Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1999 ]

ΣτΕ 779/1999 Αν τα διαθέσιμα εκφράζονται σε ξένο νόμισμα, κατά την αποτίμηση στοιχείων της απογραφής αποτιμώνται σε δραχμές και τυχόν θετική συναλλαγματική διαφορά αποτελεί ακαθάριστο έσοδο υποκείμενο, κατά την έννοια του άρθρου 7, περ. β του Ν.1676/1986, στον Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ).

(Αν τα διαθέσιμα εκφράζονται σε ξένο νόμισμα, κατά την αποτίμηση στοιχείων της απογραφής αποτιμώνται σε δραχμές και τυχόν θετική συναλλαγματική διαφορά αποτελεί ακαθάριστο έσοδο υποκείμενο, κατά την έννοια του άρθρου 7, περ. β του Ν.1676/1986, στον Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ).)

Κατηγορία: Φ.Π.Α.

 <------> 3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία περιέλαβε στην από 10.2.1993 δήλωσή της απόδοσης του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών και το ποσό των 793.078.829 δρχ., που προερχόταν από ανατίμηση (συναλλαγματική διαφορά) των διαθεσίμων της σε ξένο συνάλλαγμα κατά την ημέρα της απογραφής της 31.12.1992, συνόδευσε δε τη δήλωσή της με ρητή επιφύλαξη, κατά το άρθρο 5 του Ν.Δ.3629/1956, περί μη υπαγωγής του ποσού αυτού στον ανωτέρω ειδικό φόρο. Η επιφύλαξη αυτή απορρίφθηκε σιωπηρώς από τη φορολογική αρχή, η σιωπηρή όμως αυτή απόρριψη ακυρώθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, το οποίο, εξετάζοντας σε δεύτερο βαθμό τη νομιμότητα της απόρριψης αυτής, έκρινε ότι το επίμαχο ποσό δεν υπόκειτο στον ένδικο φόρο. Το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ειδικότερα ότι οι συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από τη μετατροπή σε δραχμές κατά την απογραφή λήξης (σύμφωνα με το άρθρο 41, παρ. 6 του ΚΦΣ) των διαθεσίμων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, δεν αποτελούν ακαθάριστο έσοδο της τελευταίας, αλλά είναι "στοιχείο αποτίμησης περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή ωφέλεια που λογιστικώς εμφανίζεται στην απογραφή" και συνεπώς δεν υπόκεινται στον επίμαχο φόρο, από τις διατάξεις δε του άρθρου 7, περ. β' και του άρθρου 11, παρ. 3 του Ν.1676/1986, δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο και, περαιτέρω, ότι ο ένδικος φόρος "ως επιρρίψιμος έμμεσος φόρος επί των συναλλαγών και όχι (άμεσος) φόρος επί της περιουσίας ή του μη πάγιου ενεργητικού των τραπεζών, επιβάλλεται μόνο σε έσοδα που πραγματοποιούνται και προκύπτουν από τις συναλλαγές τους και όχι στις πιστωτικές συναλλαγματικές διαφορές των διαθεσίμων τους σε συνάλλαγμα". Κρίνοντας όμως ως ανωτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και πλημμελώς εφάρμοσε τις εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις που παρατέθηκαν ανωτέρω, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη, η θετική συναλλαγματική διαφορά που προκύπτει κατά την απογραφή λήξης, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του "Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων" και ήδη του "Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων", αποτελεί ακαθάριστο έσοδο υποκείμενο, κατά την έννοια του άρθρου 7, περ. β' του Ν.1676/1986, στον Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά την υπαγωγή στον Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών της προαναφερθείσας συναλλαγματικής διαφοράς και η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο προς νέα νόμιμη κατά τα ανωτέρω κρίση.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο