Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 16-06-2006 ]

Αρ. Πρ.6214/14.06.06 Κοινοποίηση του νόμου 3424/2005, (ΦΕΚ 305/Α/13.12.2005) «Τροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173/Α΄) και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες διατάξεις

(Κοινοποίηση του νόμου 3424/2005, (ΦΕΚ 305/Α/13.12.2005) «Τροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173/Α΄) και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες διατάξεις )

Κατηγορία: Ελεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ



Αθήνα, 14/06 /06

Αρ. πρωτ.:6214/460/Δ3B

Προς: 1. Όλες τις Περιφερειακές Δ/νσεις ΥΠ.Ε.Ε.

Θέμα:«Κοινοποίηση του νόμου 3424/2005, (ΦΕΚ 305/Α/13.12.2005) «Τροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173/Α΄) και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες διατάξεις»

Οι ρυθμίσεις του νόμου 3424/2005, αναφέρονται σε τροποποιήσεις, συμπληρώσεις και αντικαταστάσεις διατάξεων του Ν. 2331/1995 και ανά άρθρο περιληπτικά προβλέπουν τα εξής:

Αρθρο 1  

Με το νέο νόμο 3424/O5, σκοπείται κυρίως η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την
Οδηγία 2001/97/ΕΚ (L 344/4.12.2001) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του  Συμβουλίου για την
πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων
από εγκληματικές δραστηριότητες καθώς και η υιοθέτηση ορισμένων αναθεωρημένων συστάσεων
της Διεθνούς Ομάδας Δράσης (FINANCIAL ACTION TASK FORCE – FΑΤF) για την πρόληψη της
νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
  
Αρθρο 2

 1. Ο όρος εγκληματική δραστηριότητα διευρύνεται, και στις εγκληματικές δραστηριότητες περιλαμβάνονται:

α. τα βασικά εγκλήματα &

β. Κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το
ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι (6) μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον
15.000 ευρώ."
 

2. Τροποποιείται και διευρύνεται η έννοια "Πιστωτικό Ίδρυμα" και περιλαμβάνει το ίδρυμα ηλεκτρονικού
χρήματος κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 16.του ν. 2076/1992 (Φ.Ε.Κ. 130/Α).
 

3. Διευρύνεται η έννοια "Χρηματοπιστωτικός Οργανισμός" και περιλαμβάνει πλέον των
δραστηριοτήτων που αναφέρονται στα σημεία β έως ιβ' του άρθρου 24 του ν. 2076/1992 τα κάτωθι
νομικά πρόσωπα:
 

α) οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου
β) οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων
γ) οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων σε ακίνητη περιουσία
δ) οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία
ε) οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών
στ) οι εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης
ζ) τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος
η) οι εταιρείες παροχής πιστώσεων
θ) οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων
ι) τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίοι έχουν
την έδρα τους στην αλλοδαπή
ια) οι ασφαλιστικές εταιρείες που ασκούν ασφαλίσεις ζωής."

4. Τροποποιείται η παράγραφος που επεξηγεί την έννοια «αρμόδια αρχή»
 
Ως αρμόδιες αρχές ορίζονται:
 
α.  Η Τράπεζα της Ελλάδος για:
 
-τα πιστωτικά ιδρύματα,
-τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης,
-τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων, 
- των ταχυδρομικών εταιρειών (μόνο στην έκταση που ασκούν τη  δραστηριότητα της
διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων),
-των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος, 
-των εταιρειών παροχής πιστώσεων, 
-των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων.
 
β.  Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για:
 
- τις εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, 
-τις εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, 
-τις εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων σε ακίνητη περιουσία,
-τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, 
-τις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, 
-τις εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης.
 
 
γ.  Η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, για:
 
--

τις ασφαλιστικές εταιρείες.
δ.  Η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, για:
 
 
- τους ορκωτούς λογιστές, 
- ελεγκτές και εξωτερικούς λογιστές, και 
-  τις ελεγκτικές εταιρείες
 
 

ε.  Το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών για:
 
 
 -τις εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου, 
 -τους φορολογικούς ή φοροτεχνικούς συμβούλους, 
 -τις εταιρείες φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών,
-τους κτηματομεσίτες και τις κτηματομεσιτικές εταιρείες,
-τους οίκους δημοπρασίας, 
- τους έμπορους αγαθών μεγάλης αξίας τους εκπλειστηριαστές όταν η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει
 τα 15.000 ευρώ είτε η πληρωμή γίνεται    εφάπαξ είτε με δόσεις, τα καζίνο του διαδικτύου
 
 

στ.  Το Υπουργείο Δικαιοσύνης για: 
-  τους συμβολαιογράφους και τους δικηγόρους .
 
 

ζ.  Η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Τυχερών Παιχνιδιών για:
 
- τα καζίνο και τις εταιρείες τυχερών παιχνιδιών.

η.  Η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή των ελληνικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών οι οποίοι είναι αντίστοιχοι με
τους αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που εγκαθιστούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα, για: 
 
-τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίοι έχουν την
έδρα τους στην αλλοδαπή.
  

5. Διευρύνεται η έννοια του όρου "Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" με τις
ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις και εν γνώσει του γεγονότος ότι το προϊόν προέρχεται
από εγκληματικές δραστηριότητες:

       η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας,
       η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας
ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων
       η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας,
       η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για
 τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξή
της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης.
6. Προστίθενται οι παρακάτω έννοιες:

       "Πρόσωπο": Φυσικό ή νομικό πρόσωπο."
       "Ηλεκτρονική Μεταφορά Κεφαλαίων":
       "Διασυνοριακή Μεταφορά Κεφαλαίων".
 
 Άρθρο 3  

Ανακαθορίζονται οι ποινές για τον υπαίτιο πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ως εξής:
 

α. Με κάθειρξη δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές
δραστηριότητες.

β. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπάλληλος των νομικών προσώπων αν ασκεί τέτοιες
 πράξεις κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος, ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής
ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης.

γ. Με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος υπάλληλος των προσώπων του άρθρου 2α
παράγραφος 1 ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά υπόπτων συναλλαγών πρόσωπο, παραλείπει από
πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή παρουσιάζει ψευδή ή
 παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικώννομοθετικών, διοικητικών και κανονιστικών
διατάξεων και κανόνων.

δ. Η ποινική ευθύνη για βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω
στοιχείων α, β και γ'. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός
αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω στοιχείων α, β και γ, αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον
εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος,
 ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές
δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
 

Αν καταδικάστηκε ο υπαίτιος για βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της
νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα
ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος.

Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή
εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος.

Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές 
δραστηριότητες, η ποινή κατ' αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή
που επιβλήθηκε κατά υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος
στοιχείου δ' ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου β. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή
απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β."

"Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά το προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει τα 4.000 ευρώ και δεν
είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του προηγούμενου εδαφίου περιουσιακά
στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος."
 
Αρθρο 4
 

1. Προστίθεται το άρθρο 2α στο νόμο 2331/1995 το οποίο αναφέρεται στα νομικά πρόσωπα που
 υπόκεινται στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου αυτού του
νόμου, και τα οποία είναι τα κάτωθι:
 

α) τα πιστωτικά ιδρύματα

β) οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί

γ) οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης

δ) οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων

ε) οι εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου

στ) οι ορκωτοί λογιστές, ελεγκτές και εξωτερικοί λογιστές, καθώς και οι ελεγκτικές εταιρείες

ζ) οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι και οι εταιρείες φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών

η) οι κτηματομεσίτες και οι κτηματομεσιτικές εταιρείες

θ) τα καζίνο, τα καζίνο του διαδικτύου (internet) και οι εταιρείες διοργάνωσης τυχερών παιχνιδιών

ι) οι οίκοι δημοπρασίας

ια) οι έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας και οι εκπλειστηριαστές όταν η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ είτε η πληρωμή γίνεται εφάπαξ είτε με δόσεις

ιβ) οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι όταν συμμετέχουν είτε βοηθώντας στο σχεδιασμό ή στην υλοποίηση
συναλλαγών για τους πελάτες τους κ.λ.π.

ιγ) οι ταχυδρομικές εταιρείες, μόνο στην έκταση που ασκούν τη δραστηριότητα της διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων.
 

2. Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών δύνανται να ορίζονται διαφοροποιημένες υποχρεώσεις των ανωτέρω
προσώπων 

3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Ανάπτυξης ορίζονται
κριτήρια για τον προσδιορισμό των ατομικών επιχειρήσεων και των εταιρειών που υπάγονται στην έννοια των εμπόρων αγαθών μεγάλης αξίας
 

4. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων
Υπουργών για την αδειοδότηση, καταχώρηση, επιχορήγηση ή έλεγχο των εταιρειών, οργανισμών, οργανώσεων,
σωματείων και άλλων μορφών ενώσεων προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καθορίζονται τρόποι, μέτρα και
διαδικασίες για την αποτροπή χρησιμοποίησης των ανωτέρω για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές  δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
 

5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζονται η διαδικασία και οι τεχνικές λεπτομέρειες για τη συλλογή
στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις εκδικαζόμενες υποθέσεις για αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές  δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και για σχετικές αποφάσεις ή βουλεύματα.
 

6. Το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται ως κεντρική συντονιστική αρχή για την εφαρμογή
των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου του νόμου 2331/95, για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των
μηχανισμών αντιμετώπισης των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της
χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για το συντονισμό της δράσης των αρμόδιων αρχών και για τη διεθνή εκπροσώπηση  της χώρας μας.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ορίζονται διαδικασίες και μέτρα για την εφαρμογή των ανωτέρω και για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του ανωτέρω Υπουργείου, της Ανεξάρτητης  Αρχής του άρθρου 7 και των αρμόδιων αρχών.
 

7. Για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίας και άλλα αδικήματα της φορολογικής και
τελωνειακής νομοθεσίας που υπάγονται στα βασικά εγκλήματα, καθορίζεται ειδική διαδικασία ως εξής:
 

α) Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) είναι αρμόδια για την παραπομπή στη δικαιοσύνη υποθέσεων
νομιμοποίησης εσόδων από λαθρεμπορία, φοροδιαφυγή και για υποθέσεις που υπάγονται στις λοιπές
αρμοδιότητές της εφόσον έχει συντάξει τη σχετική πορισματική αναφορά. Η υποβολή της αναφοράς στη
δικαιοσύνη γίνεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα της ΥΠ.Ε.Ε. με ενημέρωση της Διεύθυνσης Ειδικών Οικονομικών Υποθέσεων και της Ανεξάρτητης Αρχής του άρθρου 7.
 
                                             
β) Για τις ανωτέρω υποθέσεις για τις οποίες έχουν επιληφθεί οι Δ.Ο.Υ ή τα ελεγκτικά κέντρα ή τα
τελωνεία υποβάλλονται αναφορές στην Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7 μέσω των αντίστοιχων Γενικών
Διευθύνσεων Φορολογικών Ελέγχων και Τελωνείων.
 

γ) Τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 2α παράγραφος 1 υποβάλλουν αναφορές ύποπτων συναλλαγών που
ενδέχεται να σχετίζονται με τα ανωτέρω αδικήματα στην Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7, πλην των δικηγόρων
που υποβάλλουν αναφορές στην ειδική επιτροπή του άρθρου 4 παράγραφος 19."

Αρθρο 5 

1. Καθορίζονται με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών ειδικές υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και
χρηματοπιστωτικών οργανισμών για:
 
-την ηλεκτρονική μεταφορά κεφαλαίων για συναλλαγές μικρότερες των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, 
-την διασυνοριακή ηλεκτρονική μεταφορά κεφαλαίων σχετικά με τις πληροφορίες που οφείλουν να
περιλαμβάνουν στα σχετικά μηνύματα (ονοματεπώνυμο, διευθύνσεις, αριθμό λογαριασμού εντολέα) 
- τις πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στα μηνύματα μεταφοράς κεφαλαίων εντός της χώρας με
πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες
 

2 .Ορίζονται οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών σχετικά με
τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν καθώς την εξέταση με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγής η οποία από τη φύση της
η από τα στοιχεία του συναλλασσόμενου κοινού, μπορεί να συνδεθεί με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές
δραστηριότητες ή χρηματοδότησης τρομοκρατικών οργανώσεων ή τρομοκρατών.
 
Ειδικότερα τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν:
 

α) να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή, η οποία από τη φύση της ή από στοιχεία που αφορούν
το πρόσωπο ή την ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές
δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων ή τρομοκρατών,
 
β) να θεσπίζουν διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν
τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με τα ανωτέρω εγκλήματα,

γ) να συνεκτιμούν και το συνολικό χαρτοφυλάκιο, το οποίο ενδεχομένως διατηρεί σε αυτά ο συναλλασσόμενος
για να εξακριβώσουν τη συνάφεια και συμβατότητα της υπόψη συναλλαγής με το χαρτοφυλάκιο αυτό,

δ) να μεριμνούν ώστε οι σχετικές διατάξεις για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,
να εφαρμόζονται στις θυγατρικές εταιρείες και στα υποκαταστήματά τους στο εξωτερικό, εκτός αν αυτό
απαγορεύεται, πλήρως ή μερικώς, από τη σχετική αλλοδαπή νομοθεσία, οπότε ενημερώνουν τον αρμόδιο Εισαγγελέα και την Αρχή του άρθρου 7 και

ε) να λαμβάνουν κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο που αποφασίζει η αρμόδια αρχή τους για την αποτροπή
των ανωτέρω εγκλημάτων, συμπεριλαμβανομένης της μη κατάρτισης της συναλλαγής, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί οι όροι της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας του συναλλασσομένου, όπως ειδικότερα ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές.
 

Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών μπορούν
ενδεικτικώς:
 

α) να εξειδικεύονται τα κριτήρια που οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τα εποπτευόμενα από αυτές πρόσωπα
κατά τον έλεγχο τυχόν σύνδεσης συναλλαγών με τα ανωτέρω εγκλήματα,

β) να προσδιορίζονται τα ειδικότερα στοιχεία των συναλλαγών ή/ και των συναλλασσομένων που οφείλουν τα
πρόσωπα αυτά να απαιτούν κατά τις συναλλαγές τους,

γ) να ορίζονται πρόσθετες υποχρεώσεις των προσώπων αυτών για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου και

δ) να καθορίζονται ο τρόπος, τα όργανα και οι λεπτομέρειες ασκήσεως των σχετικών ελέγχων
 

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης
και η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, συγκροτούν εκάστη, ειδική υπηρεσιακή μονάδα
στελεχωμένη με τουλάχιστον δύο υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης, με σκοπό τον έλεγχο της συμμόρφωσης
των εποπτευόμενων από αυτές εταιρειών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που επιβάλλονται με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου.

Αυτές οι ειδικές υπηρεσιακές μονάδες συνεπικουρούνται από τους υπαλλήλους των αρμόδιων αρχών και ιδίως από τους
ελέγχοντες, άμεσα ή έμμεσα, τις εποπτευόμενες από αυτές εταιρείες. Αυτές οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν κάθε
ημερολογιακό εξάμηνο αναλυτική έκθεση στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών σχετικά με την αξιολόγηση των επί μέρους εταιρειών και για τυχόν επιβληθέντα από τις αρχές αυτές μέτρα ή κυρώσεις.

Ειδικά για τα πιστωτικά ιδρύματα η σχετική έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος αξιολογεί συνολικά κάθε πιστωτικό
ίδρυμα και όχι τα επί μέρους υποκαταστήματά του και η πρώτη σχετική έκθεση υποβάλλεται μετά το πρώτο εξάμηνο  του 2006. Η υποβολή των ανωτέρω εκθέσεων στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών
πραγματοποιείται κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης περί τραπεζικού, χρηματιστηριακού
ή επαγγελματικού απορρήτου.
 

4. Κάθε χρηματοπιστωτικός όμιλος ορίζει ένα διευθυντικό στέλεχος, από τη μεγαλύτερη εταιρεία του
ομίλου, ως συντονιστή (compliance officer) για την εξασφάλιση της τήρησης των σχετικών με τις διατάξεις του
πρώτου κεφαλαίου του νόμου 2331/95 υποχρεώσεων των επί μέρους εταιρειών του ομίλου.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ορίζονται λεπτομέρειες και τεχνικά ζητήματα των ανωτέρω δύο εδαφίων, ιδίως η νομική έννοια του ομίλου και τα κριτήρια προσδιορισμού της μεγαλύτερης εταιρείας κάθε ομίλου
 

5 "Υποχρέωση προς ενημέρωση του αρμόδιου φορέα δεν έχουν οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι
όταν οι σχετικές πληροφορίες αποκτήθηκαν από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά την εξακρίβωση της νομικής θέσης  του πελάτη.
Στο πλαίσιο της υποχρέωσης των δικηγόρων για υποβολή αναφορών ύποπτων συναλλαγών, συνιστάται επιτροπή
η οποία λαμβάνει, αξιολογεί, επεξεργάζεται και διαβιβάζει τις αναφορές αυτές προς τον αρμόδιο φορέα.
 

6. Σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοπιστωτικού
οργανισμού, οι οποίες απορρέουν από τον παρόντα νόμο ή τις κανονιστικές διατάξεις που εκδίδουν
οι αρμόδιες αρχές, επιβάλλονται σε βάρος του κυρώσεις με απόφαση της αρμόδιας αρχής.
 

7. Οι λέξεις "τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί" αντικαθίστανται από
τις λέξεις "τα πρόσωπα του άρθρου 2α".
 

8. Οι διαχειριστές των αγορών μετοχών, παραγώγων και συναλλάγματος υποχρεούνται να
διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες για την αποτροπή και τον άμεσο εντοπισμό πιθανών
περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
και να αναφέρουν στην Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7 τις περιπτώσεις για τις οποίες ευλόγως υποπτεύονται
ότι πραγματοποιούνται τα ανωτέρω αδικήματα. "

Αρθρο 6 

Στις περιπτώσεις που η έρευνα για τη νομιμοποίηση εσόδων από βασικό έγκλημα ή για τον εντοπισμό
περιουσίας γίνεται από την Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7 του νόμου 2331/1995, η απαγόρευση
κίνησης λογαριασμών ή η απαγόρευση μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε άλλου
περιουσιακού στοιχείου, μπορεί σε επείγουσες περιπτώσεις να διαταχθεί από τον Πρόεδρό
της, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται παραπάνω."
 


Αρθρο 7 

1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της
Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες".
2. Η Αρχή συγκροτείται από Πρόεδρο και έντεκα Μέλη. Η θητεία του Προέδρου και των Μελών της Αρχής
είναι τριετής, δυνάμενη να ανανεωθεί
3. Πρόεδρος της Αρχής διορίζεται επί τιμή Ανώτατος Δικαστικός ή Εισαγγελικός Λειτουργός ή πρόσωπο
εγνωσμένου κύρους, ευρείας κοινωνικής αποδοχής και εμπειρίας στο χρηματοπιστωτικό τομέα.
4. Τα Μέλη της Αρχής και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας
και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
5. Αρμοδιότητες της αρχής
 
 
α)συγκεντρώνει, διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται σε αυτήν και
σχετίζονται με ύποπτες συναλλαγές νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
β) δέχεται, διερευνά και αξιολογεί κάθε πληροφορία σχετική με συναλλαγές νομιμοποιήσεως εσόδων
από εγκληματικές δραστηριότητες που διαβιβάζεται σε αυτήν από αλλοδαπούς φορείς.
γ) έχει πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής τήρησης και επεξεργασίας δεδομένων,
περιλαμβανομένου του συστήματος Τειρεσίας. Στο πλαίσιο των ερευνών της δεν ισχύει το φορολογικό
απόρρητο.
δ) μπορεί να διενεργεί οικονομικούς ελέγχους, σε σοβαρές κατά την κρίση της περιπτώσεις,
σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, χωρίς
προηγούμενη ενημέρωση άλλης Αρχής.
ε) ζητά, κατά τη διάρκεια των ελέγχων στοιχεία που αφορούν την κίνηση τραπεζικών λογαριασμών
ή λογαριασμούς άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
στ) ζητά τη συνεργασία υπηρεσιών και οργανισμών οποιασδήποτε μορφής και την παροχή στοιχείων,
ακόμη και από δικαστικές αρχές.
ζ) ενημερώνει εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο τον διαβιβάζοντα την πληροφορία.
η) αξιολογεί και διερευνά πληροφορίες και αναφορές που διαβιβάζονται σε αυτή από αρμόδιους φορείς της
χώρας μας ή από τα αρμόδια όργανα διεθνών οργανισμών και αφορούν το έγκλημα της Χρηματοδότησης της
Τρομοκρατίας,
 

6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Αρχής έχουν υποχρέωση να τηρούν τις
αρχές της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας και να τηρούν εχεμύθεια.
7. Η Αρχή υποστηρίζεται από επιστημονικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό που αποσπάται από τα
Υπουργεία και τους δημόσιους φορείς, που αναφέρονται στην παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού
των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος των Υπουργείων
Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας. Για το σκοπό αυτόν, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας
 και Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του Προέδρου της Αρχής, συνιστώνται και κατανέμονται έως πενήντα (50)
συνολικά θέσεις, οι οποίες πληρούνται μόνο με απόσπαση.
8. Για τα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο αυτόν και τα συναφή με αυτά,
οι υπάλληλοι της Αρχής θεωρούνται ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι
9. Όταν η Αρχή θεωρεί ορισμένη σύμβαση ή συναλλαγή ύποπτη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές
δραστηριότητες, συντάσσει αιτιολογημένο πόρισμα και το αποστέλλει μαζί με το φάκελο της υπόθεσης στον
αρμόδιο Εισαγγελέα.
10. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν τη
λειτουργία της Αρχής.
 
  

Αρθρο 8 

Προβλέπεται η υποχρέωση των ταχυδρομικών εταιρειών να γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την
 τυχόν ενεργοποίησή τους στον τομέα της διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων, προκειμένου να ασκείται
 εκ μέρους της Τραπέζης της Ελλάδος ο έλεγχος εφαρμογής του Ν. 2331/95 [συμπλήρωση στο άρθρο 18 του νόμου 3148/2003(Φ.Ε.Κ.136 Α)]
 
  
Αρθρο 9 

Προβλέπεται η παράταση της θητείας των μελών της Επιτροπής, έως τη συγκρότηση της Ανεξάρτητης
Αρχής του άρθρου 7 του ν. 2331/1995.
 
 
 
Αρθρο 10

Στο Π.Δ.178/2000 (ΦΕΚ 165 Α) προστίθεται νέα παράγραφος με την οποία συνιστάται Τμήμα
Αντιμετώπισης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης
της Τρομοκρατίας, στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, με αντικείμενο την παρακολούθηση και αξιολόγηση
της εφαρμογής της σχετικής με τα ανωτέρω αδικήματα νομοθεσίας από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές και από τα
φυσικά και νομικά πρόσωπα που υπόκεινται στις υποχρεώσεις αυτής της νομοθεσίας."
 
  
Αρθρο 11
Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται η Επιτροπή του άρθρου 7 του ν.2331/1995, νοείται εφεξής
η Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Αρθρο 14
Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του. Από την ημέρα της
ανωτέρω δημοσίευσης καταργείται κάθε άλλη διάταξη που έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του
παρόντος και ιδίως τα στοιχεία α και β του άρθρου τέταρτου του ν. 2655/1998 (ΦΕΚ 264 Α).
 

  
  

 Ακριβές αντίγραφο                              Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ

                                                                  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΤΣΙΔΟΝΙΩΤΗΣ  



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο