Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 22-02-2006 ]

ΣτΕ 550/2006 Λήψη εικονικών τιμολογίων. Πότε θεωρείτε παράβαση η λήψη εικονικών τιμολογίων .Πότε ο λήπτης ενεργεί καλή τη πίστη ακόμα και εάν ο εκδότης δεν έχει κάνει έναρξη στην εφορία.

(Λήψη εικονικών τιμολογίων. Πότε θεωρείτε παράβαση η λήψη εικονικών τιμολογίων .Πότε ο λήπτης ενεργεί καλή τη πίστη ακόμα και εάν ο εκδότης δεν έχει κάνει έναρξη στην εφορία. )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος



ΣΤΕ 550/22.02.2006

Λήψη εικονικών τιμολογίων. Πότε θεωρείτε παράβαση η λήψη εικονικών τιμολογίων .Πότε ο λήπτης ενεργεί καλή τη πίστη ακόμα και εάν ο εκδότης δεν έχει κάνει έναρξη στην εφορία.

Αριθμός 550/2006 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2004, με την εξής σύνθεση: Ν. Σκλίας, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και των αρχαιοτέρων του Συμβούλων, που είχαν κώλυμα, Κ. Βιολάρης, Ε. Αναγνωστοπούλου, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ε. Σταυρουλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Στεργιοπούλου.

Για να δικάσει την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση:

της εταιρείας με την επωνυμία. ....... η οποία παρέστη με το δικηγόρο ......, που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Αθανάσιο Τσιοκάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ αριθμ. 2025/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Σ. Βιτάλη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τ ο Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ αριθμ. 655933, 655934, 655935/2003 ειδικά έντυπα παραβόλου Α σειράς).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, ζητείται παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ αριθμ. 2025/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της υπ αριθμ. 1660/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή της αυτής εταιρείας κατά της υπ αριθμ. 99/2.7.1999 αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς, με την οποία της είχε επιβληθεί πρόστιμο ύψους 327.728.260 δραχμών για λήψη εικονικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, κατά τη χρήση του έτους 1993, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992).

3. Επειδή, στο άρθρο 32 του π.δ. 186/1992 με τίτλο «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων» (Α 84) ορίζονται τα εξής: «1. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του Κώδικα αυτού τιμωρείται, για κάθε είδος παράβασης, με πρόστιμο (-) μέχρι 200.000 δραχμές, αν πρόκειται για υπόχρεο τήρησης βιβλίων δεύτερης κατηγορίας (-). 2. Κατ εξαίρεση, όταν η παράβαση αναφέρεται σε μη έκδοση ή σε ανακριβή έκδοση των στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό και έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 300.000 δραχμών, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με την αξία της συναλλαγής ή μέρους αυτής που αποκρύφτηκε ( )».

Περαιτέρω, στο άρθρο 33 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του π.δ. 134/1996 (Α 105) ορίζονται τα εξής: «Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η λήψη εικονικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής θεωρείται ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι το πενταπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο του κατά περίπτωση ανώτατου ορίου προστίμου που ορίζεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 32 του Κώδικα αυτού». Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986 (50 Α) ορίζεται ότι: «αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει:

α) - ζ) Όποιος εκδίδει πλαστό ή εικονικό ή νοθεύει τιμολόγιο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην περίπτωση γ της παραγράφου αυτής - Θεωρείται εικονικό και το φορολογικό στοιχείο που εκδόθηκε για συναλλαγή, διακίνηση ή οποιαδήποτε άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολο ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο».

Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων (άρθρ. 32 παρ. 1 και 33 παρ. 4 του π.δ. 186/1992 και 31 παρ. 1 περίπτ. ζ του ν. 1591/1986), αν αποδίδεται εικονικότητα στα φορολογικά στοιχεία που έχουν εκδοθεί, υπό την έννοια ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί η συναλλαγή για την οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν, η φορολογική αρχή βαρύνεται, καταρχήν, με την απόδειξη της εικονικότητας. Αν όμως πρόκειται για συναλλαγή με πρόσωπο που δεν είχε δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε είχε θεωρήσει στοιχεία στην αρμόδια φορολογική αρχή, αρκεί το γεγονός αυτό, νομίμως αποδεικνυόμενο, για να στοιχειοθετηθεί παράβαση και του επιτηδευματία που δέχεται τέτοια στοιχεία, εκτός αν ο τελευταίος αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη κατά το χρόνο της συναλλαγής. (ΣτΕ 1055/2002, 2445/2002, 446/2003).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, «μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιά στην επιχείρηση της εκκαλούσας εταιρείας, για τον οποίο συντάχθηκαν οι από 6.2.1995 και 29.6.1999 οικείες εκθέσεις ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία αυτή, που εδρεύει στον Παναμά και διατηρεί γραφείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 89/1967 και 368/1968, με αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση πλοίων που εκτελούν πλόες εξωτερικού και την εκπροσώπηση και διαχείριση υποθέσεων αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιρειών, κατά τη χρήση, μεταξύ άλλων, του έτους 1993, είχε καταχωρίσει στα τηρούμενα απ αυτήν βιβλία τριάντα δύο τιμολόγια πωλήσεως τα οποία είχαν εκδοθεί ως τιμολόγια παροχής υπηρεσιών από στέλεχος με αρίθμηση από 29 έως 64, με στοιχεία επιτηδευματία ����, τα οποία είχαν εκδοθεί για την προσωπική απασχόληση συνεργείου τεχνιτών σε διάφορα πλοία που τελούσαν υπό την διαχείρισή της.

Προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα των τιμολογίων αυτών, αλλά και άλλων τιμολογίων που είχε λάβει η εκκαλούσα από την ίδια εκδότρια κατά τις χρήσεις τόσο των προηγούμενων ετών 1990, 1991 και 1992 όσο και του επόμενου έτους 1994, ορισμένα από τα οποία παρουσίαζαν πρόβλημα ως προς τον τρόπο διάτρησής τους, είχαν δε υποβληθεί στην πιο πάνω Δ.Ο.Υ. μαζί με τη δήλωση φόρου πλοίων, ώστε να τύχει η επιχείρησή της των προβλεπόμενων κατά το νόμο απαλλαγών από το φόρο εισοδήματος, λόγω πραγματοποιήσεως επισκευών στα παραπάνω πλοία, διενεργήθηκε έρευνα στην αρμόδια για την εν λόγω ατομική επιχείρηση ΔΟΥ Ε Πειραιά, για την οποία συντάχθηκε η από 11.12.1998 έκθεση ελέγχου.

Από την έρευνα αυτή προέκυψε ότι η εκδότρια των τιμολογίων, είχε κάνει έναρξη εργασιών στις 21.4.1983 και είχε θεωρήσει στην πιο πάνω Δ.Ο.Υ. μόνον το στέλεχος με τα υπ αριθμ. 1-50 τιμολόγια πωλήσεως, καθώς και ισάριθμα δελτία αποστολής, πλην όμως ουδέποτε είχε υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τις φερόμενες ως άνω δραστηριότητές της, και ότι στις δηλώσεις που υπέβαλε αυτή μαζί με τον σύζυγό της, ο τελευταίος μεν δήλωνε ως επάγγελμα ναυτικός, η ίδια δε δεν δήλωνε εισόδημα, αλλά ανέγραφε ότι ασχολείται με οικιακά. Τα τιμολόγια από το στέλεχος με αριθμούς 51 και άνω, δηλ. 12 από τα επίμαχα τιμολόγια, έφεραν μεν διάτρηση θεώρησης, δεν είχε όμως καταχωρηθεί στα βιβλία της οικείας Δ.Ο.Υ. σχετική πράξη θεώρησής τους και ως εκ τούτου απεδείχθη ότι ήταν πλαστά. Περαιτέρω, η ανωτέρω ουδέποτε απεγράφη ως εργοδότρια στο Ι.Κ.Α., ουδέποτε υπέβαλε δηλώσεις για την απόδοση του φόρου προστιθεμένης αξίας, δεν είχε δε πραγματοποιήσει καμμία αγορά αγαθών, ενώ μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στην επαγγελματική της εγκατάσταση διαπιστώθηκε ότι και η διεύθυνση που είχε δηλώσει ως τέτοια ήταν η διεύθυνση της κατοικίας της, όπου και δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος για την εκτέλεση εργασιών. Εξάλλου, μετά από πρόσκληση της διάδικης φορολογικής αρχής να προσκομίσει τα βιβλία και στοιχεία της για έλεγχο, παρουσιάσθηκε αντ αυτής ο σύζυγός της ��. ο οποίος δήλωσε ότι δεν γνωρίζει που βρίσκονται αυτά. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αφού κρίθηκαν τα εν λόγω τιμολόγια από τη φορολογική αρχή κατ αρχάς ως εικονικά, αφού η εκδότρια ............. δεν ήταν δυνατόν να έχει πραγματοποιήσει η ίδια τις εργασίες, στις οποίες αφορούσαν αυτά, χωρίς τον απαραίτητο μηχανολογικό εξοπλισμό και χωρίς την απασχόληση προσωπικού, δώδεκα δε από αυτά επί πλέον και ως πλαστά, επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας με την (ως άνω 99/2.7.1999) πράξη του Προϊσταμένου της εν λόγω Δ.Ο.Υ. πρόστιμο, αυτοτελές για κάθε μία συναλλαγή και ίσο με το διπλάσιο της αξίας αυτής, κατ εφαρμογή των ευνοϊκότερων διατάξεων των άρθρων 5 και 24 παρ. 4 του Ν. 2523/1997, και συνολικά 327.728.260 δραχμών, με την αιτιολογία ότι αποδέχθηκε και καταχώρισε στα βιβλία της τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων».

Κατά της ως άνω αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία «προέβαλε ότι τα επίμαχα τιμολόγια δεν ήταν εικονικά διότι ανταποκρίνονται σε πραγματικές εργασίες, οι οποίες έγιναν από συνεργείο επισκευής και συντήρησης πλοίων, στο οποίο μετείχε και ο σύζυγος της εκδότριας, ελασματουργός - τεχνίτης, και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν επί των συγκεκριμένων πλοίων σε λιμένες της αλλοδαπής, με τεχνικά μέσα που διέθεταν τα ίδια τα πλοία, ώστε δεν ήταν απαραίτητο να διαθέτει το συνεργείο μηχανολογικό εξοπλισμό, ότι οι εργασίες αυτές αποδεικνύονται από συγκεκριμένα έγγραφα στοιχεία και έχουν πιστοποιηθεί από τα αρμόδια όργανα του πλοίου, πλοίαρχο και Α μηχανικό και ότι οι υπάλληλοι της εταιρείας δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν ότι τα τιμολόγια αυτά ήταν εικονικά, αφού είχαν όλα τα γνωρίσματα των γνήσιων φορολογικών στοιχείων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της αυτών προσκόμισε πρωτοδίκως σε φωτοτυπικά αντίγραφα τα ένδικα τιμολόγια, εκκαθαριστικούς λογαριασμούς για το σύνολο των ωρών εργασίας των τεχνιτών του συνεργείου επί των ανωτέρω πλοίων, δελτία παραγγελίας διαφόρων εργασιών και δελτία παραλαβής των συγκεκριμένων εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στα πλοία αυτά, τα οποία υπογράφονται από τον πλοίαρχο και τον Α μηχανικό του κάθε πλοίου και φέρουν τη σφραγίδα του πλοίου.

Επίσης προσκόμισε:

α) δελτία αποστολής εμπορευμάτων της ίδιας ως άνω ατομικής επιχειρήσεως με παραλήπτες πλοία της διαχειρίσεώς της,

β) σημειώματα από το τεχνικό τμήμα της εταιρείας προς το τμήμα πληρωμών περί παραδόσεως των διαφόρων εμπορευμάτων-ανταλλακτικών στα πλοία και περί εκτελέσεως των επισκευαστικών εργασιών,

γ) βεβαιώσεις των πλοιάρχων ορισμένων από τα πλοία περί εκτελέσεως διαφόρων επισκευαστικών εργασιών,

δ) αποδείξεις καταβολής χρημάτων σε μέλη του συνεργείου για την κάλυψη των εξόδων τους στα πλοία και αποδείξεις πληρωμών,

ε) χρεωστικά σημειώματα διαφόρων ταξειδιωτικών γραφείων για την αγορά αεροπορικών εισιτηρίων στο όνομα μελών του συνεργείου,

στ) την από 15.12.1999 βεβαίωση του Νικολάου Καραμανή, διευθυντή του λογιστηρίου της εταιρείας, ότι όλες οι πληρωμές των τιμολογίων τρίτων γίνονται με τραπεζικές επιταγές,

ζ) απόσπασμα της 2930/2000 αποφάσεως του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, το οποίο κήρυξε τον εκπρόσωπο της εταιρείας, ............., αθώο από την αποδιδομένη σ αυτόν κατηγορία της λήψεως δύο εικονικών τιμολογίων κατά την κρινόμενη χρήση και, τέλος, η) τις από 28.9.1999 βεβαιώσεις των Τραπεζών��������.(βλ. πινάκια 10, 11 και 12 της αυτής δικασίμου), στις οποίες βεβαιώνεται ότι μέσω των εν λόγω Τραπεζών και από το λογαριασμό της εκκαλούσας εξοφλήθηκαν οι απαριθμούμενες στις βεβαιώσεις αυτές επιταγές, οι οποίες αναγράφονται κατά αριθμό επιταγής, χρηματικό ποσό και ημερομηνία». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω προσφυγή και έκρινε ότι τα πιο πάνω τιμολόγια που εξέδωσε για τις επίμαχες εργασίες η επιχείρηση της ..............προς την αναιρεσείουσα ήταν εικονικά, η τελευταία δε δεν απέδειξε ότι τελούσε σε καλή πίστη ως προς το πρόσωπο που παρέσχε τις υπηρεσίες που αφορούσαν τα τιμολόγια αυτά. Η κρίση αυτή επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε έφεση που άσκησε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως η αναιρεσείουσα εταιρεία, ισχυριζόμενη, πέραν όσων πρωτοδίκως ανεπτύχθησαν, ότι τελούσε σε καλή πίστη δεδομένου ότι, το συμβληθέν με την αναιρεσείουσα πρόσωπο,............. ήταν σύζυγος της εκδότριας των τιμολογίων .............. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση θεώρησε ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη «ούτε η βεβαίωση του διευθυντή του λογιστηρίου της εκκαλούσας, διότι αποτελεί στην πραγματικότητα μαρτυρική κατάθεση, η οποία δεν έχει ληφθεί νομότυπα, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 179 επ. του Κώδικα Διοικ. Δικ. (Ν. 2717/1999) ούτε και οι προσκομιζόμενες για πρώτη φορά κατ έφεση 25.373, 25.379 και 25.385/23.4.2003 ένορκες ενώπιον της Συμβ/φου Πειραιώς Ζαφειρίας Σουρή - Κωνσταντίνου βεβαιώσεις, των .............ναυπηγού, .............. μηχανικού Ε.Ν. και .............., μηχανολόγου-μηχανικού, οι οποίες έχουν ληφθεί κατά το άρθρο 185 του πιο πάνω Κώδικα Διοικ. Δικ., διότι η επίκληση και η προσαγωγή τους γίνεται απαραδέκτως κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 96 του Κώδικα αυτού».

Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, «από τα λοιπά ως άνω στοιχεία, αποδεικνύεται μεν ότι εκτελέσθηκαν πράγματι εργασίες επισκευής και συντήρησης των προαναφερθέντων πλοίων από το επικαλούμενο από την εκκαλούσα συνεργείο, μεταξύ των μελών του οποίου περιλαμβάνεται σε ορισμένες περιπτώσεις και ο σύζυγος της εκδότριας των τιμολογίων ............. δεν προκύπτει όμως οποιαδήποτε συναλλαγή ή συμφωνία της εταιρείας με την ίδια την ατομική επιχείρηση της ................δηλ. με την εκδότρια των τιμολογίων, της οποίας, συνεπώς, η σχέση με το παραπάνω συνεργείο ή η ανάμειξη στις συγκεκριμένες εργασίες δεν αποδεικνύεται από κανένα από τα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, και τα ένδικα τιμολόγια είναι εμφανώς παράτυπα, αφού αφενός μεν είναι τιμολόγια πωλήσεως τα οποία έχουν συμπληρωθεί ως τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αφετέρου και κυρίως δεν αναγράφουν στη σφραγίδα της ατομικής επιχειρήσεως που τα εξέδωσε τον αριθμό του φορολογικού της μητρώου, αλλά αντ αυτού τον αριθμό της ταυτότητας προφανώς της εκδότριας.............(Α.Δ.Τ. 948700).

Το γεγονός όμως αυτό θα προξενούσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υποψίες σε οποιονδήποτε εχέφρονα συναλλασσόμενο, πολλώ δε μάλλον στον εκπρόσωπο και στους αρμόδιους υπαλλήλους του οργανωμένου λογιστηρίου μιας μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας, όπως η εκκαλούσα. Επί πλέον των ανωτέρω, υπάρχει και καταφανής διάσταση μεταξύ της επωνυμίας της επιχειρήσεως που αναγράφεται στα έγγραφα που παραλάμβανε η εταιρεία προς πιστοποίηση των εκτελούμενων εργασιών και της επωνυμίας της επιχειρήσεως που εξέδιδε τελικά τα οικεία φορολογικά στοιχεία, διότι τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά των εκάστοτε λογαριασμών και τα δελτία παραλαβής εργασιών φέρουν έντυπα την ένδειξη ����� ή ακόμη και ����� (βλ. πινάκιο 11 της αυτής δικασίμου), ενώ και άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, όπως π.χ. το από 20.3.1993 έγγραφο του πλοιάρχου του πλοίου M/V EVIMERIA ...........το από 9.8.1993 έγγραφο του πλοιάρχου M/V AMILLA .............. οι από 25.3.1993, 15.6.1993 και από 17.6.1993 βεβαιώσεις παροχής υπηρεσιών του πλοιάρχου του πλοίου M/V ARETI ........... και του αρχιμηχανικού του πλοίου M/V PISTIS.......... καθώς και διάφορα σημειώματα παραγγελίας εργασιών (Νο 1799 και Νο 2039) αναγράφουν ως επωνυμία �����. ή συνεργείο�..ή συνεργείο ����. γεγονός που δεν είναι δυνατόν να μην έγινε αντιληπτό και που υποδηλώνει ότι το συνεργείο που πραγματοποιούσε τις επισκευές κλπ. στα πλοία είχε μεν σχέση με το σύζυγο της εκδότριας των τιμολογίων όχι όμως και με τη φερόμενη ως ατομική επιχείρηση της ίδιας και ότι η έκδοση των τιμολογίων στο όνομα της τελευταίας γινόταν προς εξαπάτηση της φορολογικής αρχής. Με βάση τα δεδομένα αυτά και ενόψει του γεγονότος ότι από την παραπάνω βεβαίωση της Τράπεζας CITIBANK N.A., προκύπτει μεν η μέσω αυτής εξόφληση με διάφορες τραπεζικές επιταγές και σε αντίστοιχες ημερομηνίες ποσών, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας αφορούν στην καταβολή της αξίας των ένδικων τιμολογίων, δεν προκύπτει όμως και το πρόσωπο επ ονόματι του οποίου έχουν εκδοθεί οι επιταγές αυτές ή το πρόσωπο που εισέπραξε τα αναγραφόμενα ποσά». Με τα δεδομένα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε «ότι, εν προκειμένω, ακόμη και αν αποδεικνυόταν η καλή πίστη της εταιρείας ως προς την ανυπαρξία της ατομικής επιχειρήσεως της εκδότριας των επίμαχων τιμολογίων, δεν αποδεικνύεται πάντως και η καλή πίστη αυτής ως προς το ότι τα πρόσωπα του συνεργείου που πραγματοποίησαν τις εργασίες επί των πλοίων, αποτελούσαν προσωπικό της εν λόγω επιχειρήσεως ή είχαν οποιαδήποτε άμεση σχέση μ αυτήν, και, επομένως, ως προς το ότι η πιο πάνω ατομική επιχείρηση ήταν εκείνη που παρείχε και τις συγκεκριμένες υπηρεσίες, ώστε να δικαιολογείται περαιτέρω η έκδοση των τιμολογίων αυτών στο όνομά της και όχι στο όνομα εκείνων που εκτέλεσαν τις εργασίες, όπως ορθά και νόμιμα έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, εικονικό είναι το εκδιδόμενο φορολογικό στοιχείο όχι μόνον όταν εκδίδεται για ανύπαρκτη συναλλαγή, αλλά και όταν η συναλλαγή έχει πραγματοποιηθεί από πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που αναγράφεται στο φορολογικό στοιχείο, ο δε λήπτης ευθύνεται, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, εφόσον είναι εν γνώσει του γεγονότος αυτού.

Η καλή πίστη της εταιρείας ως προς το συγκεκριμένο γεγονός δεν προκύπτει πάντως» κατά την ίδια απόφαση «ούτε από το ότι τόσο η εκδότρια των τιμολογίων όσο και ο σύζυγός της μηνύθηκαν από την εταιρεία στις 6.2.1995, δηλ. μετά τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, για την έκδοση σε μεταγενέστερη της κρινόμενης χρήση πλαστών τιμολογίων, δηλ. τιμολογίων που δεν έφεραν διάτρηση από την αρμόδια φορολογική αρχή». Επομένως, σύμφωνα με την ίδια απόφαση «στοιχειοθετούνται σε βάρος της εκκαλούσας οι αποδιδόμενες σ αυτήν παραβάσεις των μνημονευόμενων διατάξεων του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων για τη λήψη εικονικών (ανακριβών) τιμολογίων (και όχι των αντίστοιχων διατάξεων του νεώτερου Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τις οποίες εσφαλμένα εφήρμοσε το πρωτόδικο δικαστήριο), δεδομένου δε ότι οι παραβάσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα και την απόκρυψη της συναλλαγής, νομίμως προσδιορίσθηκε από τη φορολογική αρχή το επιβλητέο σε βάρος της πρόστιμο στο ισόποσο της αξίας κάθε συναλλαγής».

Η αιτιολογία όμως αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι νόμιμη, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, διότι, ενώ δέχεται ότι από τα στοιχεία που παρατίθενται ανωτέρω «αποδεικνύεται μεν ότι εκτελέσθηκαν πράγματι εργασίες επισκευής και συντήρησης των προαναφερθέντων πλοίων από το επικαλούμενο από την εκκαλούσα συνεργείο, μεταξύ των μελών του οποίου ήταν και ο σύζυγος της εκδότριας των τιμολογίων ............. » στη συνέχεια καταλήγει στο συμπέρασμα «ότι δεν αποδεικνύεται η καλή πίστη της εταιρείας ως προς το ότι τα πρόσωπα του συνεργείου που πραγματοποίησαν τις εργασίες επί των πλοίων, αποτελούσαν προσωπικό της εν λόγω επιχείρησης ή είχαν οποιαδήποτε σχέση μ αυτήν, και, επομένως, ως προς το ότι η πιο πάνω ατομική επιχείρηση ήταν εκείνη που παρείχε και τις συγκεκριμένες υπηρεσίες », χωρίς να αξιολογήσει τον προβληθέντα με την έφεση ισχυρισμό της αιτούσας ότι ένα από τα μέλη του συνεργείου που πραγματοποίησε τις συναλλαγές, ο .............. ήταν σύζυγος της εκδότριας των επίμαχων τιμολογίων .............. Περαιτέρω, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι «δεν προκύπτει η καλή πίστη της αναιρεσείουσας εταιρείας ούτε από το γεγονός ότι τόσο η εκδότρια των τιμολογίων όσο και ο σύζυγός της μηνύθηκαν από την εταιρεία στις 6.2.1995, δηλαδή μετά τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου» δεν είναι νόμιμη, τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η μήνυση έγινε την ίδια ημέρα του ελέγχου (6.2.1995), και όχι μεταγενέστερα όπως υπολαμβάνει το δικάσαν δικαστήριο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απήντησε στον προβληθέντα με την έφεση, ειδικότερο ισχυρισμό της αιτούσας, σύμφωνα με τον οποίο η καλή της πίστη αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι «ευθύς ως έλαβε γνώση ότι η γενόμενη με διάτρηση σφράγιση των τιμολογίων δεν ήταν γνήσια, παραχρήμα μήνυσε τόσο την εκδότρια των τιμολογίων ............ όσο και το σύζυγό της ..............οι τελευταίοι δε, παραπέμφθησαν με το υπ αριθμ. 269/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά προκειμένου να δικασθούν για απάτη σε βάρος της εταιρείας σε βαθμό κακουργήματος και χρήσης πλαστών τιμολογίων». Στη συνέχεια η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ αναφέρει στο σκεπτικό της «ότι με την υπ αριθμ. 2930/2000 απόφαση του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, κηρύχθηκε ο εκπρόσωπος της εταιρείας .............., αθώος από την αποδιδόμενη σ αυτόν κατηγορία της λήψεως δύο εικονικών τιμολογίων κατά τη χρήση του έτους 1994», στη συνέχεια δεν φαίνεται να αξιολογεί το γεγονός αυτό. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

5. Επειδή, αναιρουμένης κατά τα ανωτέρω, της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποβαίνει περιττή η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και η υπόθεση, χρήζουσα διευκρινήσεως κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Διά ταύτα

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση

Αναιρεί την υπ αριθμ. 2025/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρείας η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2004

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Ν. Σκλίας Π. Στεργιοπούλου και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 2006. Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος Η Γραμματέας

Φ. Στεργιόπουλος Π. Στεργιοπούλου



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο