Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1997 ]

ΣτΕ 2895/1997 α) Εισαγόμενα έπιπλα φέροντα σκαλίσματα που δημιουργήθηκαν με μηχανικά μέσα γενικώς, κατά ευρεία ερμηνεία σχετικής σημείωσης του δασμολογίου, δεν θεωρούνται σκαλισμένα και δεν υπάγονται σε φόρο πολυτελείας β) Διάδικος που δεν άσκησε έφεση κατά μέρος πρωτόδικης δυσμενούς γι αυτόν απόφασης, δεν δύναται εν συνεχεία να επαναφέρει το παράπονό του αυτό με αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Σ.τ.Ε.

(α) Εισαγόμενα έπιπλα φέροντα σκαλίσματα που δημιουργήθηκαν με μηχανικά μέσα γενικώς, κατά ευρεία ερμηνεία σχετικής σημείωσης του δασμολογίου, δεν θεωρούνται σκαλισμένα και δεν υπάγονται σε φόρο πολυτελείας β) Διάδικος που δεν άσκησε έφεση κατά μέρος πρωτόδικης δυσμενούς γι αυτόν απόφασης, δεν δύναται εν συνεχεία να επαναφέρει το παράπονό του αυτό με αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Σ.τ.Ε. )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.



Φόρος πολυτελείας εισαγόμενων επίπλων
Σ.τ.Ε.: 2895/1997


α) Εισαγόμενα έπιπλα φέροντα σκαλίσματα που δημιουργήθηκαν με μηχανικά μέσα
γενικώς, κατά ευρεία ερμηνεία σχετικής σημείωσης του δασμολογίου, δεν
θεωρούνται σκαλισμένα και δεν υπάγονται σε φόρο πολυτελείας
β) Διάδικος που δεν άσκησε έφεση κατά μέρος πρωτόδικης δυσμενούς γι' αυτόν
απόφασης, δεν δύναται εν συνεχεία να επαναφέρει το παράπονό του αυτό με αίτηση
αναίρεσης ενώπιον του Σ.τ.Ε.

5. Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την
αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Β' Τελωνείο Θεσσαλονίκης
την υπ' αριθ. 36002/1983 διασάφηση εισαγωγής και ζήτησε τον τελωνισμό και τη
παραλαβή των στη διασάφηση αυτή διαλαμβανόμενων καθισμάτων και επίπλων, ως και
μέρη αυτών από οποιαδήποτε άλλη ξυλεία. Κατά τον τελωνισμό των εμπορευμάτων
αυτών προέκυψε διαφωνία, όπως τούτο αποδεικνύεται από σημείωση που έγινε στη
σχετική διασάφηση, μεταξύ του αναιρεσείοντα από τη μία πλευρά και της
τελωνειακής αρχής από την άλλη, ως προς τη δασμολογική κατάταξη των εν λόγω
εμπορευμάτων, του μεν πρώτου υποστηρίζοντος ότι τα επίδικα εμπορεύματα
(καθίσματα και έπιπλα) πρέπει να καταταγούν ως ασκάλιστα αντίστοιχα στις
δασμολογικές κλάσεις 94.01 ΒΙΙ γ2αα και 94.03 ΒΙΙ β2, άνευ φόρου πολυτελείας,
της δε τελωνειακής αρχής υποστηριζούσης αντιθέτως ότι τα ίδια εμπορεύματα
πρέπει να καταταγούν ως σκαλισμένα αντίστοιχα στις δασμολογικές κλάσεις 94.01
ΒΙΙ γ1αα και 94.03 ΒΙΙ β1, μετά φόρου πολυτελείας. Υπό τα δεδομένα αυτά και
μέχρι εξακρίβωσης του καθαρού βάρους του εμπορεύματος και έκδοσης σχετικής
απόφασης από την ΠΕΤΑΘ ή ΑΕΤΑ, όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των
εμπορευμάτων, παραδόθηκαν τα εν λόγω είδη στον φορολογούμενο παραλήπτη, αφού
συστήθηκε, όπως προκύπτει από σχετική πράξη επί του σώματος της προαναφερθείσας
διασάφησης εισαγωγής, παρακαταθήκη ποσού 950.000 δρχ., για την κάλυψη των
δασμών και λοιπών φόρων, στην περίπτωση που έπρεπε να καταταγούν τα ένδικα
εμπορεύματα σε επαχθέστερη δασμολογική κλάση για τον φορολογούμενο, δηλαδή ως
σκαλισμένα. Η Πρωτοβάθμια Επιτροπή Τελωνειακών Αμφισβητήσεων Θεσσαλονίκης
(ΠΕΤΑΘ), αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία της υπόθεσης και άκουσε τον εισηγητή
αυτής και τον εκπρόσωπο της φορολογούμενης εταιρίας, εξέδωσε την υπ' αριθ.
171/1983 απόφαση, με την οποία έκρινε ότι τα καθίσματα και τα έπιπλα, καθώς και
τα μέρη αυτών φέρουν σκαλίσματα με πρέσσα (τυπωτά), καθώς και με παντογράφο.
Για το λόγο δε ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα υποσημείωση του δασμολογίου,
τα ανωτέρω είδη δεν θεωρούνται σκαλισμένα, εφόσον φέρουν σκαλίσματα μόνο δια
πυρογραφίας ή τυπωτά, κατέταξε τα είδη αυτά η ανωτέρω επιτροπή (ΠΕΤΑΘ) στις
δασμολογικές κλάσεις 94.01 ΒΙΙ γ1αα και 94.03 ΒΙΙ β1, αντίστοιχα, σαν
σκαλισμένα, διότι, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η εν λόγω επιτροπή (ΠΕΤΑΘ)
διαπίστωσε ότι τα επίμαχα εμπορεύματα, εκτός από τα τυπωτά σκαλίσματα, έφεραν
και σκαλίσματα με παντογράφο, ήτοι διάφορα από τα σκαλίσματα εκείνα των τυπωτών
και της πυρογραφίας. Με τα δεδομένα αυτά η τελωνειακή αρχή προέβη στην κατάταξη
των εν λόγω εμπορευμάτων (καθίσματα και έπιπλα και μέρη αυτών) στις ανωτέρω
δασμολογικές κλάσεις 94.01 ΒΙΙ γ1αα και 94.03 ΒΙΙ β1, στις οποίες έκρινε η
ΠΕΤΑΘ, με την προαναφερθείσα απόφασή της, ότι υπάγονται τα ανωτέρω είδη ως
σκαλισμένα, στη συνέχεια δε προέβη, με πράξη της επί της προαναφερθείσας
διασάφησης εισαγωγής, στη χρέωση των αναλογούντων δασμών και λοιπών φόρων. Κατά
της πράξης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού
Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο την δέχθηκε κατά το μέρος που μ' αυτή
αμφισβητείτο η κατάταξη των επίδικων εμπορευμάτων (επίπλων και καθισμάτων) στην
κατηγορία των σκαλισμένων, ενώ αντιθέτως την απέρριψε κατά το μέρος που
αμφισβητούσε την υπαγωγή των αυτών εμπορευμάτων στο φόρο πολυτελείας του άρθρου
4, παρ. 1 του Ν.Δ.2416/1953. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση μόνο
από το Δημόσιο, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η
προσφυγή του αναιρεσείοντα (δηλαδή ως προς το θέμα της κατάταξης των επίδικων
εμπορευμάτων ως ασκάλιστων). Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε την έφεση του
Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι στα ασκάλιστα έπιπλα και καθίσματα
κατατάσσονται μόνο εκείνα που φέρουν σκαλίσματα από πυρογραφία ή είναι τυπωτά,
όπως αναφέρει η σχετική επεξηγηματική σημείωση, η οποία ως ευνοϊκή φορολογική
διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ενώ αντιθέτως τα επίδικα έφεραν πέραν των
τυπωτών σκαλισμάτων και σκαλίσματα που έγιναν με μηχανικό μέσο (παντογράφο) που
δεν κατονομάζεται ρητά στη σημείωση αυτή. Η κρίση, όμως, αυτή της απόφασης του
Διοικητικού Εφετείου δεν στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία της επίδικης
επεξηγηματικής σημείωσης του δασμολογίου του 1983, εφόσον, όπως αναφέρεται στην
προηγούμενη σκέψη, στα ασκάλιστα έπιπλα και καθίσματα υπάγονται και εκείνα στα
οποία τα σκαλίσματα έγιναν με μηχανικό μέσο εν γένει, έστω και αν αυτό δεν
αναφέρεται ρητά στην επίμαχη σημείωση. Συνεπώς, θα πρέπει, για το λόγο αυτό,
βασίμως προβαλλόμενο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της
εξέτασης των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προβάλλονται ως προς το θέμα
αυτό και η υπόθεση να αναπεμφθεί, ως χρήζουσα διευκρίνισης κατά το πραγματικό,
για νέα κατ' ουσία κρίση στο αυτό δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
6. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 169 του ΚΦΔ (Π.Δ.331/1985, ΦΕΚ 116/Α'):
"Με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάζεται στο διοικητικό εφετείο κατά το μέρος που
αφορά τις αιτιάσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες προβάλλονται με
αυτήν...", ενώ, κατά το άρθρο 166 του αυτού ΚΦΔ: "1. Δικαίωμα έφεσης έχει ο
διάδικος που ηττήθηκε πρωτοδίκως...". Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων
διατάξεων του ΚΦΔ προκύπτει ότι αν ο διάδικος που ηττήθηκε εν μέρει πρωτοδίκως
δεν ασκήσει έφεση κατά του μέρους αυτού της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο
απορρίφθηκε η προσφυγή του, δεν δύναται εν συνεχεία να επαναφέρει το παράπονό
του αυτό κατά της πρωτόδικης απόφασης με την αίτηση αναίρεσης ενώπιον του
Συμβουλίου της Επικρατείας. Η δικονομική αυτή αρχή του απαραδέκτου προβολής
κατ' αναίρεση αιτιάσεως που θα έπρεπε να προβληθεί κατ' έφεση και η οποία
αποτελεί απόρροια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, εφαρμοζόμενη σε
κάθε περίπτωση που θα μπορούσε να τεθεί ως λόγος έφεσης αντίθεση του
εφαρμοσθέντος κανόνα εθνικού δικαίου προς υπέρτερης ισχύος κανόνα του αυτού
εθνικού δικαίου ή προς κανόνα του κοινοτικού δικαίου, δεν έρχεται σε αντίθεση
προς το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, γιατί δεν καθιστά λιγότερο ευνοϊκή ή
δυσχερέστερη την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη
(πρβλ. απόφαση Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14.12.1995, υπόθεση
C-312/1993 van Campenhut et Cie S.C.S. κατά βελγικού Δημοσίου, Συλλογή
Αποφάσεων ΔΕΚ 1995, Ι-4599 επ.).



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο