Δημοσιεύθηκε στις : [ 16-04-2007 ]

ΠΟΛ.1072/16.4.2007 Κοινοποίηση της υπΆ αριθμ. 537/2006 Γνωμοδότησης του ΝΣΚ σχετικά με την αρμοδιότητα ελέγχου πολιτικού κόμματος από τη φορολογική αρχή»

(Κοινοποίηση της υπΆ αριθμ. 537/2006 Γνωμοδότησης του ΝΣΚ σχετικά με την αρμοδιότητα ελέγχου πολιτικού κόμματος από τη φορολογική αρχή»)

Κατηγορία: Είσπραξη δημοσίων Εσόδων



ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ 14η Φ.Π.Α.
ΤΜΗΜΑ Α
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ 15η Κ.Β.Σ.
ΤΜΗΜΑTA Α- B
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
ΤΜΗΜΑ Ε
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΤΜΗΜΑ Β
Ταχ. Δ/νση: Σίνα 2-4
Τ.Κ. : 106 72 Αθήνα
Τηλέφωνο : 210 3647202-5
Fax : 210 3645413
Αθήνα, 16 Απριλίου 2007
Αρ.Πρωτ.: 1039568/2670/535/Α0014
ΠΟΛ. 1072

ΘΕΜΑ: «Κοινοποίηση της υπΆ αριθμ. 537/2006 Γνωμοδότησης του ΝΣΚ σχετικά με την αρμοδιότητα ελέγχου πολιτικού κόμματος από τη φορολογική αρχή».
Σας κοινοποιούμε την υπΆ αριθμ. 537/2006 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ (Τμήμα Β΄), η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, προς ενημέρωσή σας και ανάλογη εφαρμογή.

Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

-----------------


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός  Γνωμοδοτήσεως: 537/20057

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
Τμήμα ΒΆ
Συνεδρίαση της 28-11-2006
Σύνθεση

Πρόεδρος :Χρήστος Τσεκούρας , Αντιπρόεδρος ΝΣΚ

Αριθμός Ερωτήματος Υπ Αρίθμ πρωτ. 1073839/1898/435/Α0014/2240/25-7-2005.

Περίληψη: Ερωτάται: α) εάν η φορολογική αρχή έχει αρμοδιότητα ελέγχου γενικά των βιβλίων και στοιχείων πολιτικού κόμματος, το οποίο είχε υπαχθεί με δήλωση του στο κανονικό καθεστώς του ΦΠΑ, σε καταφατική δε περίπτωση

β) σε ποια άλλα, ως συνυπόχρεα, πρόσωπα, πέραν του κόμματος που υπέβαλε τη δήλωση υπαγωγής στο ΦΠΑ και άσκησε τη φορολογητέα δραστηριότητα, πρέπει να καταλογιστούν τα ποσά του φόρου αυτού και να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα εισπράξεως, αν παραστεί ανάγκη, με δεδομένο ότι δεν έχει υποβληθεί από το παραπάνω νομικό πρόσωπο δήλωση παύσεως των εργασιών και γ) εάν μπορεί να χαρακτηριστεί, υπό το διδόμενο πραγματικό, το παραπάνω νομικό πρόσωπο ως επιτηδευματίας σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 2 του ΚΒΣ.

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Β' Τμήμα του ΝΣΚ γνωμοδότησε ομοφώνως ως ακολούθως:

Ι.- ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ.

Α- Σύμφωνα με το διδόμενο από την υπηρεσία πραγματικό:



«Ι. Το πολιτικό κόμμα με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ», στη συνέχεια  «ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΩΣΗ» και κατόπιν «ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΕΡΓΗΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ»  υπέβαλε δήλωση έναρξης εργασιών την 28-2-1995 στη Δ.Ο.Υ Αγ. Στεφάνου, με  αφορμή τη δημιουργία οικολογικού πάρκου στην περιοχή της λίμνης  Μαραθώνα. Η εν λόγω δραστηριότητα δηλώθηκε ως απαλλασσόμενη από ΦΠΑ,  επισυνάφθηκε δε παράλληλα και πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου,  που πιστοποιεί ότι πρόκειται για πολιτικό κόμμα. Ωστόσο με νεότερη δήλωση  μεταβολής (21-10-1996) το παραπάνω κόμμα εντάχθηκε στο κανονικό  καθεστώς ΦΠΑ και συγκεκριμένα στην Β' κατηγορία τήρησης βιβλίων. Παράλληλα  θεώρησε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ βιβλίο Εσόδων-Εξόδων και τιμολόγια παροχής  υπηρεσιών με τίτλο και περιεχόμενο δραστηριότητας «Οικολογική Ένωση -  Πολιτικό Κόμμα δηλωμένο στον ¶ρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 Ν.Δ.  59/74 - Εκδόσεις Φυλλαδίων και Πολικών Εντύπων-Εκδηλώσεις- Διαμόρφωση  Οικολογικού Πάρκου» (βλ. επισυναπτόμενα τιμολόγια).

Για τις παραπάνω  δραστηριότητες της έκδοσης φυλλαδίων και πολιτικών εντύπων και της  διενέργειας εκδηλώσεων η Ένωση δεν υπέβαλε σχετική δήλωση μεταβολών.

2. Η Οικολογική Ένωση εξέδιδε τα παραπάνω τιμολόγια για υπηρεσίες  διαφημιστικών καταχωρήσεων σε οικολογικά έντυπα και περιοδικά της,  επιβαρύνοντας αυτά με ΦΠΑ τον οποίο η Ένωση επέρριψε στους λήπτες των στοιχείων  και κατά συνέπεια έπρεπε να αποδώσει στο Δημόσιο. Υπέβαλλε δε  εκκαθαριστικές ΦΠΑ ισοσκελισμένες μεταξύ εισροών-εκροών.

3. Κατά το φορολογικό έλεγχο κάποιων εκ των επιχειρήσεων που έλαβαν τα  παραπάνω τιμολόγια, ζητήθηκε η διασταύρωση αυτών των στοιχείων από τη  Δ.Ο.Υ Αγ. Στεφάνου, η οποία ακολούθως διαβίβασε το φάκελο της Ένωσης για  έλεγχο στο 13° ΤΕΚ λόγω αρμοδιότητας. Από τον έλεγχο ζητήθηκαν τα  παραπάνω τιμολόγια και στοιχεία της Ένωσης τα οποία δεν προσκομίσθηκαν λόγω  κλοπής των βιβλίων και πολτοποίησης των στοιχείων, σύμφωνα με τους  ισχυρισμούς της Ένωσης.

4. Στη συνέχεια ο έλεγχος προχώρησε στην ελεγκτική διαδικασία και  καταλόγισε ποσά ΦΠΑ εκδίδοντας και επιδίδοντας τις σχετικές πράξεις  προσδιορισμού του φόρου. Ωστόσο, η ένωση ισχυρίζεται την αναρμοδιότητα του  ελέγχου από την φορολογική αρχή βάσει των ν. 2429/96 και 3023/02 θεωρώντας  ότι ως κόμμα υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής.

5. Σε σχετική ερώτηση του 13ου ΤΕΚ η Δ/νση Ελέγχου με το  1111552/8270/ΔΕ-Β'/11-12-03 έγγραφο της απάντησε ότι ο φορολογικός έλεγχος και  ειδικότερα ο έλεγχος ΦΠΑ με βάση τις ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, για  τους υπόχρεους οτ3μφωνα με τις διατάξεις αυτές, είναι ανεξάρτητος του  ελέγχου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων που ορίζεται με τις  διατάξεις των νόμων 2429/1996 και 3023/2002. Περαιτέρω η Δ/νση ΦΠΑ σε σχετικό  ερώτημα του ιδίου ως άνω ΤΕΚ με το 1115445/7584/1448/0014/23-12-2003  έγγραφο της απάντησε ότι ο ΦΠΑ καθώς και οι νόμιμες κυρώσεις που τυχόν  πρέπει να επιβληθούν καταλογίζονται σε βάρος του νομικού προσώπου που  υπέβαλε δήλωση έναρξης επαγγέλματος (και στη συνέχεια δήλωση μεταβολών για  ένταξη στο κανονικό καθεστώς) και ασκεί τη δραστηριότητα η οποία ως  προς το ΦΠΑ είναι φορολογητέα».

Β. Βάσει των ανωτέρω και ενόψει των διατάξεων των άρθρων 35 παρ. 1  (περ. α και στ) και 2, 48 παρ. 6 του ν. 2859/2000 «Κώδικας Φόρου  Προστιθέμενης Αξίας», στον οποίο κωδικοποιήθηκαν όλες οι διατάξεις του βασικού  νόμου 1642/1986, όπως είχαν τροποποιηθεί με διάφορα νομοθετήματα μέχρι  την κωδικοποίηση τους, του άρθρου 18 του ν. 2523/1997 «Διοικητικές και  ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία κλπ», που προβλέπουν ποινές  για το αδίκημα της μη απόδοσης του ΦΠΑ, σε συνδυασμό με εκείνες των  άρθρων 21 (παρ. 1) και 29 (παρ. 6) του ν. 3023/2002 που δημοσιεύθηκε σε  εκτέλεση του άρθρου 29 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, και οι οποίες  (διατάξεις) αναφέρονται, αντιστοίχως, στην Επιτροπή Ελέγχου των οικονομικών  των κομμάτων και συνασπισμών και στην κτήση νομικής προσωπικότητας από  τα πολιτικά κόμματα, τίθενται, ύστερα από γραπτό ερώτημα της  Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως Υπηρεσιών του Υπουργείου, επί λέξει τα ακόλουθα  ερωτήματα:.

«1) Είχε η φορολογική αρχή αρμοδιότητα ελέγχου γενικά των βιβλίων και  στοιχείων της «Οικολογικής Ένωσης» και ειδικότερα ως προς το ΦΠΑ με  δεδομένο ότι το παραπάνω νομικό πρόσωπο:

Α) εξέδωσε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών τα οποία επιβάρυνε με ΦΠΑ τον  οποίο όφειλε να αποδώσει στη Δ.Ο.Υ, Β) είχε υποβάλει δήλωση μεταβολών ως υποκείμενο στο κανονικό καθεστώς  ΦΠΑ και ασκούσε δραστηριότητα (παροχή υπηρεσιών διαφήμισης) που υπάγεται  στο φόρο, Γ) δεν είχε υποβάλει δήλωση μεταβολών για τις παράλληλες δραστηριότητες  της έκδοσης φυλλαδίων και πολιτικών εντύπων και της διενέργειας  εκδηλώσεων.

2) Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι θετική, σε ποια άλλα  πρόσωπα ως συνυπόχρεα, πλην του νομικού προσώπου που υπέβαλε δήλωση  μεταβολής ως υποκείμενο στο φόρο και ασκούσε φορολογητέα δραστηριότητα, πρέπει  να καταλογιστούν τα ποσά του φόρου και να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα  είσπραξης, αν παραστεί ανάγκη, δεδομένου ότι δεν έχει υποβληθεί από το  παραπάνω νομικό πρόσωπο δήλωση παύσης εργασιών. 3) Χαρακτηρίζεται το παραπάνω νομικό πρόσωπο ως επιτηδευματίας σύμφωνα  με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ».

ΙΙ- Επί του πρώτου ερωτήματος.


(Α) . - Νομικό μέρος.

(α). Συνταγματικές διατάξεις.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 29 του  Συντάγματος, όπως η τελευταία έχει μετά την αναθεώρηση της με το Ψήφισμα της 6ης  Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α' 84), «1. Οι Έλληνες  πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να  συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει  να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος...2.  Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος  για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει.  Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις διαφάνειας ως προς τις εκλογικές δαπάνες και  γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων, των βουλευτών, των  υποψήφιων βουλευτών και των υποψηφίων στην τοπική αυτοδιοίκηση όλων των  βαθμών... Ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψήφιων  βουλευτών διενεργείται από ειδικό όργανο που συγκροτείται με τη συμμετοχή  ανώτατων δικαστικών λειτουργών, όπως ο νόμος ορίζει......

(β). Στον εκδοθέντα σε εκτέλεση της προαναφερόμενης συνταγματικής  διατάξεως νόμο 3023/2002 «Χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων-βουλευτών:  Έσοδα, δαπάνες, έλεγχος» (Α' 146) ορίστηκαν για το ενδιαφέρον εν  προκειμένω ζήτημα τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 1, για την κρατική χρηματοδότηση, ότι:

«1. Τα πολιτικά κόμματα χρηματοδοτούνται από το Κράτος, προκειμένου να  αντιμετωπίζουν μέρος των λειτουργικών και των εκλογικών δαπανών τους.

2. Η κρατική χρηματοδότηση διακρίνεται σε τακτική και εκλογική. 3. ..  6. Η κρατική χρηματοδότηση δεν υπόκειται σε φόρο».

Στο άρθρο 5. για τα έσοδα και τις δαπάνες των πολιτικών κομμάτων, ότι:

«1. Έσοδα πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών θεωρούνται, για την  εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, τα ποσά που συγκεντρώνουν από την  κρατική χρηματοδότηση και κάθε άλλη πηγή και ιδίως από τακτικές και  έκτακτες εισφορές μελών, βουλευτών και φίλων, οικονομικές εξορμήσεις,  δωρεές, δάνεια, μερίσματα, τόκους, την εκμετάλλευση της κινητής ή ακίνητης  περιουσίας τους ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα. 2. Δαπάνες πολιτικών  κομμάτων και συνασπισμών θεωρούνται, για την εφαρμογή των διατάξεων του  παρόντος νόμου, τα ποσά που διαθέτουν για την αντιμετώπιση κάθε είδους  αναγκών τους κατά τη διάρκεια τόσο της βουλευτικής περιόδου όσο και του  εκλογικού αγώνα.

3. Οι δαπάνες πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών διακρίνονται σε  λειτουργικές και εκλογικές. Λειτουργικές δαπάνες είναι τα ποσά που  διατίθενται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Στις δαπάνες αυτές  περιλαμβάνονται ιδίως όσες καταβάλλονται για την αντιμετώπιση των αναγκών της  οργάνωσης, της διοίκησης και της λειτουργίας, την προβολή του  προγράμματος και των θέσεων, την επιμόρφωση των στελεχών και τη λειτουργία  κέντρων μελετών, καθώς και την ανάληψη επιμορφωτικών δραστηριοτήτων.  Εκλογικές δαπάνες είναι τα ποσά που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια του  εκλογικού αγώνα για τις ανάγκες του, καθώς και η αξία των αποτιμώμενων σε  χρήμα παροχών και διευκολύνσεων προς το κόμμα ή το συνασπισμό. Ως εκλογικές  δαπάνες μπορεί να θεωρηθούν και ποσά που καταβλήθηκαν πριν από την  προκήρυξη των εκλογών, εφόσον από τα οικεία παραστατικά προκύπτει ότι τα  ποσά αυτά σχετίζονται άμεσα με την κάλυψη εκλογικών αναγκών.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και  Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται ύστερα από  πρόταση της Διακομματικής Επιτροπής Εκλογών και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα  της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι κατηγορίες των παροχών και  διευκολύνσεων, οι οποίες συνυπολογίζονται στις εκλογικές δαπάνες, καθώς και τα  κριτήρια, τα αρμόδια όργανα και η διαδικασία αποτίμησης τους σε χρήμα.

5. Τα έσοδα και οι δαπάνες των πολιτικών κομμάτων διακινούνται μέσω  λογαριασμών, που τηρούνται σε τράπεζες, εγκατεστημένες στην Ελλάδα, σε  ποσοστό τουλάχιστον 80% του ετήσιου ύψους τους. Οι λογαριασμοί αυτοί  γνωστοποιούνται, εντός πέντε ημερών από το άνοιγμα τους, στην Επιτροπή  Ελέγχου. Τα εκλογικά έσοδα και οι εκλογικές δαπάνες διακινούνται, ομοίως,  μέσω χωριστών τραπεζικών λογαριασμών, κατά το ίδιο ποσοστό, με αντίστοιχη  υποχρέωση γνωστοποίησης. Κατάθεση στους ανωτέρω λογαριασμούς  επιτρέπεται μόνο επώνυμα, με ευθύνη της τράπεζας ως προς τη διαπίστωση των  στοιχείων ταυτότητας του καταθέτη.

Στο άρθρο 7. για την απαγόρευση χρηματοδότησης, ότι:

«1. Απαγορεύονται η χρηματοδότηση και κάθε είδους παροχές προς τα  κόμματα και τους υποψήφιους βουλευτές από: α. Φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν  την ελληνική ιθαγένεια, β. Νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου,  γ. Οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης κάθε βαθμού, δ. Φυσικά πρόσωπα, τα  οποία είναι ιδιοκτήτες ή εκδότες ημερήσιων ή περιοδικών εντύπων  πανελλήνιας ή τοπικής κυκλοφορίας ή είναι ιδιοκτήτες ραδιοφωνικών ή  τηλεοπτικών, εν γένει, σταθμών. 2. Από την απαγόρευση της περίπτωσης β1 της  προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται οι χρηματοδοτήσεις προς τα πολιτικά  κόμματα, εφόσον προέρχονται,«αποκλειστικώς, από επιχειρήσεις και κάθε  είδους νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι μετοχές ή συμμετοχές των οποίων  είναι, υποχρεωτικώς, ονομαστικές και ανήκουν, αποδεδειγμένα, στο σύνολο  τους, σε πολιτικό κόμμα ή, για λογαριασμό του κόμματος, στον επικεφαλής  του ή σε άλλα φυσικά πρόσωπα εντεταλμένα, προς τούτο, από το αρμόδιο  όργανο του κόμματος.

3. Σε περίπτωση χρηματοδότησης ή άλλων παροχών, κατά παράβαση της  παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, όποιος χρηματοδότησε ή προέβη στην παροχή,  τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον  τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Με τις ίδιες ποινές τιμωρούνται και οι κατά  το άρθρο 15 υπεύθυνοι των πολιτικών κομμάτων ή οχ υποψήφιοι βουλευτές  που καίτοι εγνώριζαν αποδέχθηκαν χρηματοδότηση ή παροχή.

Στο τέταρτο Κεφάλαιο του νόμου αυτού με τον τίτλο «ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ» και στα  άρθρα 15 και 16 , «Αρμόδιοι για τη διαχείριση» και τα «Βιβλία εσόδων -  εξόδων», αντιστοίχως, ότι:

«1. Η διαχείριση των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων ανήκει στα  όργανα που προβλέπονται από το καταστατικό του κόμματος. Τα όργανα αυτά και  τα μέλη τους γνωστοποιούνται στον πρόεδρο της Επιτροπής του άρθρου 21  του νόμου αυτού έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους. Οποιαδήποτε μεταβολή  κατά τη διάρκεια του έτους γνωστοποιείται αμέσως στον πρόεδρο της  Επιτροπής...» και

«1. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων, στα οποία  καταβάλλεται κρατική, τακτική ή εκλογική χρηματοδότηση, τηρούν στην έδρα τους  ειδικό βιβλίο, στο οποίο καταχωρούνται υποχρεωτικά, κατά κατηγορίες και  ξεχωριστά για κάθε έτος, όλα τα έσοδα και οι δαπάνες τους. Επίσης  καταχωρούνται χωριστά τα ποσά που συγκέντρωσε κάθε κόμμα κατά τον εκλογικό  αγώνα και οι εκλογικές δαπάνες κατά την παρ. 3 του άρθρου 5. Στο βιβλίο  που τηρείται από συνασπισμό καταχωρούνται και τα έσοδα και οι δαπάνες  των κομμάτων που τον συγκροτούν. Το βιβλίο εσόδων - δαπανών θεωρεί, το  πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους, ο πρόεδρος της  Επιτροπής του άρθρου 21 του νόμου αυτού.

2. Στο βιβλίο καταχωρούνται το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο όσων  εισφέρουν είτε με απευθείας καταβολή είτε μέσω τραπεζικού λογαριασμού στο  κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων ετησίως συνολικό ποσό μεγαλύτερο από εξακόσια  (600) ευρώ, καθώς και τα στοιχεία των προσώπων εκείνων, προς τα οποία  καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό από το κόμμα ή συνασπισμό ανεξαρτήτως του  είδους της δαπάνης.

3. Για κάθε έσοδο και δαπάνη μνημονεύονται τα αντίστοιχα παραστατικά».

Στο Πέμπτο Κεφάλαιο επίσης με τίτλο «ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ  ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ» και ειδικότερα στο άρθρο 21, για την  Επιτροπή ελέγχου, ότι:

«1.0 έλεγχος των οικονομικών κομμάτων και συνασπισμών και των υποψήφιων  βουλευτών, καθώς και η τήρηση των κάθε μορφής υποχρεώσεων που απορρέουν  από τον παρόντα νόμο, ανατίθεται σε Επιτροπή Ελέγχου, η οποία ενεργεί,  ως ειδικό όργανο σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 29 του  Συντάγματος. Η Επιτροπή υποστηρίζεται από ειδική υπηρεσία της Βουλής, όπως  προβλέπεται στην παράγραφο 7 του άρθρου αυτού.

2. Η επιτροπή αποτελείται από έναν βουλευτή εκπρόσωπο κάθε κόμματος ή  συνασπισμού κομμάτων που εκπροσωπείται στη Βουλή, καθώς και από ένα  μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ένα του Αρείου Πάγου και ένα του  Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι ορίζονται με κλήρωση με τους  αναπληρωματικούς τους από τις ολομέλειες των αντίστοιχων δικαστηρίων. Της Επιτροπής  προεδρεύει ο οριζόμενος από το Προεδρείο Βουλής Αντιπρόεδρος της, ο  οποίος ορίζει ως γραμματέα της υπάλληλο της Βουλής. Εφόσον κόμμα ή  συνασπισμός κομμάτων έλαβε τακτική ή εκλογική χρηματοδότηση και δεν  εκπροσωπείται στη Βουλή, στη σύνθεση της Επιτροπής, για θέματα που σχετίζονται με  τον έλεγχο του, μετέχει και ο οριζόμενος, για το σκοπό αυτόν,  εκπρόσωπος τους. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου αυτής.  Στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται έλεγχος των οικονομικών των  κομμάτων, τα οποία έλαβαν μέρος στις εκλογές για την ανάδειξη Ελλήνων  Αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Επιτροπή Ελέγχου μετέχει και  βουλευτής του Κόμματος, που εκπροσωπείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εφόσον  στερείται αντίστοιχης εκπροσώπησης στη Βουλή (σημ. το πρώτο εδάφιο της  παρ.2 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 12  Ν.3213/2003,ΦΕΚ Α 309,31.12.2003).

3. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής εντός  δεκαπέντε (15) ημερών από τη σύγκληση της Βουλής. Η θητεία των μελών της,  περιλαμβανομένων του προεδρεύοντος και των λοιπών αιρετών μελών, λήγει  με τη συγκρότηση της νέας Επιτροπής, ύστερα από τη διενέργεια γενικών  βουλευτικών εκλογών. Η άρνηση των κομμάτων να υποδείξουν τον εκπρόσωπο  τους δεν εμποδίζει τη συγκρότηση της Επιτροπής, η οποία στην περίπτωση  αυτή αποτελείται από τους εκπροσώπους των λοιπών κομμάτων και  συνασπισμών.

4. Η Επιτροπή συγκαλείται για τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων  και των υποψήφιων βουλευτών με απόφαση του Προέδρου της. Για την  εκπλήρωση της αποστολής της, η Επιτροπή αναθέτει τη διενέργεια λογιστικής ή  οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς  ελεγκτές, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τα βιβλία και τα παραστατικά των  κομμάτων και των υποψήφιων βουλευτών, πριν από τη διεξαγωγή ελέγχου από  την Επιτροπή και συντάσσουν αναλυτική έκθεση που υποβάλλεται στην  Επιτροπή για την υποβοήθηση του έργου της. Στον έλεγχο που διεξάγεται,  σύμφωνα με τον παρόντα νόμο από την Επιτροπή, καθώς και για την  πραγματοποίηση των ελεγκτικών πράξεων που ενεργούνται κατ1 εντολή της από ορκωτούς  ελεγκτές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για το τραπεζικό,  χρηματιστηριακό και φορολογικό απόρρητο. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,  Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της  Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο αριθμός των ελεγκτών, οι προϋποθέσεις και η  διαδικασία ορισμού τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικά θέμα.

5. Όποιος παρεμποδίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, το ελεγκτικό έργο και  ιδίως αρνείται την παροχή στοιχείων στην Επιτροπή ή στους ορκωτούς  ελεγκτές τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

6. Ο έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών  ολοκληρώνεται εντός τριών (3) μηνών από την περιέλευση στην Επιτροπή των  στοιχείων, τα οποία προβλέπονται στις παραγράφους 4 και 2 των άρθρων 18  και 19, αντιστοίχως, του παρόντος νόμου..... Μετά το πέρας του ελέγχου  συντάσσεται αναλυτική έκθεση στην οποία προσαρτάται ως παράρτημα η  έκθεση των ορκωτών ελεγκτών. Η έκθεση της Επιτροπής, με το παράρτημα της,  υποβάλλεται αμέσως στον Πρόεδρο της Βουλής και στον Υπουργό Εσωτερικών,  Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και αποστέλλεται στα ελεγχόμενα  κόμματα και συνασπισμούς..... 9......»

Στο άρθρο 23 ορίζονται σχετικές κυρώσεις για παραβάσεις και  συγκεκριμένα ότι:

«1. Στα κόμματα, τους συνασπισμούς και τους υποψήφιους βουλευτές  επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης διατάξεων του νόμου αυτού,  σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα.

2.α. Μετά τη σύνταξη της έκθεσης της Επιτροπής Ελέγχου και εφόσον με  αυτή προτείνεται η διαβίβαση του φακέλου στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο,  κατ1 άρθρο 26 του νόμου αυτού, ή η επιβολή κυρώσεων σε βάρος κομμάτων ή  συνασπισμών,..., αντίγραφο της κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή στα  αρμόδια όργανα του κόμματος, κατ1 άρθρο 15..... β. Τα ανωτέρω  όργανα..., υποβάλλουν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από  την κοινοποίηση της εκθέσεως, παρατηρήσεις για αντίκρουση του  περιεχομένου της, γ. Η Επιτροπή Ελέγχου, αφού τις εξετάσει, υποβάλλει την τελική  της έκθεση στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, εφόσον  διαπιστώνεται παράβαση που μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση από το βουλευτικό  αξίωμα ή στον Πρόεδρο της Βουλής, εφόσον προτείνεται επιβολή κυρώσεων.

3. Οι κυρώσεις σε βάρος κομμάτων, συνασπισμών κομμάτων και υποψήφιων  βουλευτών επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση του Προέδρου της Βουλής,  η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή  εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της τελικής έκθεσης  της Επιτροπής Ελέγχου και κοινοποιείται στον παραβάτη και στον Υπουργό  Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

4. Το πρόστιμο που επιβάλλεται σε κόμματα και συνασπισμούς εισπράττεται  με παρακράτηση του ποσού από τη χρηματοδότηση του επόμενου έτους. Το  πρόστιμο που επιβάλλεται στα λοιπά κόμματα και τους υποψήφιους βουλευτές  εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων  Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).

5. Τα ένδικα βοηθήματα που ασκούνται από τα κόμματα, τους συνασπισμούς  και τους υποψήφιους βουλευτές κατά των αποφάσεων επιβολής προστίμου,  που αφορούν κυρώσεις, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου,  εισάγουν διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες εκδικάζονται σε πρώτο και  τελευταίο βαθμό από το Συμβούλιο της Επικρατείας,

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και  Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που δημοσιεύεται στην  Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο τρόπος είσπραξης του επιβαλλόμενου  προστίμου και κάθε λεπτομέρεια σχετική με την εκτέλεση των κυρώσεων, που  επιβάλλονται στα πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς κομμάτων και στους  υποψήφιους βουλευτές, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Ειδικότερα στο άρθρο 24 προβλέπονται για τις κυρώσεις σε βάρος  πολιτικών κομμάτων τα εξής:

«1. Η υπέρβαση του ορίου της παραγράφου 2α του άρθρου 10 του παρόντος  νόμου για τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση μηνυμάτων των κομμάτων και των  συνασπισμών, τιμωρείται με πρόστιμο....

2. Η μη εμπρόθεσμη δημοσίευση του ετήσιου ισολογισμού, καθώς και της  ειδικής έκθεσης εκλογικών εσόδων και δαπανών κόμματος ή συνασπισμού  τιμωρείται με πρόστιμο....

3. Η ελλιπής ή αντικανονική τήρηση και ενημέρωση του βιβλίου εσόδων  δαπανών, του ισολογισμού ή της ειδικής έκθεσης εκλογικών εσόδων και  δαπανών τιμωρείται με πρόστιμο ...

4. Τα πολιτικά κόμματα που χρηματοδοτούνται ή δέχονται κάθε είδους  παροχή από φορείς ή πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 7 του νόμου αυτού  τιμωρούνται με πρόστιμο..... Αν το κόμμα δεν λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση,  τιμωρείται με πρόστιμο....

5. Για τα κόμματα και τους συνασπισμούς που λαμβάνουν μόνον εκλογική  χρηματοδότηση από το Κράτος, το ύψος του προστίμου που προβλέπεται στις  προηγούμενες παραγράφους υπολογίζεται με βάση τη χρηματοδότηση αυτή.

6. Η υπέρβαση του επιτρεπόμενου ανώτατου ύψους εκλογικών δαπανών  τιμωρείται με πρόστιμο.... Αν η υπέρβαση είναι μεγαλύτερη από το 50% του  ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους εκλογικών δαπανών, επιβάλλεται, εκτός από το  πρόστιμο, και η στέρηση της τακτικής χρηματοδότησης του επόμενου έτους.

7 .Το πολιτικό κόμμα που δέχεται χρηματοδότηση, κατά παράβαση της παρ.  1 του άρθρου 8, τιμωρείται με πρόστιμο .....ή με πρόστιμο..., αν  πρόκειται για κόμμα που δεν λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση.

8. Για κάθε παράβαση της περ. α' της παρ.1 του άρθρου 11 επιβάλλεται  πρόστιμο .....ή με πρόστιμο...., αν πρόκειται για κόμμα ή συνασπισμό που  δεν λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση.

9. Για κάθε παράβαση της περ. β' της παρ.1 του άρθρου 11 επιβάλλεται  πρόστιμο ....ή με πρόστιμο ....αν πρόκειται για κόμμα ή συνασπισμό που  δεν λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση. ...».

Στο άρθρο 31 ορίστηκαν τα των μεταβατικών και καταργούμενων διατάξεων,  ως προς δε την έναρξη ισχύος των διατάξεων του , πλην της του άρθρου 5  (παρ. 5, ορίστηκε η δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της  Κυβερνήσεως (άρθρο 33).

(γ). Βασική κοινοτική νομοθεσία για το αντικείμενο. το υποκείμενο του  ΦΠΑ και την υπαγόμενη σ' αυτόν οικονομική δραστηριότητα.

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Έκτης Οδηγίας ΕΟΚ, ο ΦΠΑ επιβάλλεται  στις «παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εξ  επαχθούς αιτίας υπό υποκειμένου στο φόρο που ενεργεί υπό την ιδιότητα  του αυτήν». Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι «θεωρείται ως  υποκείμενος στο φόρο οποιοσδήποτε ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε  οποιονδήποτε τόπο. μια από τις οικονομικές δραστηριότητες που αναφέρονται στην  παράγραφο 2, ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου σκοπού ή των αποτελεσμάτων της  δραστηριότητας αυτής», η δε παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ότι τέτοιες  οικονομικές δραστηριότητες «είναι όλες δραστηριότητες του παραγωγού, του  εμπόρου ή του παρέχοντος τις υπηρεσίες». Στο άρθρο 5, παράγραφος 1,  ορίζεται ότι «ως παράδοση αγαθού θεωρείται η μεταβίβαση της εξουσίας να  διαθέτει κανείς ενσώματο αγαθό ως κύριος» και στο άρθρο 6, παράγραφος 1,  ότι ως «παροχή υπηρεσιών» θεωρείται «κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί  παράδοση αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 5». Σύμφωνα, επίσης, με τις  διατάξεις του άρθρου 21 παρ. (1 περ. α και δ) και 3 της ίδιας οδηγίας «Ο  φόρος προστιθέμενης αξίας οφείλεται: 1. Στο εσωτερικό καθεστώς α) από  τον υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος πραγματοποιεί φορολογητέα παράδοση ή  παροχή υπηρεσιών...β..γ...δ) από οποιοδήποτε πρόσωπο που αναγράφει το  φόρο προστιθέμενης αξίας σε τιμολόγιο ή σε κάθε έγγραφο που επέχει θέση  τιμολογίου. 2....3...», στο δε 22 παρ. 1 περ. α ότι «Κάθε υποκείμενος  στο φόρο οφείλει να δηλώνει την έναρξη , τη μεταβολή και την παύση της  δραστηριότητας του ως υποκείμενο στο φόρο...»

δ)  Εθνικές διατάξεις περί ΦΠΑ.

(i). Σύμφωνα με τις ενδιαφέρουσες εν προκειμένω διατάξεις του ν.  1642/1986 που ενσωμάτωσε την ως άνω Οδηγία στο εσωτερικό μας δίκαιο, όπως  ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, και ειδικότερα: του άρθρου 1. για τη  επιβολή του φόρου, «Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος  προστιθέμενης αξίας", σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο  φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του  αντισυμβαλλομένου», του άρθρου 2. για το αντικείμενο του φόρου, «1. Αντικείμενο  του φόρου είναι:

α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον  πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο  στο φόρο που ενεργεί με αυτήν την ιδιότητα,...», του άρθρου 3. για τους  υποκείμενους στο φόρο «1. Στο φόρο υπόκειται:

α) κάθε φυσικό ή νομικό  πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο  ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο  εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής,..»,  του άρθρου 4. για την οικονομική δραστηριότητα, «Οικονομική  δραστηριότητα, κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 3,  θεωρείται οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του παραγωγού, του εμπόρου ή  αυτού που παρέχει υπηρεσίες...», του άρθρου 28, για τους υπόχρεους στο  φόρο, «1. Για την παράδοση αγαθών.. .και την παροχή υπηρεσιών, υπόχρεοι στο  φόρο είναι

α) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενος στο  φόρο, για τις ενεργούμενες απ' αυτόν πράξεις....δ) οποιοδήποτε άλλο  πρόσωπο, το οποίο αναγράφει το φόρο στα τιμολόγια που εκδίδει...», του  άρθρου 29, για τις υποχρεώσεις των υποκείμενων στο φόρο, «1. Ο υποκείμενος  στο φόρο υποχρεούται να υποβάλλει τις παρακάτω δηλώσεις: α) δήλωση  έναρξης των εργασιών του, η οποία υποβάλλεται πριν από την έναρξη των  εργασιών αυτών. ....β) δήλωση μεταβολών -μετάταξης, ..., γ) δήλωση οριστικής  παύσης εργασιών. ..., 4. Ο υποκείμενος στο φόρο υποχρεούται επίσης: α)  να τηρεί βιβλία και να εκδίδει στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του  Κ.Β.Σ. α. να τηρεί βιβλία και να εκδίδει στοιχεία σύμφωνα με τις  διατάξεις του Κ.Β.Σ.,β) να επιδίδει τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του  άρθρου 31 δηλώσεις.. , 7. Τις υποχρεώσεις, που προβλέπει το άρθρο αυτό,  έχουν κατά περίπτωση και τα εξής πρόσωπα: α)...β)... γ)....δ)...  ε)...στ)...ζ) ο εκπρόσωπος ή μέλος της ένωσης προσώπων, κατ' ανάλογη εφαρμογή  των διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος, η)... 8. Απαλλάσσονται από  τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου, εκτός αν άλλως ορίζεται σ' αυτό:  α)..., β)..., γ) τα νομικά πρόσωπα που δεν υπόκεινται στο φόρο, δ) ...... (ii). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 48 του ν.2859/2000 Κώδ. ΦΠΑ  (Α' 248) (πρώην άρθρο 38 του ν. 1642/1986), για την αρμόδια φορολογική  αρχή και τον φορολογικό έλεγχο, «1. Η επιβολή του φόρου γίνεται από τον  Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του  υπόχρεου στο φόρο. ... 2. Ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. ελέγχει την ακρίβεια  των υποβαλλόμενων δηλώσεων και προβαίνει στην εξακρίβωση των υπόχρεων που  δεν έχουν υποβάλει δήλωση...., 3... 4...5..6. Ο υπόχρεος στο φόρο  επιδεικνύει ή παραδίδει κάθε έγγραφο ή άλλο στοιχείο που του ζητούν για τη  διεξαγωγή του ελέγχου......

(Β). - Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα:

(α). Ως προς τη νομική έννοια του όρου «πολιτικά κόμματα», ο οποίος δεν  δίδεται ούτε από το Σύνταγμα ούτε από άλλη νομική διάταξη του δικού μας  τουλάχιστον νομικού συστήματος, αποτελεί δε ζήτημα των πολιτικών  επιστημών και ιδιαιτέρως του «δικαίου των πολιτικών κομμάτων», μια συνεκτική  και σύμφωνη προς τις διάφορες δυνατές προσεγγίσεις (ιστορική,  οργανωτική, λειτουργική, ιδεολογική κλπ.) άποψη δέχεται ότι «κόμματα είναι  διαρκείς οργανώσεις (πολιτών) με αναγνωρίσιμα διαφοροποιητικά σύμβολα που  επιδιώκουν τη λαϊκή συγκατάνευση - εκδηλούμενη με εκλογικές ή άλλες  διαδικασίες -προκειμένου να γίνουν μέτοχοι της εξουσίας και να προωθήσουν  έτσι το ιδεολογικό πολιτικό τους πρόγραμμα» (βλ. Θαν. Διαμαντόπουλου, « Η  έννοια του πολιτικού κόμματος στη σύγχρονη πολιτική επιστήμη - Απόπειρα  ενός λειτουργικού ορισμού»). Η έννοια αυτή του όρου βασίζεται στη  σώρευση των στοιχείων που έχουν υιοθετήσει οι βασικές θεωρίες για όρο αυτό,  δηλαδή της οργανώσεως, της υπάρξεως κομματικής ταυτότητας (συμβόλων),  της επιδιώξεως συμμετοχής τουλάχιστον στην άσκηση της εξουσίας, της  αναζητήσεως της λαϊκής συγκαταθέσεως για το σκοπό αυτό και για την προώθηση  κάποιου ιδεολογικού σκοπού.

Κατά τη νομολογία του ΣτΕ, τα πολιτικά κόμματα - (μέχρι τη θέση σε ισχύ  του ν. 3023/2002, περί του οποίου ειδικότερα κατωτέρω) - δεν είχαν  νομική προσωπικότητα, αλλά ήταν ενώσεις προσώπων - πολιτών που έχουν  κοινούς ιδεολογικούς- προγραμματικούς στόχους δηλαδή ωριμασμένο πολιτικό  πρόγραμμα, και επιδιώκουν, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες να επηρεάσουν  τη βούληση του εκλογικού σώματος με σκοπό την κατάκτηση και στη  συνέχεια την διατήρηση της πολιτικής εξουσίας, ώστε να κυβερνήσουν την Χώρα  (Π. Παραράς, Το Σύνταγμα 1975/1986/2001 - Corpus, σελ.177-178, και ιδίως  αποφάσεις 2145, 4037/79 Ολομ.). (β). Περαιτέρω, ως προς στις διατάξεις της παρ. 2 του άνω άρθρου 29 του  Συντάγματος για την οικονομική διαχείριση των κομμάτων και των έλεγχο  των εκλογικών τους δαπανών, η πρόβλεψη στη νέα συνταγματική διάταξη  παροχής εξουσιοδοτήσεως προς τον κοινό νομοθέτη για ρύθμιση των εγγυήσεων  ως προς το σκοπούς αυτούς, σε συνδυασμό προς τις θεσπισθείσες συναφώς  ειδικές διατάξεις (άνω ν. 3023/2002, βλέπε όμως και τις υπό το προϊσχύον  της αναθεωρήσεως συνταγματικό καθεστώς διατάξεις των ν. 2429/1996,  1443/1984), αποβλέπει σαφώς αφενός μεν στη ρύθμιση της δημόσιας λογοδοσίας  των πολιτικών κομμάτων σχετικά με την προέλευση και τη χρησιμοποίηση  των πόρων τους τόσο από την κρατική όσο και τη μη κρατική χρηματοδότηση,  αφετέρου δε στην προστασία των κομμάτων από αθέμιτες ιδιωτικές, πάσης  φύσεως, χρηματοδοτικές επιρροές, αποσκοπώντας, σε τελευταία ανάλυση,  στην ομαλή και διάφανη λειτουργία των βασικών αυτών συντελεστών του  δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις Εισηγήσεις  των εκπροσώπων των πολιτικών κομμάτων της τελευταίας Αναθεωρητικής  Βουλής Ε. Βενιζέλου, Ι. Βαρβιτσιώτη, Α. Σκυλλάκου και Φ. Κουβέλη, και τα  σχετικά Πρακτικά της Βουλής, κατά την τελευταία αναθεώρηση του  Συντάγματος η σχετική πρωτοβουλία των πολιτικών παρατάξεων, που την υποστήριξαν,  απέβλεπε σε έναν πρώτο (αυτό)περιορισμό του οικονομικού λιμπεραλισμού  των πολιτικών κομμάτων και επιβολή εγγυήσεων διαφάνειας όχι μόνο ως προς  τη διαχείριση της δημόσιας χρηματοδοτήσεως τους, αλλά κυρίως της  ιδιωτικής, προκειμένου να μη ανατρέπονται οι κανόνες της επιβαλλόμενης από το  Σύνταγμα πολιτικής ισότητας των κομμάτων μέσω της ενισχύσεως ορισμένων  από αυτά αφανώς δια του λεγόμενου «πολιτικού χρήματος».

Ούτε συνεπώς  από τα ανωτέρω, ούτε από οπουδήποτε αλλού προκύπτει έκφραση βουλήσεως  ανεξαρτησίας εν γένει των πολιτικών κομμάτων έναντι της φορολογικής  λειτουργίας του Κράτους. Ενόψει αυτών, ο ως άνω έλεγχος των πολιτικών κομμάτων διακρίνεται  πλήρως από τον προβλεπόμενο στις φορολογικές διατάξεις έλεγχο, αφού άλλωστε  δεν υφίσταται συνταγματική αρχή ή διάταξη νόμου από την οποία να  προκύπτει ότι το Κράτος παραιτήθηκε έναντι των πολιτικών κομμάτων από το  θεμελιώδες δικαίωμα του προς είσπραξη από αυτά των φόρων κλπ, εφόσον  βεβαίως συντρέχει περίπτωση, βάσει των κοινών μεθόδων που προβλέπουν οι  φορολογικές διατάξεις,. Οι σχετικές άλλωστε διαδικαστικές φοροελεγκτικές  διατάξεις θεσπίστηκαν και αυτές για την εφαρμογή, κατ' αποτελεσματικό  τρόπο, άλλων συνταγματικών διατάξεων (φορολογική ισότητας και δικαιοσύνης,  νομιμότητας του φόρου κλπ. κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, και 78 ).  

Συνεπώς φορολογικός έλεγχος μπορεί μεν ασκηθεί σε πολιτικά κόμματα από τις  αρμόδιες οικονομικές αρχές, εφόσον βεβαίως προκύψουν σοβαρές,  φορολογικού ενδιαφέροντος, ενδείξεις, πάντοτε όμως με περίσκεψη και απόλυτο  σεβασμό στις αρχές της ελεύθερης δράσεως και λειτουργίας των κομμάτων, αλλά  και της πολιτικής ισότητας αυτών που επιβάλλει την κρατική ουδετερότητα  απέναντι τους.

(γ). Εν πάση δε περιπτώσει, επειδή στα πολιτικά κόμματα, ως εκ της  αποκλειστικής ως άνω εννοίας και σκοπού τους στο χώρο του σχηματισμού  πολιτικής και μόνο βουλήσεως, είναι ασύμβατη στα πλαίσια της παρούσης,  τουλάχιστον, συνταγματικής τάξεως η άσκηση, πλην της πολιτικής, και  οικονομικής δραστηριότητας επ' ανταλλάγματι, δηλαδή παράδοση αγαθών ή παροχή  υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας. Τέτοια, τυχόν, εμφανής πάντως ή δεδηλωμένη,  δραστηριοποίηση αντιμετωπίζεται, πέραν και ανεξαρτήτως της εφαρμογής  των οποιωνδήποτε διατάξεων πολιτικού ελέγχου, στα πλαίσια της λοιπής  κρατικής λειτουργίας, από τη φορολογική υπηρεσία, ιδίως στο πλαίσιο του  ΦΠΑ, χωρίς δηλαδή οποιοδήποτε περιορισμό ή απόκλιση (πρβλ. απόφαση ΔΕΚ της  12ης Νοεμβρίου 1998, υπόθεση C- 149/1997, Institute of Motor Industry  κατά Commissioners of Customs & Excise, Συλλογή 1998, σ. Ι-7053, για  οργανισμούς μη κερδοσκοπικούς επιδιώκοντες συνδικαλιστικούς σκοπούς).  Υιοθέτηση αντίθετης απόψεως θα παρείχε απλώς φορολογική ασυλία, κατά  παράβαση, εννοείται, θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. σε οποιαδήποτε  ένωση προσώπων με προφανή επιχειρηματική δραστηριότητα και συγχρόνως  προσχηματική δήλωση κομματικής υποστάσεως και λειτουργία. Τονίζεται σχετικώς, ως προς το ΦΠΑ:

(ί). Όπως και το ΔΕΚ δέχεται, στο πλαίσιο του κοινού κοινοτικού  συστήματος ΦΠΑ ο όρος «οικονομική δραστηριότητα» του άρθρου 4, παράγραφος 2,  της έκτης οδηγίας έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής και αντικειμενικό χαρακτήρα.  Ειδικότερα, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Rompelman, το  κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας εξασφαλίζει πλήρη ουδετερότητα ως  προς τη φορολογική επιβάρυνση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων,  ανεξαρτήτως του σκοπού ή των αποτελεσμάτων τους». Ως εκ τούτου, το άρθρο 4,  παράγραφος 1, της οδηγίας αναφέρεται ρητώς σε κάθε δραστηριότητα  «ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου σκοπού ή των αποτελεσμάτων της δραστηριότητας  αυτής» (βλέπε τη βασική επί των θεμάτων αυτών νομολογία του Δικαστηρίου  στις από 7-4-2005 προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Pioares Maduro στις  συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-255/02, 419/02 και 223/03, παραπομπές υπ'  αριθ. 13 -16).

(ii). Σύμφωνα, επίσης, με πάγια νομολογία του ΔΕΚ, η αρχή της  φορολογικής ουδετερότητας απαγορεύει τη γενικευμένη διαφοροποίηση μεταξύ νομίμων  και παρανόμων δραστηριοτήτων, καθόσον, κατ' αρχήν, ακόμη και οι  παράνομες δραστηριότητες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας και  υπόκεινται σε ΦΠΑ. Τη μοναδική εξαίρεση αποτελεί η δραστηριότητα η οποία  κείται εντελώς εκτός του νομίμου οικονομικού τομέα. Η εξαίρεση αυτή  αφορά μόνον το εμπόριο αγαθών ή υπηρεσιών που υπόκεινται σε πλήρη  απαγόρευση εντός της κοινότητας και που, ως εκ της καθεαυτό φύσεως τους και  λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους, δεν μπορούν να διατεθούν πλήρως στο  εμπόριο ούτε να διοχετευθούν στο οικονομικό κύκλωμα π.χ. η παράδοση  ναρκωτικών ή πλαστού χρήματος, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής  της έκτης οδηγίας (ο.π. στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα P.  Maduro, παραπομπές 20-24).

(iii). Ομοίως, η πάγια νομολογία του ΔΕΚ, ως προς τις προβλεπόμενες  στην έκτη οδηγία απαλλαγές από το ΦΠΑ, δέχεται ότι πρέπει να ερμηνεύονται  στενά, δεδομένου ότι οι απαλλαγές αυτές αποτελούν παρεκκλίσεις από τη  γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο ΦΠΑ επιβάλλεται για κάθε παροχή  υπηρεσιών πραγματοποιούμενη εξ επαχθούς αιτίας από υποκείμενο στον φόρο  (βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1989, 348/87, Stichting  Uitvoering Financielle Acties, Συλλογή 1989, σ.1737, σκέψη 13, καθώς και  της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C -358/97, C- 359/97, Επιτροπή κατά Ηνωμένου  Βασιλείου, Συλλογή 2000 σ. Ι -6355, σκέψη 64).

(Γ). Από το σύνολο των προαναφερθέντων, εφόσον κατά το διδόμενο  πραγματικό το πολιτικό κόμμα «ΕΝΩΣΗ ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ», αυτοβούλως, με σχετική δήλωση  του υπήχθη στο κανονικό καθεστώς του ΦΠΑ, την οποία μάλιστα δεν  προκύπτει ότι ανακάλεσε μέχρι και την έκδοση σχετικών πράξεων του ΦΠΑ,  θεωρώντας συγχρόνως βιβλία και στοιχεία παροχής υπηρεσιών και εκδίδοντας  τιμολόγια για παροχή των, κατά το ιστορικό, υπηρεσιών, συνάγεται ότι, ρητώς  και κατά τον πλέον εμφανή τρόπο, αποδέχθηκε τη συνδρομή στο πρόσωπο της  ιδιότητας του υποκειμένου στο φόρο, δηλαδή του επιθυμούντος να ασκήσει  και ασκήσαντος οικονομική δραστηριότητα και δη στον τομέα της παροχής  υπηρεσιών, με συνακόλουθη συνέπεια την σε κάθε περίπτωση αντίστοιχη  εξουσία του αρμοδίου φορολογικού οργάνου προς έλεγχο της και έκδοση των  σχετικών πράξεων επιβολής του ΦΠΑ υπό τη, κατά τα διδόμενα, νέα της νομική  μορφή και διάδοχη ονομασία.. Ενόψει αυτών, ως προς το τεθέν πρώτο ερώτημα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι  νομίμως και αρμοδίως η φορολογική αρχή υπήγαγε, το ανωτέρω πολιτικό  κόμμα σε έλεγχο και επέβαλε σε βάρος του το ΦΠΑ.

III.- Επί του δευτέρου ερωτήματος.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του ως άνω ν. 3023/2002 για τη διαδικασία  ιδρύσεως πολιτικού κόμματος υπό τον τίτλο «Ίδρυση, νομική προσωπικότητα  και άρση των διαφωνιών για τη χρήση ονόματος και εμβλήματος πολιτικού  κόμματος» ορίζεται ότι: « 1. Το πολιτικό κόμμα πριν αναλάβει δραστηριότητα  καταθέτει ιδρυτική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τη δήλωση  καταθέτει ο Πρόεδρος ή η Διοικούσα Επιτροπή του και σε αυτή αναφέρεται  ότι η οργάνωση και η δράση του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του  δημοκρατικού πολιτεύματος. 2....3...4...5... 6. Το πολιτικό κόμμα αποκτά  με την ίδρυση του νομική προσωπικότητα για την εκπλήρωση της  συνταγματικής αποστολής του.». Στην Εισηγητική Έκθεση, επί της τελευταίας διατάξεως, αυτή αναφέρεται  ότι προτείνεται λόγω του ότι « η νομική φύση του πολιτικού κόμματος  παραμένει, εν πολλοίς ασαφής ελλείψει νομοθετικού ορισμού. Το ζήτημα έχει  απασχολήσει τόσο τη νομολογία των δικαστηρίων όσο και την επιστήμη,  δίχως όμως να έχει ακόμη αντιμετωπισθεί νομοθετικά. Το πολιτικό κόμμα  αποτελεί συνταγματικό θεσμό και επιτελεί σημαντική αποστολή στο πλαίσιο του  δημοκρατικού πολιτεύματος...Προκειμένου να αντιμετωπιστούν δυσχέρειες  που ανακύπτουν στην πράξη, ιδίως στις σχέσεις των πολιτικών κομμάτων με  τρίτους, και να διευκολυνθούν στη δράση τους αναγνωρίζεται με την  προτεινόμενη ρύθμιση ότι το πολιτικό κόμμα αποκτά, με την ίδρυση του, νομική  προσωπικότητα».

Β. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. (1 περ. α και  δ) και 3 της Έκτης οδηγίας «Στο εσωτερικό καθεστώς ο φόρος προστιθέμενης  αξίας οφείλεται:
α) από τον υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος πραγματοποιεί  φορολογητέα παράδοση ή παροχή υπηρεσιών. ..β..γ...δ) από οποιοδήποτε  πρόσωπο που αναγράφει το φόρο προστιθέμενης αξίας σε τιμολόγιο ή σε κάθε  έγγραφο που επέχει θέση τιμολογίου 2....3. Στις περιπτώσεις που  προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι  πρόσωπο άλλο από τον υπόχρεο του φόρου είναι αλληλεγγύως υπεύθυνο για  την καταβολή του φόρου». Από την τελευταία διάταξη (παρ. 3) προκύπτει σαφώς, on επιτρέπεται,  κατ' αρχήν, στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις βάσει των οποίων ένα  πρόσωπο καθίσταται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο υπεύθυνο για την καταβολή  του ΦΠΑ που οφείλει άλλο πρόσωπο που έχει ορισθεί ως υπόχρεο βάσει  διατάξεων των παρ. 1 και 2 του εν λόγω άρθρου. Όπως, επίσης, γίνεται δεκτό από το ΔΕΚ, είναι θεμιτό να διώκεται με  μέτρα που λαμβάνει κράτος μέλος, βάσει της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου  21, η αποτελεσματικότερη δυνατή διασφάλιση των δικαιωμάτων του  Δημοσίου, τα μέτρα πάντως αυτά δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του αναγκαίου για  την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας μέτρου (βλ. απόφαση C-384/04, της  11ης Μαΐου 2006, Commissioners of Customs & Excise, Attorney General κατά  Federation of Technical Industries κλπ., σκέψη 28 έως 30, και την  παρατιθέμενη εκεί νομολογία)  

Γ. Ενεργοποίηση της ευχέρειας αυτής από τη χώρα μας αποτελεί η διάταξη  του άρθρου 55 του ήδη ισχύοντος ν. 2859/2000 Κώδικας Φόρου  Προστιθέμενης Αξίας (Κώδ. ΦΠΑ) (αποτελεί επανάληψη του άρθρου 45 του βασικού για το  ΦΠΑ ν. 1642/1986), σύμφωνα με την οποία: «Για την καταβολή του  οφειλόμενου φόρου ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τον υπόχρεο και οι  εξής: α) οι αναφερόμενοι στις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου  36», β) οι νόμιμοι εκπρόσωποι των νομικών προσώπων, κατά το χρόνο  διάλυσης, συγχώνευσης ή μετατροπής τους, ανεξάρτητα από το βεβαίωσης του φόρου,  γ)...». Καθόσον αφορά στα πρόσωπα των περιπτώσεων α και β, που ευθύνονται ως  άνω αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, σημειώνεται ότι, η μεν πρώτη από αυτές  (παρ. 7 του άρθρου 36 του Κωδ. ΦΠΑ), όπου γίνεται η παραπομπή -  (επανάληψη της προαναφερόμενης διατάξεως της παρ. 7 ως άνω άρθρου 29 ν.  1642/1986, που κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 36) - αναφέρεται, στην ενδιαφέρουσα  εν προκειμένω περίπτωση (βλέπε ειδικότερα κατωτέρω στοιχ.

ii), και,  σύμφωνα με την περ. ζ αυτής, στον εκπρόσωπο της ενώσεως προσώπων ή μέλος  αυτής που ήταν υπόχρεος στην υποβολή των δηλώσεων ΦΠΑ, ως προς τη δεύτερη  δε σημειώνεται ότι, το περιεχόμενο της είναι ευρύτερο του γραμματικά  διατυπωμένου, περιλαμβάνει δε και τους εν λειτουργία των πάσης φύσεως  νομικών προσώπων διατελούντες και διατελέσαντες νομίμους εκπροσώπους τους,  οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την διοίκηση τους κατά κατωτέρω  αναφερόμενα. Συγκεκριμένα ως προς τη δεύτερη αυτή περίπτωση πρέπει να  αναφερθούν αναλυτικότερα τα εξής:

Η κωδικοποιημένη σ' αυτήν διάταξη είχε συμπληρωθεί προηγουμένως λόγω  νομοθετικής παραπομπής σε άλλη διάταξη της φορολογίας εισοδήματος, η  συμπλήρωση δε αυτή, αν και δεν έχει περιληφθεί, εκ παραδρομής στην ανωτέρω  κωδικοποίηση της νομοθεσίας του ΦΠΑ, πρέπει να θεωρείται περιεχόμενο  της κωδικοποιητικής, δεδομένου ότι οι διατάξεις του ν. 2859/2000 απλώς  κωδικοποίησαν και δεν κατάργησαν τις διατάξεις του ν. 1642/1986, αφού  μάλιστα, χαρακτηριστικώς. στο άρθρο δεύτερο του ν. 2859/2000 ορίζεται ότι  «η ισχύς των διατάξεων αυτού του νόμου αρχίζει από τότε που άρχισαν να  ισχύουν οι κωδικοποιημένες με τον παρόντα νόμο διατάξεις» (βλέπ. ως  προς τη νομοθέτηση κατά παραπομπή, ΣτΕ 610/1980 Ολ., 1146,1147/1996).

Ειδικότερα:

(i). Με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 22 νόμου 2648/1998  «Ρυθμίσεις δασμολογικού και φορολογικού περιεχομένου...κλπ» (Α' 238/22-10-1998)  είχε προστεθεί παράγραφος 3 στο άρθρο 115 ν. 2238/1994, ως εξής: «3. Τα  πρόσωπα που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και  αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια  λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής: α) αν έχει γίνει η  παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες από τη  λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά, β)...». Ακολούθως στην  επόμενη παρ. 7 του ίδιου άρθρου 22 ν.2648/1998 ορίστηκε ότι «Οι  διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται και για την  περίπτωση β' του άρθρου 45 του ν. 1642/1986 (Α' 125), καθώς και για  οφειλές φόρου κύκλου εργασιών». Οι διατάξεις δε της, ενδιαφέρουσας εν  προκειμένω, παρ. 2 του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 αναφέρεται σε πρόσωπα  «που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση  του νομικού προσώπου, κατά το χρόνο της διάλυσης των λοιπών νομικών  προσώπων του άρθρου 101,...» και στη διάταξη άρθρο 101 παρ. 2 του ν.  2238/1994 ορίζεται ότι: «Επίσης, στο φόρο αυτόν υπόκεινται και τα μη  κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά ή ...νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού  δικαίου, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους ιδρύματα». Από το συνδυασμό των ανωτέρω και ιδίως του σκοπού θεσπίσεως των εν λόγω  διατάξεων του ν. 2648/1998, συνισταμένου στην αντιμετώπιση όχι να απλώς  της φοροδιαφυγής, αλλά της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος από τη μη  απόδοση των παρακρατούμενων φόρων και του ΦΠΑ (βλέπε όμοια διατύπωση στην  Εισηγητική έκθεση επί των άρθρων 22 έως 31 του ίδιου νόμου), προκύπτει  πολλαπλή επέκταση της προβλεπόμενης στη φορολογία εισοδήματος  αλληλέγγυας και εις ολόκληρο ευθύνης των προσώπων που αναφέρεται στις  παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 ν. 2238/1994, δηλαδή των ασκούντων καθήκοντα  διευθυντή, διαχειριστή, διευθύνοντος συμβούλου, εκκαθαριστή και εν γένει  εντεταλμένου στη διοίκηση νομικών προσώπων του άρθρου 101 του ίδιου  νόμου, κατά το χρόνο διαλύσεως ή συγχωνεύσεως αυτών, ως προς ης,  ανεξαρτήτως χρόνου βεβαιώσεως, οφειλές, από το φόρο εισοδήματος των νομικών  προσώπων, που διοικούν, και από τους παρακρατούμενους, κατ1 εφαρμογή της  σχετικής νομοθεσία. Ειδικότερα, η επέκταση της εν λόγω ευθύνης γίνεται  κατά πρώτον, ως προς τα συνυπόχρεα πρόσωπα, περιλαμβάνοντας και εκείνα  που είχαν μια τις ανωτέρω ιδιότητες και εκπροσωπούσαν συγχρόνως τα νομικά  πρόσωπα, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του νομικού προσώπου, κατά  δεύτερον, ως προς τις οφειλές από παρακρατούμενους από τα νομικά πρόσωπα  φόρους αλλά και, κατά την έννοια της ως άνω παραπεμπτικής, στο άρθρο 45  περ. βΆ ν.1642/1986, διατάξεως ν. 2648/1998 και ως προς εκείνες από τον  επιρριπτόμενο στον αντισυμβαλλόμενο ΦΠΑ, των πάσης φύσεως  (κερδοσκοπικών ή μη) νομικών προσώπων του άρθρου 101 ν. 2238/1994, ο οποίος δεν  αποδόθηκε στο Δημόσιο, εν τέλει δε και κατά το χρόνο ευθύνης, αφού  περιλαμβάνει διάστημα που εκτείνεται από τη λήξη της προθεσμίας αποδόσεως των  σχετικών φόρων (παρακρατουμένων και επιρριπτομένων) και εφεξής. Συνακολούθως προς τα ανωτέρω, και από της ισχύος βεβαίως των ως άνω  διατάξεων του ν. 2648/98, για τις οφειλές από ΦΠΑ πολιτικού κόμματος, με  τη μορφή νομικού προσώπου, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο οι  κατέχοντες, συγχρόνως, τις ιδιότητες του διοικούντος και νομίμου  εκπροσώπου του, κατά ανωτέρω κρίσιμα χρονικά σημεία και διαστήματα.

(ii). Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, τα πολιτικά κόμματα αποτελούσαν,  πριν από την ισχύ του ν. 3023/2002, ενώσεις προσώπων με την  προαναφερόμενη όμως ειδική έννοια και προορισμό. Βάσει δε τούτου, όταν,  μεταγενεστέρως - (μετά δηλαδή την κτήση νομικής προσωπικότητας με το ν. 3023/2002)  -, διαπιστώνεται από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές ότι αυτά  λειτουργούσαν ως υποκείμενα στον ΦΠΑ, πρέπει να αντιμετωπίζονται φορολογικώς και  στο πλαίσιο του εν λόγω εναρμονισμένου κοινοτικού φόρου ως ενώσεις  προσώπων, οι οποίες, αν και εστερούντο νομικής προσωπικότητας, υπέκειντο σε  αυτόν (βλέπ. συναφώς, ως προς τη αστική εταιρία ολλανδικού δικαίου, την  απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C- 23/1998, Heerma (Συλλογή 2000, σ.  1-419, σκέψη 8). Τούτο άλλωστε επιτάσσουν και οι αρχές τόσον της  ερμηνείας των εθνικών διατάξεων σύμφωνα με το πνεύμα και τους σκοπούς της  Έκτης Οδηγίας (βλ. ιδίως, τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990 , C-  106/89, Marleasing σκέψη 8, και της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C - 334/92, Wagner  Miret, σκέψη 20), όσον και της αποτελεσματικότητας αυτής (βλ. μεταξύ  άλλων την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C - 168/95, Arcaro, σκέψη  41). Κατά συνέπεια σε περιπτώσεις οικονομικής δραστηριοποιήσεως πολιτικών  κομμάτων στο πεδίο του ΦΠΑ, όπως δίδεται από την υπηρεσία εν προκειμένω,  καθόσον αφορά στην προηγουμένη της αποκτήσεως από αυτά νομικής  προσωπικότητας χρονική περίοδο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά, ως ενώσεις  προσώπων υποκείμενες στο ΦΠΑ ήταν οι βασικώς υπόχρεες προς απόδοση του  οφειλόμενου ΦΠΑ, με αλληλεγγύως δε και εις ολόκληρο συνυπόχρεους, σύμφωνα  με τη διάταξη του άρθρο 55 περ. α του Κωδ. ΦΠΑ (αναλόγως δε και του  άρθρου 45 περ. α ν. 1642/1986) σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 36  παρ. 7 περ. ζ του ίδιου Κώδικα, τους υπόχρεους για υποβολή νομίμως και  εμπροθέσμως των δηλώσεων του ΦΠΑ ορισθέντες εκπροσώπους τους, εν ελλείψει  δε αυτών, τα λοιπά μέλη τους, αρχής γενομένης από τους μετέχοντες στο  διοικητικό όργανο τους. Κατόπιν των ανωτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, κατά παράλληλη εφαρμογή  και των τελευταίων διατάξεων του Κώδ. ΦΠΑ, ευθύνεται αλληλεγγύως και  εις ολόκληρον και ο, κατά το χρόνο που έπρεπε να αποδοθεί με δήλωση ο  ΦΠΑ, τυχόν ορισμένος εκπρόσωπος της «ΕΝΩΣΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ», άλλως, τα μέλη της  «ΕΝΩΣΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ» που μετείχαν στη διοίκηση της κατά τον ίδιο χρόνο.

IV).-Επί του τρίτου ερωτήματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 2 ΚΒΣ: «Κάθε  ημεδαπό ..φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κοινωνία του Αστικού Κώδικα, που ασκεί  δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια και αποβλέπει στην απόκτηση  εισοδήματος από εμπορική ή...... από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, καθώς και  οι αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρίες, αναφερόμενο στο εξής με τον όρο  «επιτηδευματίας», τηρεί, εκδίδει, παρέχει, ζητά, λαμβάνει, υποβάλλει,  διαφυλάσσει τα βιβλία, τα στοιχεία, τις καταστάσεις και κάθε άλλο μέσο  σχετικό με την τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων που ορίζονται από  τον Κώδικα αυτό, κατά περίπτωση 2. ..3. Το Δημόσιο και κάθε άλλο νομικό  πρόσωπο μη επιτηδευματίας, οι επιτροπές και ενώσεις προσώπων μη  κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι ξένες αποστολές και οι διεθνείς οργανισμοί,  υποχρεούνται μόνο στην έκδοση, υποβολή και διαφύλαξη των στοιχείων που  ορίζονται ρητά από τον Κώδικα αυτό. Τα πρόσωπα αυτά, εκτός από το Δημόσιο,  όταν ενεργούν πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που υπάγονται  στο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) ή στο φόρο εισοδήματος θεωρούνται  επιτηδευματίες μόνο για τις δραστηριότητες αυτές και έχουν τις  υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού». Εξάλλου στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 29 του ν. 1642/1986, (ήδη  άρθρο 36 παρ. 4 του ν. Κώδ. ΦΠΑ), «4. Ο υποκείμενος στο φόρο  υποχρεούται επίσης: α) να τηρεί βιβλία και να εκδίδει στοιχεία, σύμφωνα με τις  διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων..»(ΚΒΣ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι, όσοι ασκούν  επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά και οι αστικές εταιρίες που έχουν  οικονομικό σκοπό θεωρούνται επιτηδευματίες και υποχρεούται στις γενικές  υποχρεώσεις ως προς τα βιβλία και στοιχεία του ΚΒΣ, τα δε νομικά  πρόσωπα, που κατά το καταστατικό τους, δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα και οι  όμοιες ενώσεις προσώπων υποχρεούνται μόνον στην έκδοση, υποβολή και  διαφύλαξη των ειδικώς γι' αυτά οριζομένων στον ίδιο Κώδικα.

Σε κάθε όμως  περίπτωση, με εξαίρεση το Δημόσιο, ακόμη δηλαδή και όταν πρόκειται για  τα τελευταία νομικά πρόσωπα ή ενώσεις, εφόσον ορισμένη δραστηριότητα  τους υπάγεται στο ΦΠΑ, ως προς αυτή και μόνον, θεωρούνται «επιτηδευματίες»  και υποχρεούνται στην τήρηση των βιβλίων και στοιχείων της παρ. 1 του  άρθρου 2 του Κώδικα. Κατόπιν των ανωτέρω, αν και κατ' αρχήν, ένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί  στο πλαίσιο της συνταγματικής και της συνήθους καταστατικής του  αποστολής να θεωρηθεί «επιτηδευματίας» (βλέπε την υπ' αριθ. 130/2003  Γνωμοδότηση του Γ' Τμήματος του ΝΣΚ), εφόσον και καθόσον τούτο, υπό οποιαδήποτε  εκδοχή ως προς τη φύση του (νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων) δηλώνει και  στην πραγματικότητα ασκεί οικονομική δραστηριότητα υπαγόμενη στο ΦΠΑ,  ως εν προκειμένω συμβαίνει κατά το πραγματικό, πρέπει να θεωρείται  «επιτηδευματίας» και συνεπώς υποχρεούται στην εκπλήρωση των σχετικών  υποχρεώσεων, ως προς αυτή και μόνο τη δραστηριότητά του.




ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο