Δημοσιεύθηκε στις : [ 16-01-2009 ]

Αρθρα ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ : ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΩΝ ΕΠΙΤΑΓΩΝ

(ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ : ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΩΝ ΕΠΙΤΑΓΩΝ)

Κατηγορία: Λοιπά

Το άρθρο του Νόμου 5960/1933 στο οποίο αναφέρονται τα σχετικά με την ακάλυπτη επιταγή είναι το άρθρο 79



ΝΟΜΟΣ 5960/1933

Άρθρο:
79


Ημερομηνία:
04.07.2006
Ημερομηνία Ισχύος:
01.01.1934




Σχόλια:
Το παρόν άρθρο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 Ν.Δ. 1325/1972. - Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2408/96 (Α' 104), ισχύει δε από 4.6.1996. - Σύμφωνα με το εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 2521/1997 (Α' 174/1.9.1997), ανεκτέλεστες εν όλω ή εν μέρει ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί για παράβαση του παρόντος άρθρου με δικαστικές αποφάσεις οι οποίες κατέστησαν αμετάκλητες μέχρι την ισχύ του ανωτέρω νόμου και δεν έχουν μετατραπεί σε χρηματικές, μετατρέπονται σε χρηματικές ποινές προς 400 έως 1.000 δρχ. την ημέρα ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο στον αρμόδιο για την εκτέλεση των ποινών εισαγγελέα μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του ν. 2521/1997.
Η παρ. 5, που προστέθηκε με την περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2408/96 (Α' 104/4.6.1996) και αντικαταστάθηκε, στη συνέχεια, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/99 (Α' 112/3.6.1999), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 3472/2006 (Α΄ 135/4.7.2006).

Κείμενο Άρθρου
1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. 2. Επιβάλλεται φυλάκισις τουλάχιστον ενός έτους α) εάν ο υπαίτιος μετέρχηται την εν παρ. 1 πράξιν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή β) εάν αι περιστάσεις υφ' άς ετελέσθη η πράξις μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος. Εις τας περιπτώσεις ταύτας το δικαστήριον, δια της αυτής αποφάσεως, διατάσσει την δια του τύπου δημοσίευσιν, επιμελεία του εισαγγελέως, περιλήψεως της καταδικαστικής αποφάσεως, της σχετικής δαπάνης περιλαμβανομένης εις τα, κατά το άρθρ.581 του Κωδ. Ποιν. Δικονομίας, έξοδα. "3. Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". 4. Η εισαγωγή εις το ακροατήριο των κατά τας διατάξεις του παρόντος διωκομένων πράξεων γίνεται δι' απευθείας κλήσεως και άνευ προανακρίσεως". «5. Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε η του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.)».

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Έννοιες :



Ακάλυπτη είναι η επιταγή που δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπάρχουν ίδια διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη.

Ακάλυπτη όμως είναι και η επιταγή που έχει εκδοθεί με χρέωση λογαριασμού τρίτου προσώπου ( άρθρο 6 Ν. 5960/1933 ) και δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπήρξαν διαθέσιμα στον λογαριασμό του τρίτου αυτού που υπέδειξε ο εκδότης .
Ακάλυπτη μπορεί να είναι και η μεταχρονολογημένη επιταγή , αυτή δηλαδή που φέρει χρονολογία εκδόσεως μεταγενέστερη από την πραγματική . Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει δεχθεί πως η επιταγή είναι ακάλυπτη , όταν εμφανιστεί και δεν πληρωθεί ( λόγω έλλειψης κάλυψης ), σε οποιοδήποτε χρονικό από την ημέρα της πραγματικής εκδόσεως μέχρι την πάροδο της προθεσμίας προς εμφάνιση, η οποία υπολογίζεται από την επομένη της χρονολογίας εκδόσεως που αναγράφεται στην επιταγή . *
Ακάλυπτη
επιταγή μπορεί να υπάρξει και σε περίπτωση πρόωρης ανάκλησης της . Η πρόωρη ανάκληση της επιταγής καθιστά τα υπάρχοντα κεφάλαια μη διαθέσιμα για την συγκεκριμένη επιταγή . Αποτελεί δηλαδή η ανάκληση εντολή του πελάτη προς την τράπεζα , να μην διαθέσει τα κεφάλαια που έχει στα χέρια της για την πληρωμή της συγκεκριμένης επιταγής .


* Α.Π. 186/1983 : «Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη - Στοιχεία του εγκλήματος έκδοσης τραπεζικής επιταγής που δεν πληρώθηκε είναι η έλλειψη πρόβλεψης κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της και γνώση του εκδότη για την έλλειψη πρόβλεψης. Η γνώση της έλλειψης από το λήπτη της επιταγής δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Στην μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή το χρονικό διάστημα εμφάνισης προς πληρωμή αρχίζει από την επόμενη ημέρα της πραγματικής έκδοσής της μέχρι και την όγδοη ημέρα, που αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσης που αναγράφεται πάνω στην επιταγή.»



Επίσης σχετική και η :
Αριθμός 1575/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ




Περίληψη :

Ακάλυπτη επιταγή. Αναίρεση. Αβάσιμοι οι λόγοι έλλειψης αιτιολογίας και
εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, διότι με σαφήνεια εκτίθεται η γνώση του
εκδότη ανυπαρξίας κεφαλαίων το χρόνο πληρωμής χωρίς να ασκεί επιρροή ή
εσωτερική σχέση εκδότη και λήπτη αφού δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης της
επιταγής. Μεταχρονολογημένη επιταγή. Η εμφάνιση προς πληρωμή μπορεί να γίνει
από την επομένη της πραγματικής έκδοσης μέχρι την όγδοη ημέρα από την επομένη
της ημέρας που σημειώνεται ως ημέρα έκδοσης.



Κείμενο απόφασης :


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Λαφαζάνο, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο
Μπάκα, Σταμάτιο Γιακουμέλο, Νικόλαο Συρόπουλο και Γεώργιο Σαραντινό-Εισηγητή,
Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2005,
με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Λάμπρου (γιατί
κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου,

για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντος-κατηγορουμένου
......................, κατοίκου Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζ. Κ., περί αναιρέσεως της 76800/2002
απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα
λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την
αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30-5-2003 αίτηση
του αναιρέσεως, καθώς και στους από 14-1-2005 προσθέτους λόγους, οι οποίοι
καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2003.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται
στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η
προκείμενη αίτησης αναίρεσης.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 «περί επιταγής», όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που
δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σε αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα
κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της,
τιμωρείται με τις προβλεπόμενες εκεί ποινές. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει,
ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι` αυτό
απαιτείται, για τη στοιχειοθέτησή του, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που
συντελείται με τη συμπλήρωση των από το νόμο απαιτούμενων στοιχείων επί
του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη και, αφετέρου, έλλειψη,
αντιστοίχων, διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο οπωσδήποτε της
πληρωμής, και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή, χωρίς να εξετάζεται το
έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσης. Το αξιόποινο του εγκλήματος
της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας
ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής
ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών,
πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς
να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής,
δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης.
Ούτε αίρεται το άδικο της πράξης, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση
είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του
ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα
τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της πιο πάνω
διάταξης του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933 με εκείνες των άρθρων 28, 29
και 56 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος
της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται, εκτός των άλλων στοιχείων, και
η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, εντός οκτώ
ημερών από την επόμενη ημέρα της έκδόσής της. Ειδικά επί μεταχρονολογημένης
επιταγής, δηλαδή επιταγής που φέρει ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη από την
πραγματική, η εμφάνιση προς πληρωμή μπορεί να γίνει κατά οποιαδήποτε ημέρα
του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της πραγματικής έκδοσης
της επιταγής αυτής και λήγει την ημέρα που παρέρχεται η προθεσμία προς
εμφάνισή της, δηλαδή την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που
σημειώνεται ως ημέρα της έκδοσης (Ολ.ΑΠ 123/1981, Ολ.ΑΠ 46/1980).

2.- Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93
παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία,
η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ
λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς
αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο
ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του
εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά,
καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που
αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινή διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη
τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το
διατακτικό που αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα
αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το
καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Η αιτιολογία αυτή
πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που
προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό
του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας
προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής, στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη
μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί
κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, που αποτελεί άρνηση
αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της
κατηγορίας ή υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την παραπάνω
έννοια, και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να
αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε
του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή
εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης
υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη,
που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν
υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη
διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής
διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που
συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του
σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητά
του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με
αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη
εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

3.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη
76.800/2002 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που, δικάζοντας
κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα
πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού,
μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερόμενων στην εν λόγω
απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά
περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, από 25-3-98 έως 28-2-99, με
περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος,
εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή γιατί δεν
είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής και πιο
συγκεκριμένα τις επιταγές με αριθ. 1) 96306898/28-5-98, 2) 96308661/25-3-98,
3) 96308662/28-6-98, 4) 96308663/30-9-98, 5) 96308664/30-12-98 και 6)
96308665/28-2-99 για να πληρωθούν από την Τράπεζα ......... Ειδικότερα ο
κατηγορούμενος, στους παραπάνω τόπο και χρόνους, εξέδωσε τις υπ` αριθμ.
96308661, 96306898, 96308662, 96308663, 96306664 και 96308665 επιταγές
αντίστοιχα, ποσού 3.000.000, 2.000.000, 3.000.000, 3.000.000, 3.000.000 και
3.000.000 δρχ. αντίστοιχα, πληρωτέες από την Τράπεζα ........ σε διαταγή του
εγκαλούντος ............. η δεύτερη και σε διαταγή .......... οι λοιπές, και
των οποίων νόμιμος κομιστής εξ οπισθογραφήσεως είναι ο εγκαλών ............
Οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν από τον εγκαλούντα στην πληρώτρια πιο πάνω
Τράπεζα για πληρωμή την 1-4-1998, 29-5-1998, 28-5-1998, 28-5-1998, 28-5- 1998
και 28-5-1998 αντίστοιχα, αλλά δεν πληρώθηκαν, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα
διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής, το γεγονός δε αυτό γνώριζε ο
κατηγορούμενος. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ότι δεν είχε υποχρέωση
πληρωμής των παραπάνω επιταγών γιατί α) αυτές ήταν προϊόν απάτης που
διαπράχθηκε σε βάρος του από το λήπτη ............, β) είχε συμφωνήσει με
τον τελευταίο ότι οι εν λόγω επιταγές δεν θα μεταβιβαζόταν σε τρίτους πριν
παρέλθει η αναγραφόμενη σ` αυτές ως ημερομηνία εκδόσεώς τους και μόνο για την
κάλυψη αναγκών της εταιρείας «............», και γ) η συμμετοχή του στην ως
άνω εταιρία «..............», για την οποία δόθηκαν οι επιταγές ματαιώθηκε το
Μάρτιο του 1998, ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν επί του προκειμένου αδικήματος
της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δεδομένου ότι επί του αδικήματος αυτού δεν
ασκεί επιρροή ή εσωτερική σχέση των διαδίκων, εκδότη και λήπτη της επιταγής,
αφού δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως της επιταγής. Για τον ίδιο λόγο είναι
απορριπτέοι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί του ότι η μη πληρωμή
των επιταγών, ενόψει των ανωτέρω, έγινε κατ` ενάσκηση νομίμου δικαιώματος,
άλλως για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο κίνδυνο που απειλούσε την
περιουσία του, λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Τέλος, ο
ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης, διότι πίστευε,
μετά από συμβουλές αρμοδίων τραπεζικών και νομικών, ότι είχε δικαίωμα να
προβεί στην ανάκληση των επιταγών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ` ουσίαν,
αφού, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας επί του σώματος
των επιδίκων επιταγών, αυτές δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως αντιστοίχων
διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο της πληρωμής και όχι λόγω ανακλήσεώς τους
από τον εκδότη. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω ο κατηγορούμενος τέλεσε την
αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί
ένοχος..». Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο
ένοχο για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ`
εξακολούθηση και του επέβαλε τις εκεί αναφερόμενες ποινές (φυλάκισης και
χρηματική), την εκτέλεση της πρώτης από τις οποίες ανέστειλε επί τρία έτη. Με
αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο, δεν περιορίστηκε σε απλή αντιγραφή
του διατακτικού, αλλά διέλαβε στην απόφασή του αυτοτελή και μάλιστα την από
τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη
αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, διότι εκθέτει σε αυτή, με
πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά
περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, σε σχέση με το
πιο πάνω έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης
και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους προέβη
στην υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις
που εφάρμοσε, ενώ, περαιτέρω, μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία
προέκυψαν τα πιο πάνω περιστατικά, τα οποία, όπως προκύπτει από την
προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε στο σύνολό τους, χωρίς
καμία εξαίρεση. Τα παραπάνω ισχύουν ειδικότερα και ως προς την απόρριψη των
ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για το ότι οι επίμαχες επιταγές εκδόθηκαν για
αιτία παράνομη και, συνεπώς, είναι άκυρες ή ακυρώσιμες, ότι παραδόθηκαν στο
λήπτη Β. Τ. μεταχρονολογημένες, με συγκεκριμένες χρονολογίες εμφάνισης
προς πληρωμή, επειδή ενσωμάτωναν μελλοντικές δόσεις του ανταλλάγματος που
συμφωνήθηκε για τη μελλοντική συμμετοχή (κατά ποσοστό 40%) του αναιρεσείοντος
στην επιχείρηση του λήπτη «...........», και δεν οφείλονταν ούτε μπορούσαν να
κυκλοφορήσουν πριν παρέλθει η αναγραφόμενη σε καθεμία χρονολογία εμφάνισης,
ότι η συμφωνία με τον λήπτη ματαιώθηκε τον Μάρτιο του 1998 και, από τότε, δεν
οφείλονταν οι πιο πάνω δόσεις, παρ` όλα αυτά, όμως, οι επιταγές κυκλοφόρησαν
και εμφανίστηκαν προς πληρωμή, ότι, επομένως, νόμιμα ο αναιρεσείων, κατ`
ενάσκηση δικαιώματος (άρθρο 20 του ΠΚ), ή λόγω συνδρομής κατάστασης ανάγκης
(άρθρο 32 του ΠΚ) ή λόγω συγγνωστής νομικής του πλάνης (άρθρο 31 παρ.2 του
ίδιου Κώδικα), ανακάλεσε και δεν πλήρωσε τις παραπάνω επιταγές. Υπάρχει,
δηλαδή, και γι` αυτήν, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα
ως προς τον τελευταίο ισχυρισμό (για ύπαρξη νομικής πλάνης), το πιο πάνω
Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική γι` αυτόν κρίση
του, διότι αυτός ήταν αόριστος, ενόψει του ότι γίνεται σε αυτόν λόγος για
ανάκληση των επιταγών, ενώ αυτές δεν πληρώθηκαν, εξαιτίας έλλειψης διαθεσίμων
κεφαλαίων, δεν αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των ειδικών (τραπεζικού και
νομικού) που συνέστησαν στον αναιρεσείοντα την ανάκληση των επιταγών, ούτε
τα επίσης αναγκαία για το ορισμένο του ισχυρισμού αυτού, προσδιοριστικά
της προσωπικής κατάστασης του αναιρεσείοντος στοιχεία, όπως η ηλικία, το
επάγγελμα, οι πνευματικές ικανότητες κλπ, παρά ταύτα, όμως, προέβη σε
επαρκή αιτιολόγηση της απόρριψης και του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω, όπως
σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι επίμαχες επιταγές ήταν
μεταχρονολογημένες, γεγονός που ρητά παραδέχεται ο αναιρεσείων, τόσο με το
αναιρετήριο, όσο και κατά τη διατύπωση των πιο πάνω ισχυρισμών του στο
Δικαστήριο της ουσίας και, συνεπώς, δεν υπάρχει αντίφαση ή λογικό κενό στην
προσβαλλόμενη απόφαση από το γεγονός ότι η εμφάνιση τεσσάρων από τις πιο πάνω
επιταγές στην πληρώτρια Τράπεζα, προς πληρωμή, έγινε από τον κομιστή τους,
που είχε το σχετικό δικαίωμα, πριν από την αναγραφόμενη σε καθεμία από αυτές
χρονολογία έκδοσης. Ορθά, κατά συνέπεια, ερμήνευσε και εφάρμοσε το παραπάνω
Δικαστήριο τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933, σε συνδυασμό με
εκείνες των άρθρων 28, 29 εδ.α και 56 του ίδιου νόμου τις οποίες (όπως και
εκείνες των άρθρων 20,25, 32 και 31 παρ.2 του ΠΚ) ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου
παραβίασε, και, συνακόλουθα, οι πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και ο δεύτερος
λόγος αυτού και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος, από τις διατάξεις των άρθρων 510
παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους υποστηρίζονται τα
αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

6.- Με βάση όσα έχουν εκτεθεί, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση
αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα
δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Μαϊου 2003 αίτηση του ...................... της
76800/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και τους
από 14 Ιανουαρίου 2005 πρόσθετους λόγους. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε
διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις
28 Ιουνίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Παραθέτω κάποιες αποφάσεις σχετικές με την έκδοση ακάλυπτων επιταγών . Σημειώνω πως υπάρχουν πάρα πολλές . Επιλεκτικά παρουσιάζω τις παρακάτω, οι οποίες κατά την γνώμη μου είναι πιο σημαντικές .




1) Αριθμός 1047/2005
Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Ε` Ποινικό Τμήμα




Περίληψη :


Εκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Το αξιόποινο του
εγκλήματος δεν επηρεάζεται από την έλλειψη αιτίας ή οφειλής του εκδότη, αφού
στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν εξετάζεται η αιτία έκδοσης ή μεταβίβασης
της επιταγής. Απόρριψη ισχυρισμού για έλλειψη δόλου λόγω εκδόσεως επιταγής
ευκολίας.



Κείμενο απόφασης :

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στυλιανό Μοσχολέα, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα
Μοσχανδρέου, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Πολύκαρπο Βούλγαρη Εισηγητή και Δημήτριο
Κιτρίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2005, με την
παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί
κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να
δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ..............
κατοίκου Πανοράματος Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Μ., για αναίρεση της υπ` αριθμ.
6052/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του,
διέταξε όσα αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ζητεί
τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην
από 29 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο
οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1668/2004.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με
προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον
Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 και 3 του ν. 5960/1933 «περί επιταγής», όπως η
παράγρ. 1 αντικ. με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972 και η παραγρ. 3 με το άρθρο 4
παρ. 1β` του ν. 2408/96, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από το
πληρωτή, γιατί δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της
εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες
εκεί ποινές. Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος
αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της
επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης
ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γιαυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή
του, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των υπό
του νόμου απαιτουμένων στοιχείων επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής
του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον
πληρωτή, κατά το χρόνο οπουδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την
έλλειψη αυτή, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο, άκυρο ή υποστατό της υποκειμένης
σχέσεως. Το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν
επηρεάζεται από την έλλειψη αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα
αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της
ανάγκης προστασίας των συναλλαγών πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη
πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση
μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού
δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως ή μεταβίβασης της επιταγής. Στην
προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το
διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο
Θεσσαλονίκης που δίκασε ως εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των
μνημονευομένων στο σκεπτικό του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως ότι
αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: «Ο κατηγορούμενος στη
Θεσσαλονίκης στις 18-7-1997 εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια
Τράπεζα στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της
επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής. Συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ`
αριθμ. 0521399-1 επιταγή από 12.000.000 δρχ. εις διαταγή της «..........»
προς τη ...........(Υποκ/μα ...................) παρόλο που γνώριζε
ότι στο λογαριασμό του δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή
της κατά το χρόνο της εκδόσεώς της ή της πληρωμής της και η οποία αν και
εμφανίσθηκε προς πληρωμή εμπρόθεσμα στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα στις 18-
7-1997 δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων .Ο ισχυρισμός που
προβλήθηκε από τον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου περί επιταγής ευκολίας και
ελλείψεως συνεπώς δόλου του κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε από κανένα
αποδεικτικό στοιχείο». Κατέληξε δε στη συνέχεια το Δικαστήριο με βάση τις
παραδοχές του αυτές στην καταδίκη του κατηγορουμένου σε φυλάκιση 15 μηνών για
παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 όπως ισχύει τώρα. Με αυτά που
δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την
από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική
και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα
και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν
από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και
υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο
αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε γι αυτά, καθώς επίσης τους
συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική
ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 3 του ν. 5960/1933 όπως αυτό
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1ω` του ν. 2408/96, την οποία ορθά
ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα απάντησε στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη επιταγή
είναι επιταγή ευκολίας, καίτοι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή στην
ευθύνη του εκδότη από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, καθότι ανάγεται στην
εσωτερική σχέση των διαδίκων και η διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/33
νομοθετήθηκε για να προστατεύσει τις συναλλαγές ενόψει και της φύσεως της
επιταγής ως μέσον πληρωμής. Περαιτέρω δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην
προσβαλλόμενη απόφαση με τη μορφή της τυπικής επανάληψης του διατακτικού ότι
αιτιολογικά αυτής, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού, πέραν του ότι
στο αιτιολογικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά πλέον εκείνων που
περιέχονται στο διατακτικό, το τελευταίο τούτο περιέχει εκτός των τυπικών
στοιχείων του κατηγορητηρίου και τα αναγκαία κατά το νόμο πραγματικά
περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα. Επίσης το ότι δεν μνημονεύει ειδικώς
η απόφαση το από 30-1-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν σημαίνει ότι το αγνόησε
και δεν το έλαβε υπόψη της κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Όσον αφορά το
δόλο που συνίσταται στη γνώση του κατηγορουμένου-εκδότη της επιταγής για την
έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή αυτής κατά το χρόνο εκδόσεως ή
πληρωμής της επιταγής, ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26
παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΚΠΔ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την
αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και
εξυπακούεται ότι συντρέχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών κατά τα
προεκτεθέντα, ώστε να μην χρειάζεται, κατά τούτο, άλλη ειδική αιτιολογία,
ούτε επίσης απαιτείται να αναφέρεται από ποιο αποδεικτικό μέσο ειδικά
προέκυψε ο δόλος αυτός, ή και κάθε άλλη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης,
αλλά αρκεί να αναφέρονται, όπως εν προκειμένω, κατ` είδος τα αποδεικτικά
μέσα, η αξιολόγηση των οποίων και η συναγωγή με βάση αυτά συμπερασμάτων
ανάγεται στην ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, η οποία
δεν ελέγχεται αναιρετικά. Τέλος, η αιτίαση ότι το Δικαστήριο με την
προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του
αναιρεσείοντος περί εξοφλήσεως της ενσωματωμένης στην ένδικη επιταγή
απαιτήσεως της εγκαλούσας, που έλαβε χώρα με στερητική αναδοχή του χρέους
τούτου από τους εκπροσώπους της εταιρίας με την επωνυμία «...........»,
γεγονός το οποίο προκύπτει από το από 30-1-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό
που υπογράφηκε μεταξύ της εγκαλούσας και των εκπροσώπων της προαναφερόμενης
εταιρίας, το οποίο συμφωνητικό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, είναι απορριπτέα
ως απαράδεκτη. Τούτο δε καθόσον προϋπόθεση έρευνας τέτοιου αυτοτελούς
ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού και δή κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με
όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία κατά νόμο για τη
θεμελίωσή του. Όμως τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο ακροατήριο, όπως
προκύπτει από την παραδεκτή από το Δικαστήριο τούτο επισκόπηση των πρακτικών
της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως οι πρώτος
και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` ΚΠΔ
που αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και
εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της
ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 79 ν. 5960/1933 «περί επιταγής» που
εφαρμόσθηκε, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή ο τρίτος λόγος αναιρέσεως υπό το πρόσχημα ότι δήθεν το Εφετείο με την
προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` ΚΠΔ
πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του με το να μη λάβει υπόψη
του αυτεπαγγέλτως το ως άνω από 30-1-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης
χρέους-αναδοχής χρέους και εγγύησης καθώς και τις υπεύθυνες δηλώσεις του
..........από τις οποίες προκύπτει η έλλειψη δόλου αυτού και σε κάθε
περίπτωση η εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο
αναιρεσείων λόγω αποσβέσεως της ενσωματωμένης στην ένδικη επιταγή απαιτήσεως,
πλήττει την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου η οποία είναι ανέλεγκτη
αναιρετικά. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά αφού
δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η
κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά
έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση αναιρέσεως του ............
κατά της υπ` αριθμ. 6052/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου
Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια
δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2005. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 26
Απριλίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ





2) ΟΛ. ΑΠ 46/1980

Πότε συντελείται το έγκλημα της εκδόσεως μεταχρονολογημένης ακάλυπτης επιταγής. Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος. Δεν επηρεάζεται το αξιόποινο εκ λόγων αναγομένων εις την αιτία εκδόσεως. Επί
μεταχρονολογήσεως το έγκλημα συντελείται όταν ή επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή καθ' οιανδήποτε ήμέρα του χρονικού διαστήματος από της επομένης της πραγματικής εκδόσεως μέχρι της ογδόης ημέρας από της επομένης της αναγραφομένης ημερομηνίας εκδόσεως. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση ( επίσης Ολομ. ΑΠ 123/1981 ) .




3) ΑΠ 456/1998,

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύβιο Μαντζιάρα, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Σταθέα, Ανδρεά Κατράκη, Ιωάννη Κασσωτάκη και Γεώργιο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αναστασίου Καπόλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια και στο ακροατήριο του Καταστήματος αυτού στις 17 Φεβρουαρίου 1998 για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου: Β. Ν. Φ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ.18685/1996 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την απόφασή του με αριθμό 18685/1996 κήρυξε τον παραπάνω αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο για παράβαση του Νόμου 5960/33 « περί επιταγών» και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητάει τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 1997 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 982/1997 ως και τους από 30 Ιανουαρίου 1998 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που και με προφορική ανάπτυξη στο ακροατήριο, ζήτησε όσα αναφέρονται και στα σχετικά πρακτικά. και τον Αντεισαγγελέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 79 του νόμου 5960/1933 «περί επιταγής», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, ο νόμος τιμωρεί αυτόν που προβαίνει στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Το αξιόποινο της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή με πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου όμως, κατά το άρθρο 31 παρ.2 του ΠΚ, ναι μεν η άγνοια του αξιοποίνου δεν μπορεί να αποκλείσει τον καταλογισμό, πλην όμως η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη αυτή μπορεί ο κατηγορούμενος για παράβαση του άρθρου 79 του ν.5960/1933 να ισχυρισθεί ότι από συγγνωστή νομική πλάνη δικαιολογημένα πίστευε ότι μπορούσε να αρνηθεί την πληρωμή της εκδοθείσης από αυτόν επιταγής και ότι για το λόγο αυτό έδωσε εντολή στην πληρώτρια Τράπεζα να μην εξοφλήσει την επιταγή κατά την εμφάνισή της, εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά της πλάνης του και του συγγνωστού αυτής. Τέλος, η από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει και ως προς την απόρριψη κάθε αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο περί νομικής πλάνης από το πιο πάνω άρθρο 31 παρ.2 του ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 18685/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι στη Θεσσαλονίκη στις 30-4-1993 εν γνώσει του εξέδωσε επιταγή 3.000.000 δρχ. που δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Εγνατία Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά της δίκης, στην αρχή της συνεδριάσεως ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε ισχυρισμό συγγνωστής νομικής πλάνης, εκθέσας ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων έδωσε εντολή στην πληρώτρια Τράπεζα να αρνηθεί την πληρωμή της ένδικης επιταγής διότι, μετά από επανειλημμένες συναντήσεις και συμβουλές του νομικού του συμβούλου, πίστεψε ότι είχε δικαίωμα να μη πληρώσει την επιταγή στο μηνυτή από τα υπάρχοντα διαθέσιμά του, καθόσον η επιταγή αυτή ήταν προϊόν χαρτοπακτικής συναλλαγής με τον κομιστή. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, σχετικά με τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δέχθηκε τα εξής: «. οι περί του εναντίου ισχυρισμοί του ότι βρισκόταν σε κατάσταση ανάγκης και ότι τελούσε σε συγγνωστή ή πραγματική πλάνη δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν, αφού, όπως ο ίδιος ομολογεί είχε επανειλημμένως βρεθεί στον ίδιο κύκλο με τον Θ. Ζ. (κομιστή) ο οποίος με τη δική του πάντοτε θέληση ( του κατηγορουμένου) τον δάνειζε χρήματα, για να συνεχίζει το χαρτοπαικτικό του πάθος όταν έχανε, υπογράφοντας επιταγές, τις οποίες εξοφλούσε στη συνέχεια, κατά συνέπεια είναι προφανής η γνώση και ο δόλος του κατηγορουμένου για τη διάπραξη του αδικήματος που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ειδικά ως προς την απόρριψη του με συγκεκριμένα περιστατικά προβληθέντος ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης του. Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει με σαφήνεια από την απόφαση, καίτοι δέχεται τη χαρτοπαικτική συναλλαγή μεταξύ μηνυτή και κατηγορουμένου, αν εξετάσθηκε στο σύνολό του ο περί νομικής πλάνης ισχυρισμός του τελευταίου, δοθέντος ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει κρίση περί αυτού και δεν εκθέτει αν δέχεται ή όχι την αλήθεια των προταθέντων από τον κατηγορούμενο περιστατικών ότι έδωσε εντολή στην τράπεζα να μην πληρώσει την ένδικη επιταγή από τα υπάρχοντα διαθέσιμά του γιατί δικαιολογημένα πίστεψε στις επίμονες συμβουλές του δικηγόρου του ότι μπορούσε να το κάνει, ενόψει του ότι η επιταγή ήταν προϊόν χαρτοπαικτικής συναλλαγής. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).-Για τους λόγους αυτούς-Αναιρεί την υπ'αριθμ. 18685/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.--Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.--Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 1998.--Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο, στις 10 Μαρτίου 1998.-Ο Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας




4) ΑΠ 1150/2003 Ε' Ποινικό Τμήμα

Περίληψη
Στοιχεία εγκλήματος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη. Η ποινική δίωξη για το έγκλημα αυτό, το οποίο αρχικώς διωκόταν αυτεπαγγέλτως, ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
---------------------
Κείμενο Απόφασης

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Τσαμαδό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Βούρβαχη, Στυλιανό Μοσχολέα, Χρήστο Μαυρογένη - Εισηγητή και Ευριπίδη Αντωνίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2003, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ανδρεουλάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. συζύγου Β. Γ., το γένος Χ. Γ., κατοίκου Σαμικού Ηλείας, η οποίας εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρος της Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 597/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2002 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2124/2002.Α. άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες εκεί ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση τωνυπό του νόμου απαιτουμένων στοιχείων επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχως διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκειμένης σχέσεως. Το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν. 2408/1996, που ισχύει από 4-6-96, στο ανωτέρω άρθρο 79 του ν. 5960/1933 προστέθηκε, εκτός άλλων, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, το οποίο αρχικώς διωκόταν αυτεπαγγέλτως, ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Με το άρθρο 22 του νεότερου νόμου 2721/1999, που άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 55 αυτού, από 3 Ιουνίου 1999, και υπό το κράτος του οποίου εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, «για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση, δηλώσει, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Αν η δήλωση αυτή δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της έγκλησης, γίνονται στις αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 52 του Κ.Ποιν.Δικ.». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο κατά την 3-6-1999 έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου εκδότη της επιταγής. Η δήλωση αυτή θα πρέπει είτε να προϋπάρχει του τελευταίου νόμου (περιεχομένη κυρίως σε μήνυση), είτε να υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευσή του. Εξάλλου, η ανωτέρω κατά το άρθρο 22 του ν. 2721 δήλωση, διαφέρει ως προς τη φύση και το σκοπό της από την έγκληση που απαιτεί ο νόμος για τη δίωξη ορισμένων αξιόποινων πράξεων. Κατά συνέπεια, επί της δηλώσεως αυτής, που αποσκοπεί στη συνέχιση της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η επί της κατά νόμον εγκλήσεως ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ. Τέλος, από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του Ν. 5960/1933, προκύπτει, ότι δικαιούμενος σε έγκληση θεωρείται όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής που την εμφάνισε προς πληρωμή, αλλά και ο προηγούμενος κομιστής αυτής, ο γενόμενος κάτοχός της, λόγω της υπό του ιδίου καταβολής του εξ αναγωγής οφειλομένου εκ της επιταγής χρηματικού ποσού στον εμφανίσαντα αυτή στην Τράπεζα τελευταίο κομιστή της, γιατί το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού δεν γίνεται σ' αυτές αναφορά περί τελευταίου κομιστή.2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, που δίκασε ως Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων στο σκεπτικό του αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) με πρόθεση εξέδωσε στον Πύργο Ηλείας στις 30-10-1995 την με αριθ. 1906325-3 επιταγή, ποσού 3.700.000 δραχμών, πληρωτέα, σε διαταγή του εγκαλούντος Γεωργίου Ανδρούτσου, στην Εθνική Τράπεζα, χωρίς να έχει διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της στην Τράπεζα αυτή κατά το χρόνο της εκδόσεώς της ή της πληρωμής της. Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής της προκύπτει από τη σχετική σημείωση επί του σώματος της επιταγής του αρμοδίου υπαλλήλου της πληρώτριας Τράπεζας με ημερομηνία 1-11-1995, κατά την οποία η επιταγή αυτή εμφανίστηκε εμπροθέσμως για πληρωμή και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Εναντίον της κατηγορουμένης ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας στις 22-12-1995, ενώ στη συνέχεια ο Γεώργιος Ανδρούτσος υπέβαλε, με την ιδιότητα του νόμιμου κομιστή της επιταγής, στις 15-5-1996 μήνυση κατά της κατηγορουμένης στον παραπάνω Εισαγγελέα. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι είχε εκδώσει την επιταγή για ευκολία του Γεωργίου Ανδρούτσου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της παραβάσεως του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 και της επέβαλε φυλάκιση οκτώ μηνών και χρηματική ποινή χιλίων οκτακοσίων Ευρώ.3.- Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε γι' αυτά, καθώς επίσης του συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, την οποία, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το γεγονός ότι, όπως ισχυρίστηκε η κατηγορουμένη, η ανωτέρω επιταγή ήταν επιταγή ευκολίας, δεν επηρεάζει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, το αξιόποινο της συμπεριφοράς της και δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορουμένης δεν ήταν αυτοτελής και ως εκ περισσού το δικαστήριο τον αντιμετώπισε υπό μορφή ενστάσεως και τον απέρριψε, αιτιολογημένα, ως αβάσιμο. Η αιτίαση εξ άλλου της αναιρεσείουσας ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς αιτιολογία τον ισχυρισμό της ότι η επίμαχη επιταγή ήταν κατά την έκδοσή της λευκή ως προς την χρονολογία εκδόσεώς της και το ποσό, στοιχεία τα οποία συμπληρώθηκαν από τον κομιστή της κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, πρέπει να απορριφθεί, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα τέτοιος ισχυρισμός. Περαιτέρω, από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, ενώ από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η αναιρεσείουσα εξέδωσε την ανωτέρω επιταγή ενεργώντας για ίδιο λογαριασμό και όχι ως εκπρόσωπος της εδρεύουσας στον Πύργο ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Μ. Γ. και Σία Ο.Ε.», όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με την αίτησή της, ανεξαρτήτως του ότι η ποινική ευθύνη της αναιρεσείουσας δεν αίρεται και αν ακόμη είχε εκδώσει την εν λόγω επιταγή ως εκπρόσωπος της άνω εταιρείας. Ουδεμία εξάλλου ασάφεια δημιουργείται από το γεγονός ότι στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται, ότι «δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της», δεδομένου ότι στο σκεπτικό ρητώς αναφέρεται ότι δεν υπήρχαν τα αναγκαία για την πληρωμή της επιταγής διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο που εμφανίστηκε σ' αυτή προς πληρωμή και ειδικώς έτσι αιτιολογείται και η ύπαρξη στην αναιρεσείουσα του αναγκαίου για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος δόλου της. Τέλος, αφού το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο σκεπτικό του, ότι η επίμαχη επιταγή είχε εκδοθεί πληρωτέα σε διαταγή του Γ. Α. και ότι αυτός ήταν ο νόμιμος κομιστής της στις 15-5-1996 που υπέβαλε την κατά της αναιρεσείουσας μήνυση, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 και το άρθρο 22 του Ν. 272/1999 κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι ο Γ. Α. δικαιούνταν να υποβάλει την εν λόγω μήνυση, δυνάμει της οποίας συνεχίστηκε η κατά της αναιρεσείουσας διαδικασία αναφορικά με το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο είχε ήδη ασκηθεί αυτεπαγγέλτως εναντίον της ποινική δίωξη. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι ως προς το σημείο αυτό η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής, διότι ενώ αποδείχθηκε ότι η επίμαχη επιταγή είχε μεταβιβασθεί από τον Γ. Α. με λευκή οπισθογράφηση στον Θεόδωρο Αντωνόπουλο, ο οποίος και την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης ότι ο Γ. Αντω., που μήνυσε την αναιρεσείουσα, την έλαβε από τον ως άνω προηγούμενο κομιστή της, αφού πλήρωσε σ' αυτόν, ως εξ αναγωγής υπόχρεο, το αναγραφόμενο στην επιταγή χρηματικό ποσό, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την αναγόμενη στην ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ).4.- Επειδή κατά το άρθρο 32 παρ. 1 ΚΠΔ, καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση δεν έχει κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας, ενώ, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, αφού προηγουμένως η Εισαγγελέας της έδρας, λαβούσα το λόγο μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρότεινε να γίνει τυπικά η έφεση της κατηγορουμένης και να κηρυχθεί αυτή ένοχη. Το γεγονός ότι η Εισαγγελέας δεν διέλαβε στην πρότασή της ότι η υπόθεση εισαγόταν προς συζήτηση μετά από αναίρεση δύο προηγούμενων αποφάσεων του ιδίου δικαστηρίου δεν στοιχειοθετεί παραβίαση διατάξεως που καθορίζει την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται από την παράλειψη αυτή απόλυτη ακυρότητα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' τρίτος λόγος αναιρέσεως της αίτησης.5.- Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Σεπτεμβρίου 2002 αίτηση της Μ. συζ. Β. Γ., για αναίρεση της 597/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2003.
δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 2 Μαϊου 2003.



5) ΑΠ 760/2005


Απάτη - Έκδοση ακάλυπτης επιταγής - Αληθινή συρροή - Ψευδής καταμήνυση - Ψευδορκία μάρτυρα - Έλλειψη αιτιολογίας - Εκ πλαγίου παραβίαση ποινικής διάταξης - Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ποινικής διάταξης-. Στοιχεία απάτης. Μόνη η υποβολή στο δικαστήριο ψευδών ισχυρισμών χωρίς προσκόμιση εν γνώσει πλαστών ή νοθευμένων αποδεικτικών στοιχείων δεν στοιχειοθετεί απάτη επί δικαστηρίω ούτε με τη μορφή της απόπειρας. Στοιχεία εγκλήματος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Δεν ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής ούτε αίρεται το άδικο αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Το έγκλημα της απάτης συρρέει αληθώς με εκείνο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Στοιχεία εγκλημάτων ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα. Αναιρείται α) λόγω έλλειψης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρ. 386 ΠΚ η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για απάτη επί δικαστηρίω και β) λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των σχετικών διατάξεων κατά το μέρος που τον καταδίκασε για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα.


6) ΑΠ 2122/2004, ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στυλιανό Μοσχολέα, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μοσχανδρέου-Εισηγητή, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Πολύκαρπο Βούλγαρη και Δημήτριο Κιτρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2004, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδά, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13611/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Δ. Θ. του Α., κάτοικο Ηλιούπολης Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χ. Τ. και πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «…………………… ΑΕ» που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γ. Β.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 28/18-11-2003 έκθεση αναιρέσεως, γενομένης ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αργυρώ Κωνσταντάκη, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2098/2003.
Α. άκουσε τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του όπως ισχύει Ν. 5960/1993 «Περί επιταγής», τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή προβλεπόμενες αθροιστικές ποινές, όποιος εκδίδει επιταγή, που δεν πληρώθηκε σε πληρωτή, στον όποιον δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής. Ούτε, όμως, από την διάταξη αυτή, ούτε και από κάποια άλλη προκύπτει ότι, αν εξοφληθεί ή κύρια οφειλή, υπέρ της οποίας δόθηκε εγγύηση με έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ή εξόφληση αυτή επιδρά και στο αξιόποινο του εκδότη της ανωτέρω επιταγής, διότι το εν λόγω αξιόποινο δεν επηρεάζεται από την αιτία της υποκειμένης σχέσης μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής. Το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ενόψει της φύσης της τελευταίας ως μέσου πληρωμής, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση και μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής και ως μόνος λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, εν προκειμένω, καθιερώνεται, σύμφωνα με το 79 παρ. 3 Ν. 5960/1933, ή από τον υπαίτιο πλήρης αποζημίωσης του κομιστή της επιταγής, μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή αυτής. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την 13611/2003 προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Δ. Θ. για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με το αιτιολογικό, ότι έχει επέλθει εξόφληση της επίδικης επιταγής, που είχε δοθεί ως εγγύηση, μετά την έκδοση της 7303/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που υπέβαλε στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης.την εταιρία, για τα χρέη της οποίας εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο η ένδικη επιταγή, με συνέπεια, λόγου, εξοφλήσεως της κύριας οφειλής, να αίρεται το αξιόποινο της έκδοσης της ένδικης επιταγής. Με τις παραδοχές του, όμως, αυτές, το παραπάνω Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ως ισχύει Ν. 5960/1933, αφού το γεγονός, ότι εξοφλήθηκε η κύρια οφειλή κατ' άλλο τρόπο, δεν συνεπάγεται την άρση του αξιοποίνου της πράξεως του ανωτέρω κατηγορουμένου, ο οποίος εξέδωσε την ένδικη επιταγή για εγγύηση και για την οποία επιταγή το Δικαστήριο, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό, της πληττόμενης απόφασής του, αναφέρει τίποτε περί πλήρους αποζημίωσης της κομίστριάς της «Ιωνική Εταιρία Παραγωγής Κρεάτων ΑΕ» μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής αυτής. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 13611/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2004. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2004.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ









7) Αριθμ. Απόφ. 24/2006 (Ε' Τμ. Α.Π.)




Περίληψη



Έκδοση ακάλυπτης επιταγής - Έγκληση - Υπέρβαση εξουσίας - Αναίρεση -. Δικαιούχος για την υποβολή έγκλησης για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της εξ' αναγωγής, αφού προηγουμένως την εξόφλησε, διότι η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου δεν είναι απότοκη του παραπάνω εγκλήματος, αλλά της εξ' αναγωγής ευθύνης του. Αναιρείται λόγω υπέρβασης εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, αφού την έγκληση υπέβαλε o ως εξ' αναγωγής κομιστής της επιταγής, την οποία στη συνέχεια μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Τράπεζα Κύπρου και όχι η τελευταία, η οποία ήταν και η δικαιούχος υποβολής της έγκλησης ως τελευταία κομίστρια της επίδικης επιταγής.



Κείμενο Απόφασης

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημητριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Α. του Α., κατοίκου Ν. Λιοσίων, Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπητό, για αναίρεση της ΒΤ5947/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1897/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.5960/1933 «περί επιταγής», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α' του ν.2408/1996, προκύπτει, ότι δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, καθόσον ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι εκείνος της εμφανίσεως της επιταγής και η έγκληση χορηγείται στον παθόντα κομιστή που την εμφανίζει και διαπιστώνεται η αδυναμία ικανοποιήσεώς του, λόγω της ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη. Η λύση αυτή συμπορεύεται με τη γενική διάταξη του άρθρου 118 παρ.1 του ΠΚ που ορίζει ότι το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά με ειδική διάταξη. 'Ετσι στο εν λόγω έγκλημα αμέσως ζημιωθείς, που δικαιούται και αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, είναι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.5 του ν.5960/1933, που συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α' του ν.2408/1996, δεν προκύπτει σαφής βούληση του νομοθέτη να επεκτείνει το δικαίωμα εγκλήσεως και στον εξ αναγωγής υπόχρεο προς πληρωμή, ο οποίος έγινε κομιστής της επιταγής, αφού προηγουμένως την εξόφλησε. Και ναι μεν η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου (από την εξόφληση της επιταγής) ανάγεται αιτιοκρατικά στην έλλειψη κεφαλαίων για την κάλυψη της επιταγής, όμως δεν είναι απότοκη, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, του παραπάνω εγκλήματος, αλλά της εξ αναγωγής ευθύνης του, η οποία προβλέπεται ειδικά στο νόμο (Ολ.ΑΠ 30/2003). Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε νομότυπα η απαιτούμενη έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εξεδωσε στον Πειραιά στις 15-1-1998 την υπ' αριθμ. 9146797-8 τραπεζική επιταγή, σε διαταγή του Δημητρίου Ζώη, πληρωτέα από την τράπεζα EUROBANK, ποσού 1.500.000 δραχμών. Ο παραπάνω λήπτης της επιταγής μεταβίβασε αυτήν με οπισθογράφηση προς την τράπεζα Κύπρου, η οποία ως νόμιμη κομίστρια την εμφάνισε στις 15-1-1998 προς πληρωμή στην παραπάνω πληρώτρια τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν στην τελευταία αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Μετά ταύτα ο Δημήτρης Ζώης, ως εξ αναγωγής κομιστής της εν λόγω επιταγής υπέβαλε κατά του κατηγορουμένου την από 14-4-1998 έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε κατ εκείνου ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 του ν.5960/1933. Δικαίωμα όμως υποβολής εγκλήσεως είχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνο η Τράπεζα Κύπρου, ως κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως κατά το χρόνο εμφανίσεως και μη πληρωμής της επίμαχης επιταγής και εντεύθεν ως αμέσως παθούσα από την ως άνω αξιόποινη πράξη. Κατά συνέπεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος και καταδίκασε αυτόν σε φυλάκιση 15 μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933, υπερέβη την εξουσία του, καθόσον άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. 'Ετσι κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα, κατά τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ βάσιμο περί τούτου λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Στη συνέχεια πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του .5960/1933, σύμφωνα με το άρθρο 517 παρ.2 του ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ'αριθμ. ΒΤ 5947/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του Κ. Α. του Α. ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933, πράξη που φέρεται ως απ'αυτόν τελεσθείσα στον Πειραιά στις 15-1-1998 σε βάρος του Δ. Ζ.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2005. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2006.



8) Α.Π. 30/2003


Επιταγή ακάλυπτη - Νόμιμος κομιστής - Κομιστής εξ αναγωγής - Αποζημίωση - Στοιχεία ορισμένου αγωγής -. Eκείνος που εκδίδει επιταγή σε διαταγή εν γνώσει ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά το χρόνο εκδόσεως είτε κατά το χρόνο της πληρωμής, ζημιώνει παρανόμως τον κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνιση της και επομένως υποχρεούται σε αποζημίωση του κομιστή. Η αξίωση αυτή προς αποζημίωση (ισόποση με την αξία της επιταγής) συρρέει με την αξίωση από την επιταγή και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Στοιχεία της αγωγής προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη ζημίας του δικαιούχου, η οποία προκαλείται υπαίτια με την έκδοση επιταγής χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας του κομιστή και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη. Δικαιούχος της αποζημιώσεως, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως αυτής και βεβαιώσεως της μη πληρωμής - που είναι και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος - αφού αυτός είναι εκείνος που ζημιώνεται από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Ο μετά την πραγμάτωση του αδικήματος κομιστής εξ αναγωγής δεν είναι δικαιούχος αποζημιώσεως, εκτός αν η αξίωση του δικαιούχου από την αδικοπραξία μεταβιβάστηκε στον κομιστή εξ αναγωγής με εκχώρηση.



9) Α.Π. 18/2004


Περίληψη

Επιταγή -Οπισθογράφηση -Εξ αναγωγής δικαιούχος -Αγωγή αποζημίωσης- .Ο εξ αναγωγής δικαιούχος από επιταγή, της οποίας έγινε κάτοχος κατόπιν πληρωμής της από αυτόν προς τον εμφανίσαντα και μη ικανοποιηθέντα κομιστή αυτής, δεν νομιμοποιείται να εγείρει την από αδικοπραξία αγωγή αποζημιώσεως κατά του εκδότη της επιταγής. Η ανυπαρξία δικαιώματος αποζημιώσεως του εξοφλούντος τον ματαίως εμφανίσαντα την επιταγή κομιστή αυτής προηγουμένου υπογραφέα , ισχύει και όταν ο τελευταίος αυτός είχε οπισθογραφήσει την επιταγή και παραδώσει αυτήν στον κομιστή λόγω ενεχύρου. (Αντίθετη μειοψηφία).

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 18/2004 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της A Σύνθεσης: Γεώργιο Κάπο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Λέανδρο Ρακιντζή, Νικόλαο Κασσαβέτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ανάργυρο Πλατή, Χρήστο Μαυρογένη, Ευριπίδη Αντωνίου, Χρήστο Μπαβέα, Δημήτριο Γυφτάκη, Σταμάτιο Γιακουμέλο, Κωνσταντίνο Μουλαγιάννη, εισηγητή, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Χρύσανθο Παπούλια, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Γεώργιο Βούλγαρη, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Γεώργιο Φώσκολο, Γεώργιο Χλαμπουτάκη και Δημήτριο Κυριτσάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2004, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λινού και της Γραμματέως Κωνσταντίνας Ξηροτύρη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Ό. Σ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης και 2) Θ. Σ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και Ιωάννη Μαυροματίδη. Του καθ ου η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Α., κατοίκου Αμύνταιου Φλώρινας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χ. Α. Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 9-1-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29764/1998 του ίδιου δικαστηρίου και 516/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2001 αίτησή τους. Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση 1183/2003 του Α πολιτικού τμήματος Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους έβδομο + και όγδοο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 15-11-2003 κλήση των αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή της αιτήσεως, η δε του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας πρότεινε να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι έβδομος και όγδοος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ όπως βελτιώνονται και συμπληρώνονται με την έκθεση του Εισηγητή, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, ως αναγόμενοι σε ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2 εδ. του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή παραδεκτώς εισάγονται στην τακτική Ολομέλεια, κατά παραπομπή με την 1183/2003 απόφαση του Α Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, οι έβδομος και όγδοος λόγοι της αναιρέσεως κατά το μέρος τους από το εδάφιο 1 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 516/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. Β του ιδίου Κώδικα, λόγω γενικοτέρου ενδιαφέροντος ως προς το ζήτημα αν ο εξ αναγωγής δικαιούχος από επιταγή, της οποίας έγινε κάτοχος κατόπιν πληρωμής της από αυτόν προς τον εμφανίσαντα και μη ικανοποιηθέντα κομιστή αυτής, νομιμοποιείται να εγείρει την από αδικοπραξία αγωγή αποζημιώσεως κατά του εκδότη της επιταγής. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 , 299, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως για περιουσιακή ή ηθική βλάβη από + αδικοπραξία προϋποθέτει πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια (causa adaequata) μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας, που υπάρχει όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε. Τέτοια αξίωση κατά του υπαιτίου έχει κατά κανόνα μόνο εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από την αδικοπραξία, ενώ ο τρίτος που ζημιώθηκε εμμέσως, μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο και για τις οποίες δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεπώς και εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής κι έτσι ζημιώνει παρανόμως τον δικαιούχο από αυτήν, δηλαδή κατ αντίθεση των διατάξεων του άρθρου 79 Ν 5960/1933 «περί επιταγής» όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, σύμφωνα με τις οποίες η πράξη αυτή του εκδότη της επιταγής, τελούμενη εκ δόλου, αποτελεί ποινικό αδίκημα, υποχρεούται σε αποζημίωση του ανωτέρω δικαιούχου, καθόσον η ποινική αυτή διάταξη θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ατομικού συμφέροντος εκείνου ο οποίος βλάπτεται αμέσως από την παραβίασή τους. Αυτός δε είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεως αυτής και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της, οπότε πραγματώνεται το αδίκημα και η από αυτό ζημία του κομιστή. Αντιθέτως δεν είναι δικαιούχος αποζημιώσεως από την αδικοπραξία ο εξ αναγωγής υπόχρεος προς + πληρωμή της επιταγής, ο οποίος έγινε μετέπειτα κομιστής αυτής κατόπιν εξοφλήσεώς της, διότι η εκ της εξοφλήσεως βλάβη του δεν είναι απότοκος, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, της προαναφερομένης αδικοπραξίας, αλλά της από το νόμο ειδικώς προβλεπομένης εξ αναγωγής ευθύνης του (και Ολ. Α.Π. 30/2003). Εξ άλλου το τελευταίο, δηλονότι η ανυπαρξία δικαιώματος αποζημιώσεως του εξοφλούντος τον ματαίως εμφανίσαντα την επιταγή κομιστή αυτής προηγουμένου υπογραφέα, ισχύει και όταν ο τελευταίος αυτός είχε οπισθογραφήσει την επιταγή και παραδώσει αυτήν στον κομιστή λόγω ενεχύρου. Και τούτο διότι ο ενεχυρούχος που εμφανίζει την επιταγή προς πληρωμή δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος του ενεχυράσαντος, αλλά ασκεί ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου, αφού κατά το άρθρο (255 Α.Κ.) έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την επιταγή και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος. Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου (των αρεοπαγιτών Κων/νου Μουλαγιάνη και Γεωργίου Φώσκολου), από τις διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 3 παρ. 1, 12 παρ. 1,14 παρ. 1 και 3, 17 παρ. 1, 18 παρ. 1, 19 παρ. 1, 40 και 44 του ανωτέρω Ν. 5960/1933 συνάγεται ότι σε περίπτωση μεταβιβάσεως της τραπεζικής επιταγής με + οπισθογράφηση και παράδοσή της, ο κομιστής αυτής μετά από κάθε περαιτέρω οπισθογράφηση, δεν καθίσταται διάδοχος του τελευταίου οπισθογράφου, αλλ αποκτά αυτόνομο δικαίωμα (ius proprium) από την επιταγή, με την έννοια ότι καθένας οπισθογράφος (υπογραφέας) είναι οφειλέτης όλων των μεταγενέστερων και δανειστής όλων των προηγουμένων υπογραφέων (οπισθογράφων και εκδότη), δυνάμενος να εναγάγει αυτούς ομαδικώς ή ατομικώς, χωρίς να υποχρεούται στην τήρηση ορισμένης σειράς αναγωγής (regressus saleuario). Ως εκ τούτων μπορεί να υπάρξει ανάστροφη κυκλοφορία της επιταγής που ενεργεί υπέρ του οφειλέτη (οπισθογράφου), ο οποίος πλήρωσε αυτήν, λόγω μη ικανοποιήσεως του κομιστή κατά την εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα, η όλη δε περιπλοκή θα καταλήξει στον εκδότη και μόνο η πληρωμή της επιταγής από εκείνον απαλλάσσει όλους τους υπεύθυνους από αυτήν. Και τούτο διότι ο εκδότης είναι ο τελικός υπόχρεος από την επιταγή, αλλά και ο μόνος από αδικοπραξία οφειλέτης όλων των λοιπών υπογραφέων, καθένας από τους οποίους έχει κατ αυτού αυτόνομη και άμεση αξίωση από την επιταγή, αλλά και αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία για τη βλάβη τους που βρίσκεται σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την έλλειψη κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα για την πληρωμή της επιταγής. Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε μετ εκτίμηση των αποδείξεων, ότι οι αναιρεσείοντες, ως όργανα της εταιρίας με την επωνυμία «Ν………. Α.Ε.», τον Δεκέμβριο του 1995 εξέδωσαν σε διαταγή του αναιρεσιβλήτου την αναφερομένη στην απόφαση επιταγή με χρονολογία εκδόσεως την 4-4-1996 για ποσό 2.335.000 δρχ. Και με πληρώτρια τράπεζα την CITIBANK από λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας. Ότι ο αναιρεσίβλητος την 22-1-1996 μεταβίβασε την επιταγή με οπισθογράφηση και λόγω ενεχύρου προς την Εμπορική Τράπεζα, η οποία εμφάνισε την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα την 4-4-1996, αλλά δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας. Και ότι μετά από αυτά, ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό της επιταγής στην κομίστρια τράπεζα και ανέλαβε την επιταγή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο έκρινε ως νόμιμη και μερικώς ως και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως εξ αναγωγής δικαιούχου από την επιταγή κατόπιν ικανοποιήσεως του τελευταίου κομιστή, με την οποία ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποιήσει λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. 'Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων του ΑΚ και του Ν. 5960/1933 και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της αναιρέσεως που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ αριθμ. 516/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες διακόσια (2.200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2004. Και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2004.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Αριθμός 1708/2005 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ` Πολιτικό Τμήμα



Περίληψη : Ακάλυπτη επιταγή. Αποζημίωση του κομιστή. Η εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής και η άρνηση πληρωμής από την Τράπεζα, μπορούν να αποδεικνύονται με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και με μάρτυρες. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αρ. 701/2003 απόφασης Εφετείου Κρήτης. [/font]ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Γεώργιο Καλαμίδα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Του αναιρεσείοντος : ................ , κατοίκου Γαλατά Κυδωνίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρασιανάκη. Του αναιρεσιβλήτου: ........................... , κατοίκου Χανίων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 377/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 701/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 16 Ιανουαρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, 914, 297 και 298 του Α.Κ., συνάγεται ότι ο εκδότης επιταγής σε διαταγή, που γνωρίζει ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια υπέρ του κομιστή αυτής (επιταγής) και γι αυτό το λόγο δεν πληρώθηκε η επιταγή μέσα στη νόμιμη προθεσμία των οκτώ ημερών (άρθρο 29 Ν. 5960/1933) προς εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα, ζημιώνει με τον τρόπο αυτό, παρά τον νόμο, ήτοι εναντίον των διατάξεων του ως άνω άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, κατά τις οποίες η πράξη αυτή του εκδότη της επιταγής αποτελεί ποινικό αδίκημα, τον δικαιούχο (κομιστή) της επιταγής και υποχρεούται σε αποζημίωσή του, γιατί η ως άνω διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που παραβιάσθηκε με την έκδοση και την μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου αλλά και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου (κομιστή) της επιταγής (Α.Π. 587/2002). [font="Verdana"]Για την στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 και της αγωγής αποζημιώσεως λόγω του αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής απαιτείται: α) η έκδοση έγκυρης επιταγής, β) η έλλειψη στην πληρώτρια τράπεζα αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής, γ) η εμπρόθεσμη, εντός οκτώ ημερών από την χρονολογία εκδόσεώς της, εμφάνισή της προς πληρωμή, δ) η μη πληρωμή κατά την εμφάνισή της και ε) ο δόλος του δράστη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 40 του Ν. 5960/1933, ο κομιστής μπορεί να ασκήσει την αναγωγή αυτού κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων αν η επιταγή εμφανίσθηκε εγκαίρως, δεν πληρώθηκε και η άρνηση της πληρωμής βεβαιώνεται 1) με δημόσιο έγγραφο (διαμαρτυρικό) ή 2) με δήλωση του πληρωτή πού χρονολογείται και γράφεται επί της επιταγής, με σημείωση της ημέρας της εμφανίσεως, ή 3) με χρονολογούμενη δήλωση γραφείου συμψηφισμού πού βεβαιώνει ότι η επιταγή εγχειρίσθηκε εγκαίρως και δεν πληρώθηκε. Με την άνω διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 5960/1933 ορίζονται οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες ο κομιστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αναγωγής και ειδικώτερα (ορίζεται) ο τρόπος βεβαιώσεως της αρνήσεως πληρωμής της επιταγής. Ο εν λόγω, όμως, τρόπος βεβαιώσεως της αρνήσεως πληρωμής του άρθρου 40 Ν. 5960/1933 είναι μεν χρήσιμος προς απόδειξη της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 79 του ίδιου νόμου, δεν αποτελεί όμως στοιχείο του εγκλήματος αυτού και της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (Α.Π. 25/2000), αφού με το τελευταίο άρθρο (79 Ν. 5960/1933) δεν γίνεται παραπομπή στο άρθρο 40, αλλά περιοριστικά καθορίζονται τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Επίσης δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος και της ανωτέρω αγωγής αποζημιώσεως, η προς αποτροπή της κυκλοφορίας ακάλυπτων επιταγών επιβληθείσα με το άρθρο 2 Ν.Δ. 1325/1972 υποχρέωση της τράπεζας, σε περίπτωση μη πληρωμής της επιταγής, ελλείψει διαθεσίμων, να βεβαιώσει τούτο είτε επί του σώματος της επιταγής, είτε με ιδιαίτερο έγγραφο. Επομένως, τόσο η εμπρόθεσμη εμφάνιση, όσο και η άρνηση πληρωμής της επιταγής μπορούν να αποδεικνύονται με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και με μάρτυρες (Α.Π. 569/1978). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι ο εναγόμενος στις 30-6-1999 εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος τις ......................... δύο τραπεζικές επιταγές, ποσού 1.000.000 δραχμών η καθεμία, οι οποίες ήταν πληρωτέες από τον αναφερόμενο λογαριασμό που διατηρούσε αυτός (εναγόμενος) στην ........... . Ότι οι επιταγές αυτές είναι έγκυρες κατά το άρθρο 1 του Ν. 5960/1933. Ότι τις επιταγές αυτές παρέλαβε ο ενάγων και κατά την δεύτερη ημέρα από την αναγραφόμενη σ` αυτές ημερομηνία εκδόσεως, σε κάθε δε περίπτωση εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία αυτή, τις εμφάνισε στην άνω πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή. Ότι η τράπεζα αρνήθηκε την πληρωμή των επιταγών, γιατί δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του εναγομένου. Ότι, για το γεγονός αυτό της εμφάνισης εντός της άνω προθεσμίας και της άρνησης πληρωμής των επιταγών, ναι μέν δεν υπάρχει σχετική βεβαίωση της τράπεζας στα σώματα των επιταγών αυτών, πλήν όμως αυτό προέκυψε από την σαφή και πειστική κατάθεση του ενάγοντος, εξετασθέντος χωρίς όρκο κατά τα άρθρα 415 επόμ. του Κ.Πολ.Δ. Και ότι, εφόσον ο ενάγων εμπρόθεσμα εμφάνισε τις επιταγές προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, η οποία αρνήθηκε την πληρωμή τους για έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγομένου κατά τους άνω χρόνους, αυτός, εκτός από την διάπραξη του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, εζημίωσε παράλληλα τον ενάγοντα - κομιστή των επιταγών και συνεπώς είναι υποχρεωμένος κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών να τον αποζημιώσει. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την εξ αδικοπραξίας, λόγω εκδόσεως των άνω ακάλυπτων επιταγών, αγωγή αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσίβλητου. `Ετσι πού έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 28, 29, 32, 40, 79 του Ν. 5960/1933, 914, 297, 298 του Α.Κ. και 2του Ν.Δ. 1325/1972 και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16.1.2004 αίτηση του ................ για αναίρεση της 701/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2005. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2005. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο