Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-11-2007 ]

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗ 2/452/1.11.2007 Οργανωτικές απαιτήσεις για τη λειτουργία των Ανωνύμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ).

(Οργανωτικές απαιτήσεις για τη λειτουργία των Ανωνύμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ).)

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ 2/452/1.11.2007/2007

Οργανωτικές απαιτήσεις για τη λειτουργία των Ανωνύμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ).
ΦΕΚ 2137/B/1.11.2007

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
(Αριθμ. απόφ. 2/452/1.11.2007)

Λαμβάνοντας υπόψη:

1. Την παράγραφο 12 του άρθρου 12 του ν. 3606/2007 για «τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/195/2007).
2. Την παράγραφο 3 του άρθρου 13 του ν. 3606/2007 για «τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/195/2007).
3. Την παράγραφο 3 του άρθρου 18 του ν. 3606/2007 για «τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/195/2007).
4. Την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για «τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων» (L 145/1/30.4.2004).
5. Την Οδηγία 2006/73/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την «εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας» (L241/26/2006).
6. Το άρθρο 90 του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α/98/2005), αποφασίζει ομόφωνα.

Αρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

1. Η παρούσα απόφαση έχει ως σκοπό την ενσωμάτωση των άρθρων 2, 5 έως 25, 51 και 52 της Οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής της 10.8.2006 «για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και του όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας».

2. Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται και στις ανώνυμες εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 3283/2004.


Αρθρο 2
Ορισμοί

Για τους σκοπούς της απόφασης αυτής, νοούνται ως:

1. «Καλυπτόμενα πρόσωπα» σε σχέση με μία ΑΕΠΕΥ:
(α) οι διευθυντές ή ισοδύναμα πρόσωπα, τα διευθυντικά στελέχη και οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι της ΑΕΠΕΥ,
(β) οι διευθυντές ή ισοδύναμα πρόσωπα, και τα διευθυντικά στελέχη των συνδεδεμένων αντιπροσώπων της ΑΕΠΕΥ,
(γ) οι υπάλληλοι της ΑΕΠΕΥ και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων της, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο, οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση και παρέχονται υπό τον έλεγχο της ΑΕΠΕΥ ή του συνδεδεμένου αντιπροσώπου της, ο οποίος συμμετέχει επίσης στην παροχή και άσκηση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από την ΑΕΠΕΥ και
(δ) τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στην παροχή υπηρεσιών στην ΑΕΠΕΥ ή στο συνδεδεμένο αντιπρόσωπό της, στο πλαίσιο συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης, με σκοπό την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων εκ μέρους της ΑΕΠΕΥ.

2. «Ανώτερα διευθυντικά στελέχη»: τα πρόσωπα που διευθύνουν στην πράξη την ΑΕΠΕΥ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 17 του ν. 3606/2007.

3. «Πρόσωπα με το οποία το καλυπτόμενο πρόσωπο έχει οικογενειακή σχέση» είναι:

(α) ο(η) σύζυγος του καλυπτόμενου προσώπου, ή ο(η) σύντροφος του προσώπου αυτού που εξομοιώνεται με σύζυγο,
(β) τα προστατευόμενα τέκνα και τα προστατευόμενα θετά τέκνα του καλυπτόμενου προσώπου και
(γ) οι λοιποί συγγενείς του καλυπτόμενου προσώπου, οι οποίοι, κατά την ημερομηνία της σχετικής προσωπικής συναλλαγής, διέμεναν, για τουλάχιστον ένα έτος, σε κοινή οικογενειακή στέγη με το καλυπτόμενο πρόσωπο.

4. «Χρηματοοικονομικός αναλυτής»: το καλυπτόμενο πρόσωπο που εκπονεί το ουσιώδες μέρος της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων.

5. «Όμιλος»: σε σχέση με μια ΑΕΠΕΥ, ο όμιλος, στον οποίο συμμετέχει η ΑΕΠΕΥ και ο οποίος αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες, στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της κατέχουν συμμετοχή, καθώς και από τις επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμό κατά την έννοια του άρθρου 106 του κ.ν. 2190/1920 για τους ενοποιημένους λογαριασμούς.

6. «Εξωτερική ανάθεση»: συμφωνία οποιασδήποτε μορφής μεταξύ μιας ΑΕΠΕΥ και ενός παρόχου υπηρεσιών, με την οποία ο πάροχος υπηρεσιών προβαίνει σε ενέργειες, παρέχει μία υπηρεσία ή ασκεί μία δραστηριότητα τις οποίες, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχε αναλάβει η ίδια η ΑΕΠΕΥ.

7. «Πελάτης»: οι πελάτες και οι δυνητικοί πελάτες της ΑΕΠΕΥ.

8. «Συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων»: η, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 10 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΚ) υπΆ αριθμ. 1287/2006 της Επιτροπής, δανειοδοσία ή δανειοληψία μετοχών ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, ή συναλλαγή πώλησης με σύμφωνο επαναγοράς ή συναλλαγή αγοράς με σύμφωνο επαναπώλησης, ή συναλλαγή αγοράς επαναπώλησης (buy - sell back) ή πώλησης επαναγοράς (sell -buy back).

9. «Επενδυτική συμβουλή»: μια προσωπική σύσταση προς ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητά του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, ή υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, η οποία :

(α) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για το πρόσωπο αυτό ή λαμβάνει υπόψη της την κατάσταση του προσώπου αυτού και
(β) αποτελεί σύσταση για την:
(βα) αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου?
(ββ) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει ορισμένο χρηματοπιστωτικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοπιστωτικού μέσου.

Μια σύσταση δεν είναι προσωπική σύσταση εάν διαδίδεται αποκλειστικά μέσω διαύλων επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό.

10. «Δίαυλος επικοινωνίας»: το µέσο ή ο τρόπος, μέσω του οποίου δημοσιοποιείται ή είναι πιθανό ότι θα δημοσιοποιηθεί μία πληροφορία, στην οποία έχει πρόσβαση μεγάλος αριθμός προσώπων, όπως ενδεικτικά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και η μαζική ταχυδρομική αποστολή (έγχαρτη ή ηλεκτρονική).

11. «Σταθερό μέσο»: κάθε μέσο που επιτρέπει σε έναν πελάτη να αποθηκεύει στοιχεία πληροφόρησης που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσβάσιμο για μελλοντική αναφορά και για επαρκές χρονικό διάστημα κάθε φορά ώστε να εξυπηρετεί τους σκοπούς της πληροφόρησης αυτής και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων στοιχείων πληροφόρησης.

12. «Τόπος εκτέλεσης»: μια οργανωμένη αγορά, ένας Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης (Π.Μ.Δ.), ένας συστηματικός εσωτερικοποιητής ή ένας ειδικός διαπραγματευτής ή οποιοσδήποτε άλλος πάροχος ρευστότητας ή μια οντότητα που επιτελεί σε τρίτη χώρα λειτουργία όμοια με τις παραπάνω λειτουργίες.

Αρθρο 3
Γενικές οργανωτικές απαιτήσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΟΡΓΑΝΩΣΗ

1. Η ΑΕΠΕΥ λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, καθώς και τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων :
(α) θεσπίζει και εφαρμόζει διαδικασίες λήψης αποφάσεων, καθώς και οργανωτική διάρθρωση που προσδιορίζει σαφώς και με τεκμηριωμένο τρόπο την ιεραρχική δομή και την κατανομή λειτουργιών και αρμοδιοτήτων,
(β) διασφαλίζει ότι τα καλυπτόμενα πρόσωπα γνωρίζουν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για την ορθή άσκηση των αρμοδιοτήτων τους,
(γ) θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις αποφάσεις και τις διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα,
(δ) χρησιμοποιεί προσωπικό με τις ικανότητες, τις γνώσεις και την εμπειρία που απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί,
(ε) θεσπίζει και εφαρμόζει αποτελεσματική διαδικασία αναφορών και επικοινωνίας σε όλα τα κατάλληλα επίπεδα,
(στ) διατηρεί κατάλληλα και τακτικά αρχεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και της εσωτερικής της οργάνωσης,
(ζ) διασφαλίζει ότι η τυχόν άσκηση διαφορετικών λειτουργιών από τα καλυπτόμενα πρόσωπά τους δεν εμποδίζει ούτε είναι πιθανό να εμποδίσει τα πρόσωπα αυτά να ασκήσουν οποιαδήποτε λειτουργία με επιμέλεια, εντιμότητα και επαγγελματισμό.

2. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει συστήματα και διαδικασίες κατάλληλες για την διαφύλαξη της ασφάλειας, της ακεραιότητας και της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των σχετικών πληροφοριών.

3. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλη πολιτική συνέχειας της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της που διασφαλίζει, σε περίπτωση διακοπής των συστημάτων και διαδικασιών της, τη διαφύλαξη των σημαντικότερων δεδομένων, τη συνέχεια των λειτουργιών της και τη διατήρηση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατό, την έγκαιρη ανάκτηση αυτών των δεδομένων και λειτουργιών και την έγκαιρη αποκατάσταση της παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της.

4. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει διαδικασίες λογιστικής απεικόνισης οι οποίες της επιτρέπουν, όταν αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές, να υποβάλλει εγκαίρως σε αυτές οικονομικές εκθέσεις που απεικονίζουν την πραγματική και ακριβή εικόνα της χρηματοοικονομικής κατάστασής της και είναι σύμφωνες με όλα τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα και κανόνες.

5. Η ΑΕΠΕΥ παρακολουθεί και αξιολογεί τακτικά την καταλληλότητα και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων, των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και των διαδικασιών που έχει θεσπίσει σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4 και λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών.

Αρθρο 4
Έρευνα στον τομέα των επενδύσεων.

1. Ως «έρευνα στον τομέα των επενδύσεων» νοείται έρευνα ή άλλη πληροφορία η οποία:
(α) συνιστά, ρητά ή έμμεσα, ή συνεπάγεται μια επενδυτική στρατηγική αναφορικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή με εκδότες χρηματοπιστωτικών μέσων, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε γνώμης σχετικά με την παρούσα ή τη μελλοντική αξία ή τιμή χρηματοπιστωτικών μέσων,
(β) προορίζεται για διαύλους επικοινωνίας ή για το κοινό,
(γ) χαρακτηρίζεται ή περιγράφεται ως έρευνα στον τομέα των επενδύσεων ή με παρόμοιους όρους, ή παρουσιάζεται ως αντικειμενική ή ανεξάρτητη επεξήγηση των θεμάτων που περιλαμβάνονται στη σύσταση,
(δ) εάν απευθυνόταν από ΑΕΠΕΥ σε πελάτη, δεν θα συνιστούσε παροχή επενδυτικών συμβουλών σύμφωνα με την παράγραφο 1 περίπτωση (ε) του άρθρου 4 του ν. 3606/2007.

2. Σύσταση ή πρόταση επενδυτικής στρατηγικής όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 της υπ' αριθμ. 4/347/12.7.2005 απόφασης της Ε.Κ., η οποία αφορά μεν χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 5 του ν. 3606/2007, αλλά δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, θεωρείται διαφημιστική ανακοίνωση για τους σκοπούς του ν. 3606/2007. Η ΑΕΠΕΥ που εκδίδει ή διαδίδει τη σύσταση αυτή διασφαλίζει ότι:
(α) καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για διαφημιστική ανακοίνωση και
(β) η σύσταση περιλαμβάνει σαφή και εμφανή δήλωση (ή στην περίπτωση προφορικής σύστασης, ισοδύναμη επεξήγηση) ότι δεν καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων και ότι δεν υπόκειται σε καμία απαγόρευση όσον αφορά στη διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό ή στο πλαίσιο διαχείρισης χαρτοφυλακίου πριν από τη διάδοση της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων.

Αρθρο 5
Οργανωτικές απαιτήσεις για την εκπόνηση και διάδοση έρευνας στον τομέα των επενδύσεων.

1. Η ΑΕΠΕΥ που εκπονεί ή μεριμνά για την εκπόνηση έρευνας στον τομέα των επενδύσεων, η οποία προορίζεται ή είναι πιθανό να διαδοθεί στη συνέχεια σε πελάτες ή στο κοινό με δική της ευθύνη ή υπό την ευθύνη άλλου μέλους του ομίλου στον οποίο ανήκει,διασφαλίζει ότι εφαρμόζονται όλα τα μέτρα που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 22 για τους χρηματοοικονομικούς αναλυτές, οι οποίοι συμμετέχουν στην εκπόνηση της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων και για τα λοιπά καλυπτόμενα πρόσωπα, των οποίων τα καθήκοντα ή τα επιχειρηματικά συμφέροντα ενδέχεται να έρχονται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των προσώπων στα οποία διαδίδεται η έρευνα στον τομέα των επενδύσεων.

2. Η ΑΕΠΕΥ της παραγράφου 1 θεσπίζει ρυθμίσεις που αποσκοπούν να διασφαλίσουν ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές και τα λοιπά καλυπτόμενα πρόσωπα δεν πραγματοποιούν προσωπικές συναλλαγές ούτε καταρτίζουν συναλλαγές για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, στα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία αφορά η έρευνα στον τομέα των επενδύσεων ή σε συναφή χρηματοπιστωτικά μέσα, αν γνωρίζουν το πιθανό χρονοδιάγραμμα ή το περιεχόμενο της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων, όταν αυτό δεν είναι διαθέσιμο στο κοινό ή σε πελάτες και δεν μπορεί να συναχθεί εύκολα από τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στο κοινό ή στους πελάτες, προτού δοθεί στους παραλήπτες της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων εύλογη δυνατότητα να ενεργήσουν βάσει αυτής. Από την απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι συναλλαγές που διενεργούν καλόπιστα τα παραπάνω πρόσωπα ως ειδικοί διαπραγματευτές κατά την συνήθη άσκηση της ειδικής διαπραγμάτευσης ή κατά την εκτέλεση αυτόκλητης εντολής πελάτη.

(β) Στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την περίπτωση (α), οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές και τα λοιπά καλυπτόμενα πρόσωπα που συμμετέχουν στην εκπόνηση έρευνας στον τομέα των επενδύσεων δεν πραγματοποιούν προσωπικές συναλλαγές στα χρηματοπιστωτικά μέσα που αφορά η έρευνα, ή σε συναφή χρηματοπιστωτικά μέσα, αντίθετα προς τις εν ισχύ συστάσεις της ΑΕΠΕΥ, παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την προηγούμενη συγκατάθεση της αρμόδιας νομικής υπηρεσίας ή της υπηρεσίας κανονιστικής συμμόρφωσης της ΑΕΠΕΥ.

(γ) Η ΑΕΠΕΥ, οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές και τα λοιπά καλυπτόμενα πρόσωπα που συμμετέχουν στην εκπόνηση της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων δεν δέχονται αντιπαροχές από πρόσωπα που έχουν ουσιώδη συμφέροντα στο αντικείμενο της έρευνας.

(δ) Η ΑΕΠΕΥ, οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές και τα λοιπά καλυπτόμενα πρόσωπα που συμμετέχουν στην εκπόνηση της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων δεν υπόσχονται σε εκδότες ευνοϊκή κάλυψη από την έρευνα.

(ε) Πριν από τη διάδοση της έρευνας στον τομέα των επενδύσεων η οποία περιλαμβάνει σύσταση ή τιμή - στόχο, δεν επιτρέπεται στους εκδότες, στα καλυπτόμενα πρόσωπα εκτός από τους χρηματοοικονομικούς αναλυτές που συμμετέχουν στην εκπόνηση της έρευνας ή σε οποιαδήποτε άλλο πρόσωπο να εξετάσουν το σχέδιο της έρευνας προκειμένου να επαληθεύσουν την ακρίβεια πραγματικών στοιχείων που αναφέρονται σε αυτήν ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο εκτός από την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις νόμιμες υποχρεώσεις της ΑΕΠΕΥ.

Για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής, ως «συναφές χρηματοπιστωτικό μέσο» νοείται ένα χρηματοπιστωτικό μέσο του οποίου η τιμή επηρεάζεται άμεσα από τις μεταβολές της τιμής άλλου χρηματοπιστωτικού μέσου που αποτελεί αντικείμενο έρευνας στον τομέα των επενδύσεων και το οποίο περιλαμβάνει παράγωγο του άλλου χρηματοπιστωτικού μέσου.

3. Η ΑΕΠΕΥ που διαδίδει στο κοινό ή σε πελάτες έρευνα στον τομέα των επενδύσεων την οποία έχει εκπονήσει άλλο πρόσωπο, απαλλάσσεται από την υποχρέωση συμμόρφωσης με την παράγραφο 1 εφόσον:

(α) το πρόσωπο το οποίο έχει εκπονήσει την έρευνα δεν αποτελεί μέλος του ομίλου στον οποίο ανήκει η ΑΕΠΕΥ,
(β) η ΑΕΠΕΥ δεν τροποποιεί ουσιωδώς τις συστάσεις που γίνονται στην έρευνα,
(γ) η ΑΕΠΕΥ δεν εμφανίζεται να έχει εκπονήσει η ίδια την έρευνα,
(δ) η ΑΕΠΕΥ εξακριβώνει ότι το πρόσωπο που έχει εκπονήσει την έρευνα υπόκειται σε απαιτήσεις ισοδύναμες προς τις απαιτήσεις αυτής της απόφασης όσον αφορά την εκπόνηση της σχετικής έρευνας ή έχει καθιερώσει πολιτική επιβολής τέτοιων απαιτήσεων.

Αρθρο 6
Κανονιστική συμμόρφωση.

1. Κάθε ΑΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, καθώς και τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες για τον εντοπισμό των κινδύνων από τη μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με το ν. 3606/2007 και των συναφών κινδύνων και θέτει σε εφαρμογή κατάλληλα μέτρα και διαδικασίες προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τους κινδύνους αυτούς και να επιτρέψει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να ασκεί αποτελεσματικά τις σχετικές αρμοδιότητές της.

2. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και διατηρεί μόνιμη, αποτελεσματική και ανεξάρτητη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης η οποία είναι αρμόδια για:

(α) την παρακολούθηση και την αξιολόγηση σε τακτά διαστήματα της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητας των μέτρων και διαδικασιών που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και των ενεργειών στις οποίες προβαίνει η ΑΕΠΕΥ για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών στη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις της,

(β) την παροχή συμβουλών και συνδρομής στα καλυπτόμενα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων προκειμένου να τηρούνται οι υποχρεώσεις που υπέχει η ΑΕΠΕΥ σύμφωνα με το ν. 3606/2007.

3. Η ΑΕΠΕΥ, προκειμένου να καταστεί δυνατή η απρόσκοπτη και ανεξάρτητη άσκηση της λειτουργίας της κανονιστικής συμμόρφωσης, διασφαλίζει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης διαθέτει την απαραίτητη εξουσία, τους πόρους και την εξειδίκευση που απαιτούνται καθώς και πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες,

(β) ορίζεται υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης, ο οποίος φέρει την ευθύνη για τη λειτουργία της υπηρεσίας κανονιστικής συμμόρφωσης και για την υποβολή των γραπτών εκθέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 9 της απόφασης αυτής,

(γ) τα καλυπτόμενα πρόσωπα που απασχολούνται με τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης δεν συμμετέχουν στην παροχή των υπηρεσιών ή στην άσκηση των δραστηριοτήτων τις οποίες παρακολουθούν,

(δ) η μέθοδος προσδιορισμού της αμοιβής των καλυπτόμενων προσώπων που συμμετέχουν στην υπηρεσία κανονιστικής συμμόρφωσης δεν θέτει ούτε ενδέχεται να θέσει υπό αμφισβήτηση την αντικειμενικότητά τους.

4. Η ΑΕΠΕΥ μπορεί να μην συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις των περιπτώσεων (γ) και (δ) της προηγούμενης παραγράφου εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της, καθώς και τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της, η απαίτηση της εν λόγω περίπτωσης δεν είναι αναλογική και ότι δεν επηρεάζεται η αποτελεσματικότητα της λειτουργίας της κανονιστικής συμμόρφωσης.

Αρθρο 7
Διαχείριση κινδύνων.

1. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων που επιτρέπουν τον εντοπισμό των κινδύνων οι οποίοι συνδέονται με τις δραστηριότητες, τις διαδικασίες και τα συστήματά της και, κατά περίπτωση, καθορίζει το ανεκτό επίπεδο κινδύνου.

2. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει αποτελεσματικές ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς για τη διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες, τις διαδικασίες και τα συστήματά της λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει καθορίσει.

3. Η ΑΕΠΕΥ παρακολουθεί:

(α) την καταλληλότητα και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων,
(β) το επίπεδο συμμόρφωσης της ΑΕΠΕΥ και των καλυπτόμενων προσώπων με τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2,
(γ) την καταλληλότητα και την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών των εν λόγω πολιτικών, διαδικασιών, ρυθμίσεων, επεξεργασιών και μηχανισμών, περιλαμβανόμενης της μη συμμόρφωσης των καλυπτόμενων προσώπων με αυτές τις ρυθμίσεις ή διαδικασίες.

4. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και διατηρεί ανεξάρτητη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, η οποία είναι αρμόδια για:
(α) την εφαρμογή της πολιτικής και των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων,
(β) την υποβολή των γραπτών εκθέσεων και προτάσεων στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 9 της απόφασης αυτής.

5. Η ΑΕΠΕΥ μπορεί να μη διαθέτει ανεξάρτητη λειτουργία διαχείρισης κινδύνου, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων και τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ΑΕΠΕΥ πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι οι πολιτικές και οι διαδικασίες τις οποίες έχει θεσπίσει για τη διαχείριση κινδύνων πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 3 και είναι αποτελεσματικές σε σταθερή βάση.

Αρθρο 8
Εσωτερικός έλεγχος.

1. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματική λειτουργία εσωτερικού ελέγχου η οποία είναι αρμόδια για:

(α) τη θέσπιση και εφαρμογή προγράμματος εσωτερικού ελέγχου για την εξέταση και αξιολόγηση της καταλληλότητας και αποτελεσματικότητας των συστημάτων, των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και των ρυθμίσεων της ΑΕΠΕΥ,
(β) τη διατύπωση συστάσεων με βάση τα αποτελέσματα των εργασιών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την περίπτωση (α),
(γ) την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις συστάσεις αυτές,
(δ) την υποβολή γραπτών εκθέσεων για θέματα εσωτερικού ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 9 της απόφασης αυτής.

2. Η ΑΕΠΕΥ ορίζει υπεύθυνο εσωτερικού ελέγχου ο οποίος φέρει την ευθύνη για τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και για την υποβολή των γραπτών εκθέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 9 της απόφασης αυτής.

3. H ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και διατηρεί υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου ανεξάρτητη από τις άλλες λειτουργίες και δραστηριότητες της ΑΕΠΕΥ, εφόσον δικαιολογείται από τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, καθώς και τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της.

Αρθρο 9
Ευθύνη των ανώτερων διευθυντικών στελεχών.

1. Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και, κατά περίπτωση, το διοικητικό συμβούλιο, ευθύνονται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της ΑΕΠΕΥ με τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με το ν. 3606/2007. Ειδικότερα, τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και, κατά περίπτωση το διοικητικό συμβούλιο, αξιολογούν και επανεξετάζουν σε τακτά διαστήματα την αποτελεσματικότητα των πολιτικών, των ρυθμίσεων και των διαδικασιών που έχει θεσπίσει η ΑΕΠΕΥ για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με το ν. 3606/2007 και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για τη διόρθωση τυχόν αδυναμιών.

2. Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη λαμβάνουν συχνά, και τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, γραπτές εκθέσεις σχετικά με τα ζητήματα που καλύπτουν τα άρθρα 6,7 και 8 της απόφασης αυτής, στις οποίες πρέπει ιδίως να αναφέρεται αν λήφθηκαν τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα σε περίπτωση αδυναμιών.

3. Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι το διοικητικό συμβούλιο, λαμβάνει τακτικά γραπτές εκθέσεις για τα ίδια ζητήματα.

Αρθρο 10
Αντιμετώπιση καταγγελιών.

Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει αποτελεσματικές και διαφανείς διαδικασίες για την κατάλληλη και άμεση διερεύνηση των καταγγελιών που λαμβάνονται από υφιστάμενους ή δυνητικούς ιδιώτες πελάτες και τηρεί αρχείο για κάθε καταγγελία και για τα μέτρα που λήφθηκαν για την επίλυση του σχετικού προβλήματος.

Αρθρο 11
Έννοια της προσωπικής συναλλαγής.

Για τους σκοπούς των άρθρων 5 και 12 της απόφασης αυτής, ως «προσωπική συναλλαγή» νοείται μια συναλλαγή σε χρηματοπιστωτικό μέσο που πραγματοποιείται από ή για λογαριασμό καλυπτόμενου προσώπου, εφόσον:

(α) το καλυπτόμενο πρόσωπο ενεργεί εκτός του πεδίου των δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί υπό την ιδιότητα αυτή ή
(β) η συναλλαγή πραγματοποιείται για λογαριασμό:
(αα) του καλυπτόμενου προσώπου, ή
(ββ) οποιουδήποτε προσώπου έχει οικογενειακή σχέση ή στενούς δεσμούς με το καλυπτόμενο πρόσωπο, ή
(γγ) άλλου προσώπου, του οποίου η σχέση με το καλυπτόμενο πρόσωπο είναι τέτοια, ώστε το καλυπτόμενο πρόσωπο να έχει άμεσο ή έμμεσο ουσιώδες συμφέρον που επηρεάζεται από το αποτέλεσμα της συναλλαγής, άλλο από την αμοιβή ή την προμήθεια για την εκτέλεση της συναλλαγής.


Αρθρο 12
Προσωπικές συναλλαγές.

1. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες που εμποδίζουν κάθε καλυπτόμενο πρόσωπο, το οποίο ασκεί δραστηριότητες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων ή το οποίο έχει, λόγω της δραστηριότητας που ασκεί το πρόσωπο αυτό για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ, πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 6 του ν. 3340/2005 ή σε άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες σχετιζόμενες με πελάτες ή συναλλαγές με ή για πελάτες:
(α) να προβεί σε προσωπική συναλλαγή η οποία:
(αα) απαγορεύεται στο πρόσωπο αυτό να την πραγματοποιήσει βάσει του ν. 3340/2005,
(ββ) συνεπάγεται την κατάχρηση ή αθέμιτη γνωστοποίηση των εμπιστευτικών πληροφοριών,
(γγ) αντιβαίνει ή ενδέχεται να αντιβαίνει σε υποχρέωση που υπέχει η ΑΕΠΕΥ σύμφωνα με το ν. 3606/2007,
(β) να συμβουλεύει ή να βοηθά, εκτός του πλαισίου της εργασίας του ή της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να εκτελέσει συναλλαγή σε χρηματοπιστωτικά μέσα η οποία, εάν ήταν προσωπική συναλλαγή του καλυπτόμενου προσώπου, θα ενέπιπτε στις διατάξεις της περίπτωσης (α) ή των περιπτώσεων (α) και (β) της παραγράφου 2 του άρθρου 5 της απόφασης αυτής ή της παραγράφου 3 του άρθρου 24 της υπΆ αριθμ. 1/452/1.11.2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς,

(γ) με την επιφύλαξη της περίπτωσης (α) του άρθρου 4 του ν. 3340/2005, να γνωστοποιεί, εκτός του πλαισίου της εργασίας του ή της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, κάθε πληροφορία ή γνώμη σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εφόσον το καλυπτόμενο πρόσωπο γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι μετά τη γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών το άλλο πρόσωπο ενδέχεται:

(αα) να εκτελέσει συναλλαγή σε χρηματοπιστωτικά μέσα η οποία, εάν ήταν προσωπική συναλλαγή του καλυπτόμενου προσώπου, θα ενέπιπτε στις διατάξεις της περίπτωσης (α) ή των περιπτώσεων (α) και (β) της παραγράφου 2 του άρθρου 5 της απόφασης αυτής ή της παραγράφου 3 του άρθρου 24 της υπΆ αριθμ. 1/452/1.11.2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ή

(ββ) να συμβουλεύσει ή να βοηθήσει άλλο πρόσωπο να προβεί σε τέτοιου είδους συναλλαγή.

2. Η ΑΕΠΕΥ πρέπει, ιδίως, να διασφαλίζει ότι:

(α) κάθε καλυπτόμενο πρόσωπο της παραγράφου 1 γνωρίζει τους περιορισμούς που αφορούν στις προσωπικές συναλλαγές, καθώς και τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί από την ΑΕΠΕΥ σε σχέση με τις προσωπικές συναλλαγές και τις γνωστοποιήσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 1,

(β) ενημερώνεται αμέσως για οποιαδήποτε προσωπική συναλλαγή καλυπτόμενου προσώπου, είτε με κοινοποίηση της συναλλαγής αυτής είτε με άλλες διαδικασίες που επιτρέπουν τον εντοπισμό αυτών των συναλλαγών,

(γ) τηρεί αρχείο των προσωπικών συναλλαγών, που της κοινοποιούνται ή που εντοπίζονται από αυτή, περιλαμβανομένης κάθε έγκρισης για τη διενέργεια προσωπικής συναλλαγής ή απαγόρευσής της.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στις:

(α) προσωπικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίων όταν δεν υπάρχει προηγούμενη επικοινωνία σε σχέση με τη συναλλαγή μεταξύ του διαχειριστή του χαρτοφυλακίου και του καλυπτόμενου προσώπου ή άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου εκτελείται η συναλλαγή,

(β) προσωπικές συναλλαγές σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων του ν. 3283/2004, ή σε μερίδια ή μετοχές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων της υπΆ αριθμ. 85/611/EΟΚ οδηγίας, ή που υπόκεινται σε εποπτεία βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους η οποία απαιτεί ισοδύναμο επίπεδο κατανομής κινδύνου στα περιουσιακά στοιχεία των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, εφόσον το καλυπτόμενο πρόσωπο και κάθε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου εκτελούνται οι συναλλαγές δεν συμμετέχει στη διαχείριση του οργανισμού αυτού.

4. Στην περίπτωση των συμβάσεων εξωτερικής ανάθεσης, η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι η επιχείρηση στην οποία ανατίθεται η δραστηριότητα τηρεί αρχείο προσωπικών συναλλαγών καλυπτόμενων προσώπων και παρέχει τις πληροφορίες αυτές στην ΑΕΠΕΥ αμέσως μόλις τις ζητήσει.


Αρθρο 13

Ουσιώδεις και σημαντικές επιχειρησιακές λειτουργίες.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΑΘΕΣΗ

1. Μια επιχειρησιακή λειτουργία θεωρείται ουσιώδης ή σημαντική σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 12 του ν. 3606/2007 εάν η πλημμελής εκτέλεση ή η μη εκτέλεσή της θα έθιγε σε ουσιαστικό βαθμό τη διαρκή συμμόρφωση της ΑΕΠΕΥ με τους όρους και τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της άδειας λειτουργίας της, ή τις λοιπές υποχρεώσεις της σύμφωνα με το ν. 3606/2007, ή τα οικονομικά της αποτελέσματα, ή την ευρωστία, ή τη συνέχεια των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της.


2. Οι ακόλουθες λειτουργίες δεν θεωρούνται ουσιώδεις ή σημαντικές:
(α) η παροχή στην ΑΕΠΕΥ συμβουλευτικών υπηρεσιών ή άλλων υπηρεσιών που δεν αποτελούν μέρος των επενδυτικών δραστηριοτήτων της ΑΕΠΕΥ, περιλαμβανομένης της παροχής νομικών συμβουλών σε αυτήν, της εκπαίδευσης του προσωπικού της, των υπηρεσιών τιμολόγησης και της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και του προσωπικού της,
(β) η παροχή στην ΑΕΠΕΥ τυποποιημένων υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών παροχής πληροφοριών σχετικά με τις αγορές και της παροχής πληροφοριών για τις τρέχουσες τιμές.

Αρθρο 14
Όροι εξωτερικής ανάθεσης.

1. Η ΑΕΠΕΥ, η οποία αναθέτει σε τρίτους ουσιώδεις ή σημαντικές επιχειρησιακές λειτουργίες ή επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, εξακολουθεί να έχει την πλήρη ευθύνη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει σύμφωνα με το ν. 3606/2007 και εξασφαλίζει ότι πληρούνται ιδίως οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η εξωτερική ανάθεση δεν οδηγεί στη μεταβίβαση των ευθυνών των ανώτερων διευθυντικών στελεχών,
(β) δεν μεταβάλλεται η σχέση και οι υποχρεώσεις της ΑΕΠΕΥ έναντι των πελατών της σύμφωνα με το ν. 3606/2007,
(γ) δεν θίγονται οι όροι που πρέπει να πληροί η ΑΕΠΕΥ προκειμένου να λάβει και να διατηρήσει την άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 3606/2007,
(δ) δεν καταργείται ούτε τροποποιείται κανένας από τους άλλους όρους υπό τους οποίους αδειοδοτήθηκε η ΑΕΠΕΥ.

2. Η ΑΕΠΕΥ ενεργεί με την απαιτούμενη ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια όταν συνάπτει, διαχειρίζεται ή προβαίνει σε καταγγελία συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης για ουσιώδεις ή σημαντικές επιχειρησιακές λειτουργίες ή επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες. Ειδικότερα, η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι:

(α) ο πάροχος υπηρεσιών διαθέτει την ικανότητα, τα προσόντα και τις άδειες που απαιτούνται από τη νομοθεσία για την εκτέλεση, με τρόπο αξιόπιστο και επαγγελματικό, των λειτουργιών, υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που του αναθέτει η ΑΕΠΕΥ,
(β) ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραιώνει αποτελεσματικά τις υπηρεσίες που του αναθέτει η ΑΕΠΕΥ και για το σκοπό αυτό η ΑΕΠΕΥ καθορίζει μεθόδους για την αξιολόγηση των επιδόσεων του παρόχου υπηρεσιών,
(γ) ο πάροχος υπηρεσιών εποπτεύει με τον προσήκοντα τρόπο την εκτέλεση των λειτουργιών που του έχουν ανατεθεί και διαχειρίζεται κατάλληλα τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση,
(δ) η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα όταν διαπιστώνει ότι ο πάροχος υπηρεσιών δεν εκτελεί τις λειτουργίες αποτελεσματικά και σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο,
(ε) η ΑΕΠΕΥ διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για την αποτελεσματική εποπτεία των λειτουργιών τις οποίες αναθέτει σε εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών και τη διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση και εποπτεύει αυτές τις λειτουργίες και διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους,
(στ) ο πάροχος υπηρεσιών γνωστοποιεί στην ΑΕΠΕΥ κάθε εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ικανότητά του να ασκεί αποτελεσματικά τις λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί και συμμορφώνεται με τις ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις και κανονιστικές απαιτήσεις,
(ζ) η ΑΕΠΕΥ είναι σε θέση να καταγγείλει τη συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο, χωρίς να θίγεται η συνέχεια και η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχει στους πελάτες,
(η) ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε σχέση με τις δραστηριότητες που του ανατίθενται,
(θ) η ΑΕΠΕΥ, οι ελεγκτές της και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχουν, αμέσως μόλις το ζητήσουν, αποτελεσματική πρόσβαση στα δεδομένα που συνδέονται με τις δραστηριότητες οι οποίες ανατίθενται εξωτερικά καθώς και στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών,
(ι) ο πάροχος υπηρεσιών προστατεύει τις εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν την ΑΕΠΕΥ και τους πελάτες της,
(ια) η ΑΕΠΕΥ και ο πάροχος υπηρεσιών θεσπίζουν και εφαρμόζουν σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την αποκατάσταση της λειτουργίας τους μετά από καταστροφή και πραγματοποιούν περιοδικές δοκιμές των μέσων εφεδρικής λειτουργίας, όταν αυτό είναι αναγκαίο, λαμβανομένης υπόψη της λειτουργίας, της υπηρεσίας ή της δραστηριότητας που ανατέθηκε εξωτερικά.

3. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της ΑΕΠΕΥ και του παρόχου υπηρεσιών προσδιορίζονται σαφώς με έγγραφη σύμβαση.

4. Όταν η ΑΕΠΕΥ και ο πάροχος υπηρεσιών ανήκουν στον ίδιο όμιλο, η ΑΕΠΕΥ μπορεί, για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με το παρόν άρθρο και το άρθρο 15 της απόφασης αυτής, να λάβει υπόψη το βαθμό στον οποίο η ίδια ελέγχει τον πάροχο υπηρεσιών ή δύναται να επηρεάσει τις ενέργειές του.

5. Η ΑΕΠΕΥ θέτει στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αμέσως μόλις το ζητήσει, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που θα της επιτρέψουν να ελέγξει εάν η εκτέλεση των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους είναι σύμφωνη με την απόφαση αυτή.

Αρθρο 15
Πάροχοι υπηρεσιών εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες.

1. Επιπλέον των απαιτήσεων του άρθρου 14, η ΑΕΠΕΥ που αναθέτει την επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίων ιδιωτών πελατών σε πάροχο υπηρεσιών εγκατεστημένο σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος, οφείλει να διασφαλίζει ότι:

(α) ο πάροχος υπηρεσιών έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή είναι εγγεγραμμένος σε σχετικό μητρώο στο κράτος καταγωγής του για την παροχή της υπηρεσίας αυτής και υπόκειται σε προληπτική εποπτεία,

(β) υπάρχει σχετική συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της εποπτικής αρχής του κράτους καταγωγής του παρόχου υπηρεσιών.


2. Εάν δεν πληρούται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η ΑΕΠΕΥ μπορεί να αναθέσει υπηρεσίες σε πάροχο υπηρεσιών εγκατεστημένο σε τρίτο κράτος, μόνον εφόσον κοινοποιήσει προηγουμένως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τη συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν αντιταχθεί σε αυτήν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη λήψη της κοινοποίησης.


Αρθρο 16
Φύλαξη χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων πελατών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΦΥΛΑΞΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ

Η ΑΕΠΕΥ, προκειμένου να διαφυλάσσονται τα δικαιώματα των πελατών της σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και κεφάλαια που τους ανήκουν:

(α) τηρεί τα απαραίτητα αρχεία και λογαριασμούς έτσι ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή και χωρίς καθυστέρηση να διαχωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται για λογαριασμό ενός πελάτη από τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου πελάτη, καθώς και από τα δικά της περιουσιακά στοιχεία,
(β) τηρεί τα αρχεία και τους λογαριασμούς τους κατά τρόπο που διασφαλίζει την ακρίβεια και ιδίως την αντιστοιχία τους με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τα κεφάλαια που κατέχονται για λογαριασμό πελατών,
(γ) εξετάζει σε τακτά διαστήματα τη συμφωνία μεταξύ των λογαριασμών και αρχείων που τηρεί η ίδια η ΑΕΠΕΥ με τους λογαριασμούς και τα αρχεία που τηρούν τυχόν τρίτοι οι οποίοι κατέχουν περιουσιακά στοιχεία πελατών,
(δ) λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών που έχουν κατατεθεί σε τρίτο, σύμφωνα με το άρθρο 17, μπορούν να διαχωριστούν από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στην ΑΕΠΕΥ και από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε αυτό τον τρίτο, με τη χρήση λογαριασμών σε διαφορετικά ονόματα στα βιβλία του τρίτου ή με άλλα ισοδύναμα μέτρα με τα οποία επιτυγχάνεται το ίδιο επίπεδο προστασίας,
(ε) λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει ότι τα κεφάλαια που έχουν καταθέσει οι πελάτες, σύμφωνα με το άρθρο 18 σε κεντρική τράπεζα, πιστωτικό ίδρυμα ή τράπεζα που έχει άδεια λειτουργίας σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος ή σε αναγνωρισμένα αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων κατέχονται σε λογαριασμό ή λογαριασμούς χωριστούς από τυχόν άλλους λογαριασμούς που χρησιμοποιούνται για την κατοχή κεφαλαίων που ανήκουν στην ΑΕΠΕΥ,
(στ) θεσπίζει κατάλληλες οργανωτικές ρυθμίσεις για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο απώλειας ή μείωσης των περιουσιακών στοιχείων πελατών, ή των δικαιωμάτων σε σχέση με τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, λόγω κατάχρησης των περιουσιακών στοιχείων, απάτης, κακής διαχείρισης, πλημμελούς τήρησης αρχείου ή αμέλειας.


Αρθρο 17
Κατάθεση χρηματοπιστωτικών μέσων πελατών.

1. Η ΑΕΠΕΥ, μπορεί να καταθέτει χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία κατέχει για λογαριασμό πελατών της, σε λογαριασμό ή λογαριασμούς που έχουν ανοιχτεί σε τρίτο υπό τον όρο ότι ενεργεί με την απαιτούμενη ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια κατά την επιλογή, το διορισμό και τον περιοδικό έλεγχο του τρίτου και των ρυθμίσεων που εφαρμόζει ο τρίτος για την κατοχή και φύλαξη των χρηματοπιστωτικών μέσων. Ειδικότερα, η ΑΕΠΕΥ οφείλει να λαμβάνει υπόψη την τεχνογνωσία και τη φήμη στην αγορά του τρίτου καθώς και τυχόν νομοθετικές απαιτήσεις ή πρακτικές της αγοράς που συνδέονται με την κατοχή των χρηματοπιστωτικών μέσων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τα δικαιώματα των πελατών της επί των χρηματοπιστωτικών τους μέσων.

2. Η ΑΕΠΕΥ καταθέτει χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών της σε τρίτο εγκατεστημένο σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος, μόνον εφόσον ο τρίτος υπόκειται σε ειδικές ρυθμίσεις και εποπτεία στο κράτος αυτό.

3. Η ΑΕΠΕΥ δεν καταθέτει χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχονται για λογαριασμό πελατών σε τρίτο εγκατεστημένο σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος το οποίο δεν ρυθμίζει κανονιστικά την κατοχή και φύλαξη χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό άλλου προσώπου, εκτός εάν:

(α) η φύση των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των επενδυτικών υπηρεσιών που συνδέονται με αυτά απαιτεί την κατάθεσή τους σε τρίτο εγκατεστημένο στο τρίτο κράτος, ή

(β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα κατέχονται για λογαριασμό επαγγελματία πελάτη και ο πελάτης έχει ζητήσει εγγράφως από την ΑΕΠΕΥ να τα καταθέσει σε τρίτο εγκατεστημένο στο τρίτο κράτος.

Αρθρο 18
Κατάθεση κεφαλαίων πελατών.

1. Η ΑΕΠΕΥ, αμέσως, μόλις λάβει κεφάλαια πελατών, τα τοποθετεί σε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς που ανοίγονται σε:

(α) κεντρική τράπεζα,
(β) πιστωτικό ίδρυμα που έχει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το ν. 3601/2007 ή την υπΆ αριθμ. 2006/48/EΚ οδηγία όπως έχει ενσωματωθεί από άλλο κράτος μέλος,

(γ) τράπεζα που έχει άδεια λειτουργίας σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος,
(δ) αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων.

2. Για τους σκοπούς του στοιχείου (δ) της παραγράφου 1 και της περίπτωσης (ε) του άρθρου 16, ως «αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων» νοούνται τα αμοιβαία κεφάλαια του ν. 3283/2004, οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων που έχουν αδειοδοτηθεί βάσει της υπΆ αριθμ. 85/611/ EΟΚ οδηγίας και οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων που υπόκειται σε εποπτεία και έχουν αδειοδοτηθεί, εφόσον αυτό απαιτείται, από μια αρχή βάσει της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους, οι οποίοι πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Πρωταρχικός επενδυτικός σκοπός τους είναι η διατήρηση της καθαρής αξίας της περιουσίας του αμοιβαίου κεφαλαίου ή άλλου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, είτε σταθερά στο άρτιο (χωρίς τα κέρδη) είτε στην αξία του αρχικού κεφαλαίου των επενδυτών συν τα κέρδη.

(β) Για την επίτευξη του πρωταρχικού επενδυτικού σκοπού:
(αα) επενδύουν αποκλειστικά σε υψηλής ποιότητας μέσα χρηματαγοράς των οποίων η ημερομηνία λήξης δεν υπερβαίνει, κατά τον χρόνο επένδυσης, τις 397 ημέρες, ή χρησιμοποιούν τακτικές προσαρμογές απόδοσης (yield adjustments) που αντιστοιχούν στην ίδια ημερομηνία λήξης και
(ββ) το χαρτοφυλάκιό τους έχει σταθμισμένη μέση διάρκεια (maturity) 60 ημερών. Μπορεί επίσης να επιτυγχάνουν το αποτέλεσμα αυτό επενδύοντας επικουρικά σε καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα.
(γ) Παρέχουν ρευστότητα με διακανονισμό την ίδια ή την επόμενη ημέρα.

Ένα μέσο χρηματαγοράς θεωρείται υψηλής ποιότητας εάν έχει λάβει την υψηλότερη βαθμολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας από τους οργανισμούς πιστοληπτικής αξιολόγησης που το εξέτασαν. Ένα μέσο το οποίο δεν αξιολογείται από κανέναν αρμόδιο οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης δεν θεωρείται υψηλής ποιότητας.

Ένας οργανισμός πιστοληπτικής αξιολόγησης θεωρείται αρμόδιος εάν εκδίδει τακτικά και σε επαγγελματική βάση βαθμολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων και εάν είναι επιλέξιμος εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικής αξιολόγησης (ECAI) κατά την έννοια των περιπτώσεων (γ) και (δ) της παραγράφου 5 του άρθρου 25 του ν. 3601/2007.

3. Η ΑΕΠΕΥ, η οποία δεν καταθέτει τα κεφάλαια πελατών σε κεντρική τράπεζα, επιδεικνύει την απαιτούμενη ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια κατά την επιλογή, το διορισμό και τον περιοδικό έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος, της τράπεζας ή του αμοιβαίου κεφαλαίου διαχείρισης διαθεσίμων όπου τοποθετεί τα κεφάλαια των πελατών και των ρυθμίσεων για την κατοχή των εν λόγω κεφαλαίων.

Η ΑΕΠΕΥ λαμβάνει υπόψη την εμπειρία και τη φήμη στην αγορά των πιστωτικών ιδρυμάτων τραπεζών και των αμοιβαίων κεφαλαίων διαχείρισης διαθεσίμων, προκειμένου να διασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων των πελατών, καθώς και τυχόν νομοθετικές υποχρεώσεις ή πρακτικές της αγοράς που συνδέονται με την κατοχή κεφαλαίων πελατών που θα μπορούσαν να βλάψουν τα δικαιώματα των πελατών.

4. Οι πελάτες έχουν το δικαίωμα να αντιταχθούν στην τοποθέτηση των κεφαλαίων τους σε αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων.


Αρθρο 19
Χρησιμοποίηση χρηματοπιστωτικών μέσων πελατών.

1. Η ΑΕΠΕΥ δεν επιτρέπεται να συνάπτει συμφωνίες για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων σχετιζόμενες με χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχει για λογαριασμό πελάτη, ή να χρησιμοποιεί με άλλο τρόπο αυτά τα χρηματοπιστωτικά μέσα, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πελάτη, εκτός εάν:
(α) Ο πελάτης έχει δώσει προηγουμένως τη ρητή του συγκατάθεση για τη χρησιμοποίηση των χρηματοπιστωτικών μέσων με συγκεκριμένους όρους. Στην περίπτωση ενός ιδιώτη πελάτη, ο πελάτης πρέπει να έχει υπογράψει τους σχετικούς όρους ή να χρησιμοποιείται άλλος ισοδύναμος εναλλακτικός μηχανισμός.
(β) Η χρησιμοποίηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του πελάτη πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους όρους στους οποίους συγκατατέθηκε ο πελάτης.

2. Η ΑΕΠΕΥ μπορεί να συνάπτει συμφωνίες για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων σχετιζόμενες με χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχονται για λογαριασμό πελάτη σε συλλογικό λογαριασμό, ο οποίος τηρείται από τρίτο, ή να χρησιμοποιεί με άλλο τρόπο για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πελάτη της ΑΕΠΕΥ χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχονται σε συλλογικό λογαριασμό, ο οποίος τηρείται από τρίτο, μόνον εφόσον, επιπλέον των προϋποθέσεων της παραγράφου 1:
(α) ο πελάτης του οποίου χρηματοπιστωτικά μέσα κατέχονται σε συλλογικό λογαριασμό έχει δώσει την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του σύμφωνα με την περίπτωση (α) της παραγράφου 1 ή
(β) η ΑΕΠΕΥ έχει θεσπίσει συστήματα και ελέγχους που διασφαλίζουν ότι χρησιμοποιούνται κατΆ αυτό τον τρόπο μόνο χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες που έχουν δώσει την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή τους σύμφωνα με την περίπτωση (α) της παραγράφου 1.

3. Τα αρχεία της ΑΕΠΕΥ περιλαμβάνουν λεπτομερή στοιχεία για τον πελάτη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν χρηματοπιστωτικά μέσα σύμφωνα με τις οδηγίες του, καθώς και τον αριθμό των χρηματοπιστωτικών μέσων κάθε πελάτη που έχει δώσει τη συγκατάθεσή του, τα οποία χρησιμοποιεί η ΑΕΠΕΥ έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η ορθή κατανομή τυχόν ζημιών.


Αρθρο 20
Εκθέσεις ορκωτών ελεγκτών

Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι οι ορκωτοί ελεγκτές της υποβάλλουν κάθε χρόνο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έκθεση σχετικά με την καταλληλότητα των ρυθμίσεων της ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με τις παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3606/2007 και των άρθρων 16 έως 19 της απόφασης αυτής. Η έκθεση υποβάλλεται εντός διμήνου από τη λήξη της οικονομικής χρήσης.


Αρθρο 21
Συγκρούσεις συμφερόντων δυνητικά επιζήμιες για τον πελάτη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Για τους σκοπούς του εντοπισμού των συγκρούσεων συμφερόντων που ανακύπτουν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, των οποίων η ύπαρξη μπορεί να ζημιώσει τα συμφέροντα ενός πελάτη, η ΑΕΠΕΥ διαθέτει διαδικασίες για να εξακριβώνει, με βάση ορισμένα κριτήρια, εάν η ΑΕΠΕΥ ή καλυπτόμενο πρόσωπο ή πρόσωπο συνδεόμενο άμεσα ή έμμεσα με την ΑΕΠΕΥ με σχέση ελέγχου βρίσκεται, είτε ως αποτέλεσμα της παροχής των επενδυτικών ή των παρεπόμενων υπηρεσιών είτε με άλλο τρόπο, σε μια από τις ακόλουθες καταστάσεις:

(α) η ΑΕΠΕΥ ή το πρόσωπο αυτό είναι πιθανό να αποκομίσει οικονομικό όφελος ή να αποφύγει οικονομική ζημία, σε βάρος του πελάτη,

(β) η ΑΕΠΕΥ ή το πρόσωπο αυτό έχει, ως προς την έκβαση μιας υπηρεσίας που παρέχεται στον πελάτη ή μιας συναλλαγής που πραγματοποιείται για λογαριασμό του, διαφορετικό συμφέρον από το συμφέρον του πελάτη,

(γ) η ΑΕΠΕΥ ή το πρόσωπο αυτό έχει οικονομικό ή άλλο κίνητρο να ευνοήσει τα συμφέροντα άλλου πελάτη ή άλλης ομάδας πελατών σε βάρος των συμφερόντων του πελάτη,

(δ) η ΑΕΠΕΥ ή το πρόσωπο αυτό ασκεί την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα με τον πελάτη,

(ε) η ΑΕΠΕΥ ή το πρόσωπο αυτό λαμβάνει ή θα λάβει από πρόσωπο διαφορετικό από τον πελάτη αντιπαροχή σχετιζόμενη με υπηρεσία που παρέχεται στον πελάτη, υπό μορφή χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών, πέραν της συνήθους προμήθειας ή αμοιβής για την παροχή της υπηρεσίας αυτής.

Αρθρο 22
Πολιτική σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων.

1. Η ΑΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει αποτελεσματική πολιτική σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων, η οποία καθορίζεται εγγράφως και είναι κατάλληλη για το μέγεθος και την οργάνωση της ΑΕΠΕΥ, καθώς και για τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων. Εάν η ΑΕΠΕΥ είναι μέλος ομίλου, η πολιτική αυτή λαμβάνει επίσης υπόψη τις περιστάσεις τις οποίες η ΑΕΠΕΥ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι μπορούν να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων ως αποτέλεσμα της διάρθρωσης και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων άλλων μελών του ομίλου.

2. Η πολιτική σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων:

(α) προσδιορίζει, σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και τις παρεπόμενες υπηρεσίες που παρέχονται από την ΑΕΠΕΥ ή για λογαριασμό της, τις περιστάσεις που συνιστούν ή μπορούν να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων, η οποία συνεπάγεται ουσιαστικό κίνδυνο ζημίας των συμφερόντων πελατών και

(β) καθορίζει τις διαδικασίες που ακολουθούνται και τα μέτρα που λαμβάνονται για τη διαχείριση των συγκρούσεων αυτών.

3. Οι διαδικασίες και τα μέτρα που προβλέπονται στην περίπτωση (β) της παραγράφου 2 διασφαλίζουν ότι τα καλυπτόμενα πρόσωπα που συμμετέχουν σε διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες οι οποίες συνιστούν ή μπορούν να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων, η οποία συνεπάγεται ουσιαστικό κίνδυνο ζημίας των συμφερόντων πελατών, ασκούν τις δραστηριότητες αυτές σε κατάλληλο επίπεδο ανεξαρτησίας ανάλογα με το μέγεθος και τις δραστηριότητες της ΑΕΠΕΥ και του ομίλου, στον οποίο αυτή ανήκει και ανάλογα με τη σοβαρότητα του κινδύνου ζημίας των συμφερόντων πελατών.

4. Οι διαδικασίες και τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με την περίπτωση (β) της παραγράφου 2 περιλαμβάνουν κατά περίπτωση τα ακόλουθα στοιχεία, στο βαθμό που είναι απαραίτητα και κατάλληλα για να διασφαλίζει η ΑΕΠΕΥ το απαιτούμενο επίπεδο ανεξαρτησίας:

(α) αποτελεσματικές διαδικασίες για την αποφυγή ή τον έλεγχο της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των καλυπτόμενων προσώπων που συμμετέχουν σε δραστηριότητες οι οποίες συνεπάγονται κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων, όταν η ανταλλαγή αυτών των πληροφοριών ενδέχεται να είναι επιζήμια για τα συμφέροντα πελατών,

(β) χωριστή εποπτεία των καλυπτόμενων προσώπων των οποίων τα κύρια καθήκοντα περιλαμβάνουν την άσκηση δραστηριοτήτων για λογαριασμό πελατών ή την παροχή υπηρεσιών σε αυτούς, εφόσον τα συμφέροντα των εν λόγων πελατών ενδέχεται να συγκρούονται ή εφόσον οι εν λόγω πελάτες εκπροσωπούν διαφορετικά συμφέροντα, περιλαμβανομένων εκείνων της ΑΕΠΕΥ, τα οποία ενδέχεται να συγκρούονται,

(γ) εξάλειψη κάθε άμεσης σύνδεσης μεταξύ της αμοιβής των καλυπτόμενων προσώπων που ασκούν κατά κύριο λόγο μια επενδυτική δραστηριότητα για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ και της αμοιβής ή των εσόδων που δημιουργούν άλλα καλυπτόμενα πρόσωπα που ασκούν κατά κύριο λόγο διαφορετική επενδυτική δραστηριότητα για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ, όταν ενδέχεται να προκληθεί σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τις δραστηριότητες αυτές,

(δ) μέτρα για την αποφυγή ή τον περιορισμό της άσκησης ανάρμοστης επιρροής στον τρόπο με τον οποίο ένα καλυπτόμενο πρόσωπο παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ,

(ε) μέτρα για την αποφυγή ή τον έλεγχο της ταυτόχρονης ή διαδοχικής συμμετοχής ενός καλυπτόμενου προσώπου σε διαφορετικές επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες ή επενδυτικές δραστηριότητες, όταν η συμμετοχή αυτή ενδέχεται να αποβεί επιζήμια για την ορθή διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων.

5. Εάν η υιοθέτηση ή η εφαρμογή στην πράξη των μέτρων και διαδικασιών που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν διασφαλίζει τον απαιτούμενο βαθμό ανεξαρτησίας, η ΑΕΠΕΥ υιοθετεί εναλλακτικά ή επιπρόσθετα μέτρα και διαδικασίες τα οποία είναι απαραίτητα και κατάλληλα για το σκοπό αυτό.

6. Η γνωστοποίηση στους πελάτες σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 3606/2007 πραγματοποιείται σε σταθερό μέσο και περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του πελάτη, ώστε να του επιτραπεί να λάβει εμπεριστατωμένη απόφαση για την επενδυτική ή παρεπόμενη υπηρεσία στο πλαίσιο της οποίας ανακύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.

Αρθρο 23
Καταγραφή των υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που προκαλούν επιζήμιες συγκρούσεις συμφερόντων.

Η ΑΕΠΕΥ τηρεί αρχείο, το οποίο ενημερώνει σε τακτά διαστήματα για κάθε επενδυτική ή παρεπόμενη υπηρεσία ή δραστηριότητα που ασκήθηκε από την ΑΕΠΕΥ ή για λογαριασμό της και (α) ως προς την οποία έχει προκύψει σύγκρουση συμφερόντων, που συνεπάγεται ουσιώδη κίνδυνο ζημίας των συμφερόντων ενός ή περισσότερων πελατών ή, (β) στην περίπτωση συνεχιζόμενης υπηρεσίας ή δραστηριότητας, ως προς την οποία ενδέχεται να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων.

Αρθρο 24
Τήρηση αρχείων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
ΤΗΡΗΣΗ ΑΡΧΕΙΩΝ

1. Η ΑΕΠΕΥ τηρεί όλα τα αρχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3606/2007 και των κατΆ εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών. Τα αρχεία που περιέχουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΑΕΠΕΥ και του πελάτη βάσει της σύμβασης παροχής υπηρεσιών ή τους όρους υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη, τηρούνται τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της σχέσης με τον πελάτη.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ζητήσει από ΑΕΠΕΥ να διατηρήσει ορισμένα ή όλα τα αρχεία για μεγαλύτερο διάστημα ανάλογα με τη φύση του μέσου ή της συναλλαγής, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα εποπτικά της καθήκοντα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητήσει από την ΑΕΠΕΥ να διατηρήσει τα αρχεία για το υπόλοιπο της πενταετούς περιόδου σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ.

3. Τα αρχεία διατηρούνται σε μέσο που επιτρέπει την αποθήκευση των πληροφοριών με μορφή και τρόπο που ικανοποιούν τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να έχει εύκολα πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία και να αναπαράγει τα βασικά στάδια της επεξεργασίας κάθε συναλλαγής,

(β) να είναι δυνατό να διαπιστωθούν εύκολα τυχόν διορθώσεις ή άλλες τροποποιήσεις, καθώς και το περιεχόμενο των αρχείων πριν από τις εν λόγω διορθώσεις ή τροποποιήσεις,
(γ) δεν πρέπει να είναι δυνατό να υποστούν τα αρχεία άλλου είδους παραποίηση ή τροποποίηση.


4. Η ΑΕΠΕΥ, προκειμένου να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 3606/2007, τηρεί, μεταξύ άλλων, αρχεία αναφορικά με:
(α) την ταυτότητα και την κατηγοριοποίηση του κάθε πελάτη,
(β) τις συμβάσεις πελατών,
(γ) τις πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των πελατών,
(δ) τις συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διενεργήθηκαν για ίδιο λογαριασμό και για λογαριασμό πελατών,
(ε) την ομαδοποίηση και τον επιμερισμό εντολών,
(στ) τις εντολές που δίνει στο πλαίσιο της διαχείρισης χαρτοφυλακίων και τις εντολές πελατών που λαμβάνει στο πλαίσιο λήψης και διαβίβασης πελατών,
(ζ) την εκτέλεση εντολών πελατών και τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό,
(η) τη διαβίβαση εντολών που λαμβάνονται από την ΑΕΠΕΥ,
(θ) τις περιοδικές ενημερώσεις πελατών,
(ι) τα χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών που κατέχει η ΑΕΠΕΥ,
(ια) τα χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών επί των οποίων η ΑΕΠΕΥ μπορεί να συνάπτει συμφωνίες για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων ή τα οποία μπορεί να χρησιμοποιεί με άλλο τρόπο,
(ιβ) τα κεφάλαια πελατών,
(ιγ) την επικοινωνιακή πολιτική της ΑΕΠΕΥ,
(ιδ) τις έρευνες στον τομέα των επενδύσεων,
(ιε) τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και την εσωτερική οργάνωση της ΑΕΠΕΥ,
(ιστ) τις διαδικασίες και τις γραπτές εκθέσεις της υπηρεσίας κανονιστικής συμμόρφωσης,
(ιζ) τις διαδικασίες και τις γραπτές εκθέσεις της υπηρεσίας διαχείρισης κινδύνων,
(ιη) τις διαδικασίες και τις γραπτές εκθέσεις τη υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου,
(κ) τις επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες που προκαλούν επιζήμιες συγκρούσεις συμφερόντων,
(κα) τις καταγγελίες πελατών και τη λήψη σχετικών μέτρων,
(κβ) τις δεσμευτικές τιμές του συστηματικού εσωτερικοποιητή,
(κγ) τις προσωπικές συναλλαγές,
(κδ) τις πληροφορίες που γνωστοποιούνται στους πελάτες σχετικά με αντιπαροχές και
(κε) την παροχή επενδυτικών συμβουλών στους ιδιώτες πελάτες.

Αρθρο 25
Καταργούμενες διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ.

Από την έναρξη ισχύος της απόφασης αυτής καταργούνται:
(α) η υπΆ αριθμ. 2/306/22.6.2004 (Φ.Ε.Κ. Β΄ 1029/8.7.2004) απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Διαχωρισμός κεφαλαίων πελατών – ΕΠΕΥ,
(β) η υπΆ αριθμ. 16/262/6.2.2003 (Φ.Ε.Κ. Β΄ 297/13.3.2003) απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Ρυθμίσεις για την παροχή από τις ΕΠΕΥ της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών,
(γ) η υπΆ αριθμ. 10/123/20.1.1998 (Φ.Ε.Κ. Β΄ 137/18.2.1998) απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Όροι και προϋποθέσεις συνεργασίας μεταξύ των μελών του ΧΑΑ με επιχειρήσεις του άρθρου 3 παράγραφος 1(θ) του ν. 2396/1996 και με επιχειρήσεις που ενεργούν ως αντιπρόσωποι τους.


Αρθρο 26
Έναρξη ισχύος.

1. Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2. Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο