Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1980 ]

ΠΟΛ.62/1980 Η διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού κατά τις διμερείς διακρατικές συμβάσεις αποφυγής της διπλής φορολογίας του εισοδήματος.

(Η διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού κατά τις διμερείς διακρατικές συμβάσεις αποφυγής της διπλής φορολογίας του εισοδήματος.)

 ΠΟΛ.  62, 8390/ 1981. Η διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού κατά τις διμερείς διακρατικές συμβάσεις αποφυγής της διπλής φορολογίας του εισοδήματος.

 

   Σε όλες τις διμερείς συμβάσεις για την αποφυγή της διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος που έχει υπογράψει η Ελλάδα με άλλες χώρες, με εξαίρεση τη σύμβαση με το Ηνωμένο Βασίλειο, περιλαμβάνονται διατάξεις που αναφέρονται στη διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού των θεμάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των εν λόγω συμβάσεων ( άρθρο 25 της ελληνο- αυστριακής και της ελληνο- βελγικής συμβάσεως, άρθρο 26 της ελληνο- γαλλικής, άρθρο 20 της ελληνο- γερμανικής, άρθρο 24 της ελληνο- ιταλικής, άρθρο 23 της ελληνο- κυπριακής, άρθρο 17 παρ. 2 της ελληνο- αμερικανικής, άρθρο 28 της ελληνο- σουηδικής και άρθρο 19 της ελληνο- ινδικής).

  Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, άν κάτοικος ενός συμβαλλόμενου Κράτους κρίνει ότι η φορολογία που του έχει επιβληθεί από το ένα ή και τα δύο συμβαλλόμενα Κράτη δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της σχετικής συμβάσεως, μπορεί, ανεξάρτητα από τα ένδικα μέσα που του παρέχονται από τις εθνικές νομοθεσίες των δύο Κρατών, να θέσει την περίπτωσή του υπόψη της αρμόδιας Αρχής του συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος.

   Εφόσον η αίτηση γίνει δεκτή, η ως άνω αρμόδια Αρχή αλληλογραφεί με την αρμόδια Αρχή του άλλου συμβαλλόμενου Κράτους για την επίλυση του θέματος που έχει προκύψει, και την εξάλειψη της Φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της σχετικής συμβάσεως. Άν κριθεί ότι η προφορική ανταλλαγή απόψεων θα διευκολύνει την επίλυση του θέματος, τότε συγκαλείται μια μικτή Επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των αρμοδίων Αρχών των συμβαλλόμενων Κρατών, στην οποία συζητείται το θέμα που έχει προκύψει.

    Άν οι αρμόδιες Αρχές των συμβαλλόμένων Κρατών καταλήξουν σε συμφωνία είτε με αλληλογραφία, είτε μέσω της ως άνω μικτής Επιτροπής, η συμφωνία αυτή πρέπει  να εφαρμοστεί και μάλιστα χωρίς χρονικό περιορισμό.

    Με τις προαναφερόμενες  διατάξεις καθιερώνεται μια ειδική διαδικασία συμβιβαστικής επιλύσεως των διαφορών που προκύπτουν  κατά την εφαρμογή των συμβάσεων για την αποφυγή της διπλής φορολογίας του εισοδήματος, και παρέχεται στις αρμόδιες αρχές των συμβαλλόμενων Κρατών η εξουσία να επιλύουν με δύναμη  δεδικασμένου  τις εν λόγο διαφορές.

    Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 28. παρ. 1 του Συντάγματος που ισχύει, ορίζεται ότι οι διεθνείς συμβάσεις που έχουν επικυρωθεί με Νόμο, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύουν οποιασδήποτε αντίθετης διατάξεως νόμου, μεταγενέστερου ή προγενέστερου. Με τη συνταγματική αυτή διάταξη παρέχεται σχέση υπεροχής του κανόνα δικαίου που περιέχεται σε διεθνή σύμβαση, κυρωμένη με Νόμο, έναντι αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού Νόμου.

    Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η απόφαση (συμφωνία)  στην οποία θα καταλήξουν οι αρμόδιες Αρχές των συμβαλλόμενων Κρατών κατά τη διαδικασία του αμοιβαίου διακανονισμού, είτε με αλληλογραφία, είτε μέσω της κατά τα ανωτέρω Μικτής Επιτροπής, υπερισχύει οποιασδήποτε αντίθετης διατάξεως της εσωτερικής μας Νομοθεσίας. Υπερισχύει ακόμα και οποιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως η οποία έχει κρίνει αντίθετα το επίμαχο θέμα.

   Δηλαδή το Κράτος αποδεσμεύεται μα μην εφαρμόσει την ευνοϊκή  γι` αυτό δικαστική απόφαση, άν, βάσει της ανωτέρω διαδικασίας, η οποία προβλέπεται από διάταξη διακρατικής συμβάσεως επικυρωμένης με Νόμο, οι αρμόδιες Αρχές δώσουν λύση αντίθετη από εκείνη της δικαστικής αποφάσεως. Διαφορετικά, δε θα είχε κανένα νόημα το δικαίωμα που έχει ο φορολογούμενος να προσφεύγει παράλληλα  τόσο στα ένδικα   μέσα των εθνικών νομοθεσιών  των συμβαλλόμενων Κρατών, όσο και στη διαδικασία του αμοιβαίου διακανονισμού  που του παρέχεται βάσει διατάξεως της σχετικής διακρατικής συμβάσεως. Ευνοείται βέβαια ότι τα ανωτέρω ισχύουν πάντοτε με τον όρο  της αμοιβαιότητας.

    Συνεπώς, σε περίπτωση που έχουν βεβαιωθεί στο όνομα αλλοδαπού Φορολογουμένου, κατοίκου συμβατικής χώρας, ποσά φόρου εισοδήματος, βάσει οριστικού φύλλου ελέγχου ή δικαστικής αποφάσεως, και οι αρμόδιες, Αρχές, των συμβαλλόμενων Κρατών, κατά τη διαδικασία του αμοιβαίου διακανονισμού, κρίνουν ότι ο εν λόγω Φορολογούμενος δέν υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής συμβάσεως, στη φορολογία που του έχει επιβληθεί τότε η απόφαση αυτή των αρμόδιων Αρχών είναι εκτελεστή, και έτσι τα ποσά του φόρου που έχουν βεβαιωθεί θα διαγραφούν ή, άν έχουν ήδη καταβληθεί, θα επιστραφούν.

    Ειδικά, όμως, η αξίωση πρός επιστροφή υπόκειται σε παραγραφή κατά τις διατάξεις της εσωτερικής Νομοθεσίας. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την χρονολογία εκδόσεως της ώς άνω αποφάσεως των αρμόδιων Αρχών των συμβαλλόμενων Κρατών, καθόσο από τη χρονολογία αυτή γεννιέται η αξίωση πρός επιστροφή των φόρων που έχουν καταβληθεί.

   Σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι και η γνωμοδότηση αριθ. 507/80 της ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους την οποία έχουμε αποδεχθεί, και την οποία σας κοινοποιούμε.

   ΑΡΙΘ. ΓΝΩΜΟΔ. 507  1980

   ΤΟ ΝΟΜΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Ολομέλεια

Συνεδρίασις της 26 Ιουνίου 1980

    Περίληψις ερωτήματος : Ερωτάται, εάν η συμφωνία περί υπαγωγής ή μη εις φορολογίαν φορολογουμένου τινός, εις ήν κατέληξαν αι αρμόδιαι αρχαί των συμβαλλομένων Κρατών, επί τη βάσει ρήτρας περιεχομένης εις διεθνή διμερή σύμβασιν περί αποφυγής διπλής φορολογίας κυρωθείσης διά  νόμου, θα υπερισχύσει της τυχών αντιθέτου αποφάσεως των αρμοδίων Διοικητικών (φορολογικών) Δικαστηρίων εις άς προσέφυγεν ο φορολογούμενος και

   2) Εάν το Δημόσιον υποχρεούται εις επιστροφήν των καταβληθέντων εις αυτό φόρων παρ` αλλοδαπού φορολογουμένου, όστις δέν ήσκιθεν μεν εις αυτό προσφυγήν εις τα Ελληνικά Διοικητικά Δικαστήρια πλήν όμως  εκρίθη υπό των αρμοδίων Αρχών των συμβαλλομένων Κρατών εις άς προσέφυγεν ως μή υπαγόμενος εις φόρον καίτοι η αξίωσις του αύτη πρός επιστροφήν των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων παρεγράφη, κατά την εγχώριον νομοθεσίαν.

   Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Νομικόν Συμβούλιον εγνωμοδότησεν ως ακολούθως :

   Ι. Τίθενται υπ` όψιν του Νομικού Συμβουλίου  τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Εις τας περισσοτέρας διμερείς συμβάσεις, τας οποίας, έχει υπογράψει η Ελλάς μέτ` άλλων  Κρατών ( Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία κ.λ.π.) πρός αποφυγήν της διπλής φορολογίας, αίτινες έχουν κυρωθεί διά Νόμων περιλαμβάνεται ομοιόμορφως η ρήτρα, περί ής ειδικώτερον κατωτέρω, κατά την οποίαν εάν ο φορολογούμενος κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Κρατών φρονεί ότι τα υπό του ενός ή του ετέρου των Συμβαλλομένων Κρατών λαμβανόμενα μέτρα συνεπάγωνται δι` αυτών διπλήν φορολογίαν δύναται, ανεξαρτήτως του δικαιώματος όπως ασκήση προσφυγάς ενώπιον των προβλεπομένων υπό των Εθνικών Νομοθεσιών Δικαστηρίων, να αναφέρη την περίπτωσιν του εις την αρμοδίαν Αρχήν του Κράτους, του οποίου είναι κάτοικος, οπότε, κρινομένης τυχόν της αιτήσεώς του ταύτης κατ` αρχήν βασίμου ακολουθείται η διαδικασία συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς μετά της αρμοδίας Αρχής του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, συνιστωμένης τελικώς κατόπιν διαπραγματεύσεων Μικτής Επιτροπής εξ αντιπροσώπων αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών, ήτις αποφαίνεται περί του εάν τα ληφθέντα εναντίον του μέτρα συνιστούν διπλήν φορολογίαν, ανεπίτρεπτον κατά την διμερή σύμβασιν.

   Δοθέντος όμως ότι ο αυτός φορολογούμενος ήσκησε παραλλήλως και προσφυγήν ενώπιον των προβλεπομένων υπό των Εθνικών νομοθεσιών Δικαστηρίων, άτινα απεφάνθησαν αντιθέτως πρός την υπό Μικτής Επιτροπής ληφθείσαν απόφασιν  περί της ορθότητος ή μη της επιβληθείσης εις βάρος του φορολογίας, οπότε εις την περίπτωσιν ταύτην ερωτάται εάν η ληφθείσα υπό της Μικτής Επιτροπής απόφασις θα κατισχύση ή μη της αντιθέτως αποφανθείσης δικαστικής αποφάσεως. Ωσαύτως είναι ενδεχόμενον, ο φορολογούμενος να ακολουθήση μεν την ως άνω διαδικασίαν συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς μέσω των αρμοδίων Αρχών των Συμβαλλομένων Κρατών και να μην ασκήση προσφυγήν ενώπιον των αρμοδίων φορολογικών δικαστηρίων, καταβάλλων άμα άπαντας τους επιβληθέντας φόρους, οίτινες, όμως, έδει να μήν είχον καταβληθή συμφώνως πρός την εκδοθείσαν  μεταγενεστέρως απόφασιν  της Μικτής Επιτροπής, κρινάσης ότι δεν υφίστατο φορολογική υποχρέωσις, δημιουργουμένης ούτω υποχρεώσεως του Δημοσίου πρός επιστροφήν των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων. Εις την τελειταίαν ταύτην περίπτωσιν, ερωτάται, εάν το Δημόσιον υποχρεούται εις την επιστροφήν των ανωτέρω φόρων, καίτοι η αξίωσις του αύτη παρεγράφη, άτε παρελθόντος του προβλεπομένου υπό της εσωτερικής νομοθεσίας χρόνου.

    ΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος προκύπτει σαφώς ότι οι γενικώς παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, ως και αι διεθνείς συμβάσεις, από της επικυρώσεως αυτών διά νόμου και της κατά τους όρους εκάστης τούτων θέσεων αυτών εν ισχύι,  αποτελούν αναπόσπαστον μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου, υπερισχύουν δε πάσης αντιθέτου διατάξεως νόμου, είτε προγενεστέρου, είτε μεταγενεστέρου αυτών υπό την επιφύλαξιν πάντως της τηρήσεως και υπό του αντισυμβαλλομένου Κράτους του όρου της αμοιβαιότητας, παρεχομένης ούτω υπό της ως άνω Συνταγματικής διατάξεως, σχέσεως υπεροχής του εν τη διεθνεί συμβάσει περιεχομένου κανόνος δικαίου έναντι της αντιθέτου διατάξεως εσωτερικού Νόμου (ίδ. και Βεγλερή <<Η σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το Σύνταγμα >>σελ. 96 επ. )

    Εξ άλλου, διά της διατάξεως του άρθρου 26 της διά του Ν.Δ. 4386/1964 κυρωθείσης από 21-8-1963 Συμβάσεως μεταξύ  του Βασιλείου της Ελλάδος κι της Γαλλικής Δημοκρατίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας και θεσπίσεως κανόνων αμοιβαίας διοικητικής επικουρίας εν σχέσει πρός τον φόρον εισοδήματος << ως και δι` ομοίων διατάξεων, ετέρων διμερών διακρατικών συμβάσεων, ορίζονται τα ακόλουθα : <<1. Οσάκις πρόσωπον, κάτοικος ενός Συμβαλλομένου Κράτους, κρίνει ότι τα λαμβανόμενα μέτρα υπό του ενός ή του ετέρου ή αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών συνεπάγονται ή θα συνεπάγωνται διά τούτο φορολογίαν, ήτις δέν είναι σύμφωνος πρός τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, δύναται, ανεξαρτήτως των προσφυγών των προβλεπομένων υπό των Εθνικών Νομοθεσιών, να θέση υπ` όψιν την περίπτωσιν του ενώπιον της αρμοδίας Αρχής του Συμβαλλομένου Κράτους, του οποίου τυγχάνει κάτοικος. 2. Εάν η αίτησις ήθελε γίνει δεκτή, η ειρημένη αρμοδία Αρχή, οσάκις δεν δύναται να εξεύρη ικανοποιητικήν λύσιν, ότι επιδιώξη την επίλυσιν της διαφοράς διά συμβιβασμού μετά της αρμοδίας Αρχής του ετέρου Συμβαλλόμενου Κράτους, προκειμένου να αποφευχθή η φορολογία η οποία δεν είναι σύμφωνος πρός τας διατάξεις της παρούσης συμβάσεως. 3. Αι αρμόδιαι Αρχαί των Συμβαλλομένων Κρατών θα επιδιώξουν διά συμβιβασμού την άρσιν της δυσκολίας ή τας αμφιβολίας τας οποίας δημιουργεί η ερμηνεία ή εφαρμογή της παρούσης συμβάσεως.

    Δύναται επίσης να έλθουν εις συμφωνίαν πρός αποφυγήν της διπλής φορολογίας και διά τας μή προβλεφθείσας προπτώσεις.

   4. Αι αρμόδιαι Αρχαί των Συμβαλλομένων Κρατών επικοινωνούν απ` ευθείας μεταξύ των διά την επίτευξιν συμφωνίας προβλεπομένης εις τας προηγουμένας παραγράφους Εάν αι ανταλλαγαί προφορικών απόψεων απορροφήσεως και κατ` αναλογία των κατεχομένων από αυτούς παλαιών μετοχών.

    Συνεπώς, δέν είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 1297/1972, που προβλέπουν φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις στην περίπτωση της συγχωνεύσεως δύο ανώνυμων εταιριών δι` απορροφήσεως της μιάς από άλλη υπάρχουσα ανώνυμη εταιρία, χωρίς να εκδοθούν νέες ονομαστικές μετοχές από την απορροφώσα εταιρία, που να καλύπτουν την αξία του εισφερόμενου κεφαλαίου, έστω και άν η απορροφώσα ανώνυμη εταιρία είναι μητρική και μοναδική μέτοχος της απορροφωμένης θυγατρικής εταιρίας, καθόσον η μή έκδοση νέων ονομαστικών μετοχών που να καλύπτουν την αξία της καθαράς θέσεως της απορροφωμένης εταιρίας κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως (απορροφήσεως), έρχεται σε αντίθεση αφ` ενός με τη ως άνω ρητή διάταξη της περιπτ. β` του άρθρου 4 του Ν.Δ. 1297/1972 που απαιτεί σε κάθε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων την έκδοση ονομαστικών μετοχών ισόποσης αξίας με την αξία του εισφερόμενου κεφαλαίου και αφ` ετέρου με τον επιδιωκόμενο από το Ν.Δ. 1297/1972 σκοπό, που που αποβλέπει στη δημιουργία μεγάλων και βιωσίμων οικονομικών μονάδων, με ηυξημένο μετοχικό κεφάλαιο.

   6. Σύμφωνα με τ` ανωτέρω είναι και η αριθ. 45/1981 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, την οποία και αποδεχθήκαμε.

 

 

 

 

 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο