Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-12-2004 ]

Α.Π. 1426/13.12.04 Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας.

(Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας.)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση




Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας. Εννοια και  δικαιώματα του εργαζομένου ο οποίος υφίσταται τις συνέπειές της. Μπορεί να τη  θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεώς του από πλευράς εργοδότη, να  αποχωρήσει από την εργασία του και να αξιώσει την καταβολή της νομίμου  αποζημιώσεώς του. Βλαπτική είναι και θεωρείται η μεταβολή για τον εργαζόμενο  και όταν του προκαλεί ηθική βλάβη, συνεπεία βάναυσης ή προσβλητικής της  προσωπικότητάς του εργοδοτικής συμπεριφοράς. Η ηθική ζημία του εργαζομένου,  ως εκδήλωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεώς του από τον  εργοδότη, υφίσταται ακόμη και όταν η ανοίκεια εργοδοτική συμπεριφορά δεν  εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για βλαπτική μεταβολή των όρων  εργασίας ή για τον εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την υπηρεσία.  Η λύση της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μπορεί να επέλθει και με  αντισυμφωνία των μερών, καθώς και με την αποχώρηση του εργαζομένου από την  εργασία του, η οποία συνιστά άτακτη από μέρους του καταγγελία της συμβάσεώς  του. Κρίση ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος εργοδότη συστηματική προσπάθεια  σπιλώσεως της τιμής και της υπολήψεως του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου του, τον  οποίο αποκαλούσε αυθαίρετα ενώπιον τρίτων κλέφτη, χωρίς να υπάρχουν ούτε κάν  ενδείξεις προς τούτο, ως αντίδρασή του στις νόμιμες διαμαρτυρίες εργαζομένου  του ότι αμείβετο με αποδοχές υπολειπόμενες έναντι των νομίμων, συνιστά  μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του τελευταίου. Δανεισμός  εργαζομένου. Για να είναι έγκυρος και νόμιμος θα πρέπει να συμφωνήσει σε  αυτόν και ο εργαζόμενος. Πηγές του δικαιώματος του εργοδότη να παραχωρήσει  τις υπηρεσίες του εργαζομένου του στο νέο εργοδότη. Περιστατικά .

Επιμέλεια Παπανικολάου Νικόλαος

Αριθμός   1426/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα  Κολυβά, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Δημήτριο Λοβέρδο  και Γεώργιο Χλαμπουτάκη,  Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2004, με  την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειουσών-καθών η κλήση :

1) Εταιρείας με την επωνυμία «..... ..............» που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα.

2)  Εταιρείας με την επωνυμία «.........................» που εδρεύει στους  Χωροεπισκόπους Κέρκυρας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν και οι δύο  από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο  Ρήγο. 
Του αναιρεσίβλητου-καλούντος : ................................ ,  κατοίκου Κουλίνας Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο  δικηγόρο του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2  Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαΐου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου,  που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκε με την  πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε στο ακροατήριο από το «............  ...........» υπέρ του αναιρεσίβλητου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 310/2000  του ίδιου δικαστηρίου, 66/2002 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της  τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5 Απριλίου 2002  αίτησή τους. Εκδόθηκε η 894/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε  απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται για νέα συζήτηση με την από 19  Σεπτεμβρίου 2003 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι  διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο  εισηγητής   Αρεοπαγίτης Ευάγγελος Σταυρουλάκης, διάβασε την έκθεση του Αρεοπαγίτη  Θεόδωρου Τζέμου που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία  εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών-καθών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της  αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.   

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 57,200,288,648,651 και 663 του Α.Κ σε συνδυασμό  με τα άρθρα 7 του ν.2112,5 παράγραφος 3 του ν.3198/1955,2 παράγραφος 1 και 5  του Συντάγματος, συνάγεται ότι η από μέρους του εργοδότη μονομερής και  βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων εργασίας δεν επάγεται μεν καθ`  εαυτή τη λύση της συμβάσεως εργασίας, μπορεί όμως ο εργαζόμενος να τη  θεωρήσει άτακτη καταγγελία της συμβάσεως, να αποχωρήσει από την υπηρεσία και  να απαιτήσει την καταβολή αποζημιώσεως που προβλέπει το άρθρο 3 του  ν.2112/1920. Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή των εργασιακών  όρων όχι μόνον όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη,  πράγμα που συμβαίνει, ενόψει και του κατ` εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της  σχέσεως εργασίας, και στην περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του  προσώπου που τον αντιπροσωπεύει στην διεύθυνση της επιχειρήσεώς του) βάναυσης  ή προσβλητικής της προσωπικότητος του εργαζομένου, προς την οποία ο εργοδότης  οφείλει σεβασμό, μεταξύ άλλων και ως εκδήλωση της υποχρεώσεως προνοίας που  υπέχει έναντι του μισθωτού του. Η ηθική ζημία του μισθωτού υφίσταται έστω και  αν η ανοίκεια συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση  του τελευταίου για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του  εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία. Αρκεί το ότι η συμπεριφορά αυτή  δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με  την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του μισθωτού  με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας, ή επέφερε τέτοια ηθική  μείωση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου, ώστε η εξακολούθηση της εργασίας  του στο χώρο επιχειρήσεως του εργοδότη να αποβαίνει αδύνατη ή εκτάκτως  δυσχερής (ΟΛ ΑΠ 13/1987).Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων  158,361 και 669 παρ.2 του ΑΚ και 5 παρ.3 του ν.2112/1920 η σύμβαση εργασίας  αορίστου χρόνου λύεται και με αντισυμφωνία των συμβαλλομένων καθώς και με την  αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία που συνιστά άτακτη από μέρους του  καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (ΑΠ 1227/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη  απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα:Ο ενάγων είναι  αδειούχος χειριστής μηχανήματος πρέσσας και κατέχει την από 11-3-1986 σχετική  άδεια. Στις 2-8-1984 μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της  πρώτης εναγόμενης καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου  δυνάμει της οποίας ο ενάγων προσελήφθη στην επιχείρηση της τελευταίας στη  Κέρκυρα που παρασκευάζει και διανέμει έτοιμο σκυρόδεμα ως χειριστής  μηχανήματος «πρέσσας» και υπεύθυνος του εργοταξίου της στη περιοχή ......  Κερκύρας. Περί τα μέσα του έτους 1998 επειδή οι καταβαλλόμενες στον ενάγοντα  μηνιαίες αποδοχές υπολειπόταν των προβλεπομένων από τις αντίστοιχες Σ.Σ.Ε και  Δ.Α νόμιμες αποδοχές ενώ σε κάθε περίπτωση οι καταβαλλόμενες αποδοχές του δεν  ήσαν ανάλογες προς το είδος και τη διάρκεια της απασχόλησής του άρχισε να  διατυπώνει προφορικές διαμαρτυρίες στο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης  ................. . Ο τελευταίος αντί μέσα στα πλαίσια του διευθυντικού  δικαιώματός του να ελέγξει και να εξετάσει τις αιτιάσεις του ενάγοντος και να  συζητήσει μαζί του τα σημεία που συμφωνούσε ή διαφωνούσε, επιδόθηκε σε  συστηματική προσπάθεια σπιλώσεως της τιμής και υπολήψεως του ως ατόμου και  υπαλλήλου-στελέχους της εταιρίας αποκαλώντας αυτόν αυθαίρετα και χωρίς καν  ενδείξεις ενώπιον τρίτων υπαλλήλων και μη της επιχειρήσεως «κλέφτη».η ως άνω  συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης προσέβαλε την  προσωπικότητα του μισθωτού ενάγοντος κείται εκτός των ορίων του διευθυντικού  δικαιώματος του ανωτέρω και συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της μέχρι τότε  υφισταμένης εργασιακής συμβάσεως αυτού (ενάγοντος) την οποία ο τελευταίος  εκτελούσε με εντιμότητα, συνέπεια και φιλοτιμία επί δεκατέσσερα έτη. Εξ αυτού  του λόγου και ενόψει του δυσμενούς κλίματος που είχε δημιουργηθεί σε βάρος  του ενάγοντος, ο τελευταίος θεώρησε αυτή τη μεταβολή ως άτακτη, από πλευράς  της πρώτης εναγομένης, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και με την από  31-1-1999 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποίησε στην ως άνω εργοδότρια του στις  4-2-1999, δήλωσε ότι αποχωρεί από την εργασία του και ζήτησε να του  καταβληθεί η κατά νόμο αποζημίωσή του και ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων  περί οικειοθελούς αποχωρήσεώς του από την εργασία του δεν αποδείχθηκε  βάσιμος. Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, πέραν πάσης αμφιβολίας,  συμπέρανε ότι, λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος,  αυτός αποχώρησε από την υπηρεσία της πρώτης εναγόμενης γιατί θεώρησε αυτή τη  μεταβολή ως άτακτη από πλευράς της τελευταίας, καταγγελία της εργασιακής του  συμβάσεως. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες  διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση του σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία  για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του ενάγοντος για το είδος και τον τρόπο της  μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του εκ μέρους της πρώτης  εναγομένης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο κατ` αμφότερα τα  μέρη του, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. υποστηρίζονται τα  αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.  

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης  αποφάσεως εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ συνιστάμενη στο ότι το  Εφετείο δέχεται ότι ο ενάγων ζήτησε «άδεια» και ο εργοδότης δεν την χορήγησε  χωρίς όμως καμιά αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί πλήττει  την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ),αφού η  προβαλλόμενη αυτή αιτίαση κατά της αποφάσεως του Εφετείου αναφέρεται  αποκλειστικώς στην στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 651 του Α.Κ που ορίζει ότι αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από την  σύμβαση ή από τις περιστάσεις η αξίωση του εργοδότη για παροχή εργασίας είναι  αμεταβίβαστη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 του Α.Κ  προκύπτει ότι είναι έγκυρη η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ εργοδότη μισθωτού  και τρίτου, με την οποία συμφωνείται ότι οι υπηρεσίες του μισθωτού θα  παρέχονται για ορισμένο χρόνο (ώρες, ημέρες, μήνες κ.τ.λ) σε άλλο εργοδότη.

Για τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως, που αποκαλείται δανεισμός των υπηρεσιών του  μισθωτού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι και η συμφωνία του μισθωτού για την  παροχή υπηρεσιών σε τρίτο, οπότε δεν παύει  υφισταμένη η εργασιακή του σχέση  με τον αρχικό εργοδότη, στην εξουσία του οποίου ανήκει και το δικαίωμα  καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως (ΑΠ 229/1990).Εξάλλου, το δικαίωμα του  αρχικού εργοδότη να δανείσει τον εργαζόμενο στο νέο εργοδότη μπορεί να  προκύπτει είτε από τις περιστάσεις, είτε από την σύμβαση εργασίας είτε να  βασίζεται σε κανόνα δικαίου (λ.χ Σ.Σ.Ε).Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως  προβάλλεται η αιτίαση εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ συνιστάμενη  στο ότι το Εφετείο παρεβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 651  του Α.Κ σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 του Α.Κ με  το να δεχθεί μερικό δανεισμό των υπηρεσιών του ενάγοντος από την πρώτη  εναγόμενη στη δεύτερη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού, υπό την επίκληση  της παραβιάσεως των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η  ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ),που  δέχθηκε ότι για την πρόσθετη εργασία που παρέσχε ο ενάγων στη δεύτερη  εναγόμενη, επί 4ωρο από Δευτέρα μέχρι Σάββατο εβδομαδιαίως, πέραν του νομίμου  ωραρίου του στα πλαίσια συμβάσεως μερικού δανεισμού, οφείλεται ανάλογη  αμοιβή.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την εκ του  αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης  αποφάσεως, συνισταμένης στο ότι δεν αιτιολογείται ποιες συνθήκες υπαγόρευαν  τη δήθεν πολύωρη εργασία του ενάγοντος στην πρώτη αναιρεσείουσα και την  εργασία αυτού για επίβλεψη τόσο αργά και αρκετές ώρες στο εργοτάξιο της  δεύτερης από αυτές. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η αποδιδόμενη με  τον λόγο αυτό αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης ανάγεται επίσης στην ανάλυση,  στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων το εκ των οποίων όμως πόρισμα εκτίθεται  με σαφήνεια στην απόφαση του Εφετείου και αφορά την πραγματοποίηση λόγω  υπηρεσιακών αναγκών, της πολύωρης εργασίας του ενάγοντος.

Για  τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 5-4-2002 αίτηση των

α) «.....................» και

β)  «.............» για αναίρεση της 66/2002 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.

Και  
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου,  την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.  

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2004.  
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση στις13 Δεκεμβρίου  2004. 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 


 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο