Δημοσιεύθηκε στις : [ 24-03-1992 ]

ΠΟΛ.1071/24.3.1992 Κοινοποίηση μερικών διατάξεων του Ν. 2008/1992

(Κοινοποίηση μερικών διατάξεων του Ν. 2008/1992)

Κατηγορία: Φ.Π.Α.

ΠΟΛ. 1071/24.3.92 Κοινοποίηση μερικών διατάξεων του Ν. 2008/1992

Κοινοποιούμε κατωτέρω τις διατάξεις των άρθρων 14, 15 παρ. 2 και 3, 16, 17, 20, 36 και 42 του Ν. 2008/1992 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Ν. 1571/1985 «Ρύθμιση θεμάτων πετρελαϊκής πο­λιτικής και εμπορίας πετρελαιοειδών και άλλες διατάξεις». Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας υπουργείου Οικονομικών και συναρμοδίων υπουργείων», που δημοσιεύθηκε στην Εφημε­ρίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 16/11.2.1992) και παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Α. ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ

ΆΡΘΡΟ 14

Ειδικές ρυθμίσεις στο φόρο προστιθέμενης αξίας

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν. 2008/92 παρατείνεται μέχρι 31.12.92 η αναστολή υπαγωγής στο ΦΠΑ των ακινήτων του άρθρου 6 του Ν. 1642/86. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στο ΦΠΑ θα υπαχθούν τα ακί­νητα των οποίων η άδεια κατασκευής θα εκ­δοθεί μετά την 1.1.1993.

2. Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τροποποιούνται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 56 του Ν. 1642/86 και υπάγο­νται στο ΦΠΑ τα εργολαβικά προσύμφωνα ανέγερσης οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, τα οποία συντάχθηκαν μετά την 21.8.86 και η σχετική άδεια θα εκδοθεί μετά την 1.1.93.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου αυ­τού ορίζεται ότι η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του Ν. 1884/16.6.1990 (ΦΕΚ 81Α) ισχύει από 16.1.1991. Με την παράγρα­φο 3 του άρθρου 10 του Ν. 1884/90 τροπο­ποιήθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Ν. 1881/90 ως προς το πεδίο εφαρμογής των μειωμένων συντελεστών στις παροχές υπηρε­σιών που πραγματοποιούνται στα νησιά των νόμων Σάμου, Χίου, Λέσβου και Δωδεκανήσου, καθώς και στο νησί Σαμοθράκη του Νο­μού Έβρου. Οι διατάξεις αυτές έχουν κοινοποιηθεί με την εγκύκλιό μας 1089868/5701/ ΠΟΛ.1254/10.12.1990.

Επειδή η εγκύκλιος αυτή εκδόθηκε με κα­θυστέρηση, υπήρξαν διαμαρτυρίες των παρα­γωγικών τάξεων ότι, για το χρονικό διάστημα 16.6.90 μέχρι την έκδοση της εγκυκλίου, δεν ήταν ενημερωμένοι για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού τέθηκε η διάταξη του άρθρου 37 του Ν. 1954/24.6.91 (ΦΕΚ 97Α'), η οποία όμως δεν έλυσε το πρόβλημα. Για το λό­γο αυτό τροποποιήθηκε με τον κοινοποιούμε­νο νόμο. Με την τροποποίηση αυτή, που ισχύ­ει από την ημερομηνία δημοσίευσης του Ν.1954/91 δηλ. από 24.6.91, η διάταξη του άρθρου 37 θεωρείται ότι δεν ίσχυσε ποτέ ως είχε αρχικά. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη του κοινοποιούμενου νόμου, η παράγρ. 2 του άρ­θρου 8 του Ν. 1881/90, όπως τροποποιήθηκε με την παράγρ. 3 του άρθρου 10 του Ν. 1884/90 και ερμηνεύτηκε με το κεφάλαιο Γ' της αριθμ. 1089868/5701/ΠΟΛ. 1254/10.12.1990 εγκυκλίου διαταγής μας, έχει εφαρμογή από 16.1.1991.

Παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιήθη­καν κατά το χρονικό διάστημα από 16.6.90 (ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 1884/90) μέ­χρι την 16.1.91 εάν έχουν επιβαρυνθεί με μει­ωμένο συντελεστή γίνεται δεκτή η απόδοση του μειωμένου αυτού φόρου και δεν αναζητεί­ται η διαφορά. Εάν όμως έχει επιβληθεί ο ακέ­ραιος συντελεστής ΦΠΑ, αποδίδεται κανονικά ο φόρος που επιβλήθηκε και δεν τίθεται θέμα επιστροφής της διαφοράς.

4. Με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού απαλλάσσονται από το φόρο προστιθέμενης αξίας η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται προς το Σωματείο «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΛΛΗ­ΛΕΓΓΥΗ ΙΣΟΤΙΜΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ», καθώς και η εισαγωγή αγαθών που ενεργούνται από αυτό ή από εργολάβο που ενεργεί για λογαριασμό του, για την ανέγερση κτιριακών εγκαταστά­σεων ή για τον πάγιο εξοπλισμό του Κέντρου Ιατρικής και Επαγγελματικής Αποκατάστασης περιοχής Παλαιάς Πεντέλης.

Για τη χορήγηση της απαλλαγής εφαρμόζο­νται οι διατάξεις των άρθρων 3 έως 7 της Π. 1497/629/Πολ. 98/19.2.88 ΑΥΟ.

Β. ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ

Άρθρο 15 παρ. 2 και 3

Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 15 ρυθμίζονται θέματα, που δημιουργήθηκαν κατά την εφαρμογή των διατάξε­ων του άρθρου 20 του Ν. 1921/91 (1).

Ειδικότερα:

1. Με τη διάταξη της παρ. 2 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρ­θρου 20 του Ν. 1921/1991 και στην περίπτωση που το συμβατικής τεχνολογίας μεταχειρισμέ­νο αυτοκίνητο, που αποσύρθηκε από την κυ­κλοφορία, από 12 Νοεμβρίου 1990 μέχρι 30 Απριλίου 1991, ανήκει κατά κυριότητα σ' ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα και το καινού­ριο επιβατικό αυτοκίνητο αντιρρυπαντικής τε­χνολογίας αγοράστηκε εντός των ανωτέρω προθεσμιών από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, έστω και αν τα πρόσωπα αυτά δια­φοροποιούνται των κυρίων του αυτοκινήτου, που αποσύρθηκε και το αντίστροφο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι τα πρόσωπα αυτά είναι σύζυγοι ή συγγενείς μέχρι του δευτέρου βαθ­μού ή τουλάχιστον το ένα από αυτά είναι κύ­ριος έστω και επί ιδανικού μεριδίου του αυτοκινήτου που αποσύρθηκε.

Ειδικότερα, για την εφαρμογή της ανωτέ­ρω διάταξης απαιτείται:

α) Να έχει πραγματοποιηθεί αγορά αντιρ­ρυπαντικής τεχνολογίας αυτοκινήτου από 12 Νοεμβρίου 1990 μέχρι 30 Απριλίου 1991.

β) Να έχει γίνει απόσυρση συμβατικής τε­χνολογίας αυτοκινήτου μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα (12.11.1990 μέχρι 30.4.1991), ανε­ξάρτητα αν η απόσυρση έγινε πριν ή μετά την αγορά του αντιρρυπαντικής τεχνολογίας αυτο­κινήτου.

γ) Το συμβατικής τεχνολογίας αυτοκίνητο, που αποσύρθηκε, να ανήκε κατά κυριότητα, σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

δ) Το καινούριο επιβατικό αυτοκίνητο αντιρρυπαντικής τεχνολογίας να αγοράστηκε από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, χω­ρίς να ενδιαφέρει εάν τα πρόσωπα αυτά είναι διαφορετικά από τους κυρίους του αποσυρθέ­ντος αυτοκινήτου και το αντίστροφο.

Πρέπει όμως, απαραίτητα τα πρόσωπα αυ­τά να είναι σύζυγοι ή συγγενείς μέχρι και 2ου βαθμού ή τουλάχιστον το ένα από αυτά να εί­ναι κύριος και επί ιδανικού μεριδίου του αυτο­κινήτου που αποσύρθηκε.

Εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι παρα­πάνω προϋποθέσεις, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 1921/1991 και θα επιστραφεί το πρόσθετο ει­δικό τέλος και τα τέλη κυκλοφορίας που κατα­βλήθηκαν. Επίσης, δε θα καταβληθούν τέλη κυκλοφορίας μέχρι να συμπληρωθούν 5 έτη.

Εννοείται, ότι, και εάν το αντιρρυπαντικής τεχνολογίας αυτοκίνητο δεν έχει ακόμη ταξι­νομηθεί, δε θα καταβληθούν πρόσθετο ειδικό τέλος και τέλη κυκλοφορίας.

Παράδειγμα: Έστω ότι, κατά το χρονικό διάστημα 12.11.1990 μέχρι 30.4.1991, απο­σύρθηκε μεταχειρισμένο αυτοκίνητο παλαιάς τεχνολογίας, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του ενός συζύγου. Εάν το αντιρρυπαντικής τε­χνολογίας αυτοκίνητο αποκτήθηκε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, και από τους δύο συζύγους, ανεξάρτητα από το ποσοστό της συνι­διοκτησίας καθενός θα εφαρμοσθεί η ανωτέ­ρω διάταξη. Το ίδιο θα συμβεί και στην περί­πτωση που το αποσυρόμενο αυτοκίνητο, ανή­κε στην κυριότητα και των δύο συζύγων και το αντιρρυπαντικής τεχνολογίας αυτοκίνητο αποκτήθηκε από τον έναν εξ ολοκλήρου. Κατά τον ίδιο τρόπο θα εφαρμοσθεί η ανωτέρω διάταξη και στην περίπτωση που η συνδέουσα τα πρόσωπα, που απέκτησαν την κυριότητα του αντιρρυπαντικής τεχνολογίας αυτοκινήτου, συγγενική σχέση με αυτούς, που απέσυραν το συμβατικό αυτοκίνητο, είναι μέχρι 2ου βαθ­μού, καθώς επίσης στην περίπτωση που ένα από αυτά είναι κύριος, έστω και επί ιδανικού μεριδίου του αυτοκινήτου που αποσύρθηκε. .

Όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη της παρ. 2 καταλαμβάνει περιπτώσεις που τόσο η από­συρση του συμβατικού αυτοκινήτου, όσο και η αγορά του αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 12 Νοεμβρίου 1990 μέχρι 30 Απριλίου 1991.

2. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 16 ορίζεται, ότι οι διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 1921/1991 εφαρμόζονται και στις περι­πτώσεις που, μετά την οριστική απόσυρση της κυκλοφορίας μεταχειρισμένου συμβατικής τε­χνολογίας αυτοκινήτου, ο κύριος αυτού απε­βίωσε η δε αγορά του αντιρρυπαντικής τεχνολογίας αυτοκινήτου γίνεται από τον ή τους κληρονόμους αυτού.

Άρθρο 16

Με τη διάταξη του άρθρου 16 καταργείται η μείωση των τελών κυκλοφορίας των επιβα­τικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, που προβλέπεται από τη διάταξη της παραγράφου2 του άρθρου 15 του Ν. 2367/1953, όπως ισχύει. Μετά την κατάργηση αυτή, δε θα γίνε­ται μείωση των τελών κυκλοφορίας των επι­βατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, λόγω παλαιότητας. Η κατάργηση της μείωσης κατα­λαμβάνει και τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκι­νήτων, που εκποιούνται από τον ΟΔΔΥ.

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1 Ιανουαρίου 1992. Επομένως, τα τέλη κυκλοφο­ρίας των ανωτέρω αυτοκινήτων, από το έτος 1992, θα βεβαιώνονται χωρίς μείωση, λόγω παλαιότητας (σχετική και η τηλεγραφική διατα­γή μας 1000143/8384/0014/31.12.1991).

Γ. ΤΕΛΗ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

Άρθρο 17

1. Πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 12/1975, η διανομή των κερδών των ναυτιλια­κών εταιριών απαλλασσόταν από τα τέλη χαρ­τοσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου5 του Ν.Δ. 189/1973. Με τις διατάξεις του άρ­θρου 21 του Ν. 12/1975, στα καθαρά κέρδη όλων των ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιριών, καθώς και στα καθαρά κέρδη των κερδοσκοπικών συνε­ταιρισμών και κοινοπραξιών, επιβλήθηκε τέλος χαρτόσημου 1%, σ' αντικατάσταση του μέχρι τότε επιβαλλόμενου τέλους κατά την ανάληψη κερδών, τη διανομή των κερδών στα μέλη τους κ.τ.λ.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμηνεύο­ντας τις ανωτέρω διατάξεις, έχει αποφανθεί, ότι το τέλος χαρτοσήμου του άρθρου 21 του Ν. 12/1975 επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη των ανωτέρω προσώπων κατά το στάδιο της πραγ­ματοποίησής τους, ενώ απαλλάσσεται η διανο­μή των κερδών μεταξύ των μελών τους κ.τ.λ.

Επομένως, οι απαλλακτικές διατάξεις που προέβλεπαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 12/1975, απαλλαγή από τα τέλη χαρτοσή­μου για τη διανομή τους, δεν καταλαμβάνουν και το τέλος χαρτοσήμου, που επιβάλλεται, από το ημερολογιακό έτος 1974, στα καθαρά κέρδη των εταιριών κ.τ.λ. κατά το στάδιο της πραγματοποίησής τους. Με βάση την ερμηνεία αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, η απαλ­λακτική διάταξη του άρθρου 5 του Ν.Δ. 189/1973, η οποία προβλέπει απαλλαγή από το τέλος χαρτοσήμου των κερδών των ναυτιλια­κών εταιριών, κατά το στάδιο της διανομής τους, δεν καταλαμβάνει το τέλος 1% των καθαρών κερδών του άρθρου 21 του Ν. 12/1975. Και μετά, όμως, τη ρύθμιση του ανω­τέρου άρθρου (21 Ν. 12/1975) απαλλάσσο­νταν, βάσει γενικών ή ειδικών ρυθμίσεων, τα κέρδη των ανώνυμων ναυτιλιακών εταιριών, των ναυτικών εταιριών του Ν. 959/1979, των συμπλοιοκτησιών, καθώς και των ναυτιλιακών εταιριών, που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις των ΑΝ. 89/1967 και 378/1968.

Ήδη, με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του κοινοποιούμενου άρ­θρου 17, απαλλάσσονται από το ανωτέρω τέ­λος χαρτοσήμου (1%), που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 12/1975, από το ημερολογιακό έτος 1991 και μετά, τα καθαρά κέρδη των κάθε μορφής ναυτιλιακών εταιριών και ναυτιλιακών κοινοπραξιών. Δη­λαδή, για τα κέρδη ημερολογιακού έτους 1991 και επομένων δεν οφείλεται το ανωτέρω τέ­λος, ούτε για τις ναυτιλιακές εταιρίες που λει­τουργούν με τη μορφή Ο.Ε., Ε.Ε. και Ε.Π.Ε. και τις ναυτιλιακές κοινοπραξίες, έστω και αν δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω απαλλακτικές διατά­ξεις των Α.Ν. 89/1967 και 378/1968, όπως ισχύουν.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου προβλέπεται η μη αναζήτηση του τέλους χαρτοσήμου για τα καθαρά κέρδη των ανωτέρω ναυτιλιακών εται­ριών (Ο.Ε., Ε.Ε., Ε.Π.Ε.) και ναυτιλιακών κοινο­πραξιών, που πραγματοποιήθηκαν μέχρι και το ημερολογιακό έτος 1990, αλλά και η μη επι­στροφή όσων τυχόν καταβλήθηκαν. Διευκρι­νίζεται, ότι τα τέλη χαρτοσήμου δε θα αναζη­τούνται έστω και αν έχουν βεβαιωθεί από τις ΔΟΥ. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δηλαδή έχουν βεβαιωθεί, θα διαγράφονται με σύνταξη σχετικού ΤΑΦΕ με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα διαπιστωθεί ότι εμπίπτουν στην ανωτέ­ρω διάταξη και δεν έχουν καταβληθεί μέχρι την έναρξη εφαρμογής της διάταξης (11.2.1992).

Επίσης διευκρινίζεται ότι, και μετά την ανωτέρω ρύθμιση, εξακολουθεί να απαλλάσ­σεται από το τέλος χαρτοσήμου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της παρ. γ' της παρ. 5 του άρθρου 15 του Κώδικα χαρτοσή­μου, όπως ισχύει, π ανάληψη των κερδών, η διανομή αυτών στους εταίρους, η πίστωση με αυτά των προσωπικών λογαριασμών των εταί­ρων, η μεταφορά των κερδών στους λογαρια­σμούς κέρδη και ζημίες, τακτικού και έκτακτου αποθεματικού, καθώς και η παραμονή των κερδών στους ανωτέρω λογαριασμούς.

2. Ο ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών, που προβλέπεται από τις διατάξεις του δεύτε­ρου μέρους (άρθρα 6 - 16) του Ν. 1676/1986, επιβάλλεται, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αυτοτελώς για κάθε σύμβαση δανείου ή πίστωσης, που ορίζει η διάταξη της περίπτω­σης α' του άρθρου 7 του ίδιου νόμου. Δηλα­δή, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κάθε ξε­χωριστή σύμβαση δανείου ή πίστωσης στην ίδια ή άλλη τράπεζα υπόκεινται αυτοτελώς στον ανωτέρω φόρο.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του κοινοποιούμενου άρθρου 17, αναφορικά με τις συμβάσεις πιστώσεων, προβλέπεται εξαίρεση από την ανωτέρω βασική αρχή.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές προβλέ­πεται απαλλαγή από τον ειδικό φόρο τραπεζι­κών εργασιών (3%) των συμβάσεων πιστώσε­ων κατά το ποσό όμοιων πιστώσεων που κλείνουν ή κατά το ποσό της μείωσης αυτών, σε άλλη τράπεζα.

Για να εφαρμοσθεί δηλαδή η απαλλακτική αυτή διάταξη απαιτείται:

α) Να έχει ανοιχθεί πίστωση σε μία τράπε­ζα, η οποία πρέπει απαραίτητα να έχει υπαχθεί σε φόρο τραπεζικών εργασιών, δπλαδή να έχει γεννηθεί η φορολογική υποχρέωση. Επο­μένως, οι συμβάσεις δανείων δεν εμπίπτουν στην απαλλακτική αυτή διάταξη.

β) Η πίστωση αυτή να κλείνει ή το ποσό αυτής να μειώνεται.

γ) Να ανοίγεται νέα πίστωση σε άλλη τρά­πεζα.

δ) Η σύμβαση της νέας πίστωσης να κα­ταρτίζεται εντός δύο μηνών από το κλείσιμο ή τη μείωση της παλαιάς.

ε) Το κλείσιμο ή η μείωση της πίστωσης να αποδεικνύεται με βεβαίωση, που χορηγείται από την παλαιά τράπεζα στον πιστούχο, από την οποία προκύπτουν τα στοιχεία της πίστω­σης και ειδικότερα ο αριθμός αυτής, ο χρόνος που ανοίχθηκε, το ονοματεπώνυμο ή η επω­νυμία του πιστούχου, το ύψος της πίστωσης και του ποσού κατά το οποίο έγινε η μείωση, καθώς και ο χρόνος του κλεισίματος ή της μεί­ωσης. Επίσης, από τη βεβαίωση πρέπει να προκύπτει ότι για την πίστωση που κλείνει ή μειώνεται το ποσό της, έχει γεννηθεί η φορο­λογική υποχρέωση ως προς τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών.

Διευκρινίζεται ότι, εφόσον η πίστωση που κλείνει ή αυτή που το ποσό της μειώνεται είχε ανοιχθεί πριν από την έναρξη ισχύος της διά­ταξης της παρ. 12 του Ν. 1882/1990 (23-3­-1990), ο χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης προκύπτει αυτόματα από την αναγραφή του χρόνου ανοίγματος της παλαιάς πίστωσης.

Για τις πιστώσεις, όμως, που το άνοιγμα της πίστωσης έγινε ή θα γίνει από 23-3-1990, εί­ναι απαραίτητο να προκύπτει από τη βεβαίωση, ότι γεννήθηκε η φορολογική υποχρέωση, γιατί χρόνος φορολογίας είναι η πρώτη εκταμίευση.

Η βεβαίωση αυτή, στην οποία δεν είναι απαραίτητο να αναγράφεται η τράπεζα, στην οποία θα ανοιχθεί η νέα πίστωση, θα είναι μο­ναδική και η ένδειξη αυτή θα αναγράφεται στη βεβαίωση.

Διευκρινίζεται ότι:

α) Για την εφαρμογή της απαλλακτικής διά­ταξης δεν είναι απαραίτητο να ανοίγουν ισά­ριθμες πιστώσεις με αυτές που κλείνουν ή το ποσό τους μειώνεται. Επομένως, η απαλλαγή παρέχεται και στην περίπτωση που κλείνουν ή μειώνονται δύο ή περισσότερες πιστώσεις σε μία ή σε περισσότερες τράπεζες και ανοίγει μία πίστωση σε άλλη τράπεζα ή αντίστροφα, όταν κλείνει μία πίστωση και ανοίγουν δύο ή περισ­σότερες πιστώσεις σε άλλη ή άλλες τράπεζες. Στην περίπτωση, βέβαια αυτή η συνολική απαλλαγή θα είναι μέχρι το συνολικό ποσό των πιστώσεων που κλείνουν ή το συνολικό ποσό της μείωσης.

β) Εάν το άνοιγμα της νέας πίστωσης γίνει μετά την παρέλευση των δύο μηνών από το κλείσιμο ή τη μείωση της παλαιάς πίστωσης, δε θα χορηγηθεί καμιά απαλλαγή από τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών.

γ) Για τη χορήγηση της απαλλαγής πρέπει να χορηγείται και να προσκομίζεται στη νέα τράπεζα η βεβαίωση, που προαναφέρθηκε, η οποία πρέπει να παραμένει σ' αυτήν ως δικαιο­λογητικό της απαλλαγής.

δ) Η απαλλαγή που χορηγείται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις αφορά το φόρο των πιστώσεων (3%) και όχι το φόρο (8%) των εσόδων των τραπεζών, που απορρέουν από αυτές (τόκων, προμηθειών). Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η απαλλαγή καταλαμβάνει μόνο τις πιστώσεις και όχι δάνεια. Επομένως, τόσο η σύμβαση που κλείνει ή το ποσό της μειώνεται, όσο και αυτή που ανοίγει, πρέπει να είναι σύμβαση πίστωσης και όχι σύμβαση δα­νείου.

ε) Αυτός, υπέρ του οποίου ανοίγεται η νέα πίστωση (πιστούχος), πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πιστούχο της παλαιάς πίστω­σης.

Για την πλήρη κατανόηση των ανωτέρω απαλλακτικών διατάξεων παραθέτουμε τα εξής παραδείγματα:

(1) Έστω, ότι στις 10-1-1991 είχε ανοιχθεί πίστωση στην τράπεζα Α υπέρ του πιστούχου «Π» ύψους 50.000.000 δρχ. Η πίστωση αυτή, για την οποία έγινε εκταμίευση για κάποιο πο­σό στις 10-2-1991, υπήχθη στον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών για ολόκληρο το ποσό αυτής. Έστω ότι η πίστωση αυτή κλείνει την 1 Μαϊου 1992 και ανοίγει πίστωση στην τράπεζα Β μέχρι την 1 Ιουλίου 1992 για ποσό μέχρι 50.000.000 δρχ. υπέρ του ίδιου πιστούχου «Π».

Στην περίπτωση αυτή δε θα καταβληθεί ει­δικός φόρος τραπεζικών εργασιών (3%) για το ποσό της νέας πίστωσης (50.000.000 - ­50.000.000 = 0). Εάν το ποσό της νέας πίστω­σης είναι 100.000.000 δρχ. θα καταβληθεί, κατά την πρώτη εκταμίευση, φόρος για το ποσό των 50.000.000 δρχ. (100.000.000 - 50.000.000 = 50.000.000).

(2) Έστω, ότι το ποσό της ίδιας ανωτέρω πίστωσης των 50.000.000 δρχ. μειώνεται την 1 Μαϊου 1992 κατά 10.000.000 δρχ. και ανοί­γεται μέχρι 1 Ιουλίου 1992 πίστωση μέχρι 10.000.000 δρχ. στην τράπεζα Β υπέρ του ίδι­ου πιστούχου «Π». Για το ποσό της νέας αυτής πίστωσης δε θα καταβληθεί ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών (10.000.000 - ­10.000.000 = ο). Εάν το ποσό της νέας πίστω­σης είναι 20.000.000 δρχ. θα καταβληθεί φό­ρος για ποσό 10.000.000 δρχ. (20.000.000 ­10.000.000 = 10.000.000).

(3) Εάν κλείσουν δύο πιστώσεις της ίδιας τράπεζας ή δύο διαφορετικών τραπεζών στις οποίες πιστούχος είναι το ίδιο πρόσωπο, ύψους 20.000.000 και 30.000.000 δρχ. αντί­στοιχα, και ο πιστούχος επιθυμεί να ανοίξει πί­στωση σε μία νέα τράπεζα ύψους μέχρι 50.000.000 δρχ., για το ποσό της πίστωσης αυτής δε θα καταβληθεί φόρος (50.000.000 - ­50.000.000 = 0). Εάν η πρώτη μειωθεί κατά 10.000.000 δρχ. και η άλλη κλείσει, για τη νέα πίστωση των 50.000.000 δρχ. θα καταβληθεί φόρος για ποσό 10.000.000 δρχ. (50.000.000 - 40.000.000= 10.000.000). Εννοείται, ότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο πιστούχος πρέπει να προσκομίσει δύο βεβαιώσεις, δηλαδή όσες και οι πιστώσεις, που κλείνουν ή το ποσό τους μειώνεται, κατά περίπτωση.

(4) Εάν κλείνει μία πίστωση στην τράπεζα Α ύψους 50.000.000 δρχ. και ο πιστούχος επιθυμεί να ανοίξει δύο πιστώσεις σε μία νέα τράπεζα n σε δύο νέες τράπεζες ύψους μέχρι 20.000.000 και 30.000.000 δρχ. αντίστοιχα, δε θα καταβληθεί φόρος για τις δύο αυτές νέ­ες πιστώσεις (50.000.000 - 50.000.000 = 0). Και στην περίπτωση αυτή, δεδομένου, ότι ο πιστούχος θα χρειασθεί δύο βεβαιώσεις από την αρχική τράπεζα Α, θα εκδοθούν δύο βε­βαιώσεις, για συγκεκριμένο ποσό καθεμιά, 20.000.000 και 30.000.000 αντίστοιχα. Εννοείται, ότι για το συγκεκριμένο ποσό, που εκδί­δεται, καθεμιά θα είναι μοναδική.

Όπως ρητά ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του κοινοποιούμενου άρθρου 17, οι διατάξεις της παραγράφου αυτής καταλαμβά­νουν συμβάσεις πιστώσεων, που καταρτίζο­νται από 1-1-1992, ύστερα από κλείσιμο ή μείωση του ποσού πιστώσεων σε άλλη τράπε­ζα, που πραγματοποιείται από την ημερομηνία αυτή. Δηλαδή και το κλείσιμο ή η μείωση των παλαιών πιστώσεων και η κατάρτιση των νέων πρέπει να πραγματοποιείται από 1-1-1992.

Εξάλλου, για να εφαρμοσθούν οι απαλλακτικές διατάξεις πρέπει να έχει προηγη­θεί το κλείσιμο των παλαιών πιστώσεων, οι οποίες, βεβαίως, μπορεί να έχουν ανοιχθεί οποτεδήποτε. Σε κάθε όμως περίπτωση το άνοιγμα των νέων πιστώσεων πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός δύο μηνών από το κλείσιμο ή τη μείωση των παλαιών.

3. Με τη διάταξη της παραγράφου 3 του κοινοποιούμενου άρθρου 17 προβλέπεται απαλλαγή από τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών ορισμένων πιστώσεων, που χορη­γούνται από τις ημεδαπές τράπεζες ή τις αλλοδαπές τραπεζικές εταιρίες, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα και των εσόδων, που προκύπτουν, από τις πιστώσεις αυτές.

Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις για την ανω­τέρω απαλλαγή, οι οποίες ορίζονται ρητά στην πιο πάνω διάταξη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά και είναι οι εξής:

α) Η πίστωση να χορηγείται από τα ανωτέ­ρω πρόσωπα με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ή του Οργανισμού Ασφάλισης Εξα­γωγικών Πιστώσεων.

β) Η πίστωση να χορηγείται στα πλαίσια των διευκολύνσεων που παρέχει ή Ελλάδα σε άλλες χώρες, εκτός ΕΟΚ, για εξαγωγή ελληνι­κών προϊόντων.

γ) Να έχει. προηγηθεί σχετική διακρατική συμφωνία.

Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν καταβάλλεται ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών, τόσο για την πίστωση (3%), όσο και για τα προκύπτοντα από αυτήν έσοδα (8%).

Η ισχύς της διάταξης αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του κοινοποιούμενου άρθρου 42, αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (11-2-1992).

Επομένως, λαμβανομένου υπόψη και του σκοπού στον οποίο απέβλεψε η διάταξη αυτή, η απαλλαγή καταλαμβάνει, εφόσον βέβαια συ­ντρέχουν οι προϋποθέσεις, που προαναφέρ­θηκαν, τόσο τις πιστώσεις που καταρτίζονται μετά την έναρξη της ισχύος της διάταξης, όσο και αυτές, που καταρτίστηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή, ο χρόνος φορολογίας τους όμως γεννάται μεταγενέστερα.

Επομένως, και στην περίπτωση που καταρ­τίστηκε σύμβαση πίστωσης, με τις ανωτέρω προϋποθέσεις, πριν από τις 11-2-1992, η πρώ­τη όμως εκταμίευση αυτής γίνεται μεταγενέ­στερα, για την πίστωση αυτή, καθώς και για τα προκύπτοντα από αυτήν έσοδα (τόκοι και προ­μήθειες), δε θα καταβληθεί ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών.

Άρθρο 20

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού αντικα­θίστανται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1α' του άρθρου 7 του Ν. 4171/1961, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 23 του Ν. 1262/1982, ώστε στα «ημεδαπά ει­δικά πιστωτικά ιδρύματα» της διάταξης αυτής να αναφέρεται ρητά ότι στα εν λόγω ιδρύματα περιλαμβάνεται και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 36

Με τις διατάξεις του άρθρου 36 του νόμου αυτού ορίζεται, ότι στα κοινωφελή ιδρύματα «ΙΔΡΥΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗ­ΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ» και «ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΛΑΜΠΡΑΚΗ» εφαρμόζονται τα άρθρα 1, παρ. 1 και 12 του Ν. 1610/1986, που αναφέρονται στην έγκριση σύστασης ιδρύματος με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΠΡΟΪ­ΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ».

Με βάση τις ανωτέρω συνδυασμένες δια­τάξεις, παρέχεται και στα ανωτέρω κοινωφελή ιδρύματα, μεταξύ άλλων, απαλλαγή από τέλη χαρτοσήμου και από εισφορές, κρατήσεις κ.τ.λ. υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων για οποια­δήποτε πράξη τους.

Η απαλλαγή αυτή είναι αντικειμενική, αφο­ρά δηλαδή τις πράξεις που πραγματοποιούν τα ιδρύματα αυτά και επομένως, τα σχετικά τέλη χαρτοσήμου κ.τ.λ. δεν καταβάλλονται ούτε από τους αντισυμβαλλόμενους. Σε καμιά περί­πτωση δεν μπορεί να έχει εφαρμογή η απαλ­λαγή αυτή και για το φόρο προστιθέμενης αξίας του ν. 1742/86, στα πλαίσια των διατάξε­ων του οποίου θα πρέπει να ερευνάται κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά.

Δ. ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 42

Με τη διάταξη του κοινοποιουμένου άρ­θρου 42 ορίζεται ότι η ισχύς του νόμου 2008/92 αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (11.2.1992) εκτός αν ορίζεται διαφορετική έναρξη ισχύος στις επιμέρους διατάξεις, όπως αναλύθηκε στα προηγούμενα κεφάλαια κατά περίπτωση.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο