Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 05-03-1993 ]

ΠΟΛ.1082/5.3.1993 Η περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων και ο έλεγχος των ανέλεγκτων δηλώσεων

(Η περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων και ο έλεγχος των ανέλεγκτων δηλώσεων )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΠΟΛ. 1082/5.3.1993 Η περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων και ο έλεγχος των ανέλεγκτων δηλώσεων

ΆΑρθρο 1
Έλεγχος φορολογικών δηλώσεων

Α. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1: Με την παράγραφο 1 του παραπάνω άρθρου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 50 του Ν.Δ. 3323/1955 "περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων" και ορίζεται σε αυτή ότι ο έλεγχος των δηλώσεων που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 50 (φορολογίας εισοδήματος) ενεργείται μόνο στην τελευταία ανέλεγκτη διαχειριστική περίοδο.
Ως τελευταία ανέλεγκτη διαχειριστική περίοδος θεωρείται εκείνη για την οποία έχει υποβληθεί εμπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος και δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης για την επόμενη χρήση.
Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια των ανέλεγκτων χρήσεων, λόγω μεταφοράς έδρας, υπάρχουν ανέλεγκτες χρήσεις σε περισσότερες της μιας ΔΟΥ έλεγχος θα γίνει από τη ΔΟΥ που έχει υποβληθεί η τελευταία δήλωση. Η ΔΟΥ αυτή με το αποτέλεσμα του ελέγχου θα ενημερώσει τις άλλες αρμόδιες ΔΟΥ για να ενεργήσουν ανάλογα.
Σε περίπτωση συγχώνευσης ή μετατροπής επιχειρήσεων για τη δημιουργία μεγαλυτέρων οικονομικών μονάδων, τελευταία διαχειριστική περίοδος για τις συγχωνευθείσες ή τη μετατραπείσα είναι η διαχειριστική περίοδος της συγχώνευσης ή της μετατροπής εφόσον περιλαμβάνει πλήρως δωδεκάμηνο διάστημα, διαφορετικά η προηγούμενη ετήσια περίοδος. Στην περίπτωση αυτή έλεγχος θα γίνει και στις δύο περιόδους. Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτωση διακοπής των εργασιών της επιχείρησης.
Για την τελευταία διαχειριστική περίοδο της νέας επιχείρησης που προέκυψε από τη συγχώνευση ή τη μετατροπή, ισχύουν όσα παρακάτω αναλυτικά εκτίθενται.
Τέλος, αν στην τελευταία διαχειριστική περίοδο τηρούνται λογιστικά βιβλία και σε μια ή περισσότερες από τις προηγούμενες μικροτέρας κατηγορίας (Α΄ ή Β΄ του Κ.Β.Σ.), τότε θα γίνει έλεγχος στην τελευταία διαχειριστική περίοδο με τα λογιστικά βιβλία, αλλά και στην τελευταία που τηρούσε άλλης κατηγορίας βιβλία του ΚΒΣ.
Μετά τα παραπάνω, για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες που τηρούν βιβλία Α΄ και Β΄ κατηγορίας του ΚΒΣ και Γ΄ κατηγορίας του ίδιου κώδικα, καθώς και για τις επιχειρήσεις της παραγρ. 1 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3843/58, τελευταία διαχειριστική περίοδος για τον έλεγχο με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου είναι:
α. Για τους τηρούντες βιβλία Α΄ και Β΄ κατηγορίας του ΚΒΣ και μέχρι και 2-3-1993 (ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος της διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/12/1992 - ίδετε παρ. 1 άρθρου 12 του ν.δ. 3323/1955) η διαχειριστική περίοδος 1-31/12/1991, ενώ από 3-3-1993 μέχρι και 2-3-1994 η διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1992 κ.ο.κ.
β. Για τους τηρούντες βιβλία Γ΄ κατηγορίας του ΚΒΣ, πλην των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3843/1958, μέχρι και 15-4-1993 (ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/12/1992 - ίδετε παρ. 1 περίπτ. β του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3323/55) η διαχειριστική περίοδος 1/1/-31/12/1991 και από 16/4/1993 μέχρι και 15.4.1994 η διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1992 κ.ο.κ.
γ. Για όσους υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3843/58 ήτοι:
αα) Ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες.
ββ) Δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα που αποτελούν ή όχι ίδια νομικά πρόσωπα.
γγ) Τους κατά το νόμο 602 συνεταιρισμούς και ενώσεις αυτών.
δδ) Τις αλλοδαπές επιχειρήσεις τις λειτουργούσες υπό οιονδήποτε τύπο εταιρίας ως και τους πάσης φύσεως αλλοδαπούς οργανισμούς που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων και
εε) Τις ημεδαπές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης. Μέχρι 15-5-1993 (ημερομηνία λήξεως υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος της διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/12/1992 - ίδετε παρ. 1α του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3843/58) η διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1991 και από 16/5/1993 μέχρι 15/5/1994 η διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1992 κ.ο.κ.
Τέλος, για του τηρούντες βιβλία Γ΄ κατηγορίας του ΚΒΣ που είχαν διαχειριστική περίοδο 1/7/1991 - 30/6/1992, επειδή ο χρόνος υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος έληξε την 15/10/1992 (για όλους, πλην των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3843/58) και 15/11/1992 (για τους αναφερόμενους στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.δ. 3843/58) αντίστοιχα, η περίοδος αυτή αποτελεί και την τελευταία για έλεγχο περίοδο μέχρι 15-10-1993 ή 15-11-1993 αντίστοιχα.
Μετά τις παραπάνω ημερομηνίες, τελευταία διαχειριστική περίοδος για έλεγχο με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου θα είναι η από 1/7/1992 - 30/6/1993 τοιαύτη κ.ο.κ.
Ο έλεγχος της τελευταίας ανέλεγκτης κατά τα άνω περιόδου θα γίνει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος και θα έχει σκοπό τη διαπίστωση της ειλικρίνειας των τηρουμένων βιβλίων ΚΒΣ.
Εάν πράγματι τα βιβλία κριθούν ειλικρινή στην ελεγχόμενη αυτή τελευταία χρήση, τότε περαιώνονται οριστικά και όλες οι προηγούμενες ανέλεγκτες χρήσεις.
Εάν από τον έλεγχο της τελευταίας αυτής χρήσης τα βιβλία και στοιχεία κριθούν ανακριβή, τότε ο έλεγχος επεκτείνεται υποχρεωτικά και σε όλες τις προηγούμενες ανέλεγκτες διαχειριστικές περιόδους.
Κατά ρητή επιταγή του νόμου τα βιβλία οποιασδήποτε κατηγορίας βιβλίων ΚΒΣ κρίνονται ανακριβή όταν διαπιστώνονται οι παραβάσεις και παρατυπίες της παραγράφου 4 του άρθρου 30 ΚΒΣ, δηλαδή όταν ο υπόχρεος διαζευκτικά ή αθροιστικά:
α) Δεν εμφανίζει στα βιβλία του έσοδα ή έξοδα ή εμφανίζει αυτά ανακριβώς.
β) Δεν απογράφει περιουσιακά στοιχεία ή απογράφει αυτά ανακριβώς.
γ) Δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβή ή εικονικά ή πλαστά ως προς την ποσότητα ή την αξία ή τον αντισυμβαλλόμενο φορολογικά στοιχεία διακίνησης ή αξίας, ή λαμβάνει ανακριβή ή εικονικά τέτοια στοιχεία.
Εφόσον διαπιστωθεί κάποια από τις περιπτώσεις αυτές τότε τα ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη προσδιορίζονται εξωλογιστικά και ελέγχονται υποχρεωτικά και όλα τα προηγούμενα ανέλεγκτα χρόνια.
Τα προηγούμενα δεν ισχύουν όταν ο φορολογούμενος έκανε χρήση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου των όσων προβλέπονται στην 381/1382/Γ.Δ./ 10.2.93 Τηλεγραφική Εγκύκλιο Υπουργείου Οικονομικών. Έτσι τα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης, δεν κρίνονται ανακριβή εάν ο φορολογούμενος στη φορολογική του δήλωση Οικον. Έτους 19932 για τα εισοδήματα χρήσεως 1992, δήλωσε ακαθάριστα έσοδα μεγαλύτερα από εκείνα των βιβλίων ή των εκδοθέντων στοιχείων.
Προκειμένου για τα βιβλία Γ΄ κατηγορίας ΚΒΣ που το αποτέλεσμα προκύπτει λογιστικά και σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις που επίσης το αποτέλεσμα προσδιορίζεται λογιστικά (βιβλία Β΄ κατηγορίας ΚΒΣ ελευθέρων επαγγελματιών ή παροχής υπηρεσιών) εάν η τελευταία χρήση κριθεί ανακριβής ακολουθείται η παραπάνω διαδικασία.

Εάν τα βιβλία κριθούν ειλικρινή υπάρχει περίπτωση το δηλωθέν εισόδημα να προσαυξηθεί με ποσό λογιστικών διαφορών οι οποίες προέκυψαν από τον έλεγχο.
Στην περίπτωση αυτή το ύψος των λογιστικών διαφορών αυτών, μειούμενο κατά δέκα τοις εκατό (10%) επί του αρχικού ποσού για κάθε προηγούμενο χρόνο θα προστεθεί και θα διαμορφώσει υποχρεωτικά το οποιοδήποτε αποτέλεσμα (θετικό ή αρνητικό) έχει δηλωθεί στις προηγούμενες αυτές ανέλεγκτες χρήσεις, οι οποίες περαιώνονται και αυτές οριστικά με αυτό τον τρόπο.


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: Η επιχείρηση "Α" τηρεί βιβλία Γ΄ κατηγορίας του Κ.Φ.Στοιχείων από διαχειριστικό έτος 1986 και οι ανέλεγκτες χρήσεις αρχίζουν από το διαχειριστικό έτος 1988. Ισολογισμούς κλείνει την 31/12 κάθε χρόνου. Την τελευταία χρήση (31/12/1991) παρουσίαζε καθαρά κέρδη υποκείμενα στο φόρο εισοδήματος δρχ. 10.000.000 και τις προηγούμενες δρχ. 7.000.000, 9.000.000 και ζημία 3.000.000, αντίστοιχα.
Οι οριστικές λογιστικές διαφορές της περιόδου αυτής (τελευταίας) ανήλθαν σε δρχ. 4.000.000.
Έτσι, τα καθαρά κέρδη των ανέλεγκτων χρήσεων διαμορφώνονται ως ακολούθως:
α. Διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1991: Καθαρά κέρδη βιβλίων δρχ. 10.000.000, πλέον οριστικές λογιστικές διαφορές 4.000.000. Καθαρά κέρδη (οριστικά) δρχ. 14.000.000.
β) Διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1990: Καθαρά κέρδη βιβλίων δρχ. 7.000.000. πλέον λογιστικές διαφορές (4.000.000 χ 0,90) = 3.600.000. Καθαρά κέρδη (οριστικά) δρχ. 10.600.000.
γ. Διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1989: Καθαρά κέρδη βιβλίων δρχ. 9.000.000, πλέον λογιστικές διαφορές (4.000.000 χ 0,80) = 3.200.000. Καθαρά κέρδη (οριστικά) δρχ. 12.200.000.
δ. Διαχειριστική περίοδος 1/1-31/12/1988: Ζημία βιβλίων δρχ. 3.000.000, μείον λογιστικές διαφορές (4.000.000 χ 0,70) = 2.800.000. Ζημία (οριστική) δρχ. 200.000.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στην έννοια των λογιστικών διαφορών της τελευταίας ανέλεγκτης χρήσεως περιλαμβάνονται μόνο διαφορές που θα προκύψουν από μη αναγνώριση εκπιπτόμενων από τα ακαθάριστα έσοδα δαπανών ή εξόδων ή προσθήκη εσόδων και δεν περιλαμβάνονται διαφορές από μη ορθό υπολογισμό αφορολόγητων εκπτώσεων ή κρατήσεων ή μη ορθό υπολογισμό των καθαρών κερδών από επιμερισμό αφορολογήτων και φορολογουμένων εσόδων κ.λπ.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η περαίωση αυτή αποτελεί έναν αντικειμενικό τρόπο φορολογίας για τη φορολογούσα Αρχή, η οποία δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τον προσδιορισμό αυτό των λογιστικών διαφορών των προηγουμένων της τελευταίας, ανέλεγκτων χρήσεων έστω και εάν από τη δήλωση του φορολογούμενου ή τον ισολογισμό του προκύπτουν εμφανείς λογιστικές διαφορές μεγαλύτερες από τις προσδιοριζόμενες με την εκάστοτε μείωση του 10%.
Αντίθετα, ο ελεγχόμενος επιτηδευματίας μπορεί να μην αποδεχθεί το σύστημα αυτό του αντικειμενικά τεκμαρτού προσδιορισμού του εισοδήματός του. Στην περίπτωση αυτή και μόλις του ανακοινωθεί το ύψος των λογιστικών διαφορών της ελεγχθείσας χρήσης μπορεί να υποβάλει δήλωση προς τον προϊστάμενο της ΔΟΥ που ενεργεί τον έλεγχο και να μην αποδεχθεί το σύστημα αυτό. Τότε υποχρεωτικά πρέπει να συνεχισθεί ο τακτικός έλεγχος, όπως έγινε στην τελευταία χρήση και σε όλες τις ανέλεγκτες προηγούμενες χρήσεις.
Έλεγχος σε προηγούμενη ανέλεγκτη χρήση μπορεί να ενεργηθεί έστω και εάν η τελευταία ανέλεγκτη χρήση κρίθηκε ειλικρινής.
Είναι η περίπτωση που σε κάποια προηγούμενη ανέλεγκτη χρήση υπάρχει διαπιστωμένη παράβαση ΚΒΣ από εκείνες που καθιστούν τα βιβλία ανακριβή κατά τα παραπάνω ή έχει υποβληθεί εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση εισοδήματος. Ο νόμος αναφέρεται σε διαπιστωμένη παράβαση που σημαίνει ότι αρκεί να έχει διαπιστωθεί η παράβαση αυτή χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οριστικοποίηση ή όχι.
Έτσι, μπορεί να είναι ανέλεγκτες οι χρήσεις 1987 - 1991 και ο έλεγχος της χρήσεως 1991, σε βιβλία π.χ. Γ' κατηγορίας ΚΒΣ, τα έκρινε ειλικρινή με προσθήκη λογιστικών διαφορών έστω 1.000.000 δρχ. και ότι στη χρήση 1989 υπάρχουν διαπιστωμένες ανακρίβειες. Με βάση τις διατάξεις του νόμου θα ενεργηθεί τακτικός έλεγχος στη χρήση αυτή του 1989 με όποιο αποτέλεσμα προκύψει, ενώ οι υπόλοιπες θα κριθούν ειλικρινείς με προσθήκη των λογιστικών διαφορών, δηλαδή στη χρήση 1990 θα προστεθούν λ.δ. δρχ. 900.000 (1.000.000 χ 90%), στη χρήση 1988 λ.δ. δρχ. 600.000 (1.000.000 χ 60%). Από το παράδειγμα αυτό προκύπτει ότι για τη μείωση των λογιστικών διαφορών στα προηγούμενα χρόνια θα ληφθεί υπόψη και το έτος στο οποίο ενεργείται τακτικός έλεγχος.
Εάν σε κάποια ή κάποιες από τις προηγούμενες χρήσεις έχει ενεργηθεί προσωρινός έλεγχος εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 1563/1985 και από τον έλεγχο της τελευταίας χρήσης τα βιβλία κριθούν ειλικρινή με προσθήκη λογιστικών διαφορών τότε περαιώνονται οριστικά και οι χρήσεις αυτές που έχει ενεργηθεί προσωρινός έλεγχος ανεξάρτητα από το ύψος των λογιστικών διαφορών της τελευταίας χρήσης.
Κατά τη διενέργεια του τακτικού ελέγχου πρέπει να λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη στοιχεία ελεγκτικών επαληθεύσεων ή διασταυρώσεις δεδομένων που τυχόν θα αποστέλλονται στις ΔΟΥ από τις γενικές διευθύνσεις του υπουργείου Οικονομικών και το ΚΕΠΥΟ και για την αξιολόγηση των οποίων θα γίνεται ειδική αναφορά στην έκθεση ελέγχου.
Για την περαίωση της ελεχθείσας τελευταίας ανέλεγκτης χρήσης θα εκδοθεί φύλλο ή πράξη ελέγχου, με όποιο αποτέλεσμα υπάρξει, το οποίο θα κοινοποιηθεί στο φορολογούμενο και θα καταχωρηθεί στο ανάλογο βιβλίο καταχωρίσεως Φ.Ε. της ΔΟΥ.

Για τις προηγούμενες ανέλεγκτες περιόδους θα εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:

α. Εάν η τελευταία χρήση κριθεί ειλικρινής χωρίς καμία διαφορά τότε επί του σώματος των δηλώσεων των προηγουμένων ανέλεγκτων ετών θα τεθεί σφραγίδα ότι η δήλωση περαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1993 (ΦΕΚ Α) και θα καταχωρηθούν στο οικείο βιβλίο της ΔΟΥ.
Ο αριθμός του νόμου και το ΦΕΚ θα σας γνωστοποιηθούν αμέσως μόλις τελειώσει η διαδικασία δημοσίευσης του νόμου.

β. Εάν η τελευταία χρήση κριθεί ειλικρινής αλλά με την προσθήκη λογιστικών διαφορών, τότε και εφόσον γίνει συμβιβασμός θα εκδοθούν φύλλα ή πράξεις ελέγχου για όλα τα προηγούμενα ανέλεγκτα χρόνια με το ποσό των λογιστικών διαφορών που αναλογούν στον κάθε χρόνο. Τα φύλλα ελέγχου αυτά δε χρειάζεται να κοινοποιηθούν στο φορολογούμενο λόγω του αντικειμενικού προσδιορισμού των διαφορών. Μπορεί όμως να κοινοποιηθούν Φ.Ε. για άλλες διαφορές (διαφορά αφορολογήτων εκπτώσεων κ.λπ.). Όλα τα άνω Φ.Ε. ή πράξεις θα καταχωρισθούν στα οικεία βιβλία της Δ.Ο.Υ.

γ. Εάν τα βιβλία της τελευταίας χρήσης κριθούν ανακριβή και επομένως επεκταθεί έλεγχος και στις προηγούμενες χρήσεις, ή ενεργηθεί έλεγχος σε κάποια από τις προηγούμενες χρήσεις τότε θα εκδοθούν Φ.Ε. ή πράξεις κατά τις γενικές διατάξεις και κατά τα άνω, τα οποία ομοίως θα καταχωρισθούν στα οικεία βιβλία της ΔΟΥ.
Από τη ρητή διατύπωση της σχετικής διάταξης του νέου νόμου προκύπτει ότι τα βιβλία κρίνονται ανακριβή, μόνο όταν υπάρχουν οι συγκεκριμένες παραβάσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 Κ.Β.Σ.
Επομένως, τυχόν ανεπάρκειες των βιβλίων και στοιχείων δεν επιφέρουν απόρριψη αυτών άλλα επιβολή μόνο των προβλεπόμενων από τον Κ.Β.Σ. προστίμων. Βέβαια, πρέπει στον τακτικό έλεγχο να γίνει αξιολόγηση των ανεπαρκειών αυτών μήπως υποκρύπτουν ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων.
Θα πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι οι νέες διατάξεις προσδιορίζουν τη χρήση η οποία θα ελέγχεται κατά προτεραιότητα και που με βάση το αποτέλεσμα ελέγχου της οποίας θα περαιώνονται ανάλογα οι προηγούμενες ανέλεγκτες χρήσεις.

Οι διατάξεις επομένως αυτές τροποποιούν μόνο τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 50 ν.δ. 3323/1955 που προβλέπουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου και δεν τροποποιούν άλλες διατάξεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την περαίωση των φορολογικών δηλώσεων ή τη διενέργεια προσωρινού ελέγχου.
Έτσι, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του προσωρινού ελέγχου τόσο στη φορολογία εισοδήματος όσο και τους παρακρατούμενους φόρους και ΦΠΑ, οι διατάξεις περί της εφαρμογής σε όλα τα χρόνια του ορθού Μοναδικού Συντελεστή Καθαρού Κέρδους προκειμένου για βιβλία Α και Β κατηγορίας ΚΒΣ κ.λπ. Με την ευκαιρία σημειώνουμε ότι σε χρήσεις που δεν ίσχυαν οι ΜΣΚΚ θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μεταξύ ανωτάτου και κατωτάτου από τους συντελεστές καθαρού κέρδους που προβλέπονται προ του 1985.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι πρέπει να γίνεται έλεγχος για τη σωστή ενέργεια των αφορολογήτων εκπτώσεων και κρατήσεων, των επενδύσεων, του ορθού υπολογισμού των φορολογητέων καθαρών κερδών όταν υπάρχουν φορολογούμενα και αφορολόγητα έσοδα και των αφορολογήτων αποθεματικών τα οποία σχηματίζονται σε κάθε χρήση. Για όλα αυτά θα γίνεται ειδική μνεία στην έκθεση ελέγχου.
Επίσης, με τις νέες διατάξεις δεν καταργήθηκε και η με αριθμό ΠΟΛ. 1177/1991 απόφασή μας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει προκειμένου για έλεγχο χρήσεων μέχρι και του 1990. Έτσι, εάν ο έλεγχος επεκταθεί και στις προηγούμενες ανέλεγκτες χρήσεις από το 1990 και πριν, θα εφαρμόζεται η εν λόγω απόφαση σε όλα της τα σημεία, τόσο του ελέγχου, όσο και του προσδιορισμού των ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών και του τρόπου περαίωσης της υπόθεσης.
Θα εφαρμόζεται βεβαίως εφόσον ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπει αυτή και αποδεχθεί ο φορολογούμενος το αποτέλεσμα του ελέγχου.

Εάν δεν το αποδεχθεί, θα ενεργηθεί τακτικό έλεγχος για όλα τα χρόνια με εφαρμογή των γενικών διατάξεων.
Αν στο φύλλο ελέγχου που θα εκδοθεί μετά από τακτικό έλεγχο (και όχι με βάση την με αριθμ. Π. 1177/91 απόφαση), περιλαμβάνονται και εισοδήματα που μνημονεύονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 53 του Ν.Δ. 3323/55 από γεωργικές ή εμπορικές επιχειρήσεις ή από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή μόνο τέτοια εισοδήματα (που προέρχονται όμως αποκλειστικά από άσκηση επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία της Γ΄ κατηγορίας του Κ.Φ. Στοιχείων), η διοικητική επίλυση της διαφοράς γίνεται από την τριμελή επιτροπή που ορίζεται στην ίδια παράγραφο (αρμόδιο επιθεωρητή, προϊστάμενο της ΔΟΥ, ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και τον εκπρόσωπο των Επιμελητηρίων ή Εμπορικών συλλόγων της περιοχής που εδρεύει η αρμόδια Δ.Ο.Υ.).
Σε όλες τις περιπτώσεις ελέγχου επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών και για όλα τα ανέλεγκτα χρόνια θα ενεργείται έλεγχος, εάν τα αναγραφόμενα στα βιβλία ποσά για καταβολή παρακρατουμένων φόρων και Φ.Π.Α. αποδόθηκαν ή όχι. Θα ερευνάται, επομένως, εάν υποβλήθηκαν οι σχετικές δηλώσεις των φορολογικών αντικειμένων αυτών με τα ποσά που προκύπτουν από τα βιβλία για απόδοση. Δε θα γίνεται κανένας άλλος έλεγχος εφόσον δεν ενεργείται τακτικός έλεγχος στις πριν από την τελευταία ανέλεγκτη χρήσεις.
Τέλος, με απόφαση του υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθαρίζονται οι αρχές, οι κανόνες, ο τρόπος, τα κριτήρια, τα στοιχεία και γενικά οι διαδικασίες και επαληθεύσεις, που πρέπει να ακολουθούνται κατά τον έλεγχο των δηλώσεων, όπως αυτός προβλέπεται από την παρούσα παράγραφο.


Β. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2: Με την παράγραφο αυτή στην παράγραφο 5 του άρθρου 50 του Ν.Δ. 3323/1955 προστέθηκε εδάφιο το οποίο έχει ως ακολούθως:
"Τα δικαιώματα ελέγχου που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 3 και 4 έχουν και οι Γενικοί Δ/ντές Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας και Επιθεώρησης και Ελέγχων οι οποίοι μπορούν να εκδίδουν εντολές διενέργειας ελέγχων με φοροτεχνικούς υπαλλήλους οποιασδήποτε ΔΟΥ και ΥΠΕΔΑ".
Με τη διάταξη αυτή τα δικαιώματα των Προϊσταμένων των ΔΟΥ (ελέγχων και επανελέγχων) έχουν και οι Γενικοί Δ/ντές των δυο παραπάνω Γενικών Διευθύνσεων, οι όποιοι δε δεσμεύονται να χρησιμοποιήσουν φοροτεχνικούς υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. στην περιφέρεια της οποίας διενεργείται ο έλεγχος, αλλά μπορούν να χρησιμοποιήσουν φοροτεχνικούς υπαλλήλους από οποιαδήποτε ΔΟΥ ή από την ΥΠΕΔΑ.
Με τον τρόπο αυτό, πέραν των άλλων, σε βραχύ σχετικά χρονικό διάστημα οι Γενικοί Διευθυντές που ασκούν εποπτεία στο ελεγκτικό έργο των ΔΟΥ, μπορούν ανά πάσα στιγμή να επαληθεύουν με φοροτεχνικούς υπαλλήλους της επιλογής τους κάθε καταγγελία καλόπιστη, ή κακόπιστη, καθώς και κάθε άλλη έννομη ενέργεια από την οποία μπορεί να διακυβεύονται συμφέροντα του Δημοσίου. Τα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων θα αποστέλλονται στις αρμόδιες ΔΟΥ για τη συνέχιση της διαδικασίας ελέγχου και περαίωσης των υποθέσεων.


Γ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3: 1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ως άνω ίδιου άρθρου 1, με τις οποίες αντικαθίστανται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955, ορίζεται ότι από τις φορολογικές δηλώσεις που επίκειται ο χρόνος παραγραφής τους, ελέγχονται - κατά προτεραιότητα - οι δηλώσεις με τα μεγαλύτερα εισοδήματα. Αυτό σημαίνει ότι θα ελέγχονται αυτές μόνο που παρουσιάζουν φορολογικό ενδιαφέρον και όχι οι δηλώσεις, ήσσονος σημασίας, δηλαδή αυτές με χαμηλά εισοδήματα όπως π.χ. μικροεπαγγελματιών, διακοπής επαγγέλματος, ύστερα από σχετικά μικρό χρονικό διάστημα λειτουργίας, θάνατος επιτηδευματία που οι κληρονόμοι του είναι άγνωστοι κ.λπ.
2. Για τον τρόπο περαίωσης των υποθέσεων διαχειριστικής περιόδου 1/1-31/12/1981 (οικον. έτος 1982) ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν παρουσιάζουν φορολογικό ενδιαφέρον και ως εκ τούτου τα προσδοκώμενα από τον έλεγχο αυτών έσοδα του Δημοσίου θα είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με την απασχόληση του προσωπικού και τις δαπάνες βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου και συνεπώς δεν ελέγχθηκαν μέχρι τώρα, θα ακολουθήσει η διαδικασία που προβλέπεται και εφαρμόστηκε για τα οικονομικά έτη 1981 και 1980 (χρήσεις 1980 και 1979) με τις αριθμ. 1005302/48/Α0012/πολ. 1015/19.1.1990 και 1015038/709/πολ. 1040/10.2.1992 εγκυκλίους μας. Στις εγκυκλίους αυτές προβλέπεται η καταχώριση των δηλώσεων του παραγραφόμενου οικονομικού έτους σε ειδικό βιβλίο με τα στοιχεία του φορολογούμενου προσώπου (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, επάγγελμα, διεύθυνση και αριθμός δήλωσης). Μετά την καταχώρισή τους στο βιβλίο αυτό και στην τελευταία σελίδα καταχώρισης, θα γίνει πράξη με την ένδειξη:
"Οι υποθέσεις αυτές δεν ελέγχθηκαν γιατί στερούνται φορολογικού ενδιαφέροντος και τίθενται στο αρχείο, σύμφωνα με την αριθ. εγκύκλιο".
Η πράξη αυτή θα υπογράφεται από τον αρμόδιο επιθεωρητή, τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και τον επόπτη ελέγχου.
Στο "σώμα" της δήλωσης θα τίθεται σφραγίδα με τις ενδείξεις:
Η πράξη περαίωσης αριθμ......
Η υπόθεση αυτή στερείται φορολογικού ενδιαφέροντος και τίθεται στο αρχείο.
Η Επιθ/της
Ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.
Ο Επόπτης Ελέγχου
Η πράξη αυτή θα καταχωρηθεί στο βιβλίο ειλικρινών υποθέσεων.
Δ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4: Με την παράγραφο αυτή στην παράγραφο 7 του άρθρου 68 του Ν.Δ. 3323/1955 προστέθηκε εδάφιο με το οποίο ορίζεται ότι η αξίωση που έχουν τρίτο προς το Δημόσιο για επιστροφή φόρου για την οποία υποβλήθηκε εμπρόθεσμη δήλωση αναβιώνει από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως του φύλλου ελέγχου ή πράξεως.
Συνεπώς, αν ένας φορολογούμενος έχει υποβάλει εμπρόθεσμη δήλωση φόρου κ.λπ., η οποία δημιουργεί αξίωση προς το Δημόσιο και έχει παραγραφεί το προς επιστροφή φόρου δικαίωμα., η αξίωση για επιστροφή αναβιώνει από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε το φύλλο ελέγχου ή σχετική πράξη.


Ε. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 5: Τέλος, επισημαίνουμε τις διατάξεις της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου 1 με τις οποίες ορίζεται ότι "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνουν φορολογικούς ελέγχους που έχουν αρχίσει και συνεχίζονται". Ως ημερομηνία έναρξης του φορολογικού ελέγχου θεωρείται η ημερομηνία έκδοσης της εντολής ελέγχου και θεώρησης, από το συνεργείο ελέγχου, των βιβλίων του υπό έλεγχο επιτηδευματία. Δηλαδή, στις περιπτώσεις αυτές δεν εξετάζεται η πρόοδος του ελέγχου αλλά μόνο η χρονολογία έναρξης και συνεπώς, αν έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου και έχουν θεωρηθεί τα βιβλία του επιτηδευματία πριν από τις 20 Νοεμβρίου 1992, ο έλεγχος θα συνεχίζεται και δε θα επηρεάζεται από τις διατάξεις του κοινοποιούμενου σχεδίου νόμου.
Άρθρο 2
Ρύθμιση οφειλομένων φόρων
Η παραπάνω ρύθμιση αφορά φόρους και τέλη που υφίστανται μέχρι 30-10-1992 ανεξάρτητα από το χρόνο που ορίζεται για την υποβολή των σχετικών δηλώσεων, όπως παρακρατούμενους φόρους, φόρους προστιθέμενης αξίας και λοιπούς φόρους, τέλη και τέλη χαρτοσήμου, με τις παραγράφους 1 και 2, οριζόμενες συνέπειες.

Α. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ 1 και 2: 1. Παρέχεται η δυνατότητα υποβολής αρχικής ή συμπληρωματική δήλωσης για οποιοδήποτε φόρο ή τέλος για τον οποίο δεν έχει υποβληθεί δήλωση ή στην υποβληθείσα δεν έχουν συμπεριληφθεί κάποια εισοδήματα και συνεπώς δεν καταβλήθηκε ο αναλογών σ' αυτά φόρος ή τέλος.
Οι συνέπειες με την υποβολή των παραπάνω δηλώσεων θα είναι:
Α) Για τις δηλώσεις αποδόσεως φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και κάθε άλλου παρακρατούμενου φόρου, θα υπολογίζεται πρόσθετος φόρος μέχρι τη χρονολογία καταβολής τους που θα ανέρχεται σε ποσοστό 4% για κάθε μήνα που αρχίζει από τη χρονολογία γέννησης της υποχρέωσης καταβολής του οφειλόμενου ποσού. Στους μήνες καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη και αυτοί οι μήνες που ακολουθούν από την υποβολή των δηλώσεων μέχρι την καταβολή (εξόφληση) του φόρου, όπως έχει αυτό ήδη διευκρινισθεί με το αριθ. 256/1257/Γ.Δ./24-1-1992 Τηλεγράφημα, στο οποίο έχουν παρατεθεί και σχετικά παραδείγματα, καθώς και με την αριθμ. Πρωτ. 1011064/500/0009Α/25-1/1993 Δ/γή Υπ. Οικ.
Β) Αντίθετα, για όλους τους λοιπούς φόρους, τέλη και τέλη χαρτοσήμου, οι προσαυξήσεις (πρόσθετοι φόροι κ.λπ.) υπολογίζονται με ποσοστό 2,5% για κάθε μήνα και με τις ίδιες ως άνω αναφερθείσες διακρίσεις και επεξηγήσεις.
Και για τις δύο παραπάνω α και β περιπτώσεις, δεν υφίσταται και ούτε ισχύει περιορισμός όσον αφορά το ύψος του ποσοστού που μπορεί να φθάσει και να υπολογισθεί η προσαύξηση. Δηλαδή, στις περιπτώσεις αυτές είναι απεριόριστο το ποσοστό αύξησης και εξαρτάται μόνο από τους μήνες καθυστέρησης καταβολής που αρχίζει, όπως σημειώνεται πιο πάνω, από τη χρονολογία γέννησης της υποχρέωσης μέχρι τη χρονολογία καταβολής κάθε δόσης.

Β. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3: Όπως ορίζεται στις σχετικές διατάξεις, το ποσό του φόρου που προκύπτει από την υποβολή και εκκαθάριση της δήλωσης, καταβάλλεται σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις.
Οι δόσεις αυτές πρέπει να είναι συνεχείς και επιβαρύνονται και αυτές με πρόσθετο φόρο 4% ή 2,5% ανάλογα με το είδος του φόρου και χρόνο καταβολής κάθε δόσης.
Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) δραχμών.


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Έστω ότι ο οφειλόμενος φόρος μαζί με το ποσό της προσαύξησης σε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις ανέρχεται σε δρχ. 1.050.000.
Ο φόρος αυτός θα καταβληθεί σε πέντε μηνιαίες δόσεις και θα είναι οι τέσσερις πρώτες 250.000 δραχμών ή καθεμιά και η τελευταία (πέμπτη) 50.000 δραχμών και τούτο γιατί οι δόσεις δεν είναι δυνατό να υπολείπονται των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) δραχμών.
Συνεπώς, αν η οφειλή είναι μικρότερη των 250.000 δραχμών θα βεβαιωθεί ότι θα εισπραχθεί το σύνολο του ποσού εφάπαξ.

Γ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4: Η παραπάνω ευχέρεια καταβολής των οφειλόμενων ποσών σε δόσεις, δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στις περιπτώσεις που έχει αρχίσει ο τακτικός έλεγχος οποιασδήποτε ανέλεγκτης χρήσης. Ημέρα έναρξης τακτικού ελέγχου θεωρείται η ημέρα έκδοσης εντολής ελέγχου και θεωρήσεως από το συνεργείο ελέγχου των τηρουμένων από την επιχείρηση βιβλίων του Κ.Β.Σ.

ΆΑρθρο 3
Με καταβολή προσθέτων φόρων και έντοκη επιστροφή φόρου

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν.1473/1984 ως ακολούθως:
Α. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1: Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, εφόσον ο υπόχρεος κατά την υποβολή της φορολογικής του δήλωσης ή την κατάθεση της διασάφησης ακολούθησε την ερμηνεία που δόθηκε στις διατάξεις της άμεσης και έμμεσης φορολογίας από ερμηνευτικές οδηγίες του υπουργείου Οικονομικών ή από έγγραφο της φορολογικής Αρχής ή από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή από τη νομολογία των Διοικητικών Δικαστηρίων, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (CODRA), πρόσθετοι φόροι, προσαυξήσεις, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις δεν επιβάλλονται.
Το ίδιο ισχύει και αν ο φορολογούμενος δεν υπέβαλε φορολογική δήλωση βασιζόμενος σε όσα αμέσως παραπάνω αναπτύχθηκαν.
Τέλος, εφόσον για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, για την επιβολή του φόρου δεν απαιτείται από το νόμο η υποβολή φορολογικής δήλωσης, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που γεννήθηκε η φορολογική ενοχή.

Β. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2: Στην παράγραφο αυτή ορίζεται ότι, κάθε άμεσος ή έμμεσος φόρος ή δασμός, κύριος ή πρόσθετος ή πρόσημο που έχει μετά από οριστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου οιουδήποτε βαθμού εν όλω ή εν μέρει αχρεώστητα καταβληθεί κατά το ποσό αυτό συμψηφίζεται ή επιστρέφεται εντόκως, με το επιτόκιο που ισχύει για τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας.
Ο χρόνος της έντοκης επιστροφής του φόρου κ.λπ. αρχίζει μετά την παρέλευση εξαμήνου από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα της κοινοποίησης στη φορολογική Αρχή της απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου.
Το ίδιο ισχύει και για τον επιστρεπτέο φόρο που προκύπτει από τη δήλωση του φορολογουμένου, στην περίπτωση όμως αυτή η εξάμηνη προθεσμία για την έντοκη επιστροφή του φόρου αρχίζει από την πρώτη του μήνα του επόμενου της λήξης της προθεσμίας υποβολής της σχετικής δήλωσης των φορολογουμένου, όπως αυτή ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις.
Για όσες περιπτώσεις επιστροφής φόρων εκκρεμούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το εξάμηνο αρχίζει από την πρώτη μήνα του επόμενου από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η άσκηση έφεσης εκ μέρους του Δημοσίου κατά οριστικών αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων, δεν αναστέλλει σε καμία περίπτωση την παραπάνω διαδικασία της έκπτωσης των ποσών που βεβαιώθηκαν ή της επιστροφής ή του συμψηφισμού των ποσών που καταβλήθηκαν και δεν οφείλονται βάσει των οριστικών αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων.
Το οφειλόμενο όμως ποσό, μετά την έκδοση της απόφασης του ανωτέρου σε βαθμό δικαστηρίου ή λόγω διοικητικής επίλυσης της διαφοράς - πέραν εκείνου που καθορίσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση - προσαυξάνεται με το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας που ισχύει κατά το χρόνο της νέας βεβαιώσεως, για το χρονικό διάστημα από του χρόνου της επιστροφής του, κατά τα ανωτέρω, μέχρι της νέας αυτής βεβαιώσεως.
Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση επιστροφής φόρου βάσει δηλώσεως η οποία μετά από έλεγχο διαπιστώνεται ότι είναι ανακριβής. Και εδώ, ο χρόνος για τον υπολογισμό του τόκου αρχίζει από του χρόνου της επιστροφής του φόρου μέχρι του χρόνου (ημερομηνίας) της νέας βεβαιώσεως.
Ο έντοκος υπολογισμός των φόρων κ.λπ., κατά τα ανωτέρω, είναι ανεξάρτητος από τις κείμενες διατάξεις για την επιβολή πρόσθετων φόρων, το πρώτο εφαρμοζόμενος.
Για την παράλειψη επιστροφής του φόρου εντός της προθεσμίας των έξι μηνών ευθύνεται ο προϊστάμενος της αρμόδιας Δημοσίας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) και ο αναπληρωτής αυτού, καθώς και για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ο προϊστάμενος της αρμόδιας διεύθυνσης εκκαθάρισης των δηλώσεων εισοδήματος Κέντρου Πληροφορικής Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕ.ΠΥ.Ο.) και μέχρι δύο κάτω από αυτούς οριζόμενοι υπάλληλοι.
Η παραπάνω παράλειψη αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του υπαλληλικού κώδικα.
Πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται με τις ίδιες διατάξεις για τους ίδιους παραπάνω υπαλλήλους των Δ.Ο.Υ., αποτελεί η παράλειψη της λήψης, εντός εξαμήνου από τις εκάστοτε προθεσμίες καταβολής των χρεών, όλων των υπό του ΚΕΔΕ ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 τεύχος Α) προβλεπομένων για την είσπραξη μέτρων.
Για χρέη που είναι ληξιπρόθεσμα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το εξάμηνο αρχίζει από την πρώτη του μήνα του επόμενου από τη δημοσίευση.

Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.




ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο