Δημοσιεύθηκε στις : [ 03-01-1996 ]

ΠΟΛ.1002/3.1.1996 Κοινοποίηση της αριθ. 322/95 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ.

(Κοινοποίηση της αριθ. 322/95 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ.)

Κατηγορία: Φορολογία Κεφαλαίου

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Α
Αθήνα, 3 Ιανουαρίου 1996
Αρ. Πρωτ.: 1057493/203/Β0013 ΠΕ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΛ. : 1002
Φ/ΓΙΑΣ & Δ.Π.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Φ/ΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (13η)
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση της αριθ. 322/95 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ.

Σας κοινοποιούμε την αριθ. 322/95 γνωμοδότηση του Δ' τμήματος του Ν.Σ.Κ. η οποία έγινε δεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών και παρακαλούμε για την εφαρμογή της. Με την γνωμοδότηση αυτή έγινε δεκτό, ότι κατά την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 15 του α.ν. 1521/1950 ένα έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό για να εμπίπτει στην έννοια του αντιγράφου προϋποθέτει αναγκαίως εκδήλωση συμβατικής συμπεριφοράς.

Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας
Ο ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ Δ/ΝΣΗΣ
 ΠΙΛΑΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ




ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αριθμός Γνωμοδοτήσεως 322
Αρ. Πρωτ : 545/95
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

(Δ΄ Τμήμα)

Σύνθεση: Συνεδρίαση της 4-5-1995
Προεδρεύων : Ευτύχιος Κορουγένης, Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.
Αντιπρόεδρος :
Νομικοί Σύμβουλοι : Γ. Πατρινέλης, Χρ. Τσεκούρας, Η. Παπαδόπουλος, Α. Τζεφεράκος,
Θ. Ρεντζεπέρης, Ε. Λουδάρος, Γεώρ. Κατράνης.
Πάρεδροι : (γνώμες χωρίς ψήφο) : Κ.Καποτάς, Σ. Δέτσης, Ε. Βελώνη, Αικ. Γρηγορίου.
Εισηγητής : Στέφανος Δέτσης, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.
Αριθμ. Ερωτ. : 1123420/557/Β0013/1994 13ης Δ/νσης Φορολογίας Κεφαλαίου του Υπουργείου
Οικονομικών.

Περίληψη Ερωτήματος : Ποιά η έννοια του "αντεγγράφου" ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των
διατάξεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 15 του Ν. 1587/1950.

Επί του ως άνω ερωτήματος το Ν. Σ. Κ. (Δ΄ τμήμα) εγνωμοδότησε ως ακολούθως :

Ι. Με το παραπάνω έγγραφο δίδεται το παρακάτω πραγματικό :
"Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Αμαρουσίου με την αριθ. 37796/3.11.1994 αναφορά του μας γνώρισε ότι ο
Ανδρέας Καϊάφας δια του πληρεξουσίου του Κωστή Γόντικα πούλησε στον Σπυρίδωνα Πατσέα δια του
πληρεξουσίου του Ευσταθίου Πατσέα οικόπεδο έκτασης 890 τ.μ. ευρισκόμενο στη θέση Γεφύρι του
Δήμου Αμαρουσίου.

Για τη μεταβίβαση αυτή υποβλήθηκε η αριθ. 4271/90 δήλωση Φ.Μ.Α. από τους συμβαλλόμενους, με
την οποία δηλώθηκε ως αξία του ακινήτου το ποσό των 55.000.000 δρχ. Ο Προϊστάμενος δε της ΔΟΥ
προσδιόρισε προσωρινή αξία το ποσό των 66.750.000 δρχ. την οποία και απεδέχθησαν οι
συμβαλλόμενοι καταβάλλοντος τον επιπλέον φ.μ.α.

Η Δ/νση Επιθεώρησης και Συντονισμού ΔΟΥ Νομαρχίας Αν. Αττικής με το αρθρ. 2300/9.5.1994
έγγραφο της διαβίβασε στην αρμόδια ΔΟΥ τα παρακάτω έγγραφα, που είχαν αποσταλεί στην Υπηρεσία
Διώξεως Οικονομικού Εγκλήματος :

1) Την από 26.10.1993 μηνυτήρια αναφορά προς την Υπηρεσία Διώξεως Οικονομικού Εγκλήματος του
πωλητή Ανδρέα Καϊάφα που αναφέρει ότι ο αγοραστής Σπύρος Πατσέας επανειλημμένως ομολόγησε
ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανερχόταν στο ποσό των 155.000.000 δρχ. (σελίδα 4).

2) Το από 10.9.1991 σημείωμα των Σπυρίδωνος και Ευσταθίου Πατσέα προς το Μονομελές
Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του πωλητή Ανδρέα Καϊάφα στο οποίο ομολογούν (αγοραστής και ο
πληρεξούσιός του) ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται σε 109.660.000 δρχ. (σελίδες 10, 12 και 15).

3) Αντίγραφο της αριθ. 8227/1991 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία
ασφαλιστικών μέτρων) από την οποία τεκμαίρεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανερχόταν στο ποσό των
109.660.000 δρχ. (σελίδα 3).

4) Αντίγραφο των από 5.5.1993 προτάσεων των Σπυρίδωνα και Ευσταθίου Πατσέα προς το Πολυμελές
Πρωτοδικείο Αθηνών, από το οποίο προκύπτει σύμφωνα με ομολογία τους ότι το συμφωνηθέν τίμημα
ανερχόταν στο ποσό των 109.660.000 δρχ. (σελίδα 7α).

5) Αντίγραφο των από 20.7.1993 προτάσεων του Σπύρου Πατσέα προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο
Αθηνών που καταφαίνεται και πάλι η ομολογία του Σπύρου Πατσέα ότι το καταβληθέν τίμημα ήταν
109.660.000 και η συνολική ζημιά ανήλθε στο ποσό των 121.674.175 δρχ. (σελίδες 6 και 6α).

6) Το αριθ. 5397/1992 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο μεταξύ άλλων
αναφέρει :"........ με συνέπεια να ωφεληθεί ο ίδιος το ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό των 109.660.000 δρχ. που
αποτελεί τίμημα της πωλήσεως ....." και " ....... διότι δια λογαριασμό του κατεβλήθη το ανωτέρω
ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό, όμως της συνολικής ζημιάς του, ανελθούσης εις το ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό
των 150.000.000 δρχ. ...... " (σελίδα 32α).

7) Αντίγραφο της από 3.6.1991 μήνυσης του αγοραστή Σπύρου Πατσέα κατά των Κων/νου Γόντικα και
Παρασκευής Ξυνοτύρα Συμβολαιογράφου (προς τον Εισαγγελέα), στην οποία αναφέρει ότι το
καταβληθέν τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 109.660.000 δρχ. (σελίδα 1).
Επειδή μας δημιουργήθηκαν αμφιβολίες, αν κάποιο από τα πιό πάνω αναφερόμενα στοιχεία μπορεί να
χαρακτηρισθεί ως αντέγγραφο προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία επιβολής του επιπλέον φ.μ.α. που
διέφυγε, μετά των νομίμων προσαυξήσεων και των σχετικών προστίμων, παρακαλούμε για το θέμα
αυτό να έχουμε το δυνατόν συντομώτερα τη νομική σας εισήγηση".

ΙΙ. Α. Στο άρθρο 8 του Ν. 1587/1950 "Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ'
αριθμ. 1521/1950 Α.Νόμου "περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων" (ΦΕΚ Α΄ 294) ορίζονται τα
ακόλουθα

"1. Ο φόρος μεταβιβάσεως καταβάλλεται εξ ολοκλήρου συν τη δηλώσει ................................ 2. κατά
την υποβολήν της δηλώσεως φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων και εντός προθεσμίας δύο εργάσιμων
ημερών, ο Οικ. Εφορος είτε αποδέχεται το δηλούμενον τίμημα ως συμπίπτον προς την αγοραίαν αξίαν
του μεταβιβαζομένου ακινήτου, ότε η μεταβίβασις περαιούται οριστικώς ως ειλικρινής, είτε
προσδιορίζει προσωρινώς την αγοραίαν αξίαν αυτού και αναγράφει ταύτην εις το παραδιδόμενον εις
τους συμβαλλομένους αντίτυπον της δηλώσεως. Εξαιρετικώς, οσάκις συντρέχουν σοβαροί λόγοι, ο
προσδιορισμός της προσωρινής αξίας δύναται να πραγματοποιηθή, τη εγκρίσει του εποπτεύοντος
επιθεωρητού, το βραδύτερον εντός 15 ημερών από της υποβολής της δήλωσεως.

3. Ο βαρυνόμενος κατά τας διατάξεις του παρόντος δια του φόρου επί της τυχόν υπαρχούσης διαφοράς
μεταξύ αγοραίας αξίας και τιμήματος του μεταβιβαζομένου ακινήτου, δύναται, εντός διμήνου
ανατρεπτικής προθεσμίας από της ημερομηνίας παραλαβής της δηλώσεως, να επιδώση
συμπληρωματικήν δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, σύμφωνον προς την υπό του Οικ. Εφόρου
προσδιορισθείσαν αξίαν και να καταβάλη ταυτοχρόνως το ήμισυ του αναλογούντος επ' αυτήν φόρου,
άνευ προσθέτου τοιούτου ή προστίμου. Το υπόλοιπον ήμισυ του φόρου τούτου βεβαιούται αμέσως και
εισπράττεται εντός του επομένου από της βεβαιώσεως μηνός.
Εις την περίπτωσιν ταύτην και υπό τον όρον ότι άπαντα τα εν τη δηλώσει προβλεπόμενα στοιχεία
τυγχάνουν ειλικρινή, η μεταβίβασις περατούται οριστικώς ως ειλικρινής.

4. Εν περιπτώσει μη υποβολής δηλώσεως εντός της ως άνω προθεσμίας ενεργείται έλεγχος κατά τα εν
ταις οικείαις διατάξεις οριζόμενα, της ως άνω προσωρινής αξίας μη δεσμευούσης τον Οικ. Εφορον κατά
τον βάσει ελέγχου προσδιορισμόν της αγοραίας αξίας του ακινήτου συμφώνως προς τας διατάξεις του
άρθρ. 3, ούτε και κατά την μεταβίβασιν ετέρων πλησιοχώρων ομοειδών ακινήτων.

5. Η προεκτίμησις, κατά τα εν παρ. 2 έχει εφαρμογήν μόνον επί υποβολής της δηλώσεως φόρου
μεταβιβάσεως ακινήτων απ' ευθείας εις τον αρμόδιον Οικ. Εφορον".
Περαιτέρω δε στην παρ. 4 του άρθρου 9 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι :
" ......... 4. Επί ανακριβείας των εν τη δηλώσει προβλεπομένων στοιχείων, βάσει των οποίων η
μεταβίβασις επεραιώθη οριστικώς ως ειλικρινής είτε διότι εκρίθη ότι η βάσει δηλώσεως αξία συμπίπτει
προς την αγοραίαν τοιαύτην κατά τας διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 8, είτε διότι υπεβλήθη
συμπληρωματική δήλωσις κατά τας διατάξεις της παρ. 3 του αυτού άρθρου, επιβάλλεται πέραν του
οφειλομένου φόρου και πρόσθετος τοιούτος οριζόμενος εις ποσοστόν 300% επί της διαφοράς μεταξύ
καταβληθέντος και καταλογιζομένου ποσού φόρου......".

Εκ των άνω διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το σύστημα της προσωρινής εκτίμησης της αξίας των
μεταβιβαζομένων ακινήτων και της περαίωσης υπό τις τιθέμενες σ' αυτές προϋποθέσεις των εκκρεμών
φορολογικών διαφορών, σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης προεχόντως απέβλεψε στην διευκόλυνση
των συναλλαγών δια της αποφυγής διαιωνίσεως μιάς μεταβίβασης ακινήτου από φορολογικής σκοπιάς
μέχρις ότου διενεργήθει τακτικός έλεγχος των υποβαλλομένων δηλώσεων, κατά τα οριζόμενα στο
άρθρο 10 του Ν. 1587/50.

Σύμφωνα, συνεπώς, με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, εάν η προσωρινή αγοραία αξία συμπίπτει προς
το δηλούμενο από τους συμβαλλόμενους τίμημα, ο Οικ. Εφορος αποδέχεται τούτο και η μεταβίβαση
περαιούται οριστικώς ως ειλικρινής.

Εάν, η κατά τ' ανωτέρω προσδιοριζομένη, προσωρινή αγοραία αξία είναι μεγαλύτερη από το δηλούμενο
τίμημα, ο εκ των συμβαλλομένων βαρυνόμενος για την διαφορά του φόρου κατά τις διατάξεις του
άρθρου 5 του ως άνω νόμου, έχει, δυνάμει των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 8, την διακριτική
ευχέρεια είτε να μην αποδεχθεί την από τον Οικ. Εφορο προσωρινώς προσδιρισθείσα αγοραία αξία,
οπότε στην περίπτωση αυτή θα επακολουθήσει τακτικός έλεγχος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10, είτε
εντός δίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την ημερομηνίας επιδόσεως της δήλωσης στον Οικ.
Εφορο, να αποδεχθεί αυτή με την επίδοση συμπληρωματικής δήλωσης Φ.Μ.Α., ο Οικονομικός δε
Εφορος δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να αμφισβητήσει την αρχικώς προσδιορισθείσα απ' αυτόν
αξία ούτε να ενεργήσει κατά τον χρόνο αυτό τακτικό έλεγχο.

Η παραπάνω συμπληρωματική δήλωση υπογράφεται μόνο από τον κατά νόμο υπόχρεο για την
καταβολή του φόρου, πρέπει να είναι σύμφωνη προς την από τον Οικ. Εφορο προσδιορισθείσα αξία και
να συνοδεύεται από αποδεικτικό είσπραξης του αρμοδίου Δημ. Ταμείου ολοκλήρου του αναλογούντος
επί της συμπληρωματικής δηλωθείσης αξίας φόρου. Στην περίπτωση αυτή η μεταβίβαση περαιούται
οριστικώς ως ειλικρινής, γίνεται δε προς τούτο και σχετική καταχώρηση τόσον στο βιβλίο ειλικρινών
φύλλων ελέγχου, όσον και στο ειδικώς για τις συμπληρωματικές δηλώσεις τηρούμενο βιβλίο
μεταγραφής δηλώσεων (βλ. υπ. αριθ. Κ. 4490/32/11/1974 Εγκύκλιο του Υπ. Οικ.).

Η παραπάνω εγγραφή στα βιβλία ειλικρινών φύλλων ελέγχου είναι οριστική ως προς την
προσδιορισθείσα αξία του ακινήτου, η μόνη δε περίπτωση που προβλέπει ο νόμος για να επανέλθει Οικ.
Εφορος με νέο φύλλο ελέγχου αυξημένης αξίας, είναι όταν ο εκτιμητής ή ο Οικ. Εφορος, με βάση
έκθεση του οποίου περαιώθηκε οριστικώς η μεταβίβαση, τιμωρήθηκε πειθαρχικώς για βαρεία αμέλεια ή
δόλο κατά την εκτίμηση αυτή (παρ. 3 άρθρ. 10 του Ν. 1587/50).

Ωσαύτως δεν περατούται η μεταβίβαση και μπορεί να επανέλθει ο Οικ. Εφορος, κατ' εφαρμογή της
προπαρατεθείσης διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 9 του ως άνω νόμου, εάν ήθελε διαπιστωθεί, κατά την
διενέργεια δειγματοληπτικών ελέγχων, ότι κάποιο από τα υποχρεωτικώς προβλεπόμενα στοιχεία της
υποβληθείσης δηλώσεως, πλην βεβαίως της αξίας του ακινήτου, δηλώθηκε, έστω και εξ αμελείας,
ανακριβώς (βλ.ο.π. εγκύκλιο Υπ. Οικ.).

Β. Στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 15 του Ν. 1587/50 ορίζεται ότι :
"......... 3.0 Ο αγοραστής όστις θα αποκαλυφθή ότι υπέγραψεν αντέγγραφον εξ ού προκύπτει, ότι
συνεφώνησεν ή κατέβαλε τίμημα μεγαλύτερον του εν συμβολαίω, και εν τη φορολογική δηλώσει
αναγραφέντος, ανεξαρτήτως του προσθέτου φόρου του άρθρ. 9 του παρόντος τιμωρείται δια προστίμου
ίσου προς το πενταπλάσιον του οριστικώς προσδιορισθέντος φόρου, ο οποιός αναλογεί επί του μη
δηλωθέντος τμήματος του τιμήματος.
4. Τα κατά τας προηγουμένας παραγράφους ρόστιμα επιβάλλονται δι' ητιολογημένης πράξεως του Οικ.
Εφόρου.....".
Οι προβλεπόμενες από τις παραπάνω διατάξεις αυστηρές κυρώσεις είναι σαφές ότι θεσπίσθηκαν,
προκειμένου, αφ' ενός μεν να θέσουν φραγμό στις "εικονικές", όσον αφορά την δηλουμένη αξία,
μεταβιβάσεις ακινήτων, οι οποίες αποστερούσαν το Δημόσιο από τεράστια έσοδα από Φ.Μ.Α., αφ'
ετέρου δε να επιβάλουν την ευθύτητα στις συναλλαγές των ακινήτων, την οποία άλλωστε αξιώνει ο
νόμος ως κύριο στοιχείο των γενικών και βασικών αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών
ηθών, και διαπνέουν την έννομη τάξη.
Κατά την έννοια των προδιαληφθεισών διατάξεων, αντέγγραφο είναι το δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο το
σχετικό προς έτερο έγγραφο, με το οποίο βεβαιώνεται δια της συμπτώσεως της βουλήσεως των
συμβαλλόμενων η μεταβολή, η τροποποίηση, η αναίρεση ή γενικώς αναγνωρίζεται το ανίσχυρο της
δικαιοπραξίας, που αποδεικνύεται με το έτερο έγγραφο. Με το αντέγγραφο δηλαδή βεβαιώνεται από
τους ίδιους συμβαλλόμενους στο κυρίως έγγραφο ή ότι τα πράγματα έχουν διαφορετικά και όχι όπως
εκτίθενται στο έγγραφο ή ότι τροποποιούνται ή καταργούνται. Σκοπός, συνεπώς, του αντεγγράφου είναι
η αναγνώριση της εικονικότητος ή του ανισχύρου της με το άλλο έγγραφο πιστοποιουμένης
δικαιοπραξίας (βλ. Ι. Φωτοπούλου, Η φορολογία μεταβιβάσεως ακινήτων και πλοίων, τόμος Β΄, σελ.
628).
Ενόψει των προεκτεθέντων και λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού της υπό κρίση υποθέσεως, έτσι,
όπως δίδεται, αλλά και διευκρινίσθηκε περαιτέρω, από την ερωτώσα υπηρεσία, κανένα από τα
επικαλούμενα στο σχετικό έγγραφο του υποβληθέντος ερωτήματος στοιχεία (μηνυτήρια αναφορά,
σημείωμα, απόφαση Μον. Πρωτ. Αθηνών, προτάσεις βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών κ.λ.π.)
δεν συγκεντρώνει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του αντεγγράφου, προκειμένου να τύχει εφαρμογής
η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν. 1587/50, ούτε βεβαίως μπορεί να ενεργοποιηθεί η ελεγκτική
εξουσία του Οικ. Εφόρου δι' εκδόσεως νέου φύλλου ελέγχου, αφού η μεταβίβαση περαιώθηκε
οριστικώς ως ειλικρινής και δεν συντρέχει κανένας από τους περιοριστικώς προβλεπόμενους λόγους
εκδόσεως νέου φύλλου ελέγχου (ανακριβής δήλωση κατά τα λοιπά, πλήν της αξίας, στοιχεία και
πειθαρχική τιμωρία του εκτιμητή ή Οικ. Εφόρου).

Βεβαίως θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι εκ του συνόλου των επικαλουμένων ως άνω
εγγράφων στοιχείων συνάγεται ομολογία του υποχρέου αγοραστή περί του συμφωνηθέντος αυξημένου
τιμήματος της αγοραπωλησίας του επίμαχου ακινήτου, πλην όμως η αρχή της στενής και αυστηρής
ερμηνείας των φορολογικών νόμων επιτάσσει να δεχθούμε ότι, η κατά τα άνω ομολογία και κατ'
επέκταση η εμμέσως συναγόμενη εικονικότητα της συναφθείσης συμβάσεως, ως προς την πραγματική
αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, δεν μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 15
του Ν. 1587/50, η οποία απαιτεί τίμημα μεγαλύτερο του αναγραφέντος στο συμβόλαιο και στη
φορολογική δήλωση προκύπτουν από αντέγγραφο, προϋπόθεση που δεν πληρούται εν προκειμένω,
αφού το κύριο και κρίσιμο προσδιοριστικό στοιχείο της έννοιας του αντεγγράφου είναι η δι' αυτού
εκδήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβαλλομένων αντίθετης προς την του κυρίως εγγράφου
και συμφωνία των μερών περί του ότι το περιεχόμενο του εγγράφου δεν απηχεί την αληθή βούληση
αυτών, αλλά συντάχθηκε για να εξωτερικεύσει μία πραγματική κατάσταση φαινομενικά μόνον και όχι
σπουδαίως.

Γίνεται δηλ. φανερό ότι η κρίση περί του άν ένα έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, εμπίπτει στην έννοια του
αντεγγράφου, προϋποθέτει αναγκαίως εκδήλωση συμβατικής συμπεριφοράς, στοιχείο το οποίο ελλείπει
από τα επικαλούμενα εκ μέρους της ερωτώσας υπηρεσίας έγγραφα μη δυνάμενα ως εκ τούτου να
χαρακτηρισθούν αντέγγραφα κατά την έννοια των προδιαληφθεισών διαταξεων.

ΙΙΙ. Ενόψει, συνεπώς των προεκτεθέντων επί του τιθεμένου ερωτήματος, το Ν.Σ.Κ. (Δ΄ τμήμα)
ομοφώνως εγνωμοδότησε ότι κανένα από τα επικαλούμενα από την ερωτώσα υπηρεσία στοιχεία δεν
μπορεί να θεωρηθεί "αντέγγραφο" κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 15 παρ. 3 του Ν. 1587/1950.

Ο Προεδρεύων Εθεωρήθη Ο Εισηγητής
Ευστ. Κορουγένης Αθήνα 15/5/1995 Πάρεδρος Ν. Σ. Κ
Αντιπρόεδρος Ν. Σ. Κ. Στέφανος Δέτσης
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Δεκτή Αθήνα, 27.12.95
Η προϊσταμένη της Γραμματείας Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΔΗΜ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο