορολογείται το κέντρο ή ξενοδοχείο φωτοτυπία του ή των τιμολογίων που εκδόθηκαν και πήραν από το κέντρο ή το ξενοδοχείο. Η υποβολή των στοιχείων αυτών πρέπει να γίνει μέσα σε πέντε (5) ημέρες από το πέρας της εκδήλωσης.

Εδώ σημειώνεται ότι, οι σύλλογοι, οργανώσεις, σωματεία κ.λπ., που δεν έχουν καμιά φορολογική υποχρέωση, καλούνται να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του φαινομένου της φοροδιαφυγής, η οποία επιτυγχάνεται με το να απαιτείται η έκδοση και η λήψη φορολογικών στοιχείων - για κάθε εκδήλωση- και στη συνέχεια τα στοιχεία αυτά να υποβάλλονται (φωτοτυπίες) στη Φορολογική Αρχή που είναι αρμόδια για τη φορολογία του κέντρου κ.λπ.

3. Όπως είναι φανερό και ορίζεται στις παραπάνω διατάξεις, η μη συμμόρφωση προς την παραπάνω διαδικασία συνεπάγεται την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, δηλαδή την επιβολή χρηματικού προστίμου ποσού πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου συλλόγου, σωματείου κ.λπ. με πράξη του αρμόδιου προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.).

4. Τονίζεται ότι, από 30.6.1992 που ισχύει το άρθρο αυτό, καταργούνται οι διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 8 του Ν. 1882/90, οι οποίες προβλέπουν την υποβολή καταστάσεων από τα κέντρα και τα ξενοδοχεία για τις εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα σε αυτά.

Γ. Παράγραφος 3

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ότι οι εκμεταλλευτές σφαγείων υποχρεούνται να αναγράφουν στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εκδίδουν για την είσπραξη της αμοιβής τους, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του πελάτη τους, τη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) στην οποία φορολογείται αυτός, τον αριθμό των ζώων που σφάγηκαν, το είδος των ζώων που σφάγηκαν και το συνολικό τους βάρος. Τα τιμολόγια αυτά πρέπει να εκδίδονται σε ένα επιπλέον αντίτυπο με την ένδειξη «ΓΙΑ ΤΗ Δ.Ο.Υ» και θα υποβάλλονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. δεκαπέντε ημέρες μετά το τέλος του τριμήνου, για κάθε τρίμηνο.

2. Εφιστάται η προσοχή των Φορολογικών Αρχών στην εφαρμογή της διάταξης αυτής, γιατί με τα στοιχεία αυτά θα παρακολουθείται η διακίνηση των ζώων που σφάζονται και πωλούνται από τους επιτηδευματίες.

3. Κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1086944/5321/0009A/8.9.92 απόφαση, η οποία επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή, με την οποία καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία αξιοποίησης των στοιχείων που εκδίδονται από τα σφαγεία και αφορούν τη σφαγή των ζώων. Οι Φορολογικές Αρχές στην περιφέρεια των οποίων υπάρχουν σφαγεία, υποχρεούνται να επιδώσουν την απόφαση -με αποδεικτικό- για ενημέρωση των επιτηδευματιών της κατηγορίας αυτής.

4. Επισημαίνεται ότι η μη συμμόρφωση προς την ως άνω διαδικασία, που καθορίζουν οι διατάξεις αυτές, συνεπάγεται την επιβολή διοικητικών κυρώσεων (προστίμου), όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις του νέου Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων που ισχύει από 1 Ιουλίου 1992.

Δ. Παράγραφος 4

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 ορίζεται ότι:

α) Αποζημιώσεις, καθώς και πάσης φύσεως αμοιβές, που οφείλονται από επιχειρήσεις ή επιτηδευματίες σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με βάση δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή οποιαδήποτε αναγνώριση ή συμβιβασμό, δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνη για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών, που υπάγονται στη φορολογία εισοδήματος του οφειλέτη, εάν πριν από την καταβολή ή πίστωση αυτών, δεν υποβληθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας του δικαιούχου, αντίγραφο της απόφασης ή του εγγράφου και θεωρηθεί από αυτήν η απόφαση ή το έγγραφο βάσει του οποίου θα καταβληθεί ή πιστωθεί η αποζημίωση ή αμοιβή στο δικαιούχο.

β) Σε περίπτωση τεκμαρτού ή εξωλογιστικού προσδιορισμού των καθαρών κερδών του οφειλέτη, εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή, το ποσό της αποζημίωσης ή αμοιβής προστίθεται ολόκληρο στα τεκμαρτά ή εξωλογιστικά προσδιοριζόμενα καθαρά κέρδη.

2. Από τους ελέγχους που γίνονται από τις ΔΟΥ έχει διαπιστωθεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις, δε δηλώνονται από τους υπόχρεους αποζημιώσεις που εισπράττονται, καθώς και άλλου είδους αμοιβές που καταβάλλονται με δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή οποιαδήποτε αναγνώριση ή συμβιβασμό.

3. Για να είναι δυνατή η διαπίστωση των ανωτέρω ποσών από τις ΔΟΥ, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι τα ποσά αυτά δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνη των επιχειρήσεων που τα καταβάλλουν, αν δεν υποβληθεί και δε θεωρηθεί από την αρμόδια ΔΟΥ για τη φρρολογία του δικαιούχου, αντίγραφο της εκτελούμενης απόφασης ή του εγγράφου της αναγνώρισης ή του συμβιβασμού.

4. Η πιο πάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 16 του άρθρου 8 του Ν. 1882/1990.

Έτσι, προκειμένου περί ασφαλιστικών εταιριών οι οποίες καταβάλλουν διάφορες αποζημιώσεις, και με σκοπό τη διευκόλυνση των φορολογικών υπηρεσιών και των εταιριών αυτών, αντί να υποβάλλεται, στην αρμόδια ΔΟΥ της φορολογίας του δικαιούχου αντίγραφο της απόφασης ή του εγγράφου βάσει του οποίου καταβάλλεται η αποζημίωση, επιτρέπεται στο τέλος του έτους να υποβάλλεται στην αρμόδια ΔΟΥ που φορολογείται ο δικαιούχος, δελτίο με τα εξής στοιχεία: ονοματεπώνυμο δικαιούχου, επάγγελμα, διεύθυνση, αριθμός φορολογικού μητρώου, αιτία αποζημίωσης, αριθμός απόφασης και ποσό αποζημίωσης.

'Αρθρο 56

Ρύθμιση υπηρεσιακών θεμάτων οικονομικών υπαλλήλων (ισχύει από 30/6/92)

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, προσδιορίζονται οι συνέπειες και καθορίζονται οι κυρώσεις και ποινές που θα επιβάλλονται στους οικονομικούς υπαλλήλους οι οποίοι γίνονται επιλήσμονες του καθήκοντος τους και μη συνειδητής εκτέλεσης της υπηρεσίας τους υποπίπτοντας και διαπράττοντας το σοβαρότατο αδίκημα της δωροδοκίας, αποτέλεσμα του οποίου είναι η παραπομπή στη δικαιοσύνη. Οι συνέπειες που ορίζονται, για τις περιπτώσεις δωροδοκίας, είναι αυστηρές και αποβλέπουν στο να λειτουργήσουν αποτρεπτικά, ώστε να μην υπάρξουν επιλήσμονες του καθήκοντος που έχει ως αποτέλεσμα να εκθέτουν όχι μόνο τον εαυτό τους αλλά και την υπηρεσία τους.

Ειδικότερα:

Α. Παράγραφος 1

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ο υπάλληλος που παραπέμπεται να δικασθεί για το αδίκημα της δωροδοκίας:

α) τίθεται υποχρεωτικά σε αργία,

β) περικόπτονται οι αποδοχές του και θα λαμβάνει μόνο το 1/4 αυτών. Αυτό θα γίνεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση και

γ) εκπίπτεται αυτοδικαίως από την υπαλληλική θέση του αν δικασθεί και καταδικασθεί με αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου.

2. Αυτοδικαίως, επανέρχεται στην υπηρεσία του εάν και εφόσον αθωωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή που θα επανέλθει στην υπηρεσία του ο υπάλληλος, δικαιούται όλων των αποδοχών του που στερήθηκε κατά το χρόνο της δικαστικής εκκρεμότητας κατά τον οποίο βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, οπότε αποκαθίσταται η οικονομική ζημιά που υπέστη στο χρονικό αυτό διάστημα.

Β. Παράγραφος 2

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή και για τις υποθέσεις που τυχόν εκκρεμούν μέχρι την ισχύ του νόμου, δηλαδή γι' αυτές που βρίσκονταν σε εκκρεμότητα στις 30 Ιουνίου 1992 ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου. Συνεπώς, οι αρμόδιες Διευθύνσεις του Προσωπικού, υποχρεούνται να προβούν στις δικές τους ενέργειες για την περικοπή των αποδοχών των υπαλλήλων και την καταβολή από 1ης Ιουλίου 1992 του 1/4 των αποδοχών τους.

Γ. Παράγραφος 3

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ότι απαγορεύεται στους φοροτεχνικούς υπαλλήλους να τηρούν λογιστικά βιβλία φορολογουμένων ή να παρέχουν σε αυτούς φορολογικές ή άλλες συμβουλές ή υπηρεσίες γενικά. Ο σκοπός στον οποίο αποβλέπουν οι διατάξεις αυτές είναι προφανής, δεδομένου ότι δεν είναι νοητό τα εντεταλμένα όργανα για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας να παρέχουν συμβουλές και να υποδεικνύουν τρόπους αποφυγής εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων εκ μέρους των φορολογουμένων, αλλά και γενικότερα στην αποφυγή και αποτροπή από τη δημιουργία εξάρτησης μεταξύ φοροτεχνικών υπαλλήλων και φορολογουμένων.

2. Για την προστασία του κύρους των υπαλλήλων ο νομοθέτης πρόβλεψε όπως οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή μόνον όταν ο υπάλληλος καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και όχι με προφορικές ή έγγραφες καταγγελίες. Στις περιπτώσεις αυτές ο νόμος προβλέπει για τους παραβάτες, ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) χρόνια.

3. Τέλος, στην ίδια παράγραφο ορίζεται ότι, ο υπάλληλος που θα καταδικασθεί από το δικαστήριο -με αμετάκλητη απόφαση απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία.

Δ. Παράγραφος 4

1. Η διάταξη της παραγράφου αυτής, που ψηφίστηκε από τη Βουλή με πρόταση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, αποβλέπει στην προστασία του κύρους των Επιτροπών που εκδικάζουν φορολογικές διαφορές, καθώς και στην παροχή στοιχείων στη Δικαιοσύνη για δίκαιη και αντικειμενική κρίση.

2. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 53 του Ν. 3323/55 προβλέπει Τριμελή Επιτροπή για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς των επιτηδευματιών με τη Φορολογική Αρχή, προκειμένου για βιβλία και στοιχεία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων. Τα δε άρθρα 109 του Ν. 1892/1990 και 30 του Π.Δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.)7 προβλέπουν τριμελή επιτροπή που αποφαίνεται για το κύρος των βιβλίων και στοιχείων τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Οι επιτροπές αυτές αποφασίζουν ως συλλογικά όργανα και οι αποφάσεις τους λαμβάνονται κατά πλειοψηφία.

3. Η παραπάνω διάταξη σκοπό έχει να προστατεύσει το κύρος των επιτροπών αυτών, που εκδικάζουν φορολογικές διαφορές, για να μην επηρεάζονται ούτε να εκβιάζονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από ενέργειες ή πράξεις διαφόρων προσώπων και έτσι να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο θεσμός αυτός και να εκπληρώνεται ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε.

4. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, διευκολύνουν το έργο της Δικαιοσύνης, με το να υπάρχει στη διάθεση της η έκθεση ελέγχου και το πόρισμα ειδικών ελεγκτών από το οποίο να προκύπτει εάν ζημιώθηκε και σε ποιο βαθμό το Δημόσιο και για να αποδειχθεί εάν υπήρχε δόλος και πρόθεση που είναι βασικά στοιχεία για την κρίση του Δικαστηρίου. Οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν την άσκηση ποινικής δίωξης σε περίπτωση που υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο εισαγγελέα κατά επιτροπών που εκδικάζουν φορολογικές διαφορές, αλλά απαιτούν να υπάρχει ειδική έκθεση ελέγχου και πόρισμα ειδικών ελεγκτών βάσει του οποίου θα ασκηθεί ποινική δίωξη και θα αποφασίσει το Δικαστήριο.

5. Ειδικότερα η διάταξη της παραγράφου 4 ορίζει ότι σε περίπτωση υποβολής μηνυτήριας αναφοράς, σε οποιαδήποτε δικαστική Αρχή, κατά μέλους επιτροπών που εκδικάζουν φορολογικές διαφορές, για αδίκημα που φέρεται ότι διαπράχθηκε από αυτό κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε βάρος του Δημοσίου, δεν ασκείται ποινική δίωξη παρά μόνο με βάση το πόρισμα ειδικού ελέγχου που διατάσσεται από τον υπουργό Οικονομικών κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων.

Ο ειδικός αυτός έλεγχος ενεργείται υποχρεωτικά και η σχετική έκθεση διαβιβάζεται στην αρμόδια δικαστική Αρχή, μέσα σε ένα χρόνο το αργότερο από τότε που θα περιέλθει η μηνυτήρια αναφορά στο υπουργείο Οικονομικών. Επίσης ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή και στις εκκρεμείς ποινικές διώξεις κατά μελών των ανωτέρω επιτροπών, σε οποιοδήποτε βαθμό ή στάδιο, οι οποίες παύουν αυτοδικαίως και συνεχίζονται μόνο με βάση το πόρισμα του ειδικού ελέγχου, εφόσον καταλογίζεται δόλος ή πρόθεση στο διωκόμενο. Κατά τη διάρκεια δε της προσωρινής αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφήιτου ποινικού αδικήματος.

'Αρθρο 57

Οργανωτικά και διοικητικά θέματα

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ρυθμίζονται ορισμένα οργανωτικά και διοικητικά θέματα με τα οποία αντιμετωπίζονται λειτουργικά προβλήματα που έχουν δημιουργηθείγια την εύρυθμη λειτουργία των Δ.Ο.Υ. και ειδικότερα:

Α. Παράγραφος 1

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ορίζεται ότι οι φοροτεχνικοί υπάλληλοι που μετατίθενται από τη φορολογική υπηρεσία που υπηρετούν (ΔΟΥ-ΥΠΕΔΑ) σε άλλη υπηρεσία, μπορούν να συνεχίζουν τις εργασίες τους για περαίωση των υποθέσεων από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ από την οποία μετατέθηκαν. Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές δηλαδή της μετάθεσης υπαλλήλου που ο υπάλληλος αυτός έχει ασχοληθεί, έχει προχωρήσει και δεν έχει ολοκληρώσει την έρευνα - έλεγχο - επιχείρησης ή επιχειρήσεων με σοβαρό φορολογικό ενδιαφέρον, θα συνεχίζει τον έλεγχο αυτό ο ίδιος και στη νέα του υπηρεσία (ΔΟΥ), μέχρι να τον ολοκληρώσει. Έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ανάθεσης εντολής σε άλλο υπάλληλο που βέβαια δια να ενημερωθεί κ.λπ. επί της υποθέσεως χρειάζεται χρόνο που τελικά αποβαίνει σε βάρος της διεξαγωγής και ολοκλήρωσης του ελέγχου, της λειτουργίας της υπηρεσίας, αλλά και ταλαιπωρίας - σε πολλές περιπτώσεις - των φορολογουμένων.

2. Η ρύθμιση αυτή έγινε για να αποφεύγονται οι αλλεπάλληλες μεταθέσεις ή αποσπάσεις υπαλλήλων για ολοκλήρωση των ενεργειών τους και να διοεται εύλογος χρόνος επεξεργασίας των στοιχείων ελέγχου σοβαρών φορολογικών υποθέσεων, χωρίς μετακίνηση των υπαλλήλων αυτών. Το χρονικό διάστημα που θα χρησιμοποιείται για τις παραπάνω ενέργειες, θεωρείται ότι ο υπάλληλος αυτός υπηρετεί στην υπηρεσία (ΔΟΥ) στην οποία ανάγεται η αρμοδιότητα ελέγχου της επιχείρησης.

Β. Παράγραφος 2

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 και προκειμένου να αντιμετωπισθεί το σοβαρότατο θέμα αποσυμφόρησης των αρχείων των ΔΟΥ, ώστε ο χώρος που καλύπτεται με φοορλογικά κ.λπ. στοιχεία για τα οποία έχει παραγραφεί το δικαίωμα του Δημοσίου για αξιοποίηση ή έχει οριστικοποιηθεί - με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο - η φορολογική εγγραφή, προβλέπεται η έκδοση υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες θα καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία εκκαθάρισης των αρχείων των ΔΟΥ.

Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών, εκδόθηκε η αριθ. 1086260/1023/00068/πολ. 1176/3.6.92 απόφαση του υπουργού Οικονομικών η οποία κοινοποιήθηκε στις Φορολογικές Αρχές, για τις περαιτέρω ενέργειες τους. Στην απόφαση αυτή, που καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, παραπέμπουμε και φωτοτυπία της επισυνάπτεται στο τέλος της εγκυκλίου αυτής.

Γ. Παράγραφος 3

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ρυθμίζεται ο τρόπος που θα αντιμετωπίζεται το θέμα περαίωσης εκκρεμών υποθέσεων φορολογίας κεφαλαίου (κληρονομιών, δωρεών, μεταβίβασης ακινήτων κ.λπ.). Έτσι, με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που το προσωπικό της αρμόδιας ΔΟΥ δεν επαρκεί για τον έλεγχο και περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων φορολογίας κεφαλαίου, είναι δυνατή η ανάθεση του ελέγχου αυτού σε υπαλλήλους άλλων ΔΟΥ. Οι υπάλληλοι αυτοί θα ενεργούν τον ως άνω έλεγχο, πέρα από το κανονικό ωράριο λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών.

2. Με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών, θα ορισθεί ο τρόπος, η διαδικασία ελέγχου και γενικά κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη σωστή και επιτυχή εφαρμογή του μέτρου αυτού.

3. Και για τις περιπτώσεις ανάθεσης ελέγχου σε υπαλλήλους άλλων ΔΟΥ, που ορίζεται ότι κατά το χρόνο που διενεργείται ο έλεγχος αυτός θεωρείται ότι οι υπάλληλοι υπηρετούν κατ' απόσπαση στη ΔΟΥ από την οποία τους ανατίθεται ο έλεγχος.

Άρθρο 58

Συνυπευθυνότητα ιδιωτών και επιβολή κυρώσεων για αγορά ειδών ή αποδοχή υπηρεσιών χωρίς φορολογικά στοιχεία (ισχύει από 30/6/92)

1. Όπως γνωρίζετε, σε πολλές περιπτώσεις που οι επιτηδευματίες πωλούν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες σε ιδιώτες, για την ικανοποίηση προσωπικών ή οικογενειακών τους αναγκών, δεν εκδίδουν το νόμιμο φορολογικό στοιχείο με αποτέλεσμα να μην αποδίδονται στο Δημόσιο σοβαρά ποσά φόρου προστιθέμενης αξίας, αλλά και φόρου εισοδήματος.

Στη διάπραξη της φοροδιαφυγής αυτής συμβάλλουν και οι ιδιώτες προκειμένου να αποφύγουν την επιβάρυνση τους με φόρο προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στην αξία της συναλλαγής και ο οποίος επιρρίπτεται σε βάρος τους, σύμφωνα με το νόμο.

2. Για την περιστολή της φοροδιαφυγής στον τομέα αυτό των συναλλαγών, με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, καθιερώνεται - για πρώτη φορά - συνυπευθυνότητα των ιδιωτών και προβλέπεται η επιβολή προστίμου, μέχρι 100.000 δραχμές για κάθε παράβαση, σε όσους δε ζητούν ή δεν αποδέχονται το στοιχείο του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων για τις αγορές αγαθών ή λήψη υπηρεσιών. Το μέτρο αυτό αποβλέπει στο να ασκήσει ουσιαστική και ψυχολογική επίδραση και να αποτρέψει τη συμφωνία επιτηδευματία και πελάτη για τη μη έκδοση φορολογικών στοιχείων.

Διευκρινίζεται ότι η συνυπευθυνότητα των ιδιωτών υφίσταται και τιμωρείται και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δε ζητείται και δε λαμβάνεται φορολογικό στοιχείο για υπηρεσίες ελευθέρων επαγγελματιών (γιατρών, δικηγόρων κ.λπ.).

3. Επίσης, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι ο τρόπος επιβολής του προστίμου, η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης αυτού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, καθορίζεται με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1086945/5322/0009Α/πολ. 1193/8.9.92 απόφαση του υπουργού Οικονομικών, που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή, με την οποία προβλέπονται τα ακόλουθα:

α. Για την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοποιούμενου άρθρου (58) διενεργείται έλεγχος από ειδικά συνεργεία.

β. Σε βάρος των παραβατών επιβάλλεται πρόστιμο από 1.000 μέχρι 100.000 δραχμές μόλις διαπιστωθεί η παράβαση με απόφαση του Προϊσταμένου του συνεργείου η οποία επιδίδεται αμέσως στον παραβάτη.

γ. Το ποσό προστίμου που επιβάλλεται μέχρι 100.000 δραχμές δε δύναται να είναι ανώτερο του 50% της αξίας των αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών και όχι μικρότερο των χιλίων (1.000) δραχμών.

δ. Το πρόστιμο μπορεί να καταβληθεί στις τράπεζες Εθνική, Εμπορική, Αγροτική, Πίστεως ή στη ΔΟΥ της κατοικίας του παραβάτη.

ε. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου χωρεί διοικητική επίλυση της διαφοράς ή άσκηση προσφυγής.

Άρθρο 59

Τρόπος βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων από παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ισχύει από 30/6/92)

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 του ν. 1416/1984, τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας βεβαιώνονται και εισπράττονται από τις, ΔΟΥ στην περιφέρεια των οποίων διαπιστώθηκε η παράβαση. Στη συνέχεια αποδίδονται στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα χωρίς να εξετάζεται η κατοικία του παραβάτη.

Τούτο είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των προστίμων αυτών να μένει ανείσπρακτο, αφού η βεβαίωοή του γίνεται σε διαφορετική ΔΟΥ από αυτήν που είναι αρμόδια για τη φορολογία του υπόχρεου ή της κατοικίας του. Δεδομένου δε ότι το ύψος των προστίμων αυτών κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλά ποσά, είναι αδύνατο στη ΔΟΥ να κινήσει τη διαδικασία της αναγκαστικής είσπραξης για οφειλέτες που διαμένουν μακράν του τόπου αρμοδιότητος των, τα δε έξοδα εκτέλεσης σε πολλές περιπτώσεις πιθανόν να υπερβαίνουν το ποσό του οφειλόμενου προστίμου.

2. Κατόπιν τούτου, για να απλοποιηθεί η διαδικασία είσπραξης των προστίμων αυτών και να αποφεύγονται οι γραφειοκρατικές διατυπώσεις κρίθηκε σκόπιμο να ληφθούν τα εξής μέτρα:

α) Όταν τα πρόστιμα αυτά καταβάλλονται αμέσως, τότε να εισπράττονται από τις ΔΟΥ και να αποδίδονται στο Δήμο ή στην Κοινότητα στην περιφέρεια του οποίου διαπιστώθηκε η παράβαση.

β) Όταν τα πρόστιμα δεν εισπράττονται αμέσως αλλά βεβαιώνονται, τότε η βεβαίωση του τίτλου γίνεται στη ΔΟΥ που ασκεί την ταμειακή διαχείριση του Δήμου ή της Κοινότητας στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ο υπόχρεος παραβάτης και εισπράττονται υπέρ αυτών.

3. Με την παραπάνω διαδικασία καθίσταται ευχερέστερη η επιδίωξη της είσπραξης των προστίμων αυτών, τα δε ανείσπρακτα υπόλοιπα θα μειωθούν στο ελάχιστο, αφού η ΔΟΥ που ασκεί την ταμειακή διαχείριση του Δήμου ή της Κοινότητας στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ο υπόχρεος παραβάτης θα επιδιώκει την είσπραξη τους μαζί με τις τυχόν άλλες οφειλές του υπόχρεου παραβάτη προς το Δημόσιο ή προς το Δήμο ή την Κοινότητα, αλλά θα έχει και την ευχέρεια της λήψης αναγκαστικών μέτρων είσπραξης σε βάρος των υπόχρεων παραβατών.

Ειδικότερα:

4. Με τις διατάξεις της πραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 26 του ν. 1080/1980, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 του ν. 1416/1984, και ορίζεται ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας εισπράττονται από τις ΔΟΥ και αποδίδονται στο Δήμο ή την Κοινότητα, στην περιφέρεια του οποίου διαπιστώθηκε η παράβαση ή, εφόσον ο Δήμος ή Κοινότητα είχε δική του ταμειακή υπηρεσία μπορούν να καταβληθούν απευθείας σ' αυτή. Στις περιπτώσεις που τα πρόστιμα αυτά δεν πληρώνονται αμέσως, αλλά πρέπει να γίνει βεβαίωση για να επιδιωχθεί η είσπραξη τους κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, η βεβαίωση αυτή γίνεται στη ΔΟΥ που ασκεί την ταμειακή διαχείριση του Δήμου ή της Κοινότητας που κατοικεί ο οφειλέτης - παραβάτης και εισπράττονται υπέρ αυτών.

Με τον τρόπο αυτόν απλοποιείται η διαδικασία, διευκολύνονται οι υπηρεσίες και τα ποσά των προστίμων εισπράττονται εύκολα γιατί βεβαιώνεται στη Φορολογική Αρχή της κατοικίας του παραβάτη.

Ύστερα από τα παραπάνω οι ΔΟΥ δε θα δέχονται καταλόγους με τους οποίους βεβαιώνονται πρόστιμα οδικής κυκλοφορίας εάν ο παραβάτης δεν έχει την κατοικία του στη χωρική τους αρμοδιότητα.

Η αυτή διαδικασία μπορεί να τηρηθεί και για τη βεβαίωση των νοσηλίων τα οποία πρέπει να βεβαιώνονται στην ΔΟΥ στην περιφέρεια της οποίας κατοικεί ο οφειλέτης και όχι στη ΔΟΥ της περιφερείας του Νοσοκομείου.

Για την ομοιόμορφη και ενιαία εφαρμογή των διατάξεων αυτών δόθηκαν οδηγίες και με την αριθ. 1080872/8398/πολ. 1158/18.8.92 εγκύκλιο της αρμόδιας Διεύθυνσης Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (16η), οτην οποία και παραπέμπουμε.

Επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή για τα πρόστιμα που επιβάλλονται από την ισχύ του νόμου την 30 Ιουνίου 1992.

'Αρθρο 60

Τροποποίηση του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζεται ότι σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων για τις οποίες το ποσό της διαφοράς υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες δραχμές (200.000) δραχμές. Μέχρι την ισχύ των κοινοποιουμένων διατάξεων το ποσό της διαφοράς για την άσκηση έφεσης ήταν είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Το ποσό αυτό αναπροσαρμόσθηκε και ορίστηκε στις 200.000 δρχ. με σκοπό την αποφυγή αφενός της απασχόλησης των υπηρεσιών και την ταλαιπωρία των πολιτών για μη σημαντικά ποσά και αφετέρου την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και μη απασχόληση των εφετείων με μικροϋποθέσεις.

2. Ειδικότερα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 αντικαθίσταται το άρθρο 165 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (ν. 4125/60) και ορίζεται ότι ως διαφορά, για να υπάρχει δικαίωμα άσκησης εφέσεως, λογίζεται:

α) Για τη διάδικη Φορολογική Αρχή, το ποσό που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνο που ορίστηκε με τη διοικητική πράξη και σε αυτό που όρισε η πρωτόδικη απόφαση του δικαστηρίου. Στο ποσό της διαφοράς αυτής δεν περιλαμβάνονται οι προσαυξήσεις και τυχόν πρόστιμα που περιλαμβάνονται στην ίδια διοικητική πράξη (φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος, μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λπ.).

β) Για το φορολογούμενο, το ποσό που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνο που αντιστοιχεί στη δήλωση, δηλαδή το ποσό του φόρου που προκύπτει από την εκκαθάριση της δήλωσης, και σ' αυτό το ποσό που όρισε η απόφαση και το οποίο προκύπτει, όπως είναι ευνόητο, από την εκκαθάριση της δήλωσης μετά την έκδοση σχετικής απόφασης του δικαστηρίου.

γ) Για τις περιπτώσεις που δεν υπάρχει δήλωση, όπως π.χ. τα αυτοτελή πρόστιμα, ως διαφορά λογίζεται το ποσό που κατελόγισε η Φορολογική Αρχή και αυτό το ποσό που προσδιορίστηκε με την απόφαση του δικαστηρίου.

Περαιτέρω ορίζεται ότι μαζί με την οριστική απόφαση θεωρείται ότι συνεκαλείται και κάθε μη οριστική απόφαση.

3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 ορίζονται οι περιπτώσεις που είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως και για τις οποίες δεν υφίσταται ο περιορισμός του ποσού. Οι περιπτώσεις αυτές είναι:

α) Η υπέρβαση καθηκόντων του δικαστηρίου που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση.

β) Αν αναρμοδίως επελήφθηκε και εξέδωσε απόφαση το τακτικό διοικητικό δικαστήριο.

γ) Αν αντικείμενο της έφεσης αποτελεί η αναγνώριση ζημίας η οποία δεν έχει καλυφθεί με συμψηφισμό στο συνολικό εισόδημα το οποίο προσδιορίστηκε με την πρωτόδικη απόφαση.

Η ζημία αυτή πρέπει να είνει εκπεστέα από το συνολικό εισόδημα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 3323/55 όπως αυτές ισχύουν και τον περιορισμό ότι το ποσό της ζημιάς που πρέπει να εκπεοτεί υπερβαίνει τις οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) δραχμές.

4. Τέλος, ορίζεται ότι οι διατάξεις του ως άνω άρθρου έχουν εφαρμογή και για τις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών εφετείων κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου, δηλαδή στις 30 Ιουνίου 1992 ημερομηνία που δημοσιεύθηκε ο Ν. 2065/92.

Συνεπώς, οι υποθέσεις με φορολογική διαφορά μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές δε θα εκδικασθούν και ο φάκελος πρέπει να επιστραφεί στην αρμόδια Φορολογική Αρχή.

5. Τονίζεται ότι το ποσό των 200.000 δραχμών που ορίζει ο νόμος, είναι το κατώτατο όριο που δεν επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι σε όλες τις άλλες περιπτώσεις πρέπει να ασκείται έφεση απλώς για υπηρεσιακή κατοχύρωση και έτσι να ασχολούνται τα Διοικητικά Εφετεία με ασήμαντες φορολογικές υποθέσεις. Από τα στοιχεία που έχουμε προκύπτει ότι τα Διοικητικά Εφετεία κατά 80% επικυρώνουν ή τροποποιούν μερικώς τις αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων.

Κατόπιν τούτου, οι Φορολογικές Αρχές πρέπει να εξετάζουν με προσοχή κάθε απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου και να ασκούν εφέσεις μόνο όταν υπάρχουν σοβαρές φορολογικές διαφορές ή εσφαλμένη εφαρμογή των νόμων και όχι να ασκούν εφέσεις σε όλες τις υποθέσεις που προκύπτει φορολογική διαφορά πάνω από 200.000 δραχμές, για υπηρεσιακή κατοχύρωση.

'Αρθρο 61

Λοιπές Διατάξεις (ισχύει από 30/6/92)

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ρυθμίζονται διαδικαστικά και διαχειριστικά θέματα. Ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής:

Α. Παράγραφος 1

Τα σοβαρά φορολογικά αδικήματα πρέπει να δικάζονται σε σύντομο χρόνο για να έχουμε άμεσα αποτελέσματα τα οποία ασκούν επίδραση στην τΛριστολή της φοροδιαφυγής.

Για το λόγο αυτό, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ορίζεται προθεσμία οκτώ (8) μηνών εντός της οποίας πρέπει να εκδικάζονται οι μηνυτήριες αναφορές για ορισμένα ποινικά δικήματα που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές και είναι:

α) Οι υποθέσεις έκδοσης πλαστών και εικονικών τιμολογίων που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1884/1990, για την ορθή εφαρμογή των οποίων σας δόθηκαν λεπτομερείς οδηγίες με την εγκύκλιο πολ. 121 7/30.10.909 στην οποία και παραπέμπουμε.

β) Οι υποθέσεις του άρθρου 45 του Ν. 2065/92 για τις οποίες αναφερόμαστε ειδικότερα πιο πάνω οτην ερμηνεία του άρθρου αυτού και οι οποίες (υποθέσεις) αφορούν τις κυρώσεις για μη απόδοση παρακρατουμένων φόρων.

γ) Οι υποθέσεις δωροδοκίας φοροτεχνικών υπαλλήλων που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 54, για τις οποίες επίσης λεπτομερέστερα αναφερόμαστε παραπάνω στην ερμηνεία του άρθρου αυτού (54).

Περαιτέρω ορίζεται ότι η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων δεν μπορεί να αναβληθεί για δεύτερη φορά για να μη διαιωνίζεται η εκκρεμότητα στις υποθέσεις αυτές λόγω της ιδιομορφίας και σοβαρότητας τους.

Β. Παράγραφος 2

Η παράγραφος αυτή τέθηκε για την αποσυμφόρηση των Διοικητικών Εφετείων και την έγκαιρη βεβαίωση των φόρων. Στην πράξη όμως δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι με τον τρόπο αυτό δε διασφαλίζονται τα ςυμφέροντα του Δημοσίου, γι' αυτό στο νομοσχέδιο ΦΠΑ και άλλες διατάξεις που ψηφίζονται τώρα στη Βουλή τέθηκε διάταξη με την οποία η παράγραφος αυτή καταργείται από τότε που ισχύει.

Γ. Παράγραφος 3

1. Με τις διατάξεις της παραγρ. 3, διευκρινίζονται και συμπληρώνονται υφιστάμενες διατάξεις αναφορικά με τη διενέργεια διαχειριστικού και οικονομικού ελέγχου από επιθεωρητές του υπουργείου Οικονομικών, σε κάθε είδους αγαθοεργά ή κοινωφελή ιδρύματα, πολιτιστικά ή αθλητικά σωματεία, συλλόγους ή άλλα ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Ο έλεγχος αυτός επεκτείνεται στο σύνολο της διαχείρισης ανεξάρτητα αν τα έσοδα του ελεγχόμενου ιδρύματος, συλλόγου κ.λπ. προέρχονται από επιχορήγηση του κράτους ή από άλλη αιτία. Καθόσον αφορά τις δαπάνες (έξοδα) ορίζεται ότι αναγνωρίζονται μόνο αν για κάθε δαπάνη (έξοδο) υπάρχει το νομικό στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

2. Επίσης ορίζεται ότι από τα αρμόδια όργανα του προς έλεγχο ιδρύματος, συλλόγου κ.λπ. υποχρεούνται να παραδίδουν στον επιθεωρητή για έλεγχο όλα τα διαχειριστικά βιβλία και λοιπά στοιχεία που τηρούνται, γιατί σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν αρνηθούν να παραδώσουν τα ως άνω βιβλία και στοιχεία, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ένα χρόνο. Η φυλάκιση επιβάλλεται με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, ύστερα από σχετική μηνυτήρια αναφορά που ασκείται από τον επιθεωρητή που έχει την εντολή για έλεγχο.

3. Εκτός από την ποινή φυλάκισης, επιβάλλεται με πράξη του επιθεωρητή και χρηματικό πρόστιμο ποσού δρχ. 500.000 μέχρι 1.000.000 δρχ. για κάθε περίπτωση. Το ποσό αυτό λογίζεται και εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο και παρέχεται η δυνατότητα όπως με απόφαση του υπουργού των Οικονομικών που δημοσιεύεται στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται.

Άρθρο 62

Αρμοδιότητες υπαλλήλων υπουργείου Οικονομικών (ισχύει από 30/6/92)

1. Στην πράξη έχει παρατηρηθεί ότι σε πολλές υποθέσεις λαθρεμπορίας, δασμοφοροδιαφυγής, φοροδιαφυγής κ.λπ., διαπιστώνεται ταυτόχρονα και η διάπραξη και άλλων συναφών αδικημάτων όπως η απάτη σε βάρος του Δημοσίου, πλαστογραφία, τοκογλυφία και άλλα παρεμφερή αδικήματα οικονομικής φύσεως.

2. Κατόπιν τούτου, για την ολοκλήρωση του ελέγχου και κάθε έρευνας αναφορικά με τα παραπάνω αδικήματα κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί το δικαίωμα στους υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών να επιλαμβάνονται, με εντολή του αρμόδιου εισαγγελέα, προανακριτικών πράξεων που έχουν σχέση με τα συναφή αυτά αδικήματα της φοροδιαφυγής.

3. Έτσι, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού αίρεται η μέχρι τώρα υφιστάμενη αμφισβήτηση σχετικά με το εάν έχουν ή όχι δικαίωμα διενέργειας προανακριτικών πράξεων οι υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους για διαπίστωση διάπραξης αδικημάτων που αφορούν την εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας.

Όπως ορίζεται στις διατάξεις αυτές, προϋπόθεση για την ενέργεια ανακριτικών πράξεων είναι:

α) Να έχει πτυχίο ανώτατης σχολής ο υπάλληλος.

β) Να είναι επιθεωρητής του υπουργείου Οικονομικών.

γ) Να υπηρετεί στην Τελωνειακή Δ/νση Ελέγχου Οικονομικού Εγκλήματος (ΤΔΕΟΕ) ή

δ) Να ενεργεί, στα πλαίσια των καθηκόντων του, για τη διαπίστωση αδικημάτων λαθρεμπορίας, δααμοφοροδιαφυγής, φοροδιαφυγής ή οποιασδήποτε άλλης φορολογικής παράβασης ή παραβάσεων του νόμου περί εθνικού νομίσματος.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν αθροιστικά, ώστε να έχουν και ασκούν καθήκοντα και δικαιώματα ανακριτικών υπαλλήλων, οι πιο πάνω υπάλληλοι του Δημοσίου.

4. Περαιτέρω ορίζεται ότι οι υπάλληλοι αυτοί ενεργούν προανάκριση ή προανακριτική εξέταση και για κάθε άλλο συναφές με τα παραπάνω αξιόπιστο αδίκημα. Οι ενέργειες όμως αυτές θα γίνονται μόνο ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

5. Τέλος, ορίζεται ότι με την ως άνω ιδιότητα, δηλαδή την ανακριτική και κατά τη διάρκεια άσκησης της, οι υπάλληλοι αυτοί υπάγονται στη δικαιοδοσία του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

'Αρθρο 63

Υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση και αναγνώριση χρηματικών ποσών σε ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αντιμετωπίζεται το θέμα που προέκυψε με την υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, προσδιορισμού του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση, ύστερα από έγγραφη πρόσκληση των αρμοδίων φορολογικών υπηρεσιών. Οι προσκλήσεις αυτές στάλθηκαν στους ιδιοκτήτες οικοδομών προκειμένου να προβούν στον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση με βάση το εμβαδό της οικοδομής που αναγράφεται στους μετρητές της ΔΕΗ σε συνδυασμό με την εφαρμογή του συστήματος εξεύρεσης της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου κατά την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία.

Στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος αποδέχεται το ποσό του τεκμαρτού εισοδήματος που προκύπτει με την εφαρμογή των παραπάνω αναφερθέντων, δεν επιβάλλονται προσαυξήσεις και τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 των άρθρων 73 και 73α αντίστοιχα του ν.δ. 3323/55, δηλαδή δεν επιβάλλεται ούτε πρόσθετος φόρος ούτε αυτοτελές πρόστιμο.

Επίσης ορίζεται ότι η εφαρμογή του παραπάνω μέτρου ανατρέχει στο χρόνο που άρχισε η αποστολή προσκλήσεων και υποβολή των συμπληρωματικών - ως άνω - δηλώσεων, δηλαδή από 1ης Ιουλίου 1991.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι οι χρηματικές δωρεές σε αθλητικά σωματεία, συνδέσμους ή ομοσπονδίες του νόμου 75/1975, τα ποσά των οποίων (δωρεών) έχουν περιληφθεί στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για να αναγνωρισθούν και να εκτελεσθούν από το φορολογητέο εισόδημα του δωρητή, πρέπει ο δωρητής να προσκομίσει στην αρμόδια για τη φορολογία του ΔΟΥ τα εξής πρόσθετα στοιχεία:

α) πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου κ.λπ. από το οποίο προκύπτει η αποδοχή του ποσού της δωρεάς. Το πρακτικό αυτό πρέπει να είναι υπογραμμένο από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και να είναι θεωρημένο από την αστυνομική Αρχή για το γνήσιο των υπογραφών και

β) αντίγραφο του καταστατικού του σωματείου, συλλόγου κ.λπ.

3. Τα πρόσθετα αυτά μέτρα, για την περίπτωση αυτή, λήφθηκαν γιατί παρατηρήθηκε καταστρατήγηση των κειμένων διατάξεων - σε μεγάλη έκταση - σε βάρος του Δημοσίου.

Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών καταλαμβάνει όλες τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που ήταν ανέλεγκτες στις 30 Ιουνίου 1992, χρονολογία κατά την οποία δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός (2065/92), με τις οποίες έχουν δηλωθεί δωρεές χρηματικών ποσών σε αθλητικά σωματεία, συνδέσμους ή ομοσπονδίες που προβλέπει ο Ν. 75/1985 (ΦΕΚ 138/Α).

Σχετική με το θέμα των δωρεών σε αθλητικά σωματεία είναι και η αριθμ. 1039971/2508/ 30.4.92 τηλεγραφική διαταγή του υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 64

Καθιέρωση ειδικών υποχρεώσεων δικηγόρων και γιατρών (ισχύει από 1/9/1992)

Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου θεσπίστηκαν ορισμένες υποχρεώσεις για τον ευχερέστερο έλεγχο και την παρακολούθηση, από τα φοροτεχνικά όργανα, των αμοιβών, των γιατρών και των δικηγόρων.

Ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής:

Α. Παράγραφος 1

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι ο δικηγόρος, για οποιαδήποτε νομική υπηρεσία που παρέχει στον εντολέα του, ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή διοικητικής ή άλλης Αρχής ή συμβολαιογράφων ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή οργανισμών, ιδρυμάτων, επιτροπών ή για την κατάρτιση οποιασδήποτε σύμβασης ή καταστατικών εταιριών, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον οικείο δικηγορικό σύλλογο της χώρας ποσό ελάχιστης αμοιβής.

Β. Παράγραφος 2

Επίσης με την παράγραφο 2 ορίζεται ότι οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται στα συμβόλαια να αναγράφουν τα στοιχεία του δικηγόρου, τον αριθμό του φορολογικού τους μητρώου και τον αριθμό του γραμματίου προείσπραξης (κατάθεσης) της αμοιβής από το δικηγορικό σύλλογο, για την παράσταση του στην κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης.

Γ. Παράγραφος 3

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου, για παραστάσεις που προαναφέρθηκαν στις ως άνω παραγράφους 1 και 2, καθώς και για νομικές υπηρεσίες στις οποίες προεισπράττεται αμοιβή για κάθε απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατόπιν γνώμης της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδος και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το κατώτερο όριο αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

2. Η παραπάνω κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μπορεί να εκδοθεί και χωρίς τη γνώμη της ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων της χώρας, εάν παρέλθει άπρακτη δίμηνη προθεσμία από τότε που θα ζητηθεί εγγράφως η γνώμη της ολομέλειας από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Στις αποφάσεις αυτές μπορεί μαζί με το ελάχιστο όριο αμοιβής να καθορίζεται και το υποχρεωτικό της παράστασης των δικηγόρων σε υποθέσεις ιδιαιτέρου οικονομικού ενδιαφέροντος. Οι παραπάνω αποφάσεις δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι ελάχιστες αμοιβές που καθορίζουν αυτές είναι ενιαίες και ισχύουν σε ολόκληρη τη χώρα.

3. Μέχρι να εκδοθεί η κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης οι ελάχιστες αμοιβές των Δικηγόρων, για τις νομικές υπηρεσίες που παρέχουν στους πελάτες τους, θα προεισπράττονται με βάση την απόφαση που ισχύει σήμερα.

Δ. Παράγραφος 4

Στην παράγραφο αυτή ορίζεται ότι εάν οι παριστάμενοι δικηγόροι συνδέονται με την επιχείρηση ή το πρόσωπο που εκπροσωπούν σε σύμβαση εμμίσθου εντολής με πάγια αμοιβή, δεν προεισπράττεται αμοιβή και στο δικόγραφο ή στο συμβόλαιο μνημονεύεται η σύμβαση της πάγιας αμοιβής.

Ε. Παράγραφος 5

1. Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι η ελάχιστη αμοιβή, που προβλέπεται από τις προηγούμενες παραγράφους, προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπη απόδειξη είσπραξης σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 8 του Ν. 1882/90.

2. Στην απόδειξη, εκτός των στοιχείων του Δικηγορικού Συλλόγου, αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, ο αριθμός του φορολογικού μητρώου του δικαιούχου δικηγόρου και η ΔΟΥ στην οποία αυτός φορολογείται, το ποσό της αμοιβής και η ημερομηνία έκδοσης της. Η απόδειξη αυτή θα φέρει την υπογραφή και το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που την εξέδωσε, ο οποίος και θα φέρει την ευθύνη της αναγραφής αναληθών στοιχείων. Ο υπάλληλος υποχρεούται να παραδώσει το πρώτο αντίτυπο στον καταβάλλοντα την αμοιβή, το δεύτερο και τρίτο στο δικηγόρο για να επισυναφθεί το ένα στο δικόγραφο και το άλλο να παραμείνει στο δικηγόρο για ενημέρωση των βιβλίων του και το τέταρτο παραμένει στο στέλεχος.

3. Για την κατάρτιση των συμβολαίων, όπου απαιτείται παράσταση δικηγόρου σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, θα βκδίδεται η απόδειξη προείσπραξης αμοιβής σε τέσσερα αντίτυπα με τα στοιχεία που αναφέρονται παραπάνω και θα παραδίδεται ένα αντίτυπο στο συμβολαιογράφο, ο οποίος υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία στο συμβόλαιο των στοιχείων των παρισταμένων δικηγόρων, του αριθμού φορολογικού τους μητρώου, καθώς και των γραμματίων προείσπραξης των αμοιβών τους.

Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να αρνηθεί την κατάρτιση του συμβολαίου εάν δεν προσκομισθεί αντίτυπο της παραπάνω απόδειξης, για την οποία θα γίνεται σχετική μνεία στο συμβόλαιο.

4. Τα δικαστήρια δε θα συζητούν την υπόθεση εάν δεν υπάρχει στο φάκελο αντίτυπο της απόδειξης προείσπραξης της αμοιβής του δικηγόρου, την οποία υποχρεούνται να εκδίδουν οι δικηγορικοί σύλλογοι σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1882/1990 και του άρθρου 64 του Ν. 2065/92, χωρίς να είναι υποχρεωτική κατά την κατάθεση των δικογράφων, αλλά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

5. Οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων θα προεισπράττονται μέχρι εκδόσεως της κοινής υπουργικής απόφασης των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης με βάση την απόφαση που ισχύει σήμερα.

6. Για τον τρόπο αυτό και τη διαδικασία έκδοσης της απόδειξης προείσπραξης αμοιβών από τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας παρασχέθηκαν οδηγίες και με την αριθ. πολ. 1165/26.7.90 ερμηνευτική εγκύκλιο του Ν. 1882/90, καθώς και την αριθ. 1044290/3454/πολ. 1161/18.6.9010 απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, στις οποίες και σας παραπέμπουμε.

ΣΤ. Παράγραφος 6

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι, στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που αναγράφουν στην τετραπλότυπη απόδειξη, υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Στην υποχρέωση της παρακράτησης δεν εμπίπτουν οι πράξεις που γίνονται για λογαριασμό των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και του συνδίκου.

2. Ο φόρος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) που παρακρατείται από τους δικηιγορικούς συλλόγους κατά την προείσπραξη της ελάχιστης αμοιβής των δικηγόρων, αποδίδεται στο Δημόσιο εντός του πρώτου δεκαπενθήμερου των μηνών Απριλίου, Ιουλίου, Οκτωβρίου και Ιανουαρίου κάθε χρόνου με το έντυπο Προσωρινή Δήλωση «απόδοσης» φόρου και τελών που χρησιμοποιείται για την απόδοση φόρων που παρακρατούνται από διάφορες αμοιβές. Στο έντυπο αυτό θα αναγράφονται οι ακαθάριστες αμοιβές που υπόκεινται στην παρακράτηση (15%) οι οποίες προεισπράχθηκαν κατά το προηγούμενο τρίμηνο, καθώς και το ποσό των τυχών αμοιβών που δεν υπόκειται σε παρακράτηση 15%.

3. Οι δικηγόροι, κατά την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων, υποχρεούνται να επισυνάπτουν στη δήλωση τους - για τις αμοιβές που προεισπράχθηκαν από τους οικείους δικηγορικούς συλλόγους - κατάσταση στην οποία θα επισυνάπτουν τα γραμμάτια προείσπραξης βάσει των οποίων παρακρατήθηκε ο φόρος 15%. Στην κατάσταση θα αναγράφεται ο αριθμός των γραμματίων, η ημερομηνία έκδοσης τους, το ακαθάριστο ποσό αμοιβής και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε. Ο φόρος αυτός θα αναγράφεται στη δήλωση για να εκπεστεί κατά την εκκαθάριση της και τον υπολογισμό του φόρου από το ΚΕΠΥΟ.

Ζ. Παράγραφος 7

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, για να αποφεύγονται οι προστριβές και διαφωνίες των δικηγόρων με τις Φορολογικές Αρχές κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος, οι ελάχιστες αμοιβές που προεισπράττονται, επειδή είναι πολύ κατώτερες των πραγματικών, θα προσαυξάνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) και έτσι θα διαμορφώνονται οι συνολικές ακαθάριστες αμοιβές από την πηγή αυτή, οπότε το φορολογητέο εισόδημα της πηγής αυτής οριστικοποιείται και εφόσον δε διαπιστωθούν άλλες παραλείψεις και παρατυπίες, τα βιβλία κρίνονται ειλικρινή. Από τις συνολικές αμοιβές αφαιρούνται οι δαπάνες που αφορούν την άσκηση τουι'ελευθέριου επαγγέλματος του δικηγόρου και έτσι προκύπτει το φορολογητέο εισόδημα του δικηγόρου.

Το πιο πάνω ποσοστό αύξησης μπορεί, μετά από κοινές αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, να αναπροσαρμόζεται όταν αναπροσαρμόζονται οι ελάχιστες αμοιβές κατά τη διαδικασία της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού.

2. Η παραπάνω προσαύξηση δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. Για άσκηση δικηγορίας μέχρι πέντε (5) ετών από τη λήψη της άδειας του δικηγόρου, η οποία συμπληρώνεται στο τέλος Δεκεμβρίου εκάστου έτους πενταετίας, εκτός εάν πρόκειται για δικηγόρο που έχει επαναδιορισθεί.

β. Για αμοιβές που προέρχονται από παραστάσεις δικηγόρων ενώπιον συμβολαιογράφων, γιατί η αμοιβή αυτή καθορίζεται από το νόμο.

γ. Για τις περιπτώσεις του άρθρου 48 του ν.δ. 3323/1955, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 4 του ν. 1882/1990. Συμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, στο εισόδημα από αμοιβές ελευθερίου επαγγέλματος ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών αυτών, από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τους φορείς: Ιδρύματα, Οργανισμούς, Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας, Δημόσιες Επιχειρήσεις, Τράπεζες, Πιστωτικά Ιδρύματα, Συνεταιρισμούς και Ενώσεις τους, Συλλόγους και γενικά ενώσεις προσώπων, που τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΚΒΣ).

Οι αμοιβές που καταβάλλονται από τους παραπάνω φορείς είναι πραγματικές, εκδίδονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και δεν επιδέχονται αμφισβητήσεως.

δ. Για τους έμμισθους δικηγόρους, σε περίπτωση παραστάσεως τους για τους εντολείς τους.

ε. Για τις περιπτώσεις στις οποίες η αμοιβή, που αναφέρεται στην απόδειξη παροχής υπηρεσιών, καλύπτει το ποσοστό της προσαύξησης. Αντιμετωπίζεται η περίπτωση αυτή, γιατί ο δικηγόρος μπορεί να εισπράξει μεγαλύτερη αμοιβή από αυτή που προεισπράχθηκε και να εκδώσει απόδειξη παροχής υπηρεσιών το ποσό της οποίας να είναι μεγαλύτερο κατά 40% της αύξησης που προβλέπει η παράγραφος αυτή.

3. Μετά την παρακράτηση του φόρου εισοδήματος, που ανέρχεται στο δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του ποσού της ακαθάριστης αροιβής και των λοιπών κρατήσεων, που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων, το υπόλοιπο της αμοιβής αποδίδεται στο δικαιούχο δικηγόρο, ο οποίος υποχρεούται να καταχωρίσει ως έσοδο στο βιβλίο εσόδων - εξόδων το ακαθάριστο ποσό, όπως τούτο αναγράφεται στο γραμμάτιο του δικηγορικού συλλόγου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Π.Δ. 186/92 (ΚΒΣ). Για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων που προέρχεται από πράξεις ή υπηρεσίες για τις οποίες δεν προβλέπεται ελάχιστη αμοιβή εφαρμόζονται οι εκάστοτε κείμενες διατάξεις.

4. Για τις αμοιβές που δεν υπόκεινται στην προσαύξηση του 40%, όπως αυτές αναφέρονται οτην παράγραφο 7 του άρθρου 64 του Ν. 2065/92, δικηγόροι υποχρεούνται να υποβάλλουν κατάσταση στην οποία θα αναγράφουν τον αριθμό του γραμματίου προείσπραξης, το ποσά της αμοιβής και τον αριθμό και την ημερομηνία της απόδειξης παροχής υπηρεσιών.

5. Οι δικηγόροι υποχρεούνται να καταχωρούν στα βιβλία τους ακαθάριστο ποσό της αμοιβής που αναγράφεται στο γραμμάτιο του δικηγορικού συλλόγου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Π.Δ. 186/92 (ΚΒΣ).

6. Οι Φορολογικές Αρχές, μετά τον έλεγχο των στοιχείων των δηλώσεων και την εκκαθάριση της δήλωσης από το ΚΕΠΥΟ, υποχρεούνται να στέλνουν τα γραμμάτια προείσπραξης των δικηγορικών αμοιβών στο ΚΕΠΥΟ για μηχανογραφική επεξεργασία και έλεγχο εάν παρακρατήθηκε σωστά ο φόρος από τους δικηγορικούς συλλόγους και αποδόθηκε στο Δημόσιο.

Η. Παράγραφος 8

Η παράγραφος αυτή ρητά ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η έκδοση δελτίου ταυτότητας δικηγόρου, από τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας, χωρίς να αναγράφεται σε αυτό υποχρεωτικά ο αριθμός του φορολογικού μητρώου. Ο αριθμός του φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) χορηγείται σε κάθε νέο φορολογούμενο ύστερα από την υποβολή έναρξης άσκησης δραστηριότητας (άρθρου 29 Ν. 1642/1986) και τη συνεπεία έναρξης άσκησης δραστηριότητας, με τον αριθμό φορολογικού μητρώου.

Συνεπώς, της έκδοσης δελτίου ταυτότητας δικηγόρου προηγείται η βεβαίωση έναρξης άσκησης δραστηριότητας, στην οποία και μνημονεύεται ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ).

θ. Παράγραφες 9

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι κάθε παράλειψη συμβολαιογράφων ή άλλων υπόχρεων να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Ι. Παράγραφος 10

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι με κοινές αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία απόδοσης του φόρου που παρακρατήθηκε, η έκπτωση του φόρου που παρακρατήθηκε για κάθε δικηγόρο και η υποβολή της ετήσιας δήλωσης του φορολογίας εισοδήματος, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων.

2. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής θα εκδοθεί απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης η οποία θα καθορίζει τον τρόπο και τη διαδικασία απόδοσης του φόρου που παρακρατήθηκε, στο Δημόσιο και την έκπτωση αυτού από τη δήλωση του δικηγόρου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην εγκύκλιο αυτή. 

Κ. Παράγραφος 11

Τέλος, με την παράγραφο ένδεκα (11) καθορίζονται οι υποχρεώσεις των γιατρών αναφορικά με την παρακολούθηση των προς εξέταση ασθενών.

Σχετικά με τις υποχρεώσεις αυτές των γιατρών παρασχέθηκαν οδηγίες, διευκρινίσεις και λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων αυτών (παραγρ. 11) με την αριθ. 1100949/789/πολ. 1216/0015/2.10.92 εγκύκλιο στην οποία και παραπέμπουμε, με τη σημείωση ότι η ισχύς και η εφαρμογή των διατάξεων αυτών αρχίζει από 1η Σεπτεμβρίου 1992.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο