Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1999 ]

ΣτΕ 2927/1999 α) Η έκθεση ελέγχου δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη των γεγονότων, αλλά συνεκτιμάται ελευθέρως το περιεχόμενό της από το Δικαστήριο. β) Κατά τη διεξαγωγή φορολογικής δίκης, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διάδικου, την εξέταση μαρτύρων μόνο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και εφόσον ο ουσιαστικός νόμος δεν το αποκλείει. Η εξέταση μάρτυρα αποτελεί εξαιρετικό αποδεικτικό μέσο, γι αυτό πρέπει να εξηγείται η προσφυγή σ αυτό. γ) Οι απλές φωτοτυπίες εγγράφων λαμβάνονται επικουρικά υπόψη, αν το Δικαστήριο πείθεται για την ακρίβεια όσων αποδίδονται σ αυτά.

( α) Η έκθεση ελέγχου δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη των γεγονότων, αλλά συνεκτιμάται ελευθέρως το περιεχόμενό της από το Δικαστήριο. β) Κατά τη διεξαγωγή φορολογικής δίκης, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διάδικου, την εξέταση μαρτύρων μόνο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και εφόσον ο ουσιαστικός νόμος δεν το αποκλείει. Η εξέταση μάρτυρα αποτελεί εξαιρετικό αποδεικτικό μέσο, γι αυτό πρέπει να εξηγείται η προσφυγή σ αυτό. γ) Οι απλές φωτοτυπίες εγγράφων λαμβάνονται επικουρικά υπόψη, αν το Δικαστήριο πείθεται για την ακρίβεια όσων αποδίδονται σ αυτά. )

Κατηγορία: Εταιρικό δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

 <------> 3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάρκεια έκτακτου φορολογικού ελέγχου που διενεργήθηκε στις 19.1.1993 στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος ασχολείται με την πώληση μεταχειρισμένων και καινούριων αυτοκινήτων, διαπιστώθηκε ότι τρία μεταχειρισμένα αυτοκίνητα: α) με αριθμό κυκλοφορίας ......, μάρκας Honda Accord, β) με αριθμό κυκλοφορίας ......, μάρκας Ford και γ) άνευ αριθμού κυκλοφορίας αυτοκίνητο, πρώην ταξί, μάρκας Mitsubishi, με αριθμό πλαισίου ......, τα οποία βρίσκονταν σταθμευμένα μέσα στο χώρο της επιχείρησης, δεν είχαν καταχωρηθεί στο βιβλίο (μητρώο) εισερχομένων αυτοκινήτων της επιχείρησης. Μετά τη διαπίστωση αυτή επεβλήθη σε βάρος του αναιρεσείοντος το ένδικο πρόστιμο, ύψους συνολικά 150.000 δρχ. (πρόστιμο 50.000 δρχ. για κάθε μια περίπτωση μη καταχώρισης). Με την προσφυγή και το σχετικό υπόμνημα, ο αναιρεσείων προέβαλε τα εξής: 1) ότι το υπό στοιχείο γ' ως άνω αυτοκίνητο είχε καταχωρηθεί στη σελίδα 41 του βιβλίου εισερχομένων της επιχείρησης στις 22.10.1992 και 2) ότι τα άλλα δύο αυτοκίνητα κατά την ώρα του ελέγχου δεν βρίσκονταν στον κύριο χώρο της επιχείρησης (ώστε να υπάρχει υποχρέωση καταχώρισης αυτών), αλλά βρίσκονταν σταθμευμένα στο έμπροσθεν αυτής πεζοδρόμιο, διότι οι ιδιοκτήτες τους, που δεν είχαν ακόμη παραδώσει αυτά, είχαν μεταβεί για σύνταξη και θεώρηση των σχετικών υπεύθυνων δηλώσεων που κατά πάγια τακτική ζητούσε ο αναιρεσείων από τους ιδιοκτήτες των παραδιδόμενων προς πώληση αυτοκινήτων. Για την απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών προσκομίσθηκαν τα εξής: α) αθεώρητο και αχαρτοσήμαντο φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. 41 σελίδας βιβλίου, το οποίο φέρει το χαρακτηρισμό "βιβλίο ποσοτικής παραλαβής", μη διακρινομένων των λοιπών στοιχείων αυτού (όπως η επωνυμία της επιχείρησης για την οποία τηρήθηκε), στο οποίο φαίνεται καταχωρημένο, με ημερομηνία 22.10.1992, το υπό στοιχείο γ' ως άνω αυτοκίνητο και β) τρεις Υπεύθυνες Δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν.1599/1986, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, είναι οι δηλώσεις που του παρέδωσαν οι ιδιοκτήτες των επίμαχων αυτοκινήτων. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων ζήτησε να εξετασθούν δύο μάρτυρες για την απόδειξη του ισχυρισμού του, κατά τον οποίο τα ανωτέρω δύο αυτοκίνητα δεν βρίσκονταν μέσα στο χώρο της επιχείρησης, αλλά έξω από αυτήν. 4. Επειδή, το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ως αναπόδεικτους, με την αιτιολογία ότι, αφενός μεν, έρχονται σε αντίθεση με το αναγραφόμενα στην έκθεση ελέγχου, στην οποία, αποτελούσα ίδιο αποδεικτικό μέσο, κατά τα άρθρα 144 και 145 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, ρητά αναφέρεται ότι τα τρία ως άνω αυτοκίνητα βρίσκονταν κατά την ώρα του ελέγχου μέσα στο χώρο της επιχείρησης και όχι έξω απ' αυτήν, καθώς και ότι κανένα απ' αυτά δεν ήταν καταχωρημένο στο προβλεπόμενο από το άρθρο 10 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων μητρώο εισερχομένων, αφετέρου δε, δεν προσκομίσθηκε κανένα νόμιμο στοιχείο για την απόδειξή τους, αφού οι μεν ως άνω Υπεύθυνες Δηλώσεις του Ν.1599/1986 δεν αποτελούν, κατά το άρθρο 152 του Κ.Φ.Δ., νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το δε Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την αποδεικτική αξία του προαναφερόμενου ανεπικύρωτου φωτοαντιγράφου της σελίδας 41, ώστε να το εκτιμήσει, έστω και επικουρικά, κατά το άρθρο 146, παρ. 1 του Κ.Φ.Δ. Περαιτέρω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε απορριπτέο το αίτημα του αναιρεσείοντος για εξέταση μαρτύρων, το οποίο υποβλήθηκε με το υπόμνημα και δεν προτάθηκε στο ακροατήριο, πρωτίστως λόγω της διατάξεως του άρθρου 152, παρ. 3 του Κ.Φ.Δ., που επιτρέπει στο Μονομελές Δικαστήριο να εξετάσει μάρτυρα μόνο στο ακροατήριο και όχι και να προβεί στην έκδοση προδικαστικής απόφασης για εξέταση αυτού. Ενόψει των ανωτέρω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο πείσθηκε ότι ο αναιρεσείων υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ' αυτόν παραβάσεις της μη καταχωρίσεως τριών αυτοκινήτων στο βιβλίο εισερχομένων, για τις οποίες νόμιμα, κατ' αρχήν, επιβλήθηκε σε βάρος του πρόστιμο. Στη συνέχεια, το Διοικητικό Πρωτοδικείο, εκτιμώντας το είδος και τις εν γένει συνθήκες διαπράξεως των παραβάσεων, μείωσε το πρόστιμο στο ποσό των 30.000 δρχ. για κάθε παράβαση, δηλαδή συνολικά σε 90.000 δρχ. 5. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 144, παρ. 1 του Κ.Φ.Δ., δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η έκθεση ελέγχου αποτελεί πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιώνονται σ' αυτήν, ενώ θα έπρεπε να την εκτιμήσει ελεύθερα, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο, όπως ρητώς αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δέχθηκε ότι η εν λόγω έκθεση αποτελούσε πλήρη απόδειξη, αλλά συνεξετίμησε ελευθέρως το περιεχόμενό της προς στήριξη της κρίσης του, κατά την οποία οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ήταν αναπόδεικτοι. 6. Επειδή ο Κ.Φ.Δ. (Π.Δ.331/1985 - ΦΕΚ 116/Α'), ορίζει στο άρθρο 123 ότι: "Αποδεικτικά μέσα είναι η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα - μεταξύ των οποίων και οι εκθέσεις ελέγχου των φορολογικών οργάνων - η ομολογία του διαδίκου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη, οι εξηγήσεις των διαδίκων και οι μάρτυρες, εκτός αν ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος ορίζει διαφορετικά", στο άρθρο 152 ότι: "1) Το Δικαστήριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να διατάξει, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, την εξέταση μαρτύρων, εκτός από τις περιπτώσεις που ο ουσιαστικός νόμος, ο οποίος εφαρμόζεται στη δίκη, την αποκλείει. 2) Η απόφαση για την εξέταση μαρτύρων πρέπει να ορίζει τους μάρτυρες που θα εξεταστούν και να αιτιολογεί ειδικά την ανάγκη για την εξέτασή τους. 3) Το Μονομελές Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την εξέταση μαρτύρων μόνο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο" και στο άρθρο 124 ότι "Το Δικαστήριο, αποβλέποντας στην ανεύρεση της αντικειμενικής αλήθειας, χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελεύθερα, αν οι ειδικές διατάξεις που διέπουν την κρινόμενη υπόθεση δεν ορίζουν διαφορετικά". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι μόνον οι μαρτυρίες που λαμβάνονται κατά τους ορισμούς των άρθρων 152 επ. αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα κατά τη διαδικασία ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων. Τα Δικαστήρια αυτά δεν μπορούν να λάβουν υπόψη μαρτυρίες που δεν πληρούν τους όρους των ανωτέρω διατάξεων, ούτε με βάση τη θεσπιζόμενη από το άρθρο 124 του Κ.Φ.Δ. αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστή, διότι η αρχή αυτή προϋποθέτει χρήση αποδεικτικών μέσων που επιτρέπει ο νόμος. Συνεπώς, μαρτυρίες υπό τη μορφή Υπευθύνων Δηλώσεων του Ν.1599/1986 δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν επιτρέπεται να ληφθούν νομίμως υπόψη ούτε ως δικαστικά τεκμήρια. Επομένως, νομίμως το Διοικητικό Πρωτοδικείο, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα Υπεύθυνες Δηλώσεις του Ν.1599/1986 και, για το λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. 7. Επειδή, περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 152 του Κ.Φ.Δ., συνάγεται ότι η εξέταση μαρτύρων στη φορολογική δίκη αποτελεί εξαιρετικό αποδεικτικό μέσο, η χρήση του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Από αυτό παρέπεται ότι ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την εξέταση μάρτυρος, πρέπει και να εξηγεί τους ειδικούς λόγους, οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την προσφυγή στο εξαιρετικό αυτό αποδεικτικό μέσο. Αλλως, το σχετικό αίτημα νομίμως απορρίπτεται από το Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να χρειάζεται ειδική προς τούτο αιτιολογία. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων παραπονείται, διότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε το υποβληθέν με το υπόμνημά του αίτημα για εξέταση μαρτύρων, δεν ισχυρίζεται, όμως, ότι εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και τους ειδικούς τυχόν συντρέχοντες λόγους, οι οποίοι καθιστούσαν αναγκαία, κατά την άποψή του, τη χρησιμοποίηση του εξαιρετικού αποδεικτικού μέσου της εξετάσεως μαρτύρων. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, νομίμως το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος, αν και με διαφορετική αιτιολογία, ο δε περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 8. Επειδή, στο άρθρο 146 του ως άνω Κ.Φ.Δ., ορίζονται τα εξής: "1) Αντίγραφα δημοσίων εγγράφων, που την ακρίβειά τους βεβαιώνει ο αρμόδιος γι' αυτό υπάλληλος, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με το πρωτότυπο. Το Δικαστήριο, όμως, μπορεί να ζητήσει να προσαχθεί το πρωτότυπο. 2) Αντίγραφα άλλων εγγράφων, φωτογραφίες ή φωτοτυπίες ή άλλες αποτυπώσεις, λαμβάνονται επικουρικά υπόψη, αν το Δικαστήριο πείθεται για την ακρίβεια όσων αποδίδονται μ' αυτά". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αντίγραφα μη δημοσίων εγγράφων, φωτογραφίες ή φωτοτυπίες ή άλλες αποτυπώσεις, λαμβάνονται επικουρικά υπόψη από το Δικαστήριο, το οποίο, πειθόμενο για την αποδεικτική τους αξία, οφείλει να τα συνεκτιμήσει μαζί με τα προσαγόμενα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται να είναι τα αντίγραφα αυτά, οι φωτοτυπίες κ.λπ., απαραιτήτως επικυρωμένα και χαρτοσημασμένα. Ενόψει αυτών, το φωτοτυπικό αντίγραφο της ως άνω σελίδας 41, το οποίο, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, προσκόμισε ο αιτών ενώπιον του δικάσαντος Πρωτοδικείου, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το υπό στοιχείο γ' αυτοκίνητο είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο εισερχομένων, μόνο επικουρικά μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το εν λόγω Δικαστήριο, συνεκτιμώμενο απλώς μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Δεδομένου, όμως, ότι, εν προκειμένω, ο αιτών δεν είχε προσκομίσει, εκτός από το ανωτέρω φωτοαντίγραφο, άλλα νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία για να αποδείξει τον ως άνω ισχυρισμό του, δεν ήταν επιτρεπτή, κατά το άρθρο 146 του Κ.Φ.Δ., η λήψη υπόψη του εν λόγω φωτοτυπικού αντιγράφου. Ορθώς, επομένως, αν και με διαφορετική αιτιολογία, το ανωτέρω φωτοτυπικό αντίγραφο δεν λήφθηκε υπόψη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο, είναι δε απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. 9. Επειδή, προβάλλεται, τέλος, ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο πεπλανημένως εκτίμησε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο τα δύο από τα ανωτέρω τρία αυτοκίνητα κατά την ώρα του ελέγχου δεν βρίσκονταν εντός της επιχειρήσεώς του. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως διατυπώνεται, αμφισβητεί την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. 10. Επειδή, επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο