Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-11-2002 ]

ΣτΕ 3351/2002 Επιβάλλεται φόρος σε περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται εξαιτίας θανάτου δωρεών και κερδών από λαχεία, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ 1 του κώδικα φορολογίας κληρονομιών και δωρεών .

(Επιβάλλεται φόρος σε περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται εξαιτίας θανάτου δωρεών και κερδών από λαχεία, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ 1 του κώδικα φορολογίας κληρονομιών και δωρεών . )

Κατηγορία: Φορολογία Κεφαλαίου



ΣΤΕ 3351/2002  Επιβάλλεται φόρος σε περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται εξαιτίας θανάτου δωρεών και κερδών από λαχεία, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ 1 του κώδικα φορολογίας κληρονομιών και δωρεών .

Επιμέλεια

ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Αριθμός 3351/2002

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2001 με την εξής σύνθεση: Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Γαλανού, Αικ. Χριστοφορίδου, Σύμβουλοι, Κ. Βιολάρης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Στεργιοπούλου.

Για να δικάσει την από 10 Μαρτίου 1999 αίτηση:

του Προϊσταμένου ΔΟΥ Κηφισιάς, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κατσούλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του -----------------, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Χρίστο Βαρδάκα (Α.Μ. 2389), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η 1760/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Σπ. Χρυσικοπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή τελών και παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 1760/1998 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου κατά της 8810/1993 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου και είχαν ακυρωθεί η 3/14.4.1989 πράξη προσδιορισμού φόρου άτυπης δωρεάς του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Κηφισιάς και η 3/14.4.1989 πράξη επιβολής προστίμου του ν. 820/1978 του ίδιου Προϊσταμένου.

3. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 118/1973 «Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» (Α΄ 202) ορίζεται ότι «Επιβάλλεται φόρος, κατά τα ειδικώτερον εν τω παρόντι οριζόμενα, επί των κτωμένων αιτία θανάτου, δωρεάς ή προικός περιουσιών

(...)». Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ίδιου ν. δ/τος ορίζονται τα εξής: «Κτήσις περιουσίας αιτία δωρεάς, δια την επιβολήν του φόρου, είναι: Α) Η εκ δωρεάς συνιστωμένης κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος. Β) Η εκ πάσης παροχής, παραχωρήσεως ή μεταβιβάσεως οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου άνευ ανταλλάγματος, έστω και αν δεν κατηρτίσθη έγγραφον». Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, ως δωρεά φορολογείται κάθε παροχή περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον γίνεται οικειοθελώς και όχι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης έναντι του δεχομένου την παροχή. Εξάλλου, η απόδειξη της παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει τη βεβαιούσα το φόρο φορολογική αρχή.

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα εξής: «Σύμφωνα με το 1/16.11.1988 πόρισμα του προσωρινού Επιτρόπου της Τράπεζας Κρήτης -----------------, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1988 έως 16.6.1988 ο λογαριασμός του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) στην Τράπεζα Κρήτης με αριθμό 70197286 πιστώθηκε με 460.000.000 δραχμές συνολικά (...) και χρεώθηκε αντίστοιχα ο ατομικός λογαριασμός του ----------------- (Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω Τράπεζας) με αριθμό 580670-4 στην ίδια Τράπεζα. Επίσης, ποσό 155.000.000 δραχμών μεταφέρθηκε στον ίδιο λογαριασμό του (αναιρεσιβλήτου) με χρέωση του λογαριαμού «εγγραφές δικτύου» της Τράπεζας Κρήτης. Με βάση το παραπάνω πόρισμα η φορολογική αρχή με την από 20.3.1989 πρόσκλησή της ζήτησε από τον (αναιρεσίβλητο) πληροφορίες σχετικά με το ακριβές ύψος και την αιτία λήψης των πιο πάνω χρηματικών παροχών. Απαντώντας στην πιο πάνω πρόσκληση ο (αναιρεσίβλητος) επιβεβαίωσε τη λήψη του προαναφερόμενου ποσού (615.000.000 δρχ) από τον ατομικό λογαριασμό του ----------------- στο δικό του διευκρινίζοντας ότι το ποσό αυτό λήφθηκε από τον ίδιο «ατομικά (...) χωρίς καμιά σχέση με οποιαδήποτε εταιρία» στην οποία συμμετείχε και ότι τούτο «δε συνιστά εισόδημα ενόψει του ότι δεν αφορά τίμημα πώλησης αγαθών ή αμοιβή μου για παρασχεθείσες υπηρεσίες». (...) η φορολογική αρχή θεώρησε ότι στην περίπτωση αυτή συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της παροχής αυτής του ----------------- προς τον (αναιρεσίβλητο) ως άτυπης δωρεάς, αφού πρόκειται για παροχή κινητών περιουσιακών στοιχείων, με συμφωνία των μερών, χωρίς αντάλλαγμα, η οποία επιφέρει μείωση της περιουσίας του δωρητή με αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας του λήπτη». Για το λόγο αυτόν η φορολογική αρχή εξέδωσε την πιο πάνω πράξη προσδιορισμού φόρου άτυπης δωρεάς, με την οποία επέβαλε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τον επίδικο κύριο φόρο και πρόσθετο φόρο, καθώς και την πιο πάνω πράξη επιβολής προστίμου του ν. 820/1978 λόγω μη υποβολής σχετικής δήλωσης. Επιφυλάχθηκε δε για το πιο πάνω ποσό των 155.000.000 δραχμών προκειμένου να ερευνηθεί περαιτέρω η προέλευση και η μορφή της παροχής αυτής.

5. Επειδή, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι δεν είχε διευκρινισθεί αν όλα ή μέρος από τα χρηματικά ποσά, που μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ των οποίων και αυτά που αποτέλεσαν αντικείμενο της κρινόμενης δωρεάς, είχαν υπεξαιρεθεί από τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Κρήτης -----------------. Ενόψει αυτού και του ότι στη συνέχεια όλα αυτά τα κονδύλια είχαν επιστραφεί από τον αναιρεσίβλητο στην Τράπεζα δεν προκύπτει, κατά το διοικητικό εφετείο, ότι η περιουσία του φερόμενου ως δωρητή (-----------------) μειώθηκε κατά το πιο πάνω ποσό που αποτέλεσε αντικείμενο της κρινόμενης δωρεάς. Επίσης, έκρινε το διοικητικό εφετείο, από τη φορολογική αρχή, η οποία φέρει το βάρος της απόδειξης, δεν αποδείχθηκε ότι η μεταφορά των εν λόγω χρηματικών ποσών έγινε από χαριστική αιτία (animus donandi). Και ναι μεν, δέχθηκε περαιτέρω το διοικητικό εφετείο, η εν λόγω αρχή στηρίχθηκε για τον καταλογισμό του ένδικου φόρου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσιβλήτου εξαιτίας της παραπάνω μεταφοράς των κονδυλίων, καθώς και στις σχετικές εξηγήσεις του ίδιου, μόνη, όμως, η επαύξηση της περιουσίας του δεν αποδεικνύει την χωρίς αντάλλαγμα παροχή του ποσού αυτού, ούτε κάτι τέτοιο άλλωστε προκύπτει από την επιστολή του αναιρεσιβλήτου. Αντίθετα, δέχθηκε το διοικητικό εφετείο, από το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (941/92), με το οποίο αυτός απαλλάχθηκε τελικώς από την κατηγορία της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος που του είχε αποδοθεί, προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό λήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση συμφωνίας με τον ----------------- για άτοκη χρηματοδότησή του και επιστροφή μετά διετία του ποσού αυτού, έναντι διαφόρων ανταλλαγμάτων (όπως εγκατάσταση υποκαταστημάτων ή θυρίδων της Τράπεζας Κρήτης στο «-----------------» -κύριος μέτοχος του οποίου είναι ο αναιρεσίβλητος- και στο Νοσοκομείο «-----------------.» -του οποίου την πλειοψηφία των μετοχών (51%) επιθυμούσε να αγοράσει ο αναιρεσίβλητος-, εκπτώσεις νοσηλείων στο προσωπικό της Τράπεζας Κρήτης), η σύμβαση όμως αυτή δεν καταρτίστηκε και το ποσό επιστράφηκε στην Τράπεζα Κρήτης. Ενόψει αυτών και του ότι μεταξύ των φερομένων ως δωρητή και δωρεοδόχο δεν υπήρχε κανένας δεσμός συγγενικός ή άλλος ιδιαίτερος, ούτε άλλωστε η φορολογική αρχή προβάλλει κάτι τέτοιο, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι τα μέρη είχαν αποβλέψει σε δωρεά με τις παραπάνω ενέργειες τους, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε από τη φέρουσα το βάρος της απόδειξης φορολογική αρχή η πραγματοποίηση άτυπης δωρεάς. Συνεπώς, έκρινε τελικώς το διοικητικό εφετείο, ο καταλογισμός με τις προσβαλλόμενες πράξεις φόρου δωρεάς και προστίμου δεν είναι νόμιμος και γι’ αυτό, οι πράξεις αυτές, πρέπει να ακυρωθούν, όπως ορθά και με την πρωτόδικη απόφαση είχε κριθεί. Η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου, κατά την οποία το πιο πάνω χρηματικό ποσό δόθηκε στον αναιρεσίβλητο για αιτία μη επακολουθήσασα και όχι για χαριστική αιτία και η φορολογική αρχή δεν απέδειξε το αντίθετο, κρίση η οποία στηρίζεται στα πιο πάνω παρατιθέμενα συγκεκριμένα στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, μεταξύ των οποίων και στο γεγονός της επιστροφής από τον αναιρεσίβλητο του παραπάνω ποσού στην Τράπεζα Κρήτης, είναι νομίμως και, κατ΄ αρχήν, επαρκώς αιτιολογημένη. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που ο λόγος αυτός πλήσσει ευθέως την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

6. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.



Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως δικαστική δαπάνη το ποσό των τριακοσίων ογδόντα (380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2001 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Νοεμβρίου 2002.

 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο