Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 16-01-2008 ]

ΑΠΠΔ Αρ.Πρ. Γ/256/1/16.01.2008 Κυρώσεις στην εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ ως υπεύθυνο επεξεργασίας, για παράλειψη πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος σε δεδομένα σχετικά με την αξιολόγηση του ως εργαζομένου

(Κυρώσεις στην εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ ως υπεύθυνο επεξεργασίας, για παράλειψη πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος σε δεδομένα σχετικά με την αξιολόγηση του ως εργαζομένου )

Κατηγορία: Λοιπά

 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Ταχ. Δ/νση:     ΚΗΦΙΣΙΑΣ  1-3      
                      115 23  ΑΘΗΝΑ    
ΤΗΛ.:        210-6475600
FAX:        210-6475628    

Αθήνα,  16.01.2008
ΑΠ: Γ/ΕΞ/256
 
Α Π Ο Φ Α Σ Η    ΑΡ.   1/2008

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση την 29η/03/2007, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση, που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Δ. Γουργουράκης, Πρόεδρος, Σ. Σαρηβαλάσης, Ν. Φραγκάκης, Α. Παπανεοφύτου και Λ. Κοτσαλής, τακτικά μέλη της Αρχής. Επίσης, παρέστησαν τα αναπληρωματικά μέλη της Αρχής Γ. Πάντζιου και Π. Φουντεδάκη σε αντικατάσταση των τακτικών μελών Α. Πομπόρτση και Φ. Δωρή, αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστη, επίσης, με εντολή του Προέδρου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Δημήτριος Ζωγραφόπουλος, νομικός ελεγκτής, ως εισηγητής. Τέλος, παρέστη με εντολή του Προέδρου, και η Αγγελική Κανακάκη, υπάλληλος του Διοικητικού – Οικονομικού Τμήματος της Αρχής, ως γραμματέας.
Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω:

Υποβλήθηκε στην Αρχή (με αρ. πρωτ. 4480, από 05/07/2006) προσφυγή – καταγγελία του X, εργαζομένου της ΕΚΟ ΑΒΕΕ, σύμφωνα με την οποία η αρμόδια διεύθυνση προσωπικού της ΕΚΟ παρέλειψε να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασής του σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία τον αφορούν, διότι είναι σχετικά με την προσωπική του αξιολόγηση ως εργαζομένου. Ο προσφεύγων κοινοποίησε στην Αρχή σειρά έγγραφων αιτήσεων, που είχε απευθύνει στην αρμόδια διεύθυνση προσωπικού της ΕΚΟ, ζητώντας τη χορήγηση στοιχείων για τη συγκριτική του αξιολόγηση, και, ειδικότερα, για τα ονόματα των αξιολογητών του και για το πώς τον κατέταξε ο καθένας τους ονομαστικά. Σε συνέχεια του από 25/01/2007 εγγράφου του προσφεύγοντος προς την ΕΚΟ ΑΒΕΕ, το οποίο κοινοποιήθηκε στην Αρχή (με αρ. πρωτ. 605, από 26/01/2007), με το οποίο ο προσφεύγων διατύπωνε για πολλοστή φορά το ίδιο αίτημα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που τον αφορούν, η εν λόγω εταιρεία κοινοποίησε στην Αρχή (με αρ. πρωτ. 937, από 06/02/2007) το από 05/02/2007 έγγραφό της, από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρεία παρέσχε στον προσφεύγοντα πληροφόρηση για τη συγκριτική του αξιολόγηση για το έτος 2006. Ωστόσο, από την εξέταση των σχετικών εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης, προέκυψε ότι η ΕΚΟ ΑΒΕΕ παρέλειψε να ικανοποιήσει το αρχικό αίτημα του προσφεύγοντος για την πρόσβασή του σε στοιχεία σχετικά με τη συγκριτική του αξιολόγηση, και, ειδικότερα, για τα ονόματα των αξιολογητών του και για το πώς τον κατέταξε ο καθένας τους ονομαστικά, για το έτος 2005 τουλάχιστον, ενδεχομένως δε και για προηγούμενα έτη.

Κατόπιν τούτων, η Αρχή κάλεσε (με το με αρ. πρωτ. 937, από 12/02/2007, έγγραφό της) την εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ όπως: 1) ικανοποιήσει αμέσως το δικαίωμα πρόσβασης του X στα συγκεκριμένα στοιχεία, αφενός χορηγώντας του τα ζητηθέντα αντίγραφα των διαφόρων εγγράφων (και ιδίως των φύλλων αξιολόγησης απόδοσης και των φύλλων συγκριτικής αξιολόγησης), που τηρούνται είτε στον προσωπικό του φάκελο ως εργαζομένου είτε σε άλλο αρχείο της εταιρείας, και, αφετέρου, ενημερώνοντάς τον επαρκώς, παρέχοντάς του δηλαδή οποιαδήποτε σχετική πληροφορία, για την προέλευση των κρίσιμων προσωπικών του δεδομένων (και ιδίως για τα ονόματα και τις θέσεις στο οργανόγραμμα της εταιρείας των αξιολογητών του και για το πώς τον κατέταξε ο καθένας τους ονομαστικά), 2) ικανοποιήσει αμέσως το δικαίωμα πρόσβασης κάθε άλλου εργαζομένου της εταιρείας, που έχει υποβάλει ανάλογο αίτημα, και 3) καταστήσει γνωστούς στην Αρχή, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήψη του ως άνω εγγράφου, τους λόγους για τους οποίους η εταιρεία αρνήθηκε να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης του X στα εν λόγω στοιχεία.

Ωστόσο, έκτοτε, η ΕΚΟ ΑΒΕΕ ούτε προέβη στην ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης του X κατά τα ανωτέρω (γεγονός, που ο προσφεύγων κατήγγειλε στην Αρχή με το με αρ. πρωτ. 1873, από 12/03/2007 έγγραφό του), ούτε υπέβαλε στην Αρχή τις ως άνω ζητηθείσες διευκρινήσεις.

Με βάση τα προαναφερόμενα, με το με αρ. πρωτ. 1873, από 14/03/2007, έγγραφο της Αρχής, εκλήθη η ΕΚΟ ΑΒΕΕ σε ακρόαση, κατά τη συζήτηση της ως άνω προσφυγής – καταγγελίας στο Συμβούλιο της Αρχής, στη συνεδρίαση της 22ας/03/2007. Μετά από την επίδοση της ως άνω κλήσης, η Y, διευθύντρια προσωπικού της ΕΚΟ ΑΒΕΕ, υπέβαλε εγγράφως προς την Αρχή αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης για τη συνεδρίαση της 29ης/03/2007, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων. Η Αρχή (με το με αρ. πρωτ. 2024, από 20/03/2007, έγγραφό της) ενημέρωσε την ΕΚΟ ΑΒΕΕ ότι κάνει δεκτό το ως άνω αίτημά της και αναβάλει τη συζήτηση της ως άνω προσφυγής – καταγγελίας για την 29η/03/2007, καθώς και ότι η συζήτηση αυτή θα διενεργηθεί χωρίς νέα κλήση.
Στη συνεδρίαση της 29ης/03/2007 προσήλθαν η Y, διευθύντρια προσωπικού της ΕΚΟ ΑΒΕΕ, και η πληρεξούσια δικηγόρος της εν λόγω εταιρείας Μελπομένη Γκότση. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, οι εκπρόσωποι της εταιρείας ΕΚΟ ΑΒΕΕ ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Συμβουλίου της Αρχής και απάντησαν σε σχετικές ερωτήσεις, που τους τέθηκαν.

Μετά από εξέταση των προαναφερόμενων στοιχείων, αφού άκουσε την πρόταση του εισηγητή και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης,

    ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

1. Η Αρχή, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως: 1) τις διατάξεις της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, τις οποίες ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη ο Ν. 2472/1997 για την Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τις διατάξεις του νόμου αυτού, 2) την Οδηγία της Αρχής 115/2001 (της 20ης/09/2001) για την Επεξεργασία δεδομένων των εργαζομένων, 3) τη Σύσταση 8/2001 (της 13ης/09/2001) της ομάδας εργασίας του άρ. 29 της Οδηγίας 95/46/EΚ, για την Επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο εργασιακό πλαίσιο, η οποία επιμένει ιδιαιτέρως, αφενός, στο ότι κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούν τους εργαζομένους, οι εργοδότες θα πρέπει πάντα να έχουν κατά νου τις θεμελιώδεις αρχές προστασίας των δεδομένων, και, ιδίως, εκείνης του Σκοπού επεξεργασίας, που υπαγορεύει ότι τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και η μεταγενέστερη επεξεργασία τους πρέπει να συμβιβάζεται µε στους σκοπούς αυτούς. Και αφετέρου, στην αλληλεπίδραση μεταξύ του εργατικού δικαίου και του δικαίου περί προστασίας δεδομένων, με την έννοια ότι «το δίκαιο περί προστασίας δεδομένων δεν λειτουργεί απομονωμένα από το εργατικό δίκαιο και την εργατική πρακτική, τα οποία, µε τη σειρά τους, δεν λειτουργούν απομονωμένα από το δίκαιο περί προστασίας δεδομένων. Η αλληλεπίδραση αυτή είναι αναγκαία και πολύτιμη και πρέπει να συμβάλει στην ανάπτυξη λύσεων οι οποίες θα εξασφαλίζουν την κατάλληλη προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων», και 4) τη Σύσταση 1/2001 (της 22ας/03/2001) της ομάδας εργασίας του άρ. 29 της Οδηγίας 95/46/EΚ, σχετικά με τα δεδομένα αξιολόγησης εργαζομένων.

2. Επειδή, το άρ. 12 του Ν. 2472/1997 ορίζει για το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου, ιδίως τα εξής: «1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως. 2. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες: α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. ε) κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων, και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε΄, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατον ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες. Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. (…) 4. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαντήσει εντός δεκαπέντε (15) ημερών ή εάν η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή. Στην περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτημα του ενδιαφερόμενου, κοινοποιεί την απάντησή του στην Αρχή και ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο ότι μπορεί να προσφύγει σε αυτήν. (…)».

3. Επειδή, το άρ. 10 του Ν. 2472/1997 ορίζει ιδίως τα εξής: «1) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνον κατΆ εντολή του. 2) Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3) Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφαλείας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι αντικείμενο της επεξεργασίας. (…)».

4. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν ιδίως τα ακόλουθα. Καταρχάς, η Αρχή έχει ήδη κατά το παρελθόν κατΆ επανάληψη επισημάνει στην εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ τις υποχρεώσεις, που τη βαρύνουν με τις ιδιότητες του εργοδότη και υπεύθυνου επεξεργασίας. Ειδικότερα, η Αρχή, ήδη με προγενέστερο έγγραφό της (με αρ. πρωτ. 1441, από 20/03/2006), σχετικά με ανάλογη προσφυγή – καταγγελία, που είχε υποβληθεί στην Αρχή από άλλη εργαζόμενη της ΕΚΟ ΑΒΕΕ, αφενός, επεσήμαινε στην εν λόγω εταιρεία τις υποχρεώσεις, που τη βαρύνουν (στη βάση, ιδίως, των διατάξεων του άρ. 12 του Ν. 2472/1997 και των αντίστοιχων της προαναφερόμενης Οδηγίας της Αρχής 115/2001), αναφορικά με το δικαίωμα πρόσβασης κάθε εργαζομένου της εταιρείας στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που τον αφορούν, είτε αυτά τηρούνται στον ατομικό του φάκελο ως εργαζομένου είτε σε άλλο αρχείο της εταιρείας. Αφετέρου, καλούσε την εν λόγω εταιρεία, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, όπως ικανοποιήσει αμέσως το δικαίωμα πρόσβασης της ενδιαφερόμενης εργαζομένης στα ζητηθέντα από εκείνη στοιχεία, χορηγώντας της τα ζητηθέντα αντίγραφα των διαφόρων εγγράφων (και ιδίως των φύλλων αξιολόγησης απόδοσης και των φύλλων συγκριτικής αξιολόγησης), που τηρούνται στα αρχεία της εταιρείας, και ενημερώνοντάς την επαρκώς, παρέχοντάς της δηλαδή οποιαδήποτε σχετική πληροφορία, για την προέλευση των κρίσιμων προσωπικών της δεδομένων (και, ιδίως, για τα ονόματα και τις θέσεις στο οργανόγραμμα της εταιρείας των αξιολογητών της). Επιπλέον, καλούσε την εν λόγω εταιρεία να ικανοποιήσει αμέσως το δικαίωμα πρόσβασης κάθε άλλου εργαζομένου της εταιρείας, που είχε υποβάλει ανάλογο αίτημα. Στη συνέχεια, και μετά από σχετικό ερώτημά της διεύθυνσης προσωπικού της ΕΚΟ ΑΒΕΕ, η Αρχή (με το με αρ. πρωτ. 3380, από 22/05/2006) έγγραφό της, επεσήμαινε ότι η χορήγηση στους ενδιαφερόμενους εργαζόμενους της ΕΚΟ ΑΒΕΕ των φύλλων συγκριτικής αξιολόγησής τους συνάδει με τις διατάξεις του Ν. 2472/1997. Και τούτο, διότι η χορήγηση των εν λόγω εγγράφων μπορεί να διενεργηθεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρ. 5 του Ν. 2472/1997. Ειδικότερα, κατά τις επιταγές της διάταξης αυτής: 1) Επιτρέπεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Εφόσον, λοιπόν, μετά από την ενημέρωση όλων των ενδιαφερόμενων εργαζομένων (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρ. 11 του Ν. 2472/1997), ο εργοδότης – υπεύθυνος επεξεργασίας έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση καθενός τους, νομιμοποιείται να προβεί στη χορήγηση των δεδομένων, που τον αφορούν. 2) Επιτρέπεται, εξάλλου, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατΆ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου τους, εφόσον συντρέχει μία από τις αναγραφόμενες στο άρ. 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 προϋποθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η χορήγηση των εν λόγω φύλλων συγκριτικής αξιολόγησης σε καθένα από τους ενδιαφερόμενους εργαζόμενους εμπίπτει σαφώς σε, τουλάχιστον, δύο από τις εκεί προβλεπόμενες περιπτώσεις: α) στο στοιχείο (α΄) της παρ. 2 του άρ. 5, που επιτρέπει αυτή την επεξεργασία, εφόσον «είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο». ΕπΆ αυτού, η Αρχή, με την Απόφασή της 12/2002, έχει ήδη κρίνει ότι η χορήγηση από την εργοδότρια εταιρεία – υπεύθυνο επεξεργασίας σε εργαζόμενό της προσωπικών δεδομένων άλλου εργαζόμενου, στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης του πρώτου και κατΆ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, με το σκοπό να δικαιολογήσει την κρίση του αξιολογητή σχετικά με τη βαθμολόγηση του κρινόμενου, είναι νόμιμη, στη βάση του άρ. 5 παρ. 2 στοιχείο (α΄). Και τούτο, διότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται στην εργοδότρια εταιρεία και από τις γενικές αρχές της καλόπιστης εκτέλεσης της σύμβασης εργασίας, που έχουν ειδική εφαρμογή κατά την εκτέλεση της εργασιακής σύμβασης. Η δυνατότητα δε αυτή παρέχεται επιπλέον στον εργοδότη ιδίως από τις διατάξεις του Ν. 3304/2005 για την Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού (ΦΕΚ Α΄ 16/27.01.2005), που ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη δύο Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα την Οδηγία 2000/43/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, αναφορικά με την απασχόληση, την εργασία, τη συμμετοχή σε σωματεία και επαγγελματικές οργανώσεις, και την Οδηγία 2000/78/ΕΚ για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στους τομείς της εργασίας και της απασχόλησης. β) στην περίπτωση του στοιχείου (ε΄) του άρ. 5, που επιτρέπει αυτή την επεξεργασία, εφόσον «είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών». Τέτοιο δε έννομο συμφέρον συντρέχει σαφώς και στην περίπτωση, όπου ο εργαζόμενος επιθυμεί να ασκήσει τα διάφορα δικαιώματα, που του παρέχει η κείμενη εργατική νομοθεσία, και ιδίως η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων κατά την παροχή της εργασίας τους.

5. Επειδή, ακολούθως, η Αρχή (με το με αρ. πρωτ. 3787, από 17/10/2006 έγγραφό της) επεσήμανε στην εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ, αφενός, τις υποχρεώσεις, που τη βαρύνουν με τις ιδιότητες του εργοδότη και υπεύθυνου επεξεργασίας, στη βάση του συνδυασμού ιδίως των διατάξεων των άρ. 12 και 10 του Ν. 2472/1997. Και, αφετέρου, ότι το σύστημα συγκριτικής αξιολόγησης, που ισχύει στην εταιρεία, ελέγχεται ως προς τη νομιμότητά του, ιδίως ενόψει του συνδυασμού των διατάξεων του Ν. 2472/1997 και εκείνων, που κατοχυρώνουν τις αρχές της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και της απαγόρευσης των διακρίσεων κατά την απασχόληση, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη Σύσταση 1/2001 της ομάδας εργασίας του άρ. 29 της Οδηγίας 95/46/EΚ, σχετικά με τα δεδομένα αξιολόγησης εργαζομένων.

6. Επειδή, εξάλλου, ήδη κατά το παρελθόν (κατά τα έτη 2001 – 2002), ο προσφεύγων X είχε και πάλι προσφύγει στην Αρχή, προκειμένου να καταγγείλει συνεχείς παραλείψεις της ΕΚΟ ΑΒΕΕ να του ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασής του σε προσωπικά του δεδομένα, σχετικά και πάλι με την αξιολόγησή του. Μετά από την παρέμβαση της Αρχής, η ΕΚΟ ΑΒΕΕ προέβη τελικά στη χορήγηση μέρους εκ των ζητηθέντων από το Χ στοιχείων και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο της Αρχής.

7. Επειδή, κατά τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης στο Συμβούλιο της Αρχής, οι εκπρόσωποι της ΕΚΟ ΑΒΕΕ ισχυρίστηκαν ιδίως ότι χορηγήθηκαν στον προσφεύγοντα τα ως άνω ζητηθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούν την αξιολόγησή του για το έτος 2006, αλλά για το έτος 2005 του δόθηκαν μόνο τα φύλλα της ατομικής του αξιολόγησης. Και τούτο, διότι, κατά την πρακτική, που ακολουθούσε στη συγκριτική αξιολόγηση η εταιρεία μέχρι πρόσφατα, για τα μισθολογικά κλιμάκια 8 έως 13 (όπου και ανήκει ο προσφεύγων), δεν τηρούσε η εταιρεία αρχείο για τα φύλλα συγκριτικής αξιολόγησης των εργαζομένων της. Ειδικότερα, κατά την πάγια πρακτική της εταιρείας, διενεργείτο καταχώριση των στοιχείων, που αφορούν τη συγκριτική αξιολόγηση των εργαζομένων, σε ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρείας, ο οποίος – με βάση ειδικό λογισμικό – εξήγαγε τον τελικό βαθμό κάθε αξιολογούμενου εργαζομένου, αλλά, στη συνέχεια, διαγράφονταν όλα τα δεδομένα, που αφορούν τη διαδικασία συγκριτικής αξιολόγησης, πλην του τελικού βαθμού. Δεν τηρούνταν ούτε έγγραφες καταστάσεις συγκριτικής αξιολόγησης. Οι εκπρόσωποι της ΕΚΟ ΑΒΕΕ παραδέχθηκαν ότι ο βαθμός, που απονέμεται σε κάθε εργαζόμενο κατά τη διαδικασία της συγκριτικής αξιολόγησης, επηρεάζει το συνολικό ύψος των αποδοχών του. Ισχυρίστηκαν, επίσης, ότι, στη συνέχεια, η εταιρεία συμμορφώθηκε προς το περιεχόμενο των προαναφερόμενων πράξεων, που η Αρχή εξέδωσε κατά το έτος 2006, και μετέβαλε την πρακτική της αυτή και ότι πλέον και για αυτά τα μισθολογικά κλιμάκια τηρούνται τα στοιχεία της συγκριτικής αξιολόγησης των εργαζομένων. Ωστόσο, οι εκπρόσωποι της ΕΚΟ ΑΒΕΕ δεν παρείχαν εξηγήσεις για τους λόγους, για τους οποίους η εταιρεία δεν τηρούσε στα αρχεία της τα δεδομένα συγκριτικής αξιολόγησης των εργαζομένων της, που ανήκουν στα μισθολογικά κλιμάκια 8 έως 13 (όπως γινόταν για τους εργαζομένους της, που ανήκουν στα μισθολογικά κλιμάκια 7 και άνω), αλλά προέβαινε στην καταστροφή των δεδομένων αυτών. Εξάλλου, οι εκπρόσωποι της ΕΚΟ ΑΒΕΕ υποστήριξαν ότι η εταιρεία παρέλειψε να υποβάλει στην Αρχή τις ως άνω ζητηθείσες διευκρινήσεις σχετικά με την παράλειψη ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος, διότι οι αρμόδιοι υπάλληλοί της το λησμόνησαν.

8. Επειδή, από τα προαναφερόμενα σαφώς προκύπτει ότι η εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, έχει, εξαιτίας ενεργειών και παραλείψεων των οργάνων της, παραλείψει να ικανοποιήσει πλήρως το δικαίωμα πρόσβασης, που άσκησε ο προσφεύγων. Έχει, συνεπώς, παραβιάσει τις επιταγές του άρ. 12 του Ν. 2472/1997 (Βλ. σχετικά ιδίως την Απόφαση 61/2005 της Αρχής).

9. Επειδή, περαιτέρω, οι εκπρόσωποι της ΕΚΟ ΑΒΕΕ ρητά παραδέχθηκαν ότι κατά τη μέχρι πρόσφατα πάγια τακτική της εταιρείας καταστρέφονταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούν τη διαδικασία αξιολόγησης εργαζομένων της, αντί αυτά να τηρούνται είτε στους ατομικούς τους φακέλους είτε σε άλλα αρχεία της εταιρείας. Η πρακτική αυτή σαφώς πλήττει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερόμενου εργαζομένου της εταιρείας να ασκήσει τα διάφορα δικαιώματα, που του παρέχει η κείμενη εργατική νομοθεσία, και ιδίως η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων κατά την παροχή της εργασίας τους. Η εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ όχι μόνο δεν απέδειξε ενώπιον της Αρχής ότι λάμβανε τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια αυτών των δεδομένων των εργαζομένων της και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη επεξεργασία – με δεδομένο και ότι το άρ. 10 παρ. 3 θεσπίζει αυξημένη υποχρέωση επιμέλειας από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ακόμη και για τυχαία απώλεια – αλλά, αντίθετα, παραδέχεται ότι προέβαινε σκοπίμως στη συστηματικά καταστροφή των δεδομένων αυτών. Συνεπώς, η εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, έχει, εξαιτίας ενεργειών και παραλείψεων των οργάνων της, παραβιάσει και τις επιταγές του άρ. 10 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 (Πρβλ. σχετικά ιδίως την Απόφαση 61/2005 της Αρχής).

10. Επειδή, με βάση τα προαναφερόμενα, η ως άνω διαπιστωθείσα παράλειψη πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος, κατά παράβαση των επιταγών των άρ. 12 και. 10 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 δικαιολογούν την επιβολή στην εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ, ως υπεύθυνο επεξεργασία, προστίμου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρ. 21 του νόμου αυτού. Για την επιβολή της παραπάνω διοικητικής κύρωσης συνεκτιμώνται, ιδίως, η σοβαρότητα των παραβάσεων, που διαπιστώθηκαν, η οικονομική κατάσταση της εν λόγω εταιρείας, ως υπευθύνου επεξεργασίας, ο βαθμός υπαιτιότητάς της, και η διαφαινόμενη έως τώρα πρακτική της εν λόγω εταιρείας. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επιβολή προστίμου εβδομήντα χιλιάδων (70.000) Ευρώ.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή,
Επιβάλλει στην εταιρεία ΕΚΟ ΑΒΕΕ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, πρόστιμο εβδομήντα χιλιάδων (70.000) Ευρώ για τις ως άνω διαπιστωθείσες παραβιάσεις των διατάξεων των άρ. 12 και 10 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, σχετικά με την παράλειψη πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος X στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που τον αφορούν ως υποκείμενο, καθώς είναι σχετικά με την αξιολόγησή του ως εργαζομένου.

Ο Πρόεδρος



Δημήτριος Γουργουράκης
    
Η Γραμματέας



Αγγελική Κανακάκη




ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο