Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2004 ]

ΣτΕ 1042/2004 Ελέγχεται ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 115 του v.2238/1994 περί ευθύνης διευθύνοντα συμβούλου για οφειλές φόρων της Α.Ε.

(Ελέγχεται ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 115 του v.2238/1994 περί ευθύνης διευθύνοντα συμβούλου για οφειλές φόρων της Α.Ε.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος



Αριθμός 1042/2004
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2002, με την εξής
σύνθεση: Α. Τσαμπάση, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση
του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Γ. Παπαγεωργίου, Α.
Χριστοφορίδου, Σύμβουλοι, K. Ευστρατίου, Η. Μάζος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι.
Παπαχαραλάμπους.

Για να δικάσει την από 26 Νοεμβρίου 1998 αίτηση:

του ......... ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Κων/νο Γραμμένο (Α.Μ. 2688),
που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Βασ. Πανταζή, Πάρεδρο
του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η άρνηση χορηγήσεως
αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητος από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πύργου
Ηλείας, 2) η άρνηση χορηγήσεως αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητος από τον
προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της
Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Η.
Μάζου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε
και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή
η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του
δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχουν καταβληθεί τα νόμιμα
τέλη και το παράβολο (υπ΄ αριθμ. 0455435, 0455436/1998 διπλότυπα Δ.Ο.Υ.
Ενσήμων και Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών, υπ΄ αριθμ. 1542609/1998 ειδικό
γραμμάτιο παραβόλου).

2. Επειδή, ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της αρνήσεως χορηγήσεως στον
αιτούντα αποδεικτικού ενημερότητας των χρεών του προς το Δημόσιο,
εκδηλωθείσης με ενυπόγραφη σημείωση υπαλλήλου επί της από 22.10.1998 σχετικής
αιτήσεώς του προς τη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Κηφισιάς.

3. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ Α΄ 43) και
της βάσει αυτών εκδοθείσης υπ΄ αριθμ. 2048300/6844-11/0016/19-8-1990
αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 508), προβλέπεται η έκδοση
αποδεικτικού ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο φυσικών και νομικών
προσώπων, η προσκομιδή δε του αποδεικτικού αυτού απαιτείται ως αναγκαία
προϋπόθεση για τη διενέργεια ορισμένων δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων και
για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων λόγω δωρεάς ή γονικής παροχής, οπότε
και η σχετική υποχρέωση βαρύνει τον δωρητή ή τον παρέχοντα την γονική παροχή
(άρθρο 1 περ. 4). Προβλέπεται δε περαιτέρω (άρθρο 4 παρ. 1) ότι για τη
χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας σε φυσικό πρόσωπο λαμβάνονται υπόψη οι
ατομικές οφειλές του καθώς επίσης «και τυχόν άλλες οφειλές, που δεν έχουν
βεβαιωθεί στο όνομά του, αλλά για τις οποίες έχει προσωπική ευθύνη για την
καταβολή τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις».

4. Επειδή, στο άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ/τος 3843/1958 «περί φορολογίας
εισοδήματος νομικών προσώπων» (ΦΕΚ Α΄ 148), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο
10 του ν. 542/1977 (ΦΕΚ Α΄ 44), ορίσθηκε ότι: «Οι κατά τον χρόνο της
διαλύσεως ή συγχωνεύσεως ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών ή συνεταιρισμών
διευθυνταί, διαχειρισταί ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαρισταί τούτων
ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως δια την πληρωμήν του κατά τον παρόντα
νόμον οφειλομένου υπ΄ αυτών φόρου, ως και του παρακρατουμένου τοιούτου,
αδιαφόρως του χρόνου βεβαιώσεώς των. . .». ήδη δε στο άρθρο 115 παρ. 1 του
ισχύοντος Κώδικος Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, ΦΕΚ Α΄ 151), ορίζεται
ότι «τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι
και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο
της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για
την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον
παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο
βεβαίωσής τους. . .». Περαιτέρω, και στην διάταξη του άρθρου 45 του ν.
1642/1986, «Για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας» (ΦΕΚ Α΄ 125),
ορίζεται ότι: «για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου ευθύνονται εις
ολόκληρον με τον υπόχρεο και οι εξής: α) . . . β) οι νόμιμοι εκπρόσωποι των
νομικών προσώπων κατά τον χρόνον διάλυσης, συγχώνευσης ή μετατροπής τους,
ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσης του φόρου. γ) . . .». Εξάλλου, με το άρθρο
46α του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α΄ 101), το οποίο προσετέθη στο νόμο αυτό με το
άρθρο 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ Α΄ 206), προεβλέφθη η θέση σε ειδική
εκκαθάριση επιχειρήσεων που έχουν αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία τους
για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχουν
πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή
διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζουν έκδηλη
οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους. Η ειδική
εκκαθάριση διατάσσεται με απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχείρησης
κατόπιν αιτήσεως πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% του συνόλου των κατά της
επιχείρησης απαιτήσεων. Εκκαθαριστής διορίζεται υποχρεωτικώς τράπεζα, που
λειτουργεί νομίμως στην Ελλάδα, ή θυγατρική επιχείρησή της (παρ. 1 σε
συνδυασμό με άρθρο 46 παρ. 1). Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου,
ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν
συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, όλου του ενεργητικού της
επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι
(παρ. 2), συνάπτεται δε με τον πλειοδότη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού
της επιχείρησης, η οποία (σύμβαση) επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης των
άρθρων 1003 επ. του Κώδικος Πολιτικής δικονομίας (παρ. 7). Σύμφωνα με τις
παραγράφους 8 και 9 του εν λόγω άρθρου 46α, «8. Το συνολικό ποσό, το οποίο
υποχρεούται, σύμφωνα με τη σύμβαση, να καταβάλει στον εκκαθαριστή ο
πλειοδότης επέχει θέση πλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. Κ. Πολ.
Δικονομίας. Ο εκκαθαριστής υποχρεούται να καταθέσει αμελλητί εντόκως το
εισπραττόμενο πλειστηρίασμα σε τράπεζα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα.
Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος, ή του συμφωνηθέντος ως
αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον ετηρήθησαν στην τελευταία περίπτωση οι
συμφωνηθέντες όροι εξασφαλίσεως πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής
συντάσσει αμελλητί, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού
συμβολαιογράφου αντιστοίχως, είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως
εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή στην οποία
προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως
κατακυρώσεως του άρθρου 1005 Κ. Πολ. Δικονομίας και εφαρμόζονται επ΄ αυτής
αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9. Από της καταβολής όλου του
πλειστηριάσματος, η οποία πιστοποιείται, όπως ορίζεται στην επόμενη
παράγραφο, με πράξη ολοσχερούς εξόφλησης, επέρχονται όλες οι έννομες
συνέπειες της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, που
ορίζονται στο άρθρο 1005 Κ. Πολ. Δικονομίας. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου
του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η
διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ.». Τέλος, στην παρ. 3 του άρθρου 9 του ν.
1386/1983 (ΦΕΚ Α΄ 107), η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση της
ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 σύμφωνα με την παράγραφο
12 αυτού, ορίζεται ότι: «Με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που
ορίζεται ο εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της
εταιρείας. . ., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται
η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών
μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες. Η διοίκηση,
διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκουν στον εκκαθαριστή. Κατά τις
περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται
κατά της εταιρείας ως οφειλέτου, η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το
διοικητικό συμβούλιο που έχει νόμιμα εκλεγεί, . . . η θητεία (του οποίου). .
. παρατείνεται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης».

5. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι υπό το
καθεστώς τόσον του ν.δ/τος 3843/1958 όσον και του ισχύοντος Κώδικος
Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1999), ο διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης
εταιρείας καθίσταται προσωπικώς και αλληλεγγύως υπεύθυνος για την καταβολή
των οφειλομένων από την εταιρεία φόρων μισθωτών υπηρεσιών (και του φόρου
προστιθέμενης αξίας κατά το άρθρο 46 περ. β΄ του ν. 1642/1986). Η υποχρέωση
αυτή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, τη λύση της εταιρείας. Η υπαγωγή, όμως,
ανώνυμης εταιρείας υπό το καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως κατά τις διατάξεις
του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 δεν συνεπάγεται τη λύση της εταιρείας εφόσον
δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στο νόμο λόγων
λύσεως ανώνυμης εταιρείας (πάροδος του οριζομένου από το καταστατικό χρόνου
διαρκείας της εταιρείας, απόφαση της γενικής συνελεύσεως περί προώρου λύσεως,
κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση κατά το άρθρο 47α παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920)
και αφορά, άλλωστε, την εταιρική επιχείρηση και όχι την εταιρεία ως νομικό
πρόσωπο. Προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη του διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης
εταιρίας τεθείσης υπό ειδική εκκαθάριση κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, για τα
χρέη αυτής, δεν προβλέπεται, τέλος, ούτε από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου
46α του ν. 1892/1990. Ενόψει των ανωτέρω, δεν είναι καταρχήν νόμιμη η άρνηση
χορηγήσεως αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας σε διευθύνοντα σύμβουλο
ανώνυμης εταιρείας τεθείσης υπό ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 46α του ν.
1892/1990, λόγω υπάρξεως οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο από
παρακρατουμένους φόρους εισοδήματος (φόροι μισθωτών υπηρεσιών) ή φόρους
προστιθέμενης αξίας.

6. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι με την
από 22.10.1998 αίτηση προς την Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς ο αιτών ζήτησε να του
χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας των χρεών του προς το Δημόσιο για να το
χρησιμοποιήσει για σύσταση γονικής παροχής. Το αίτημα αυτό απερρίφθη με την
προσβαλλόμενη πράξη με την αιτιολογία ότι ο αιτών, υπό την ιδιότητά του ως
Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας «............», ευθύνετο για
χρέη της εταιρείας αυτής προς το Δημόσιο ύψος 7.903.400 δραχμών, πλέον
προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, από παρακρατουμένους φόρους εισοδήματος
και φόρο προστιθέμενης αξίας που είχαν βεβαιωθεί στο διάστημα 1991-1994. Από
τα αυτά στοιχεία προκύπτει επίσης ότι η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία ετέθη σε
ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 με την υπ΄ αριθμ. 357/1994
απόφαση του Εφετείου Πατρών, ότι επηκολούθησε η διενέργεια δημοσίου
πλειοδοτικού διαγωνισμού από την ορισθείσα εκκαθαρίστρια, εταιρεία
«........», στη συνέχεια του οποίου το σύνολο του ενεργητικού της
επιχειρήσεως μεταβιβάσθηκε στην «..........» (21191/ 11.1.1995 συμβόλαιο και
21.192/11.1.1995 πράξη εξοφλήσεως πλειστηριάσματος του συμβολαιογράφου
Ολυμπίων Χρ. Λαμπρόπουλου) και ότι οι αναγγελθείσες, με τα υπ΄ αριθμ.
7673/18.4.1994 και 1711/24.1.1995 έγγραφα της Δ.Ο.Υ. Πύργου, απαιτήσεις του
Δημοσίου από φόρους μισθωτών υπηρεσιών και φόρο προστιθέμενης αξίας, δεν
συμπεριελήφθησαν στον σχετικό πίνακα κατατάξεως επειδή η αναγγελία εστάλη
ταχυδρομικώς και δεν κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή, στη συνέχεια δε
απερρίφθη η ασκηθείσα κατά τον πίνακα κατατάξεως ανακοπή του Ελληνικού
Δημοσίου (από 1.3.1995 πίνακας κατατάξεως σε συνδυασμό με το υπ΄ αριθμ.
855/14.9.2001 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Πύργου). Υποστηρίζει το Δημόσιο, με το
κατατεθέν, εντός της ταχθείσης από το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της
υποθέσεως, προθεσμίας, από 15.10.2002 υπόμνημά του, ότι η θέση της εταιρείας
«........» σε ειδική εκκαθάριση ή, πάντως, η περάτωση της εκκαθαριστικής
διαδικασίας με τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχειρήσεως και τη σύνταξη
του πίνακα κατατάξεως, αποτελούν λύση της εταιρείας κατά την έννοια των
άρθρων 17 παρ. 1 ν.δ/τος 3843/1958, 115 παρ. 1 ν. 2238/1994 και 45 ν.
1642/1986. ότι, συνεπώς, ο αιτών, ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης αυτής
εταιρείας υπείχε προσωπική και αλληλέγγυο ευθύνη για την καταβολή των κατά τα
ανωτέρω χρεών της προς το Δημόσιο και ότι, ως εκ τούτου, νομίμως δεν έγινε
δεκτό το αίτημά του για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας. Η αιτιολογία,
όμως, αυτή της προσβαλλόμενης αρνήσεως δεν είναι νόμιμη, εφόσον, κατά τα ήδη
εκτεθέντα, ούτε η υπαγωγή της εταιρείας σε ειδική εκκαθάριση επέφερε τη λύση
της, ούτε προκύπτει, εξάλλου, ότι μετά τη λήξη των εργασιών της ειδικής
εκκαθαρίσεως επηκολούθησε λύση της εταιρείας κατά τις διατάξεις του δικαίου
των ανωνύμων εταιρειών (άρθρο 47α κ.ν. 2190/1920) ή ανάκληση της εγκριτικής
της συστάσεως της διοικητικής πράξεως, η οποία επιφέρει, κατά νόμο (άρθρα 48
και 48α του ιδίου κ.ν. 2190/1920), τα αποτελέσματα λύσεως, δια το λόγο δε
αυτό, βασίμως προβαλλόμενο καθ΄ ερμηνεία του δικογράφου, πρέπει να γίνει
δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη άρνηση χορηγήσεως
αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας. Κατά την ειδικώτερη δε εκδοχή της
Προεδρευούσης Συμβούλου η προσβαλλομένη αρνητική πράξη είναι, πάντως, μη
νόμιμη διότι αυτός ούτος ο θεσμός της προσωπικής αλληλεγγύου ευθύνης φυσικών
προσώπων για χρέη κεφαλαιουχικής εταιρείας εχούσης ιδίαν νομική προσωπικότητα
και οικονομική αυτοτέλεια και υποκειμένη, σε περίπτωση λύσεως, εις τις περί
εκκαθαρίσεως και πτωχευτικής διαδικασίας κείμενες διατάξεις, εξ ορισμού δεν
συνάδει προς το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

Ακυρώνει, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στο σκεπτικό, την εκδηλωθείσα με
σχετική ενυπόγραφη σημείωση υπαλλήλου επί της από 22.10.1998 αιτήσεως, άρνηση
του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς να χορηγήσει στον αιτούντα αποδεικτικό
ενημερότητας χρεών προς το Δημόσιο.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου, και

Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αιτούντος που ανέρχεται σε
επτακόσια εξήντα (760) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2002
 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο