Δημοσιεύθηκε στις : [ 12-08-1994 ]

ΠΟΛ.1197/12.8.1994 Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν. 2214/1994 (ΦΕΚ 75Α/11.5.94)

(Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν. 2214/1994 (ΦΕΚ 75Α/11.5.94))

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 12 Αυγούστου 1994
Αρ.Πρωτ.1093302/5825/00009Α

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΕΠΙΘ/ΣΗΣ & ΕΛΕΓΧΩΝ
Δ/ΝΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α΄

ΠΟΛ 1197

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν.2214/1994 (ΦΕΚ 75Α/11.5.94)

1093302/5825/00009Α/
Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 25, 28, 31, 32 και 33 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται σε θέματα αρμοδιότητας της Διευθύνσεως Ελέγχων, και παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις και οδηγίες, όπου αυτό κρίθηκε απαραίτητο, για την
ομοιόμορφη εφαρμογή τους και ειδικότερα:

Αρθρο 25
Υποχρέωση παροχής πληροφοριών προς τις φορολογικές αρχές

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού αίρεται κάθε αμφισβήτηση όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1/β του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955, με βάση τις οποίες ο προϊστάμενος της ΔΟΥ, που ελέγχει την ακρίβεια των επιδομένων σ' αυτόν δηλώσεων, δικαιούται να ζητεί από τις δημόσιες ή
δημοτικές και κοινοτικές αρχές, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες κ.λπ. οποιεσδήποτε πληροφορίες θεωρεί αναγκαίες για τη διευκόλυνση του έργου του. Μέχρι σήμερα, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, προβάλλετο το τραπεζικό απόρρητο για τις τραπεζικές καταθέσεις, με το επιχείρημα ότι δεν
υφίστατο ρητή ρύθμιση ως προς την άρση του απορρήτου στο πλαίσιο του φορολογικού ελέγχου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η ουσιαστική ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου με τις απαραίτητες και αναγκαίες επαληθεύσεις. Ηδη, μετά τη ρητή ρύθμιση του θέματος, με αυθεντική ερμηνεία του νόμου, δεν καταλείπονται περιθώρια για άρνηση παροχής των ζητούμενων, στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, πληροφοριών σε σχέση με τραπεζικές καταθέσεις. Πράγματι, η εκπλήρωση της υποχρέωσης παροχής των πληροφοριών αυτών δεν εμποδίζεται, όπως ρητά ορίζεται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, από την επίκληση εκ μέρους οποιουδήποτε του κατά την ισχύουσα νομοθεσία απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, το οποίο αίρεται ειδικώς για τη διευκόλυνση του φορολογικού ελέγχου. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις απαιτείται, για την
άρση του απορρήτου, η έκδοση κοινής απόφασης του Προϊστάμενου της ΔΟΥ και του αρμόδιου Επιθεωρητή, που θα αφορά - όπως είναι ευνόητο - σε συγκεκριμένη υπόθεση, για την οποία διενεργείται ο φορολογικός έλεγχος. Η διαφύλαξη του απορρήτου από τη φορολογική αρχή έναντι οποιουδήποτε τρίτου πρέπει να είναι απόλυτη, σύμφωνα με τις ισχύουσες φορολογικές και ποινικές διατάξεις.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου αναδιατυπώνονται τα υφιστάμενα δικαιώματα των επιθεωρητών, όσον αφορά τη διενέργεια ελέγχου και επανελέγχου οποιασδήποτε φορολογικής υπόθεσης και καταργούνται τα δικαιώματα ελέγχου που είχαν παρασχεθεί στους γενικούς διευθυντές Φορολογίας και Δημόσιας
Περιουσίας και Επιθεώρησης και Ελέγχων με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.2120/1993.

Είναι φανερό ότι το παραπάνω δικαίωμα πρέπει να ασκείται για την προστασία των δικαιωμάτων του Δημοσίου σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι ο αρχικός έλεγχος της υπόθεσης ήταν πλημμελής ή ατελής. Η διενέργεια επανελέγχου πρέπει να αποφασίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις που επιβάλλεται να γίνει ώστε να αποφεύγεται η ανάσχεση στο έργο των ΔΟΥ και να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία των επιχειρήσεων.

3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου δίνεται η δυνατότητα στον προϊστάμενο της ΔΟΥ να ζητήσει την άρση του τραπεζικού απορρήτου για τις περιπτώσεις που προσκομίζεται προσωπική επιταγή με ποσό άνω του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, για να εξοφληθούν χρέη προς το Δημόσιο, οπότε και δίνεται πρόβλεψη και δέσμευση του ποσού αυτού υπέρ της ΔΟΥ. Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών δόθηκαν αναλυτικές οδηγίες από την αρμόδια Δ/νση Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Δ.16) με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1142/1.6.1994, στην οποία και παραπέμπουμε για κάθε σχετικό θέμα.

Αρθρο 28
Συμπλήρωση μελών Επιτροπής για την ανατολή λειτουργίας καταστημάτων επιτηδευματιών Οι διατάξεις του άρθρου αυτού είναι σαφείς και ρυθμίζουν θέματα που αφορούν τη συγκρότηση και λειτουργία της επιτροπής του άρθρου 48 του ν. 2065/1992. Ορίστηκαν αναπληρωτές των τακτικών μελών αυτής, δηλαδή των Γενικών Διευθυντών, του Ορκωτού Ελεγκτή και του εισηγητή προϊσταμένου της Δ/νσης Βιβλίων και Στοιχείων του υπουργείου Οικονομικών, ώστε να εξασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της.

Με την αριθ. 1064371/3955/2.6.94 απόφαση του υπουργού Οικονομικών ανασυγκροτήθηκε η επιτροπή αυτή και ορίστηκαν τα μέλη της, σύμφωνα με τις κοινοποιούμενες διατάξεις.
Επισημαίνεται η υποχρέωση όλων των ΔΟΥ για την τακτική αποστολή στη Διεύθυνση Ελέγχων, των παραβάσεων εκείνων, για τις οποίες προβλέπεται η επιβολή κυρώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 48 του ν.2065/1992.

Αρθρο 31
Ποινικές κυρώσεις

1. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ποινικοποιείται το αδίκημα της φοροδιαφυγής που διαπράττεται κατά τη μεταφορά (διακίνηση) αγαθών, όταν αυτά δεν συνοδεύονται από τα φορολογικά στοιχεία, που προβλέπεται και ορίζεται η έκδοσή τους από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ή όταν τα συνοδευτικά αυτά φορολογικά στοιχεία είναι ανακριβή. Η ανακρίβεια μπορεί να αναφέρεται είτε στην ποσότητα του αγαθού που μεταφέρεται είτε στην αξία αυτού ή και στα δύο, δηλαδή ποσότητα και αξία, με την προϋπόθεση όμως ότι η ανακρίβεια αυτή υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%).

Στις περιπτώσεις διαπίστωσης του παραπάνω αδικήματος ο υπαίτιος, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο μεταφορέας, δηλαδή αυτός που διακινεί τα αγαθά, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών τουλάχιστον.
Σημειώνουμε ότι, με τις διατάξεις του άρθρου 33 τ υ Ν.1591/1986, για τις περιπτώσεις μεταφοράς αγαθών χωρίς συνοδευτικά φορολογικά στοιχεία ή με ανακριβή φορολογικά στοιχεία, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις στον
μεταφορέα (αφαίρεση πινακίδων και άδεια κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου και οδηγού) που ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου αυτού. Οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν.

Οι παραπάνω ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, είναι ανεξάρτητες από τα χρηματικά πρόστιμα που επιβάλλονται με την εφαρμογή άλλων φορολογικών διατάξεων, τόσο στο μεταφορέα όσο και στον υπόχρεο έκδοσης του συνοδευτικού φορολογικού στοιχείου.

2. Με τη διαπίστωση διάπραξης του ως άνω αδικήματος της φοροδιαφυγής, δηλαδή της μεταφοράς αγαθών χωρίς να συνοδεύονται με φορολογικά στοιχεία ή τα στοιχεία αυτά είναι ανακριβή σε ποσοστό πάνω από 30% σε σχέση με την ποσότητα ή την αξία των μεταφερομένων αγαθών, τα μεταφερόμενα αγαθά κατάσχονται και θέτονται υπό
μεσεγγύηση, που στην προκειμένη περίπτωση μεσυγγυούχος ορίζεται ο μεταφορέας των αγαθών αυτών.

Για την κατάσχεση πρέπει να συνταχθεί αμέσως "ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ", στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία, όπως η υπηρεσία (συνεργείο ή όργανα) που ενεργεί την κατάσχεση, η ακριβής χρονολογία (η ημέρα, η ώρα), η τοποθεσία, το ονοματεπώνυμο οργάνου και μεταφορέα, τα στοιχεία αυτοκινήτου, η
αναλυτική περιγραφή των αγαθών, τα στοιχεία του αποστολέα και του παραλήπτη τους και η συνοπτική περιγραφή της διαπραχθείσας παράβασης διατάξεων του Κ.Β.Σ.

3. Επισυνάπτονται στο τέλος της παρούσας εγκυκλίου σχέδια έκθεσης κατάσχεσης, έκθεσης διαπίστωσης του αδικήματος και μηνυτήριας αναφοράς για τη διευκόλυνση στην εφαρμογή των διατάξεων του κοινοποιουμένου άρθρου. Η "ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ" πρέπει να συμπληρώνεται σε όλες τις ενδείξεις της και να υπογράφεται από τα
αρμόδια όργανα και τον μεσεγγυούχο (μεταφορέα). Σε περίπτωση άρνησης του μεσεγγυούχου να υπογράψει την έκθεση αυτή να γίνεται σχετική μνεία στη θέση της υπογραφής του.

Στη συνέχεια θα συντάσσεται "ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ" όπως το επισυναπτόμενο σχέδιο.

Οι εκθέσεις αυτές (κατάσχεσης και διαπίστωσης αδικήματος) και τυχόν άλλα στοιχεία θα αποτελέσουν το φάκελο που θα πρέπει να κατατεθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα για τα περαιτέρω, δεδομένου ότι κατά του υπαιτίου εφαρμόζεται η διαδικασία του αυτόφωρου, σύμφωνα με τις κοινοποιούμενες διατάξεις του άρθρου 31.

4. Κρίνεται απαραίτητο να τονισθεί ότι κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση του ποινικού αδικήματος του άρθρου 31 είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο υπαίτιος ή έχει την έδρα της η επιχείρηση, όπως ρητά ορίζεται με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. Κατά συνέπεια, όταν ο τόπος διάπραξης του αδικήματος βρίσκεται μέσα στην περιφέρεια του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, τότε τα ελεγκτικά όργανα που διαπίστωσαν την παράβαση πρέπει να ζητήσουν αμέσως τη συνδρομή της πλησιέστερης αστυνομικής αρχής, τα όργανα της οποίας θα μεριμνήσουν για την προσαγωγή του παραβάτη στον αρμόδιο εισαγγελέα. Στον ίδιο εισαγγελέα θα υποβληθούν, από τα ελεγκτικά όργανα που διαπίστωσαν την παράβαση, η μηνυτήρια αναφορά, η έκθεση κατάσχεσης και η έκθεση διαπίστωσης του αδικήματος, η σύνταξη των οποίων πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι την προσαγωγή του παραβάτη στον εισαγγελέα. Η αρμόδια Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, στην οποία κοινοποιείται η παρούσα εγκύκλιος, παρακαλείται να κοινοποιήσει τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν.2214/1994 σε όλες τις Αστυνομικές Αρχές της χώρας και να δώσει σ' αυτές τις απαραίτητες οδηγίες, προκειμένου να παρέχουν άμεσα τη συνδρομή τους στα ελεγκτικά όργανα του Υπουργείου Οικονομικών, όταν αυτό τους ζητείται, για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων.

Αν όμως ο τόπος διάπραξης της ποινικά κολάσιμης φορολογικής παράβασης δεν βρίσκεται μέσα στην περιφέρεια του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, όταν δηλαδή ο τόπος αυτός είναι έξω από την περιφέρεια του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου όπου έχει την κατοικία του ο υπαίτιος ή έχει την έδρα της η επιχείρηση, τότε μπορεί να ακολουθείται η πιο πάνω άμεση παραπομπή του παραβάτη να δικαστεί με τη διαδικασία του αυτόφωρου, εφόσον είναι δυνατή η μεταφορά του στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, χωρίς, λόγω της απόστασης, να διακόπτεται για μεγάλο χρονικό διάστημα ο προληπτικός έλεγχος, που διενεργείται από τα ελεγκτικά όργανα που διαπίστωσαν την παράβαση. Ετσι, όταν δεν είναι δυνατή η άμεση παραπομπή του παραβάτη να δικαστεί με τη διαδικασία του αυτόφωρου (π.χ. αν ο παραβάτης είναι κάτοικος ή έχει την έδρα της η επιχείρηση στο Ηράκλειο της Κρήτης και η διάπραξη - τέλεση του αδικήματος έγινε στην Αθήνα), τότε η έκθεση κατάσχεσης, η έκθεση διαπίστωσης του αδικήματος και η μηνυτήρια αναφορά πρέπει να διαβιβάζονται, το αργότερο εντός της επομένης ημέρας, στον αρμόδιο εισαγγελέα από την υπηρεσία, στην οποία ανήκουν τα ελεγκτικά όργανα που διαπίστωσαν την παράβαση, για τα περαιτέρω.

Τέλος, σε κάθε περίπτωση διαπίστωσης αδικήματος του άρθρου 31, να στέλνεται από την υπηρεσία που έκανε τη διαπίστωση στη Διεύθυνση Ελέγχων (FAX 32.33.752), αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης.

Αρθρο 32
Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του κοινοποιημένου άρθρου, που ισχύουν από 11 Μαϊου 1994, αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 45 του ν.2065/1992.

Με τις νέες διατάξεις, όπως και με τις αντικατασταθείσες, προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε βάρος των υπόχρεων που δεν αποδίδουν στο Δημόσιο εμπρόθεσμα ή υποβάλλουν ανακριβή δήλωση, για την απόδοση του Φ.Π.Α. ή άλλων φόρων, τελών ή εισφορών που παρακρατούνται ή εισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο. Συγκεκριμένα, με τις κοινοποιούμενες διατάξεις προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε βάρος των ακόλουθων παραβατών:

α) στο μη υποβάλλοντα στη δήλωση, που προβλέπεται από τις κείμενες φορολογικές διατάξεις, για την απόδοση στο Δημόσιο του Φ.Π.Α. ή άλλων φόρων, τελών και εισφορών που παρακρατούνται ή εισπράττονται με την υποχρέωση να αποδοθούν στο Δημόσιο, μέσα στις προθεσμίες που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις, κατά περίπτωση,

β) στον υποβάλλοντα εκπρόθεσμη δήλωση μετά την παρέλευση δέκα πέντε (15) ημερών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας, για την απόδοση του Φ.Π.Α. και λοιπών φόρων, τελών και εισφορών που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση,

γ) στον υποβάλλοντα ανακριβή δήλωση, σε βάση τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται απ' αυτόν, για την απόδοση του Φ.Π.Α. και των λοιπών φόρων, τελών και εισφορών που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις.

2. Η ποινική δίωξη (η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς) ασκείται υποχρεωτικά από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., εφόσον το μη αποδοθέν ή το εκπροθέσμως αποδιδόμενο ποσό για κάθε φορολογία είναι ανώτερο των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών, η δε ποινή που προβλέπεται από τις κοινοποιούμενες διατάξεις κλιμακώνεται ως ακολούθως:

α) φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή μέχρι πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, όταν το προς απόδοση ποσόν για κάθε φορολογία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές,

β) φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και άνω, όταν το προς απόδοση ποσόν για κάθε φορολογία δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές,

γ) φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) και άνω, όταν το προς απόδοση ποσόν για κάθε φορολογία δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Οι πιο πάνω ποινές, κατά περίπτωση, επιβάλλονται εφόσον δεν προβλέπονται βαρύτερες από άλλες διατάξεις.

3. Με τις διατάξεις της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 45 του Ν.2065/1992, όπως αυτές τέθηκαν με την παράγραφο 1 του κοινοποιούμενου άρθρου 32, ορίζεται ότι σε περίπτωση διάπραξης των αδικημάτων της παραγράφου 1 καθ' υποτροπή τα κατώτατα όρια των ποινών, που προβλέπονται από την ίδια παράγραφο, διπλασιάζονται.

Ακόμη, παρέχεται η δυνατότητα στο ποινικό δικαστήριο με την απόφασή του να διατάσσει την αφαίρεση, από τον παραβάτη-φορολογούμενο, της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματός του για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός και μέχρι ενός (1) έτους. Επισημαίνεται ότι στη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., που υποβάλλεται για τα πιο πάνω αναφερθέντα αδικήματα φοροδιαφυγής, είναι απαραίτητη η μνεία της καθ' υποτροπή ή όχι διάπραξής τους, ώστε να γίνεται ορθή επιμέτρηση της ποινής από το αρμόδιο δικαστήριο.

4. Οπως αναφέρεται και πιο πάνω (παρ. 1) οι κοινοποιούμενες διατάξεις ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (από 11 Μαϊου 1994). Συνεπώς, από την ημερομηνία αυτή (11.5.1994) και μετά τα αδικήματα φοροδιαφυγής για μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών κρίνονται με τις νέες διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 32. Αυτό σημαίνει ότι κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος διαπίστωσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής από τη φορολογική αρχή και όχι ο χρόνος τέλεσής του.

5. Από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 32, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 45 ν. 2065/1992, προκύπτει σαφώς ότι για τη δίωξη του αδικήματος φοροδιαφυγής δεν απαιτείται η οριστικοποίηση της πράξης της φορολογικής αρχής, με την οποία καταλογίζεται η
φορολογική παράβαση, ούτε η περαίωση τυχόν φορολογικής δίκης. Αρκεί δηλαδή η έκδοση της πράξης καταλογισμού του μη αποδοθέντος φόρου. Ακόμη και η ύπαρξη πλημμελειών της πράξης καταλογισμού του φόρου που δεν έχει αποδοθεί δεν αναστέλλει την ποινική δίωξη του παραβάτη.

Περαιτέρω διευκρινίζεται, με τις νέες διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 45 του ν. 2065/1992, ότι η άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, καθώς και η διαδικασία γενικά της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τις ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, δεν αποτελούν λόγο αναστολής της ποινικής
δίωξης. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον διαπραχθεί και διαπιστωθεί ένα από τα αδικήματα της μη υποβολής ή ανακριβούς ή εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης για ποσό πάνω από 10.000 θα ασκηθεί η ποινική δίωξη, ανεξάρτητα αν καταβλήθηκε ο φόρος ή έγινε διοικητική επίλυση της διαφοράς. Με άλλα λόγια η υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης και η καταβολή του φόρου ή η διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν έχει σημασία και δεν ασκεί επίδραση στην υποχρέωση άσκησης ποινικής δίωξης και η υπόθεση θα κριθεί από την αρμόδια δικαστική αρχή.

6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του κοινοποιούμενου άρθρου 32 με τις οποίες αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 45 του ν. 2065/1992, ορίζεται ότι Υσε περίπτωση που ο υπόχρεος καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό μέχρι την ημέρα της δίκης, μπορεί να επιβληθεί μόνο χρηματική ποινήΦ. Και
η εφαρμογή της διάταξης αυτής θα γίνει ύστερα από απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι οι υποθέσεις που εμπίπτουν στις παραπάνω ποινικές διατάξεις πρέπει να αποστέλλονται στα αρμόδια δικαστήρια με την υποβολή σχετικής μυνητήριας αναφοράς, όπως αναφέρεται πιο πάνω στην ανάλυση των σχετικών διατάξεων, και το δικαστήριο θα κρίνει και θα αποφασίσει για την ποινή. Είναι αυτονόητο ότι το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μόνο χρηματική ποινή και στην περίπτωση απόδοσης (καταβολής) του φόρου με την υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης, δηλαδή δήλωσης που υποβλήθηκε μετά 15 ημέρες από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας.

7. Τέλος, με την παράγραφο 4 του άρθρου 32, με την οποία προστέθηκε νέα παράγραφος 14 στο άρθρο 45 του ν.2065/1992, ορίζεται ότι τα αδικήματα της παραγράφου 1 θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.
Στην πράξη τα αδικήματα αυτά αντιμετωπίζονται με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς στον εισαγγελέα, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία της αυτόφωρης εκδίκασης του διαπραχθέντος αδικήματος. Για το λόγο αυτό η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως μετά την υποβολή και παραλαβή της εκπρόθεσμης δήλωσης, για την οποία παρήλθε το 15ήμερο από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας υποβολής της, ή αμέσως μετά τη διαπίστωση από οποιοδήποτε φορολογικό έλεγχο (προσωρινό, τακτικό, προληπτικό) της μη υποβολής ή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας και λοιπών φόρων, τελών και εισφορών που παρακρατούνται ή προεισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο. Επαναλαμβάνεται ότι για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς δεν απαιτείται η κατά οποιοδήποτε τρόπο οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

Για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του άρθρου 45 του ν. 2065/1992, που δεν τροποποιούνται με το κοινοποιούμενο άρθρο 32, παραπέμπουμε στην εγκύκλιό μας, με την οποία δόθηκαν αναλυτικές οδηγίες. Στο τέλος της παρούσας εγκυκλίου επισυνάπτεται σχέδιο μηνυτήριας αναφοράς για τη διευκόλυνση στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 του ν. 2065/1992, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 32. Επισημαίνεται ότι η μηνυτήρια αναφορά συνοδεύεται πάντοτε από σχετική έκθεση ελέγχου της φορολογικής αρχής, η οποία είναι ταυτόχρονα και έκθεση
διαπίστωσης του αδικήματος, για το οποίο ζητείται η δίωξη του παραβάτη. Για το λόγο αυτό πρέπει απαραίτητα στην έκθεση ελέγχου να αναγράφεται και η ακριβής χρονολογία και η ώρα διαπίστωσης της παράβασης, στοιχεία αναγκαία για τη διαδικασία του αυτόφωρου.

Αρθρο 33
Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής

1. Προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του Δημοσίου, στις περιπτώσεις αποκάλυψης φοροδιαφυγής μεγάλης έκτασης, λαμβάνονται ορισμένα μέτρα που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν.2065/1992, εφαρμογή των οποίων έχει γίνει σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι τώρα και συνεπώς παρέλκει περαιτέρω επεξήγηση. Κρίνεται όμως σκόπιμη η υπενθύμισή τους και η σπουδαιότητα που έχουν, καθώς και οι σοβαρότατες συνέπειες και επιπτώσεις τους. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί και πάλι η χρονική διάρκεια που έχουν οι συνέπειες και απαγορεύσεις που προβλέπονται και επιβάλλονται από τις διατάξεις αυτές. Η διάρκεια αυτή είναι έξι (6) μήνες, που αρχίζει από τη χρονολογία αποκάλυψης και γνωστοποίησης της ύπαρξης φοροδιαφυγής. Η ύπαρξη της χρονικής αυτής περιόδου, των έξι μηνών, δημιουργεί την υποχρέωση στην αρμόδια φορολογική αρχή, μέσα στην
περίοδο αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στο νόμο, να ολοκληρώσει τον έλεγχο των υποθέσεων αυτών και να εκδόσει και κοινοποιήσει τις φορολογικές πράξεις που προβλέπονται από τις κείμενες φορολογικές διατάξεις.

2. Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 33 ορίζεται ότι Υαν μέσα στην προθεσμία των έξι μηνών δεν έχουν εκδοθεί τα φύλλα ελέγχου ή οι πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με το άρθρο αυτό (44), αίρονται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών ...... Συνεπώς, από 11.5.94, που ισχύουν οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου 33, τα προβλεπόμενα απαγορευτικά μέτρα αίρονται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών.

Ομως, για την έκδοση της απόφασης αυτής διερευνάται η υπόθεση για να διαπιστωθεί σε τί οφείλεται η μη περαίωσή της μέσα στην οριζόμενη προθεσμία των έξι μηνών. Και αν οφείλεται σε υπαιτιότητα της φορολογικής αρχής ασκείται πειθαρχική δίωξη σε βάρος του φορολογικού οργάνου, στο οποίο έχει ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με επιφύλαξη των περί παραβάσεως καθήκοντος διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Κατ' ακολουθία, για να μην υπάρξει ανάγκη προσφυγής στην εφαρμογή των δυσάρεστων μέτρων, πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια ολοκλήρωσης του φορολογικού ελέγχου μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία των έξι μηνών.

Αντίθετα, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η μη ολοκλήρωση του ελέγχου και περαίωση της υπόθεσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του φορολογουμένου, με την πρόσκληση δυσχερειών που δεν επιτρέπουν την ολοκλήρωση του ελέγχου, τότε οι συνέπειες και απαγορεύσεις που ορίζονται στο νόμο ΔΕΝ ΑΙΡΟΝΤΑΙ και διατηρούνται μέχρι την περαίωση του φορολογικού ελέγχου και έκδοση και κοινοποίηση της σχετικής φορολογικής πράξης. Το θέμα της ύπαρξης υπαιτιότητας είναι πραγματικό και με την έννοια αυτή ερευνάται από τον αρμόδιο Επιθεωρητή για τη διαπίστωση του υπαιτίου σε βάρος του οποίου θα καταλογίζονται οι ευθύνες και συνέπειες που
αναφέρονται στις κοινοποιούμενες διατάξεις.

3. Οι διατάξεις των λοιπών παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 του ως άνω άρθρου 33, σας κοινοποιήθηκαν από την αρμόδια Δ/νση Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (16η) με την αριθ. ΠΟΛ.1144/31.5.1994 εγκύκλιό της.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο