Δημοσιεύθηκε στις : [ 22-03-2005 ]

Α.Π. 644/22.03.05 Μονομερής βλαπτική μεταβολη των όρων της συμβάσεως εργασίας. Δικαιώματα εργαζομένου - εργασία την Κυριακή - προσάυξηση - Υπερωρίες ,χαρακτηρισμός υπερωριών , προθεσμία καταβολής αποδοχων υπερωρίας.

(Μονομερής βλαπτική μεταβολη των όρων της συμβάσεως εργασίας. Δικαιώματα εργαζομένου - εργασία την Κυριακή - προσάυξηση - Υπερωρίες ,χαρακτηρισμός υπερωριών , προθεσμία καταβολής αποδοχων υπερωρίας.)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση




Μονομερής βλαπτική μεταβολη των όρων της συμβάσεως εργασίας. Δικαιώματα  εργαζομένου εκ της εις βάρος του επιβληθείσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής.  Περιστατικά. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως εκ της ΚΠολΔ 559 αρ. 8, 9 και 20.  Εργασία σε ημέρα Κυριακή επιτρεπτώς ή μή. Δικαίωμα του εργαζομένου να λάβει  επί πλέον προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού  του και εάν δεν του χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση δικαιούται  και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση εκ του αδικαιολογήτου  πλουτισμού. Οι αμοιβές οι οποίες οφείλονται στον εργαζόμενο λόγω παροχής  νομίμου υπερωριακής εργασίας και επιτρεπομένης απασχολήσεώς του σε ημέρα  αργίας αποτελούν αντάλλαγμα της εγκύρως παρεχομένης εργασίας του και συνεπώς  συνιστούν μισθό. Επομένως και για τις εν λόγω αμοιβές τάσσεται από το νόμο  (και δη την ΑΚ 65) δήλη ημέρας καταβολής, ώστε με μόνη την πάροδό της να  καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος και να οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας.  Εάν πρόκειται για εργαζόμενο αμοιβόμενο με μηνιαίο μισθό, δήλη ημέρα  καταβολής των ανωτέρω απαιτήσεων είναι η τελευταία ημέρα του μηνός εντός του  οποίου παρεσχέθηκαν οι ανωτέρω εργασίες (αναιρεί εν μέρει την Εφετείου Κρήτης  146/2003).

Επιμέλεια Παπανικολάου Νικόλαος

Αριθμός 644/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα  Κολυβά, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Δημήτριο Λοβέρδο  και Γεώργιο Χλαμπουτάκη,  Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2005, με  την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :         

Των αναιρεσειόντων :

1) .................................. , ....... ............... κατοίκου Πειραιά.

2) .................................. ,  .............................. , κατοίκου Ηρακλείου και ήδη διαμένοντος στην  Αθήνα. Παραστάθηκε ο πρώτος με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο  Βελεγράκη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, ο  οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Αεροπορικής Εταιρείας με την επωνυμία  ............................................ και με το διακριτικό τίτλο  «.........» που εδρεύει στον Αερολιμένα ........... και εκπροσωπείται  νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από  τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάρμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη  αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν  οι αποφάσεις : 464/7317/174/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2003 του  Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι   αναιρεσείοντες με την από 25 Ιουνίου 2003 αίτησή τους και τους από 20  Οκτωβρίου 2003 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι  διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο  εισηγητής   Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς,  διάβασε την από 3 Μαΐου 2004 έκθεσή του, με  την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου  και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίου δικογράφου και του προσθέτου  δικογράφου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως  στο σύνολό της και των πρόσθετων λόγων της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης  την απόρριψη τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική  δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, κατά την οποία «πάσα μονομερής  μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται  ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου»  προκύπτει ότι εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον  εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής,  ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει  σ΄αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμένει στην  εργασία του, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως  από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την  οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να  προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση  αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη  απόφαση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε τα  ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Με τις από 3-3-1994 και 22-1-1994 αντίστοιχα  έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου οι αναιρεσείοντες προσελήφθηκαν  από την αναιρεσίβλητη για πέντε χρόνια προκειμένου να προσφέρουν τις  υπηρεσίες τους σ` αυτή ως χειριστές- κυβερνήτες Α/Σ τύπου ΑΤR42/72. O  μηνιαίος βασικός μισθός είχε συμφωνηθεί για τον καθένα στο ποσό των 170.000  δρχ., προσαυξανόμενος με τα μηνιαία επιδόματα τροφής 50.000 δρχ., κίνησης  40.000 δρχ., οικίας 25.000 δρχ., στολής 40.000 δρχ., πτυχίου 25.000 δρχ. και  πτήσεων 10 δρχ. ανά ναυτικό μίλι πτήσεως. Κατά το δέκατο (10) όρο των  συμβάσεων οι αναιρεσείοντες είχαν δικαίωμα δύο ημέρες ανάπαυσης εβδομαδιαίως,  είτε συνεχόμενες είτε μη συνεχόμενες και τις προβλεπόμενες από το νόμο ημέρες  ετήσιας άδειας, οι οποίες θα δίνονταν μετά από σχετικό προγραμματισμό της  αναιρεσίβλητης και πάντως όχι κατά τη διάρκεια της περιόδου υψηλής  δραστηριότητας (Απρίλιος-Οκτώβριος). Στους αναιρεσείοντες ανατέθηκαν και  πρόσθετα καθήκοντα σύμφωνα με σχετικούς όρους των ατομικών συμβάσεων  εργασίας. Ειδικότερα στον αναιρεσείοντα ......... ανατέθηκαν  από 1-1-1995  τα καθήκοντα του .............................................. και στον  αναιρεσείοντα  .................... ανατέθηκαν καθήκοντα ................. Εκπαίδευσης, Ειδικού εξεταστή σε αεροσκάφη ΑΤR 42 και ΑΤR 72, ελεγκτή  Ιπταμένων χειριστών σε αεροσκάφη τύπου ΑRΤ 72 και Γενικού Αρχιχειριστή του  σμήνους αεροσκαφών της αναιρεσίβλητης. Στα πρόσθετα καθήκοντα του πρώτου  αναιρεσείοντος υπαγόταν η οργάνωση και εκτέλεση των πτήσεων της  αναιρεσίβλητης και η υποχρέωση καθοδήγησης των χειριστών αεροσκαφών. Υπό τον  έλεγχο και την καθοδήγησή του τελούσαν ο αρχιχειριστής αεροσκαφών, οι  χειριστές, η αρχισυνοδός, οι αεροσυνοδοί, η επιμελητεία πτήσεων, ενώ  παράλληλα η αναιρεσίβλήτη του είχε διαθέσει ανεξάρτητο γραφείο και δική του  γραμματέα. Στο δεύτερο αναιρεσείοντα, πέραν των καθηκόντων του ως κυβερνήτη  αεροσκαφών, είχαν ανατεθεί και καθήκοντα γενικού αρχιχειριστή σμήνους, που  συνίσταντο στην επίλυση επιχειρησιακών θεμάτων, προεπιλογή και πρόγραμμα  εκπαίδευσης του ήδη υπάρχοντος αλλά και νέου προσωπικού, στον έλεγχο,  εποπτεία και τη καθοδήγηση των χειριστών αεροσκαφών προκειμένου να  οργανώνονται με ασφάλεια οι προγραμματισμένες πτήσεις και να κατανέμονται  ανάλογα τα πληρώματα αεροσκαφών. Για τα πρόσθετα καθήκοντά τους οι  αναιρεσείοντες αμείβονταν με μηνιαίο μισθό που υπερέβαινε τις καταβαλλόμενες  στους λοιπούς κυβερνήτες αποδοχές. Δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη  εργοδότιδα εταιρία προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των  αναιρεσειόντων και ότι  προκάλεσε την άτακτη καταγγελία των συμβάσεων  εργασίας τους. Ειδικότερα τον Οκτώβριο του έτους 1999 η αναιρεσίβλητη  μεταβίβασε τμήμα των μετοχών της στην αεροπορική εταιρία με την επωνυμία  «................» ή «....................». Επειδή ο στόλος των αεροσκαφών  της αναιρεσίβλητης είχε μισθωθεί από τρίτη εταιρεία και διατηρούσε μόνο τη  νομή των αεροσκαφών, η αναιρεσίβλητη εξεμίσθωσε στην εταιρία «.......»  τα αεροσκάφη της με βάση σύμβαση ναυλώσεως «.............». Ταυτόχρονα  ακολουθήθηκε η λεγόμενη διαδικασία πιστοποιήσεως, προκειμένου να ενταχθούν  στο δυναμικό της εταιρείας «............» τα αεροσκάφη της αναιρεσίβλητης. 
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής η αναιρεσίβλητη εταιρεία διατήρησε την  ταυτότητά της και εξακολούθησε, χωρίς να λυθεί ή να ανακληθεί η άδεια  λειτουργία της, να υφίσταται και να λειτουργεί ως αεροπορική εταιρεία με  έγκυρο .... και οργανισμό συντηρήσεως και δική της ανεξάρτητη νομική  προσωπικότητα. Υπό το ιδιόρρυθμο αυτό καθεστώς η αναιρεσίβλητη διατηρούσε τον  τεχνικό και επιχειρησιακό έλεγχο επί των πτήσεων και των πληρωμάτων της. Δεν  αποδείχθηκε ότι τα όργανα της εταιρείας «....................», επενέβησαν  συστηματικά και με την ανοχή των οργάνων της αναιρεσίβλητης στα καθήκοντα των  αναιρεσειόντων αποστερώντας τους με αυτόν τον τρόπο από το σύνολο των  αρμοδιοτήτων τους. Οι οδηγίες που απηύθηνε ο διευθυντής πτητικής  εκμετάλλευσης της εταιρείας «........» ......................... προς τους  χειριστές της αναιρεσίβλητης σχετικά με την εκπόνηση δηλωτικού φόρτωσης και  τον καθαρισμό των αεροσκαφών δεν συνιστούν ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο  επιχειρησιακό έργο της αναιρεσίβλητης ή στα καθήκοντα των αναιρεσειόντων. Οι  οδηγίες ενέπιπταν στα καθορισμένα από τον Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου πλαίσιο  δικαιωμάτων του ναυλωτή (άρθρο 81 του ν. 1815/1986) αφορούσαν αποκλειστικά το  σκοπό της ναυλώσεως και δεν έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφωνημένα μεταξύ της  αναιρεσίβλητης- εκναυλώτριας των αεροσκαφών και της ναυλώτριας. Το γεγονός  ότι ο Κυβερνήτης .................... ορίσθηκε αρχιχειριστής αεροσκαφών  τύπου .... της εταιρείας «............» δεν συνετέλεσε στον παραγκωνισμό  του δευτέρου αναιρεσείοντος, ο οποίος συνέχισε να παραμένει γενικός  αρχιχειριστής του ίδιου τύπου αεροσκαφών της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω  αποδείχθηκε ότι μετά την πώληση τμήματος των μετοχών της αναιρεσίβλητης στην  εταιρεία «................» δόθηκε η δυνατότητα σε ορισμένους χειριστές να  καταγγείλουν τις συμβάσεις εργασίας τους με την αναιρεσίβλητη και να συνάψουν  συμβάσεις με την εταιρεία «.................», δεν αποδείχθηκε όμως ότι η  τελευταία εξανάγκασε σε παραιτήσεις το προσωπικό της αναιρεσίβλητης,   προκειμένου να ενταχθεί σ` αυτή. Εξάλλου ο περιορισμός των πτήσεων της  αναιρεσίβλητης, η μεταφορά της έδρας των γραφείων της εταιρείας στο  ................... και η απόφαση μέρους του προσωπικού της αναιρεσίβλητης  έγιναν κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος των οργάνων της τελευταίας  και στα πλαίσια ανακατατάξεων της οργανωτικής της δομής προκειμένου να  εξυπηρετηθούν οι ανάγκες συνεργασίας της με την εταιρεία «.........».

Οι αναιρεσείοντες διατήρησαν τα πρόσθετα διοικητικά τους καθήκοντα μέχρι την  ημέρα της εκ μέρους τους καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (22-8-2000) για  δήθεν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους. Όπως αποδεικνύεται περαιτέρω  οι αναιρεσείοντες τουλάχιστο από το μήνα Ιούνιο 2000 είχαν συμφωνήσει την  πρόσληψή τους από την αεροπορική εταιρεία «................» ως χειριστές  αεροσκαφών τύπου DC-10, ενώ συνέχιζαν να εργάζονται στην αναιρεσίβλητη. Στα  πλαίσια λοιπόν της συμφωνίας τους με την  εταιρεία ........ κατήγγειλαν τη  σύμβαση εργασίας με την αναιρεσίβλητη, επικαλούμενοι μονομερή βλαπτική  μεταβολή των όρων εργασίας τους για να επιτύχουν την είσπραξη αποζημίωσης  απολύσεως. Με τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι δεν  υφίσταται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων από την  εναγομένη, ούτε άτακτη καταγγελία των σχετικών συμβάσεων, αλλά οικειοθελής  αποχώρηση των εναγόντων, οι οποίοι ως εκ τούτου δεν δικαιούνται αποζημίωση.    
Με το πρώτο και δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετους λόγους  αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας άλλως εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή  αντιφατικές αιτιολογίες παραβιάσεως των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού  δικαίου σχετικά με την πραγματική παραδοχή ότι δεν υπήρξε μονομερής από την  αναιρεσίβλητη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως των  αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής,  καθόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς και επί μόνης  της πραγματικής παραδοχής ότι η αποχώρηση των αναιρεσειόντων από την εργασία  τους ήταν οικειοθελής και έγινε διότι αυτοί, ενώ ακόμη εργάζονταν στην  αναιρεσίβλητη, είχαν ήδη συμφωνήσει να προσληφθούν ως χειριστές αεροσκαφών  άλλης αεροπορικής εταιρίας, δηλαδή ότι η απόφαση των αναιρεσειόντων για  αποχώρηση από την εργασία τους δεν συνδέεται αιτιωδώς με την όποια  συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Ομοίως για τον ίδιο παραπάνω λόγο πρέπει να  απορριφθεί, ως αλυσιτελής, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου, κατά το  πρώτο μέρος του, ως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο  μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.8 και 9 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους δεν λήφθηκε  υπόψη ένας με λόγο εφέσεως προβληθείς ισχυρισμός που θεμελίωνε τη μονομερή  βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως των αναιρεσειόντων. Εξάλλου ο πρώτος  λόγος του κυρίου δικογράφου, κατά το δεύτερο μέρος του, ως και ο  τρίτος  πρόσθετος λόγος από το αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους το  Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς τους έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα,  τα οποία όμως η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε με νόμιμη επίκληση, πρέπει να  απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από  την προσβαλλομένη δεν προκύπτει ότι ελήφθηκαν υπόψη ειδικώς τα έγγραφα αυτά,  αλλ` αντίθετα αναφέρεται ότι ελήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι  επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα. Επίσης, ο  πρώτος λόγος του κυρίου  δικογράφου,  από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως  απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται το ακριβές  περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων εγγράφων. Ομοίως, ο τέταρτος  πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο δεν  ελήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος,  διότι από την διαβεβαίωση στην προσβαλλομένη ότι ελήφθηκαν υπόψη όλα τα  νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες,  προκύπτει χωρίς δισταγμό ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Από τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και  του άρθρου 10 παρ.1 του ΒΔ 748/1946 προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την  Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75%  στο 1/25 του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, σε περίπτωση δε που στερείται και  την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του  καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή  καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα  μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της  αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Εν προκειμένω το Εφετείο, μολονότι  δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες απασχολήθηκαν κατά Κυριακές και αργίες χωρίς να  τους χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως κατά τις αντίστοιχες  εβδομάδες, επιδίκασε στους αναιρεσείοντες μόνο την παραπάνω προσαύξηση του  75%, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη ανήκει ως επιχείρηση μεταφοράς  προσώπων σε εκείνες που επιτρέπεται η απασχόληση κατά Κυριακές και αργίες. Με  την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού  δικαίου, επομένως δε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος  λόγος του κυρίου δικογράφου.

Μισθό κατά την  έννοια των  άρθρων 655, 648 και 649 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς  Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν 3248/1955, αποτελούν και οι αμοιβές  που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας, νόμιμης  υπερωριακής απασχολήσεως και επιτρεπόμενης απασχολήσεως σε ημέρα αργίας, αφού  συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχομένης εργασίας του μισθωτού.

Επομένως και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 655 ΑΚ  δήλη μέρα καταβολής, σε τρόπο ώστε με μόνη τη πάροδο αυτής να καθίσταται  υπερήμερος ο εργοδότης (άρθρ. 341 παρ.1 ΑΚ) και να οφείλει έκτοτε τόκους  υπερημερίας κατά τη διάταξη του άρθρου 345 εδαφ. α΄ ΑΚ. Προκειμένου περί  μισθωτού αμειβόμενου με μηνιαίο μισθό, δήλη ημέρα καταβολής των παραπάνω  απαιτήσεων είναι η τελευταία ημέρα του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι  παραπάνω εργασίες.(Ολ. ΑΠ 40/2002). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την  επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αυτοί  παραδεκτώς (άρθρ.223 αριθ.1 ΚΠολΔ) ζήτησαν να τους επιδικαστούν τόκοι  υπερημερίας επί του κονδυλίου για την απασχόλησή τους κατά Κυριακές και  αργίες από την πρώτη εκάστου επομένου μηνός της παραπάνω απασχολήσεως. Το  πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την παραπάνω αιτία επιδίκασε στους δύο  αναιρεσείοντες 8.207.474 και 8.190.877 δραχμές αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο  από την επίδοση της αγωγής. Οι αναιρεσείοντες δεν άσκησαν έφεση κατά της  παραπάνω διατάξεως της πρωτοδίκου αποφάσεως. Το Εφετείο επιλήφθηκε του  παραπάνω κεφαλαίου κατόπιν εφέσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε δε στην ουσία  του το σχετικό λόγο έφεσης, κρίνοντας ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται για  την παραπάνω αιτία, τα αυτά πρωτοδίκως ποσά. Με τις προτάσεις τους στο  Εφετείο οι αναιρεσείοντες δεν ζήτησαν την επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την  παραπάνω δήλη ημέρα. Επομένως αφού η πρωτόδικη απόφαση κατά το παραπάνω  κεφάλαιό της δεν εξαφανίστηκε, το Εφετείο δεν υποκαταστάθηκε στη θέση του  πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ώστε να είναι υποχρεωμένο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως  το αγωγικό αίτημα περί τόκων, όπως είχε διαμορφωθεί με τις πρωτόδικες  προτάσεις, και να εκδώσει έτσι απόφαση δυσμενέστερη για την εκκαλούσα-  αναιρεσίβλητη επιδικάζοντας τόκους υπερημερίας από την πρώτη ημέρα κάθε  επόμενου μηνός. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον  οποίο προβάλλεται η αιτίαση παραβιάσεως των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που  αναφέρονται στη αρχή της παρούσας σκέψεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει   αναιρεθεί κατά το μέρος της αποζημιώσεως για την απασχόληση των  αναιρεσειόντων κατά Κυριακές και αργίες και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς  περαιτέρω εκδίκαση ως προς το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι  δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Επίσης πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης  των αναιρεσειόντων, λόγω της μερικώς μόνο αποδοχής της αναιρέσεως.             

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 146/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης κατά το μέρος που  αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση  στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της  δικαστικής  δαπάνης  των   αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα  στις  15 Μαρτίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του   στις  5  Απριλίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 


 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο