Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1998 ]

ΣτΕ 1119/1998 Η παρεχόμενη κατώτερη σύνταξη από τα ειδικά Ταμεία Κύριας Ασφάλισης που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, δεν μπορεί να υπολείπεται της κατώτερης σύνταξης που παρέχει το ΙΚΑ κατά κατηγορίες

(Η παρεχόμενη κατώτερη σύνταξη από τα ειδικά Ταμεία Κύριας Ασφάλισης που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, δεν μπορεί να υπολείπεται της κατώτερης σύνταξης που παρέχει το ΙΚΑ κατά κατηγορίες )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Κατώτερες συντάξεις ειδικών Ταμείων κύριας σύνταξης Σ.τ.Ε.: 1119/1998 Η παρεχόμενη κατώτερη σύνταξη από τα ειδικά Ταμεία Κύριας Ασφάλισης που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, δεν μπορεί να υπολείπεται της κατώτερης σύνταξης που παρέχει το ΙΚΑ κατά κατηγορίες <------> 5. Επειδή, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων της νομοθεσίας του ΙΚΑ, συνάγεται ότι επιδιώκεται η πλήρης εξομοίωση των ασφαλισμένων των ειδικών Ταμείων Κύριας Ασφάλισης μισθωτών, μεταξύ των οποίων είναι και το αναιρεσίβλητο Ταμείο (άρθρο 2 του Καταστατικού αυτού, ΑΥΕ 14060/Σ.278/26.4.1990), προς τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ, τόσο ως προς τα κατώτατα όρια των καταβαλλομένων απ' αυτά συντάξεων, όσο και ως προς τις προϋποθέσεις ελάχιστης ασφαλιστικής προστασίας, αλλά και ως προς το ύψος της παρεχόμενης στην περίπτωση αυτή σύνταξης. Επομένως, οι ασφαλισμένοι αυτών των Ταμείων δικαιούνται να ζητήσουν τη συνταξιοδότησή τους, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων του ΙΚΑ περί ελάχιστης ασφαλιστικής προστασίας, οι προϋποθέσεις δε αυτές είναι ευνοϊκότερες των ενδεχομένως θεσπιζόμενων από τη νομοθεσία του Ταμείου, στο οποίο υπάγονται, ενόψει των συγκεκριμένων ασφαλιστικών δεδομένων κάθε ενδιαφερόμενου, δηλαδή εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 28, παρ. 1 του Α.Ν.1846/1951, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως (ηλικία 65 ετών, προκειμένου για άρρενα ασφαλισμένο ή 60 ετών, προκειμένου για θήλυ και 4.050 Η.Ε.), το δε ύψος της σύνταξης αυτής πρέπει να είναι ίσο προς το ύψος της παρεχόμενης από το ΙΚΑ στην περίπτωση αυτή σύνταξης (Σ.τ.Ε.3358/1997). 6. Επειδή με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Η αναιρεσείουσα που γεννήθηκε το έτος 1925, πραγματοποίησε στην ασφάλιση του αναιρεσίβλητου Ταμείου 4.805 Η.Ε. (δέκα έξι χρόνια και πέντε ημέρες), λόγω απασχόλησής της με την ειδικότητα της σιδερώτρας στο "Θεραπευτήριο Ευαγγελισμός" από 3.5.1971 έως 31.5.1987. Ακολούθως, υπέβαλε στο αναιρεσίβλητο Ταμείο (ειδικό Ταμείο Κύριας Ασφαλίσεως που ασκεί ασφάλιση συντάξεων) την υπ' αριθ. 969/3.6.1987 αίτηση συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, η οποία και έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 100/απ.πρ/ΑτΦ/11.9.1987 απόφαση της Προϊσταμένης του Τ.Α.Π.Θ.Ε. Με την προαναφερόμενη απόφαση το ποσό της σύνταξης καθορίστηκε με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο της 1ης ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 5, παρ. 1 του Α.Ν.1846/1951, για το λόγο ότι θεμελίωσε συνταξιοδοτικό δικαίωμα λόγω γήρατος, όχι σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου, που απαιτεί εικοσαετή συντάξιμη υπηρεσία (άρθρο 27, παρ. 1β' αυτού), αλλά με βάση τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του ΙΚΑ (συμπληρωμένο το 60ό έτος της ηλικίας της, κατ' ελάχιστο όριο 4.050 Η.Ε.). Ακολούθησε ένσταση της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω απόφασης στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, με την οποία παραπονέθηκε ότι η σύνταξή της είναι κατώτερη της αντίστοιχης που καταβάλλεται από το ΙΚΑ και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να εναρμονιστεί προς αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 5, παρ. 11 του Α.Ν.1846/1951. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την προσβληθείσα με την προσφυγή απόφαση, με την αιτιολογία ότι το Ταμείο υποχρεούται να χορηγεί τα κατώτερα όρια συντάξεων που καταβάλλονται κάθε φορά από το ΙΚΑ μόνο στους ασφαλισμένους που συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του Καταστατικού του (δηλαδή σε όσους συμπλήρωσαν είκοσι έτη συντάξιμης υπηρεσίας) και όχι σ' εκείνους που συνταξιοδοτούνται λόγω συνδρομής των χρονικών προϋποθέσεων της νομοθεσίας του ΙΚΑ. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου κατά της ως άνω απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, επαναφέροντας προς κρίση τον ισχυρισμό που είχε προβάλλει με την ένστασή της, ενώ περαιτέρω επικαλέσθηκε και τη διάταξη του άρθρου 32, παρ. 1, εδάφιο γ' του Καταστατικού του Ταμείου, σύμφωνα με την οποία οι συντάξιμες αποδοχές δεν είναι δυνατό να είναι κατώτερες από τα κατώτατα όρια συντάξεων που ισχύουν κάθε φορά για το ΙΚΑ. Το δικάσαν Πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη ότι η αναιρεσείουσα δεν θεμελίωσε δικαίωμα λόγω γήρατος, με βάση τις χρονικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τις καταστατικές διατάξεις του αναιρεσίβλητου Ταμείου, δηλαδή εικοσαετή συντάξιμη υπηρεσία, αλλά με βάση τις χρονικές προϋποθέσεις που συνίστανται σε 4.050 Η.Ε. (οι οποίες αντιστοιχούν σε δέκα έξι έτη και πέντε ημέρες) και συμπληρωμένο το 60ό έτος της ηλικίας, έκρινε ότι ορθά η σύνταξή της υπολογίσθηκε σύμφωνα με το τεκμαρτό ημερομίσθιο της 1ης ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ. Για το λόγο δε αυτό, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για εφαρμογή, στην περίπτωσή της, του άρθρου 5, παρ. 11 του Α.Ν.1846/1951, καθώς και του άρθρου 32, παρ. 1 του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, έπρεπε να απορριφθούν κατά το δικάσαν Δικαστήριο, ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν μόνο τους ασφαλισμένους των ειδικών Ταμείων που συνταξιοδοτούνται κατά τις οικείες καταστατικές διατάξεις. Με τις σκέψεις αυτές, το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας. 7. Επειδή η κρίση αυτή του δικάσαντος Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτό ότι το ύψος της σύνταξης λόγω γήρατος που απονεμήθηκε στην αναιρεσείουσα έπρεπε να είναι ίσο προς το ύψος της χορηγούμενης από το ΙΚΑ, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28, παρ. 1 του Α.Ν.1846/1951, μόνο αν αυτή εσυνταξιοδοτείτο υπό τις προϋποθέσεις της αντίστοιχης διάταξης του αναιρεσίβλητου Ταμείου, δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα με τις διατάξεις του Α.Ν.1846/1951 και ιδίως με αυτή του άρθρου 5, παρ. 11, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν.825/1978, προβλέπεται, κατ' αρχήν, η εξίσωση κατά ποσό των χορηγουμένων από τα ειδικά Ταμεία συντάξεων προς τις συντάξεις του ΙΚΑ, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 28, παρ. 1 του Α.Ν.1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, πρέπει δε να γίνει δεκτός ο σχετικά προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, τα προβαλλόμενα από το αναιρεσίβλητο Ταμείο, με το από 9.2.1998 υπόμνημα που κατέθεσε μέσα στη δοθείσα από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμία, ότι ο νομοθέτης έθεσε ως προϋπόθεση για την εξίσωση της σύνταξης που απονέμει το Ταμείο με την παρεχόμενη από το ΙΚΑ την καταβολή εισφορών, ανάλογων μ' αυτές που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις για την πλήρη εξομοίωση των ασφαλισμένων των ειδικών Ταμείων Κύριας Ασφάλισης μισθωτών, μεταξύ των οποίων είναι και το αναιρεσίβλητο, προς τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ, λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και οι τυχόν κοινωνικοί πόροι του κλάδου συντάξεων των ως άνω Ταμείων, το σύνολο δε αυτών πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το αντίστοιχο του κλάδου συντάξεων του ΙΚΑ. Εξάλλου, το αναιρεσίβλητο Ταμείο δεν προβάλλει ότι είχε επικαλεσθεί, ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές με τους τυχόν κοινωνικούς πόρους αυτού δεν ήταν τουλάχιστον ίσες προς αυτές του ΙΚΑ, ώστε να εξετασθεί και από την άποψη αυτή αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της νομοθεσίας του ΙΚΑ στην περίπτωση της αναιρεσείουσας. 8. Επειδή, μετά την αποδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προς νέα νόμιμη κρίση...


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο