Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 30-08-2007 ]

Απόφ. Διοικ.Τρ.Ελλάδος 2587/30.08.2007 Ορισμός των Ιδίων Κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα.

(Ορισμός των Ιδίων Κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα. )

Κατηγορία: Λοιπά

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2587/2007


Θέμα: Ορισμός των Ιδίων Κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα.

(ΦΕΚ Β'/1738/30.8.2007)
 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Αφού έλαβε υπόψη:

    α) τις διατάξεις του καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και ειδικότερα το άρθρο 55Α αυτού, όπως ισχύει,

    β) τις διατάξεις του ν. 3601/2007 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις», και ειδικότερα τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 2 και της παρ. 1 του άρθρου 27,

    γ) την υπ' αριθμ. 2006/48/ΕΚ οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων, και ειδικότερα τα άρθρα 56 έως 61, τα άρθρα 63 έως 66 και το άρθρο 154,

    δ) την υπ' αριθμ. 2006/49/ΕΚ οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, και ειδικότερα τα άρθρα 12 έως 17,

    ε) τις σχετικές με την εφαρμογή του ν. 3601/2007 αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ 2589/20.8.2007, 2591/20.8.2007, 2593/20.8.2007 και 2595/20.8.2007),

    στ) την ΠΔ/ΤΕ 2053/18.3.1992 «Ορισμός των ιδίων κεφαλαίων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα», όπως ισχύει,

    ζ) την εγκύκλιο Διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος 21/22.9.2004 που παρέχει διευκρινίσεις σχετικά με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις αναγνώρισης ορισμένων μορφών εκδιδόμενων τίτλων ως στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων,

    η) την απόφαση ΕΤΠΘ 198/9/17.5.2005 που αφορά: α) την εποπτική μεταχείριση των λογιστικών στοιχείων και των διαφορών αναπροσαρμογής που προκύπτουν κατά την εφαρμογή από τα πιστωτικά ιδρύματα είτε των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων είτε λοιπών συναφών νομοθετικών διατάξεων και β) την τροποποίηση της απόφασης ΕΤΠΘ/178/19.7.2004, σχετικά με την αναγνώριση υβριδικών κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

    θ) τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3487/2006 «Ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της υπ' αριθμ. 2003/51/ΕΚ οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18.6.2003 για την τροποποίηση των Οδηγιών του Συμβουλίου 78/660/ΕΟΚ, 83/349/ΕΟΚ, 86/635/ΕΟΚ και 91/674/ΕΟΚ σχετικά με τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων», σύμφωνα με τις οποίες επεκτείνεται στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν ως ανώνυμες εταιρείες η υποχρέωση κατάρτισης οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα/Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΛΠ/ΔΠΧΠ), λόγο για τον οποίο ο ορισμός των ιδίων κεφαλαίων βασίζεται στα κονδύλια που προκύπτουν από την εφαρμογή των προτύπων αυτών με εξαίρεση τις συνεταιριστικές τράπεζες που τυχόν δεν εφαρμόζουν τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ,


Aποφάσισε τα εξής:
 

    KEΦ. Ι. ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

    Α. Βασικά Ίδια Κεφάλαια

    Α. 1. Κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων

    1. Καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο και Διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο. Δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία αυτά: α) το κεφάλαιο προνομιούχων μετοχών με δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος και η διαφορά από έκδοση των μετοχών αυτών υπέρ το άρτιο, β) τα ποσά του μετοχικού κεφαλαίου που προέρχονται από την κεφαλαιοποίηση αποθεματικών από αναπροσαρμογή της αξίας παγίων περιουσιακών στοιχείων και γ) η αξία ισολογισμού των ιδίων μετοχών που τυχόν κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα.

    2. Αποθεματικά και Διαφορές αναπροσαρμογής της αξίας στοιχείων του ισολογισμού.

    Δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία αυτά:

    α) Οι μετά από αναβαλλόμενους φόρους καθαρές θετικές διαφορές αναπροσαρμογής στην εύλογη αξία (δηλαδή οι θετικές διαφορές που προκύπτουν μετά την αφαίρεση τυχόν αρνητικών διαφορών αναπροσαρμογής):

    (i) των (ιδιοχρησιμοποιούμενων) ενσώματων παγίων περιουσιακών στοιχείων και

    (ii) των μετοχικών τίτλων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο των διαθεσίμων προς πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. 3) Οι μετά από αναβαλλόμενους φόρους διαφορές αναπροσαρμογής (θετικές η αρνητικές) στην εύλογη αξία:

    (i) των ομολογιακών τίτλων και δανείων που έχουν περιληφθεί στο χαρτοφυλάκιο των διαθεσίμων προς πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και

    (Η) των παράγωγων χρηματοοικονομικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως μέσα αντιστάθμισης ταμειακών ροών.

    3. Αποτελέσματα εις νέον (Retained earnings).

    α. Τα «Κέρδη εις νέον» (τρέχουσας χρήσης και παρελθουσών χρήσεων), με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο Τμήμα Β του Κεφαλαίου IV της παρούσας σχετικά με τα κέρδη από τη γενικευμένη αποτίμηση στοιχείων του ισολογισμού στην εύλογη αξία (σύμφωνα με τη σχετική ευχέρεια που παρέχει το ΔΛΠ 39-Fair Value Option).

    Δεν περιλαμβάνονται στο στοιχείο αυτό:

    i) το ποσό του μερίσματος της χρήσεως που προτείνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος προς τη Γενική Συνέλευση των μετόχων ή που έχει κυρωθεί με απόφαση της τελευταίας,

    ii) τα καθαρά κέρδη μετά από αναβαλλόμενους φόρους που προκύπτουν από την αναπροσαρμογή στην εύλογη αξία των ακινήτων που κατέχονται για επενδυτικούς σκοπούς,

    iii) τα αποτελέσματα (κέρδη και ζημίες) που προκύπτουν από την αναπροσαρμογή στην εύλογη αξία υποχρέωσης για την οποία γίνεται χρήση της ευχέρειας αποτίμησης στην εύλογη αξία (fair value option ΔΛΠ 39), εφόσον τα αποτελέσματα αυτά προκύπτουν από αλλαγές της πιστοληπτικής διαβάθμισης του πιστωτικού ιδρύματος (own credit risk),

    iv) σε περιπτώσεις τιτλοποίησης απαιτήσεων, τα καθαρά κέρδη του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος οπό την κεφαλαιοποίηση μελλοντικών εσόδων από τιτλοποιηθέντα περιουσιακά στοιχεία, που χρησιμοποιούνται ως πιστωτική ενίσχυση της εν λόγω τιτλοποίησης,

    ν) το μετά από αναβαλλόμενους φόρους χρεωστικό υπόλοιπο (έλλειμμα) που προκύπτει από υποχρεώσεις από προγράμματα καθορισμένων παροχών προς το προσωπικό (Defined benefit obligations), όπως το έλλειμμα αυτό διαμορφώθηκε κατά την πρώτη εφαρμογή των ΔΛΠ/ ΔΠΧΠ. Το ποσό του ελλείμματος αυτού όυως θα προσμετράται σταδιακά στα βασικά ίδια κεφάλαια (ως μειωτικό στοιχείο), σύμφωνα, με τα ποσοστά που αναφέρονται στον πίνακα της παρ. 2 του Κεφ IV.A της παρούσας.

    β. Ως αφαιρετικό στοιχείο, οι «Ζημίες εις νέον» (τρέχουσας χρήσης και παρελθουσών χρήσεων).

    Δεν περιλαμβάνεται στις «Ζημίες εις νέον» το ποσό που αναφέρεται στην παρ. 3 (ν) ανωτέρω μέχρι τη λήξη της συγκεκριμένης μεταβατικής περιόδου.

    4. Ενδιάμεσα αποτελέσματα περιόδου.

    α. Τα ενδιάμεσα κέρδη περιόδου, υπό τους όρους ότι: α) έχουν ελεγχθεί από τους τακτικούς ορκωτούς ελεγκτές λογιστές των οικονομικών καταστάσεων του πιστωτικού ιδρύματος με βάση τα ισχύοντα ελεγκτικά πρότυπα και β) έχουν γίνει οι αναγκαίες προσαρμογές που προβλέπονται από τα εφαρμοζόμενα λογιστικά πρότυπα.

    Δεν περιλαμβάνεται στα ενδιάμεσα κέρδη το αναλογούν στην ενδιάμεσο περίοδο προβλεπόμενο μέρισμα τρέχουσας χρήσεως που έχει εκτιμηθεί από τη Διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος. Διευκρινίζεται ότι, το τυχόν ενδιάμεσο κέρδος που προέκυψε αποκλειστικά κατά την τρέχουσα τρίμηνη περίοδο εφόσον δεν έχει ελεγχθεί, δεν προσμετράται στο ενδιάμεσο αποτέλεσμα που έχει ήδη αναγνωρισθεί εποπτικά την προηγούμενη ενδιάμεση περίοδο. Αντίθετα, αναγνωρίζεται εποπτικά οποιαδήποτε ζημία της τρέχουσας τρίμηνης περιόδου (ελεγμένης ή μη) και μειώνει ισόποσα το όποιο σωρευτικό ενδιάμεσο αποτέλεσμα έχει αναγνωρισθεί εποπτικά την προηγούμενη περίοδο.

    β. Ως αφαιρετικό στοιχείο, οι ενδιάμεσες ζημίες περιόδου.

    Διευκρινίζεται ότι στην ειδική περίπτωση κατά την οποία παρότι υπάρχουν ζημίες σε μία ενδιάμεσο περίοδο η Διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος έχει την πρόθεση να προτείνει τη διανομή μερίσματος, στα αφαιρετικά στοιχεία περιλαμβάνεται εκτός της ζημίας περιόδου και το ποσό του εκτιμώμενου μερίσματος που αναλογεί στη συγκεκριμένη ενδιάμεση περίοδο.

    Από τα ποσά των στοιχείων που αναφέρονται στις ανωτέρω παρ. 1 έως 4, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, αφαιρείται κάθε προβλεπτή κατά το χρόνο υπολογισμού τους φορολογική επιβάρυνση ή τα εν λόγω ποσά προσαρμόζονται καταλλήλως στο μέτρο που η επιβάρυνση αυτή μειώνει το ποσό μέχρι το οποίο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη κινδύνων ή ζημιών.

    Α2. Πρόσθετα στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων

    Οι υβριδικοί τίτλοι που περιγράφονται στην παρ. 4 του Κεφαλαίου II της παρούσας, υπό την προϋπόθεση ότι η εκδότρια των τίτλων θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος περιλαμβάνεται, με ειδική έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, στην εποπτεία σε ατομική βάση του πιστωτικού ιδρύματος, κατ1 εφαρμογή του άρθρου 32 του ν. 3601/2007 (solo consolidation).

    Δεν περιλαμβάνονται τυχόν ιδιοκατεχόμενοι από το πιστωτικό ίδρυμα (ή από συγγενείς ή θυγατρικές του) υβριδικοί τίτλοι.

    Α.3. Αφαιρετικά στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων

    1. Τα άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία.

    2. Η θετική διαφορά αποτίμησης στην εύλογη αξία (σε διαρκή βάση) των άυλων περιουσιακών στοιχείων.

    Β. Συμπληρωματικά Ίδια Κεφάλαια Β.1. Κύρια στοιχεία των Συμπληρωματικών Ιδίων Κεφαλαίων

    1. α) Αποθεματικά από αναπροσαρμογή κατά την πρώτη εφαρμογή των ΔΛΠ στην εύλογη αξία των ενσώματων παγίων περιουσιακών στοιχείων (ιδιοχρησιμοποιούμενα και για επενδυτικούς σκοπούς) μετά από αναβαλλόμενους φόρους.

    β) Ποσοστό ίσο προς το 45% των καθαρών (δηλαδή μετά την αφαίρεση των αρνητικών διαφορών) θετικών διαφορών αναπροσαρμογής της εύλογης αξίας, προ αναβαλλόμενων φόρων, των ιδιοχρησιμοποιούμενων παγίων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και αυτών που κατέχονται για επενδυτικούς σκοπούς (αφορά στις περιπτώσεις όπου τα ως άνω πάγια περιουσιακά στοιχεία αποτιμώνται κατά παγία τακτική στην εύλογη αξία).

    γ) Ποσοστό ίσο προς το 45% των καθαρών θετικών διαφορών αναπροσαρμογής στην εύλογη αξία, προ αναβαλλόμενων φόρων, των διαθεσίμων προς πώληση μετοχικών τίτλων.

    2. Δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, περιλαμβανομένων των χρεωστικών τίτλων αόριστης διάρκειας που έχουν εκδοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα και το ποσό της έκδόσης έχει καταβληθεί, εφόσον πληρούνται αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

    (i) δεν επιτρέπεται να εξοφληθούν με πρωτοβουλία του δανειστή ή των κομιστών χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος,

    (ii) στη σύμβαση του δανείου ή της έκδοσης των τίτλων προβλέπεται η δυνατότητα του πιστωτικού ιδρύματος να αναβάλει την πληρωμή τόκων,

    (iii) οι απαιτήσεις του δανειστή ή των κομιστών των τίτλων κατατάσσονται σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος συνολικά μετά από τις απαιτήσεις των πιστωτών που διατηρούν πλήρη (και όχι μειωμένα) δικαιώματα επί της πτωχευτικής περιουσίας,

    (iv) η σύμβαση του δανείου ή της έκδοσης των τίτλων προβλέπει ότι το κεφάλαιο και οι μη καταβληθέντες τόκοι είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος.

    Δεν περιλαμβάνονται στο ως άνω στοιχείο τυχόν ιδιοκατεχόμενοι από το πιστωτικό ίδρυμα χρεωστικοί τίτλοι.

    3. Προνομιούχες μετοχές αόριστης διάρκειας που παρέχουν δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος. Τυχόν ιδιοκατεχόμενες από το πιστωτικό ίδρυμα μετοχές της κατηγορίας αυτής αφαιρούνται από το εν λόγω στοιχείο.

    4. Ως αφαιρετικό στοιχείο, περιλαμβάνεται, το μέρος του χρεωστικού υπολοίπου (ελλείμματος), μετά από αναβαλλόμενους φόρους, που προκύπτει από υποχρεώσεις που απορρέουν από προγράμματα καθορισμένων παροχών προς το προσωπικό, όπως το έλλειμμα αυτό διαμορφώθηκε κατά την πρώτη εφαρμογή των ΔΛΠ. Το αφαιρούμενο όμως ποσό μειώνεται σταδιακά, κατά τα ποσοστά που αναφέρονται στον πίνακα της παρ. 2 του Κεφαλαίου IV, Ενότητα Α, της παρούσας Πράξης και μηδενίζεται τελικά στο τέλος της σχετικής μεταβατικής περιόδου.

    5. Η θετική διαφορά μεταξύ των λογιστικών προβλέψεων απομείωσης των απαιτήσεων (εξαιρουμένων των τιτλοποιημένων απαιτήσεων που έχουν αναγνωρισθεί εποπτικά) και της αναμενόμενης ζημιάς (EL) από τα αντίστοιχα ανοίγματα, όπως αυτή προσδιορίζεται βάσει της ΠΔ/ΓΕ 2589/20.8.2007 σχετικά με τον Υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου σύμφωνα με την Προσέγγιση Εσωτερικών Διαβαθμίσεων (ΠΕΔ).

    Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να υπερβεί το 0,6% των σταθμισμένων ανοιγμάτων του πιστωτικού ιδρύματος και επί πλέον η ΠΕΔ που ακολουθείται θα πρέπει να έχει πιστοποιηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Για τον υπολογισμό του ως άνω ποσοστού, στα σταθμισμένα ανοίγματα δεν περιλαμβάνονται τα ποσά ανοιγμάτων από θέσεις τιτλοποίησης που σταθμίζονται σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2593/20.8.2007 «Υπολογισμός σταθμισμένων ανοιγμάτων για θέσεις σε τιτλοποίηση» με συντελεστή στάθμισης 1250%.

    Β 2. Πρόσθετα στοιχεία των Συμπληρωματικών Ιδίων Κεφαλαίων

    1. Προνομιούχες μετοχές ορισμένης διάρκειας που παρέχουν δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος.

    2 Δάνεια μειωμένης εξασφάλισης με τη μορφή χρεωστικών τίτλων είτε άλλης μορφής δανείου, ορισμένης διάρκειας, εφόσον τα ποσά των δανείων έχουν καταβληθεί στο πιστωτικό ίδρυμα και πληρούνται αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις και όροι:

    (i) Η αρχική διάρκεια, μετά τη λήξη της οποίας είναι δυνατή η εξόφληση τους, είναι πέντε (5) τουλάχιστον έτη. Στην περίπτωση που η αρχική διάρκεια είναι μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών είτε αυτή δεν είναι καθορισμένη, η εξόφληση τους μπορεί να γίνει μόνον μετά από δετή τουλάχιστον προειδοποίηση. Η πρόωρη εξόφληση δεν επιτρέπεται εκτός εάν τα δάνεια έχουν παύσει να υπολογίζονται στα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος ή εφόσον έχει ληφθεί έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος για την πρόωρη εξόφληση τους, υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από τον εκδότη και δεν θίγεται η κεφαλαιακή επάρκεια του πιστωτικού ιδρύματος.

    (ii) To ποσό των δανείων της παρούσας παραγράφου που συνυπολογίζεται στα ίδια κεφάλαια, μειώνεται ισόποσα κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας πριν από τη λήξη τους, με βάση χρονοδιάγραμμα που εγκρίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

    (iii) Δεν επιτρέπεται να συμπεριληφθεί στη δανειακή σύμβαση pftpa πρόωρης εξόφλησης, με εξαίρεση την περίπτωση εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος.

    (iv) Στη δανειακή σύμβαση πρέπει να προβλέπεται ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης ή πτώχευσης του πιστωτικού ιδρύματος οι απαιτήσεις των δανειστών δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων κατηγοριών οφειλών που εκκρεμούν κατά το χρόνο της πτώχευσης ή εκκαθάρισης και δεν αποτελούν μειωμένης εξασφάλισης απαιτήσεις.

    Δεν περιλαμβάνεται στα πιο πάνω στοιχεία (1) και (2) το τυχόν ιδιοκατεχόμενο μέρος των στοιχείων αυτών.

    Γ. Αφαιρετικά στοιχεία των Ιδίων Κεφαλαίων

    1. Τα κάτωθι στοιχεία αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος με τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 4 του Κεφαλαίου V. της παρούσας:

    α) Οι τοποθετήσεις του πιστωτικού ιδρύματος σε στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων άλλου πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος, όπως ορίζονται κατωτέρω, στο μετοχικό κεφάλαιο του οποίου κατέχει συμμετοχή ποσοστού άνω του 10%. Οι τοποθετήσεις αφορούν επί πλέον των κατεχόμενων κοινών μετοχών του ιδρύματος στο οποίο υπάρχει συμμετοχή και οποιοδήποτε άλλο από τα ως άνω στοιχεία των Ενοτήτων Α.2, Β.1. παρ. 2, Β.1 παρ. 3 και Β.2 των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος αυτού.

    β) Τοποθετήσεις των κατηγοριών της προηγουμένης παραγράφου (α) σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων το πιστωτικό ίδρυμα που πραγματοποιεί την τοποθέτηση συμμετέχει με ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 10%. Οι τοποθετήσεις αυτές αφαιρούνται κατά το ποσό που στο σύνολο τους υπερβαίνουν το 10% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που τις πραγματοποιεί. Ως ίδια κεφάλαια στην προκειμένη περίπτωση θεωρούνται τα ίδια κεφάλαια πριν την αφαίρεση των στοιχείων της παρούσας Ενότητας Γ.

    Οι τοποθετήσεις που αναφέρονται στα ανωτέρω εδάφια (α) και (β), κατά κανόνα, δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια πιστωτικού ιδρύματος το οποίο υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ε' του ν. 3601/2007, λαμβανομένης πάντως υπόψη και της κατανομής των ιδίων κεφαλαίων εντός των εταιρειών του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος.

    γ) Οι συμμετοχές σε ποσοστό τουλάχιστον 20% στο κεφάλαιο ή τα δικαιώματα ψήφου των κάτωθι επιχειρήσεων, άμεσα ή έμμεσα κατεχόμενες:

     (i) ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθ. 2 του ν. 3455/2006,

     (ϋ) αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006,

     (iii) ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου, κατά την έννοια της παρ. 8 (β) του άρθρου 2 του ν. 3455/2006.

    δ) Δάνεια και εκδοθέντες τίτλοι μειωμένης εξασφάλισης, προνομιούχες μετοχές σωρευτικού μερίσματος (που αναφέρονται στο άρθρο 17° παρ. 3 (ϋ) και 4 (γ) του ν.δ. 400/1970) καθώς και λοιπά παρεμφερή στοιχεία που σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περιλαμβάνονται στα κεφάλαια των επιχειρήσεων της προηγούμενης παρ. (γ), στο μετοχικό κεφάλαιο ή τα δικαιώματα ψήφου των οποίων το πιστωτικό ίδρυμα κατέχει άμεσα ή εμμέσως συμμετοχή ποσοστού τουλάχιστον 20%.

    ε) Η αρνητική διαφορά (υστέρηση) μεταξύ των λογιστικών προβλέψεων απομείωσης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (εξαιρουμένων των αναγνωριζόμενων για σκοπούς εποπτείας τιτλοποιημένων απαιτήσεων) και της αναμενόμενης ζημιάς των εν λόγω στοιχείων κατά την έννοια του Τμήματος Δ, παρ. Δ.2 και Δ.3 της ΠΔ/ΓΕ 2589/20.8.2007.

    Το στοιχείο αυτό αφαιρείται μόνον στην περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων που εφαρμόζουν την Προσέγγιση των Εσωτερικών Διαβαθμίσεων για τον υπολογισμό των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τους. Στα σταθμισμένα ανοίγματα δεν περιλαμβάνονται τα ποσά ανοιγμάτων από θέσεις τιτλοποίησης που έχουν σταθμισθεί με συντελεστή στάθμισης 1250% σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2593/20.8.2007.

    στ) Τα ποσά ανοιγμάτων από θέσεις τιτλοποίησης που υπόκεινται σε στάθμιση με συντελεστή 1250% σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2593/20.8.2007.

    ζ) Το ποσό των δανείων του πιστωτικού ιδρύματος (καθώς και της μητρικής ή θυγατρικών του) προς νομικά ή φυσικά πρόσωπα (εξαιρουμένων των δανείων προς το προσωπικό), τα οποία κρίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ότι διέθεσαν άμεσα ή εμμέσως το προϊόν των δανείων αυτών για την απόκτηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων του δανειοδοτούντος πιστωτικού ιδρύματος ή και άλλων εταιρειών που ανήκουν στον όμιλο του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, συνεκτιμωμένων σε αυτή την περίπτωση των όρων και διαδικασιών χορήγησης των εν λόγω δανείων. Το ποσό των δανείων αυτών δεν αφαιρείται εάν υπολείπεται του 1% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος.

    2. Κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι δυνατόν επίσης να αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια πιστωτικού ιδρύματος:

    α) οι συμμετοχές του σε θυγατρικές και συγγενείς επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο χρηματοπιστωτικό τομέα (λοιπές επιχειρήσεις πλην των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων), και δεν υπάγονται στην εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος σε ενοποιημένη βάση και

    β) οι πιστοδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις του εδαφίου 2. (α) ανωτέρω, καθώς και προς πρόσωπα με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί στενούς δεσμούς (κατά την έννοια του εδαφίου 16 του άρθρου 2 του ν. 3601/2007), εφόσον οι πιστοδοτήσεις αυτές έχουν συναφθεί με όρους με τους οποίους, σύμφωνα με την πιστοδοτική πολιτική (πολιτική ανάληψης κινδύνων) του πιστωτικού ιδρύματος δεν θα ήταν δυνατόν να παρασχεθούν προς τρίτους. Επίσης η Τράπεζα της Ελλάδος θα αξιολογεί, κατ" αναλογία με τα ανωτέρω, τις πιστοδοτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος προς τα πρόσωπα με τα οποία έχει «ειδική σχέση», και^ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 12 εδάφια δ και ε του ν. 3601/2007 και δύναται να ζητά την κάλυψη τους με τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος στα πλαίσια της Διαδικασίας Εποπτικής Αξιολόγησης που προβλέπεται στην ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007.

    3. Δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια πιστωτικού ιδρύματος οι συμμετοχές και οι τοποθετήσεις στα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στα ανωτέρω εδάφια (γ) και (δ) της παραγράφου 1, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει μετά από έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, με τρόπο διαχρονικά σταθερό, τη «Μέθοδο της Αφαίρεσης και Συνένωσης» που αναφέρεται ως μέθοδος 2 στο άρθρο 25, Κεφάλαιο V, του ν. 3455/2006. Ειδικότερα:

    Με την εφαρμογή της μεθόδου 2 αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος η θετική διαφορά (ή το άθροισμα) της αξίας ισολογισμού της συμμετοχής μείον το πλεόνασμα (ή πλέον το έλλειμμα) φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου επί το ποσοστό συμμετοχής του πιστωτικού ιδρύματος στην αντίστοιχη επιχείρηση. Ως πλεόνασμα ή έλλειμμα φερεγγυότητας ορίζεται η διαφορά μεταξύ των διαθεσίμων κεφαλαίων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου και του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, όπως αυτά υπολογίζονται και ελέγχονται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

    Δ. Συμπληρωματικά Ίδια Κεφάλαια για την κάλυψη του κινδύνου αγοράς

    Για την κάλυψη αποκλειστικά των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου αγοράς, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2591/20.8.2007 «Υπολογισμός κεφαλαιακών απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον κίνδυνο αγοράς», τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν, μετά από ειδική έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, να χρησιμοποιούν:

    Δάνεια μειωμένης εξασφάλισης βραχυπρόθεσμης διάρκειας, εφόσον τα ποσά των δανείων έχουν καταβληθεί στο πιστωτικό ίδρυμα και πληρούνται αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις και όροι:

     (i) Η αρχική διάρκεια, μετά τη λήξη της οποίας είναι δυνατή η εξόφληση τους, είναι δύο τουλάχιστον (2) έτη.

     (ϋ) Δεν περιλαμβάνεται στη δανειακή σύμβαση καμία ρήτρα που να προβλέπει ότι, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από τη λύση και εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος, πρέπει να εξοφληθεί το δάνειο πριν τη συμφωνηθείσα ημερομηνία εξόφλησης, εκτός εάν έχει ληφθεί σχετική έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.

     (iii) Δεν επιτρέπεται να εξοφληθούν οι τόκοι ή το κεφάλαιο του δανείου εάν η εξόφληση αυτή συνεπάγεται τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος σε ποσοστό χαμηλότερο από το 100% των συνολικών κεφαλαιακών του απαιτήσεων.

    Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να κοινοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος κάθε εξόφληση του χρέους η οποία συνεπάγεται τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος σε ποσοστό χαμηλότερο από το 120% των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων.

 
    ΚΕΦ. II. ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ

    Για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ε του ν. 3601/2007, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα σχετικά με το εύρος και τη μέθοδο της ενοποίησης για εποπτικούς σκοπούς, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στο Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Α της παρούσας πράξης, καθώς και τα ακόλουθα στοιχεία:

    1. Το ποσό των «Δικαιωμάτων μειοψηφίας» που προκύπτει κατά την ενοποίηση, κατανέμεται στα βασικά ή συμπληρωματικά στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, αναλόγως της κατηγορίας των τίτλων που έχουν εκδοθεί από ενοποιούμενες θυγατρικές επιχειρήσεις και στους οποίους αντιστοιχούν.

    2. Το ποσό των συναλλαγματικών διαφορών (χρεωστικών ή πιστωτικών) που προκύπτουν από τη μετατροπή σε εγχώριο νόμισμα των ενοποιούμενων για εποπτικούς λόγους θυγατρικών εξωτερικού, περιλαμβάνεται στο κύριο στοιχείο των βασικών κεφαλαίων «Αποθεματικά και διαφορές αναπροσαρμογής της αξίας στοιχείων του ισολογισμού».

    3. Τα αποθεματικά που προκύπτουν από την αποτίμηση στον ενοποιημένο ισολογισμό του πιστωτικού ιδρύματος με τη μέθοδο της καθαρής θέσης συγγενούς επιχείρησης ή θυγατρικής που δεν ενοποιείται για εποπτικούς σκοπούς. Τα αποθεματικά αυτά περιλαμβάνονται στο κύριο στοιχείο των βασικών κεφαλαίων «Αποθεματικά και διαφορές αναπροσαρμογής της αξίας στοιχείων του ισολογισμού».

    4. Οι «υβριδικοί τίτλοι», οι οποίοι εκδίδονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Εγκύκλιο Διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος 21/22.9.2004 και περιλαμβάνονται ως πρόσθετα στοιχεία στα ενοποιημένα βασικά ίδια κεφαλαία του πιστωτικού ιδρύματος, μέχρι των ορίων που προβλέπονται στην παρ. 1 του Κεφαλαίου V της παρούσας Πράξης. Οι υβριδικοί τίτλοι διακρίνονται σε:

    α) Υβριδικούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται από θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος εταιρεία ειδικού σκοπού, έχουν τη μορφή προνομιούχων μετοχικών τίτλων αόριστης διάρκειας με δικαίωμα απόληψης μερίσματος υπό μορφή τόκου και εμπεριέχουν το δικαίωμα ανάκλησης τους (call option) από την εκδότρια εταιρεία μετά την πάροδο:

    i) πέντε (5) τουλάχιστον ετών από την έκδοση τους είτε

    ii) δέκα (10) τουλάχιστον ετών από την έκδοση τους αλλά με ρήτρα προσαύξησης της προκαθορισμένης απόδοσης τους σε περίπτωση μη άσκησης του δικαιώματος ανάκλησης τους (step up).

    β) Λοιπούς αντίστοιχων χαρακτηριστικών με τους ως άνω υβριδικούς τίτλους που πληρούν τα κριτήρια της Εγκυκλίου Διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος 21/22.9.2004 και παρέχουν στο πιστωτικό ίδρυμα, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, αντίστοιχη διασφάλιση με αυτή των λοιπών στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων του.

    5. Ως αφαιρετικό στοιχείο, η υπεραξία (goodwill). Στο στοιχείο αυτό περιλαμβάνεται και το αναγνωρισμένο στις οικονομικές καταστάσεις ποσό της υπεραξίας που αντιστοιχεί στους μετόχους μειοψηφίας μίας εξαγοραζόμενης από το πιστωτικό ίδρυμα επιχείρησης, στους οποίους είτε παραχωρήθηκε δικαίωμα πώλησης των μεριδίων τους (puts on minority interests) είτε έχει συναφθεί σύμβαση προθεσμιακής πώλησης αυτών στο πιστωτικό ίδρυμα. Περιλαμβάνεται επίσης το ποσό της υπεραξίας που προκύπτει από εξαγοραζόμενη συγγενή ή θυγατρική επιχείρηση που δεν υπάγεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση αλλά αποτιμάται στον ενοποιημένο για σκοπούς εποπτείας ισολογισμό με τη μέθοδο της καθαρής θέσης. Στην τελευταία περίπτωση το ποσό της υπεραξίας διαχωρίζεται από το αντίστοιχο ποσό της συμμετοχής, το οποίο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1. της Ενότητας Γ του Κεφαλαίου Ι της παρούσας, αφαιρείται από τα συνολικά (ενοποιημένα) ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος.

    Επισημαίνεται ότι το ποσό της υπεραξίας αφαιρείται κατ' αρχήν από τα πρόσθετα στοιχεία του βασικών ιδίων κεφαλαίων της προηγούμενης παρ. 4. Τυχόν εναπομένον αφαιρετικό ποσό όμως μειώνει τα ενοποιημένα κύρια στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων, δηλαδή τα στοιχεία της Ενότητας Α1 του Κεφαλαίου της παρούσας, συμπεριλαμβανομένων και των στοιχείων των παρ. 1-3 ανωτέρω.


    ΚΕΦ. III. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΑΜΙΓΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ν. 1667/1986 (ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ)


    1. Για τις συνεταιριστικές τράπεζες που συντάσσουν τις οικονομικές καταστάσεις του σύμφωνα με τα ΔΛΠ/ ΔΠΧΠ ισχύουν οι διατάξεις των προηγούμενων κεφαλαίων. Ειδικότερα, το ποσό των εκδιδόμενων συνεταιριστικών μερίδων εξομοιώνεται με το μετοχικό κεφάλαιο που της παρ. 1 της Ενότητας Α.1. του Κεφαλαίου Ι της παρούσας, ανεξαρτήτως της κατάταξης του ως κεφαλαίου ή υποχρέωσης σύμφωνα με τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ.

    2. Για τις συνεταιριστικές τράπεζες που συντάσσουν τις οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ε.Λ.Π.) εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρούσας Πράξης, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται σε μεθόδους αποτίμησης και λογιστικές πρακτικές που δεν είναι συμβατές με τα πρότυπα αυτά.

 
    ΚΕΦ. IV. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

    Α. Ρυθμίσεις που αφορούν την πρώτη εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης Κατά τον υπολογισμό των βασικών ιδίων κεφαλαίων για τα πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν για πρώτη φορά τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΠΧΠ), θα λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

    1. Το τυχόν σχηματισμένο από το πιστωτικό ίδρυμα, πριν την εφαρμογή των ΔΛΠ, Κεφάλαιο νια Γενικούς Τραπεζικούς Κινδύνους που μεταφέρεται στη λογιστική καθαρή θέση του πιστωτικού ιδρύματος κατά την έναρξη εφαρμογής των ΔΛΠ και υπό τις οριζόμενες σ1 αυτά προϋποθέσεις, θα συνυπολογίζεται στα στοιχεία της παρ. 3 της Ενότητας Α. 1 του Κεφαλαίου Ι της παρούσας.

    2. Η εφαρμογή των ειδικών ρυθμίσεων σχετικά με το ποσοστό συνυπολογισμού στα βασικά και συμπληρωματικά κεφάλαια του χρεωστικού υπολοίπου (ελλείμματος) από υποχρεώσεις παροχών προς το προσωπικό, όπως καταγράφηκε κατά την πρώτη εφαρμογή των ΔΛΠ/ΔΠΧΠ, λήγει στις 31.12.2010. Κατά την περίοδο που μεσολαβεί, το ποσοστό της υποχρέωσης που θα αναγνωρίζεται στα κύρια βασικά ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος αυξάνεται σταδιακά (μειουμένου αντιστοίχως του ποσοστού που θα αναγνωρίζεται στα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια), ως εξής:

    Ετήσιες χρήσεις 2006 2007 2008 2009 2010 εφεξής Ποσοστό ελλείμματος αφαιρούμενο από Βασικά Ιδια Κεφάλαια   50% 60% 70% 80% 90% 100%

    Συμπληρωματικά Ιδια Κεφάλαια 50% 40% 30% 20% 10%  0%

    Β. Λοιπές διατάξεις

    Τα κέρδη και οι ζημίες που προκύπτουν από την εφαρμογή της ευχέρειας αποτίμησης στην εύλογη αξ,ία χρηματοοικονομικών μέσων που δεν αποτιμώνται βάσει των γενικών διατάξεων των ΔΠΧΠ με τη μέθοδο αυτή (ΔΛΠ 39-Fair Value Option), θα περιλαμβάνονται, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 4 του Κεφαλαίου VI της παρούσας, στα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

    α) η χρήση της ευχέρειας αυτής πρέπει να συνάδει με τα κριτήρια που τίθενται στις παρ, 9 και 11Α του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου 39 (ΔΛΠ 39),

    β) το πιστωτικό ίδρυμα, πριν τη χρήση της ευχέρειας αποτίμησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην εύλογη αΈ,ία, καθώς και καθ' όλη τη διάρκεια της χρήσης της, θα πρέπει να διαθέτει τα κατάλληλα συστήματα για τη διαχείριση των κινδύνων του συνόλου των χρηματοοικονομικών μέσων του, καθώς και τις κατάλληλες πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους που θα διασφαλίζουν την ορθότητα της χρήσης της ευχέρειας αυτής.

 

    ΚΕΦ. V. ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

    1. Το σύνολο των πρόσθετων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ως ποσοστό το 25%, κατ' ανώτατο όριο, των συνολικών βασικών ιδίων κεφαλαίων τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση. Δηλαδή η μέγιστη αναλογία πρόσθετων προς κύρια βασικά ίδια κεφάλαια, μετά την αφαίρεση των αφαιρετικών στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων αλλά πριν την αφαίρεση των αφαιρετικών στοιχείων της Ενότητας Γ του Κεφαλαίου Ι της παρούσας, κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην παρ. 4 κατωτέρω, είναι 25% προς 75% και, για τους υβριδικούς τίτλους που έχουν πραγματοποιηθεί ή λάβει έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος πριν την 1.1.2006, είναι 30% προς 70%.

    Σε ότι αφορά την κατηγορία των υβριδικών τίτλων της παρ. 4.α. (ii) του Κεφαλαίου II, το σύνολο τους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 10% των συνολικών βασικών ιδίων κεφαλαίων και ειδικά για τις εκδόσεις υβριδικών τίτλων που έχουν πραγματοποιηθεί ή λάβει έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος πριν την 1.1.2006 το σύνολο τους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 15% των συνολικών βασικών ιδίων κεφαλαίων. Στην περίπτωση που τα πρόσθετα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων υπερβαίνουν τα επιμέρους αποδεκτά όρια αναγνώρισης τους ως στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων είτε σε ατομική είτε σε ενοποιημένη βάση, τότε το υπερβάλλον ποσό περιλαμβάνεται στα κύρια στοιχεία των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Β.1. της παρούσας).

    2. Το σύνολο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Β, της παρούσας) σε ενοποιημένη και ατομική βάση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 100%, κατ' ανώτατο όριο, του συνόλου των βασικών ιδίων κεφαλαίων του (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Α της παρούσας).

    3. Το συνολικό ποσό των πρόσθετων στοιχείων των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Β.2, της παρούσας) σε ατομική και ενοποιημένη βάση, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 50%, κατ" ανώτατο όριο, του συνόλου των βασικών ιδίων κεφαλαίων (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Α της παρούσας).

    4. α) Τα αφαιρετικά στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Γ της παρούσας) αφαιρούνται τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση κατά το ήμισυ από τα βασικά ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος και κατά το άλλο ήμισυ από τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια, τηρουμένων των περιορισμών των παρ. 1-3 ανωτέρω.

    β) Κατ' εξαίρεση, τα αφαιρετικά στοιχεία των παρ. 1 (γ) και 1 (δ) της Ενότητας Γ του Κεφαλαίου Ι (συμμετοχές και δάνεια μειωμένης εξασφάλισης σε ασφαλιστικές και ανταφαλιστικές επιχειρήσεις και ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου) είτε τα αφαιρετικά στοιχεία που τυχόν προκύπτουν από την εφαρμογή της εναλλακτικής μεθόδου της παραγράφου 3 της Ενότητας Γ (211 μέθοδος δηλαδή «μέθοδος αφαίρεσης και συνένωσης»), αφαιρούνται μέχρι την 31.122012 από τα συνολικά ίδια κεφάλαια προκειμένου περί συμμετοχών που αποκτήθηκαν πριν την 31.12.2006.

    Εάν το ήμισυ του αθροίσματος των στοιχείων των παρ. 1-3 του Κεφαλαίου Ι Ενότητα Γ είναι μεγαλύτερο από τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια, η διαφορά αφαιρείται από το βασικά ίδια κεφάλαια. Εάν τα στοιχεία της παρ. 1 (στ) της Ενότητας Γ του Κεφαλαίου Ι της παρούσας έχουν συμπεριληφθεί στον υπολογισμό των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2593/20.82007, τότε δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια.

    5. Το σύνολο των δανείων μειωμένης εξασφάλισης βραχυπρόθεσμης διάρκειας που αποτελούν συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια για την κάλυψη του κινδύνου αγοράς (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Δ της παρούσας) σε ατομική και ενοποιημένη βάση, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 150%, Kaf ανώτατο όριο, των βασικών ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Α της παρούσας).

    6. Για τους σκοπούς α) της ΠΔ/ΤΕ 2596/20.8.2007 «Εποπτεία και έλεγχος των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων» και β) του άρθρου 23 του ν. 3601/2007 «Ειδικές συμμετοχές των πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλες επιχειρήσεις» δεν περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια τα ακόλουθα στοιχεία του Κεφαλαίου Ι της παρούσας:

    α) το στοιχείο της παρ. 5 της Ενότητας Β.1, β) τα στοιχεία των εδαφίων (ε) έως (ζ) της παρ. 1 και της παρ. 2 της Ενότητας Γ και γ) τα στοιχεία της Ενότητας Δ.

 

    ΚΕΦ. VI. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται:

    1. Να εγκρίνει, προσωρινά και σε έκτακτες περιπτώσεις, υπερβάσεις των ορίων των παρ. 2 και 3 του ανωτέρω Κεφαλαίου V, καθορίζοντας και την προθεσμία επαναφοράς εντός των προβλεπομένων ορίων ή να καθορίζει χαμηλότερα ανώτατα όρια από εκείνα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους.

    2. Να εγκρίνει εξαιρέσεις από την υποχρέωση για αφαίρεση των στοιχείων (α) - (δ) της παρ. 1 της Ενότητας Γ του Κεφαλαίου Ι της παρούσας, όταν κατέχεται προσωρινά συμμετοχή σε άλλο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, με σκοπό τη χρηματοδοτική συνδρομή για ανασυγκρότηση και διάσωση του εν λόγω ιδρύματος ή επιχείρησης.

    3. Να καθορίζει τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες θα αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων οι συμμετοχές τους σε θυγατρικές και συγγενείς επιχειρήσεις που δεν περιλαμβάνονται στο χρηματοπιστωτικό τομέα και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας του πιστωτικού ιδρύματος σε ενοποιημένη βάση, καθώς και τα δάνεια που χορηγούνται με ειδικούς ή ευνοϊκούς όρους προς πρόσωπα με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα συνδέεται με ειδικούς δεσμούς.

    4. Να αποφασίζει σχετικά με το συνυπολογισμό ή μη στα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος του συνόλου ή τμήματος των κερδών από αποτίμηση που προέρχονται από τη χρήση της ευχέρειας αποτίμησης χρηματοοικονομικών μέσων στην εύλογη αξία ή να επιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις στο πλαίσιο της ΠΔ/ΓΕ 2595/20.8.2007 «Καθορισμός των κριτηρίων που πρέπει να διέπουν τη Διαδικασία Αξιολόγησης Επάρκειας Εσωτερικού Κεφαλαίου (ΔΑΕΕΚ) των Πιστωτικών Ιδρυμάτων και της Διαδικασίας Εποπτικής Αξιολόγησης (ΔΕΑ) από την Τράπεζα της Ελλάδος», σύμφωνα με το Παράρτημα II της παρούσας.

    5. Να προσαρμόζει τους όρους σταδιακής απόσβεσης της εποπτικής αναγνώρισης των πρόσθετων στοιχείων των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων (Κεφάλαιο Ι, Ενότητα Β.2, παρ. 2 της παρούσας), σε περιπτώσεις εκδόσεων των ως άνω τίτλων με αρχική διάρκεια άνω των πέντε (5) ετών.

    6. Εξουσιοδοτείται η Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος να παρέχει οδηγίες και διευκρινίσεις για την εφαρμογή της παρούσας Πράξης.

 

    ΚΕΦ. VII. ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

    Οι διατάξεις της παρούσας Πράξης εφαρμόζονται από την ημερομηνία δημοσίευσης της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργουμένων εφεξής:

    1. της ΠΔ/ΤΕ 2053/18.3.1992 «Ορισμός των ιδίων κεφαλαίων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα»,

    2 της ΠΔ/ΤΕ 2228/30.6.1993 για τα αφαιρούμενα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων,

    3. του Κεφαλαίου Ι (Α) και II (Β) της απόφασης ΕΤΠΘ υπ' αριθμ. 198/9/17.5.2005, σχετικά με την εποπτική μεταχείριση των λογιστικών στοιχείων και των διαφορών αναπροσαρμογής που προκύπτουν κατά την εφαρμογή από τα πιστωτικά ιδρύματα είτε των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων είτε λοιπών συναφών νομοθετικών διατάξεων,

    4. της απόφασης ΕΤΠΘ υπ' αριθμ. 178/7/2004.

Από τις διατάξεις της Πράξης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

 

    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

    ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ


    Α. ΒΑΣΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ (Tier 1 Capital)

    Α.1. Κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (Upper Tier 1 Capital)

    1. α. Καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο και διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο με εξαίρεση:

     (i) τις προνομιούχες μετοχές με δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος,

     (ii) κεφαλαιοποιηθέντα αποθεματικά από αναπροσαρμογή της αξίας παγίων περιουσιακών στοιχείων1

    2. Αποθεματικά και διαφορές αναπροσαρμογής της αξίας στοιχείων του ισολογισμού με εξαίρεση:

    α. Τις θετικές διαφορές από αναπροσαρμογή της αξίας:

     (i) ιδιοχρησιμοποιούμενων ενσώματων πάγιων στοιχείων,

     (ii) μετοχικών τίτλων διαθεσίμων προς πώληση.

    β. Τις διαφορές από αναπροσαρμογή της αξίας των:

     (i) διαθεσίμων προς πώληση ομολογιακών τίτλων και δανείων και

     (ii) παραγώγων μέσων που χρησιμοποιούνται ως μέσα αντιστάθμισης ταμειακών ροών.

    3. Κέρδη εις νέον (τρέχουσας χρήσης και παρελθουσών χρήσεων) με εξαίρεση:

    α. το μέρισμα της χρήσεως (από τη στιγμή που προτείνεται για έγκριση στη Γενική Συνέλευση των μετόχων από τη Διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος),

    β. τα καθαρά κέρδη από αναπροσαρμογή της αξίας ακινήτων για επενδυτικούς σκοπούς,

    γ. τα κέρδη και οι ζημίες από αναπροσαρμογή της αξίας υποχρεώσεων που προκύπτουν από αλλαγή της πιστοληπτικής διαβάθμισης του πιστωτικού ιδρύματος,

    δ. τα καθαρά κέρδη από την κεφαλαιοποίηση μελλοντικών εσόδων από τιτλοποιηθέντα περιουσιακά στοιχεία,

    ε. ποσοστό σωρευτικού ελλείμματος προγραμμάτων καθορισμένων παροχών προς τους εργαζομένους (όπως διαμορφώθηκε κατά την πρώτη εφαρμογή των ΔΛΠ).

    4. Ενδιάμεσα κέρδη περιόδου (υπό όρους).

    5. Δικαιώματα Μειοψηφίας (στην περίπτωση των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων2 3).

    Μείον: Αφαιρετικά στοιχεία Κυρίων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων

    1. Ίδιες μετοχές.

    2. Ζημίες εις νέον (χρήσεως & παρελθουσών χρήσεων).

    3. Ενδιάμεσες ζημίες περιόδου.

 

    Α.2. Πρόσθετα στοιχεία Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (Lower Tier 1 Capital)

    Υβριδικοί τίτλοι εκδόσεως θυγατρικών του πιστωτικού ιδρύματος εταιρειών που κατόπιν ειδικής έγκρισης της

    1. Περιλαμβάνονται εν τούτοις στο μετοχικό κεφάλαιο τα αποθεματικά από αναπροσαρμογή παγίων που κεφαλαιοποιήθηκαν κατά την πρώτη εφαρμογή των ΔΛΠ/ΔΠΧΠ.

    2. Τα δικαιώματα μειοψηφίας που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια αφορούν τους μετόχους μειοψηφίας μόνον των επιχειρήσεων που υπάγονται σε εποπτική ενοποίηση σύμφωνα με το ν. 3601/1.8.2007.

    3. Σε περίπτωση που τα δικαιώματα μειοψηφίας αφορούν στοιχεία άλλης κατηγορίας κεφαλαίων (όπως πρόσθετα βασικά ή κύρια και πρόσθετα συμπληρωματικά) τα σχετικά ποσά εντάσσονται στην ανάλογη κατηγορία.

Τράπεζας της Ελλάδος περιλαμβάνονται στα βασικά ίδια κεφάλαια σε ενοποιημένη ή/και ατομική βάση.

 

    Α.3. Αφαιρετικά στοιχεία Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων 4

    1. Τα άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία.

    2. Η θετική διαφορά αποτίμησης στην εύλογη αξία (σε διαρκή βάση), των άυλων πάγιων περιουσιακών στοιχείων.

    3. Η υπεραξία (goodwill).

 

    Α.4. ΣΥΝΟΛΟ ΒΑΣΙΚΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ (Α.1+Α2-Α.3)

 

    Β. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ (Tier 2 Capital)

    Β.1. Κύρια στοιχεία Συμπληρωματικών Ιδίων Κεφαλαίων (Upper Tier 2 Capital)

    1. α. Αποθεματικά αναπροσαρμογής στην εύλογη αξία ενσώματων παγίων περιουσιακών στοιχείων,

    β. 45% καθαρών κερδών από αναπροσαρμογή παγίων περιουσιακών στοιχείων, σε μόνιμη βάση, στην εύλογη αξία,

    γ. 45% καθαρών κερδών από αποτίμηση στην εύλογη αξία διαθεσίμων προς πώληση μετοχικών τίτλων.

    2. Δάνεια μειωμένης εξασφάλισης και προνομιούχες μετοχές με δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος, αόριστης διάρκειας.

    3. Ποσοστό σωρευτικού ελλείμματος προγραμμάτων καθορισμένων παροχών προς τους εργαζομένους (αφαιρετικό στοιχείο).

    4. Θετική διαφορά μεταξύ εποπτικών και λογιστικών προβλέψεων επισφαλών απαιτήσεων (αφορά πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν την ΠΕΔ).

 

    Β.2. Πρόσθετα στοιχεία Συμπληρωματικών Ιδίων Κεφαλαίων (Lower Tier 2 Capital)

    Δάνεια μειωμένης εξασφάλισης και προνομιούχες μετοχές με δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος, ορισμένης διάρκειας.

 

    Β.3. ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ (Β.1.)+(Β.2.)

 

    Γ. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΦΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ 50% ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ (Α.4.) ΚΑΙ ΚΑΤΑ 50% ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ (Β.3.)

    1. Μετοχές και λοιπά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων άλλων πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στα οποία το πιστωτικό ίδρυμα συμμετέχει με ποσοστό άνω του 10% του κεφαλαίου των ιδρυμάτων αυτών, σύμφωνα με την παρ.1 του Κεφ. Ι.Γ.

    2. Μετοχές και λοιπά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων σε άλλα πστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ποσοστού κάτω του 10% του κεφαλαίου των ιδρυμάτων αυτών, που υπερβαίνουν συνολικά το 10% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος.

    3. Συμμετοχές και λοιπά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου σύμφωνα με τις παρ. 3, 4 και 5 του Κεφ. Ι.Γ 5).

    4. Αρνητική διαφορά μεταξύ εποπτικών και λογιστικών προβλέψεων (αφορά πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν την ΠΕΔ).

    5. Πρωτεύουσα πιστωτική ενίσχυση σε τιτλοποιήσεις απαιτήσεων.

    4. Στην περίπτωση που το ποσό των στοιχείων Α.3. υπερβαίνει το ποσό των στοιχείων Α.2., το υπερβάλλον ποσό αφαιρείται από τα στοιχεία Α.1.

    5. Κατ' εξαίρεση, μέχρι την 31.122012 οι συμμετοχές αυτές αφαιρούνται από το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος εφόσον αποκτήθηκαν μέχρι 31.12.2006..

    6. Στοιχεία που αφορούν τη «διπλή μόχλευση» όπως αναφέρονται στην παρ. 1.(ζ) του Κεφ.Ι.Γ της παρούσας.

 

Δ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΓΟΡΑΣ (Tier 3 Capital)

    Δάνεια μειωμένης εξασφάλισης βραχυπρόθεσμης διάρκειας.

 

    Ε. ΣΥΝΟΛΟ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ {[Α.4. - (50%*Γ)] + [Β.3. - (50%*Γ)Ι +Δ}

 
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑ ΤΗΝ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΣΤΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΛΟΓΗ ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ (Fair Value Option)



    Α. Εισαγωγή

    Σύμφωνα με την τροποποίηση του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου 39 (Ιούνιος 2005) που υιοθετήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του Κανονισμού της Επιτροπής 1864/2005 (ΕΕ L299,15/11/2005), δόθηκε η δυνατότητα στις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ να προκαθορίζουν κατά την αρχική τους αναγνώριση -απεικόνιση στις οικονομικές καταστάσεις συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή και χρηματοοικονουικές υποχρεώσεις τα οποία θα αποτιμούν πλέον στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. Και τούτο κατά παρέκκλιση άλλων διατάξεων των ΔΛΠ που ορίζουν άλλο τρόπο αποτίμησης για τα στοιχεία αυτά (κόστος κτήσεως, αποσβέσιμο κόστος κλπ).

    Τα Ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα ειδικότερα, που κάνουν χρήση της ευχέρειας αυτής (ευρύτερα γνωστής ως Fair Value Option- FVO) θα πρέπει να τηρούν τυπικά και ουσιαστικά τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που τίθενται στο ΔΛΠ 39 (παρ. 9, 11 Α), ενώ και στις δημοσιευμένες οικονομικές τους καταστάσεις θα πρέπει να παρατίθενται οι σχετικές γνωστοποιήσεις που προβλέπονται από το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 7 (ΔΠΧΠ 7). Θα πρέπει, επίσης, να διατηρούν διαθέσιμες πληροφορίες και στοιχεία, με τα οποία να καθίσταται ευχερής η επαλήθευση των γνωστοποιήσεων αυτών.

    Β. Προϋποθέσεις νια την εποπτική αναγνώριση της χρήσης της συγκεκριμένης διακριτικής ευχέρειας

    Η αξιοποίηση από τα πιστωτικά ιδρύματα της ευχέρειας αποτίμησης των χρηματοοικονομικών μέσων περιουσιακών στοιχείων, αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της μεταβλητότητας των αποτελεσμάτων και κατά συνέπεια των ιδίων κεφαλαίων τους. Ως εκ τούτου η χρήση της ευχέρειας αυτής θα πρέπει να διέπεται και από εποπτικού χαρακτήρα προϋποθέσεις όπως προβλέπεται και στο Κεφάλαιο IV της παρούσας. Ειδικότερα:

    1. Τα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να κάνουν χρήση της ευχέρειας αποτίμησης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων τους στην εύλογη αξία, καθώς και καθ' όλη τη διάρκεια της χρήσης της, θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα για την παρακολούθηση και διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από το σύνολο των χρηματοοικονομικών μέσων τους, καθώς και σχετικές πολιτικές, διαδικασίες και έλεγχους που θα διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή τους. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι:

     (i) Η εγκεκριμένη από το Διοικητικό Συμβούλιο ή την Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνου πολιτική ανάληψης και διαχείρισης κινδύνου (σύμφωνα και με την ΠΔ/ΓΕ 2577/9.3.2006, όπως ισχύει) καλύπτει τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση της εν λόγω ευχέρειας και έχουν τεθεί σχετικά όρια έκθεσης σε κίνδυνο,

     (ii) χρησιμοποιούνται κατάλληλες μέθοδοι αποτίμησης και έχουν υιοθετηθεί επαρκή συστήματα εσωτερικού ελέγχου για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας τους,

     (iii) παρέχονται σε ικανοποιητικό βαθμό και σε τακτά χρονικά διαστήματα οι απαιτούμενες πληροφορίες προς τη Διοίκηση σχετικά με τη χρήση της ευχέρειας αυτής και την επίπτωσης της στην οικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος,

     (iv) η καταλληλότητα της χρήσης της ευχέρειας αποτίμησης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην εύλογη αξία με τη συνεκτίμηση των κινδύνων που αυτή συνεπάγεται, υπόκειται σε περιοδική επαναξιολόγηση από την Εσωτερική Επιθεώρηση του πιστωτικού ιδρύματος.

    2. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα εξετάζει την ορθότητα (με βάση τα ως άνω) της χρήσης της εν λόγω ευχέρειας. Πιο συγκεκριμένα:

    α) Θα διερευνά εάν γίνεται χρήση της ευχέρειας αυτής σε χρηματοοικονομικά μέσα, για τα οποία πράγματι μπορεί να υπολογιστεί αξιόπιστα η εύλογη αξία τους. Ιδιαίτερη προσοχή θα δίνεται κατά τον έλεγχο στις περιπτώσεις χρηματοοικονομικών μέσων για τα οποία:

    * δεν υπάρχει οργανωμένη αγορά,

    * δεν υπάρχουν τακτικά συναλλαγές αγοράς και πώλησης ώστε η εύλογη αξία του προϊόντος να μπορεί να τεκμηριωθεί από ανεξάρτητη πηγή,

    * χρησιμοποιούνται τεχνικές αποτίμησης οι οποίες δεν έχουν ελεγχθεί ως προς την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων τους.

    β) Όπου κρίνεται σκόπιμο θα ζητά σε τακτά χρονικά διαστήματα από τα πιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν αναλυτικές πληροφορίες και στοιχεία για την εφαρμογή της ευχέρειας αυτής, ώστε να εκτιμηθεί η επίπτωση της χρήσης της στο σύνολο των κινδύνων που έχει αναλάβει το πιστωτικά ίδρυμα και κατ' επέκταση στην κεφαλαιακή επάρκεια.

    Για το λόγο αυτό, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να παρακολουθούν χωριστά τις μεταβολές της εύλογης αξίας για κάθε είδος χρηματοοικονομικού μέσου που έχει προκαθορισθεί ως «αποτιμώμενο στην εύλογη αξία του μέσω των αποτελεσμάτων» και την επίπτωση των μεταβολών αυτών στα ίδια κεφάλαια τους. Επίσης για σκοπούς ενημέρωσης της Τράπεζας της Ελλάδος, τα πιστωτικά ιδρύματα οσάκις προτίθενται να κάνουν χρήση της ευχέρειας αυτής σε συγκεκριμένες κατηγορίες χρηματοοικονομικών μέσων γνωστοποιούν εγγράφως την απόφαση τους αυτή στη Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος (ΔΕΠΣ). Σημειώνεται ότι η υποχρέωση γνωστοποίησης αυτή αφορά αποκλειστικά στα χρηματοοικονομικά μέσα που προσδιορίζονται στον κανονισμό 1864/2005 και όχι γενικά σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία ή τις υποχρεώσεις που το πιστωτικό ίδρυμα επιλέγει να αποτιμά στην εύλογη αξία.

    γ) στα πλαίσια των ελέγχων που διενεργεί, θα αξιολογεί την καταλληλότητα των συστημάτων διαχείρισης κινδύνου και των σχετικών διαδικασιών που ακολουθούνται από κάθε πιστωτικό σύστημα, σε ό,τι αφορά τη χρήση της ευχέρειας αποτίμησης χρηματοοικονομικών μέσων στην εύλογη αξία.

    Ειδικότερα σε περίπτωση κατά την οποίαν δεν πληρούνται οι προαναφερθέντες όροι και εφόσον τα σωρευτικά κέρδη εξ' αποτιμήσεως που οφείλονται στη χρήση της ευχέρειας αυτής αποτελούν σημαντικό ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα τα ακόλουθα:

    i) αφαίρεση από τα ίδια κεφάλαια των κερδών εξ* αποτιμήσεως που προκύπτουν από τη χρήση της ευχέρειας αποτίμησης χρηματοοικονομικών μέσων στην εύλογη αξία είτε

    ii) πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις στο πλαίσιο της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007, εφόσον κριθεί ότι τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος είναι ανεπαρκή σε σχέση με τη συνολική έκθεση του σε τραπεζικούς κινδύνους.

    Επισημαίνεται ότι οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις δεν ισχύουν στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται χρήση της ευχέρειας αποτίμησης στην εύλογη αξία χρηματοοικονομικής υποχρέωσης (π.χ. από εκδοθέντες ομολογιακούς τίτλους) τα αποτελέσματα από την αποτίμηση της οποίας οφείλονται σε αλλαγή της πιστοληπτικής διαβάθμισης του πιστωτικού ιδρύματος (του εκδότη των τίτλων στο παράδειγμα). Και τούτο διότι σύμφωνα με την παράγραφο 3 (iii) της Ενότητας Α.1 του Κεφαλαίου Ι της παρούσας τα αποτελέσματα αυτά δεν συνυπολογίζονται στα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος.

    Η πράξη αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο