Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1997 ]

ΣτΕ 4896/1997 Απαλλαγή από τη φορολογία αλλοδαπής εταιρίας για εισοδήματα που απέκτησε από τη συμμετοχή της σε ημεδαπή Ε.Π.Ε. είναι δυνατή, μόνο με την προϋπόθεση της πραγματικής αυτής αμοιβαιότητας. Η έλλειψη, όμως, της πραγματικής αυτής αμοιβαιότητας πρέπει να προβάλλεται πρωτοδίκως με την έκθεση του άρθρου 82 του ΚΦΔ και δεν μπορεί να προβληθεί το πρώτον στην κατ έφεση δίκη.

(Απαλλαγή από τη φορολογία αλλοδαπής εταιρίας για εισοδήματα που απέκτησε από τη συμμετοχή της σε ημεδαπή Ε.Π.Ε. είναι δυνατή, μόνο με την προϋπόθεση της πραγματικής αυτής αμοιβαιότητας. Η έλλειψη, όμως, της πραγματικής αυτής αμοιβαιότητας πρέπει να προβάλλεται πρωτοδίκως με την έκθεση του άρθρου 82 του ΚΦΔ και δεν μπορεί να προβληθεί το πρώτον στην κατ έφεση δίκη. )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.



Αλλοδαπές εταιρίες που μετέχουν σε Ε.Π.Ε.
Σ.τ.Ε.: 4896/1997


Απαλλαγή από τη φορολογία αλλοδαπής εταιρίας για εισοδήματα που απέκτησε από τη
συμμετοχή της σε ημεδαπή Ε.Π.Ε. είναι δυνατή, μόνο με την προϋπόθεση της
πραγματικής αυτής αμοιβαιότητας. Η έλλειψη, όμως, της πραγματικής αυτής
αμοιβαιότητας πρέπει να προβάλλεται πρωτοδίκως με την έκθεση του άρθρου 82 του
ΚΦΔ και δεν μπορεί να προβληθεί το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη.

<



3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ότι
μόνη η συμμετοχή της αναιρεσείουσας εταιρίας που εδρεύει στη Ζυρίχη της
Ελβετίας στην ελληνική Ε.Π.Ε. "......" δεν αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση της
αναιρεσείουσας στην Ελλάδα και ότι, επομένως, τα εισοδήματα που απέκτησε αυτή,
κατά το ένδικο έτος, από τη συμμετοχή της στην εν λόγω εταιρία δεν υπόκεινται
σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5, παρ. 7
και 7, παρ. 1 της "Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ελβετικής
Ομοσπονδίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας αναφορικά με τους φόρους
εισοδήματος", που κυρώθηκε με το Ν.1502/1984 (ΦΕΚ 192/Α'). Το Δημόσιο προέβαλε
το πρώτον με την έφεσή του τον ισχυρισμό ότι οι ελβετικές αρχές ως η "εταιρία"
για την εφαρμογή των διατάξεων της ελληνοελβετικής σύμβασης θεωρούν μόνο την
κεφαλαιουχική και ότι, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση ο
όρος της ουσιαστικής αμοιβαιότητας, η εκπλήρωση του οποίου τίθεται από το άρθρο
28, παρ. 1 του Συντάγματος ως προϋπόθεση για την εφαρμογή των όρων της διεθνούς
σύμβασης στους αλλοδαπούς. Το Διοικητικό Εφετείο, με την υπ' αριθ. 2411/1992
προδικαστική απόφασή του, διέταξε συμπλήρωση των αποδείξεων και ειδικότερα
υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να
προκύπτουν ότι, κατά τα ισχύοντα στην Ελβετία, η Ε.Π.Ε. δεν φορολογείται
αυτοτελώς, αλλά τα συμμετέχοντα σ' αυτή πρόσωπα και αν η ελληνική επιχείρηση
που συμμετέχει σε ελβετικές Ε.Π.Ε. θεωρείται για τη συμμετοχή της αυτή ότι
αποκτά μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα αυτή και φορολογείται για τα κέρδη της από
τη συμμετοχή. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, με την ήδη προσβαλλόμενη
οριστική απόφασή του, απέρριψε τον προβληθέντα με το υπόμνημα ενώπιον του
Διοικητικού Εφετείου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο απαραδέκτως
το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε το πρώτον κατ' έφεση, κατά παράβαση του άρθρου
172, παρ. 1 του ΚΦΔ, τον ισχυρισμό περί έλλειψης αμοιβαιότητας, με την
αιτιολογία ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον το θέμα τούτο κρίθηκε με οριστική
διάταξη της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης. Στη συνέχεια, το Διοικητικό
Εφετείο, μετ' εκτίμηση εγγράφου του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών της
Ελβετίας, έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίσταται ουσιαστική
(πραγματική) αμοιβαιότητα, καθόσον οι ελβετικές φορολογικές αρχές φορολογούν με
φόρο εισοδήματος και φόρο κεφαλαίου τον κάτοικο συμβατικής χώρας για τη
συμμετοχή του σε προσωπική εταιρία και ότι, συνεπώς, αφού δεν δύναται να
εφαρμοσθεί εν προκειμένω η ανωτέρω διεθνής σύμβαση, η αναιρεσείουσα ελβετική
εταιρία πρέπει να φορολογηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας
εισοδήματος για τα εισοδήματά της από τη συμμετοχή της στην ελληνική Ε.Π.Ε. Με
τις σκέψεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και
απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας. Η κρίση, όμως, αυτή του Διοικητικού
Εφετείου περί εκτίμησης του ανωτέρω ισχυρισμού του Δημοσίου, περί έλλειψης στην
προκειμένη περίπτωση πραγματικής αμοιβαιότητας, δεν είναι νόμιμη, διότι,
σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 172, παρ. 1 του ΚΦΔ, ο ισχυρισμός
αυτός, στηριζόμενος σε πραγματικά περιστατικά, έπρεπε να είχε προβληθεί
πρωτοδίκως με την έκθεση του άρθρου 82 του ΚΦΔ και δεν μπορούσε να προβληθεί το
πρώτον στην κατ' έφεση δίκη ενώ, εξάλλου, τα δικαστήρια της ουσίας δεν
υποχρεούνται να ερευνήσουν αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη ουσιαστικής αμοιβαιότητας.
Επομένως, το Διοικητικό Εφετείο έπρεπε να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό του
Δημοσίου ως απαραδέκτως το πρώτον κατ' έφεση προβαλλόμενο, ενόψει μάλιστα και
του ότι το Δημόσιο με την έφεσή του δεν είχε προβάλει ότι η μη προβολή του
ισχυρισμού αυτού πρωτοδίκως ήταν αποχρώντως δικαιολογημένη. Εξάλλου, μη νομίμως
υπέβαλε το Διοικητικό Εφετείο ότι η προηγούμενη υπ' αριθ. 2411/1992 απόφασή του
ήταν εν μέρει οριστική ως προς το ζήτημα του παραδεκτού της προβολής το πρώτον
κατ' έφεση του εν λόγω ισχυρισμού του Δημοσίου. Τούτο δε διότι η απόφαση αυτή,
με την οποία απλώς διατάχθηκαν αποδείξεις, προκειμένου να αποδειχθεί με
συγκεκριμένα στοιχεία ο ανωτέρω περί έλλειψης αμοιβαιότητας ισχυρισμός, ήταν
αμιγώς προδικαστική και δεν δέσμευε, αλλά μπορούσε, σύμφωνα με την ως άνω
διάταξη του άρθρου 113 του ΚΦΔ, ν' ανακληθεί ως προς το επίμαχο ζήτημα, ως προς
το οποίο το Διοικητικό Εφετείο έπρεπε να κρίνει διαφορετικά, σύμφωνα με τα
προεκτεθέντα. Το ανωτέρω δε απαράδεκτο της προβολής το πρώτον κατ' έφεση του
επίμαχου ισχυρισμού δεν ήρθη με την έκδοση της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης,
διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 172 του ΚΦΔ,
με τη δικαστική απόφαση που διατάσσει τη συμπλήρωση των αποδείξεων αίρεται το
απαράδεκτο της επίκλησης και προσαγωγής το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη νέων
αποδεικτικών μέσων αναφερομένων σε πραγματικούς ισχυρισμούς προβληθέντες και
πρωτοδίκως και όχι το απαράδεκτο της προβολής το πρώτον κατ' έφεση νέων
πραγματικών ισχυρισμών. Συνεπώς, για το βάσιμο αυτό λόγο αναίρεσης, η
προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Κατόπιν αυτού, παρέλκει ως
αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης και η υπόθεση, που χρειάζεται
διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για
νέα κρίση.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο