Δημοσιεύθηκε στις : [ 23-06-2007 ]

ΠΟΛ.1086/13.6.2007 Κοινοποίηση της 43/2007 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., σχετικά με ερωτήματα που τίθενται, για επιστροφή χρηματικών ποινών και προστίμων, τα οποία επιβάλλονται με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων.

(Κοινοποίηση της 43/2007 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., σχετικά με ερωτήματα που τίθενται, για επιστροφή χρηματικών ποινών και προστίμων, τα οποία επιβάλλονται με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων.)

Κατηγορία: Είσπραξη δημοσίων Εσόδων

Αριθ.Πρωτ.1015381/1303-24/0016
Αθήνα, 13 Ιουνίου 2007
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΝ.ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ 16η (ΕΙΣΠΡ. ΔΗΜ. ΕΣΟΔΩΝ)
ΤΜΗΜΑ: Α' ΠΟΛ.: 1086
Ταχ.Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ.Κώδικας: 101 84 Αθήνα ΠΡΟΣ: Ως Π.Δ.
Πληροφορίες: Μ. Στυμφαλιάδου
Tηλέφωνο : 210 3635963
FAX : 210 3635077

ΘΕΜΑ: «Κοινοποίηση της 43/2007 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., σχετικά με ερωτήματα που τίθενται, για επιστροφή χρηματικών ποινών και προστίμων, τα οποία επιβάλλονται με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων»
Σας κοινοποιούμε, ως έχει, τη 43/2007 γνωμοδότηση του ΒΆ Τμήματος του Ν.Σ.Κ. που έγινε δεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών.

Με τη γνωμοδότηση αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

1. Βεβαιωθέντα πρόστιμα, τα οποία εμπίπτουν στην κατηγορία των αμιγώς χρηματικών ποινών, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται μέσω του δικαιοδοτικού οργάνου που επιβάλλει την ποινή, καθώς και με την εξέταση του σκοπού αυτής, και για το λόγο αυτό αποσβέννυνται με το θάνατο του καταδικασθέντος και δεν αποτελούν χρέη της κληρονομιάς του, τα οποία μπορούν να εκτελεσθούν σε βάρος των κληρονόμων του, διαγράφονται με την υποβολή σχετικής αίτησης από τον κληρονόμο του καταδικασθέντος θανόντος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στην οποία έχουν βεβαιωθεί. Στη σχετική αίτηση θα πρέπει να επισυνάπτεται και η ληξιαρχική πράξη θανάτου του καταδικασθέντος.

Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 58 Π.Κ. δεν απαιτεί την έκδοση δικαστικής απόφασης για την απόσβεση χρηματικών ποινών και προστίμων. Εφόσον, λοιπόν, δεν υπάρχει μεταβολή στον οικείο τίτλο βεβαίωσης, που να προκύπτει από νεότερη δικαστική απόφαση δεν είναι αναγκαία η έκδοση του σχετικού Α.Φ.Ε.Κ. από τη βεβαιούσα αρχή.

Η.Π.18.06.2007/ΑΧ
Η.Π.18.06.2007/ΑΧ

2. Στην περίπτωση που έχει πραγματοποιηθεί καταβολή των ανωτέρω προστίμων από τους κληρονόμους του θανόντος, η Δ.Ο.Υ. θα πρέπει να προχωρήσει στην επιστροφή τους, λόγω αχρεωστήτου καταβολής, υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι δεν έχει επέλθει παραγραφή της εν λόγω αξίωσής τους.

3. Όταν εκδίδεται εφετειακή απόφαση, η οποία επιβάλλει ηπιότερη ποινή, ενώ εξαφανίζει προγενέστερη πρωτόδικη απόφαση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιστροφής της χρηματικής ποινής (τόσο της εκ μετατροπής χρηματικής ποινής όσο και της συνολικής χρηματικής ποινής) όχι όμως και των εξόδων της ποινικής δίκης, εφόσον για την επιστροφή τους απαιτείται η έκδοση αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 589, παρ.1 Κ.Π.Δ.

Ο προσδιορισμός του επιστρεφόμενου ποσού της χρηματικής ποινής και η σύνταξη του ΑΦΕΚ θα γίνει από το αρμόδιο Τμήμα Εκκαθάρισης Ποινών του ποινικού δικαστηρίου που εξέδωσε την αρχική πρωτόδικη δικαστική απόφαση βάσει της οποίας συντάχθηκε ο αρχικός τίτλος είσπραξης και έγινε η καταβολή, από τον καταδικασθέντα.
Στη συνέχεια, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. θα προβεί στην εκκαθάριση του ΑΦΕΚ, σύμφωνα με την οριζόμενη διαδικασία στις διατάξεις του άρθρου 102 του π.δ.16/89.
Επισυνάπτεται η 43/2007 γνωμοδότηση.
Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας Ο Γενικός Γραμματέας
Νικόλαος Ανδριανόπουλος


ΝΣΚ (Τμήμα ΒΆ)
Γνωμοδότηση 43/6.2.2007
Περίληψη ερωτήματος: Διάφορα ζητήματα περί των χρηματικών ποινών και των προστίμων που επιβάλλονται με αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων και εισπράττονται ως δημόσια έσοδα, σύμφωνα με τη διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων, που γεννήθηκαν κατά την αντιμετώπιση δύο συγκεκριμένων περιπτώσεων επιβολής ποινών της αυτής φύσεως.
Ιστορικό
Με το υπΆ αριθ. 1071157/5002/0016/31.7.2006 ερώτημα της 16ης Διεύθυνσης Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων - Τμήμα ΑΆ της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε με το υπΆ αριθ. 1095613/7129-26/0016/27.11.2006 μεταγενέστερο έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης, τίθενται τα ακόλουθα ζητήματα, τα οποία αφορούν τις χρηματικές ποινές και τα πρόστιμα που επιβάλλονται με αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων και εισπράττονται ως δημόσια έσοδα, σύμφωνα με τη διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων.
Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δίδεται το εξής ιστορικό:
I. Η φορολογούμενη Δ.Π. με αίτησή της προς τη ΔΟΥ … Θεσσαλονίκης ζήτησε τη διαγραφή των βεβαιωθέντων χρεών του αποβιώσαντος αδελφού της Δ.Αθ., τα οποία αφορούσαν πρόστιμα που είχαν καταγνωσθεί σε βάρος του με διάφορες αποφάσεις του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ). Όπως προκύπτει από το διευκρινιστικό έγγραφο της ερωτώσας υπηρεσίας, το Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης, αν και ενημέρωσε εγγράφως την ανωτέρω ΔΟΥ ότι οι συγκεκριμένες οφειλές του Δ.Αθ. ενέπιπταν στη διάταξη του άρθρου 58 του Π.Κ., σύμφωνα με την οποία με τον θάνατο του καταδικασμένου διαγράφονται οι χρηματικές ποινές και τα πρόστιμα και σε καμία περίπτωση δεν εκτελούνται σε βάρος των κληρονόμων του, εντούτοις δεν προέβη στην έκδοση σχετικής «δικαστικής αποφάσεως», ώστε το ΑΦΕΚ διαγραφής να συνταχθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 98 του Π.Δ.16/1989 (Κανονισμός Λειτουργίας των Δ.Ο.Υ.) από το Γραφείο Επιστροφών και Διαγραφών της εν λόγω ΔΟΥ ούτε συνέταξε το σχετικό ΑΦΕΚ διαγραφής, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 99 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, με αποτέλεσμα τα βεβαιωθέντα χρέη να εξοφληθούν από την αιτούσα, υπό την ιδιότητά της ως κληρονόμου του θανόντος.
Κατόπιν τούτου, η ερωτώσα υπηρεσία θέτει το εξής ερώτημα: «Εάν σε ανάλογη περίπτωση και εφόσον δεν έχει εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση ούτε έχει συνταχθεί ΑΦΕΚ διαγραφής από τη βεβαιούσα Αρχή, όπως ορίζουν οι διατάξεις του Κανονισμού Λειτουργίας των Δ.Ο.Υ. (Π.Δ.16/1989), είναι σε θέση η αρμόδια ΔΟΥ να προβεί στη σχετική διαγραφή;».
Επί του ως άνω ερωτήματος, το ΒΆ Τμήμα του ΝΣΚ γνωμοδότησε ως ακολούθως:
Α. Στο άρθρο 18 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα (Π.Δ.283/1985 - ΦΕΚ 106/ΑΆ), το οποίο καθιερώνει το αυστηρά τυπικό νομοτεχνικό κριτήριο της διάκρισης των εγκλημάτων ανάλογα με την αφηρημένα απειλούμενη ποινή, ορίζεται ότι:
«Κάθε πράξη που τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή της κάθειρξης είναι κακούργημα. Κάθε πράξη που τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα είναι πλημμέλημα. Κάθε πράξη που τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο είναι πταίσμα.»
Ακολούθως, το άρθρο 57 του Π.Κ. προσδιορίζει το ύψος της ποινής σε χρήμα και συγχρόνως καθορίζει τα δύο βασικά είδη αυτής: τη χρηματική ποινή (150,00 ευρώ έως 15.000,00 ευρώ) και το πρόστιμο (29,00 ευρώ έως 590,00 ευρώ). Οι πράξεις που απειλούνται με χρηματική ποινή, είναι εξ ορισμού πλημμελήματα, ενώ οι πράξεις που απειλούνται με πρόστιμο, είναι πταίσματα (ό.π., άρθρο 18, εδάφια βΆ και γΆ του Π.Κ.).
Περαιτέρω, στο επίμαχο άρθρο 58 του Π.Κ. υπό τον τίτλο «Απόσβεση των ποινών σε χρήμα» ορίζεται ρητά ότι: «Με τον θάνατο του καταδικασμένου διαγράφονται οι χρηματικές ποινές και τα πρόστιμα. Σε καμμιά περίπτωση δεν εκτελούνται εναντίον των κληρονόμων του».
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 567 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ): «Η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε παύει: α) αν πεθάνει ο καταδικασμένος, β) αν απονεμηθεί χάρη».
Β. Όπως γίνεται δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία, η διάταξη του άρθρου 58 του Π.Κ., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει του πραγματικού τού τεθέντος ερωτήματος, απηχεί γενικότερη αρχή του ποινικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η χρηματική ποινή ή το πρόστιμο, όπως κάθε ποινή, είναι αυστηρά προσωποπαγής, υπό την έννοια ότι επιβάλλεται μόνο στον δράστη συγκεκριμένου εγκλήματος και δεν επιτρέπεται να πλήττει άλλα πρόσωπα και ιδίως τους κληρονόμους του. Με την παραπάνω διάταξη καταργήθηκε η προβλεπόμενη στον παλαιό Ποινικό Νόμο ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος του ενόχου συνεπαγόταν την εξάλειψη της ποινής αυτού, εκτός των «τελεσιδίκως κατεγνωσμένων χρηματικών ποινών ή προστίμων» (βλ. σχετικά άρθρο 118 του Π.Ν./3.11.1836). Υπό το κράτος δηλαδή του προϊσχύσαντος ποινικού δικαίου γινόταν δεκτό ότι οι δικαστικές αποφάσεις που επέβαλαν χρηματικές ποινές και πρόστιμα, εφόσον είχαν καταστεί τελεσίδικες ζώντος του καταδικασθέντος, μπορούσαν να εκτελεστούν και κατά των κληρονόμων του (βλ. σχετικά και άρθρο 548 της παλαιάς Ποινικής Δικονομίας του 1834). Η ρύθμιση αυτή βασιζόταν στην εσφαλμένη αντίληψη ότι μετά από τη δικαστική κατάγνωση της χρηματικής ποινής (ή του προστίμου) η τελευταία μεταβαλλόταν σε αστική ενοχή, η οποία βάρυνε την περιουσία του υπαίτιου προς όφελος του δημόσιου Ταμείου και επομένως οι κληρονόμοι του καταδικασθέντος, υπεισερχόμενοι μετά από τον θάνατό του στις υποχρεώσεις του, όφειλαν να καταβάλουν την τελεσιδίκως καταγνωσθείσα σε βάρος του χρηματική ποινή ή το πρόστιμο. Μετά από την εφαρμογή από 1.1.1951 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα και την κατάργηση του παλαιού Ποινικού Νόμου (βλ. σχετικά άρθρα 460 και 461 του Π.Κ.), καθιερώθηκε και νομοθετικά, με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 58, η ήδη επικρατούσα στη θεωρία ορθή άποψη περί του αυστηρά προσωποπαγούς χαρακτήρα της ποινής, επομένως και της χρηματικής, που αποκλείει το κληρονομητόν αυτής (βλ. σχετικά Ν. Ανδρουλάκη «Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα», υπό άρθρο 58, έκδοση 2005, σελ. 909-911, Κονταξή, «Ερμηνεία Ποιν. Κώδικα», υπό άρθρα 57 και 58, έκδοση 2000, σελ. 994-997, Κ. Γαρδίκα, «Η ποινή εις χρήμα», ΠοινΧρ/1954, σελ. 161 επ. και ιδίως σελ. 169, σημ. 3). Τούτο άλλωστε προκύπτει και από τη συνδυαστική ερμηνεία της επίμαχης διάταξης με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 567, περ. αΆ του ΚΠΔ, η οποία εντάσσεται στο κεφάλαιο που αφορά στο τέλος των ποινών, ότι δηλαδή με τον θάνατο του καταδικασθέντος παύει η εκτέλεση όχι μόνο των στερητικών της ελευθερίας ποινών, αλλά και των χρηματικών ποινών και των προστίμων, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν εκτελούνται εναντίον των κληρονόμων του, ανεξάρτητα εάν βεβαιώθηκαν στο δημόσιο Ταμείο πριν ή μετά από τον θάνατό του, εξαιτίας ακριβώς του αυστηρά προσωπικού χαρακτήρα των ποινών.
Περαιτέρω, γίνεται ερμηνευτικά δεκτό ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 58 του Π.Κ., αναφερόμενη στις χρηματικές ποινές και τα πρόστιμα, εννοεί τις ποινές σε χρήμα των άρθρων 18, εδάφια βΆ και γΆ και 57 του Κώδικα αυτού, δηλαδή αυτές που έχουν «αμιγώς» ποινικό χαρακτήρα. Προκειμένου να κριθεί αν μια ποινή είναι «αμιγώς» χρηματική ποινή, υπαγόμενη εννοιολογικά στις προαναφερόμενες διατάξεων των άρθρων 18, εδάφια βΆ και γΆ και 57 του Π.Κ., θα πρέπει κυρίως να αποβλέψουμε στη φύση του γεγονότος για το οποίο απειλείται: εάν αυτό είναι εγκληματικό, τότε πρόκειται περί ποινής υπό την προεκτεθείσα έννοια. Επειδή όμως η διαπίστωση αυτή δεν είναι πάντοτε ευχερής, ασφαλέστερα κριτήρια αποτελούν το δικαιοδοτικό όργανο που επιβάλλει ή μπορεί να επιβάλλει την ποινή, καθώς και ο σκοπός αυτής. Επομένως, αν τη χρηματική ποινή μπορεί να επιβάλλει και η Διοίκηση ή αν η επιβαλλόμενη από τα δικαστήρια χρηματική ποινή έχει σκοπό την ανόρθωση μόνο αστικών συνεπειών ή και την ανόρθωση αστικών συνεπειών (ποινές μικτής φύσεως), τότε δεν πρόκειται περί αμιγούς ποινής, κατά την έννοια των άρθρων 18 και 57 του Π.Κ., δηλαδή της ποινικά κολάσιμης πράξης και συνεπώς μπορεί να εκτελεστεί και κατά των κληρονόμων του υπόχρεου, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής της, εφόσον φέρει τον χαρακτήρα αποζημίωσης και ο κληρονόμος διαδέχεται τον κληρονομούμενο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του (βλ. άρθρο 1710 του Α.Κ.). Στην περίπτωση αυτή, υπάγονται οι χρηματικές ποινές και τα πρόστιμα που προβλέπονται από φορολογικούς ή οικονομικού περιεχομένου νόμους και επιβάλλονται από διοικητικές Αρχές ή διοικητικά δικαστήρια ή οι χρηματικές ποινές που προβλέπονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες, ως μη έχουσες αμιγώς ποινικό χαρακτήρα, μπορούν να εκτελεστούν και σε βάρος των κληρονόμων του υπόχρεου (βλ. σχετικά Λ. Μαργαρίτη - Ν. Παρασκευόπουλου, «Θεωρία της ποινής», έκδοση 1984, σελ. 351, σημ. 23, με εκεί παραπομπές σε σχετική νομολογία και γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ, Α.Π.85/1951 δημ. στα ΠοινΧρ. ΑΆ1951, σελ. 185 επ., με την αγόρευση του τότε Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κόλλια επί του θέματος, Α.Π.109/1961 και γνωμοδοτήσεις 682/1952, 490/1984, 435/1994 και 15/2002 του ΝΣΚ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το έγγραφο του ερωτήματος, τα επίμαχα πρόστιμα επιβλήθηκαν σε βάρος του Δ.Αθ. με αποφάσεις του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας ως ποινικού δικαστηρίου, για τον κολασμό πταισματικών παραβάσεων του καταδικασθέντος, προβλεπόμενων στον ΚΟΚ, δηλαδή αξιόποινων πράξεων για τις οποίες απειλείται η ποινή του προστίμου, σύμφωνα με την καθοριζόμενη στο άρθρο 57 του Π.Κ. διάκριση των ποινών σε χρήμα, σε χρηματικές ποινές και πρόστιμα, ανάλογα με την ποινική διαβάθμιση των εγκλημάτων σε πλημμελήματα και πταίσματα αντίστοιχα (βλ. και άρθρο 18, εδάφια βΆ και γΆ του Π.Κ.). Επομένως, τα επίμαχα πρόστιμα, ως αμιγείς ποινές σε χρήμα, εμπίπτουν σαφώς στη ρύθμιση του άρθρου 58 του Π.Κ. και ως εκ τούτου, ενόψει του αυστηρά προσωποπαγούς χαρακτήρα τους, αποσβέννυνται με τον θάνατο του καταδικασθέντος και δεν είναι δυνατόν να εκτελεστούν σε βάρος των κληρονόμων του, ανεξάρτητα εάν βεβαιώθηκαν ως δημόσια έσοδα πριν ή μετά από τον θάνατό του στην αρμόδια ΔΟΥ (βλ. και άρθρο 567, περ. αΆ του ΚΠΔ). Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως έχει νομολογηθεί από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην περίπτωση κατά την οποία ο θάνατος του καταδικασθέντος επέλθει πριν καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, παύει η ποινική δίωξη και το Δημόσιο οφείλει να αποδώσει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του Α.Κ.), το ποσό της εν τω μεταξύ καταβληθείσας χρηματικής ποινής στους κληρονόμους του καταδικασθέντος [βλ. σχετικά Ολομέλεια Α.Π.1405/1984, ΝοΒ 33.99, Α.Π.532/1988, ΕΕΝ/1989 (278) δημ. και στη ΝΟΜΟΣ].
Ενόψει των προεκτεθέντων, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, η ΔΟΥ … Θεσσαλονίκης όφειλε μετά από τον θάνατο του Δ.Αθ. να προβεί στη διαγραφή των βεβαιωθέντος σε βάρος του προστίμων, εφόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα ανάλυση, τα έσοδα αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία των αμιγώς χρηματικών ποινών και ως εκ τούτου αποσβέννυνται με τον θάνατο του καταδικασθέντος και δεν αποτελούν χρέη της κληρονομίας του δυνάμενα να εκτελεστούν σε βάρος των κληρονόμων του. Για τον σκοπό αυτόν, αρκούσε η υποβολή αίτησης από τον καταβαλόντα στην ως άνω ΔΟΥ, συνοδευόμενη από την οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου του καταδικασθέντος, εφόσον η επίμαχη διάταξη του άρθρου 58 του Π.Κ. δεν απαιτεί την έκδοση δικαστικής απόφασης για την απόσβεση των χρηματικών ποινών και των προστίμων. Για τον λόγο αυτόν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει μεταβολή στον οικείο τίτλο βεβαίωσης, προκύπτουσα από νεότερη δικαστική απόφαση, δεν είναι αναγκαία η επέμβαση της βεβαιούσας Αρχής, με την έννοια της έκδοσης από αυτή σχετικού ΑΦΕΚ. Αυτονόητο είναι ότι επί παρόμοιων περιπτώσεων θα πρέπει να ακολουθείται η ίδια ως άνω διαδικασία. Συναφώς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ΔΟΥ … Θεσσαλονίκης, χωρίς νόμιμη αιτία, προέβη εν προκειμένω στην είσπραξη των επίμαχων προστίμων από την κληρονόμο του ως άνω καταδικασθέντος Δ.Π. και συνεπώς υποχρεούται στην επιστροφή τους ως αχρεώστητα καταβληθέντων, κατΆ άρθρο 904 του Α.Κ., υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η σχετική αξίωση δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή.
II. Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, δίδεται το εξής ιστορικό:
Με την υπΆ αριθ. 550/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, ο Φ.Λ. καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και δύο (2) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή 1.400,00 ευρώ, για το αδίκημα της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας λαθρομεταναστών κατά συρροή και κατΆ επάγγελμα. Με την ίδια απόφαση καταδικάστηκε στα έξοδα της ποινικής δίκης, ύψους 73,00 ευρώ. Με την υπΆ αριθ. 1036/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας έφεσης του ως άνω κατηγορούμενου, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και επιβλήθηκε σε βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης δεκαεπτά (17) μηνών με τριετή αναστολή. Επίσης, καταδικάστηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων, ύψους 220,00 ευρώ.
Μετά από την έκδοση της εφετειακής απόφασης, ο εν λόγω κατηγορούμενος υπέβαλε σχετική αίτηση στη ΔΟΥ Κομοτηνής, με την οποία ζητούσε την επιστροφή των αχρεώστητα καταβληθέντων χρημάτων από το ποσό των 7.736,52 ευρώ που είχε συνολικά καταβάλει στην εν λόγω ΔΟΥ για τα δικαστικά έξοδα και την πρωτοδίκως επιβληθείσα σε βάρος του εκ μετατροπής χρηματική ποινή (σχετ. το διπλότυπο είσπραξης τύπου ΒΆ 9147383 της ΔΟΥ Κομοτηνής). Στη συνέχεια, η ΔΟΥ Κομοτηνής διαβίβασε την εν λόγω αίτηση στο Εφετείο Θράκης, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος του επιστρεπτέου ποσού. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τον Αντιεισαγγελέα Εφετών ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η εφετειακή απόφαση δεν ήταν αθωωτική αλλά καταδικαστική και ότι το καταβληθέν χρηματικό ποσό προερχόταν από μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινή σε χρηματική. Πλην όμως, καθιστούσε γνωστό στον αιτούντα ότι είχε τη δυνατότητα - ευχέρεια είσπραξης των καταβληθέντων κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ - άρθρο 589, παρ. 3 του ΚΠΔ). Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της ερωτώσας υπηρεσίας με τον συντάκτη του ως άνω εγγράφου, υποστηρίχθηκε από τον ίδιο ότι ο λόγος για τον οποίο ήταν αναρμόδιος να καθορίσει αν ο αιτών δικαιούται ή μη την επιστροφή, αφορά στις διατάξεις του άρθρου 589, παρ. 1 του ΚΠΔ, στις οποίες ορίζεται ότι: «Αν εκείνος που καταδικάσθηκε κατέβαλε το ποσό των δικαστικών εξόδων που του επιβλήθηκε, έπειτα όμως ασκώντας ένδικο μέσο αθωώθηκε, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου φροντίζει αυτεπαγγέλτως για την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε …», αλλά και στις διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τις οποίες: «… Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις “περί δημοσίων εσόδων και πληρωμής των δαπανών του Κράτους”».
Ενόψει των παραπάνω, και επειδή η Εισαγγελία Εφετών Θράκης αρνείται να προβεί στον προσδιορισμό του επιστρεπτέου ποσού, η ερωτώσα υπηρεσία υπέβαλε το εξής ερώτημα:
«Ποια υπηρεσία είναι αρμόδια για τον προσδιορισμό του ποσού επιστροφής καταβληθέντος ποσού λόγω της έκδοσης καταδικαστικής απόφασης πρωτοδίκως μετά την έκδοση εφετειακής δικαστικής απόφασης, η οποία μειώνει την αρχικώς επιβαλλόμενη ποινή; Η αρμόδια δικαστική Αρχή που εξέδωσε την απόφαση για τη μειωμένη ποινή ή η αρμόδια ΔΟΥ με τα διπλότυπα είσπραξης της οποίας πραγματοποιήθηκε η αρχική είσπραξη από τον φορολογούμενο στον χώρο του δικαστηρίου;»
Επί του ερωτήματος αυτού, το ΒΆ Τμήμα του ΝΣΚ γνωμοδότησε ομόφωνα ως ακολούθως:
Α. Στο άρθρο 553 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ -Π.Δ.258/1986- ΦΕΚ 121/ΑΆ), υπό τον τίτλο «Απότιση της ποινής σε χρήμα», ορίζονται τα εξής:
¶ρθρο 553 του ΚΠΔ
«1. Οι γραμματείς των ποινικών δικαστηρίων οφείλουν να βεβαιώσουν στο δημόσιο ταμείο τα ποσά των ποινών σε χρήμα, μαζί με τις υπόλοιπες προσαυξήσεις, μέσα στον επόμενο μήνα από τότε που έγιναν αμετάκλητες οι αποφάσεις που τις επέβαλαν.
2. Οι διατάξεις των παρ. 4 έως 7 του άρθρου 588, καθώς και το άρθρο 589, εφαρμόζονται ανάλογα και σΆ αυτή την περίπτωση. Ως προς τα υπόλοιπα ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα “Περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων”, εκτός αν ειδική διάταξη ορίζει διαφορετικά.»
Περαιτέρω, στο άρθρο 589 του ΚΠΔ, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλόγως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 553, παρ. 2 του ΚΠΔ και για την επιστροφή των ποσών των χρηματικών ποινών που καταβλήθηκαν, ορίζονται τα ακόλουθα:
¶ρθρο 589 του ΚΠΔ
Επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν
«1. Αν εκείνος που καταδικάστηκε κατέβαλε το ποσό των δικαστικών εξόδων που του επιβλήθηκε, έπειτα όμως ασκώντας ένδικο μέσο αθωώθηκε, ο εισαγγελέας του οικείου δικαστηρίου φροντίζει αυτεπαγγέλτως για την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε. Το ίδιο ισχύει και αν συντρέχει περίπτωση επιστροφής μέρους του ποσού των εξόδων που καταβλήθηκε. 2. […]
3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις “περί δημοσίων εσόδων και πληρωμής δαπανών του κράτους”.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1-3 αυτού του άρθρου αρχίζουν να εφαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία ρυθμίζει και τις λεπτομέρειες εκτέλεσής τους.»
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ.: «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη».
Β. Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 553 και 589 του ΚΠΔ με τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις του άρθρου 904 του Α.Κ., γίνονται ερμηνευτικά και νομολογιακά δεκτά τα εξής: Εάν με απόφαση ποινικού δικαστηρίου εχώρησε σε βάρος ορισμένου προσώπου καταδίκη σε χρηματική ποινή ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και, σε εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης, ακολούθησε σε βάρος του καταδικασθέντος η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης από το δημόσιο Ταμείο του ποσού της χρηματικής ποινής ή της εκ μετατροπής χρηματικής ποινής, πλην όμως, κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου, εξαφανίστηκε η καταδικαστική απόφαση και αθωώθηκε ο καταδικασθείς, ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει από το Δημόσιο την απόδοση του ως άνω χρηματικού ποσού, κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις του άρθρου 904 του Α.Κ., λόγω λήξης της αιτίας για την οποία έγινε η καταβολή. Και τούτο διότι, με την εξαφάνιση της καταδικαστικής απόφασης, η οποία αποτέλεσε τον υπό του άρθρου 2, παρ. 2, περ. βΆ του ΚΕΔΕ (Ν.Δ.356/1974) «νόμιμο τίτλο» για την εν ευρεία εννοία βεβαίωση της επιβληθείσας χρηματικής ποινής ως «δημοσίου εσόδου» και την εν συνεχεία είσπραξή της από το δημόσιο Ταμείο (ήδη ΔΟΥ), εξέλιπε πλέον η γενεσιουργός αιτία της χρηματικής οφειλής του καταδικασθέντος έναντι του Δημοσίου. Επομένως, τυχόν διατήρηση του ποσού αυτού στη ΔΟΥ που το εισέπραξε, συνεπάγεται τον πλουτισμό του Δημοσίου χωρίς νόμιμη αιτία και θεμελιώνει σε βάρος του αξίωση επιστροφής του εισπραχθέντος ποσού κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις (βλ. adhoc Α.Π.196/1976, ΝοΒ 24/721, Α.Π.265/1978, ΝοΒ 27/1967, Ε.Α.1710/1973, ΝοΒ 1973.665, επίσης Επ. Σπηλιωτόπουλο, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», έκδοση 2001, σελ. 231, σημ. 7).
Τα παραπάνω θα πρέπει να ισχύσουν ανάλογα και στην εξεταζόμενη περίπτωση που με απόφαση του δευτεροβάθμιου ποινικού δικαστηρίου εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιβληθεί σε βάρος του καταδικασθέντος (αιτούντος) στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε χρηματική και καταγνώσθηκε τελεσίδικα σε βάρος του αμιγώς στερητική της ελευθερίας ποινή με το ευεργέτημα της αναστολής. Και τούτο διότι και στην περίπτωση αυτή, με την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που αποτέλεσε τον νόμιμο τίτλο για την εν ευρεία εννοία βεβαίωση σε βάρος του καταδικασθέντος του ποσού της εκ μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική, καθώς και του ποσού της συνολικής χρηματικής ποινής των 1.400,00 ευρώ, εξέλιπε πλέον η νόμιμη αιτία διατήρησης των ποσών αυτών ως δημοσίων εσόδων στην οικεία ΔΟΥ. Σε αντίθετη περίπτωση, η διατήρηση των εν λόγω ποσών θα είχε ως αποτέλεσμα τη defacto ανατροπή του διατακτικού της εφετειακής απόφασης και τη χειροτέρευση της θέσης του καταδικασθέντος, εφόσον, παρά την ασκηθείσα έφεση και την έκδοση σε βάρος του ευνοϊκότερης δικαστικής απόφασης, δεδομένου ότι η αναστολή της ποινής συνιστά ευνοϊκότερο μέτρο από τη μετατροπή (βλ. σχετ. Ν. Ανδρουλάκη, «Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα», υπό άρθρο 82 Π.Κ., έκδοση 2005, σελ. 1089-1090, επίσης Α.Π.1356/1983, ΠοινΧρον 1984.290), στην ουσία θα κατέληγε στην έκτιση και, προκειμένου περί χρηματικής ποινής, στην «απότιση» από τον καταδικασθέντα (αιτούντα) της πρωτοδίκως καταγνωσθείσας και κατΆ έφεση ανατραπείσας ποινής.
Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 589 του ΚΠΔ ρυθμίζει το ζήτημα της επιστροφής, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του οικείου δικαστηρίου, των καταβληθέντων από τον καταδικασθέντα εξόδων της ποινικής δίκης, στην περίπτωση που εκδοθεί αθωωτική απόφαση κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ανάλογα, κατΆ άρθρο 553, παρ. 2 του ΚΠΔ και στην περίπτωση που εκδοθεί αθωωτική απόφαση κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου κατά απόφασης που επέβαλε χρηματική ποινή. Είναι προφανές ότι με τη διάταξη του άρθρου 589 του ΚΠΔ ρυθμίζεται διαδικαστικής φύσεως ζήτημα και επομένως η επίκλησή της δεν μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό του δικαιώματος επιστροφής του καταβληθέντος από τον καταδικασθέντα ποσού της χρηματικής ποινής στην προεκτεθείσα περίπτωση της κατΆ έφεση έκδοσης καταδικαστικής απόφασης, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, το δικαίωμα αυτό θεμελιώνεται στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και όχι στην επίμαχη δικονομικής φύσεως διάταξη. Και τούτο διότι, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, η καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς από την επιβολή της χρηματικής ποινής, εφόσον η αναγκαιότητα καταβολής τους συνδέεται με τις δαπάνες λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης, οι οποίες, κατά γενική αρχή του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καταλογίζονται σε βάρος του απωλέσαντος τον διαδικαστικό αγώνα διαδίκου (βλ. σχετ. Χ. Δέδε, «Ποινική Δικονομία», έκδοση 1978, σελ. 650 επ.), ενώ αντίθετα η χρηματική ποινή αποτελεί μορφή προσωπικής κύρωσης κατά του δράστη ορισμένης εγκληματικής συμπεριφοράς. Επομένως, είναι εύλογο η επιστροφή των εξόδων της ποινικής δίκης να δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση έκδοσης αθωωτικής και όχι καταδικαστικής απόφασης, όπως άλλωστε επιτάσσει το άρθρο 589 του ΚΠΔ, πράγμα το οποίο όμως δεν μπορεί να ισχύσει αναλόγως, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, στην περίπτωση κατά την οποία με την εφετειακή απόφαση εξαφανίστηκε η πρωτοδίκως καταγνωσθείσα εκ μετατροπής χρηματική ποινή και επιβλήθηκε αμιγώς στερητική της ελευθερίας ποινή με το ευεργέτημα της αναστολής.
Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις επιστροφής της πρωτοδίκως καταβληθείσας εκ μετατροπής χρηματικής ποινής, καθώς και της συνολικής χρηματικής ποινής των 1.400,00 ευρώ, βάσει των περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεων του άρθρου 904 του Α.Κ. (για αιτία λήξασα), όχι όμως και των εξόδων της ποινικής δίκης, εφόσον για την επιστροφής τους απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 589, παρ. 1 του ΚΠΔ, η έκδοση αθωωτικής απόφασης.
Γ. Περαιτέρω, σχετικά με το ποια είναι η αρμόδια υπηρεσία για τον προσδιορισμό του επιστρεπτέου ποσού της χρηματικής ποινής, λεκτέα τα εξής:
Στις διατάξεις του άρθρου 1, παρ. 1 της ισχύουσας υπΆ αριθ. 132311/7298/1977 (ΦΕΚ 869/ΒΆ) απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών «περί της διαδικασίας βεβαίωσης και είσπραξης των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, των εις χρήμα ποινών και των εκ μετατροπής της φυλάκισης και κράτησης χρηματικών ποσών», η οποία εκδόθηκε κατΆ εξουσιοδότηση των άρθρων 553, παρ. 2 και 588, παρ. 4 του ΚΠΔ, ορίζονται τα εξής:
¶ρθρο 1
«1. Η διαδικασία βεβαιώσεως και εισπράξεως χρηματικών οφειλών προερχομένων εξ εξόδων της ποινικής διαδικασίας, εξ επιβολής εις χρήμα ποινών ως και εκ μετατροπής στερητικών της ελευθερίας ποινών διέπεται υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων περί βεβαιώσεως και εισπράξεως δημοσίων εσόδων…».
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις του άρθρου 2, παρ. 1 και 2, περ. βΆ του Ν.Δ.356/1974 (ΚΕΔΕ - ΦΕΚ 90/ΑΆ) και τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 589, παρ. 3 του ΚΠΔ, οι οποίες ορίζουν ότι επί επιστροφής των καταβληθέντων δικαστικών εξόδων εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις «περί δημοσίων εσόδων και πληρωμής των δαπανών του κράτους» και οι οποίες, όπως προελέχθη, εφαρμόζονται ανάλογα και επί των χρηματικών ποινών, προκύπτει ότι οι χρηματικές ποινές και τα δικαστικά έξοδα που επιβάλλονται με αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων θεωρούνται δημόσια έσοδα και ότι η ταμειακή βεβαίωση και η είσπραξή τους ανατίθεται στα δημόσια Ταμεία (ήδη ΔΟΥ), σύμφωνα με την προβλεπόμενη στις οικείες διατάξεις περί διάρθρωσης των δημοσίων Ταμείων διαδικασία.
Συγκεκριμένα, για την ταμειακή βεβαίωση των δημοσίων εσόδων εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις του Π.Δ.16/1989 (ΦΕΚ 6/ΑΆ) «Κανονισμός λειτουργίας Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Τοπικών Γραφείων και καθήκοντα υπαλλήλων αυτών», το οποίο εκδόθηκε κατΆ εφαρμογή του άρθρου 67 του προϊσχύσαντος Ν.Δ.321/1969 (ΦΕΚ 50/ΑΆ) «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού».
Στο άρθρο 98, παρ. 1 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος υπό τον τίτλο «Έκπτωση εσόδων που έχουν βεβαιωθεί» ορίζεται ότι:
¶ρθρο 98
«1. Η έκπτωση των εσόδων που έχουν βεβαιωθεί γίνεται με ατομικά φύλλα έκπτωσης (Α.Φ.Ε.Κ.) τα οποία εκδίδονται σε τέσσερα αντίτυπα, με βάση διάταξη νόμου, εκκαθαριστικού σημειώματος ή φύλλου ελέγχου ή απόφαση των αρμοδίων καθΆ ύλην Τμημάτων των Δ.Ο.Υ., απόφασης αρμόδιου Δικαστηρίου, επιτροπής ή άλλης διοικητικής αρχής, από τα γραφεία επιστροφών ή άλλης διοικητικής αρχής, από τα γραφεία επιστροφών και διαγραφών των Δ.Ο.Υ. ή τις λοιπές διοικητικές αρχές που συνέταξαν τους τίτλους είσπραξης των εσόδων που εκπίπτονται.»
Ακολούθως, στα άρθρα 99, παρ. 1 και 103, παρ. 1 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος ορίζονται τα εξής:
¶ρθρο 99
Ατομικά Φύλλα Έκπτωσης (Α.Φ.Ε.Κ.)
«1. Τα ατομικά φύλλα έκπτωσης εκδίδονται κατά περίπτωση από τα τμήματα της Δ.Ο.Υ. ή το Γραφείο Επιστροφών - Διαγραφών ή από τις Αρχές που έχουν εκδώσει τον τίτλο είσπραξης, με το οποίο βεβαιώθηκε το σχετικό ποσό ή από το Κέντρο Πληροφορικής. (…).»
¶ρθρο 103
«1. Για την επιστροφή των ποσών που έχουν βεβαιωθεί από τις Δ.Ο.Υ. απαιτείται το πρωτότυπο αντίτυπο του Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης που εκδίδει η αρμόδια Δ.Ο.Υ., σε όλες δε τις άλλες περιπτώσεις το πρωτότυπο του Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης και απόσπασμα της απόφασης ή άλλου εγγράφου, με το οποίο θεμελιούται η έκπτωση.»
Δ. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η έκπτωση εσόδων που έχουν βεβαιωθεί στις αρμόδιες ΔΟΥ, πραγματοποιείται με τη σύνταξη ΑΦΕΚ με βάση, μεταξύ άλλων, και διάταξη νόμου, το οποίο (ΑΦΕΚ) εκδίδεται από τις κατά περίπτωση διοικητικές Αρχές που συνέταξαν τον τίτλο είσπραξης του εσόδου (κατά τη βεβαίωση ευρείας έννοιας) που εκπίπτεται.
Εάν η έκπτωση του εσόδου που έχει βεβαιωθεί προκύπτει, ως εν προκειμένω, από την έκδοση ποινικής απόφασης, η οποία ανατρέπει το περιεχόμενο παλαιότερης ποινικής απόφασης, με την έννοια ότι η επιβαλλόμενη με τη νεότερη απόφαση ποινή είναι ευνοϊκότερη για τον καταδικασθέντα και ως εκ τούτου ανακύπτει υποχρέωση του Δημοσίου να επιστρέψει σε αυτόν ορισμένο χρηματικό ποσό, το οποίο καταβλήθηκε σε εκτέλεση της παλαιότερης ποινικής απόφασης, τότε το ΑΦΕΚ έχει ως νομική βάση θεμελίωσης τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (για αιτία λήξασα) και θα συνταχθεί από το αρμόδιο Τμήμα Εκκαθάρισης των Ποινών του εκδόντος την απόφαση ποινικού δικαστηρίου, το οποίο και συνέταξε τον σχετικό τίτλο είσπραξης, βάσει του οποίου έγινε η καταβολή από τον ενδιαφερόμενο του ποσού του οποίου απαιτείται η έκπτωση και εν συνεχεία η επιστροφή. Ακολούθως, η αρμόδια ΔΟΥ θα προβεί στην εξόφληση του ΑΦΕΚ, σύμφωνα με τη διαγραφόμενη στις οικείες διατάξεις του ως άνω Π.Δ.16/1989 διαδικασία.
III. Συμπερασματικά λοιπόν, επί των ανωτέρω ερωτημάτων αρμόζουν, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, οι ως άνω δοθείσες απαντήσεις.                 




ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο