Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2002 ]

ΣτΕ 718/2002 Αν στα βιβλία του επιτηδευματία έχουν γίνει εγγραφές βάσει στοιχείων που έχει εκδώσει από τα οικεία στελέχη και από τιμολόγια που έχουν εκδώσει τρίτα πρόσωπα και σύμφωνα με τις εγγραφές αυτές φέρεται ως συναλλασσόμενο πρόσωπο, το οποίο κατά το φαινόμενο μόνο έχει πραγματοποιήσει συναλλαγές (εικονικά), υπέχει φορολογική υποχρέωση τόσο ο ίδιος όσο και ο υποκρυπτόμενος επιτηδευματίας, ο οποίος πράγματι απέκτησε το εισόδημα.

(Αν στα βιβλία του επιτηδευματία έχουν γίνει εγγραφές βάσει στοιχείων που έχει εκδώσει από τα οικεία στελέχη και από τιμολόγια που έχουν εκδώσει τρίτα πρόσωπα και σύμφωνα με τις εγγραφές αυτές φέρεται ως συναλλασσόμενο πρόσωπο, το οποίο κατά το φαινόμενο μόνο έχει πραγματοποιήσει συναλλαγές (εικονικά), υπέχει φορολογική υποχρέωση τόσο ο ίδιος όσο και ο υποκρυπτόμενος επιτηδευματίας, ο οποίος πράγματι απέκτησε το εισόδημα. )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.

 <------> ............... 5. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που παραπέμπει και στο περιεχόμενο της προηγηθείσας επί της αυτής διαφοράς, υπ' αριθ. 4334/1995 προδικαστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (με την οποία είχε διαταχθεί η συμπλήρωση των αποδείξεων), ο αναιρεσίβλητος, από τις εγγραφές, μεταξύ άλλων, που είχε διενεργήσει στο θεωρημένο από τη φορολογική αρχή βιβλίο εσόδων - εξόδων του, εμφανιζόταν να έχει ασκήσει κατά το κρινόμενο οικονομικό έτος (1980) ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την εισαγωγή χρυσού από το εξωτερικό, την επεξεργασία του σε εργαστήρια τρίτων για την κατασκευή κοσμημάτων και την πώληση των τελευταίων. Από την επιχείρηση αυτή δήλωσε εισόδημα 150.000 δρχ. με συμπληρωματική δήλωση που υπέβαλε σχετικά και αφού στην αρχική φορολογική του δήλωση του ένδικου έτους είχε δηλώσει "επάγγελμα δημοσιογράφος" και εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες και Ζ' Πηγή. Εξάλλου, από έρευνα της φορολογικής αρχής προέκυψε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε δηλώσει στις 2.11.1978 έναρξη άσκησης επιτηδεύματος με αντικείμενο "εισαγωγές - εξαγωγές" και είχε θεωρήσει βιβλίο και στοιχεία, ότι, σύμφωνα με "πορίσματα" της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν "εγγεγραμμένος στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο (Α.Μ. .../78), όχι όμως και στον Σύλλογο Αργυροχόων - Χρυσοχόων", ότι φερόταν να έχει εισαγάγει για πρώτη φορά κατά το ένδικο έτος από το εξωτερικό αυτούσιο χρυσό (385 συνολικά κιλά, σύμφωνα με σχετικές άδειες εισαγωγής) και ότι ολόκληρη την ποσότητα αυτή είχε στείλει, σύμφωνα με σχετικά θεωρημένα δελτία αποστολής, σε συγκεκριμένα εργαστήρια χρυσοχοϊας, τα οποία φαινόταν πως είχαν κατασκευάσει εντεύθεν και επιστρέψει κοσμήματα, έχοντας εκδώσει σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Η φορολογική αρχή, θεωρώντας ότι το βιβλίο και τα στοιχεία του αναιρεσίβλητου ήταν ανακριβή (γιατί, αντίθετα από τα δεδομένα τους, οι πωλήσεις των κατά τα ανωτέρω κοσμημάτων δεν ήταν λιανικές αλλά χονδρικές και γιατί τα εμφανιζόμενα έσοδα υπολείπονταν "κατά πολύ" των πραγματικών) και ανεπαρκή σε βαθμό που καθιστούσε αδύνατες τις ελεγκτικές επαληθεύσεις, εξέδωσε σε βάρος του το επίδικο φύλλο ελέγχου, με το οποίο προσδιόρισε εξωλογιστικώς τα φορολογητέα κέρδη του από την πιο πάνω επιχείρηση σε ύψος μεγαλύτερο του δηλωθέντος, ενώ, εξάλλου, με την επίδικη επίσης πράξη επιβολής προστίμου, του επέβαλε πρόστιμο για ανακρίβεια της φορολογικής του δήλωσης. Περαιτέρω, κατά τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από την υπ' αριθ. 628/1995 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και από το υπ' αριθ. 27/15.12.1982 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος, σε όλες τις σχετικές, κατά τα ανωτέρω, με την εισαγωγή, επεξεργασία και εμπορία χρυσού ενέργειες είχε προβεί για λογαριασμό του Ι. Χ." και, ειδικότερα, ότι ο τελευταίος αυτός -με την αδελφή του Ελένη- είχε δώσει χρήματα για την εισαγωγή του χρυσού, τον οποίο και είχε διαθέσει σε άγνωστους τρίτους για προσωπικό του όφελος, ενώ ο αναιρεσίβλητος "ούτε έμπορος χρυσού ή χρυσοχόος ήταν ούτε διατηρούσε σχετική επιχείρηση, αλλά εικονικά εμφανιζόταν σαν τέτοιος, ουσιαστικά δε ενεργούσε και είχε προμηθευτεί τον χρυσό για λογαριασμό και με χρήματα του Ι. Χ., λαμβάνοντας από αυτόν ως προμήθεια 1.000 δρχ. για κάθε κιλό εισαγόμενου χρυσού. Τα δε εργαστήρια που φέρονταν ότι είχαν επεξεργαστεί τον χρυσό (για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου) "καθώς και τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδιδαν ήταν εικονικά, καθώς επίσης εικονικά ήταν και τα δελτία αποστολής του χρυσού προς τα εργαστήρια", όπως, εξάλλου, ψευδείς ήταν και οι δηλώσεις του αναιρεσίβλητου προς το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο περί εμπορίας από αυτόν χρυσού, πράξεις για τις οποίες και καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι "το εισόδημα εκ της εισαγωγής και εμπορίας των 385 κιλών χρυσού, κατά την υπόλογο διαχείριση 1/1-31/12/1979, εκτήσατο πράγματι ο Ι. Χ., ο οποίος είναι και το υποκείμενο της επίδικης φορολογικής εγγραφής για φόρο εισοδήματος και όχι ο εκκαλών-εφεσίβλητος" (ήδη αναιρεσίβλητος) "ο οποίος εικονικά φερόταν ως φορέας της ως άνω επιχείρησης" και ότι "συνεπώς όχι νόμιμα η φορολογική αρχή εξέδωσε σε βάρος του εκκαλούντος-εφεσίβλητου το προαναφερόμενο φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος και την πράξη επιβολής προστίμου". Ακύρωσε δε, κατόπιν αυτού, τις εν λόγω πράξεις, κατ' αποδοχή της έφεσης και, περαιτέρω (μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα), της προσφυγής του αναιρεσίβλητου. Η κρίση όμως αυτή του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη. Διότι, υπό τα γενόμενα ως άνω δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει δε των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, τόσο ο αναιρεσίβλητος που εμφανίστηκε να έχει συναλλαχθεί όσο κι εκείνος που, υποκρυπτόμενος, συναλλάχθηκε πράγματι, υπέχουν αυτοτελώς φορολογική υποχρέωση. Για τον λόγο συνεπώς αυτόν, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Κατά τη μειοψηφήσασα όμως ως άνω γνώμη, το Διοικητικό Εφετείο νομίμως αιτιολόγησε εν προκειμένω την κρίση του -και ο σχετικός λόγος αναίρεσης θα έπρεπε να απορριφθεί- διότι εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος δεν είχε πράγματι ασκήσει την ένδικη επιχείρηση και δεν είχε αποκτήσει εισόδημα από αυτή, δεν υπείχε αντίστοιχη φορολογική υποχρέωση. ...............


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο